Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΖΩΗ (Άγιο μίσος δος μου το χέρι σου…)

 Σταμάτησαν δυο φορτηγά   τα φανάρια τους πάνω μας.

Εμείς όλο περιμένουμε.

Ένα κομμάτι ασβέστη στα μάτια μας το φως

σαν ένα σακί με κόκαλα στην πλάτη μας η νύχτα.

 

Ένας κοντόχοντρος λοχαγός   ξεκόλλησε απ’ το σκοτάδι

το πηλήκιο στραβά   έν’ αποτσίγαρο στα δόντια

οι σκοποί χαμηλώνουν τα κράνη τους

ακροβολίζονται.

Μα γιατί τα χαμηλώνουν.

 

Τότε ένα σφύριγμα   και ξαφνικά

ακούστηκαν τα πολυβόλα   τα  τα   τα

μια κραυγή   ένα ουρλιαχτό

τα πολυβόλα δεν ακούνε   τα  τα  τα τα  τα

τρέχουμε στο σκοτάδι    πού πάμε

σε κάθε ύψωμα μας περιμένουν   τα  τα  τα

 

Οι σφαίρες σφυρίζουν μια στιγμή

ένα σκισμένο πρόσωπο

οι σφαίρες καρφώνουν ο σκοτάδι

κάποιος σηκώνει το σακάκι του   μήπως κρυφτεί

κανείς δε θέλει να πεθάνει

ο άλλος κουλουριάζεται   γίνεται ένα μικρό κουβάρι

να σωθεί.

 

Ένα κομμάτι μολύβι  

ξέρετε τι θα πει

όταν κρυώνει κανείς.

 

Όταν δεν θέλεις να πεθάνεις

ξέρετε τι θα πει   ζωή.

 

Κάποιος κολλάει στο χώμα

θα ’θελε να ’ναι   ένα με το χώμα.

Τα πολυβόλα   δεν ξέρουν πως έχουμε μητέρα  τα  τα  τα

Ένας κάνει να τρέξει   ο άλλος κρεμιέται πάνω του

δεν τον αφήνει

ένας ουρλιάζει

όλο το πρόσωπο ένα στόμα   τα  τα  τα

 

Οι σφαίρες δαγκώνουν μια στιγμή

ύστερα τίποτα

οι σφαίρες δε βλέπουν στο σκοτάδι

ξέρετε τι θα πει ζωή   τα  τα  τα  τα  τα.

[κι άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Το Χρονικό της Μακρονήσου 1952]

 


ΠΡΟΣΩΠΑ ΜΕ ΚΡΑΝΗ   ΠΡΟΣΩΠΑ ΑΠΟ ΣΤΑΧΤΗ   ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΙΧΩΣ ΟΥΡΑΝΟ   ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΙΧΩΣ ΠΡΟΣΩΠΑ… (από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ 1952)

… χτυπάνε τις αρβύλες τους   να μην ακούνε την καρδιά τους

σφίγγονται στη ζωστήρα τους    για να μη σωριαστούν

τους λένε για πατρίδα

μα δε φτάνει να ζεσταθούνε

τους δώσαν έν’ αυτόματο   για να φοβούνται να πεθάνουν.

 

Φοβούνται το ήλιο, τα παράθυρα   τα μάτια τους,  την ελπίδα.

Μας κοίμιζε άλλοτε η μάνα μας    μ’ ένα τραγούδι σιγανό

τι κάνατε το τραγούδι αυτό;

Τη νύχτα κρύβουνε τα χέρια τους   για να μπορούν να κοιμηθούν

κι ο ύπνος τους είναι μια σκαλωσιά   όπου γκρεμίζονται τα όνειρα.

 

Νύχτα    τα πολυβόλα είναι τυφλά

χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν

την ώρα που οι φαντάροι   κοιτάζουν τ’ άδεια σκέλια τους

και τα φυλάκια μυρίζουν   σπέρμα και χασίς.

 

Οι άλλοι κρύβονται πίσω τους

αυτοί που κρύβονται στη νύχτα

σας κάνουν να ξεχάσετε

πως τα δάκρυα μοιάζουν σε όλους

πως ο κόσμος φτάνει για όλους.

Για σας μιλάμε  

δήμιοι του ήλιου   εχθροί του ψωμιού

δε σας σώζει τίποτα

μια μέρα οι αρβύλες μας   θα συντρίψουν τα κόκαλά σας.

