Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2025

ΔΕΝ ΕΒΡΙΣΚΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΓΙ’ ΑΠΕΝΑΝΤΙ…

 (…μόνο που ως λαιμός κομμένος σύρριζα του φεγγαριού…)


…ερέθιζε τους ταπεινούς

μα πιο πολύ τον ακροτελεύτιο Βοόζ

με τα ερωτικά ενώτια του οικοδεσπότη

και το χρυσαφί δαμάλι

καρφωτό στο στήθος του να μουκανίζει

κάθε που η έλευση κάποιων Ηρακλειδών

ήτανε  ante portas 

 

δεν έβρισκε, λοιπόν, το πέρασμα

όχι που δεν υπήρχε

μα που, χρόνια τώρα, είχε αχρηστευτεί

ως λέξη

καθώς με άλλα κατιόντα προχριστιανικά

σωριάστηκε καταμεσί της Θεσσαλίας

όπου  ο πάσα ριγωτός στυλίτης  ή  φουστανελάς

κραδαίνει κι από ’να ακροκέραμο

της παλιγγενεσίας!..

[ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

κι άλλα ποιήματα από το  ΘΑΛΑΜΟ ΑΖΩΤΟΥΧΩΝ,

δεύτερη  ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου 

ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981, 

συγκεντρωτική έκδοση

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987]

 

 


ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΗ ΕΝΑΤΕΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΣΩ ΜΑΝΗΣ

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981)

Πρώην υπερσυντέλικος,  οψέ πλατωνιστής

φυσώντας άγριος μπουνέντης

κι ο δείκτης του γαγγρανιασμένος

κι όμως ατάραχος

πέρασε μέσα από το ταμπούρλο

σαν οξφορδιανή περούκα

όπως η αιωνιότητα γίνεται περιστέρι

κατά τα ειωθότα.

 

ET DONA FERENTES

Μην πεις της πέτρας

που κάθισε πάνω της η καταχνιά

μην πεις πως κάπου

είναι το νερό κατσίκι

με γένι πετροκάρβουνο

το μάτι νυχτοκρούσταλλο

και αστροκέρατα σαΐτες

μην πεις της πέτρας

 

απ’ τον καημό της θα σχιστεί

θα βγει καπνός  και  θειάφι

κι ο σελασφόρος Αγαμέμνονας

να υπερασπίσει  την πλατυποδία στη νυοστή

εθνοσυνέλευση των πανελλήνων.

 

ΠΑΡΑΛΑΛΗΜΑ

Ο βυθός μ’ όλο που ήταν κωφάλαλος άκουγε

που μιλούσα·

βλέποντας να μου ρίχνονται όλα τα τελώνια

έκανε εμετό την ψίχα του

πήρα βλέπεις να μετρώ τα πράγματα αλλιώς

με της σιωπής το παραλάλημα  -  μονάδα

κι εκείνον τον ολολυγμό της νύχτας σαν,

σπαραγμένη από σκυλιά  και  αστυφύλακες,

βουλιάζει στο αμπέχωνό της.

 

Και τότες οι οχιές σηκώθηκαν της θάλασσας

σφύριζαν όρθιες όπως τ’ αλλότρια ψαλίδια

όταν συνοδεύουνε το πέρασμα στα Παναθήναια

κι είναι της σκόνης το αλαλητό

μέσα στο χρυσοφώς,  η μόνη παρθενία!..

 [από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981]

 

ΣΤΩΜΕΝ

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981)

Πρώτο που αυτοί αποφασίζουνε πως κινδυνεύουμε

και πότε  και  πώς θέλουμε δε θέλουμε θα μας   «εσώσουν»!..

Δεύτερο που απ’ τις αξίες προτιμούν τα αξιώματα,

τι να τις κάνουμε τις παλιατζούρες.

Τρίτο γεγονός το ανάστημά σου  που τους καταργεί,

το εύρος σου που αχρηστεύει τις μονάδες τους

και τα ισόπεδα τοπία τους.

Τέταρτο  που οι εύπιστοι,

που να τους πάρει ο διάολος,

χειροκροτούν το φίμωτρο

για τις  «φωνασκίες των πληβείων»

κι ούτε που θέλουνε να δούνε

πως κόψε από δω  κόψε απ’ εκεί

σε τεμαχίσανε σε οικόπεδα

και μυρμηγκότρυπες οι άψωλοι!..

