Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Ο,ΤΙ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ, ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΤΙΓΜΗ

 (…τι άλλο μένει για μια θέση στο ένδοξο μάταιο   σ. 16)

Είμαστε η  μνήμη της πρώτης κοσμικής ελευθερίας…

εκείνης που δεν κερδήθηκε ολόκληρη σε κανένα καιρό  (σελ.16) 

 

Και τώρα ξανά, σαν η επανάληψη ενός μελοδράματος,

ανεβαίνοντας πάλι στην πυρά του ενεστώτα…  (σελ.17)

 

Ψυχή, ψυχή μου, με όλο το ρίγος σου και το ανέμισμά σου…

ψυχή μου σιωπή, ποιος θα φωνάξει

ότι το φως των αστεριών δεν είναι τ’ άστρα…  (σελ.18)

 

Κι οι άγγελοι όλοι μακριά,

σαν με ανήμπορα φτερά σε ανάποδο αέρα.   (σελ. 19)

 

Επειδή έτσι γίνεται και η πτώση δεν είναι παρά

το φρόνημα της σάρκας προς τα έξω…   (σελ. 19)

 

Τώρα ζητώ να κρατήσω στα μάτια μου τούτο το φως

τη λυρική αλληγορία που μας ενώνει…   (σελ. 20)

 

…κατηφορίζοντας το μονοπάτι προς των γερόντων τη βρύση,

 άφησέ με να νιώσω πόσο άφθαρτο είναι αυτό το φθαρτό… (σελ.21)

 

Επειδή έτσι γίνεται και όποιος γυρεύει το φως…

βάζει φωτιά στην ψυχή του και καίγεται!..  (σελ.21) 

 

Ό,τι προσθέτει κορυφές,  προσθέτει κι αβύσσους!..

Κι ας πηδάς στα γκρεμνά, για να φτάσεις στα αμπόρετα  (σελ.22)

 

Είναι που παίρνει όψη το κακό

πίσω από την κερκόπορτα που ξέχασαν να κλείσουν…  (σελ.22)

 

Κι αν θυμάσαι τ’ αλώνια που παιδί ξεχνιόσουνα,

είναι που εκείνο το αχυράκι σου έχει μείνει από τότε στα δόντια (23)

(ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΒΛΑΣΤΟ ΟΠΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΤΟ ΡΟΔΟ,  ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΘΙ

επιλεγμένοι αφορισμοί  από την 1η ενότητα στη συλλογή του

Σταύρου Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ,  

20 + 1 παραλλαγές  σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026)




 

(σημείωση)

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ – αποκωδικοποιώντας τον τίτλο:

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ  για κάποιου είδους αποδοχή των τελουμένων; 

ΚΑΤΙ ΣΑΝ:   «έτσι είναι τα πράγματα,  έτσι γίνεται  και τι να κάνουμε τώρα»;

Ή πίσω από την εμφανή κατάφαση παραμονεύει η ειρωνεία…

ΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ίσως λύσει εύλογες απορίες  ίσως τις κάνει περισσότερες

κάτι που άλλωστε μπορεί να συμβεί διαβάζοντας τις 21 + 1 παραλλαγές

σε ένα θέμα  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ

Αλλά στο κάτω – κάτω αυτό δεν είναι η Ποίηση;

Μια διαρκής απορία,  ένα εκκρεμές που κινείται από τις βεβαιότητές μας

στις αναιρέσεις τους  και  πάλι πίσω!..

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ:

Τα ποιήματα του βιβλίου αυτού, χωρισμένα σε τέσσερις ενότητες, συγκροτούν μια ενιαία αφήγηση, με προτασσόμενους και πάλι, σε κάθε ενότητα, στίχους από την εμβληματική Αμοργό του Νίκου Γκάτσου.

Πρόκειται για μια περιπλάνηση, όπου μέσα από παραστάσεις της φύσης νοηματοδοτούνται εσωτερικές μεταβάσεις βεβαιοτήτων προς τις αναιρέσεις τους, ταυτίσεων προς τις αντιφάσεις τους, ενώ σηματοδοτούνται περάσματα, από την καταγωγική πρώτη έξωση στη στροφή για το επόμενο whisky bar, από τα ρόμπολα και τις οξιές της Valia Calda στους θαμπούς καθρέφτες του Cafe A Brasileira, απ' το χυμένο αίμα του Φεντερίκο, στη μνημειώδη Ανάληψη του Αντρέι Ρουμπλιώφ. Ή, αλλιώς, πρόκειται για διαδρομές στον χρόνο, στη μνήμη και στην ιστορία, όπου ο άνθρωπος συναντάει τον άνθρωπο, τις πράξεις της ζωής και τη θνητότητα, και όπου διαρκώς παραλλάσσεται το ίδιο ερώτημα, παραλλάσσεται η ίδια απάντηση:

- Πώς αυτό που μέσα σου μοιάζει να χαμηλώνει, πώς θα σηκώσει τόση ανθρωπότητα πάνω από τα χαλάσματα του ανθρώπου;

- Επειδή έτσι γίνεται... Μα και επειδή, εντέλει, μπορεί να μην γίνεται έτσι. (Από τον εκδότη)

 

ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΒΛΑΣΤΟ ΟΠΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΤΟ ΡΟΔΟ, ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΘΙ ΤΟΥ    (1η ενότητα συλλογής)

Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας 

(Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

Να ’ρθουν οι λέξεις άνεμος να σείσουν τα κλωνάρια,

να μολογήσουν τ’ άκριτα, να πούνε τα κρυμμένα

να ’ρθουν  και  τ’ αγριολούλουδα με τις μοσκοβολιές τους

καταμεσής της άνοιξης  ν’ ανιστορήσουν το αίμα…  (ΔΗΜΩΔΕΣ)

 

 

Και αφού όλα αυτά δεν γίνονται παρά μονάχα για μια ένδοξη θέση στο μάταιο,

και αφού το μάταιο είναι το τελευταίο οχυρό  της θνητότητας,

εκεί όπου το εφήμερο υπερασπίζεται την αιωνιότητα του,

και αφού αυτό που σου μένει είναι πια να επιλέξεις

ποιος θεός σου ανήκει  και  ποια από τα πάθη του,

ποιον Χελμό θ’ ανέβεις, για να πιείς της Στυγός το έσχατον ύδωρ,

 

ίσως είναι ο καιρός τους νεκρούς που κράτησες  μέσα σου να τους ελευθερώσεις

-τις νέκυιες σκιές που κατέχουν το μέσα σου.

 

Ίσως είναι ο καιρός τούτο  το αγκάθι που σκλήρυνε  μέσα σου

να το αγγίξεις με την ίδια απαλότητα που αγγίζεις το άνθος.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και υπάρχουν στο χώμα δυο χνάρια

που αφήνει το ίδιο πάτημα,

ένα σαν να ’χει απομείνει στη γη η αρχή των αθώων βημάτων

κι ένα που πάει προς το πέρασμα από την αθωότητα στο σφαγείο της πίστης∙

 

όπως υπάρχουν δυο φεγγάρια μέσα στην ίδια νύχτα,

αυτό που δείχνεις με το δάχτυλο, καθώς ξεμακραίνεις

απ’ το λιμάνι της Σύμης

κι ένα λαμπρό φεγγαράκι που σου φέγγει να μη χάνεις το δρόμο

ανάμεσα στα ραψίματα  και  τα κεντήματα των παλιών θελημάτων.

 

Τότε είδα απ’ τη Φλέγγα τις πηγές του Αώου  και  είπα

πως είναι αυτό το παλιό θέλημά μου,

ένας κόκκος μέσα στα θρεμμένα στάχυα του κόσμου,  και  είπα:

 

Τι άλλο μένει για μια θέση στο ένδοξο μάταιο,

απ’ τον κόκκο αυτόν που κρύβει την ασκήμια του πεπρωμένου;

Τι άλλο μένει, για ν’ αφήσεις ελεύθερους τους νεκρούς 

που συντρίβουν το μέσα σου,

από τούτο το αλώνι που λιχνίζει τη σοδειά του ο θάνατος;

 

Επειδή έτσι γίνεται κι εκεί όπου μεστώνει το στάχυ,

φουντώνει και το αγριόχορτο,

το δώρο που έλαβες   και  το δώρο που κάνεις.

 

Επειδή έτσι γίνεται   και  στον βλαστό όπου βγαίνει το ρόδο,

βγαίνει και το αγκάθι του

η τέχνη του ρόδου που ανοίγει ως το αίμα του το άνθος

[πρώτη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

με εικόνες μεικτής τεχνικής και βινιέτες του Σταύρου Παναγιωτάκη

εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΙΑΣ ΕΞΩΣΗΣ 

(…είμαστε η μνήμη της πρώτης κοσμικής ελευθερίας…)

…εκείνης που σε καιρούς μακρυσμένους την είπαν κατάρα 

και δορά  της νεκρώσεως

εκείνης που δεν κερδήθηκε σε κανένα καιρό.

 

Είμαστε η παύση του Λόγου  και ό,τι απ’ το  Λόγο διασώθηκε.

Και τώρα ξανά,  στις αποστάσεις της ζωής πεζοπορώντας,

όχι για να φτάσουμε κάπου αλλά για να  μη σταθούμε πουθενά,

έχοντας μάθει ότι το βέβαιο είναι μια διαδρομή που διαρκώς μεταβάλλεται

ότι το μόνο που μένει αμετάβλητο είναι το Μέγα Δάσος με τη γαλάζια αχλύ του.

 

Α Μέγα  Δάσος,  ρόμπολα και πυκνόφυτες οξιές της Βάλια Κάλντα,

δένδρα μαρτυρημένα  από τα κύματα του χρόνου στη φλούδα σας,

δένδρα στο γνέμα του ανέμου  που ξέρει  πώς να ησυχάζει τη μοίρα

-vimtu!.. vimtu,  άνεμε εσύ!.. πώς γαληνεύεις την αντάρα της μοίρας!

 

Α νούφαρα εξεδίψαστα,  έτσι καθώς γεννηθήκατε

τη στιγμή που είχαν στρέψει αλλού τη ματιά τους οι νύμφες,

κι εσείς μικροί καταρράκτες με το άφρισμα του ήχου σας,

με το ρο σας που ξέρει πώς να ρομβίζει τις βάθρες,

ρέμα που σκύβει η αρκούδα τ’ όμορφο πρόσωπό της,

το χρησμό των υδάτων στη γλώσσα της γης ερμηνεύοντας.