 

Νύχτα

στους δρόμους σου οι άνθρωποι   δε γνωρίζονται

στους δρόμους σου οι άνθρωποι   δώσανε τα χέρια

Ποιος θα μπορέσει να σε ξεχάσει

νύχτα.

 

Μα εσείς

εσείς που μπορείτε ακόμα   να κοιτάτε τον ουρανό

εσείς που τρέμετε   όταν πυροβολείτε

να,   εδώ είναι το χέρι μας.

Ο κόσμος είναι για την ευτυχία.

Γεια σας.

 

ΕΙΝΑΙ ΠΙΚΡΗ ΕΤΟΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ   ΠΩΣ ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΟΛΗ ΑΥΤΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ… (αφήστε να τυλίξω στο σακάκι μου αυτό το μωρό)

Είναι ένα μωρό παράξενο

λίγο άσχημο   μ’ ακόμα ζεστό

εσείς θα το λέγατε   ένα κομμένο πόδι

αφήστε με να το νανουρίσω εγώ.

Κομμένο απ’ το γόνατο

με λιωμένο το γόνατο

δεν είναι τίποτα   με κασμά το κόψαμε

κι έλιωσε λίγο   τίποτ’ άλλο

μονάχα πιο σιγά   πέστε τους να μη φωνάζουν

γιατί νυστάζει

πέστε τους να μην πεθαίνουν

γιατί κρυώνει.

 

Αυτό το παιδί είναι ένα παιδί

το παιδί σου αδελφέ μου   το παιδί μου

μέσα σε τέσσερα παιδιά

πρέπει να θάψεις και τα τέσσερα

το τελευταίο χωρίς παπούτσια

τυλιγμένο σ’ ένα τρύπιο σάλι

ας κοιμηθεί κοντά στη μητέρα του

συλλογιέσαι    ας κοιμηθεί.

 

Όποιο δρόμο κι αν πάρετε

θα συναντάτε αυτό το παιδί

όπου κι αν κρυφτείτε

αυτό το παιδί είναι δικό σας

μα πέστε τους να μην φωνάζουν

γιατί τόσοι άνθρωποι φωνάζουν

μου ζητάτε τ’ όνομά μου

δε θυμάμαι πια τ’ όνομά μου

ένα χαρτί λένε    και μπορείς να ζήσεις

μα πώς θα ζήσουν

χιλιάδες παιδιά δίχως ψωμί

χιλιάδες παιδιά δίχως όνειρο

χιλιάδες παιδιά είναι τ’ όνομά μου

μα πέστε τους λοιπόν να μη φωνάζουν

ας φωνάζουν πιο σιγά

ας πεθαίνουμε πιο γρήγορα

γιατί κρυώνει   κρυώνουμε κι εμείς.

 

Μα ας φύγουμε γρήγορα από δω

ας αφήσουμε αυτό τον άνθρωπο

να κλαίει και να μιλάει

αυτόν τον τρελό   που μπορεί να ’σουνα εσύ

μπορεί να ’μουνα εγώ

που δεν είναι άλλος από μας τους δυο   αδελφέ μου

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Το Χρονικό της Μακρονήσου 1952]

 

ΑΛΤ   ΑΛΤ   ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ… (από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ 1952)

Δεν είναι κανείς φανταράκο μου

μονάχα οι άνθρωποι στον κόσμο

πεινασμένοι    βασανισμένοι   γυμνοί

κι ακούς την οργισμένοι καρδιά τους.

 

Κι ο αξιωματικό εφόδου   θ’ αργήσει

ο αξιωματικός εφόδου   δε θα ’ρθει

έκανε να θυμηθεί τη μάνα του

μα δε μπορούσε

το πρόσωπό της μάνας του κρυμμένο

πίσω από μια κηλίδα μαύρη

μια κηλίδα αίμα

άνοιξε σιγά την πόρτα   η αποθήκη σκοτεινή

ένοιωθε να κρυώνει

και κρεμάστηκε   μήπως ζεσταθεί   τα  τα  τα

 

Τι ώρα να’ ναι.

 

Μυρίζει τ’ αναμμένο μέταλλο

το χιονόνερο σιγανό

ο ένας σέρνεται   ο άλλος βογγάει

ο ένας δυο τρύπες στο κεφάλι

ο άλλος τα πόδια του αλλού

Μακριά μια σάλπιγγα.

