Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΕΚΔΡΟΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΕΚΔΡΟΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΠΑΛΗΑ ΤΑ ΠΑΛΗΑ ΤΑ ΠΑΛΗΑ ΖΟΥΣΕ Η ΝΕΡΑΪΔΑ Η Μηλιά Η Μη Λια:

 

Ίσως η αιτία είναι όχι που δεν έρχονται εκδρομή.

Που εγώ δεν έχω το κουράγιο να πάω σε κανενός την εκδρομή κι εγώ δεν είμαι περισσότερο από όποιον άλλο δεν είμαι προετοιμασμένος να πάω σε κανενός.

Γι’ αυτό με απελπισία σας προσκαλώ που από μένα αρχίζει η αιτία που κάθε εκδρομή είναι καταδικασμένη.

Στέκεται όλη την ώρα στο πλάι της ασφάλτου.

Τις παρακολουθούσε που έκαναν βόλτες και η Άννα τραγουδά στην αδελφή της και μιλάει στην Άννα σιγά ας μη τον άκουγε.

Ένα αυτοκίνητο φαίνεται από μακριά οι φανοί του φώτισαν τις αγκαλιασμένες αδελφές που κάνουν περίπατο στη μέση του δρόμου.

Κατεβαίνουν δυο άνδρες και κάνουν υπόκλιση και ρωτάν με υπερβολική ευγένεια ρωτάν θέλετε τίποτα; με ευθύνη.

Η Άννα λέει σας παρακαλούμε μπορείτε να μας πάτε στην Αθήνα.

 Ευχαρίστως φωνάζει πρόθυμα ο ένας ευχαρίστως και τρέχει ν’ ανοίξει την πόρτα κι ο άλλος δεν κουνιέται και κοιτάζει την Άννα με χαμόγελο και δεν μιλάει.

 Η αδελφή της Άννας ξεφεύγει κι ορμά πάνω του. Τον αρπάζει από το λαιμό.

Εκείνος δεν πρόλαβε να φυλαχθεί στο σκοτάδι.

Από το αυτοκίνητο πετάγονται γυναικεία ξεφωνητά κι ένας μέσα από το αυτοκίνητο φωνάζει παγίδα κάποιος παραμονεύει εκεί.

Αυτός που είπε ευχαρίστως τρέχει και ξεκολλά την αδελφή της Άννας από τον άλλο.

Την αρχινά στο ξύλο. Η Άννα ρίχνεται ανάμεσά τους.

Φωνάει μη μη είναι άρρωστη μη την χτυπάτε λυπηθείτε μας είναι άρρωστη σας λέω.

Ο άλλος άνδρας πιάνει την Άννα και τη δέρνει.

Ελάτε να φύγουμε φωνάζουν από το αυτοκίνητο.

Η Άννα φωνάζει αυτόν να τις βοηθήσει και να εξηγήσει.

Ρίχνουν τις αδελφές στην άσφαλτο τρομαγμένοι κλωτσάν στα τυφλά.

Η Άννα προστατεύει με το σώμα της την αδελφή της.

Η αδελφή της Άννας βογγά σα να κάνει εμετό.

Η Άννα κλαίει και λέει μη την χτυπάτε είναι τρελή λυπηθείτε μας τρελή.

Εκείνος αποκεί που στέκεται βγάζει μια φωνή φωνάζει από μακριά με λύσσα. Σκοτώστε τες!...

(κι άλλα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Η ΕΚΔΡΟΜΗ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1982 – ART by Alexander Sigon)

 

 


ΔΕΝ ΓΥΡΕΥΕΙΣ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΕΜΑΣ ΣΕ ΠΟΙΑΝ ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΕ ΠΟΙΑΝΟΥ ΤΗΝ ΕΚΔΡΟΜΗ

(αποσπάσματα από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά 1964)

ΤΟ ΧΩΡΙΟ: Λόφος στρογγυλός με βράχους κοντούς και κοφτερούς κι ανάμεσά τους φυτρώνει πράσινο ξύλινο αγκάθι. Το χωριό κι ο ουρανός άσπρος και σκοτεινός την ώρα που χαράζει. Τα σπίτια έχουν δυο πατώματα και τα παράθυρα αντί για παντζούρια έχουν άσπρες κόλλες μέσα από τα τζάμια κι ανάμεσα στα παράθυρα του πάνω πατώματος είναι πόρτες και μπαλκόνια που δεν χτίστηκαν. Μπαίνει στο σπίτι και δεν βρίσκει κανέναν. Μπαίνει σ’ ένα δωμάτιο. Τον βρίσκει που καθόταν και φορούσε άσπρη φανέλα με μανίκι και δεν έδειξε τίποτε που τον είδε να μπαίνει κι ούτε είπε τίποτε λες και γύριζε στο δωμάτιο ύστερα από λιγόλεπτη απουσία. Θα μείνω να περάσω εδώ την νύχτα λέει κι εκείνος δεν μιλούσε. Δεν έχει άλλο κρεβάτι; θα βγω να συνεννοηθώ με την νοικοκυρά. Έρχομαι. Βγαίνει έξω κανένας και στο δρόμο κανένας και πίσω από τους τοίχους. Ψάχνει να βρει την νοικοκυρά. και περπατάει στους πέτρινους άδειους δρόμους να βρει

στη μέση του δρόμου ήταν ένα χαντάκι. Σαν όρυγμα βαθύ και χτισμένο  με μπετόν. Για τα νερά της βροχής

Το χαντάκι ήταν γεμάτο ανθρώπους. Γελούσαν. Έπεφτε μέσα στο χαντάκι και ξανάβγαινε και ξανάπεφτε. Οι άνθρωποι εκείνοι κυμάτιζαν κι άπλωναν επίτηδες τους αγκώνες τους να μεγαλώσουν το συνωστισμό και διασκέδαζαν. Σ’ όλη τη διαδρομή δεν κατάφερνε να ξεφύγει από το χαντάκι κι όλο κυλούσε μέσα. Κάτω από τα χείλη του το χαντάκι κι όλο κυλούσε μέσα. Κάτω από τα χείλη του το χαντάκι φάρδαινε και χωρούσε πολλούς ανθρώπους. Ενώ μόλις χωρούσε να περάσει βγαίνοντας. Τους έβλεπε κάτω από τα πόδια του καθώς πηδούσε σταυρωτά το χαντάκι. Τον έβλεπαν από χαμηλά και γελούν και περιμένουν να ξαναπέσει. Όλοι είχαν κρυφτεί στο χαντάκι και τον παρακολουθούσαν σαν από χαραμάδα καταπακτής. Έτρεχε να φύγει να μη βρει τη νοικοκυρά κι έφευγε να μη δει

Γυμνή περπατούσε με τα τέσσερα και κρέμεται η παχιά κοιλιά της τα στήθη της κι ανάμεσα στα σκέλη της κρέμεται ένα γεμάτο μαστάρι αγελάδας. Έτσι περπατά στην όχθη ενός πλατιού αλλά ρηχού ποταμού. Ποτάμι καθαρό πάνω σε γαλάζια και πράσινα χνουδωτά λιθάρια στρογγυλά. Κι ένα παιδί. Ξυπόλητο κρατούσε ένα σάπιο λουρί από ρολόι κι έψαχνε κάτι να βρει αναποδογύριζε τα λιθάρια κι έψαχνε. Το δένδρο.

 

Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΛΕΕΙ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ. ΘΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ…

… λέει ένας γέρος που φαίνεται προεστός. Βάζει μπροστά στο πρόσωπό του μια πλάκα από ψημένο πηλό και το κρύβει. Παράδοξη διατύπωση νόμου σαν σιβυλλική διατύπωση. Κρύψτε το φόνο μη κεντράτε το μέγα φόνο που παραμονεύει μακριά κι όχι πολύ μακριά. Οι τρεις φόνοι κι όταν σας ρωτάν. Να που ζει και συνεχίζει. Ώστε τον σκότωσαν και κοιτάζει με ελαφρή περιέργεια τον άγνωστο νεκρό που είναι ξαπλωμένος στο χώμα και στο κέντρο της ομήγυρης των κατοίκων. Αφού ήταν φυσικός θάνατος φωνάζει η νοσοκόμα. Ο γέρος λέει δεν υπάρχει θάνατος που να μην ήταν φόνος κι όλοι οι θάνατοι. Ένας βράχος πέφτει πάνω στους ανθρώπους και σκοτώνει έναν στην τύχη κι ένας άλλος βράχος πέφτει. Τώρα με τον κλήρο θα βρούμε εκείνον που θα τον συνεχίσει και θα πάρει την θέση του στον κόσμο και θα γίνει αυτό που ήταν αυτός.

στα πόδια της στριμωγμένα τα δυο της ολόγυμνα μικρά παιδιά. Μια γυναίκα! φωνάζει η νοσοκόμα. Είναι ζωντανή απαντά ο γέρος. Και ποιος παρακαλώ φωνάζει η νοσοκόμα ποιος θα γίνει αυτό που ήταν αυτή και ποιος θα πάρει τη θέση αυτηνής στον κόσμο. Αυτή δεν πέθανε λέει ο γέρος. Παίρνουν τη γυναίκα και την πηγαίνουν σ’ ένα σπίτι. Η γυναίκα δεν αντιστάθηκε. Κοιτάν έξω τα δυο παιδιά που τσιρίζουν. Είναι απάνθρωπο φωνάζει η νοσοκόμα και σωπαίνει όχι στον γέρο αλλά σ’ αυτόν σαν να ήξερε τι θα απαντούσε ο γέρος και χωρίς έκπληξη και ταραχή κοίταζε συνέχεια σ’ αυτόν. Φέρνουν τη γυναίκα και την έχουν ντύσει με τα ρούχα του πεθαμένου. Φοράει χοντρό μαύρο παντελόνι και το σακάκι στην πλάτη έχει λάσπες ξεραμένες και της έχουν κόψει τα μαλλιά κι είναι κλαμένη. Αυτός γυρνάει μ’ αποστροφή να δει τον πεθαμένο γυμνό και στη θέση του πεθαμένου είναι κάποιος που του κάνει έναν μορφασμό για να τον τρομάξει. Κι εγώ που πίστεψα φωνάζει ο νεκροθάφτης κι εγώ που χάρηκα πως έχουμε περίπου τον ίδιο θεό κι αντιλήφθηκα κάποια τριαδική έστω κι αν εσείς εδώ τον ονομάζετε μέγας φόνος. Ο γέρος λέει δεν είναι θεός. Η μεγάλη ανάγκη να υπάρχει σημαίνει πως δεν υπάρχει. Αρρώστια πόλεμος.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ, Κέδρος 1964]

 

ΑΔΥΝΑΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΝΟΜΟΣ ΓΡΑΜΜΕΝΟΣ ΓΙ’ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

(αποσπάσματα από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά 1964)

