(…κάποτε υπήρχε, μάλλον, ένα βιβλίο που ήταν κανένα βιβλίο…)
Ένα βιβλίο
απαντά σε κανένα βιβλίο.
Το
απαλλάσσει από την κατηγορία της μνήμης του και το υστερογραφεί.
Το
απαλείφει, διαχέοντας το αυτονόητο νόημα.
Όσο μπορεί
να απαλειφθεί κάτι που δεν υπάρχει.
Ύπαρξη και μη ύπαρξη σε αμφίδρομο δρόμο.
Καιρός που
έχει περάσει.
Κάποτε
υπήρχε, μάλλον, ένα βιβλίο που ήταν κανένα βιβλίο.
Η αρτιότερη
διατύπωση θα ήταν, του κανενός το βιβλίο.
Η ιστορία
των βιβλίων είναι θεμελιωδώς μια άσκηση ήθους.
Ήθος, ύφος, και ύψος αναμετρώνται εδώ, σ’
αυτήν την έκδοση, με τον αδυσώπητο χρόνο.
Καιρός που
έχει περάσει.
Αποκατεστημένος,
ορθολογικά, ιδεολογικά, έντιμα.
Με το ύφος που
δεν είναι, το ήθος που πάντα ήταν, το ύψος που εννοείται.
Ένα ποίημα
σε δύο χρόνους για τον μεγάλο αιώνα που πέρασε.
Το είναι και
το μη είναι.
Και τον
καιρό που έχει περάσει, παραμένοντας δύο:
Τον καιρό
του ενός που είναι όλα και τον καιρό του κανενός που είναι τίποτα.
Καιρός που
έχει περάσει.
(Σταύρος
Σατυρόπουλος ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΗΘΟΥΣ, Ένα Ποίημα σε δύο χρόνους για τον αιώνα που πέρασε Απόπειρα, 2018)
(πρώτος
χρόνος 2018)
ΣΟΥ ΕΙΠΑ
ΟΤΙ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΣΕ ΞΑΝΑΔΩ
(…δεν
ήξερα για ποιο λόγο Κανείς δεν ξέρει
ακριβώς
Για ποιον
λόγο γίνονται Ή δεν γίνονται Τα πράγματα…)
Και αν βρισκόμασταν
Θα ξεκινούσα να σου λέω
Ότι ήθελα να σε ξαναδώ
Απλώς δεν ξέρω τον λόγο
-Κανείς δεν ξέρει
κανένα λόγο –
Και τα μάτια σου θα
ήταν καρφωμένα στο πάτωμα
Και το πάτωμα θα
αναποδογύριζε πάνω μου
Και το μπαρ θα ήταν
σιωπηλό
Παρά τους ανθρώπους του
Και η μουσική θα ήταν
περίπου
Ανάμεσα σε σένα και
μένα
Και θα υπήρχε λόγος γι
αυτό
Πάντα υπάρχει κάποιος
λόγος
Απλώς δεν τον ξέρουμε
Και η σιωπή θα ήταν
ανάμεσα
Μισή δική μου
Μισή δική σου
Και τα μαλλιά σου θα τα
έκρυβαν όλα
Παρότι δεν θα υπήρχε
τίποτα που να μπορούσε να κρυφτεί
Και μπορεί και να
κουβεντιάζαμε
Όπως κουβεντιάζουν τα
πουλιά
Πάνω στα σύρματα
Και μετά πετάνε
Αν βρισκόμασταν
Δεν θα υπήρχε μάλλον
κανένας εμφανής λόγος
Ούτε και αφανής
Να βρεθούμε
Ίσως γι αυτό τελικά δεν
βρεθήκαμε
Γιατί δεν υπήρχε λόγος
Αλλά θα έπρεπε
*
[δεύτερος χρόνος 2
0 4 6] ΤΕΛΙΚΑ ΗΡΘΕΣ
Ίσως
να σε οδήγησε εκείνος ο ανεπιτυχής δρόμος
Ή
η αβάσταχτη μοναξιά των ανθρώπων
Που
τυφλώνονται πάνω σε διεθνή χιόνια
Ήρθες
για κάποιο λόγο που ήξερες εσύ
-Εγώ
σίγουρα δεν ήξερα -