 

Μες στο σκοτάδι

πηγαινοέρχονται οι άσπρες γκέτες τους

πατάνε πάνω μας να περάσουν

κι η σάλπιγγα   δε σταματάει

ο ένας η κοιλιά του κόκκινη

ο άλλος το πετσί του μαύρο

ο ένας παίζει τυφλόμυγα

ο άλλος δεν έχει χέρια.

 

Πεταμένοι   σαν μπόγοι που λυθήκανε

σαν  μπόγοι με παλιόρουχα   στο χώμα.

 

Ζούσαν κάποτε.

Κοιτάζανε τον ήλιο

ψάχναν τις τσέπες τους για λίγο καπνό

ονειρευόντουσαν έναν κόσμο άλλο.

Θα τους θάψουμε σε λίγο.

 

Μια μυρουδιά από κάτουρο

το αίμα έχει δική του οσμή

τα φορεία   αναποδογυρίζουν μες τα φορτηγά

οι νεκροί πέφτουν μ’ ένα βαρύ χτύπο.

Θα τους λησμονήσουμε σε λίγο.

Κάτι μεγάλα φορεία   από χοντρό μουσαμά.

 

Να μπορούσε να βαδίσει κανείς

μες στη λάσπη

να περιμένει όλη τη νύχτα   μες στη βροχή

μα όχι να ’ναι νεκρός    όχι –

τσιμουδιά.

Να ’ταν να πέθαινε κανείς

δίχως ποτέ του να ’χει ζήσει.

Ο ένας έχει λόξυγκα

ο άλλος δαγκώνει μιαν αρβύλα

ο ένας τα σκέλια του ανοιχτά

ο άλλος δεν ξέρει να πεθάνει

βασανίζεται.

 

Όλοι κοιτάζουμε τη νύχτα

έχουμε όλοι την ίδια νύχτα

σιγά    το ίδιο όνειρο

ποιο όνειρο

κανείς μας δεν θα ξημερώσει

κι αυτή η σάλπιγγα    γιατί χτυπάει

μια στιγμή να ψαχτώ

στο σπίτι είχαμε ένα ολόκληρο συρταράκι

με παραμάνες

να ψαχτώ μήπως βρω μια

να καρφώσω αδελφέ μου   το κομμένο σαγόνι σου

θα ’θελα να μου μιλήσεις

θέλουμε κάποιος να μας πει    αύριο

έστω να μας πει    ποτέ

Μα να μας μιλήσει.

 

Ένας φαντάρος σκύβει

και μας δίνει το παγούρι του

ύστερα χάνεται κατά το δρόμο

μες στη σκοτεινιά

ο ένας θυμάται   ο άλλος δε θυμάται τίποτα

ο ένας κάρβουνο το πρόσωπο

ο άλλος το πρόσωπο χαρτί.

Κι αυτή η σάλπιγγα   γιατί δε σταματάει

γιατί χτυπάει μέσα στη νύχτα

τι να ζητάει μέσα στη νύχτα.

Θα ξημερώσει.

 

Μα ακόμα είναι νύχτα σύντροφε   παγωνιά σύνροφε!..

 

ΜΑ ΑΚΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΝΥΧΤΑ ΣΥΝΤΡΟΦΕ   ΠΑΓΩΝΙΑ ΣΥΝΤΡΟΦΕ (ποιος τρελός λοιπόν σαλπίζει μες τη νύχτα…)

Προχωρείτε   -  προχωρείτε

ο λοχαγός φωνάζει το λοχία

ο λοχίας είναι κίτρινος

προχωρείτε    - προχωρείτε

ο σαλπιγκτής κύριε λοχαγέ

τον τρόμαξαν τα πολυβόλα κύριε λοχαγέ

προχωρείτε   - προχωρείτε

κάπου έχει κρυφτεί κύριε λοχαγέ

οι φαντάροι δαγκώνουν τις κουβέρτες τους

οι φαντάροι κλαίνε κύριε λοχαγέ

προχωρείτε   -  προχωρείτε

τ’ απόσπασμα ψάχνει μες τη νύχτα

τα σύννεφα χαμηλά

χιονίζει

προχωρείτε   -  προχωρείτε…

 