 

Α  υψηλή φωνή της πρωθιέρειας που προσεύχεται

να επιστρέψει η αγνή θεά στο ιερό της.

 

Και τώρα ξανά, σαν η επανάληψη ενός  μελοδράματος,

ανεβαίνοντας  πάλι στην πυρά του ενεστώτα,

όχι για να μας κάψουν οι λέξεις  αλλά για να μας κάψει ο Ιούλιος,

για να γίνει στάχτη η σκιά μας στην κατακόρυφο του ήλιου,

γέρνοντας την ανάσα μας στη δρόγη του ανθισμένου σπαθόχορτου,

στις βραγιές της λεβάντας.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και είναι άλλη η θέα  και είναι άλλη η όψη της.

 

Επειδή έτσι γίνεται και όπου υπάρχει ιερό, υπάρχει μαζί και θυσία.

 

Είμαστε η μνήμη μακρυσμένων καιρών.

Και πέρα μας, σαν λαφιάτες ακίνητοι οι αιμασιές της Οφιούσας,

οι φλογισμένες πέτρες όπου καθίσαμε κάποτε

να συντροφέψουμε το φως την ώρα που σβήνει.

 

Και πέρα μας η μεριά όπου κραυγάσαμε κάποτε:

-Πάτερ,  πάτερ ημών,  ποιο είναι το όνομά σου;

[δεύτερη παραλλαγή στην πρώτη ενότητα της συλλογής:

Σταύρος Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΕΓΩ ΕΙΜΙ,  ΕΓΩ ΕΙΜΙ, ΟΔ’ ΕΚΕΙΝΟΣ ΕΓΩ!..

(…ακολούθησέ με αυτή τη μουντή Κυριακή

σε αυτή τη θνητότητα που κρατάει για πάντα…)

Κι ούτε που ξέρω τι σημαίνει είμαι εκείνος εγώ,

πλάνητας ξένος  ή  έγχωρος∙  κι ούτε που ξέρω

αν είμαι εγώ ο καθ’ οδόν

ή εγώ η οδός όπου πλανιέται ο ξένος.

Όταν σκοντάφτει το αλέτρι στο χώμα που οργώνει,

ούτε που ξέρω τι σημαίνει το επάνω  και  το μέσα της γης.

 

Ψυχή, ψυχή μου, με όλο το ρίγος σου  και  το ανέμισμά σου,

με όλο τον πόνο του σώματος, που τον κάνεις και πόνο δικό σου,

ψυχή μου γυμνή,

φορώντας μονάχα το κόκκινο μαντήλι του κλήδονα

στη μεγάλη νύχτα του θέρους,

ψυχή μου σιωπή,

ποιος θα φωνάξει ότι το φως των αστεριών δεν είναι τ’ άστρα;

 

Κι όταν έρθει η στιγμή οι φωτιές του Άι – Γιαννιού θα γίνουν η απάντηση,

ποιος θα ανοίξει το αγγειό με το αμίλητο νερό που θα σε ορίσει;

 

Και οι άγγελοι όλοι μακριά,

σαν με ανήμπορα φτερά  σε ανάποδο αέρα.

 

Ακούσατε οι καταλελειμμένοι  κι  οι οδυρόμενοι,

εσείς που εκδιωχθήκατε  κι οδοιπορείτε μαζί μου, εσείς,

με την έγνοια για εκείνους που ακόμη απορούν  πότε νυξ,  πότε ημέρα.

με τον Λόγο γι’ αυτόν που καθαίρεσε τον φράχτη του Κήπου 

και που τώρα καλεί:

Ακολούθησέ με εσύ,

 

ο απομένων στη δούλεψη ενός αδειανού παραδείσου, εσύ,

ο φύλακας που δεν έχει πια τι να φυάξει

πέρα από τα αποφάγια ενός μήλου που πέταξε χάμου ο άνθρωπος,

πέρα από ένα ξεραμένο φιδίσιο πουκάμισο

-το ρούχο που άφησε πίσω του ο άνθρωπος στην πανάρχαιά του πτώση.

 

Επειδή έτσι γίνεται και η πτώση δεν είναι  παρά το φρόνημα

της σάρκας προς τα έξω,

η νίκη του ανθρώπου στη μάχη του με την υπακοή.

Κι αν δεν μπορείς να πιστέψεις στην πτώση του ανθρώπου,

δεν μπορείς να πιστέψεις στη νίκη του.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και  μένει άπαρτη η μέσα σου όχθη

και η ζωή είναι ακόμη ζωή.

 

Ακολούθησέ με αυτή τη μουντή Κυριακή,

σε αυτή τη θνητότητα που κρατάει για πάντα!..

[τρίτη παραλλαγή στην πρώτη ενότητα της συλλογής:

Σταύρος Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΤΩΡΑ, ΚΑΤΗΦΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΤΗ ΒΡΥΣΗ,

(…με τις βελόνες των πεύκων να τρίζουν κάτω απ’ τα πόδια μου…)

…σε τόπο όπου δεν πάει χαμένη ούτε μια ανάσα ζωής,

ακούγοντας στο ζευγάρωμα της χελώνας τη θέληση κάποιου ουρανού

ν’ ανεβαίνει ψηλά σερνάμενο,

να ηχήσει ψηλά η εκπλήρωση,  σαν το μαρς της Ενάτης,

 

τώρα ζητώ να κρατήσω στα μάτια τούτο το φως,

τη λυρική αλληγορία που μας ενώνει

με τον τρόπο που είδε τη θάλασσα ο Όμηρος   ως οίνοπα πόντον,

με τον τρόπο που είδε ισόθεο της Ελένης το κάλλος

αυτός ο τυφλός!..