Εκτός κι αν δεν ήξερες
ούτε εσύ ούτε εγώ
Και μετά άρχισα ακριβώς
έτσι
Όπως μου φαινόταν ότι
έπρεπε να αρχίσω
Ότι δηλαδή θα ήθελα να
σε δω
Αλλά δεν ήξερα για ποιο
λόγο
Και τότε εσύ πήρες τον
λόγο
Και προσπάθησες να
βάλεις τις ημερομηνίες μας στη σειρά
Με καθυστέρηση πολλών
ζωών
Λέγοντάς μου
Ότι πάντα υπάρχει
κάποιος λόγος
Που λείπουν οι άνθρωποι
Κι εγώ
Που δεν ήξερα τον λόγο
Ούτε βέβαια κι εσύ
Αρχίσαμε να φωλιάζουμε
Και αρχίσαμε να γελάμε
Και συνεχίσαμε αυτήν τη
βέβαιη αθανασία της θάλασσας
Σαν σπονδυλική στήλη
Και συνεχίσαμε να μην
ξέρουμε τον λόγο
Αφού πάντα υπάρχει
κάποιος λόγος
Που δεν χρειάζεται να
ξέρουμε
Και τα μάτια σου είχαν
σηκωθεί απ’ το πάτωμα
Και το πάτωμα δεν
αναποδογύριζε πάνω μου
Και η μουσική παρέμενε
σιωπηλή
Αλλά όχι μεταξύ μας
Και η σιωπή δεν ήταν
πια ανάμεσα
Αλλά ακριβώς στη ζωή
μας
Και τα μαλλιά σου δεν
έκρυβαν τίποτα
Αφού δεν υπήρχε κανένας
απολύτως λόγος
Να κρύψεις πια τίποτα
Καθότι πεθαμένη
-Οι νεκροί δεν κρύβουν
πολλά-
Και μετά εσύ
Κι εγώ
Και τα χέρια μας
Φύγαμε
Δεν θυμάμαι ακριβώς που
πήγαμε
Πάντως πήγαμε κάπου
Σ’ αυτή την έρημη
διαδρομή
Αυτό είναι βέβαιο
Και εκεί
Όλα τα πράγματα ήταν
ζωντανά
Οι άνθρωποι
Δεν πρέπει να πεθαίνουν
ως άγνωστοι
Σου είπα ψελλίζοντας
Ιδίως οι πολύ γνωστοί
Ήταν όμως ήδη πολύ αργά
Αφού δεν ήσουν πια εσύ
Αλλά κάποια άλλη
Πολύ γνωστή άγνωστη
Που είχα με κόπο δημιουργήσει
Σ’ έναν ξεγελασμένο
κόσμο
Μ.Χ.
Χωρίς όνομα
ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
(…στην ερώτηση μιας φωνής που
ουρλιάζει μέσα σου…)
Ένας
άντρας μιλάει. Έχει φωνή και πρόσωπο.
Όλα τα άλλα
του έχουν αφαιρεθεί από μια γυναίκα.
Ζει στην
ρίζα ενός δέντρου, ασώματος, σε μια παραλία
και
αναρωτιέται διαρκώς για την ύπαρξη νοήματος.
Ζωή και
θάνατος δεν έχουν καμία διαφορά.
Από την αρχή
ως το τέλος το μόνο που φαίνεται
να χωρίζει
τον άνθρωπο από τον βιολογικό του θάνατο
είναι ένα
παραπέτασμα λέξεων.
Αυτό που τον
ξεχωρίζει από τους άλλους νεκρούς
είναι η
διάθεσή του να συνεχίζει.
Οι σιωπές
αποκτούν σχήμα και όγκο,
η αφήγηση σε
μαγνητίζει επιβάλλοντας σου την πειθαρχία
που χαρακτηρίζει
μια αναμονή χωρίς προσδοκία.
(Σταύρος
Σταυρόπουλος ΝΩ, (Μονόλογος), εκδόσεις
ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2020)
Το ΝΩ είναι
η προσπάθεια ενός ανθρώπου
να συνθέσει
τα συντρίμμια του κόσμου
και να βρει
μια απάντηση στην ερώτηση της φωνής
που
ουρλιάζει μέσα του.
ΚΑΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΗΡΧΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
(…αυτό είναι νομίζω αρκετό για να
αρχίσω…)
Αν θα μπορούσε να αρχίζει κάτι έτσι. Στην αρχή δεν ξέρεις. Μπορεί να
υπάρχει και μπορεί να μην υπάρχει. Αρχή λέγεται. Κάπως θα πρέπει να αρχίζει. Να
ξεκινάει. Γιατί, μάλλον, έτσι τελειώνουν τα πράγματα. Με κάποιες ασαφείς και
γενικόλογες παρατηρήσεις για την κατάσταση στην οποίαν βρίσκεσαι. Βοηθούν αυτού
του είδους οι σημειώσεις να καταλάβεις. Αυτές οι υπομνηματίσεις για το τέλος ή
την αρχή. Αν και νομίζω ότι είναι εντελώς αδύνατον να καταλάβω. Να κατανοήσω τι
ακριβώς συνέβη. Πώς βρέθηκα εδώ, γιατί δεν έχω μέλη, κοιλιά, στήθος. Πώς μπορεί
να προέκυψε κάτι τόσο φριχτό; Μια τέτοια σφαγή; Πρέπει να το σκεφτώ. Αν μπορώ
να σκεφτώ. Αν τα καταφέρνω ακόμα. Μπορώ. Με μια μικρή προσπάθεια θα
μπορέσω. Θα μπορέσω να καταφέρω να το σκεφτώ. Εκτός κι αν δεν μπορέσω. Θα
προσπαθήσω, πάντως. Προς το παρόν μιλάω και έχω κάποιες αόριστες υποψίες, που
λειτουργούν περισσότερο ως απορίες. Οι απορίες όμως δεν θα με βοηθήσουν να
κινηθώ και θα πρέπει από κάπου να ξεκινήσω. Κάπου θα υπάρχει μια αφετηρία. Μια
αρχή πάνω στην οποία θα κυλήσουν τα γεγονότα. Η έναρξη αυτής της καινούριας
κατάστασης, την οποίαν σύντομα ελπίζω να αρχίσω να περιγράφω. Αν βέβαια βρω τις
κατάλληλες λέξεις. Αν καταφέρω να σκεφτώ τον τρόπο με τον οποίον προτίθεμαι να
θέσω το θέμα. Το έχω πάντως εντοπίσει. Όπου κι αν είμαι, όπως κι αν βρίσκομαι,
αν υποθέσουμε ότι κάποτε ήμουν αλλιώς, το έχω εντοπίσει. Ελπίζω να μπορέσω να
ξεκινήσω λοιπόν από κάπου. Αυτό θα βοηθούσε και μένα και την κατάσταση στην
οποίαν έχω περιέλθει. Θα διευκόλυνε αρκετά το ξετύλιγμα του κουβαριού. Είπα
τώρα κουβάρι και νομίζω ότι πρέπει να μοιάζω με κουβάρι. Πρέπει να το πω.
Καταρχήν, είμαι στρογγυλός και μικρός. Με έκαναν έτσι. Φαντάσου ένα μέτριο σε
μέγεθος πορτοκάλι, με αρκετές ρυτίδες. Φλοιός, δηλαδή. Όλο το υπόλοιπο τι
μπορεί να έγινε; Ποιοί μου το πήραν; Ποιόν τρόπο χρησιμοποίησαν για να μου το
αφαιρέσουν; Πρέπει να τα σκεφτώ όλα αυτά καλά και να βάλω μια τάξη, πριν
ξεκινήσω. Όμως, ήδη έχω αρχίσει να κουράζομαι μόνο με τη σκέψη ότι πρέπει να τα
σκεφτώ, αφού θα πρέπει να τα έχω ήδη ζήσει. Κουράζομαι με την προσπάθεια που θα
πρέπει να καταβάλλω για να ξεκινήσω, ξαναζώντας τα. Θα μπορούσα, ας πούμε, να
τελείωνα κατευθείαν, κάνοντας μόνο μια μικρή αναφορά. Μια νύξη, μια αόριστη
υπόθεση, που θα τελείωνε, χωρίς καν να αναπτυχθεί, με έναν αόριστο τρόπο. Να
γράψω μια φράση. Ένα κατεξοχήν σχόλιο που θα τα περιλαμβάνει όλα και τέλος.
Τέλος. Θα τελείωνα, αλλά τι; Το τέλος; Εδώ είπαμε ότι πρέπει να αρχίσω. Είναι
αδύνατον να τελειώσεις κάτι αν πρώτα δεν το αρχίσεις. Ιδίως όταν έχεις
τελειώσει εσύ. Έτσι λέω εγώ.
ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ ΑΣ
ΑΡΧΙΣΩ
(…γιατί απεχθάνομαι τις επαναλήψεις…)
Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. Αυτό μάλιστα. Αυτό είναι
κάτι. Προχώρησα λίγο. Βλέπεις, σημασία έχει να προχωράς πάντα. Κι ας είναι τα
πάντα ακίνητα. Ας πάσχουν πάντα τα πάντα από μια θηριώδη ακινησία των πάντων.