Ένα μισοσκεπασμένο φυλάκιο

τον βρήκαμε κύριε λοχαγέ

ένα σαλπιγκτής πεθαίνει εύκολα

πόσο εύκολα πεθαίνουμε κύριε λοχαγέ

τα μάτια του μείναν ανοιχτά

όπως και τα δικά σας κύριε λοχαγέ

μα ακούστε   δε σταματάει

δε σταματάει η σάλπιγγα

κύριε λοχαγέ    δε σταματάει η ζωή

προχωρείτε   - προχωρείτε…

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Το Χρονικό της Μακρονήσου 1952]

 

Ο ΗΛΙΟΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ   Η ΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΑ   ΘΑ ΒΑΔΙΣΟΥΜΕ (από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ 1952)

Ένας τοίχος στη νύχτα

ο ασβέστης σπασμένος σε πολλές μεριές

χωρίζει δυο κελιά   χωρίζει δυο ανθρώπους.

Δεν ξέρει ο ένας τον άλλο   μα γνωρίζονται

καθώς ο δήμιος σήκωνε το χέρι του

βγάλαν την ίδια κραυγή

καθώς η μέρα πήρε να βραδιάσει

είχαν κι οι δυο τα χέρια τους καμένα

καθώς για μια στιγμή σφαλίσαμε τα μάτια

είδαμε όλοι το ίδιο όραμα

αύριο θα σας το πούμε.

Τα πόδια τους σπασμένα   στριμμένα τα χέρια τους

μα θέλουνε να φτάσουν   σέρνονται

το κορμί διπλώνεται   και ξεδιπλώνει

σαν μια παλάμη που πότε ζητιανεύει

και πότε σφίγγει σε γροθιά.

 

Ακόμα λίγο

ο τοίχος είναι δίπλα

σύντροφε μ’ ακούς

ο άλλος χαμογελάει πίσω απ’ τον τοίχο

ένα μικρό βασανισμένο γέλιο

ένα γέλιο   σαν μια χαραμάδα φως

ένα γέλιο που φέρνει το θάνατο

σ’ όσους ξεχάσουν αυτό το γέλιο

σύντροφε σ’ ακούμε

αυτό το γέλιο ταπείνωσε τους εχθρούς.

 

Δεν ξέρει ο ένας τον άλλο   μα γνωρίζονται

σε λίγο δεν θα υπάρχουν    μα μπορούν

τα δάχτυλά τους πληγιασμένα

κάνουν τον τοίχο να ξυπνάει

ο ένας λέει: ο  ήλιος για όλους τους ανθρώπους

ο άλλος λέει: η μέρα είναι κοντά

κι οι δυο λένε: θα βαδίσουμε.

 

Μέσα στη νύχτα τα χτυπήματα  

σαν μια παιδική ανάσα    σαν την κραυγή ενός τρελού

σαν το βήμα ενός ανθρώπου   που ’ρχεται να μας συναντήσει

σαν μια καρδιά    μια σίγουρη καρδιά.

 

Ο δεσμοφύλακας κοιμήθηκε στην πόρτα

η νύχτα προχωράει στη νύχτα

αδέλφια    βασανισμένα μου αδέλφια

χαμηλώστε   βάλτε το αυτί σας στον τοίχο

σ’ όλους τους τοίχους του κόσμου

ν’ ακούσετε αυτά τα χτυπήματα

ν’ ακούσετε    την ίδια σας φωνή.

 

Ο ήλιος για όλους τους ανθρώπους

η μέρα είναι κοντά

 

Θα βαδίσουμε!...

Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

Η ΩΡΑ Η ΠΙΟ ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΞΑΝΑΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 (θες κάτι να πεις μα η γλώσσα είναι ένα κομμάτι λάσπη)

Συνάδελφε είσαι εδώ    δε σε βλέπω στο σκοτάδι

κι αυτός ο δεκανέας της αλλαγής   αργεί

τι ώρα να ’ναι κρυώνω.

 

Κι εγώ κρυώνω

άναψε ένα σπίρτο    τι ώρα να ’ναι

πώς θα ξαναπιστέψουμε στον κόσμο

τι ώρα να ’ναι.

 

Η πύλη αμπαρωμένη    ο δρόμος έρημος

σαν πεταμένα κόκκαλα    τα φυλάκια στο σκοτάδι

κι αυτός ο δεκανέας της αλλαγής

Θε μου   αργεί

γιατί φυσάει ο άνεμος.

 

Τι ώρα να ’ναι μες στη νύχτα

τι ώρα να ’ναι μες στη βροχή

τι ώρα να ’ναι απόψε σ’ όλη τη γη!