 

Τούτο το φως

 

Και να το αγόρι ξυπόλητο,  κάνοντας συμφωνία με την άγρια μέντα,

με την ανάλαφρη σκέπη του αμανίτη στο χώμα,

με της τσουκνίδας το κέντημα να το δροσίζει η μολόχα.

 

Να οι κωλοφωτιές, νύχτα παραμονή του Αγίου Πνεύματος

-σβήνουν – ανάβουν,  σβήνουν – ανάβουν στο μεταξύ του ορατού

και της πιο πάνω πλάνης,

στου τέμπλου το ανάμεσα και της επιχρισμένης Πλατυτέρας.

 

Κι  οι πετράδες της Βούρμπιανης  κι  οι χτιστάδες της Άρτας,

οι μαστόροι που ιστόρησαν  την ανήμπορη γη,

σαν για να γεύονταν ψωμί στων μαρτύρων το ξυλόγλυπτο δείπνο.

 

Και να η μητέρα στο φευγαλέο της πέρασμα,

πάλι αυτό το κορίτσι ντυμένο στα μαύρα,

ακόμη κρατώντας στον κόρφο της τον σωσμό που δεν ξοδεψε,

την αμάραντη πίκρα.

 

Και τα δόντια του αδέσποτου,  να,  τη στιγμή που δαγκώνουνε

ό,τι  του πέταξαν απ’ την επαγγελία.

 

Τούτο το φως.

 

Επειδή έτσι γίνεται και τώρα που τ’ αγριμάκια περισσεύουν στον Λύγκο

και σκιρτούν μες στις φλέβες μου, σαν να ’ναι οι φλέβες μου τα περάσματά τους,

 

τώρα, κατηφορίζοντας, το μονοπάτι προς των γερόντων τη βρύση,

άφησέ με να νιώσω πόσο άφθαρτο είναι αυτό το φθαρτό

ή δος μου έναν στίχο, σαν εκείνους του ποιητή Ηλία Λάγιου,

έναν στίχο μικρό μπορντέλο πλάι στον Άραχθο.

Κι ας μη μοσκοβολάνε γλάστρες με γεράνια στα γαλάζια παράθυρα,

κι ας μην είναι χωματένια η αυλή του πλυμένη απ’ τη βροχή.

 

Ένα μικρό μπορντέλο πλάι στον Άραχθο.

 

Επειδή έτσι γίνεται και όποιος γυρεύει το φως   φτιάχνει το φως.

Και όποιος γυρεύει να φτάσει ως τη στάχτη

βάζει φωτιά στην ψυχή του και καίγεται!..

[4η   παραλλαγή στην πρώτη ενότητα της συλλογής:

Σταύρος Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΚΑΘΕ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ Η ΣΤΑΧΤΗ ΤΗΣ

(…κάθε εποχή κι όπου σκορπάει τη στάχτη της ο αέρας…)

Δεν είναι μόνο ο Απρίλης ο μήνας ο σκληρός.   Δεν είναι μόνο η Άνοιξη που διαμελίζεται το σώμα των θεών.   Ό,τι καίγεται κάτω απ’ τον ήλιο,  καίγεται και κάτω απ’ το σύννεφο.   Ό,τι μετριέται στο άπειρο, μετριέται στη στιγμή.   Κι αν αγριεύεσαι στον ύπνο σου τις νύχτες,  είναι που ακούς   το ψεύτικο ποδάρι του κάπταιν  Έιχαμπ,    καθώς το σέρνει πάνω – κάτω στην κουβέρτα∙   κι αν καρδιώνεσαι,  είναι που οι αμετάνιωτες βλαστήμιες του   μοιάζουν ευχή για τη μεγάλη μάχη με τη μοίρα.   Επειδή έτσι γίνεται  και αυτό που βαραίνει ολοένα   είναι το άδειο κοχύλι,  καλώντας της νιότης σου το μακρινό πανί,   είναι οι φτερούγες του γλάρου  που αντρειεύουν στη θύελλα,   το καμένο απ’ το αλάτι βυζί  της γοργόνας στο ακρόπρωρο.   Κάθε αλυσίδα κι ο σκλάβος της.  Κάθε πραιτώριο  κι  ο άνθρωπος που πάνω από τον άνθρωπο γίνεται εκείνο που είναι.   Και ας, εμπαίζοντας  αυτόν ως βασιλιά, γονυπετούν και του φορούν την πορφυρή χλαμύδα.   Και του Ακάκιου  Ακακίεβιτς ας του αρπάζουν κάθε βράδυ το καινούριο του παλτό.   Ό,τι αφαιρείται απ’ τη γη,  αφαιρείται κι από τα ύψη της.   Ό,τι προσθέτει κορυφές,  προσθέτει κι αβύσσους.   Κι αν πηδάς στα γκρεμνά,  για να φτάσεις στ’ αμπόρετα,   στις μεριές του ουρανού όπου τίποτε τ’ ουρανού δεν υπάρχει,   κι αν θερίζεις αυτά που οι εμφύλιοι εμφύλια έσπειραν,   φλάμπουρα και πομπές, λιτανεύοντας τα χρυσοκέντητα τσαγγία του αυτοκράτορα,   των αλώσεων τα λείψανα και  των αλώσεων τους θρήνους,   είναι που παίρνει όψη το κακό   πίσω από την κερκόπορτα που ξεχασαν να κλείσουν,   είναι που όλα τα σήμαντρα ηχούν   ν’ αϊλί εμάς και βάι εμάς στο «πάρθεν» των πραγμάτων.   Επειδή έτσι γίνεται και κάθε φορά που παραπλέεις τις ακτές   βγαίνουν στα βράχια η άμια Ελένη  και  ο Χούλος  κι  ο Ζίζης,   ο Χαϊβασίλ, η Τουρβαντά και  η Κιμπάρα,   βγαίνουν από το θάνατο με το άσπρο μαντίλι στους ώμους,   άλλοι με  μάτι απετάριστο,  σαν να γυρεύουν ακόμη πατρίδα  κι  άλλοι εξορκίζοντας:  «γιαβρουμ, γιαβρούμ,   μονάχους μη μας αφήνεις».   Κι αν θυμάσαι τ’ αλώνια που παιδί ξεχυνόσουνα,   είναι που εκείνο το αχυράκι σου έχει μείνει από τότε στα δόντια!..   (5η ΠΑΡΑΛΑΓΗ από την πρώτη ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ , 20 +1 παραλλαγές σε ένα θέμα)