Αυτό, αναμφισβήτητα, είναι ένα βήμα. Δεν ξέρω αν είναι μικρό ή μεγάλο βήμα,
πάντως είναι ένα βήμα. Κάτι που να με κάνει να πιστεύω ότι θα συνεχίσω. Γιατί,
σημασία έχει, κυρίως, να συνεχίζεις. Για την ακρίβεια, να συνεχίζεις ό, τι δεν
συνεχίζεται. Σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι ένα βήμα. Επιτέλους, ένα βήμα. Τώρα,
όμως, ακριβώς, ξέχασα τι είναι βήμα. Δεν είναι λίγο αυτό. Επιτέλους, ένα βήμα.
Ένα βήμα δεν είναι παρά ένα βήμα. Μπορεί, η προσπάθεια για ένα ακόμα βήμα. Κι
ένα ακόμα βήμα. Τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Αυτό μπορεί και να με κάνει να πιστέψω
ότι μοιάζει εύκολο σαν βήμα. Όχι μόνο μοιάζει, είναι εύκολο. Λοιπόν:
Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. Ε, ορίστε. Σχεδόν τα κατάφερα.
Σχεδόν τελείωσα. Σχεδόν το είπα. Τίποτα δεν είπα. Τίποτα ακόμη δεν είπα.
Όλο λέω και δεν λέω τίποτα. Δεν νομίζω να αρκεί αυτό. Ως αρχή, μπορεί να είναι
καλό. Αλλά μόλις είπα ότι αυτή είναι η χειρότερη αρχή. Ας το βελτιώσω. Ας το
προχωρήσω λιγάκι, για να είμαστε δίκαιοι. Μια εισαγωγή δεν λέει ποτέ τίποτα.
Είναι μια εισαγωγή. Σημασία έχει να πω αυτό που έχω να πω. Αυτό που νιώθω
επιβεβλημένο πως πρέπει να πω, για να μου φύγει το βάρος. Όμως, τα είπαμε
αυτά. Έχω ξεχάσει πια πώς λέγεται. Πώς μπορεί κανείς να πει με λέξεις κάτι που
δεν υπάρχει. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να μην ήταν. Όμως, ακούστηκε. Ο εαυτός
μου. Μάλλον. Αυτός ακούστηκε μόνο. Ίσως να μην υπήρχα ούτε εγώ. Το ίδιο κάνει.
Κανείς δεν υπάρχει εδώ για πολύ. Είναι μόνο οι λέξεις που καίνε. Αυτές, πολύ.
Τις βαρέθηκα. Ζητούν να χαλάσουν την αλήθεια της πληροφορίας. Αλλόκοτες,
αβάσιμες, αβαρείς πληροφορίες με λέξεις. Διάφορα μηνύματα. Που πληροφορούν.
Περνούν σαν σαύρες από μπροστά μου και εξαφανίζονται. Πρέπει να προλάβω
να τις διασώσω. Να βάλω μερικές στη τσέπη μου. Έχω μια σακούλα εδώ. Την έχω
κρατήσει. Θα κρύψω κάποιες για τον επόμενο αιώνα, να έχω αποδεικτικά στοιχεία.
Τον επόμενο, ή τον μεθεπόμενο. Αργεί ακόμα αυτή η ζωή. Μέχρι να έρθει θα
μοιάζουν καινούριες, αλλά το ίδιο μάταιες. Ενώ μιλάω μέσα μου πέφτουν συνέχεια
κάποιες φωτογραφίες. Είμαι υποχρεωμένος να τις στεγνώνω με την βοήθεια του
ανθρώπου από την Γαλιλαία και να τις εμφανίζω πάλι αλλού. Σταυρός κι αυτός. Μου
κρατάει το χέρι. Εκείνος. Εγώ δεν έχω χέρι. Φαίνεται μόνο το δικό του, που
είναι διπλό. Και διαφανές. Ίσως είναι και το δικό σου. Αναφέρω συνέχεια
ονόματα. Στην πλειοψηφία τους γυναικεία. Το σωστότερο θα ήταν Μάριαν. Αυτό θα
ήταν το σωστότερο. Όμως, πώς ξέρω ποιό θα ήταν το σωστότερο; Ό, τι δεν
ονομάστηκε θα είναι σωστό, μάλλον. Θα είναι καθαρό. Κάτι θα υπάρχει καθαρό, θα
το ήθελα. Ας υπάρχει. Κάτι. Ας είναι τα μάτια μου. Ή η φωνή μου.
Χθες περπάταγα με τις ώρες. Με ποιο τρόπο περπάταγα; Μάλλον, κυλούσα, γιατί
έχω στρογγυλό σχήμα. Κυλούσαν δίπλα μου αυτοκίνητα, λεωφορεία, άνθρωποι,
κρεβάτια, δωμάτια, φώτα, ο ουρανός, ένας πρίγκιπας. Κρατούσε στα σάπια
δόντια του ένα στήθος. Σάπιο κι αυτό. Σαν πεθαμένο φίδι ήταν. Κουλουριασμένο.