Τι ώρα να ’ναι.

 

Βαδίζουμε    τα πόδια χώνονται στη λάσπη

δεν ακούγονται

ο ένας διψάει   ο άλλος δεν έχει κασκέτο

ο ένας μυρίζουν τα χνώτα του    ο άλλος έχει σπυριά.

Θες να συλλογιστείς    και βουλιάζεις

θες κάτι να πεις

μα η γλώσσα είναι ένα κομμάτι λάσπη

η καρδιά είναι ένα κομμάτι λάσπη

ας το μαρτυρήσει όποιος σωθεί

ο κόσμος απόψε ήτανε λάσπη

δος  μου το χέρι σου.

 

Τ’ αυτόματα στην αμασχάλη

οι μουσαμάδες των φαντάρων    τρίζουν

κι αρχίζει η βροχή

ο ένα κρυώνει    ο άλλος κρατάει έναν μπόγο

ο ένας θυμάται τον ήλιο

ο άλλος μ’ ένα πόδι ξύλινο.

Κάποτε περπατούσαν

τα παπούτσια τους τρίζαν    πάνω στα φύλλα

συλλογιστείτε    πάνω στα φύλλα.

 

Κάθε τόσο παραμερίζουμε

να περάσουν τα φορτηγά

μια μυρωδιά ψωμιού

ένα καμιόνι με κουραμάνες

η μία δίπλα στην άλλη

δε θα κρυώνουν

δος μου το χέρι σου.

 

Να μπορούσε    να σταθεί κανείς λίγο

όσο να βγάλει την αρβύλα του

και να την σφεντονίσει   στον ουρανό

όσο να χουχουλίσει    την ξυλιασμένη πατούσα του

η νύχτα είναι ένας τοίχος    μαύρος

η λάσπη ένα τάφος σίγουρος

δος μου το χέρι σου

 

Βαδίζουμε

ο ένας κοιτάει μακριά    ο άλλος δεν βλέπει τίποτα

ο ένας μια ουλή στο πρόσωπο    ο άλλος σταματάει

δεν πάει πουθενά

ένας φαντάρος ξεμάκρυνε    και κατουράει.

 

Να μπορούσε κανείς να σταθεί

όσο να βγάλει το κασκέτο

να κρύψει το πρόσωπό του

όσο να σκύψει να βρει

τι να βρει

ο σκοπός βήχει δίπλα του

το μισό του αφτί    πάνω απ’ το σηκωμένο γιακά

θα ’θελες να το δαγκώσεις

αυτός ζαρώνει το μούτρο του

και τρίβει το παγωμένο αφτί του

ο ένας θυμάται    ο άλλος φτύνει

ο ένας ήξερε ιστορίες

ο άλλος έχει μονάχα ένα χέρι

δος μου το χέρι σου.

Μια στιγμή τα βήματα    βροντάνε πάνω στη γέφυρα

βουλιάζουμε ξανά στη λάσπη

πού πάμε;

 

Δος μου το χέρι σου.

[κι άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Το Χρονικό της Μακρονήσου 1952]

 


ΝΥΧΤΑ ΠΙΚΡΗ ΣΑΝ ΤΗΝ ΑΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΛΗΣΜΟΝΙΑ ΠΙΚΡΗ (από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ 1952)

Το φανάρι    ακουμπισμένο στο χώμα

ένα φανάρι κοινό

έξη φαντάροι με όπλα

ένας άνθρωπος που σκάβει

πικρή νύχτα    σαν την αδικία πικρή.

 

Ανεβοκατεβαίνει η αξίνα

στο πρόσωπό του ακόμα ο ύπνος

σαν δαγκωματιά

η παγωνιά του κλέβει τα χέρια

το χώμα είναι αμίλητο τη νύχτα

δεν έχουμε καιρό.

 

Αν τον ρωτήσετε τι έφταιξε

δε θα ξέρει τι ν’ απαντήσει

τα κρίματά του ας είναι πάνω μας

όλοι αγαπάμε τη ζωή

οι φαντάροι σηκώνουν το γιακά τους

δεν ξέρουν ούτε αυτοί.

 

Κι όμως πρέπει απόψε πριν πεθάνει

να σκάψει μονάχος τον τάφο του

μια τρύπα

στο σκληρό παγωμένο χώμα.

«Έτσι λέει η διαταγή».

 

Όλοι οι άνθρωποι μοιάζουνε στον κόσμο

στο δρόμο δεν μας προσέχουνε

ίσως κιόλας τον έχετε συναντήσει

το κεφάλι του κουρεμένο

ένα τρύπιο αμπέχονο

ο ουρανός απόψε είναι τυφλός.

 

Κάθε σβώλος γης   είναι μια στιγμή που χάνεται

κάθε χτύπημα είναι κι ένα βήμα

αύριο δε θα θυμόμαστε τίποτα

πικρή νύχτα    σαν τη λησμονιά πικρή.

 

Αν τον άφηναν    θα μπορούσε να σκάψει όλη τη γη

αν μπορούσε σκάβοντας να ζήσει

κάθε στιγμή γκρεμίζονται τα χέρια του

το φανάρι του δίνει έναν ήσκιο μακρύ

και μιαν όψη απ’ ασβέστη.

 

Αν τον άφηναν    να κρατάει μια μικρή θέση

μια μικρή θέση κάπου σε μια γωνιά

που να μη χωράει παρά δυο πόδια

έστω και γυμνά.

 

Αν τον άφηναν

πες μας κυρ-δεκανέα

είναι πάντα όμορφα   τα σαββατόβραδα στη γη

γεμίζουν πάντα οι δρόμοι

παιδιά και φυσαρμόνικες.

Όταν γελούσε μίκραιναν τα μάτια της

την ξάφνιαζαν κυρ-δεκανέα

οι κρότοι απ’ τις γκαζόζες

σαν ένα τσίγκινο πλυμένο τραπεζάκι

ο κόσμος ήταν στρογγυλός.

 

Αν τον άφηναν   μονάχα μια στιγμή

όσο ν’ ακουμπήσει στην αξίνα του

και να θυμηθεί

πιο καλά είναι να βιαστείς απόψε σύντροφε

πικρή νύχτα

σαν την ταπείνωση πικρή.

 

Αν τον άφηναν

μα γιατί να ’χουμε κάνει   τόσο σύντομη τη ζωή

γιατί κάθε χτύπημα   να ’ναι κι ένα βήμα

εκεί είναι κρύο σύντροφοι

να ’λεγε τουλάχιστον αλήθεια η μητέρα

να ’ταν να βρίσκαμε κει κάτω    λίγη ζωή.

 

Όσο πάει και δυναμώνει ο άνεμος

δεν έκαμε το σταυρό του

τον σκέπασαν γρήγορα

τι σημασία έχει τ’ όνομα ενός νεκρού

έπρεπε να πεθάνει    και πέθανε

η ζωή δε θα τον ξεχάσει.

 

Όμως αυτά τα έξη παιδιά

πώς δέχθηκαν να πυροβολήσουν

ας μη μάθει κανείς τι έγινε απόψε

πικρή νύχτα   σαν την υποταγή πικρή.

 

Η ΒΡΟΧΗ ΠΑΙΖΕΙ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΣΚΗΝΕΣ

Κάπου ένα σκυλί

δυο αγάλματα στην πλατεία

η βροχή παίζει ταμπούρλο

πάνω στις σκηνές.

 

Οι δρόμοι του καταυλισμού

με τους κανόνες της ρυμοτομίας

-σαν να είναι δύσκολο να πεθάνεις

σε κακοφτιαγμένους δρόμους.

 

Έν΄αυλάκι νερό.

Δεν καθρεφτίζει τίποτα.

Σ’ ένα φυλάκιο παίζουν ζάρια

δεν έχουμε τύχει απόψε

ας προχωρήσουμε.

 

Απ’ το Διοικητήριο φώτα

στο παράθυρο ο κύριος διοικητής

μια κοφτή γραμμή το στόμα.

Παύση.

 

Στην πόρτα ο σκοπός κρυώνει

ε φίλε, απάνω έχει ζεστασιά.

 

Τρεις φαντάροι μεθυσμένοι

τι τραγουδάνε

η γέφυρα είναι ξύλινη.

 

Ο κύριος διοικητής

τρομάζει το σκοτάδι

δε βγαίνει ποτέ τη νύχτα απ’ το δωμάτιο.

Κάποτε αποπάτησε στο κράνος του.

Κι άλλη παύση.

Τίποτα.