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2026

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

Ο,ΤΙ ΕΦΥΓΕ, ΡΙΖΩΝΕΙ ΕΔΩ, ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΘΕΣΗ…

 

(…λυπημένο,  αμίλητο  όπως ένα μεγάλο βάζο του σπιτιού…)

…που πουλήθηκε κάποτε σε δύσκολες ώρες,

και στη γωνία της κάμαρας,  εκεί που στέκονταν το βάζο,

απομένει το κενό πυκνωμένο στο ίδιο σχήμα του βάζου,

αμετάθετο,  ν’ αστράφτει διάφανο στην αντηλιά,

όταν ανοίγουν  πότε – πότε τα παράθυρα,

και μέσα στο ίδιο βάζο,  που ’χει αλλάξει την ουσία του

με ίδια  κι ισόποσην ουσία απ’ το κρύσταλλο του άδειου,

μένει  και  πάλι το ίδιο εκείνο κούφωμα,

λίγο πιο οδυνηρά ηχητικό μονάχα. 

 

Πίσω απ’ το βάζο διακρίνεται το χρώμα του τοίχου

πιο σκοτεινό,  πιο βαθύ,   πιο ονειροπόλο,

σα να ’μεινε  η σκιά του βάζου σχεδιασμένη

σε μια σαρκοφάγο - 

 

Και, κάποτε, τη νύχτα, σε μιαν ώρα σιωπηλή,

ή και τη μέρα, ανάμεσα στις ομιλίες,

ακούς βαθιά σου κάποιον ήχο οξύ,

πικρό και πολυκύμαντο

σάμπως ένα αόρατο δάχτυλο να έκρουσε

κείνο το απόν,  ευαίσθητο,  κρυστάλλινο δοχείο.  

(πρώτο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ 1958

 

Επιλογές κι άλλων αποσπασμάτων  από την εν λόγω συλλογή   αντιγραφή και επικόλληση από την επιλογή της Χρύσας Προκοπάκη: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, εκδόσεις Κέδρος 2000

 



 

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΝΕΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠ’ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΟΥΣ 

(δεύτερο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου  ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ 1958)

τριγυρίζουν εκεί,  μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους

την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαϊ  κι ακούει το νερό να κοχλάζει

σα να σπουδάζει τον ατμό  και  το χρόνο. Πάντα εκεί –

 

Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα  και  πλάτεμα

σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή

καταμεσής καλοκαιριού,  στα ερημικά χωράφια.

Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά.  Μένουν στο σπίτι

κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση  να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο

και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας,  τόσο

που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας,

δεν είναι πια απ’ τη στέρηση μα από την αύξηση.

Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια  κραυγή στον ύπνο τους,

είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

 

ΚΑΠΟΤΕ, ΜΕΣ ΣΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ… 

(…ένα παιδί  σηκώνεται και φεύγει ανεξήγητα 

χωρίς κανείς να το μαλώσει…)

σηκώνεται αργά, απροειδοποίητα,

εκεί που καθόταν ήσυχα στο χώμα

κι η θέση του στο χώμα μένει ζεστή

και το σχήμα της στάσης του αχνίζει ακόμα στο δροσερόν αέρα

σχηματίζοντας ένα άλλο παιδί από υπόλευκη ζέστα.

Τότε ολόγυρα μαζεύονται,  σα γύρω από μιαν άσπρη φωτιά,

τα μικρά πρόβατα   να ζεσταθούνε·

και  λίγο πιο πέρα  ένα ψηλό,  ολομόναχο,  άσπρο άλογο

φέγγοντας όλο κάτω απ’ την αστροφεγγιά

κλαίει με μεγάλα, κατάφωτα δάκρυα,

κρατώντας ολόρθο το κεφάλι του.