 

Γεγονός  προχωρημένο που στους δρόμους σου

έναν Απρίλη χύθηκε το έμπυο,

οι μειοδότες περιφέρανε ό,τι πελώριο: 

τ’ ατίμητά σου,   το αίμα σου αιώνων 

στα διεθνή χρηματιστήρια   σ’ αγοραστές   βορά της φτήνιας

και που πιάσανε τα υψώματά σου οι φαύλοι  και οι αχρείοι

στίφη και που εσύ πικρός απήγανος,

του τάφου άκρη – άκρη  και  της λεηλασίας

ό,τι περίσεψε δοσμένο στη φυγή,

νους ενδοφλέβιος  και  μάτια ν’ ανασκάβουν την αντάρα.

 

Γεγονός έσχατο η εκατόχρονη οργή σου

που αρνιέται τη μετάσταση και δεν πάει πιο πέρα

παρά εδώ, μονάχη της, χωρίς καψούλι

συνωμοτεί και δέρνεται με το βυθό της

 [από την ποιητική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ, εκδόσεις Κείμενα 1981]

 

ΕΝΔΟΠΛΑΣΜΑ

Τώρα που πιάσανε τα πόστα

σύρε και φώναζε όσο θες.  Αυτοί

πήρανε τα μέτρα τους

ακροβολίστηκαν στα έγκυρα προσχήματα

εσύ φώναζε τώρα όσο θέλεις·

ειρωνικοί, σου παραχωρούνε άσφαιρα ηχηρά

για μιαν άνευρη ένσταση

για την κάποια προσφυγή σου

πιο πολύ για το θεσμό της προσφυγής

κυρίως όχι για σένα

που τώρα καταφεύγεις στη βλεννώδη άσφαλτο

στα έμπυρα μεν ελάσματα που όμως

ακόμα η ταραντούλα μέσα σου,

εμφανώς ουράνια,

περνάει τράνζιτο,  θερίζει

κατοπτεύει

 

ΓΟΡΙΛΕΣ

Λοιπόν:  οι έμμισθοι εσείς

οι διακηρυξίες  οι αβανταδόροι  επιμεληθείτε

της υπακοής  και της ανυποψίας των μακάρων,

οι επόπτες επιμεληθείτε των χορδών

της αφωνίας των εντέρων

και των αποφράξεων,  επιμεληθείτε

της ευθυβολίας

με το μήκος του το πιο μαβί

πάλι με κυάνιο ο ουρανός

με σημαδεύει.

 

ΤΑΡΙΧΕΥΕΙΝ

 (…όταν οι λέξεις του ποιήματος  προβλέπουν…

«πως οι Μήδοι στο τέλος θα διαβούνε…») 

Η δύναμή τους είναι    να είσαι ανίδεος

να είσαι αφελής,    να αμνηστεύεις,

η δύναμή τους είναι    να ξεχνάς, να μην θυμάσαι

που η εντολή από τους Κατεπάνω είναι

να συμφωνήσουνε ανακριτής κι εισαγγελέας

να κηρυχτείς σε αφάνεια να μπεις στο αρχείο,

ή αν η χάρη τους...

να σ' αναλάβουνε ταριχευτές…

 [το απαρέμφατο ΤΑΡΙΧΕΥΕΙΝ από την ποιητική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ, εκδόσεις Κείμενα 1981 με μότο του ποιητή από το οπισθόφυλλο της έκδοσης]


ΟΠΩΣ Ο ΑΙΑΣ

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981)

Ανάμεσα σε πέτρες που δεν είδανε

τον ίσκιο τους ποτές

που δεν ακούσαν τη φωνή του

τόσο υψίσυχνη μες στα φωνηεντόληκτα,  είπα:

Κλείστε τις πόρτες, όχι άλλοι  «σωτήρες»·

μεσολάβησαν τα Τρωικά.  Ο λόγος μου

δίχως πια τα άμφια του,  γυμνός

όπως η πόντια βάτος

αναθρώσκοντας  τα πού του σφίγγανε το

υπογάστριο

«ιερά,  εθνικά»  και  άλλα τέτοια χάχανα

χύθηκε κατεπάνω στο μαχαίρι του

όπως ο Αίας!..