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Το Χρονικό της Μακρονήσου 1952]

 

 

ΤΙ ΝΑ ’ΝΑΙ  ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΦΕΓΓΕΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΝΑ ’ΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΗΛΙΟΣ (από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ 1952)

Ένας άνθρωπος καίγεται
ένας άνθρωπος φωτίζει τη νύχτα
ολόρθος σ’ ένα φυλάκιο φωτίζει τη νύχτα
τον αλείψαν πετρέλαιο   και τον άναψαν
άναψε κιόλας μια μεγάλη φωτιά   στον κόσμο
πάμε να ζεσταθούμε απόψε
να δούμε λίγο ουρανό
να δούμε μήπως έχουμε πεθάνει
και αυτά τα δυο παιδιά
αυτοί οι δυο ξυλιασμένοι φαντάροι
να δούνε την ώρα
να δούνε ότι είναι η ώρα
που κανένα ρολόι δεν έδειξε ποτέ
που κανείς δεκανέας της αλλαγής
δεν υπάρχει
να δούνε ότι είναι η ώρα
η ώρα η πιο βαθειά της νύχτας
που ξαναγινόμαστε άνθρωποι

 

ΚΑΘΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΧΩΜΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ

Καθισμένοι στο χώμα    συλλογιστείτε

στο χώμα

σε μια χαράδρα λοξά   κρεμασμένη στη νύχτα

γιατί είναι νύχτα σύντροφε

παγωνιά σύντροφε.

 

Περιμένουμε

σαν φτυσιές κολλημένοι   στο χώμα

με τα νύχια καρφωμένα   στο χώμα

άδειο το πρόσωπο   τα χέρια τυφλά

ο ένας νυστάζει   ο άλλος μασάει το γιακά του

ο ένας έχει ψείρες   ο άλλος πιστεύει στο Θεό.

 

Καθισμένοι στο χώμα    περιμένουμε

ο ένας τρέμει   ο άλλος με δεμένο κεφάλι

ο ένας ήταν ομπρελάς   ο άλλος φοβάται τη νύχτα

γιατί είναι νύχτα σύντροφε

παγωνιά σύντροφε.

 

Οι σκοποί πηγαινοέρχονται.

Πίσω απ’ το φακό

τα δόντια τους θα ’ναι κίτρινα

δε μπορεί   θα ’ναι κίτρινα.

Η δέσμη του φακού

δίνει ένα πρόσωπο    ξεθάβει ένα χέρι

σκοντάφτει   στα λυγισμένα γόνατα

ο ένας ψάχνει τις τσέπες του

ο άλλος ψάχνει για ουρανό

ο ένας μετάνιωσε   ο άλλος ελπίζει ακόμα.

 

Να μπορούσε κανείς   να σηκωθεί

να θυμηθεί τα πόδια του   και να σηκωθεί

έστω κι αν βαδίσει   μες στη λάσπη

έστω κι αν βαδίσει   μες στη βροχή

μονάχα να σηκωθεί

συλλογιστείτε

να σηκωθεί

έστω κι αν χαθεί   μέσα στη νύχτα

γιατί είναι νύχτα σύντροφε

παγωνιά σύντροφε.

 

Για να ζήσουμε

πρέπει ν’ αρνηθούμε   πως είναι νύχτα

ν’ αρνηθούμε    πως θα ξημερώσει.

 

Μ’ αφού είναι νύχτα

κι αφού θα ξημερώσει

περιμένουμε

ο ένας λέει: τι θα γίνει

ο άλλος λέει μονάχα: σίγουρα

ο ένας είναι κίτρινος

ο άλλος δαγκώνει ένα κλειδί.

Κάποιος δείχνει με το δεκανίκι

αλλά δείχνει μακριά.

 

Καθισμένοι στο χώμα

περιμένουμε στο χώμα

περιμένουμε στη νύχτα

γιατί είναι νύχτα σύντροφε

παγωνιά σύντροφε.

 [αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Το Χρονικό της Μακρονήσου 1952]

 

ΤΩΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΕΙ (από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ 1952)

Πέντε δίκοχα γύρω

ο λοχαγός δίχως όνομα

ένα παιδί γυμνό   κρεμασμένο απ’ τα χέρια

αυλακωμένο το σώμα του

κουρελιασμένο απ’ τις βουρδουλιές

μόλις πατάν τα νύχια του στο πάτωμα

όπως σηκώνεται κανείς να δει

ένα κορίτσι που γελάει πίσ’ απ’ το φράχτη

 

Ο λοχαγός τον ρωτάει.