[τρίτο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ 1958)

 

ΒΛΕΠΟΥΝ ΜΟΝΑΧΑ ΤΑ ΜΑΡΑΜΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙΑ,  ΤΟΝ ΑΔΕΙΟ ΟΥΡΑΝΟ,  ΤΟΝ ΑΔΕΙΟ ΚΟΣΜΟ…

(πέμπτο  απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου  ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ 1958)

Τα βράδια του καλοκαιριού, την ώρα που κλείνουν τα δημόσια πάρκα

και τα μικρά κορίτσια με τις παραμάνες τους γυρίζουν στα σπίτια τους

κι άλλα μικρότερα μες τα κορίτσια τους, κοιμισμένα κιόλας,

πίσω τους έρχονται σε μια βουβή, αόρατη ακολουθία,

τα πεθαμένα κορίτσια,   ωχρά, με μαραμένα μαλλιά,

κρατώντας στα δεμένα χέρια τους

τις ξερές ανθοδέσμες τους,  σα μικρά ποιήματα

που δεν πρόφτασαν να τα μάθουν απ’ έξω.

 

Στέκουν από μακριά και κοιτάζουν τις κορδέλες

και τα παιχνίδια κρεμασμένα στα περίπτερα,

τη φωτισμένη, ταπεινή βιτρίνα του γειτονικού ψιλικατζίδικου

αφήνοντας σε κάθε βήμα τους ένα χώρο εσωτερικό

που τον γεμίζει αμέσως  μια σκιά μενεξεδένια  και ρόδινη.

Φτάνουν ως έξω απ’ το σπίτι τους,

κοιτούν το κλεισμένο παιδικό τους παράθυρο,

υψώνουν μια στιγμή το χέρι,  μα δε χτυπούν τη γρίλια.  Από μέσα

 

ακούνε  οι γονείς το χτύπημα·

αφήνουν την πετσέτα να πέσει στο τραπέζι

σα να πέφτει ένα μεγάλο ξερό φύλλο πάνω στο χρόνο.

Ανοίγουν την πόρτα.

 

Δεν είναι τίποτα.  Βλέπουν μονάχα

τα μαραμένα αστέρια,  τον άδειο ουρανό,  τον άδειο κόσμο

και ξανακλείνουν την πόρτα σα να μπαίνουν μέσα τα παιδιά τους.

 

ΖΕΙ Η ΑΠΟΥΣΙΑ, λοιπόν,  ΜΑΖΙ ΜΑΣ  ή ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΤΗΣ, ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ…

(…χειρονομεί αδιόρατα,  σωπαίνει,  φθείρεται,   γερνάει…)

σαν ύπαρξη σωστή,  με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο –λίγο

το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,

χάνοντας χρώματα,  πληθαίνοντας τη σκιά της –

ζει και γερνάει μαζί μας  και  χάνεται μαζί μας,

κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.

 

Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη

γιατί,  για ό,τι γίνεται κείνο που λείπει,

φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέραια την ευθύνη.

[ένατο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ 1958)

 

 

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ, ΑΝΥΠΟΠΤΑ, ΝΥΧΤΩΘΗΚΕ ΑΞΑΦΝΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΛΥΠΗ…

(…τι ’ταν λοιπόν η ζωή;  Κι αυτός ο πόνος;  Κι η κραυγή τούτη;)

Ήταν δικά του αυτά;   Και περίμεναν πίσω απ’ το γέλιο του πανέτοιμα  κι  επίβουλα;   Κι αυτά τ’ αγαπημένα πρόσωπα που έσκυβαν πάνω του, μακρινά κιόλας;   Άνοιξε ήσυχα, λοιπόν, την πόρτα ενός άστρου, μπήκε μέσα προφυλαχτικά να μην ακούσουμε,   μα όλες τις νύχτες κείνη η πόρτα ανοιχτή   χτυπάει απ’ τον αγέρα του μικρού λυγμού του.   Κι ούτε μπόρεσε να σηκωθεί πια να την κλείσει.   Ούτε μπορούμε  (είναι μακριά)  να την κλείσουμε.    Δε μας γνωρίζει τίποτα.   Μα εσύ επιμένεις αόρατη  να μας γνωρίσεις πάλι με τη ζωή  -  να συμμαχήσουμε.   Αν είναι το βλέμμα σου μέσα στο βλέμμα μας,  δε θ’ αρνηθούμε  να δούμε,  να μιλήσουμε,  να κινηθούμε.   Αυτός ο νέος  ίσως μια μέρα και να σ’ αγαπούσε.   Ετούτα τα κορίτσια ίσως και θα ’ταν φιλενάδες σου.   Σε τούτο το σχολείο θα πήγαινες μεθαύριο.   Κι έτσι μέσα στη νύχτα που φεύγουμε ξένοι,  μπρος σε δυο σειρές ακατοίκητα σπίτια,   κάτω από γλόμπους χωρίς ακτίνες σαν κλεισμένα χέρια,   μια γλάστρα ποτισμένη που στάζει απ’ το παλιό μπαλκόνι   εμπιστεύεται πάλι τον ήχο της σ’ εμάς·  κι αυτός ο ξύλινος πάγκος  παρατημένος  καταμεσής στην ερημιά,   εμάς περίμενε να καθίσουμε,  ξέροντας  πως κάπου εκεί,  σ’ ένα μοναχικό παράθυρο,  κρεμασμένο   ψηλά στη νύχτα,  εσύ,  πίσω απ’ το δαντελένιο κουρτινάκι,   περιμένεις να σου χαμογελάσουμε!..    (ενδέκατο και δέκατο Τρίτο απόσπασμα στη συλλογή  του Γιάννη Ρίτσου ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ, που περιλαμβάνουν ποιήματα γραμμένα Φεβρουάριο και Μάρτιο1958 )

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2025

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΩ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΑΔΙΑΚΟΠΑ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΩ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΑΝΤΑ

 

Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες

Γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές

Ανάμεσα απ’ των γιαλών τα καλωσόρισες

Φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο   Άπλωσε μια πρασιά στοργής

Για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του

Ν’ ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες

Τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι

Για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος

Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη

Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

 

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα

Που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά

Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα

Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε    Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

 

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη   Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή

Ο ουρανός μου είναι βαθύς και ανάλλαχτος

Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα

Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.

[τρίτο απόσπασμα από τη συλλογή  του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ, πρώτη έκδοση 1943  και άλλα αποσπάσματα από αυτή τη συλλογή  εδώ αντιγραφή και επικόλληση από την Πέμπτη έκδοση ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία 1974]



 


ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ  

(πρώτο απόσπασμα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ 1943)

Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου

Στο μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.

Έσπερε φρουρέ γα να λάμπεις πλάι στο ουρανί

Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται

Ν’ αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια

Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο

Της σωστής μου καρδιάς: δεν ξέρω πια τη νύχτα.

 

Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται

Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα

Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ’ ουρανού

Εξόν κι αν είναι το όνειρο που με ξανακοιτάζει

Με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα

Έσπερε κάτω απ’ την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου

Τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια.

 

ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ  -ΙΙ-

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή

Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες

Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος

Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους

Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά - σιγά

Και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας

Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο!

 

Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές

Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα

Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του

Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του

Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης

Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα

Σταλμένο από τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

 

Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο

Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι

Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς

Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς

Άχνα βασιλικού πάνω απ’ το σγουρό εφηβαίο

Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες

Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

 

Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια

Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά

Που μελανιάζει στα βαθιά μ’ αγριεμένα κύματα

Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών

Όμως και πίσω από όλα αυτά χαμογελάς ανέγνια

Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου

Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος

Όπως μεσ’ στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

 

IV

Πίνοντας ήλιο κορινθιακό

Διαβάζοντας τα μάρμαρα

Δρασκελίζοντας αμπέλια θάλασσες

Σημαδεύοντας με το καμάκι

Ένα τάμα ψάρι που γλιστρά

Βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει

Τη ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται

Ν’ ανοίγει.

 

Πίνω νερό κόβω καρπό

Χώνω το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου

Οι λεμονιές αρδεύουνε τη γύρη της καλοκαιριάς

Τα πράσινα πουλιά σκίζουν τα όνειρά μου

Φεύγω με μια ματιά

Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται

Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς.

 

ΠΟΙΟ ΜΠΟΥΜΠΟΥΚΙ ΑΚΟΜΗ ΑΝΕΡΑΣΤΟ ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΗ ΜΕΛΙΣΣΑ –V -

Ο άνεμος βρίσκει μια παρέα φυλλώματα κυματιστά

Η στεριά σκαμπανεβάζει

Στον αφρό των χόρτων οι μουριές ανοίγουν τα πανιά

Το τελευταίο ταξίδι μοιάζει με το πρώτο - πρώτο.

 

Ω να σπάσουν οι πέτρες να λυγίσουνε τα θυμωμένα σίδερα

Ο αφρός να φτάσει ως την καρδιά ζαλίζοντας τα θεριεμένα μάτια

Η θύμηση να γίνει ένα κλαδάκι δυόσμου αμάραντο

Κι από τη ρίζα του να ορμήσουν άνεμοι γιορτής

Εκεί  να γείρουνε το μέτωπο

Τα αστραφτερά μας πράγματα να ’ναι κοντά

Στην πρώτη απλοχεριά του πόθου

Η κάθε γλώσσα να μιλεί την καλοσύνη της ημέρας

Ήμερα να χτυπάει στις φλέβες ο παλμός της γης.

 

VI

Χτυπήσανε τη μέρα σε καλή μεριά

Ξύπνησε το νερό μέσα στο χώμα

Κρύα φωνή νεογέννητη

Που σμίγει από μακριά τη γειτονιά των βρύων

 

Με χάδι από λιοτρόπι δεν φοβάται

Το περιβόλι μήπως βγει στην άβυσσο

Χέρι με χέρι παν οι ερωτευμένοι

Όταν χτυπάνε οι καμπάνες του ήλιου.

 

Υγεία ηχώ φοράδα

Πέταλο και φτερό πλαγιάς

Σύννεφο και χορτάρι αθέριστο

Γλαυκές οργιές του ανέμου

 

Λοξά τ’ ανήλικα πουλιά

Παν να σημάνουν άνοιξη στα σύννεφα

Κι όσα η χαρά ποτές δεν ονομάτισε

Τώρα διψούν την ευτυχία του κόσμου.