Το γνώριζα αυτό το στήθος. Το είχα δει. Το θυμόμουν. Ήταν της Παναγίας. Από κει
τάιζε τον Χριστό. Κι εγώ περπάταγα. Συγγνώμη, κυλούσα. Αν θυμάμαι καλά, γιατί
όλο ξεχνάω. Το ένα μου πόδι προπορευόταν. Στην φαντασία του νόμιζε πως πήγαινε
πιο μπροστά απ’ το άλλο. Το αριστερό, που ακούει την καρδιά. Το άλλο
ακολουθούσε. Έκανε ότι του έλεγε το διπλανό του. Πάντα είχα μια καλή σχέση με
τα πόδια μου. Όταν τα είχα, γιατί σίγουρα τώρα έχω μόνο στόμα και φωνή, τα
πόδια μου ήταν σαν παιδιά μου. Με οδηγούσαν συνέχεια εκεί που έπρεπε.
Ήταν τεράστια η αγωνία τους από το ένα στο άλλο. Αλλά μου τα έκοψαν. Δεν έχω
πόδια. Δεν πρέπει να υπάρχουν πια. Γιατί έχω σκοτωθεί. Όταν έχεις πόδια
περπατάς. Υφίστασαι. Τι ήθελα να πω; A, ναι. Ότι μια γυναίκα με σκότωσε. Ή ένας
ίσκιος. Το ίδιο μπορεί να είναι. Μάλιστα. Ένας ίσκιος μπορεί να είναι μια
γυναίκα. Μπορεί μια γυναίκα να είναι μια σκιά. Πώς λέμε Φύση; Ήταν όμως αφύσικο
το γεγονός. Συνέβη αφύσικα, με κοίταξε πολύ. Με αφύσικο τρόπο. Για πολλά χρόνια
με κοίταζε. Όχι βαθιά, αφύσικα. Τα μάτια της ήταν ψάρια. Είχαν διχάλες
και κίτρινη ουρά με λέπια. Μετά από χρόνια πυροβόλησε. Μπορεί να ήταν και ο
κόσμος. Δεν ξέρω. Αφού έχω πεθάνει. Φυσικά. Όταν πεθαίνεις δεν έχεις μνήμη. Δεν
θυμάσαι τίποτα.
ΛΕΜΕ ΜΕΤΑ ΑΙΩΝΙΟ
(…και το λέμε αιώνιο. Ας το
λέμε. Υπάρχει αιώνιο; )
Τώρα που πέθανα, μάλλον. Δηλαδή, ναι. Πες αιώνιο. Πες. Πριν ήταν όλα
προσωρινά. Και πρόσκαιρα. Όλα άλλαζαν. Δεν μπορώ τις αλλαγές. Δεν μου
αρέσουν. Έχω ανάγκη από μια σταθερότητα, μια σιωπή. Αυτή η άγνωστη λέξη.
Στο ίδιο άγνωστο κείμενο ζούμε όλοι. Περιβάλλοντος χρώματος,
περιβάλλοντος χώματος, περιβάλλοντος συναισθημάτων. Ωχ! Είπα την λέξη συναισθημάτων τώρα
και σαν να έζησα λίγο. Σαν να τρεμόπαιξαν τα μάτια μου. Αλλά, όχι. Ιδέα
μου θα ήταν. Όσοι πεθαίνουν δεν έχουν μάτια. Έχουν μόνο παρελθόν και μέλλον.
Που τους τα έκλεψαν. Το είπα και προηγουμένως αυτό, ας με συγχωρήσετε. Ξεχνάω
και επαναλαμβάνω συνέχεια τις ίδιες φράσεις στην προσπάθειά μου να τις πω. Θα
μπορούσε αυτό κανείς να το χαρακτηρίσει εμμονή. Ή μανία. Ακόμα και σταθερότητα.
Τώρα που το σκέφτομαι, θα χρειαζόμουν λίγο περισσότερη σταθερότητα. Και
περισσότερο χώρο. Αυτό θα χρειαζόμουν. Αισθάνομαι περιορισμένος εδώ, αλλά
το εδώ βρίσκεται αλλού. Είναι κι εδώ και αλλού. Μιλάω πρωτίστως για το δικό μου
εδώ. Που είναι εκεί αλλού. Πρωταρχικά μιλάω εκ μέρους μου. Αν καταλαβαίνετε τι
λέω. Το εξηγώ αυτό. Λέω πως ίσως οι νεκροί υπολογίζουν περισσότερο στη
σταθερότητα. Βασίζονται. Αν κρίνω απ’ τον εαυτό μου. Αν γίνεται να το κρίνω αυτό.