Μα υπάρχει νόμος γραμμένος γι’ ανθρώπους; απαντά ο γέρος. Ο καρνάβαλος. Φωνάζει η νοσοκόμα χτυπώντας τα χέρια ο καρνάβαλος. Ήρθαν οι γύφτοι πρόβαλε το φεγγάρι λυπημένο μάτι της νύχτας. Ορίστε λέει ο προεστός σας καλούμε. Η δυστυχία έχει περισσότερο ανάγκη από θεατές. Εμείς οι Έλληνες είναι στο αίμα μας να μεγαλοποιούμε και να επιδείχνουμε τον πόνο μας. Γεννημένοι δραματοποιοί κι ηθοποιοί κι όμως αυτός δεν είναι λόγος να μη μας πιστεύετε. Εμείς οι Έλληνες εμείς λέει αυτός εκστατικά εμείς. Έρχεται με τα ζωγραφιστά φρύδια αρχίζει να διηγείται ξαφνικά κι όλοι γυρνάν και τον βλέπουν. Με έξαψη διηγείται μπαίνει στο δωμάτιο. Βγαίνει και λέει τα χείλια του φουσκώνουν. Και πετάν σα να θέλει να κάνει εμετό σαν εμετός. Βγαίνει και λέει να δείτε. Να δείτε πώς φροντίζει για την αναπνοή του και δεν προσέχει τίποτ’ άλλο κι ενώ του χαϊδεύω το μέτωπο για ν’ ανακουφιστεί όμως δεν με νιώθει. Εγώ λέω μα η αναπνοή. Η αναπνοή. Η αναπνοή είναι το κύριο, Κύριο βγαίνει και λέει ανοίγει τα μάτια και κοιτά σα να ξυπνά από ύπνο βαρύ και κοιτά γύρω την μικρή εκείνη έκπληξη του ξυπνήματος. Βγαίνει και λέει τέλειωσε ειδοποιείστε τους. Γέρνω να δω κι αυτή μου φωνάζει. Φύγε, φύγε, φύγε. Μπαίνει μπροστά να μη δω. Έχω κι άλλα να σας πω λέει αναστατωμένος σαν ενθουσιασμός. Οι άλλοι σωπαίνουν. Ύστερα ένας λέει θυμήθηκα μ’ έναν φίλο μου. Χτυπάει η πόρτα τι να δει. Μια γυναίκα πραγματική καλλονή. Να κάνουν έρωτα. Φοβόταν κι όμως ερεθιζόταν. Μια μεγάλη ελιά. Την ελιά σου την ελιά σου δεν ξέρω τι με έχει πιάσει. Με απάθεια τελεία του λέει. Δεν είναι ελιά είναι καρκίνος. Κάποιος λέει ήρθε η ώρα. Μια γυναίκα τον αγκαλιάζει και δείχνει πόσο της κοστίζει αυτός ο χωρισμός. Είναι όλα έτοιμα; ρωτάει εκείνος που θα φύγει κι όλοι τον τριγύρισαν και φεύγουν μαζί του. Φωνάζουν αστεία και γελάν. Για να παρηγορήσουν την γυναίκα γιατί και οι ίδιοι είναι συγκινημένοι. Οι φωνές του μακραίνουν κι έφυγαν και μένει μόνος στον ξένο αυτό τόπο. Η νοσοκόμα φώναζε στον γέρο κι επισύρει την προσοχή του διαρκώς προς το μέρος τους. Μη φωνάζετε λέει αυτός φοβισμένος στη νοσοκόμα κι εκείνη εξακολουθεί και πιο δυνατά. Πέστε της λέει στον εργολάβο που είναι πιο κοντά του. Σκύβει και μετακινείται αθόρυβα πίσω από τις πλάτες. Ν’ απομακρυνθεί. Τώρα με τον κλήρο λέει ο γέρος κι αυτός καταλαβαίνει πως είναι πια αργά και πάγωσε περιμένοντας. Εσείς λέει ο γέρος. Τον ανακαλύπτει μέσα στον κόσμο. και τον δείχνει εσείς. Τον οδηγούν σ’ ένα σπίτι. Μπαίνει μέσα και κάθεται σε μια γωνιά. Δεν ξέρει πώς να φερθεί κι είναι τέσσερα-πέντε άτομα. Η γυναίκα έχει κλαμένα μάτια κι ένας άνδρας κάθεται στο κρεβάτι και τα πόδια του κρέμονται είναι γυμνά και κρέμονται με νύχια χοντρά κι ανώμαλα σαν μικρά κέρατα. Ένας άλλος άνδρας πιο νέος κάθεται στο τραπέζι κι έχει μπροστά του μιαν εφημερίδα. Ένα παιδί κάθεται στο πάτωμα και κυλάει ένα ξύλινο αυτοκίνητο και γυρνάει και τον βλέπει κι ύστερα θυμάται το παιχνίδι και το κυλάει κάνοντας βου - βου κι ύστερα πάλι τον κοιτάζει κι απομένει να τον κοιτάζει σαν αφηρημένο. Μπαίνει μέσα μια γυναίκα και αφού του έριξε μια ματιά πηγαίνει στη γυναίκα του σπιτιού κι αρχίζουν να μιλάν ψιθυριστά σαν να συνεννοούνται σε κάτι. Ένας άνδρας την περιμένει έξω από την πόρτα έλα μέσα του λέει ο νέος με την εφημερίδα. Όχι θα περάσω αύριο λέει ο ξένος και κοιτάζει για μιαν στιγμή αυτόν κι ύστερα φωνάζει με προσποιητή ευθυμία στον άνθρωπο που κάθεται στο κρεβάτι ε Δαφνομήλη πώς πάμε. Το στέρνο του κάτω απ’ το λαιμό φουσκώνει σα να φοράει πολλά ρούχα από μέσα και μοιάζει με ζωντανή προτομή με το κεφάλι πολύ πίσω κι όλο γυρνάει και κοιτάζει προς μια κατεύθυνση έξω και πάντα την ίδια λες και παρακολουθεί κάτι που γίνεται εκεί μακριά. Αυτός που τον είπε Δαφνομήλη μουρμούρισε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι σα να ξύπνησε από ύπνο μεθυσιού και ξύνει το ένα του πόδι με το άλλο. Στον τοίχο κρέμεται μια γκαζόλαμπα. Δυο φωτογραφίες η μια θαμπή και τονισμένη με μολύβι ζωγραφικής ένα νυφικό ζευγάρι και μονάχα οι δυο φιγούρες μια μαύρη και μια άσπρη. Η άλλη φωτογραφία ένας στρατιώτης μπροστά σε άγαλμα. Κάνει κρύο κι από το παράθυρο ο καιρός δείχνει βροχερός. Από ένα καφενείο ακούγονται λαϊκά και δημοτικά τραγούδια. Το παιδί ξαναπιάνει το παιχνίδι και φωνάζει βου - βου. Εκείνη η γυναίκα λέει πρόθυμα στην άλλη καλά και φεύγει με τον άνδρα που στεκόταν στην πόρτα. Ο νέος σηκώνεται και βγαίνει χωρίς να πει τίποτε κι ο άνθρωπος του κρεβατιού φωνάζει στην κλαμένη γυναίκα θυμωμένα και δείχνει προς την πόρτα απ’ όπου βγήκε ο άλλος τα λόγια του μπερδεμένα και κατάλαβε μοναχά τη λέξη μηχανή. Η γυναίκα δεν απαντά κι εκείνος μουρμουρίζει με σκυφτό κεφάλι κι ύστερα σωπαίνει. Η γυναίκα ανοίγει ένα ντουλάπι και βγάζει ένα μπουκάλι. Το μπουκάλι έχει πώμα από κομμάτι διπλωμένη εφημερίδα λαδωμένη. Ανάβει την γκαζιέρα και βάζει πάνω μια χύτρα πήλινη με νερό. Παίρνει από ένα τσουβάλι πατάτες και ξερά κρεμμύδια και κάθεται να τα καθαρίσει. Το παιδί παράτησε πάλι το παιχνίδι και τον κοιτάζει…

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΦΩΝΑΖΕΙ ΓΑΜΜΑ ΒΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΕΙ ΚΙ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΦΩΝΑΖΑΝ ΤΟ ΓΑΜΜΑ ΑΠΟ ΑΠΛΟΪΚΗ ΧΥΔΑΙΟΤΗΤΑ:

Έπνιγαν το γέλιο τους και δεν γυρνάν να τους δει κατάλαβε πως ετοίμαζαν κάτι. Πετάν λόγια να τον κάνουν να γυρίσει κι απογοητεύτηκαν που δεν τους δίνει προσοχή. Δεν κρατιέται και γυρνά απότομα και προετοιμασμένος. Έχουν αλλάξει τα ρούχα μεταξύ τους και διέκρινε πως ο γιατρός έχει ντυθεί παπάς και νεκροθάφτης. Ο κόσμος τους βλέπει και γελά κι εκείνοι που κάθονται μακρύτερα σηκώνονται να δουν καλλίτερα αλλά κι αυτοί οι ίδιοι γελάν. Στο πλάτωμα με τις γλάστρες ανεβαίνει ένας κι αναγγέλλει. Σβήνουν τα φώτα και μένει ένα πράσινο φως. Παρουσιάζεται ο υπνωτιστής. Είναι ένας μελαχρινός κοντόχοντρος άνθρωπος το πρόσωπό του αλειμμένο σμήγμα και το βλέμμα του θα το έλεγες κι αυτό λιπαρό.. Η νοσοκόμα λέει νευρικά αυτός ο άνθρωπος. Δεν μπορεί να είναι υπνωτιστής. Ο υπνωτιστής μιλάει με ένρινη σιγανή φωνή. Και μερικές ταχυδακτυλουργίες και μετά λέει. Θα σας διατάξω να μπλέξετε τα δάχτυλα των χεριών και δεν θα μπορέσετε να τα λύσετε αν δεν σας διατάξω πάλι εγώ και προσηλωθείτε σε μένα. Οι σύντροφοί του κουνιούνται με ταραχή κι ο γιατρός γέρνει μπροστά και χουφτώνει τα χέρια της πολυθρόνας ώσπου πετάχθηκαν οι τένοντές του κι άσπρισαν και γέρνει μπροστά λες και θέλει να παρεμβάλει το σώμα του εμπόδιο ανάμεσα στα χέρια του κι οι άλλου χώρισαν με βιασύνη τα δυο τους χέρια κι ο κόσμος γελάει και κοροϊδεύει κι ο γιατρός λέει με αστάθεια να φύγουμε. Βλέπει με ευχαρίστηση την αναστάτωσή τους. Σηκώνεται με δεμένα χέρια και φωνάζει εγώ. Δεν μπορώ κόλλησαν. Εκείνοι τρομάζουν ο κόσμος φωνάζει. Ο υπνωτιστής λέει κατέχω την ινδική δύναμη. Ο υπνωτιστής στήνει ένα μικρό μαυροπίνακα που έχει εφτά άσπρες κουκίδες βαλμένες ασύμμετρα. Γυρνά στους θεατές και λέει παρακαλώ κάποιος κύριος ή κυρία να μου πει εφτά γράμματα κι όποια θέλει και του έρχονται ασυναίσθητα. Ένα για κάθε από αυτά τα αστρικά σημεία κι ύστερα να μου πει πάλι αυτά τα γράμματα αλλά ανά δυο για να ενώσω με ευθείες κι από το τελικό σχήμα. Εσείς; Ο κόσμος φωνάζει γάμμα ψι βήτα και διασκεδάζει κι οι περισσότεροι φώναζαν το γάμμα από απλοϊκή χυδαιότητα. Όχι λέει αυτός και δείχνει με κακία εκείνος - εκείνος. Εκείνοι σηκώθηκαν και τρέχουν στους διαδρόμους και ψάχνουν στον τοίχο να βρουν την έξοδο κι η νοσοκόμα χτυπάει τον τοίχο και φωνάζει ανοίξτε. Τους παρακολουθεί με χαιρεκακία και λέει στον υπνωτιστή είστε σαν το οινόπνευμα. Όταν ήταν παιδί έκλεινε αράχνες μέσα σ’ ένα γυάλινο κουτί κι έβαζε ένα μπαμπάκι οινόπνευμα αποδώ τους φωνάζει. Τρέχει σε μια κλεισμένη πόρτα του τοίχου αποδώ. Μη φωνάζει ο υπνωτιστής αφού ξέρετε τι είναι αποκεί. Μη φωνάζουν όλοι μη αυτή την πόρτα. Αποδώ φωνάζει κι ανοίγει την πόρτα. Μη φωνάζουν όλοι και σηκώνονται όρθιοι.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ, Κέδρος 1964]

 

Η ΕΚΔΡΟΜΗ: ΣΩΠΑΣΑΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΜΕΝΑΝ ΣΗΚΩΣΑΝ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΟ Ν’ ΑΚΟΥΣΟΥΝ…

(αποσπάσματα από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνα 1964)

Ήρθαν πέντε άνθρωποι έτρεχαν στο δρόμο. Πέντε παλληκάρια έτρεχαν φώναζαν με πανικό πέρασαν κι έφυγαν φώναζαν και χάθηκαν. Άναψαν τα παράθυρα κι οι πόρτες και οι αυλές. Βγήκαν έξω ρωτώντας. Ο πόλεμος. Φώναξαν κι έτρεξαν στους δρόμους. Πού. Που. Στην πλατεία. Φώναξαν κι έτρεξαν. Στην πλατεία όλα σβηστά και μια φωτεινή επιγραφή και μια μπάντα παίζει μουσική. Τι. Ρωτάν και τρέχουν στους δρόμους πού. Ρωτάν και τρέχουν στους δρόμους ποιοι. Ρωτάν και τρέχουν στους δρόμους έρχονται! Φωνάζουν και τρέχουν στους δρόμους. Μάνα Ανδρέα φωνάζουν και τρέχουν. Στους δρόμους. Φωνάζει σωπάστε μη κάνετε θόρυβο. Για τ’ όνομα του Θεού. Μη κάνετε θόρυβο θα σπάσει ο κόσμος. Φωνάζει οι Πέρσες. Οι Πέρσες. Οι Πέρσες η φωνή δυνατή σαν γυναικεία και πέφτει από τη στέγη κάτω στην άσφαλτο χύθηκε σαν σταγόνα. Έμεινε εκεί σαν αχινός τα αγκάθια του πέταξαν στην αρχή άγρια και τσακισμένα. Μετά χαμήλωσαν και μπερδεύτηκαν τρέμοντας. Έρχεται και φώναξαν να έρχεται. Ήρθε που έστειλαν να δει και μια γυναίκα τον καλεί από μακριά. Τον φωνάζουν ρωτάν η γυναίκα. Τον καλεί σπαραχτικά άνδρας της ή γιος και πατέρας. Έτρεξα. Κι εγώ μη ξέροντας για πού το πλήθος βοά λέγε. Βοά με μίσος. Εκείνη η γυναίκα τον φωνάζει ασταμάτητα. Είναι δικός της και την χτυπάν να σωπάσει η γυναίκα τον επικαλείται δαγκώνει τις παλάμες της. Η γη. Δεν ακούμε. Η γη. Τι λέει. Ρουφιάνε μίλα. Η γη. Βουλώστε το γαμηθείτε. Σκίζεται κι έρχεται. Κέρεται κέρεται αντηχεί το πλήθος με πανικό. Η γη ανοίγεται και σκίζεται. Αδέλφια το ρήγμα και η καταστροφή. Ο άγγελος πέφτει καταγής. Η γυναίκα έχει σωπάσει και δεν τον φωνάζει άλλο της πάτησαν το κεφάλι. Φωνάζουν και τρέχουν στο βυθό των δρόμων. Αυτοί είναι. Είχες χάσει την ελπίδα κι έλεγες και σε λίγο θα σε φτάσουν που πας μονάχος εκδρομή οι δρόμοι έξω από τις πόλεις είναι ερημικοί χάνονται μέσα στα βουνά και δεν υπάρχει γι’ αυτούς θάλασσα δεν υπάρχει να χυθούν νικημένα δένδρα χαίρεσαι λάμψη κι άστρο πλατύ φτερουγίζει στον ίδιο δρόμο στον ίδιο δρόμο και ξέρεις πως δεν έρχονται για σένα και δεν έρχονται για κανέναν και ποτέ δεν ήρθαν έρχονται με φωνές πόσες φωνές στα τεντωμένα τους χέρια χαίρεσαι και χαίρεσαι και σφίγγεσαι ν’ αντέξεις στην ένωσή σας γι’ αυτήν έχεις ώρα εκδρομής τα ψηλά χόρτα κι ο ήλιος τα δένδρα τα βουνά ο ουρανός οι κόκκοι του χώματος ευτυχισμένες πατημασιές ζώων ένα κλαδί κι ένα χαρτί ο στύλος κι ένα κρανίο αρνιού η ελιά τα σύρματα μητέρα μου. Θ’ αναπαυθείς πάνω στις γροθιές τους μ’ εμπιστοσύνη με φωνές.