 

Ο βούρδουλας καίει το πετσί

ο πόνος γίνεται ένα με το σώμα

ο πόνος γίνεται ο ίδιος με το σώμα

ύστερα θυμάται   ένα μισοχτισμένο σπίτι στη γωνιά

το παιδί στη σκαλωσιά ανεβάζει πέτρες

μα γιατί ένα τόσο μικρό παιδί

για τόσο μεγάλες πέτρες

τα ποδαράκια του λύγισαν ξαφνικά

δεν πρόφτασε να πιαστεί

το παιδικό κρανίο στις πλάκες   άνοιξε

μια γυναίκα αλαλιασμένη   φώναζε μονάχα: μη…

 

Τώρα πρέπει να μιλήσει   για να σωθεί

πρέπει να πάψει να θυμάται   και να ζήσει.

Θέλει να ζήσει   όπως θέλετε κι εσείς.

 

Στο τραπέζι χαρτιά

ένα μονόφθαλμο πηλήκιο

το αίμα του κάτου στο πάτωμα

ζωγράφιζε σχέδια φανταστικά.

 

Ο βούρδουλας κάνει ένα αυλάκι

ένα χέρι στο σκοτάδι

το ταβάνι στάζει νερά

η αδελφή του   δίπλα στο σβηστό μαγκάλι

δε μιλάει   κοιτάζει μακριά.

Κείνο το βράδυ ήταν παράξενη

μιλούσε ώρες

θυμάται μονάχα μια λέξη

ακατανόητη λέξη  -  χαρά.

Το ίδιο βράδυ χάθηκε με κάποιον.

Πέθανε στη γέννα μάθαμε.

 

Τώρα πρέπει να μιλήσει   για να σωθεί

πρέπει να πάψει να ονειρεύεται

και να ζήσει.

Η μέρα είναι ακόμα μακριά

και φοβάται μη γονατίσει

όπως φοβόσαστε κι εσείς.

 

Ένα τετράγωνο νύχτας   στ’ ανοιχτό παράθυρο

το πρόσωπό του ματωμένο

σαν τις αποκριάτικες μάσκες

που μας τρομάζανε παιδιά.

 

Ο λοχαγός ανάβει τσιγάρο.

Το φυτίλι πήρε φωτιά

τα χέρια του συντρόφου του είναι γρήγορα

όπου να ’ναι θα φτάσει στο δυναμίτη

όπου να ’ναι έρχεται η  άνοιξη.

Σωπαίναμε στο γυρισμό

κάθε τόσο τα χέρια τους αγγίζαν

ο σύντροφός του μίλαγε ψευδά

ντρεπόταν και μιλούσε λίγο.

 

Ο λοχαγός τον ρωτάει   ξαναρωτάει

η γυναίκα αλαλιασμένη   όλο φωνάζει:

μη…

 

Τώρα πρέπει να μιλήσει   για να σωθεί

πρέπει να πάψει ν’ αγαπάει    και να ζήσει.

Ο λοχαγός λέει:   μίλησε

ο βούρδουλας λέει:   μίλησε

η νύχτα του λέει:   μίλησε

μα η νύχτα είναι λίγη

οι σύντροφοι πολλοί

κι έκοψε με τα δόντια του τη γλώσσα

όπως θα κάνατε κι εσείς

 


ΜΗΝ ΚΟΙΜΗΘΕΙΣ ΑΠΟΨΕ ΣΥΝΤΡΟΦΕ   ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ ΑΝ ΘΑ ΞΑΝΑΪΔΩΘΟΥΜΕ…

βάλε αυτό το σπιρτόξυλο

να σου κρατάει τα βλέφαρα ανοιχτά.

Αύριο οι σημαίες μας θ’ ανεμίζουν

αν δεν κοιμηθείς.

Θα ’ναι κατακόκκινες

αν μείνουμε άγρυπνοι απόψε.

Προσπάθησε να συλλογιέσαι:   κατακόκκινες

ή βγάλε την αρβύλα σου

κι ακόνιζε τα δόντια σου στις πρόκες

περνάει η νύχτα έτσι.

Η νύχτα είναι μεγάλη

πρόσεξε μην κοιμηθείς.

 

Άγιο μίσος

δος μου το χέρι σου!

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Το Χρονικό της Μακρονήσου 1952]

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