Αλλά πάλι, όλοι οι νεκροί δεν είναι ίδιοι. Όπως και όλοι οι ζωντανοί. Μάλλον,
οι ζωντανοί είναι όλοι ίδιοι. Το ίδιο νεκροί. Θέλω να πιστεύω ότι είμαι ένας
εξαιρετικός νεκρός που ζει. Όσο ζει. Όσο του άφησαν να ζει. Όχι
ένας ίδιος, ένας άλλος νεκρός. Τί διάκριση
όμως είναι αυτή; Κάποιος που θέλει να ξεχωρίζει, έστω και πεθαμένος;
Τελικά, ίσως και να μην είμαι πολύ νεκρός. Γιατί πώς μιλάω αφού έχω
πεθάνει; Δεν ξέρω. Δεν μου έχουν πει ακόμα τίποτα.
Μάλλον, μου άφησαν μόνο την φωνή για να λέει. Αυτή δεν την υπολόγισε η
γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα που ήταν ο
κόσμος. Σαχλαμάρες. Αυτά λέω και ύστερα κολλάω. Και βρίσκομαι τώρα εδώ
κάτω. Ή εδώ πάνω, όπως το δει κανείς. Τι σημασία έχει; Σημασία έχει να αγαπάς.
Ναι, αυτό ήταν ταινία. Αυτό το θυμάμαι. Να και κάτι που θυμάμαι, αυτή η ταινία.
Σημασία έχει ν’ αγαπάς. Κάτι μας είπες τώρα. Η αγάπη είναι σημασία. Η αγάπη
είναι θεός. Η αγάπη είναι σκιά. Νομίζω ότι έχω χάσει την σκιά μου και αυτό θα
ήταν πολύ σοβαρό. Μπορεί και την σημασία μου. Σε αυτό θα οφείλονται όλα. Πρέπει
να την ξαναβρώ οπωσδήποτε. Την σκιά μου. Όλοι οι άνθρωποι έχουν σκιά, απλώς δεν
το ξέρουν. Εγώ το γνωρίζω. Το γνωρίζω καλά. Τίποτα δεν γνωρίζω. Αν γνώριζα δεν
θα μιλούσα. Θέλω να κάνω μια έρευνα για το πώς και το πού μπορεί να ξαναβρεθεί
η σκιά μου. Αν βρω την σκιά μου, θα βρω και τη σημασία μου. Τουλάχιστον, να έχω
αυτή μαζί με την φωνή μου. Καλά θα τα πάνε οι δυό τους. Καλά θα περνάμε.
Θα νοιώθω πιο σίγουρος και με τις δύο. Όσο σίγουρος, δηλαδή, μπορεί να είναι
κάποιος σαν κι εμένα που δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα.
Αισθάνομαι αμυδρά ένοχος γι αυτό. Όχι σκέτο ένοχος. Κανείς δεν είναι αθώος,
από την στιγμή που γεννήθηκε. Αυτό πρέπει να το παραδεχτούμε. Θα πρέπει να το
ομολογήσω αυτό. Να το πω καθαρά. Όλοι είναι ένοχοι. Όλοι έχουν μια ενοχή και
πορεύονται. Εγώ διατηρώ, μάλλον, ένα πλεονέκτημα. Έχω ένα καλό εναρκτήριο
λάκτισμα. Είμαι ένοχος, αλλά αμυδρά. Πράγμα που σημαίνει ανεπαίσθητα. Δηλαδή,
ελάχιστα. Κατά το μάλλον ή ήττον. Είμαι ελάχιστα ένοχος, μα, αυτό είναι
θαυμάσιο. Αισθάνομαι υπέροχα γι αυτό. Γι αυτή την ελάχιστη πλευρά ενοχής μου.
Ευτυχώς γλύτωσα από τις ανόητες συζητήσεις και τις ανόητες παρέες με τους
ιλιγγιωδώς ενόχους. Είναι πολύ σημαντικό αυτό στην κατάσταση που είμαι.
Εξάλλου, έχω και τη φωνή μου. Αυτή δεν σταματάει ποτέ. Νομίζω ότι έχω ένα
σπάνιο πλεονέκτημα. Γιατί η φωνή αυτή δεν σταματάει ποτέ. Είναι τελείως δική
μου. Δεν είναι των άλλων. Επιβεβαιώθηκε κιόλας αυτό. Επιβεβαιώθηκε ιστορικά.