Οπότε κι αν ερχόταν πάντα υπάρχει αυτός κι αν ερχόταν πάντα θα έβρισκε αυτόν που πάει μονάχος εκδρομή.

 

ΑΚΟΥΣΤΗΚΕ ΜΙΑ ΒΡΟΝΤΗ ΚΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΩΝ ΤΟΙΧΩΝ ΒΟΓΚΗΣΑΝ ΚΙ ΑΣΠΡΕΣ ΦΛΟΓΕΣ ΕΚΑΨΑΝ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΤΕΜΠΛΟ…

(… πάντα θα έβρισκε αυτόν που πάει μονάχος ΕΚΔΡΟΜΗ…)

ο ίλιγγος χύθηκε μέσα με μυρωδιά βρεμένης γης κι από το κατώφλι ξεκολλάν κομμάτια και κυλάν στον γκρεμό και μέσα του βόγκησε ένας γδούπος κι ηλεκτρισμένος τραβιέται κλείστε. Κλείστε. Εκείνοι εσταυρωμένοι στον τοίχο και τον κοιτάζουν χλωμοί κι ο άλλος κόσμος έτοιμος να φωνάξει. Σας ρωτώ για τελευταία φορά σας ρωτώ. Θα ’ρθείτε; Περιμένει κι ύστερα φωνάζει στην εκδρομή. Στέκεται και κοιτάζει με μανία το πρόσωπο του καθενός κι εκείνοι βουβοί. Τους αναμετρά με μανία και περιμένει κι ύστερα φωνάζει, Για τελευταία φορά. Ακούστηκε μια βροντή κι οι άγιοι των τειχών βόγκησαν κι άσπρες φλόγες έκαψαν το χρυσό τέμπλο. Ένας σίφουνας μπαίνει από την πόρτα και ξεφύλλισε με πάταγο τα μεγάλα βιβλία των αναλογίων κι ανατάραξε με ορμή τα κρυστάλλινα κρόσσια των πολυελαίων. Τους αναμετρά μέσα στη βροντή και μέσα στον αέρα κι ύστερα τους αναμετρά με δέος κι ύστερα προσέχει με δέος τα πρόσωπά τους σα να μη πιστεύει και να τα βλέπει πρώτη φορά. Όπως όταν έχεις ακουστά κάτι από θρύλο και ξαφνικά το αντικρίζεις ζωντανό. Όταν τελειώνουν πια τα σπίτια κι όταν τελειώνουν τα δένδρα κι όταν φτάνεις πια στην απότομη στροφή του δρόμου και λέει συνεπαρμένος. Τα πρόσωπα των ανθρώπων!...        Οι δρόμοι έξω από τις πόλεις είναι ερημικοί χάνονται μέσα σε βουνά και δεν υπάρχει γι’ αυτούς θάλασσα δεν υπάρχει να χυθούν νικημένα δένδρα χαίρεσαι λάμψη κι άσπρο πλατύ φτερουγίζει στον ίδιο δρόμο και ξέρεις πως δεν έρχονται για σένα και δεν έρχονται για κανέναν και ποτέ δεν ήρθαν έρχονται με φωνές πόσες φωνές στα τεντωμένα τους χέρια χαίρεσαι και χαίρεσαι και σφίγγεσαι ν’ αντέξεις στην ένωση σας γι’ αυτήν έχεις ώρα εκδρομής τα ψηλά χόρτα και ο ήλιος τα δένδρα τα βουνά οι κόκκοι του χώματος ευτυχισμένες πατημασιές ζώων ένα κλαδί κι ένα χαρτί ο στύλος κι ένα κρανίο αρνιού η ελιά τα σύρματα μητέρα μου!.. Ήρθαν πέντε άνθρωποι στους δρόμους, πέντε παλληκάρια, έτρεχαν φώναζαν με πανικό πέρασαν κι έφυγαν φώναζαν και χάθηκαν. Άνοιξαν τα παράθυρα κι οι πόρτες οι αυλές… Βγήκαν έξω ρωτώντας. Φώναξαν κι έτρεξαν στους δρόμους…  Γ. ΧΕΙΜΩΝΑΣ, Μονάχος πάντα έβρισκε αυτόν που πάει ΕΚΔΟΜΗ… (αποσπάσματα από το βιβλίο του Η ΕΚΔΡΟΜΗ, Κέδρος 1964)

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2022

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021

ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΡΦΙΑ ΝΑ ΚΟΙΤΑΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΦΟΒΕΡΟ ΝΑ ΣΕ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΑΥΤΗ ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΠΑΡΑΘΥΡΙΟΥ:

 

Ο Θάνατος προέρχεται από το θάνατο των άλλων…

Κι άλλος θάνατος από το θάνατο των άλλων δεν υπάρχει…

Φέρνω στο νου όλα εκείνα  και που άναβες τα φώτα και που κρατιόσουν άγρυπνος μη πεθάνεις πάνω στο όνειρο

που είναι η φαντασία του θανάτου και δείχνει  όπως βέβαια κι ο θάνατος

δείχνει  πόσο ανυποψίαστοι είμαστε κι έρμαια. 

Δάγκωνε κι έκοβε κομμάτια από τον αέρα ανώφελα

κι οι αγριεμένες καρωτίδες και το παραβάν.

Σ’ αφάνιζε εκείνο το θέαμα θανάτου

και το πέθανε που φώναζες δεν ήταν αναγγελία ή να το συνειδητοποιήσεις.

Προσταχτική κι ανυπομονησία από τον πιο ατομικό φόβο.

Απ’ αυτόν τον σκότωσες.

 Ο συλλογισμός είναι καθαρός σαν μικρή συλλαβιστή φράση με τον συλλογισμό.

Για να τελειώσεις τον φόβο ήρθες στον φόβο.

Για να τελειώσεις τον θάνατο έκανες θάνατο.

Τι κοροϊδία για τη γλώσσα…

που έχει έναν πρωτοφανή τρόπο να αντιμετωπίζει τα γεγονότα

 λες και περίμενε τα γεγονότα αυτά ακριβώς

και σα να τα είχε ζήσει τα ίδια γεγονότα σε άλλο χρόνο περασμένο

 και είχε πια ξεθυμάνει η εντύπωση!...

[κι άλλα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Η ΕΚΔΡΟΜΗ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ πρώτη έκδοση 1964]

 


ΕΧΕΙ ΕΝΑΝ ΠΡΩΤΟΦΑΝΗ ΤΡΟΠΟ Ν’ ΑΝΤΙΠΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΛΕΣ ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΚΑΤΕΞΑΙΡΕΣΗ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ (αποσπάσματα από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά 1964)

Το μικρό σπίτι της μουριάς είναι ένα δωμάτιο χτισμένο μέσα στον κήπο κι από πάνω έχει μια στέρνα. Η επίπλωσή του είναι ένα σιδερένιο κρεβάτι και μια μεγάλη ντουλάπα με καθρέφτη κι έχει και μια ψάθινη κούνια μωρού και κάσες με ποτά. Ο συγγενής του που τον φιλοξενεί και του παραχώρησε αυτό το σπιτάκι και του ’δωσε να κρεμάσει στον τοίχο για ομορφιά ένα αντίγραφο Τισσιανό και μια χαλκογραφία. Τη νύχτα έμεινε άγρυπνος κάποιοι περπατούν στον κήπο αργά και προσεκτικά. Η κούνια μήπως κρύβεται κανένας κουλουριασμένος και μια παράξενη ακουστική έφερνε μέσα στο δωμάτιο τις αναπνοές των ξένων. Μια γρίλια στο παράθυρο ήταν σπασμένη κι έβλεπε το ολονύχτιο σάλεμα του κήπου και την σκέπαζε μ’ ένα ρούχο. Είναι ομορφιά να κοιτάς τη νύχτα και να σε κοιτάζει αυτή από μια τρύπα παραθυριού λέει στον συγγενή του χαριτολογώντας και προσπαθώντας οικειότητα κι όμως φοβόταν με τον ακίνητο παιδικό φόβο. Αντιλήφθηκε πως κάποιος έκαμνε σχέδια να τον τρομάξουν κι υποπτευόταν τον συγγενή του που ήταν άνθρωπος σιωπηλός κι απλησίαστος και δεν υπήρχε άλλος στο σπίτι. Το φως κοβόταν ξαφνικά κι άλλες φορές κάποιος έδινε στο παράθυρο κι άνοιγε διάπλατα κι άλλα χονδροειδή φερσίματα. Ο συγγενής του είχε μια ζοφερή ασάφεια στην συμπεριφορά του κι η ματιά του. Κοίταζε τον άλλον κατάματα κι δεν έπαιρνε το βλέμμα του μέχρι ο άλλος να φύγει. Δεν μιλούσε και δεν μόρφαζε με κανέναν ιδιαίτερο τρόπο και μόνο κοίταζε. Διάλεγε τα μικρά παιδιά στον δρόμο και στο λεωφορείο. Στριφογύριζαν στην αγκαλιά της μάνας τους και τύχαινε να τον δουν στο από πίσω κάθισμα κι απόμεναν να τον κοιτάζουν με μισάνοιχτο στόμα κι ενώ πριν ξεσήκωναν τον κόσμο με τη φασαρία τους τώρα τον κοίταζαν ακίνητα και σκοτωμένα. Κι όλο τον κόσμο έτσι τον κοίταζε κι όχι βέβαια σε περιστάσεις συνδιαλλαγής ή κοινής συνομιλίας και φαίνεται απίστευτο να βρέθηκε ποτέ.  Σε τυχαίες διασταυρώσεις βλεμμάτων στο θέατρο και στις αφετηρίες των αυτοκινήτων κι ο άλλος αναγκαζόταν να τον ξανακοιτάξει κι από κείνη την πρώτη στιγμή δεν μπορούσε πια να ξεφύγει και χωρίς να τολμά να σκεφτεί πως είναι κανένας τρελός ή να γελάσει και ξαναγύριζε να δει αν συνέχιζε να τον κοιτάζει κι αγωνιώντας.