 

ΔΕΝ ΘΑ ΟΣΙΩΘΕΙ

Όχι που κάθε τρεις και λίγο στήνεται κερί,

φτηνός στ’ αγκάθια  ή  όρθιος πάνω στην τύψη του,

όχι που με χέρια βουτηγμένα στον μπρούντζο  και  την καταχνιά

βγάζει από το συκώτι του το δόντι του κράλη Συμεών

ή κάποιου Κύριλλου,  που τον κάναμε άγιο,

το νύχι κι άλλα της επαρχίας τέτοια

(άσε που καταγίνεται να πλοιαρχεύει με διψήφια μποφόρ

ο θεοπάλαβος),

μα ποτέ ένας τέτοιος αναιδής,

πιο κι από περισπωμένη σε προπαραλήγουσα,

δεν θα οσιωθεί·

κι ας το πάει ξεπιτούτου να χυθεί το αίμα του

όπως σε αμφιθέατρο χριστιανομάχων,

να μας εκθέσει στις έξω εκκλησίες.

Η αγκιτάτσια ετούτη ξεπεράστηκε.

Είναι αδιάφορη πλέον για τέτοια η Αντιόχιεα

κι η Κάλλατις ενδοστρεφής από λαγνεία.

 

ΟΙ ΚΑΡΚΙΝΟΙ

Σκάλισε,  σκάλισε τα ξύπνησαν

οι στρουκτουροκανίβαλοι.

 Βγαίνουν τώρα από τον Άδη τους

(κρούει συνέχεια τη λύρα του ο Ορφέας)

κι από τις τρύπες τ’ ουρανού ονόματα του φόνου:

πλουτώνιο,  στρόντιο,  κοβάλτιο  κι  άλλα μυριάποδα

βαβελικά·  τήβαννοι ασπόνδυλοι

σπάσανε τις πυρηνικές δεσιές,

πέσανε οι πύλες,

χύθηκαν τα μυαλά της ύλης στα πυρηνοστάσια,

μύρισε πια ο αιθέρας,

μεσούρανα καίεται η διαφορική εξίσωση

που φώταε τον ύφαλο του κόσμου…

(από την ποιητική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ, εκδόσεις Κείμενα 1981)

 

ΤΩΡΑ ΛΕΜΕ ΔΟΞΑ ΣΟΥ ΠΟΥ ΕΝ ΥΨΙΣΤΟΙΣ…

(…πάει να πει εκ του ασφαλούς… έδωσες την ιδέα να ξαμολυθούνε οι καρκίνοι…)

Το μεσημέρι είναι έργο των χαλκέων,  όχι οι λύκαινες·   που άμποτες σε οργασμό   με τα οχτώ βυζιά ορθά   τις ρώγες πυρωμένες   καθώς ανάμεσα από φοινικιές  και  άλλους βλεννογόνους   θα χύνεται φαλλικό μελτέμι,   ν’ αφήνανε  αθήλαστα τα δυο μωρά  -  ριζίδια της αυτοκρατορίας   μπας και γουρμάσουνε  κι  αρχιδοπιάσουν τα μαμόθρεφτα.   Μα και το φως  (άλλοτε χρυσαφί στη Λέπτις Μάγκνα όπως σφαγμένο περιστέρι)  σήμερα της εμπάθειας ακίνητο  πάνω στις ντάπιες της  έγινε αφρός  και ξίγκι.   Διατάχτηκε αυθόρμητη συμμετοχή στο πανηγύρι   κι από τις ωρυγές  και τα συνθήματα στους τοίχους εγκρίθηκαν απ’ την πολίτσια  το έρδε  Papas  (το Esso παρακάμφθηκε μη γράψουν Exo οι ανορθόγραφοι)   τα ωσαννά, τα εσύ νικάς  Texaco  και άλλα τέτοια!..  Ψηφίστηκε να μπει από το Δίπυλο καβάλα σε αιώνιον ελέφαντα   το ένδοξο πετρέλαιο,   του δόθηκε να κάνει θρίαμβο  και αψίδα από βασάλτη – πόδια σαρανταδυό του ύψους.   Πίσω του να ’ρχονται  οι ξεροκέφαλοι,   σέρνοντας τις πατούσες,  μεσανατολίτες, σαουδάραβες  και άλλοι μελανόδερμοι υποβάρβαροι,  όλοι αλυσωμένοι.   Στην κεφαλή μπροστά δαφνοστεφή μπετόνια,  βενζιναντλίες,  μακέτες διυλιστηρίων  κι απ’ τα μεγάφωνα περικοπές συμβάσεων  (όχι των μυστικών)   Εκείνη τη στιγμή για άλλα εσύ διψούσες.   Και τώρα πιο πολύ διψάς  που έκανες κι είναι παράνομη στη  Λέπτις Μάγκνα   μιαν ιδεολογία ζωροαστρική  για τον νεκρόφιλο  θεό – κροκόδειλο   που εντός σου κυκλοθυμικός  κι ονειροκτόνος,  λάμνει!..    [OLEUM TRIUMPHALE  από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το Β Τόμο: ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987 κι άλλες επιλογές από την εν λόγω συλλογή σε σένα που ποιος  ξέρει  «πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω από την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα!..  Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω όχι να σε βρω!..]