 

Δίψα του κόσμου η αντρική στολή σου πάει

Θα πας να βρεις τη θηλυκή σου κοίτη

Αναποδογυρίζοντας ένα λιβάδι

Έναστρο που του φύγαν οι ανεμώνες

 

ΚΑΤΩ ΣΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΤΟ ΑΛΩΝΑΚΙ  - VII -

(από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ 1943)

Κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι

Στήσαν χορό τρελό τα μελισσόπουλα

Ιδρώνει ο ήλιος τρέμει το νερό

Φωτιάς σουσάμια σιγοπέφτουνε

Στάχια ψηλά λυγίζουνε τον μελαψό ουρανό.

 

Με χείλια μπρούτζινα κορμιά γυμνά

Τσουρουφλισμένα στο τσακμάκι του οίστρου

Εε! εε! Τραντάζοντας διαβαίνουν οι αμαξάδες

Στο λάδι της κατηφοριάς τ’ αλόγατα βουλιάζουν

Τ’ αλόγατα ονειρεύονται

Μια πολιτεία δροσερή με γούρνες μαρμαρένιες

Ένα τριφύλλι σύννεφο έτοιμο να χυθεί

Στους λόφους των λιγνών δενδρών που ζεματάν τ’ αυτιά τους

Στα ντέφια των μεγάλων κάμπων που χοροπηδάν τις καβαλίνες τους

 

Πέρα μεσ’ τα χρυσά νταριά κοιμούνται αγοροκόριτσα

Ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά

Στα δόντια τους ο ήλιος σπαρταράει

Απ’ τη μασχάλη τους γλυκά στάζει το μοσχοκάρυδο

Κι η άχνα πιωμένη με βαριές χτυπιές παραπατά

Στην αζαλιά στην έλισσα και στη μοσχοϊτιά!

 

VIII

Έζησα τ’ όνομα το αγαπημένο

Στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς

Στον ρόθρο της ισόβιας θάλασσας.

 

Εκείνοι που με λιθοβόλησαν δεν ζούνε πια

Με τις πέτρες τους έχτισα μια κρήνη

Στο κατώφλι της έρχονται χλωρά κορίτσια

Τα χείλια τους κατάγονται από την αυγή

Τα μαλλιά τους ξετυλίγονται βαθιά στο μέλλον.

 

Έρχονται χελιδόνια τα μωρά του ανέμου

Πίνουν πετούν να πάει μπροστά η ζωή

Το φόβητρο του ονείρου γίνεται όνειρο

Η οδύνη στρίβει το καλό ακρωτήρι

Καμιά φωνή δεν πάει χαμένη στους κόρφους του ουρανού.

 

Ω αμάραντο πέλαγο τι ψιθυρίζεις πες μου

Από νωρίς είμαι στο πρωινό σου στόμα

Στην κορυφή όπου προβάλλει η αγάπη σου

Βλέπω τη θέληση της νύχτας να ξεχύνει τ’ άστρα

Τη θέληση της μέρας να κορφολογάει τη Γη.

 

Σπέρνω στους κάμπους της ζωής χίλια μπλαβάκια

Χίλια παιδιά μέσα στο τίμιο αγέρι

Ωραία γερά παιδιά που αχνίζουν καλοσύνη

Και ξέρουν ν’ ατενίζουν τους βαθιούς ορίζοντες

Όταν η μουσική ανεβάζει τα νησιά.

 

Χάραξα τ’ όνομα το αγαπημένο

Στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς

Στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

 

Ο ΚΗΠΟΣ ΕΜΠΑΙΝΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ  ΒΑΘΥ ΓΑΡΥΦΑΛΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙ

(… το χέρι σου έφευγε με το νερό να στρώσει νυφικό το πέλαγος   το χέρι σου άνοιγε τον ουρανό…)

Άγγελοι μ’ έντεκα σπαθιά   πλέανε πλάι στ’ όνομά σου   σκίζοντας τ’ ανθισμένα κύματα   κάτω μπατέρναν τα λευκά πανιά   σ’ απανωτές σπιλιάδες γρέγου   Μ’ άσπρα τριανταφυλλαγκάθια   έραβες φιόγκους προσμονής   Για να μαλλιά των λόφων της αγάπης σου έλεγες:   Η χτενίστρα του φωτός   είναι πηγή στη γη που διασκεδάζει.   Κλέφτρα σαΐτα σκάνδαλο του γέλιου   Ω εγγονούλα της γρια-λιακάδας   Μεσ’ απ’ τα δένδρα πείραζες τις ρίζες   Άνοιγες τα χωνάκια του νερού   ραβδίζοντας της λησμονιάς τα τζίτζιφα.   Ή πάλι νύχτα μ’ άσωτα βιολιά   μέσα στους μισοχαλασμένους μύλους   κρυφομιλούσες με μια μάγισσα   Στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη   που ήταν το ίδιο το φεγγάρι.   Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί   Αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα   Για το δικό σου το χατίρι   Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα   βαθύ γαρύφαλλο ακρωτήρι    [ένατο απόσπασμα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ 1943]

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2022

ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΧΟΥΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΡΕΘΙΖΟΥΝ ΤΟ ΧΑΟΣ

  Με παραισθήσεις υποφέροντας ο κήρυκας αισθάνθηκε να διαιρείται. Από το σώμα του επαράγονταν κι άλλα σώματα κι έγινε ένας στίχος ερχομένω...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