 

ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΑΠΛΟ ΒΛΕΜΜΑ ΟΛΟΪΣΙΟ ΚΑΙ ΠΥΡΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΤΑΣΗ ΤΟΥ Ο ΑΛΛΟΣ ΤΗΝ ΕΠΑΙΡΝΕ ΓΙΑ ΜΙΣΟΣ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ…

Από έναν άγνωστο του πλήθους που απευθυνόταν αποκλειστικά σ’ αυτόν και ξεχωριστά απ’ όλους τους άλλους κι ήταν τυχαίο θύμα μιας άγνωστης κακίας και δικαιοσύνης.  Ο συγγενής του έχει έναν πρωτοφανή τρόπο να αντιμετωπίζει τα γεγονότα. Λες και περίμενε τα γεγονότα αυτά ακριβώς ώστε να μην εκπλήσσεται και σα να τα είχε ζήσει τα ίδια τα γεγονότα σε άλλο χρόνο περασμένο κι είχε πια ξεθυμάνει η εντύπωση λες και γι’ αυτόν κατεξαίρεση ο χρόνος προηγείται ή μια αντίληψη που έφτανε τη μαντική και μια αστραπιαία αφομοίωση που η ταχύτητά της έπνιγε την εντύπωση και το αίσθημα. Όχι απέχθεια αφού διέκρινες έναν χλωμό συναισθηματισμό που ήταν ανυπόκριτος κι αυτός που έπρεπε να είναι. Οι εκδηλώσεις του έδιναν την εντύπωση του παρωχημένου  Γυρνούσαν μαζί στο σπίτι και περπατάν στον εξοχικό δρόμο και πίσω τους μακριά σταματά το λεωφορείο της γραμμής και γυρνάει και λέει γιατί σταμάτησε δεν είναι εκεί στάση κι ο συγγενής του δεν γύρισε. Φώναζαν από το λεωφορείο και κατέβηκαν οι επιβάτες. Οι σκιές τους σκέπασαν τα φώτα του λεωφορείου και χύθηκαν στο δρόμο και μια γυναίκα μουγκρίζει σαν ζώο που το σφάζουν. Σταματά με πληγωμένη ψυχή κι ο συγγενής του λέει την καημένη. Είπε σιγά χωρίς ν’ ανακόψει το βήμα με συγκίνηση μακρινή και κατάλοιπο μιας παλιάς συγκίνησης  σωστής και σα να ήξερε γιατί μούγκριζε η γυναίκα κι ήξερε πως δεν έχει σωτηρία πια και σα να το έβρισκε φυσικό να φωνάζει κάποιος άσχετα ποιος ο πόνος κι αυτό που έχει σημασία είναι ένας που βασανίζεται κι η αιτία είναι πάντα φυσική κι αναπότρεπτη και πάντα η ίδια και γνωστή.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ, εκδόσεις Κέδρος 1964]

 

ΜΟΙΡΟΛΑΤΡΙΑ ΚΙ ΗΜΕΡΩΜΕΝΗ Η ΑΚΡΙΒΗ ΠΕΙΡΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΔΙΔΑΞΕ (αποσπάσματα από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά 1964)

Ήρθε κάποιος κι αυτός ρωτάει και μαθαίνει πως το λεωφορείο χτύπησε μια γυναίκα και της έκοψε τα δυο πόδια και τα γόνατα. Τη νύχτα ξυπνάει από ένα χτύπημα μέσα στη ντουλάπα. Βγαίνει έξω. Ανάβει τα φώτα του κήπου. Ξαναγυρνά με προφύλαξη κι ανοίγει την ντουλάπα. Ήταν κλεισμένη μια κότα και ψυχορραγούσε με κομμένα πόδια από την κλείδωση. Ο συγγενής του χάθηκε από το σπίτι κι ο φόβος του μεγάλωσε από νύχτα σε νύχτα. Άκουσε να τον φωνάζουν από το μεγάλο σπίτι. Απόγευμα και σιωπή και τον φώναζαν στο όνομά του σαν από μεγάφωνο. Προχωρεί με δισταγμό και κοίταζε γύρω μπαίνει στο σπίτι. Πηγαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο, Το σπίτι άδειο κι έτρεξε και κλείστηκε στο σπίτι της μουριάς. Τη νύχτα ένας περπατά στον κήπο. Βγαίνει και φωνάζει πού είσαι; κι άνοιξε όλα τα φώτα κι έψαχνε στον κήπο.  Απόκαμε και στέκεται γυμνός μέσα στην τρομαχτική φαντασμαγορία του φωτισμένου κήπου. Ξαφνικά σηκώνει το κεφάλι. Τον βλέπει πάνω στην στέγη του σπιτιού της μουριάς και καθόταν στο πεζούλι της στέρνας.  Το πρόσωπό του φορτωμένο πούδρα κάτασπρο και βαμμένα πελώρια μάτια και τον κοίταζε από ψηλά κι ύστερα εξαφανίστηκε. Μονολογεί κι ανεβαίνει στην στέρνα από τη σιδερένια σκαλίτσα και δεν τον βρίσκει. Ξαναρχινά το ψάξιμο και μπαίνει στο κυρίως σπίτι. Τον ανακαλύπτει τη στιγμή που κρυβόταν πίσω από μια ψηλή καρέκλα της τραπεζαρίας. Ο συγγενής του είναι χολωμένος που τον πέτυχε σ’ αυτή την γελοία θέση και δεν πρόλαβε να κρυφτεί. Του πιάνει τα χέρια και δεν τον κοιτάζει και λέει σε βρήκα τρόμαξα. Ο συγγενής του παρά τον εξευτελισμό τον βλέπει με έκπληξη κι εκείνος λέει και του σφίγγει τα χέρια και λέει με τρομάζεις είπε για να δικαιολογηθεί κι όχι με παράπονο.  Αποφεύγει να δει το βαμμένο πρόσωπο. Ο συγγενής του ρωτά έρχεσαι σε μένα. Πού σε τρομάζω; Που αλλού όταν είσαι με άλλον όταν φοβάσαι πρέπει να είσαι με κάποιον άλλο και περνάει ο φόβος δεν είναι;  έψαχνα να σε βρω έψαχνα. Τώρα δεν με φοβάσαι; ρωτάει ο συγγενής του. Αφού είμαστε μαζί απαντάει αυτός. Ο συγγενής του φωνάζει εγώ - εγώ. Ο γιατρός λέει ήρθε  σε σας που τον τρομάζετε για να τον δείτε και να πάψετε και με την υποκριτική του εμπιστοσύνη αποσκοπεί στο να σας αφοπλίσει. Η νοσοκόμα φωνάζει εγώ-εγώ. Πέστε τον ρωτάει ο γιατρός κι υψώνει την φωνή τι περιμένετε από μας; με σαφήνεια απαντήστε. Από μας. Ο λόγος λέει ο γιατρός να εξακριβώσει γιατί εκείνο που βασανίζει είναι η ιδέα και να γιατί ο θάνατος προέρχεται από το θάνατον των άλλων κι άλλος θάνατος εκτός από τον θάνατο των άλλων δεν υπάρχει. Ήρθε σε σας λέει η νοσοκόμα για να τον λυπηθείτε και με υποκριτική εμπιστοσύνη. Πέστε τον ρωτάει ο γιατρός τι περιμένετε από μας; με σαφήνεια απαντήστε. Από μας. Όχι δεν μπορείτε με σαφήνεια. Ήρθε σα σας λέει η νοσοκόμα για να εξακριβώσει και θα μας πείτε λέει ο γιατρός κι ύστερα θα μας πείτε με περιφρόνηση ανυποψίαστους και θα είστε κατά βάθος ευχαριστημένος που είμαστε ανυποψίαστοι. Όμως δεν είμαστε και ξέρουμε.

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ…

... λέει η νοσοκόμα τι περιμένετε από μας; με σαφήνεια. Πέστε τον ρωτά ο γιατρός τι περιμένετε από μας σωπάστε φωνάζει ο συγγενής με σαφήνεια απαντήστε λέει ο γιατρός. Όμως εμείς ξέρουμε λέει η νοσοκόμα. Μας δώσατε λέει ο γιατρός σωπάστε φωνάζει ο συγγενής μεγαλύτερη σημασία λέει ο γιατρός απ’ όση μας πρέπει. Όχι με σαφήνεια δεν μπορείτε λέει η νοσοκόμα. Σωπάστε. Κι αυτό φανερώνει λέει ο γιατρός πως θεωρείτε τον εαυτό σας καταδικασμένο. Κι αυτό θεωρείτε εγώ που τρομάζω τους ανθρώπους κι ανταποδίδω. Φέρνω στο νου όλα εκείνα και που άναβες τα φώτα και που κρατιόσουν άγρυπνος μη πεθάνεις πάνω στο όνειρο που είναι η φαντασία του θανάτου και δείχνει όπως βέβαια κι ο θάνατος δείχνει  πόσο ανυποψίαστοι είμαστε κι έρμαια.  Δάγκωνε κι έκοβε κομμάτια από τον αέρα ανώφελα κι οι αγριεμένες καρωτίδες και το παραβάν. Σ’ αφάνιζε εκείνο το θέαμα θανάτου και το πέθανε που φώναζες δεν ήταν αναγγελία ή να το συνειδητοποιήσεις. Προσταχτική κι ανυπομονησία από τον πιο ατομικό φόβο. Απ’ αυτόν τον σκότωσες. Ο συλλογισμός είναι καθαρός σαν μικρή συλλαβιστή φράση με τον συλλογισμό. Για να τελειώσεις τον φόβο ήρθες στον φόβο. Για να τελειώσεις τον θάνατο έκανες θάνατο. Τι κοροϊδία για τη γλώσσα.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ, εκδόσεις Κέδρος 1964]

 

ΜΙΑ ΠΟΡΤΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΥ ΚΛΕΙΝΕΙ ΑΡΓΑ ΣΑΝ ΜΟΙΡΑ ΠΟΥ ΕΚΛΠΗΡΩΝΕΤΑΙ (αποσπάσματα από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά 1964)

Η Φανή όταν του μιλά κοιτάζει πάντα δίπλα του κι όχι κατά πρόσωπο και τον παρακολουθεί με την άκρη του ματιού. Ποτέ κατάματα και χαμογελάει τον αντιπαθεί. Η Φανή λέει δραματοποίηση πενιχρών συγκινήσεων. Το γράμμα φωνάζει αυτός στο φίλο του της έδωσες να διαβάσει το γράμμα μου. Η Φανή βγαίνει από το δωμάτιο. Η Φανή βάζει κάθε τόσο το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας και λέει φράσεις από το γράμμα. Η Φανή μπαίνει και λέει κάποιος με ρώτησε τι είδους φίλοι είναι αυτοί οι δύο που δεν τους είδα ποτέ να κάνουν μια φιλική χειρονομία ένα χτύπημα στην πλάτη κι ένα πιάσιμο χεριού. Λέει και κοιτάζει με χαμόγελο τη βιβλιοθήκη. Ο φίλος του λέει με κατήγγειλαν. Η Φανή έπαψε να χαμογελάει κι ο φίλος του μετάνιωσε που το είπε μ’ αυτόν τον απότομο τρόπο… Σκέφτεται τώρα θα νομίσει πως τον υποπτεύομαι. Αυτός φωνάζει τι; Φώναξε τι σχεδόν άγρια και τους κοιτάζει. Ύστερα λέει εγώ σας κατήγγειλα. Ο γιατρός λέει το περίμενα. Η Φανή φωνάζει το είχα πει. Ο φίλος του λέει δεν με κατήγγειλε αυτός. Η νοσοκόμα λέει αυτός-αυτός. Ο γιατρός λέει όχι δεν σας κατήγγειλε. Η Φανή λέει προηγουμένως είπατε το περίμενα. Περίμενα όχι πως κατήγγειλε αλλά πως θα έλεγε πως κατήγγειλε κι ύστερα από κείνο το τι που φώναξε ήξερα κιόλας πως ο επόμενος λόγος του θα ήταν εγώ σε κατήγγειλα και σα να ήμουν εγώ ο ίδιος το ήξερα και κατάλαβε αμέσως μετά το τι πως η έκπληξή του θα σας φάνηκε υπερβολική κι είναι και η επιφυλακτικότητά σας που τον στενοχωρεί κι η αμηχανία κι αντιπάθεια που του δείξατε μετά το γράμμα και συνετέλεσε και το ύφος που είχαμε εμείς εκείνη τη στιγμή. Δεν θα σας πείσω σκέφτεται και λέει εγώ σε κατήγγειλα. Αυτό περίμενα λέει η νοσοκόμα το απαύδισμα. 