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2025

Κυριακή 18 Μαΐου 2025

ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΟΥ Η ΣΙΩΠΗ…

 

(…συνουσιάζεται μες στον αλαλαγμό της 

κι  αφανίζονται όλα  στο άλαλο φως της ήττας…  - ΑΦΩΝΟ)


Το τρένο μπήκε στο σταθμό σχεδόν λιωμένο·

κολυμπούσε στον ιδρώτα του   και  μεμιάς έπεσε ξερό.

Το σάστισες·  τότες δεν είχες αντισώματα για τέτοια.

Φυσικά μολύνθηκες,  μπήκε εντός σου το κενό,  πήρε ν’ ανηφορίζει.

Φτάνοντας στα μηλίγγια χωρίς αντίσταση

όπως  σε κύκλωμα βραχύ,   έγινε χαμός!.. 

Τώρα με εγκαύματα τρίτου βαθμό,

δείχνεις προς τ’ αχανή της ασυνέχειας

όπου εξαγνίζεται η ακροβασία   (ΤΡΙΟΔΟΣ ΛΥΧΝΙΑ  τουτέστιν…)

 

ΑΝΥΣΜΑ  ή  ΑΓΧΙΒΑΣΊΗ

Κι ευχόμουνα να μη βρεθεί 

του εγχειρήματος να μη βρεθεί τεκμήριο  μη  και  βρεθεί.

Έσωσε  να παρακαλιέται του πηλού  και  της Αφάνειας  το κούτελό σου

(θαρρώ το μόνο της εκτόξευσης,  που δεν οξειδώθηκε)

αν είναι να ελεηθεί,  να ’ναι γήινη η ελέηση,  μα τ’ αποφεύγανε

-μάρτυς μου της νοητής σαΐτας  η άσπρη χαίτη –

το αποφεύγανε που φάνταζε στη σκοτεινιά  οι ερεβικές κρεατόμυγες,

κάτι κοπρομύκητες,  εσχατολογικά  και  η σήψη.

Ύλη αλλόκοτη το πλάσμα του βαρυτικού πεδίου

άπλωνε να το καταπιεί,  μα πισωγύριζε

και τα φωτόνια με δόντια πεταμένα έξω

το γαβγίζανε σα να ’τανε η απριορική Αράχνη.

Ωστόσο, μα τον άγιο αγέρα από τις φρένες σου,

μα τις σχισμένες σάρκες του καταμεσί του ουρανού

που ήταν να πέσουν   να μην πέσουν,

μα το μαρτύριο του λωτού  μέσα στις φλέβες μας πίστεψέ με:

τ’ αποκαΐδια του ονείρου που καταφτάνανε

και ο καπνός που έγλειφε τη γης,  συνέχιζαν τη φρυκτωρία·

α. το σάστισμα,  α της έναστρης Κίρκης τα μαχαίρια

κι οι σφυγμοί,  α,  των κουάζαρς.

Χίλιες να μείνει άταφο παρέξω των Θηβών το κούτελό σου

που το λέω Πολυνείκη,  τουτέστιν άνυσμα  ή  αγχιβασίη.