Θεωρείται πια βέβαιο. Όσο βέβαιο, βέβαια, μπορεί να θεωρηθεί κάτι που δεν είναι
βέβαιο. Οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τις δικές τους φωνές γιατί τις φυλάνε.
Τις αποθηκεύουν και μιλούν με τις φωνές άλλων. Νομίζουν ότι έτσι ξοδεύουν ξένες
περιουσίες. Φαντάσου πλάνη, ε; Κι έτσι φτάσαμε ως εδώ. Να μιλούν άλλοι αντί για
άλλους και να μην μιλάει κανείς. Κι εγώ να μιλάω συνέχεια. Ή, μάλλον, να μιλάει
η φωνή μου. Αισθάνομαι πάνδημος, και παρωχημένος. Παρήλθα. Έχω παρέλθει.
Μιλάω, όμως. Μιλάω πολύ. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Έχω φωνή και την
χρησιμοποιώ. Αυτό είναι όλο. Αν είχα πόδια θα περπατούσα. Αλλά με σκότωσε αυτή
η γυναίκα. Κι έτσι δεν έχω. Σας τα είπα αυτά. Μια γυναίκα με σκότωσε. Ή ένας
ίσκιος. Ένας ίσκιος είναι μια γυναίκα. Δεν θυμάμαι πότε έγινε αυτό,
πάντως με πυροβόλησε από πίσω. Εγώ βάδιζα δίπλα της. Κάποια στιγμή ένοιωσα τα
μάτια της να μπαίνουν μέσα στο δέρμα μου σαν μαχαίρια και να το ανοίγουν. Με
κοίταζε πολύ, για πολλά χρόνια. Πάλι τα ίδια άρχισα. Έχω πάλι αυτή την φοβερή
κατάρα που βασίζεται στην επανάληψη και με στοιχειώνει. Γι αυτό μιλάω συνέχεια,
επειδή θέλω να ξεχάσω, έτσι όμως θυμάμαι καλύτερα. Φοβάμαι καλύτερα. Φοβάμαι
τόσο πολύ τον τρόπο που αισθάνομαι ότι θυμάμαι που έχω ξεχάσει. Νομίζω ότι δεν
μπορώ να αλλάξω τίποτα πάνω σε αυτό. Δεν μπορώ να απαλλαγώ από ό,τι είμαι, από
όσα με έχουν κάνει να είμαι. Οι άλλοι ελπίζουν σ’ αυτό. Εγώ απλώς το
επιβεβαιώνω. Είμαι, όμως;
Είπα ότι δεν υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, αλλά προφανώς γελάστηκα ή είπα
ψέματα. Αν μπορώ να πω ψέμα, που δεν νομίζω. Προσωπική άποψη, θα έλεγα.
Έρχονται συνεχώς άνθρωποι εδώ με πετσέτες που έρπουν. Στρατοί από ανθρώπους
όλων των ηλικιών. Είναι παντού, απλώς, εγώ τους βλέπω θολούς, σαν κουνημένους.
Τους έχω αποκλείσει από τα μάτια μου. Βλέπω μόνο τα πλοία που περνούν.
Συνέχεια περνούν πλοία, μεγάλα, όμορφα πλοία, πού πάνε; Είναι στολισμένα με
πολύχρωμα φώτα. Στρατηγικό αυτό το σημείο. Ο κόσμος ενώνεται εδώ, όλες οι
ηλικίες του κόσμου. Το δέντρο στο οποίο φιλοξενούμαι είναι ο ομφαλός του. Το
κέντρο του. Όταν περάσει κι αυτός ο κόσμος, γιατί όλοι οι κόσμοι περνούν
κάποτε, όπως περνούν και τα πλοία, και οι άνθρωποι, και οι ηλικίες τους, αυτό
το δέντρο θα μείνει εδώ για να δείχνει το σημείο επανεκκίνησης.
Προσπαθείς πάντα να βρεις αυτόν που σε σκότωσε. Δεν ξέρω γιατί γίνεται
αυτό, δεν μπορώ να το πω. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι είμαι απελπισμένος
γιατί ποτέ μου δεν έπαψα να ελπίζω ότι θα το πω. Ότι θα πω κάτι συγκεκριμένο.
Έχω παντού ένα κενό, μια σιωπή που αιωρείται στο κενό, μια λέξη που λείπει. Το
μέλλον μου ίσως και να είναι κενό. Μπορεί να είναι και η ιδέα μου, και να μην υπάρχω.