 

ΔΡΑΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΠΕΝΙΧΡΩΝ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΩΝ:

Η Φανή φωνάζει αυτός-αυτός. Ο φίλος του λέει δεν με κατήγγειλε. Η νοσοκόμα λέει δεν σας κατήγγειλε αλλά ύστερα από κείνο το τι που φώναξε κατάλαβε πως ήταν πια αργά και σκέφτηκε δεν θα τους πείσω και λέει εγώ σε κατήγγειλα από απαύδισμα. Ο γιατρός λέει φυσικά δεν σας κατήγγειλε. Η Φανή λέει προηγουμένως είπατε το περίμενα. Εννοούσα αυτό το εγώ σε κατήγγειλα κι έχει ένα αίσθημα ενοχής κι έτοιμος να φορτωθεί και το πιο απίστευτο φταίξιμο και το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο αν προ ολίγου αντί να μιλήσετε για καταγγελία αν κάμνατε νύξη για θάνατο. Ένα είδος Χριστού λέει η Νοσοκόμα. Ξαφνικά να τον ρωτούσατε λέει ο γιατρός και απροειδοποίητα να τον ρωτούσατε πώς πέθανε. Και να τον κοιτάζετε όχι με κοινό συλλυπητήριο ύφος αλλά κάπως εξεταστικά. Να τον ρωτούσατε σαν όχι από συμπάθεια κι ενδιαφέρον αλλά με απορία  και τέλος πάντων να είχατε παράξενο ύφος και όχι ό,τι συνηθίζεται στην περίσταση. Ακόμα και με ειρωνεία ή χαρούμενα ή κι απλώς με δυνατή φωνή κι οπωσδήποτε αφύσικα. Η Φανή τεντώνεται όρθια και φωνάζει πώς πέθανε. Η Φανή κοιτάζει γύρω μη την ακούει κανείς άλλος και ψιθυρίζει πως πέθανε. Η Φανή ρωτάει με τρυφερότητα πώς πέθανε. Ο φίλος του την τραβά και την κλείνει απέξω κι έρχεται και του φέρνει μια μικρή ταναγραία. Η Φανή ανοίγει την πόρτα και πίσω της φαίνονται μερικοί άνθρωποι που προσπαθούν να δουν μέσα στο δωμάτιο. Είναι άνθρωποι του σπιτιού καθώς φαίνεται από το πώς είναι ντυμένοι. Μια γυναίκα κι ένας άνδρας και μια γυναίκα και οι άλλοι δεν ξεχωρίζουν καλά και μόνο τα δάχτυλά τους ανάμεσα στα κεφάλια των μπροστινών που προσπαθούν να κάνουν άνοιγμα να δουν. Να λέει η Φανή και τον δείχνει. Εκείνοι τον βλέπουν με περιέργεια αν και με κάποια συστολή και γυρνάν και χαμογελούν στη Φανή.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ, εκδόσεις Κέδρος 1964]

 

ΕΙΝΑΙ Ο ΒΟΜΒΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΙ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΑΧΝΗ ΚΙ ΥΠΟΚΩΦΗ ΛΟΓΙΚΗ (αποσπάσματα από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά)

Ο ΒΟΜΒΟΣ. Το σπίτι είχε μια μεγάλη κόκκινη βεράντα στρωμένη με σπασμένες πέτρες και πολυθρόνες από άσπρο σίδερο. Ο κήπος είχε μπουκαμβίλιες και γιασεμί λεμονιές πορτοκαλιές. Το μοτέρ του πηγαδιού δουλεύει όλη τη μέρα. Ήρθαν το βράδυ η Άννα και η Αδελφή της. Κάθονται στη βεράντα κι από την ανοιχτή πόρτα ακουγόταν μουσική. Η Άννα τον κοιτάζει τρυφερά και μελαγχολικά κι αυτός μπαινοβγαίνει στο σπίτι τρέχοντας και φέρνει γλυκά και ποτά και γελάει με το παραμικρό. Σαν παιδί λέει η νοσοκόμα και χαμογελάει μητρικά κάνει σαν παιδί. Θέλω για την εκδρομή αρχίζει αυτός. Η νοσοκόμα λέει περιπαιχτικά υπονοούμενα για το δεσμό του με την Άννα. Θα έρθουν κι άλλοι πολλοί αρχίζει αυτός. Να μιλήσουμε για μουσική φωνάζει η νοσοκόμα. Μιλάν για τη μουσική εξομολογητικά κι επίσημα. Είναι ο βόμβος της ψυχής κι έχουν την ίδια αχνή κι υπόκωφη λογική πυκνά κι αραιά στοιχεία άνισης κατανομής σαν την πραγματικότητα. Άνισης κατανομής λέει ο νεκροθάφτης και γελάει. Το κονσέρτο γκρόσο του Τζεμινιάνι λέει η νοσοκόμα με συγκλονίζει. Μου υποσχέθηκαν πολλοί φωνάζει αυτός όμως εκείνοι μιλά και δεν τον ακούν και γυρνάει και λέει στην Άννα εγγυητικά και με πεποίθηση μου υποσχέθηκαν πολλοί. Στο χείλος του κάθε μέρους γνωρίζει κιόλας το επόμενο που θα έρθει κι απ’ αυτή την απανωτή και μυστική επαλήθευση προκαλείται η συγκίνηση πριν από το λόγο και πριν από το σχήμα ο μουσικός χαρακτήρας της μουσικής και της πραγματικότητας. Η Άννα έδειξε πως την στενοχωρούσε η δυνατή μουσική που έβγαινε από το σπίτι έγειρε το κεφάλι. Όπως θα έλεγε ένας χιουμορίστας δεν καταλαβαίνω τη σχέση έχει με την Αμερική κι αυτό το φινάλε είναι ας το πω γενικό. Πολύ γενικό κι αφάνταστα γενικό φωνάζει η νοσοκόμα. Σαν μια πανύψηλη σιδερένια πόρτα λέει ο εργολάβος. Ναι λέει ο γιατρός μια πόρτα μεγάλη που κλείνει αργά σαν μοίρα που εκπληρώνεται. Θαρρώ ως το βλέπω λέει ρεμβαστικά η νοσοκόμα τα δυο φύλλα της πόρτας κλείνουν αργά κι η πλατεία μπροστά μένει τελείως έρημη κι εσύ στα σκαλιά της πόρτας λυγίζεις να πέσεις πληγωμένος κι εκστατικός εσείς πάτερ δεν μιλάτε. Να φύγετε λέει ξαφνικά η Άννα στο γιατρό σας διώχνω. Να μιλήσουμε για την εκδρομή λέει ο παπάς. Ο γιατρός λέει η μουσική είναι ατέλειωτη κι η νοσοκόμα λέει μπορώ να μιλώ και να ακούω για τη μουσική ώρες και μέχρι το πρωί. Να συμφωνήσουμε λέει ο γιατρός πως θα αρχίσουμε περί εκδρομής όταν κάποιος από μας ξεστομίσει μια λέξη που θα ορίσουμε από τώρα κι αυτή η λέξη θα είναι το σύνθημα να αλλάξουμε θέμα και να πούμε για την εκδρομή κι έτσι γίνεται διασκεδαστικό και το αφήνουμε στην τύχη αφού μας αρέσει όλους η μουσική. Μη περιμένετε λέει η νοσοκόμα να την ακούσετε από μένα αυτή τη λέξη. Ναρκοπέδιο λέει ο νεκροθάφτης. Χαμηλώστε τη μουσική  λέει η Άννα και βάζει το χέρι στα μάτια σα να κοιτάζει τον ήλιο. Όχι λέει ο γιατρός όχι τέτοιες λέξεις κι αντίθετα η λέξη να μην είναι δύσκολη κι όσο συχνότερα κινδυνεύουμε να την πούμε τόσο πιο ενδιαφέρον και μια μικρή αγωνία. Αισθητή λέει ο γιατρός αυτή τη λέξη προτείνω αισθητή.

 

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ…

… λέει η νοσοκόμα. Μιλάν με μεγάλες διακοπές. Η αδελφή της Άννας είναι μια άσχημη μεγαλοκοπέλα. Η ομορφιά της Άννας με το χλωμό μέτωπο τα γαλάζια κλαδάκια των φλεβών στους κροτάφους και τα χαμογελαστά μήλα τα καθαρά μάτια το στρογγυλό πρόσωπο με την πολύτιμη ειλικρίνεια. Η αδελφή της Άννας ήταν πριν από λίγο καιρό σε νευρολογική κλινική κι είχε πάθει κάτι που το είπαν παράκρουση. Πριν ζούσε σ’ ένα χτήμα με βαμβάκια ζούσε μονάχη και το δούλευε αμίλητη και βασανισμένη γυναίκα. Έγινε μια φασαρία με το χτήμα τουρκική ιδιοκτησία κι απαλλοτρίωση του κτήματος και δικαστήρια. Μπερδεμένη υπόθεση και το χτήμα ήταν η μοναδική ιστορία της ζωής της κι είχε αρπαχτεί απ’ αυτό το προστάτευε και το βύζαινε. Είχαν κι άλλο πόρο ζωής τώρα αλλά δεν εγκατέλειπε το χτήμα και γι’ αυτό την τράνταζε αυτή η ιστορία κι έπαθε κρίση.  Πηγαίνουν στο χτήμα και το βρίσκουν έρημο και το σπίτι κλειδωμένο. Την φωνάζουν από δω από κει πουθενά. Έφυγε; Πού πήγε; οι άνθρωποι που την βοηθούσαν διωγμένοι κι άφαντοι. Γύρισαν όλο το χτήμα και την φώναζαν και σπάζουν την πόρτα και μπαίνουν στο σπίτι. Την βρίσκουν μέσα σ’ ένα ντουλάπι και ψέλλιζε με γουρλωμένα μάτια. Τρεις μέρες είχε να φάει και να κοιμηθεί. Ήρθε ένας με μια τσάντα και κάτι χαρτιά. Όλο γελούσε και τον έδιωξε κι εκείνος πάει απ’ το παράθυρο απέξω και κοίταζε μέσα και γελούσε και κουνούσε το κεφάλι πάνω κάτω κι άνοιγε το στόμα δεν άκουγε τι έλεγε σαν κεφάλι ψαριού κι ανοιγόκλεινε το στόμα κι όλη τη νύχτα έξω από το παράθυρο τσαλάκωνε τα χαρτιά χρατς χρατς χρατς και κουνούσε το κεφάλι και γελούσε μέσα στο φεγγαρόφωτο και τα χαρτιά έτριζαν όλη νύχτα και φύτρωσε πίσω από το αυτί της ένα δάχτυλο μακρύ με μαλακιά άκρη δίχως νύχι και γαργάλευε το σβέρκο.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ, εκδόσεις Κέδρος 1964]

 

ΕΚΑΝΕ ΚΑΙΡΟ ΣΤΗΝ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΙ ΕΙΠΑΝ ΠΩΣ ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΕΛΩΣ ΚΑΛΑ (αποσπάσματα από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά 1964)

Μόνο που ήταν πάντα σαν αφηρημένη κι είπαν πως είναι από την υπνοθεραπεία και σε λίγο καιρό θα  συνέλθει ολωσδιόλου κι η Άννα από τότε ποτέ δεν την άφηνε από κοντά της και την έπαιρνε μαζί της όπου πήγαινε και την φρόντιζε σαν μωρό. Ακούστηκε η καγκελόπορτα κι όλοι σώπασαν. Ήταν ο συγγενής του που ήταν δικό του το σπίτι και τον φιλοξενούσε. Έλειπε σε ταξίδι και δεν τον περίμενε απόψε και δεν είχαν μεταξύ τους καμιά οικειότητα κι όταν τον είδε να έρχεται ταράχθηκε μήπως φερθεί με αγένεια αφού δεν τους γνώριζε και μπορεί να έβρισκε άπρεπη την πρόσκληση άγνωστων ανθρώπων στο σπίτι του. Ο συγγενής του φαινόταν δύσθυμος ίσως από την κούραση κι όταν τους είδε έδειξε έκπληξη κι αυτός την πήρε για ενόχληση και μεγαλώνει η ανησυχία του. Τους παρουσιάζει χάνοντας τα λόγια του κι ο συγγενής του μπήκε αμέσως μέσα και τον άκουσαν να λέει ετοιμάστε το μπάνιο κι ύστερα κάτι φώναζε στο τέλος άκουσαν να λέει. Σηκώνεται βιαστικά και μπαίνει μέσα να κλείσει τη μουσική και γυρνάει αμήχανος. Πρόσεχε να ακούσει τι γίνεται μέσα στο σπίτι. Οι πόρτες ανοιγόκλειναν. Κατέβαινε ένα αεροπλάνο και το είδαν χαμηλά να αναβοσβήνει τα κόκκινα φώτα του και χάθηκε μέσα στα δένδρα του κήπου γιατί το σπίτι ήταν πολύ κοντά στο αεροδρόμιο. Αυτός ο βόμβος. Συνηθισμένος ήχος σ’ αυτό το σπίτι. Τρομαχτικός θρυμματιζόταν ο ουρανός κι έπεσε κεραυνός στο σπίτι μισόκλεισαν τα μάτια και σκύβουν το κεφάλι ν’ αποφύγουν το λεπίδι του κόσμου. Η Άννα σηκώνεται όρθια και φωνάζει δάκρυα τρέχουν στο πρόσωπό της και τον κοιτάζει και φώναξε τον σκότωσες

 

Η ΠΙΣΤΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΧΤΟ ΜΟΥ ΚΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ:

.. Πριν λέει ο παπάς είπατε για την πίστη μου. Η πίστη μου είναι το ένστιχτό μου κι η ζωή μου. Όμως μου έρχονται μερικές σκέψεις κι ακριβώς μου έρχονται. Μη φανταστείτε πως η διάνοιά μου αντιμάχεται το ένστιχτό μου και δεν υπάρχει καμιά διανοητική επιφύλαξη και σας βεβαιώνω η πίστη μου είναι γερή και δεν φοβάται κανέναν και την λογική κι έρχονται μερικές σκέψεις ολωσδιόλου ανεξάρτητες και στιγμιαία όνειρα του λογικού κι αυτό δείχνει ελευθερία πάλι αποδείχνει την πίστη μου και δεν έχει η πίστη καμιά σχέση μ' αυτές τις σκέψεις και δεν την μειώνουν ούτε κατ' ελάχιστο κι άλλωστε δείχνουν άγνοια της στοιχειώδους χριστιανικής δογματικής ανεπίτρεπτη σε μένα. Λες και τις κάνει ένας άλλος κι έρχεται και μου τις λέει. Μου τις λέει με την βεβαιότητα πως σκέφθηκε κάτι το σημαντικό και ταραγμένος από την εμπνευσμένη αποκάλυψη. Όμως εγώ τις ακούω αδιάφορα και το πολύ να εκτιμήσω κάποιαν ασυνήθιστη παρουσίαση και φαντασία. Αυτό που σας είπα για την ταραχή του φανταστικού συνομιλητή έχει την σημασία του γιατί δεν θέλω να τις αδικήσω αυτές τις σκέψεις κι είναι δικαιολογημένο που οι διάφορες ιδέες στηρίζουν την αξία τους στην σημασία που δίνουν σ' αυτές αυτοί που τις κάνουν κι εκείνοι που τις δέχονται κι όχι στην σχέση τους με την αλήθεια κι οι ιδέες είναι τα όπλα μας εναντίον της αλήθειας. (Απόσπασμα από τις σελίδες 63, 64 της ΕΚΔΡΟΜΗΣ του Γιώργου Χειμωνα, πρώτη έκδοση 1964)

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2021

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

ΤΑ ΦΩΤΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΕΠΑΣΜΕΝΑ ΜΕ ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ ΧΑΡΤΙΑ, ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΣΩΛΗΝΕΣ ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΣΦΑΙΡΑ:

 Εκείνη η γυναίκα τον πηγαίνει σ’ ένα δωμάτιο και σφίγγεται πάνω του και τον παρασέρνει και ξαπλώνουν στο χαλί
Άγι μου Άγι μου και σφίγγεται πάνω του.
Οι μέτοχοι του θανάτου...
Το μάτι της πέφτει πάνω από το κεφάλι του στην άκρη του χαλιού.
Το χαλί το έχουν στερεωμένο πάνω στο γλιστερό πάτωμα με πινέζες.
Η γυναίκα ξεκαρφώνει την πινέζα βογκώντας πως τάχα κουράστηκε υπερβολικά απ’ αυτή την προσπάθεια και μιλάει σαν μωρό.
Μπήγει την πινέζα στην άκρη του χεριού του κι αυτός ουρλιάζει
κι η γυναίκα πατάει την πινέζα με δύναμη στραβώνοντας το στόμα
και την καρφώνει στο χέρι του και ξεφωνίζει με θρίαμβο και κακία.
Τώρα σ’ έκανα Άγι.
Την σπρώχνει κι αυτή γέρνει στο πλάι με νεκρό πρόσωπο ασάλευτα μάτια…

[Η ΓΟΝΑΤΙΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ, κι άλλα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Η ΕΚΔΡΟΜΗ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ πρώτη έκδοση 1964]




Η ΓΟΝΑΤΙΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Η ΕΚΔΡΟΜΗ» 1964)

Ακούστηκαν που έτρεχαν να ανοίξουν φωνάζοντας ένα όνομα κι ένα κορίτσι άνοιξε την πόρτα κι όταν το είδε νόμιζα πως ήταν ο Άγις. Τα φώτα είναι σκεπασμένα με πολύχρωμα χαρτιά. Εκεί ήταν μια γυναίκα με μάσκα καθόταν στην πολυθρόνα και του λέει αν φορούσες μάσκα θα έλεγα πως είσαι ο Άγις. Το ένα του δάχτυλο είναι κιτρινισμένο από τον καπνό. Η γυναίκα βγάζει τη μάσκα και του την φοράει βάλτη και θα πω ήρθε ο Άγις κι εμένα ας με δουν. Κάθεται καταγής κι αγκαλιάζει το ένα του πόδι και του φιλά το γόνατο ο Άγις ο Άγις. Ακούστηκε θόρυβος στη σκάλα και χύνονται μια συντροφιά άντρες και γυναίκες. Γελάν και χορεύουν. Τον βλέπουν στην γωνιά και σταματάν κι ένας ρωτάει ο Άγις; ήρθε ο Άγις; και φαίνονται έτοιμοι να ξεσπάσουν σε πανδαιμόνιο χαράς κι η γονατιστή γυναίκα είπε με ευτυχία ο Άγις. Το κορίτσι που άνοιξε την πόρτα λέει ότι δεν είναι ο Άγις. Σωπαίνουν κι ένας λέει με πονηρό γέλιο ο Άγις είναι. Τρέχει να του βγάλει τη μάσκα. Εκείνη η γυναίκα αγρίεψε και τον σκεπάζει με το σώμα της αφήστε τον φωνάζει Το στήθος της μυρίζει ίδρω και ύφασμα καινούργιο. Οι άλλοι τους παρατούν και χορεύουν με κέφι. Ένας σταματά και φωνάζει ο Άγις κι όλοι σταματάν και τον κοιτάζουν και δείχνουν ανυπόμονο ενδιαφέρον. Λέει ο Άγις ο Άγις και διηγιέται μιαν ιστορία με τον Άγι κι όλοι γελάν και φωνάζουν ο Άγις. Χορεύουν πάλι κι ένας σταματά και λέει θυμηθείτε τότε με τον Άγι κι όλοι φωνάζουν ο Άγις. Τότε πυροβόλησε περπατούσε δίκανο και παίρνει Ντέσα δεν είμαι τα πουλιά σωλήνες αυτά είναι άσφαιρα. Άγι Άγι. Γελάν με αγάπη κι ένας φωνάζει ο Άγις τότε. Στην κάμαρα ξαπλωμένοι κι οι τρεις τον καλοπιάνει στην ντουλάπα κρέμασαν κρύφτηκε μα πώς χτυπά η πόρτα πήγαινε πηγαίνει στον άλλο φύγε γιατί πριν πηγαίνει στον άλλο μέχρι το μεσημέρι. Όλοι φωνάζουν ναι ο Άγις ο Άγις άργησε ο Άγις άργησε Άγι άργησες Άγι Άργι Άργι άργησες Άργι Άργι Άργι. Ένας λέει τότε ο Άγις αυλή κάπνιζε νύχτα ο καπνός ανάμεσα ανάβει καμπανάκι της συκιάς κι η γριά τρέχει ο Άγις κλειδώνει. Άγι. Άγι. Άγι.

 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΓΙΣ…

Αυτός ρωτάει ποιος είναι ο Άγις; ρώτησε πολλές φορές όμως ο διπλανός του πρόσεχε τι έλεγαν για τον Άγι και δεν τον άκουγε κι ύστερα μόλις γυρνώντας του απαντά νευριασμένος ο Άγις ο Άγις γιατί βιαζόταν να βρει ευκαιρία να μιλήσει κι αυτός για τον Άγι κι είχε αρχίσει κιόλας όμως τον πρόφτασε κάποιος άλλος με πιο δυνατή φωνή. Εκείνη η γυναίκα τον πηγαίνει σ’ ένα δωμάτιο και σφίγγεται πάνω του και τον παρασέρνει και ξαπλώνουν στο χαλί Άγι μου Άγι μου και σφίγγεται πάνω του. Οι μέτοχοι του θανάτου. Η γυναίκα βλέπει το χέρι του κι αποτραβιέται και λέει σκεφτική σα να μιλάει στον εαυτό της δείχνει με το δάχτυλο πάνω στο χέρι του λέει το μικρό στρογγυλό σημαδάκι. Σα να μην καταλαβαίνει και ψάχνει και στο άλλο χέρι και λέει όχι όχι σ’ αυτό το χέρι και ξαναπιάνει εκείνο το χέρι του το θυμάται από κάψιμο. Το μάτι της πέφτει πάνω από το κεφάλι του στην άκρη του χαλιού. Το χαλί το έχουν στερεωμένο πάνω στο γλιστερό πάτωμα με πινέζες. Η γυναίκα ξεκαρφώνει την πινέζα βογκώντας πως τάχα κουράστηκε υπερβολικά απ’ αυτή την προσπάθεια και μιλάει σαν μωρό. Μπήγει την πινέζα στην άκρη του χεριού του κι αυτός ουρλιάζει κι η γυναίκα πατάει την πινέζα με δύναμη στραβώνοντας το στόμα και την καρφώνει στο χέρι του και ξεφωνίζει με θρίαμβο και κακία. Τώρα σ’ έκανα Άγι. Την σπρώχνει κι αυτή γέρνει στο πλάι με νεκρό πρόσωπο ασάλευτα μάτια. Βγαίνει έξω κι όλοι φωνάζουν Άγι Άγι βγαίνει στο δρόμο. Οι σκιές τους προβάλλουν στο κλειστό παράθυρο κι οι κορφές των κεφαλιών τους ανεβοκατεβαίνουν μεγαλώνοντας. Βγαίνει στο δρόμο. Είναι ακόμα μακριά. Κάθεται καταγής. Ξεκινάν για να έρθουν να τον βρουν ξεκινάν κι αργούν και δεν τους αφήνει από τα μάτια του. Πέρασαν οι ώρες κι ο ήλιος βγήκε και μαζεύτηκε γύρω του κόσμος που τους παρακολουθεί που έρχονται και δεν θέλουν να χάσουν τη στιγμή της συνάντησης σαν θέαμα συνηθισμένο αλλά ενδιαφέρον πάντα. Τα πρωινά έχουν πάντα από πρωινό συναγερμό της κατοχής κι από σχολική εκδρομή κι όταν ήταν στο στρατό τα γυμνάσια το πρωί. Ο καθαρός ουρανός κι ο ήλιος το δροσερό αεράκι. Ήρθαν και τον τριγυρνάν κι έκρυψαν τον ουρανό και τους ανθρώπους κι ένας που κρύβεται από πίσω τους και δεν μπορεί να τον διακρίνει και μόνο το παπούτσι του φαίνεται ή ο αγκώνας του ή ένα μέρος απ’ τα μαλλιά του. Του λεν σας ψάχνουμε όλη νύχτα θα ’ρθουμε στην εκδρομή. Τους λέει κοιτάξτε και δείχνει δείτε τι μου ’καναν δείτε και δείχνει. Ναι λεν αυτοί και δεν σκύβουν μόνο λένε ναι. Η δυσκολία ήταν να βρεθούν οι αντικαταστάτες μας όμως είναι ζήτημα ωρών. Δείτε δείτε ξαναλέει και δείχνει. Ναι λεν αυτοί και πλησιάζουν που τα γόνατά τους ακουμπούν στην πλάτη τους στους ώμους του ναι. Από πάνω του τα κεφάλια τους ενώθηκαν σαν σκοτεινός τρούλος εκκλησίας.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ, πρώτη έκδοση 1964]

 

 

ΚΡΥΦΤΟ (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Η ΕΚΔΡΟΜΗ» 1964)

Φεύγουν και κρύβονται και μόλις γυρίσει το κεφάλι εξαφανίζονται νυχοπατώντας και φανερώνονται έξαφνα με θόρυβο και γελώντας. Σήκωσε τα μάτια και τους πρόλαβε που είχαν σηκωθεί σιγά-σιγά κι έχουν παραταχθεί στον τοίχο έτοιμοι να φύγουν τον κοιτάζουν λοξά κι η νοσοκόμα είχε κιόλας προχωρήσει μακρύτερα απ’ τους άλλους. Πάτησαν τα γέλια που τους έπιασε και κάθισαν με χειρονομίες κωμικής απελπισίας. Τους βρίσκω φυσικό τους λέει κι όχι αυτό δεν το λέω με πικρή συγκατάβαση φυσικό κι ο οίκτος δίνει το δικαίωμα της κακίας κι η αναγκαστική. Από εσωτερικό λόγο αναγκαστική και η άλλη βέβαια αλλά κυρίως αυτή η αναγκαστική συμβίωση γεννάει μιαν επιθυμία τυραννίας σας καταλαβαίνω κι ύστερα μετανιώνουμε. Είναι ανθρώπινο κι ένας γνωστός μου καλότατος άνθρωπος φιλοξενούσε μια μακρινή συγγενή του. Μια γριά με σπασμένη τη σπονδυλική στήλη και διπλωμένη στα δυο φτωχιά κι έρημη και την είχε φέρει από την Χαλκίδα κι είχε κάνει όλα τα έξοδα και την τάιζε κι εκείνη τον προσκυνούσε ευεργέτη της. Αυτή η γριά σακάτισσα ήταν πολύ θρήσκα κι όλο προσευχόταν από κείνες τις παλιές γυναίκες της προσφυγιάς κι εκείνος της πετούσε τσουχτερά λόγια για την πίστη της κι έβριζε το θεό κι όχι πως δεν πίστευε ο ίδιος κι ήταν αδιάφορος σ’ αυτό το ζήτημα όπως ο περισσότερος κόσμος κι ούτε για διασκέδαση. Από γνήσια κακία παρόλο που ήταν ο ευεργέτης της χωρίς να είναι υποχρεωμένος και καλοπροαίρετος και κάθε φορά που ερχόταν απέξω της φιλούσε το χέρι και το έκαμνε ειλικρινά γιατί αυτό το χειροφίλημα την ευχαριστούσε και την συγκινούσε. Και γινόταν πυρ και μανία που η γριά δεν μιλούσε και η κακόμοιρα θύμωνε και σάστιζε και δεν της πήγαινε να αντιμιλήσει από ευγνωμοσύνη. Μια φορά η γριά δεν κρατήθηκε και του φώναξε με αγανάκτηση αφού το λέει το ευαγγέλιο κι αμέσως ντράπηκε και βγήκε στο μπαλκόνι με το αίμα στο κεφάλι. Συγχυσμένη και μετανιωμένη κι έκαμνε αέρα μ’ ένα περιοδικό αλλά κι εκείνος θύμωσε κι εκείνη τη στιγμή που του μίλησε έτσι του ήρθε να την διώξει. Γύρισε και λέει στον παπά χαίρομαι που είστε μαζί μας είπε αυθόρμητα χαίρομαι. Ο παπάς λέει μα εσείς δεν πιστεύετε. Να απαντάει όμως η πίστη είναι σαν τη ζεστασιά και ζεσταίνει κι εκείνους που είναι κοντά της και χαίρομαι που είστε κι εσείς. Ο εργολάβος λέει και τότε θα πρέπει όλες οι πίστεις να σας ζεσταίνουν κι αν δεν ήταν ο πάτερ κι ήταν ας πούμε ένας φανατικός κομμουνιστής ή ό,τι άλλο με πίστη. Ναι απαντάει θα ήταν το ίδιο κι ακριβώς το ίδιο. Δείτε λέει η νοσοκόμα με θαυμασμό και δείχνει πίσω του και οι άλλοι τεντώνουν τους λαιμούς τους να διακρίνουν και κρατούσαν το γέλιο τους και γύρισε κι αυτός το κεφάλι αν και κατάλαβε πως κι αυτοί το ’ξεραν πως είχε καταλάβει. Σηκώθηκαν με θόρυβο κι ήταν σίγουροι πως δεν θα γυρίσει το κεφάλι του πριν φύγουν. Περίμενε μέχρι που έπαψαν ν’ ακούγονται και γύρισε. Μέχρι τα εκατό φώναξε η νοσοκόμα από τον άλλο δρόμο. Σηκώθηκε με κούραση και ξεκινά να τους βρει. Στρίβει την γωνία και βλέπει πως το δρόμο τον έφραζε ένα ακίνητο πλήθος δεν μπορεί να κάνει βήμα κι από τα παράθυρα και πάνω στις στέγες κόσμος πολύς ακίνητος και βουβός.

 

ΒΡΕΘΗΚΕ ΧΩΜΕΝΟΣ Σ’ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΘΑΛΑΣΣΑ…

Μακριά είδε υψωμένο το χέρι της νοσοκόμας που τον καλούσε. Σπρώχνει να φτάσει εκεί και το πρόσωπό του στραμμένο στον ουρανό για ν’ αναπνέει και μόλις το κατέβαζε τον έπνιγε η ζεστή μπόχα των σφιγμένων κορμιών. Πολεμά να προχωρήσει με το πρόσωπο ψηλά σαν μέσα σε λάσπη. Θα γινόταν μια δημόσια εκτέλεση. Ο καταδικασμένος δεν είχε τίποτε που να ξεχωρίζει και φορούσε ένα κουστούμι παλιάς μόδας που φαίνεται ήταν το επίσημό του. Φορούσε ένα σακάκι με στενούς ώμους σταυρωτό και με κουμπωμένα και τα δυο κουμπιά και κάτω ήταν φαρδύ και μακρύ μέχρι τη μέση των μηρών. Είχε άσπρο πουκάμισο με μεγάλο γιακά με τσαλακωμένες μύτες και γραβάτα με χοντρό κόμπο. Φαινόταν πως είχε περισσότερη αμηχανία που ήταν το επίκεντρο της γενικής προσοχής παρά φόβος που θα τον εκτελούσαν. Του ήρθε λιποθυμία κι αγωνίστηκε με απόγνωση να φύγει αποκεί κι έχωνε τα πόδια του ανάμεσα στα σκέλη των ανθρώπων σαν μέσα σε σχισμές βράχων και δεν πατούσε πια στο έδαφος κι ένα βάρος κάθισε στους ώμους του και γύρω από την ρίζα του λαιμού. Το κεφάλι του χώρισε από το σώμα και στο τέλος δεν έμενε από την ύπαρξή του παρά μια θολή όραση και το βούισμα. Κάποιοι τον σήκωσαν ψηλά κι αιωρήθηκε πάνω από το πλήθος ανάμεσα στους τοίχους. Συνήλθε γερμένος στο κατώφλι μιας πόρτας κι από πάνω του σκύβαν δυο άνθρωποι. Ο ένας κρατάει ένα ποτήρι νερό και λέει από την πολυκοσμία. Ύπουλοι βηματισμοί και κατάλαβε πως εδώ κρύβονταν. Ένας διακεκομμένος τραγουδιστός ψίθυρος έβγαινε από τις μυρωμένες κι ομιχλώδεις κώχες του ναού. Φανερώνεται η νοσοκόμα και τρέχει καταπάνω του σπασμένη στα δυο και του φωνάζει μπούου και χάνεται καμπούρα μέσα σ’ ένα σκοτάδι κι ενθουσιασμένη από το παιχνίδι. Έρχεται ο παπάς χωρίς κάλυμμα κεφαλής με λυτά μαλλιά για να δείξει ίσως πως βρίσκονταν σε οικείο τόπο. Αυτός δεν του μιλάει για να δείξει επιτίμηση και προχωρεί να περιεργαστεί τα ξυλόγλυπτα και τις εικόνες που ήταν απαθείς σαν φωτογραφίες. Ο παπάς δέχεται τη σιωπή του και τον ακολουθούσε αργά και σα να περίμενε ευκαιρία να του μιλήσει κι όταν έβλεπε πως σταματούσε και κοίταζε κάτι πήγαινε και του έδειχνε χωρίς να μιλά του επεσήμαινε μια λεπτομέρεια να την προσέξει γιατί έχει μεγαλύτερη τέχνη ή κρύβει έναν γνωστό συμβολισμό.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ, πρώτη έκδοση 1964]

 

Η ΠΙΣΤΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΝΣΙΚΤΟ ΜΟΥ ΚΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ 1964)

Πριν λέει ο παπάς είπατε για την πίστη μου. Η πίστη μου είναι το ένστικτό μου κι η ζωή μου. Όμως μου έρχονται μερικές σκέψεις κι ακριβώς μου έρχονται. Μην φανταστείτε πως η διάνοια μου αντιμάχεται το ένστικτό μου και δεν υπάρχει καμιά διανοητική επιφύλαξη και σας βεβαιώνω η πίστη μου είναι γερή και δεν φοβάται κανέναν και την λογική κι έρχονται μερικές σκέψεις ολωσδιόλου ανεξάρτητες και στιγμιαία όνειρα του λογικού κι αυτό δείχνει ελευθερία κι η ελευθερία πάλι αποδείχνει την πίστη μου και δεν έχει η πίστη καμιά σχέση μ’ αυτές τις σκέψεις και δεν την μειώνουν ούτε κατ’ ελάχιστο κι άλλωστε δείχνουν άγνοια της στοιχειώδους χριστιανικής δογματικής ανεπίτρεπτη σε μένα. Λες και τις κάνει ένας άλλος κι έρχεται και μου τις λέει. Μου τις λέει με την βεβαιότητα πως σκέφτηκε κάτι σημαντικό και ταραγμένος από την εμπνευσμένη αποκάλυψη. Όμως εγώ τις ακούω αδιάφορα και το πολύ να εκτιμήσω κάποιαν ασυνήθιστη παρουσίαση και φαντασία. Αυτό που σας είπα για την ταραχή του φανταστικού συνομιλητή έχει τη σημασία του γιατί δεν θέλω να τις αδικήσω αυτές τις σκέψεις και είναι δικαιολογημένο που οι διάφορες ιδέες στηρίζουν την αξία τους στη σημασία που δίνουν σ’ αυτές αυτοί που τις κάνουν κι εκείνοι που τις δέχονται κι όχι στη σχέση τους με την αλήθεια κι οι ιδέες είναι τα όπλα μας εναντίον της αλήθειας. Με αυτόν τον πρόλογο θα σας άναψε η περιέργεια κι ας παραδεχτώ πως επίτηδες τον πρόσταξα για να σας παρουσιάσω σαν σπουδαία πράγματα ασήμαντα σταματήστε. Φώναξε ξαφνικά ο παπάς στο τρίξιμο των στασιδιών και στο σύρσιμο των ποδιών κι ύστερα προχώρησε προς το κέντρο και φώναξε πιο ήρεμα σταματήστε μια στιγμή και κοιτάζει γύρω να δει κανέναν κι ύστερα γυρνά σ’ αυτόν. είναι η ίδια φωνάζει αυτός η ίδια ιστορία με τη γριά κι η πράξη σας γίνεται διαβολική αφού ξέρετε πως δεν πιστεύω. Ακούγεται από ψηλά μια γλυκερή φωνή καλώς ήρθατε σας πονάει η πλάτη σας; Είναι η ίδια φωνάζει αυτός στον παπά θα σας καταγγείλω στην Αρχιεπισκοπή. Παρουσιάζεται ο γιατρός

 

 

Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΕΒΛΕΠΕ ΤΑ ΓΥΜΝΑ ΠΟΔΙΑ ΚΙ ΕΝΙΩΘΕ ΤΟ ΣΚΟΠΟ Ν’ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ  

Ο γιατρός παρουσιάζεται με μια λαμπρότητα    Ο γιατρός στην ακρογιαλιά έβγαλε τα παπούτσια και ξυπόλητος τα πόδια του μισοχωμένα στην άμμο.  Έβλεπε τα γυμνά πόδια κι ένιωσε ένα ερωτικό αίσθημα.  Αρκετά διατάζει ο γιατρός κι έδειχναν δυσαρεστημένοι από την απειλή του κι αυτός λέει προκλητικά.

Η γριά από την Χαλκίδα έτρεχε λέει η νοσοκόμα η γριούλα έτρεχε και μας άνοιγε την πόρτα και χαμογελούσε με το βαθουλωμένο της στόμα κι είχε μια κόρη σαράντα χρονών που έκαμνε μαθήματα στα παιδιά του γυμνασίου κι αγάπησε έναν όμορφο μαθητή κι έφυγε και χάθηκε.

Θα σας καταγγείλω στην Αρχιεπισκοπή λέει αυτός με απελπισία. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε από την Χαλκίδα λέει η νοσοκόμα σε τόνο κατευναστικής υπενθύμισης.  Ακούστηκε μια βροντή και οι άγιοι των τοίχων βόγκησαν κι άσπρες φλόγες έκαψαν το χρυσό τέμπλο.  Ένας σίφουνας μπαίνει από την πόρτα και ξεφύλλισε με πάταγο τα μεγάλα βιβλία των αναλογίων κι ανατάραξε με ορμή τα κρυστάλλινα κρόσσια των πολυελαίων.  Ακούστηκε η βροχή.   Πανανθρωπισμός πανανθρωπισμός φωνάζει η νοσοκόμα σα ν’ ανάγγελνε μ’ αυτή τη λέξη τη βροχή.    Ο εργολάβος λέει δυνατά με λεν Ιουλιανό και είμαι αυτοκράτορας.    Ο γιατρός λέει θα σας πούμε για τον Ιουλιανό κι είναι μάλλον ένα τελικό στιγμιότυπο χαρακτηριστικό κι όχι σωστή ιστορία.   Μια φάρσα θρησκευτική και περιληπτικά.   Θέατρο - θέατρο φωνάζει η νοσοκόμα. Όλοι ξέρουμε λέει ο γιατρός ποιος είναι ο Ιουλιανός…

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ, πρώτη έκδοση 1964]

 

 

Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ και ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΑΤΡΟΚΡΑΤΟΡΑΣ (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ 1964)

Αρχίζουμε από το στήσιμο ενός ειδώλου που θα είναι το σύμβολο της αναστημένης θρησκείας κι οι ίδιοι οι θεοί.  Από πέτρα Ολύμπου ή μάρμαρο αρχαίου κρυφού σηκού να είναι πραγματικά ιερό σύμβολο και καθαγιασμένο γιατί αυτό το είδωλο θα παίξει μεγάλο ρόλο σ’ αυτή την ιστορία καθώς θα δείτε βασικό κι ας παριστάνει ό,τι  ναναι ζώο ή κεραυνό. Γίνεται μια τελετή στο παλάτι με πολλή αρχαιοπρέπεια και το είδωλο στήνεται. Ακολουθούν οι πρέπουσες εκδηλώσεις λατρείας. Στο μεταξύ ο Ιουλιανός έχει στείλει την αντιπροσωπεία στον Απόλλωνα. Φεύγει και πάει να κοιμηθεί όμως σε λίγες ώρες και πριν ακόμα ξημερώσει. Εμπρός φωνάζει ο γιατρός. Πετάγεται ο εργολάβος κι είναι μισόγδυτος για να δείξει πως κοιμόταν. Αχ φωνάζει ο νεκροθάφτης και χτυπιέται σαν τραγωδός. Μια γελοία χοντροκοπιά και κυλιέται στα σκαλοπάτια προσέχοντας μη χτυπήσει και λέει. Ένα φοβερό όνειρο πως πολεμούσα στα βάθη της Ασίας.  Έρχεται μια σαϊτιά εδώ στο στήθος και μου ανοίγει μεγάλη πληγή. Πέφτω στο γόνα κι αγκομαχώ και χώνω το χέρι στην πληγή. Σα να χώνω το χέρι μου σε μια τρύπα γκρεμισμένου τοίχου. Τα δάχτυλά μου πιάνουν κρύους σβώλους από υγρό μαύρο χώμα και χνουδωτές μαλακές κοιλιές φαρμακερών εντόμων. Και πως έβγαζα από την πληγή το παγωμένο αίμα χοντρό χώμα και σκορπιοί και τα πετούσα προς τον ουρανό και φώναζα με νίκησες Χριστέ χόρτασε Ναζωραίε. Οι πολεμιστές φεύγουν και μένω εγώ με το χέρι στην τρύπα να μου το βυζαίνουν τα σιχαμερά ζωύφια κι η τρύπα έκλεινε και μου φυλάκισε το χέρι. Δεν μπορώ πια να το βγάλω κι άρχισαν να μου τον τρων τα μικροσκοπικά τέρατα της πληγής κι όλος μου ο θάνατος είναι μαζεμένος σ’ εκείνο το χέρι.

 

ΧΑΜΑΙ ΠΕΣΕ ΔΑΙΔΑΛΟΣ ΑΥΛΑ

Ο θάματος στο χέρι λέει ο γιατρός κι έρχεται και το δεύτερο χτύπημα κι εκείνη τη στιγμή καταφτάνει η ιστορική απάντηση της Πυθίας. Η Νοσοκόμα απαγγέλλει χοντραίνοντας τη φωνή της χαμαί πεσε δαίδαλος αυλά. Ο νεκροθάφτης βγάζει άγριες φωνές και λέει τώρα θα κάνω επίκληση και θα προκαλέσω τους θεούς θα σας φωνάξω τρεις φορές και στην Τρίτη φορά αξιώνω να φανερωθείτε με κάποιο τρόπο κι είναι η τελευταία σας ευκαιρία. Ο γιατρός λέει υπάρχει σ’ αυτό το σημείο υπάρχει έξοχη δραματικότητα κι ας φαίνεται παιδαριώδης μαγγανεία κι ίσα-ίσα γι’ αυτό, Ο νεκροθάφτης αρχίζει την επίκληση και πάνω στην Τρίτη φορά. Ακούστηκε μια βροντή κι οι άγιοι των τοίχων βόγκησαν κι άσπρες φλόγες έκαψαν το χρυσό τέμπλο. Ένας σίφουνας μπαίνει από την πόρτα και ξεφύλλισε με πάταγο τα μεγάλα βιβλία των αναλογίων κι ανατάραξε με ορμή τα κρυστάλλινα κρόσσια των πολυελαίων. Ακούστηκε η βροχή. Όλοι πέτρωσαν. Περνάν λίγα λεπτά κι ο γιατρός φωνάζει στην ώρα στην ώρα εγώ είμαι ο Ιουλιανός. Όμως αυτό λέει ο Ιουλιανός αυτό δεν είναι θεός είναι η σύμπτωση. Τώρα ξέρω και κατανοώ το νόμο και τη μοίρα του κόσμου. Τώρα ξέρω και κατανοώ το νόμο και τη μοίρα του κόσμου. Αφού είπε αυτά ο γιατρός έτρεξε κι έκλεισε την πόρτα και γυρνάει βρεγμένος και λέει να συνεχίσουμε σηκωθείτε διατάζει το νεκροθάφτη που είναι αποσβολωμένος καθώς και οι άλλοι. Θα σπάσετε τώρα με περιφρόνηση το είδωλο. Ο νεκροθάφτης κλωτσάει ένα καροτσάκι που πέφτει με κρότο κι ο γιατρός λέει οι άνθρωποι που μαζεύτηκαν φεύγουν όλοι κι αφήνουν μονάχο τώρα το βασιλιά κι ακούγονται από μακριά οι καμπάνες.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ, πρώτη έκδοση 1964]

 

ΕΙΝΑΙ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΣΕ ΛΙΓΟ ΘΑ ’ΡΘΕΙ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΙ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΙΕΡΑΤΕΙΟ (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ 1964)

Ο Ιουλιανός παραγγέλνει και του φέρνουν ένα σεντούκι όμοιο με φέρετρο και μαζεύει και βάζει μέσα τα θρύψαλα του ειδώλου και το κλειδώνει και παίρνει πόζα θρηνητική. Ο Πατριάρχης! φωνάζει η νοσοκόμα και δείχνει τον παπά που προβάλλει βαστώντας ένα μεγάλο σταυρό κι αυτός που είναι ο θεατής λέει στο γιατρό θα μπορούσατε να παραλείψετε την παράσταση και τους ηθοποιούς αφού τίποτε δεν προσθέτουν και γελοιοποιούν κι από την αρχή να μου το διηγιόσασταν κι όχι εδώ να παραλείπατε αυτόν τον περιττό κι ανυπόφορο θεατρινισμό και μάλιστα εδώ μέσα κι όλη την ώρα που τους έβλεπε να φωνάζουν τον κατείχε μεγάλη αγωνία μήπως έρθει κανένας και τους δει αν και η παρουσία του παπά τον καθησύχαζε αλλά και πάλι αγωνιούσε μην έρθουν.  Υπάρχει κάποιος σκοπός λέει ο γιατρός. Ο αυτοκράτορας λέει στον πατριάρχη πως κλαίει ένα φίλο παλιό αγαπημένο που το κουφάρι του κείτεται σε τούτο το σεντούκι. Πέθανε σε ξένη χώρα και του τον έφεραν κατά την τελευταία του θέληση κι αναθυμάται τη φιλία τους και τα χαρίσματα του φίλου. Που ήταν χριστιανός φωνάζει στον πατριάρχη αλλά τι έχει να κάνει κι από τις δυο φιλίες που η μια έχει κοινό αίσθημα κι η άλλη κοινή πίστη προτιμώ και ξεχωρίζω την πρώτη. Καθήκον μου είναι θαρρώ να σας τον παραδώσω και να του κάνετε την αρμόζουσα ταφή και με νιώθετε με πόσο κόπο το αποφάσισα κι όμως αυτό είναι το χρέος μου κι ο σεβασμός στον φίλο και σας τον εμπιστεύομαι. Μια ταφή σ’ ένα χριστιανό και σ’ έναν αδελφό του βασιλιά σας  ζητώ  φωνάζει ο Ιουλιανός κι ο θρήνος του είναι ειλικρινής γιατί είναι το ίδιο να κλαις έναν πεθαμένο φίλο κι έναν πεθαμένο θεό.

 

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ

Ο Ιουλιανός μιλάει και για κάποια συγκίνηση άλλη και γέννησε κάποιου καινούριοι αισθήματος κι έτσι μιλάει με καταχθόνια απροσδιοριστία για μιαν στροφή βαθιά του. Αξιώνει να του γίνει η χάρη κι αξιώνει χωρίς παρακάλια και με σοφό υπαινιγμό πως πολλά οφέλη θα έχει να δει η εκκλησία τους και νυγμοί εκβιαστικοί κι αφελείς πολλά οφέλη. Με κατεργαριά και τέχνη ερεθίζει τον πατριάρχη. Ο πατριάρχης δυσανασχετεί πώς είναι δυνατόν άνθρωπος άγνωστος και ποιος ξέρει πώς πέθανε κι ίσως αμετάληπτος των αχράντων. Ο πατριάρχης αρχίζει να σκέφτεται κι αν ακόμα είναι άπρεπο τι σημασία έχει μια ελαφρή ασέβεια και παρατυπία κι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ο βασιλιάς συστήνει μη ξεσκεπάσετε τον νεκρό. Πέθανε από αρρώστια φριχτή κι έχει γεμίσει το κορμί του φτερωτά ζούδια που θα πετάξουν και θα μολύνουν τη χώρα και μην υποψιάζεστε πως είναι από θεόθεν αρρώστιες κι είναι συνηθισμένη σ’ εκείνη τη ξένη χώρα ένα είδος λέπρα. Ο Ιουλιανός φτάνει σ’ ένα σημείο που χωρίς να τον έχει εγκαταλείψει η αγερωχία και ίσα-ίσα αυτή μεγαλώνει όσο μιλάει και δίνει στον άλλο να νιώσει πως την επόμενη στιγμή θα πέσει στα πόδια του να τον παρακαλέσει να του θάψουν τον φίλο κι ο πατριάρχης αναστατωμένος μπροστά στην επερχόμενη αυτή συνταρακτική ταπείνωση και βιαστικά και απερίσκεπτα κατεβάζει κι ακουμπά τον σταυρό πάνω στην κάσα.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ, πρώτη έκδοση 1964]

 

ΔΥΟ ΘΕΟΙ ΑΝΤΙΜΑΧΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΠΑΝ ΑΓΚΑΛΙΑΣΤΑ ΚΙ ΑΝΥΠΟΠΤΟΙ ΣΤΗ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΤΟΥΣ (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Η ΕΚΔΡΟΜΗ 1964)

Ιεροσυλία φωνάζουν η νοσοκόμα κι ο νεκροθάφτης και κρύβουν το πρόσωπο κι αποτραβιούνται. Η πομπή λέει ο γιατρός η κηδεία ξεκινάει με ψαλμούς. Ο παπάς λέει εγώ θα έλεγα πως ο πατριάρχης ξέρει τι έχει μέσα η κάσα και πάλι δέχεται. Μα τότε λέει ο γιατρός η φάρσα είναι αποτυχημένη και η φάρσα ενδιαφέρει. Και πάλι υπάρχει φάρσα λέει ο παπάς  και μάλιστα διπλή κι αντίστροφη. Όχι λέει ο γιατρός αν ο πατριάρχης ξέρει τότε αυτή η σκηνή παίρνει διαφορετικό νόημα κι ένας θα έλεγε πως στη συναίνεση του πατριάρχη που ξέρει υπάρχει ένας θριαμβευτικός συμβολισμός κι αδικούμε τον Ιουλιανό. Φέρτε στο νου σας τη στιγμή  και την έντεχνη κοροϊδία που κάνει ο Ιουλιανός.  Δυο θεοί αντιμαχόμενοι και παν αγκαλιαστά κι ανύποπτοι στη συμφιλίωσή τους. Συνεχίζουμε φωνάζει ο γιατρός σηκώστε τους νεκρούς. Οι άλλοι σήκωσαν το κηροστάσι κι ο παπάς προχωρεί μπροστά. Βγαίνουν έξω κι αυτός τους ακολουθεί αναγκαστικά και σταματούν στον περίγυρο κι η βροχή τους μούσκεψε ας τελειώσει αυτή η ιστορία τους λέει. Να σταθούμε εδώ κάτω από το δένδρο λέει ο γιατρός βρέχει πολύ. Ας φύγουμε τους παρακαλεί κι ο νεκροθάφτης και βρίσκει ένα ξύλο και σκάβει έναν μακρύ και ρηχό λάκκο κι ο παπάς ψάλλει κι οι άλλοι στέκονται προσοχή με κατεβασμένο κεφάλι κι ακούν με κατάνυξη. Παίρνουν το κηροστάσι και το ξαπλώνουν στο λάκκο κι ο παπάς ψάλλει με δυνατή φωνή. Αυτό είναι η σωστή κηδεία φωνάζει αυτός καταλαβαίνοντας ξαφνικά. Σκύβουν και τα μυτερά τους πρόσωπα χάνονται. Ρίχνουν χούφτες χώμα. Αυτός είναι ο κάποιος σκοπός σκέφτεται και σ’ αυτή τη μοχθηρή κηδεία απέβλεπαν και στην αναπαράσταση.

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2021

ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΧΟΥΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΡΕΘΙΖΟΥΝ ΤΟ ΧΑΟΣ

  Με παραισθήσεις υποφέροντας ο κήρυκας αισθάνθηκε να διαιρείται. Από το σώμα του επαράγονταν κι άλλα σώματα κι έγινε ένας στίχος ερχομένω...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