Πάρωρα το φεγγάρι,  που αντίφωνο του λογισμού ανέβαινε

σαν το χαμένο ελάφι,  πήρε να ρωτά τ’ αμίλητα, να ψάχνει.

Λένε πως είναι του φεγγαριού ν’ ανασηκώνει τις μεγάλες πέτρες

κι όχι των τεκμηρίων τα κρυφά,

μα των εγχειρημάτων να ανακαλεί τη μύχια ρίζα.

[κι άλλα ποιήματα από τη  ΠΡΟΒΛΗΤΑ   η   ΑΝΤΙΛΟΠΗ,

πρώτη ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου 

ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981, 

δεύτερη   στη συγκεντρωτική έκδοση

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987]


 


Έτσι που παγιδεύτηκες στο καταπέτασμα

κι ως μαϊνάρεις με τη γνώση   δεν είναι να μαντέψεις να πεις

είναι μόνο να γνωρίσεις   μόνο·

δε θα σου δοθεί να δεις   τα σχήματα  που είναι ανίδωτα

ν’ ακούσεις λέξεις   που εντός τους κλείστηκαν αρχαία τζιτζίκια

και που σωπαίνουν από μόνες τους   μη γίνουν λόγος…

 

λέω δεν είναι δα του καθενού ν’ ακούει   τον ύπνο του νερού,

να δει της πέτρας την έπαρση…

ή που το φως του φεγγαριού ιερουργεί,

κέρνος από φωνήεντα  κι  αθώα καλάμια·

είναι της άλλης αίσθησης  να είσαι μέσα από αιώνες

η στιγμή   του κεκραγέναι:

χαίρε ως δυνατότητα τερατική η τρέλα

χαίρε ως προβλήτα  η αντιλόπη 

χαίρε ότι καταδώ λοξοδρομείς

η νυχτοαλκυόνα!..

(IN HYPERBOLA   κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου  ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981)

 

 

ΣΧΕΔΟΝ ΕΠΙΟΥΣΙΟΣ 

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981)

… Κι ενώ σαν ύψιστος μεσ’ από χάη έχυνε το σπέρμα του

ο υδρογονικός αντιδραστήρας,

εσύ,  ο θίνα  παρά ηελίοιο,  μόνο  quasi

Που κι αν υψομανής και ασυναίρετος

δίνεσαι τώρα στο μηδέν και την ορθοστασία του  ω domine

που αντιθέτως κάποτες ήσουνα το υπερτασικό   εάν  κι η έξαψή του.

Έβγαινες από τον άμβυκα  μονοφυσίτης

όπως του βασιλιά Θωδαίου Ασάν η τρέλα,

όπως της Καρθαγένης ο στηθόδεσμος,

σκληρός όσο το  όχι της  η άπαρτη πύλη της,

εσύ του μεγάλου μολδοβλάχου Αναγνώστη Τζίτζη το εγκόλφι.

Είναι φορές που ως μελαγχολία πια

ή που με άλλα πανικά δίνεσαι στη φτήνια μες τα πανέρια τους

των τσιλιαδόρων!..

Άλλοτε χάνεις νερά,  διώχνεις το ένα πόδι σου,

η γλώσσα σου γίνεται λεσβία και,  ως εκ τούτου

βάζει τις πτώσεις,  πιο πολύ την επηρμένη κλητική

που τη λέω Ιφιγένεια.

Περασμένα μεσάνυχτα αναζητάς  τη χούφτα σου

που ξανέκαθεν ήτανε νυμφομανής.

Τέλος καθιστός κατάχαμα περιμένει που,

όπου να ’ναι, θα διαβεί το σακατεμένο ρήμα  ίστημι,

κι η αλυσίδα του   να προσκυνήσεις.

Έτσι αλλότριος,  ένας quasi  πια ανάμεσό μας

είσαι ο λιποβαρής  ο σχεδόν επιούσιος

είσαι το παραπεμπτικό σιχτίρ του υπουργού

που το τηλέφωνό του πύρωσε στο χουγιατό 

να βλαστημά τη μέρα που γεννήθηκε,

την άλλη που δέχεται το κακό,

τη λέξη διαμαρτυρία  και  το διορισμό του,

είσαι η συνουσία μου   που τη γαβγίζει το σκυλί της·

αμαρκάριστος τρέχεις για τέρμα,

η σφυρίχτρα πίσω σου αλλόφρονη   είναι οφσάιτ  domine,

κι εμείς;

Α!..  εμείς γαιόφρονες  τα μάλα  εδαφόσχημοι,

μάτια παράταιρα,  μυαλό αλλεργικό,

στήθος που μόλις διάβηκαν αγριογούρουνα,

χαιρέκακοι  ότι πολλά ξαπατηθέντες

μετράνε αρίφνητα συνεργεία αγγέλων

να σέρνουν επιτέλους με σχοινιά το λείψανό σου

για τον ψυκτικό θάλαμο των αζωτούχων

 

ΜΕΤΑΧΡΩΜΑ

Μόνο πέρα θα ήσουν εμφανής

απ’ όλα τούτα πέρα, μέσα σε μέθην ίσως,

εκεί που ο χρόνος χώνεται στα καταράχια του

κι έτσι αλίμενος,  παντού κυρτός,

μένει έξω από τη νοημοσύνη του

όπως ο εύφρων χόρτος  πλάι στη μοναξιά του·

η εποπτεία σου ν’ αναφωνείται στα καθέκαστα

ως δίνη εξωμήτριος

ή  ως θεός να κρέμεται από το μάνταλο

σαν ξόρκι μες την αντηλιά

άσπρος,  όπως το αίμα  του ορτυκιού

σαν τότε που διαβαίνανε οι Μήδοι.

 

ΕΣΩΤΟΙΧΟΣ

Κάπου το γιαταγάνι μου είναι ανηφόρα

ίσαμε τα κόκαλα των ταύρων

και τότες ακόμα και Θεός δύνεται να χαθεί

ανάμεσό τους των κεράτων,

τότες δύνεται κι η θάλασσα να είναι

το μοναδικό κοτσύφι  του Ιερώνυμου Μπος,

το σπέρμα μου να πλημμυράει τον κόλπο σου

σαν αλλοτροπικό θεώρημα γεωμετρίας

και ποτέ να μην είναι τελειωμός

σε τέτοια οιστρηλασία·

έτσι,  μισός ενέδρα   μισός το γιαταγάνι μου,

κάπου εντός οστράκου,

σε βρίσκω στη γραφή εκείνων των Μινύων

να σε λένε   Ιεράπυτνα!..

 

ΟΥΡΙΟΣ ΑΝΕΜΟΣ

Είναι που τα μάτια μου

έρπουνε στο μελί κορμί σου

γεμάτο φυσαρμόνικες

κι ανοίγουν στράτες του χαμού  και  πάω·

χαμένος πάω σε ντερβένια

όπως λιώνει πρωινή μοτοσυκλέτα

θωρώντας την Τριπολιτσά εν στύσει

 [από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981]

 

ΘΕΑΣΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΒΟΛΩΝ  ΜΕ ΕΜΦΑΝΕΙΑ ΠΕΥΚΩΝ

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981)

Όχι πια δίνοντας το σώμα τους σε έννοιες

ούτε ανοίγματα στη μεταφυσική,

ώρα που παίρνανε πίσω το αίμα τους τα σύμβολα,

 το  πα  βου  γα  δε  κε

ο ψίθυρός του βαθιά του όρθρου.

 

Διάκοι πυρωμένοι πιο κι από Αντικύθηρα ξανθοί

φαλλικοί της έξαψης πανέμορφοι

λίγωναν στα σκιερά τις Ηρωδιάδες,

ψηλά με αράχνες  με διαδήματα  οι Κομνηνοί

ασήκωτοι, δοσμένοι στον Πρίαπο,

ο προνάρθηκας  χριστανίζων.

 

Θα ’ταν ψηλά που τον αμιναντάμ του εμίλειε

μοναστήρι αιρετικό  ή  σείστρο  κι  οι σαύρες

θα ορχιούνταν, υποθέτω, νηστικές ανάμεσό τους

των αγίων.

 

Α!.. Τα βότσαλα   τι ανίδεα

που η φυρονεριά  ως τα’ αφάλι

σηκώνοντας τη μουσκεμένη φούστα

και μάνα μου η σχισμή,

χαμός το προαιώνιο λοφίο της·

φωνήεντα άφαντα

ως κάτω την πλαγιά λειχήνες,

πλουμιστή όλη σίγμα  σουρνότανε οχιά η ομιλία

λες κι εστήθηκε χωσιά για κούρσος

κι ήταν τάχα να φανεί μελανί γαλιόνι στ’ ανοιχτά η λέξη

(που καν ψίθυρος βάδιζε με  πα  βου  γα  δι  πα

πεισματικά ο όρθρος)

 

Έφεγγε πια όταν τον είδα που

από ψηλά με τον ουράνιο μεσημβρινό καταγκρεμνού

κυλίστηκε στα πόδια των τειχιών ο λόγος

και πέσανε στο λάφυρο αλαλιασμένοι

οι σαρικοφόροι.

Πήραν του κεφάλι πρώτα

ύστερις όλα τ’ άλλα, τα σπλάχνα εξόν,

 

αυτά μόλις που τα σώσαμε οι σαστισμένοι

αυτά στο άβατο,  σαν πάντα

 

οι λάκκοι, ο ένας με τον άλλονε δαγκάνονταν

ποιος να πιει το αίμα,

το πριόνι ούρλιαζε στα διάσελα

ρίχνοντας τις οξιές.

 

Καταμεσημέρι σούρφανο,  ο ήλιος εμετός

σαν ανεβαίνοντας από το πλάσμα του

έσουρε καταπάνω μου την πέτρα,  που

 

λίγο πριν ήμουν ο γυάλινος,

 

το τσιμέντο έδειχνε τα δόντια του

τριγύρω του ναού οι σκύλοι,  άλλος κανείς,

σαρίδια μόνο από το πρόβλημα:

είναι;   δεν είναι ενάριθμο  το χάος;

και να μη βρίσκεται ένας με αρχίδια

για την ανατίναξη·

γραφ’ το  που την αφήσανε άκαυτη τη θρυαλλίδα

στο πόστο μόνη της να σαπίσει άχρηστη

όπως η κιμωλία των παππούδων,  οι αποστάτες.

Ολόισια  μπροστά ο προκατακλθσμός

έδιωχνε τα μίλια του,  ξοπίσω ο νους

δηλαδή τα υψωτικά μιλιούνια,

χάνοντας σε βάλτους αστρικούς,

έμπαινε στην ενόραση:

 

είδα την αιωνιότητα

να μηρυκάζει την χαοτική εξίσωση

που εκτείνονταν του μάκρους με διαμπερές,

ο ξεχωμένος να θρυλείται  ως μεταίχμιον,

ο ερεβικός λέω μετασπόνδυλος  και  τη μυλόπετρα

νυν αρτοφόρι

που εντάσσονταν  με αγίων δράκων κάρες.

 

Πήρε πια να γέρνει η μέρα

Η πρώην  φυρονεριά όλο και φούσκωνε από σπέρμα.

Με τρύπες στα μηλίγγια του αιμορραγούσε

το αγριεμένο σύνολο Ιούνης,

η λέξη  ελέπτολις συναπαντιόταν με τα γονικά της

το πρόσωπό σου  ήταν  που εφέγγριζε λοιπόν

μια φούχτα χόρτα άσπρα

μες στην εσπέρια πλακούντα,  πρώτη πρόσχωση,

ύστερα δεύτερη με τη σιωπή

ύστερα δεύτερη με τη σιωπή

ύστερα μόνη της η σιωπή πρόσχωση Τρίτη

κι άλλη τέταρτη  κι  άλλη  κι άλλη

αιώνας προσχώσεων·

 

χιλιόμετρα στάζοντας κρύο κερί

πορεύτηκες, ο άγλωσσος, το δρόμο του ορυκτού,

που άλλοτε ήσουν πολύφωνο υδρόβιο,

που ο καιρός οδοιπορούσε μέσα σου

ρίχνοντας πέτρες πίσω του όπως ο Κάδμος.

 

Παρ΄όλα αυτά,  από το ύψος του Αγγελόκαστρου

επέμενε να εξηγεί

ατελευτήτως,  η εμφάνεια των πεύκων.

Ο άλλος χρόνος απογειωνόταν.

 

TOCCATA   ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΟΤΘΟ ΑΓΙΟ  ΓΙΑΚΩΒΟ ΜΑΓΙΟΡ

Τα μάτια του γυαλί της άβυσσος

δίδυμα του χαμού

καταπώς χάνεται η γραφή της καταχνιάς

πάνω σε σανιδένιο αιώνα

και το κορμί κλεψίνι της οξιάς

σαράντα πόντοι κούτσουρο που το βολεύτηκε

και η τριχιά  κι  ο σάκος αποφόρια που

από σκοπού παρέξω του παράδεισου

τα διάλεγε ατός του

τάχαμ διακονιάρης.

Αυτός, πάει να πει  Γιάκωβος του Μαγιόρ

εγκάτοικος φορτίου.

 

Δε δάκρυσε το ξόανο  κι ούτε που μίλησε

σαν χίμηξαν ίσα επάνω του αλύπητες

οι μύγες της ορθοδοξίας μου ρωτώντας:

Αληθινά μαρτύρησες ορέ  ή  με σιγγίλιο

ποιος Πάπας  πού  και πότε  μ’ άλλους ελάσσονες

χρίστηκες  «άγιος»  σε μήνα ξηρασίας;

μίλησε Γιάκωβε Μαγιορ της κόγχης

δομέστιχε του τετραμήνου

ασβέστη των Μαγιάρων

δείξε τα χαρτιά σου.

 

Δεν είχες τίτλους εξόν πλερωτικούς,

εξόν σφραγίδες

και πώς με τέτοια καψερά

θα μπόρεσες να σταθείς  να μη λυγίσεις

να ευλογείς τα ανόσια του βόιβοντα

τα ζορμπαλίκια του   του αραχνιασμένου

του άρχοντα των βρυκολάκων

στα κλειστά Καρπάθια

του ντράκουλα Βλαντ Τσέπες μπιστικές

στα χιλιατετρακόσια  εβδομηντατέσσερα

των νυχτερίδων;

 [από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981]

 

ΑΠ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΠΟΥ ΗΤΑΝΕ Ν’ ΑΝΑΣΤΗΘΟΥΝΕ…

(…μόνο οι προκαρχηδόνιοι ηδονιστές   οι ελληνίζοντες σημίτες

κι εκείνοι της γραικίας οι αλιτήριοι  που ανέβαζαν τους ναύλους,

είρωνες γυρίσανε τις πλάτες τους χλευαστικοί,  ρεμβώδεις … στη  ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΙΩΣΑΦΑΤ)

Λέω μη τάχαμ είναι μεταβίωση  ακόμα  και  βυζαντινή   μην η ψηφίδα εντός του εκκλησιδιού  που ενώπια ασπρίζει   ή  που ολόσωμος ο ασβέστης άγιασε   μην είναι που ασκητεύει αντίκρυ του   γαρουφαλένια η δύση   η εσπέρα   η ψύχρα   που η ψαλμουδιά ξεπόρτισε στα θάμνα   ένα με τα σπουργίτια   μην είναι του Ίακχου τα Πάθη ετούτα  ή  του Χριστού   και σάστισε ο Απρίλης   μην το κερί,  μην το θυμίαμα,  το αρχαίο στασίδι   μην η λοξή του απ’ το βημόθυρο   κρύα ματιά του Ταξιάρχη   που ως το καρυόφυλλο η ψυχή μου τρέμει.   Μνήμη που με πονάς   μην είσαι συ  η αίσθηση όπου στα δυο με σχίζει   λέω μην του μειόκενου η καταβολή   το βιος  που μου αφήσανε μέσα στα κόκαλα   οι αιώνες,  κι είναι με τους εσπερινούς  που εντός μου  η πλημμύρα ανεβαίνει τόση  [ΩΡΑ ΔΕΙΛΙΝΗ  από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ 1981, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το Β Τόμο: ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987 κι άλλες επιλογές από την εν λόγω συλλογή σε σένα που ποιος  ξέρει  «πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω από την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα!..  Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω όχι να σε βρω!..]

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2025

ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΧΟΥΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΡΕΘΙΖΟΥΝ ΤΟ ΧΑΟΣ

  Με παραισθήσεις υποφέροντας ο κήρυκας αισθάνθηκε να διαιρείται. Από το σώμα του επαράγονταν κι άλλα σώματα κι έγινε ένας στίχος ερχομένω...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