Εδώ και πολλά χρόνια έχω μόνο αυτό το κενό. Έχω, όμως, και μια φωτογραφία
από ένα ηφαίστειο. Βλέπω τον κόσμο μέσα σε μια φωτογραφία που είναι μια
γυναίκα. Και υπήρξε ένα ηφαίστειο. Υπήρξε η φωτογραφία αυτής της γυναίκας που
ήταν πρώτα το ηφαίστειο και μετά ο κόσμος. Εδώ υπήρξαν όλα αυτά. Εδώ. Και
υπάρχει αυτή η αγωνία να μείνω εδώ. Να μπορέσω να μείνω εδώ, αν τα καταφέρω. Αν
τελικά μπορέσω να μείνω, αν καταφέρω, δηλαδή, να εντοπίσω εδώ τον εαυτό μου, σε
αυτό το μέρος που ήμουν και είμαι, εδώ που θα βρίσκομαι αν επιτύχω να είμαι,
για μια ακόμα φορά να είμαι, να συνεχίσω να είμαι, μια τελευταία φορά, ας
βοηθήσω λίγο να είμαι. Παρόλο που κάποτε περπάταγα, θα πρέπει να περπάταγα, και
τώρα είμαι ακίνητος, και στέκω ακίνητος σε αυτόν τον τόπο, θα ήθελα να δοκιμάσω
να μείνω εδώ ξανά, γιατί είναι σπουδαίο να ξέρεις που είναι το εδώ. Είναι
σπουδαίο να μένεις. Είμαι ιδιαίτερα επιρρεπής σε αυτό, στο να μένω, να ξέρω που
μένω, αν, βέβαια, μένω κάπου και αν ξέρω. Θα ήθελα, όμως. Αλλά έχω λήξει.
Μάλλον έχω λήξει ή συνέβη να λήξω, ή αυτό έγινε από μόνο του, όταν με σκότωσε
εκείνη η γυναίκα. Ας σημειωθεί, πάντως, ότι όποτε αναφέρομαι σε εκείνη την
γυναίκα, αναφέρομαι στον κόσμο. Στη γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Και το σημειώνω
αυτό, με ιδιαίτερη έμφαση, για να μην υπάρξουν άλλες παρερμηνείες. Έτσι
έληξα. Κι αν έχει λήξει η ζωή και όχι εγώ, σε αυτή την ληγμένη γη με τα
εκατομμύρια των ληγμένων γύρω μας και νομίζω ότι εγώ πέθανα, επειδή, απλώς, με
σκότωσε αυτή η γυναίκα; Αν εγώ δεν λήγω; Θα ήταν βάσανο όλο αυτό γιατί όλα έχουν
μια διάρκεια, έναν συγκεκριμένο χρόνο επώασης, παραμονής, μια λήξη. Ίσως
οδηγήθηκα στο συμπέρασμα να μείνω, ξέροντας εκ των προτέρων ότι έχω σκοτωθεί.
Άρα, επί της ουσίας, δεν διακινδυνεύω και πολλά. Πάντως, έμεινα.
ΑΣ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΟΥΜΕ…
Βρίσκομαι σε μια παραλία, μέσα
σε ένα δέντρο, εδώ είναι η θέση μου. Δεν ξέρω ακριβώς σε ποια μορφή και με ποια
υλική υπόσταση. Πάντως, βρίσκομαι εκεί που είχα βρεθεί. Πριν, είχα βρεθεί.
Βλέπω από μακριά κάτι πλοία και την μηχανή μου. Και θα ήθελα να μείνω εδώ, να δοκιμάσω
να μείνω εδώ, αυτό μου ταιριάζει, μου αξίζει να μείνω εδώ και να μιλάω με
γυρισμένη την πλάτη, χωρίς φόβο, χωρίς ιδιαίτερη λύπη για ό, τι συνέβη, αν
συνέβη κάτι, χωρίς αγωνία για το τι θα προξενήσουν τα λόγια μου, χωρίς ιδέα αν
αυτά είναι καινούρια λόγια ή παλιά, να μείνω εδώ, πού εδώ; με ποιον τρόπο εδώ;
με γυρισμένη την πλάτη, ποια πλάτη; που την βρήκα την πλάτη ξαφνικά; πώς
γίνεται ξαφνικά να υπήρξε πάλι η πλάτη μου και να με βασανίζει τόσο; εδώ, εδώ,
όπως δεν ήμουν ποτέ αλλού, αν πρόκειται για μένα που είμαι εδώ, που έχω υπάρξει
εδώ, που τελειώνω εδώ. Είμαι το δέντρο.
Η αγάπη μου που έγινε δέντρο. (αποσπάσματα από το ΝΩ του Σταύρου Σταυρόπουλου,
εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2020)
Δευτέρα, 23
Μαρτίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου