Με παραισθήσεις υποφέροντας ο κήρυκας αισθάνθηκε να διαιρείται.
Από το σώμα του
επαράγονταν κι άλλα σώματα κι έγινε ένας στίχος ερχομένων.
Αισθάνεται να
ανήκει. Ανήκε σ’ ένα γείσο κρεμαστών ανθρώπων.
Οπλισμένοι με
ό,τι γυμνότερο έχει ο άνθρωπος.
Αλλά και πιο
πολύ γυμνότερος είναι ο λόγος.
Όλοι εκοίταζαν
προς το μέρος των ανθρώπων.
Η εσωτερική
αναγγελία τους έκαμνε πυκνό και κρίσιμο βλέμμα.
Τα μάτια
στερεωμένα πάνω στα μέτωπα με μεγάλες μαύρες βελονιές.
Βαμμένα από τα
δάκρυα του ερχομού κι ωστόσο σαν χρυσά.
Ανοιχτά
εγκαύματα και σκάμματα του προσώπου όπου μαζεύεται ο έλαιος των εικονισμάτων.
Ο ισχυρός
ερχομός παραμόρφωνε το πρόσωπο του κήρυκα
ώστε να παίρνει
την όψη μιας απερίγραπτης κακουργίας…
(συνημμένη εικόνα) ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΕΝ ΘΑ ΕΝΩΘΟΥΝ ΠΟΤΕ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
και ΕΡΗΜΟΣ
ονομάζεται ό,τι χωρίζει αυτό που είναι άνθρωπος
από αυτό που δεν
είναι άνθρωπος… (Γιώργος Χειμωνάς)
ΛΕΖΑΝΤΑ: Η Αναγγελία. Τότε η κόρη είπε με κόπο
Εθνική
γυναίκα γιατί επάνω στο μέτωπό της έχει φυλαγμένο ένα θρύμμα από πόλη.
Το
μέτωπό της είναι υπερβολικά μεγάλο και φαλακρό.
Στη
μέση κι ανάμεσα στους στρογγυλούς λόφους του μετώπου
είναι
σκαλισμένο βαθιά.
Άνοιγε
και έβγαινε ένα κομμάτι από απλή πέτρα των χωμάτων
είχε
μπηχτεί εκεί και ήταν φυτεμένη.
Όπως
το τρύπημα αυτιών των κοριτσιών
κι
η πέτρα έδενε απαλά με το δέρμα και με το κόκκαλο
κι
όλο εκείνο το κεφάλι έμοιαζε με την Έφεσο.
Θησαύρισμα
από την ουσία λίθος κι είπε αγωνιώντας
οι
άνθρωποι δεν θα ενωθούν με τον κόσμο.
Η
γυναίκα αυτή πέθανε αμέσως!..
(αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά
«ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1979)
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΥΣ
ΠΟΥ ΦΥΛΑΓΑΝ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΕΤΡΕΧΑΝ ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΟΥ ΚΗΡΥΚΑ
(αποσπάσματα από το βιβλίο του
Γιώργου Χειμωνά ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ 1979)
Με βιασύνη περνάν και φεύγουν και ξαναφαίνονται κι αδιάκοπα χάραζαν γύρω
του μιαν αδιόρατη τροχιά μέριμνας κι από αυτήν κυρίως τις εκατάλαβε. Παρόλο που
δεν τις έχει ξαναδεί τις υποδέχθηκε πως ήταν δικές του κόρες. Μειλίχιες και
δραματικές από καιρό τον περικύκλωναν και στέκονταν μακριά. Κρύβονταν όταν
γυρνούσε να τις δει. Με μακρινές χειρονομίες στον αέρα σα νοερές αγκύλες όσων
του παράγγελλαν από μακριά. Αλλά τώρα εξαιτίας μιας σοβαρής αιτίας αναγκάστηκαν
να παρουσιαστούν. Ξαφνικά ο κήρυκας διαισθάνθηκε πως η αιτία είναι για να τον
εξευμενίσουν. Γυναίκες μεγαλόσωμες και μυθικές φοράν πολλά και μακριά φορέματα
σαν αράχνες. Αλλά επιβλητικές και εκθαμβωτικές και δύο είχαν κατακόκκινα
μαλλιά. Τον πλησίασαν αργά με έγνοια. Με μια πρόωρη αγωνία να τον εμποδίσουν
και να απαλύνουν. Σέβονται τον κήρυκα αλλά τον υπονομεύουν. Διστακτικές
περιφέρονται αυτές οι γυναίκες και μοιρασμένες να προφυλάξουν τον ουρανό. Να
προστατεύσουν τους ανθρώπους από τον κήρυκα. Να αποβιβάσουν τον κήρυκα στους
ανθρώπους. Να τον λογοκρίνουν και να προλάβουν την ταραχή του θεού γιατί με το
ελάχιστο ο θεός τρομάζει. Να πραΰνουν την λύπη των ανθρώπων γιατί είναι
φιλάνθρωπες και προστάτριες των ανθρώπων. Είναι δεισιδαίμονες και γνωρίζουν πως
οι καταστάσεις των ανθρώπων έχουν τρομαχτικά ονόματα που ερεθίζουν το χάος. Το
εξαγριώνουν και τότε αρχινάν να περιχύνονται τα καυστικά του αίματα. Η
κατάσταση ετοιμασίας του κήρυκα και το επικίνδυνο όνομά της η Ετοιμασία. Η
κατάσταση της αναγγελίας κι αυτό το όνομα Αναγγελία.
ΕΡΗΜΟΣ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ Ο,ΤΙ ΧΩΡΙΖΕΙ
ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ορφανή την περιτριγύριζε η άλλη.
Με δυσπιστία την άγγιζε κι έψαχνε να βρει έναν κρυφό τόπο της πεθαμένης.
Ανίχνευε να δει πού είναι ο θάνατος. Σήκωνε ένα χέρι κι έπεφτε βαρύ μ’ εκείνον
τον μπουκωμένο γδούπο του θανάτου και αυτή δεν καταλάβαινε. Τρέμοντας μελετούσε
τη νεκρή κι ο νους της δεν χωρούσε. Με αγανάκτηση τράνταζε τα μέλη κι απορούσε.
Μετά στεκόταν άπρακτη. Κοίταζε γύρω έκπληκτη και πάλι εξανάρχιζε. Αυτή η
γυναίκα έχει μιαν ιερή ηλιθιότητα. Φοβερή στην όψη αλλά τρομαγμένη και από μιαν
άπληστη σεμνοτυφία έχει παραγεμίσει όλες τις γωνίες του σώματός της. Να γίνει
όλο το σώμα της ίσιο και ομοιωμένο κι είχε γεμίσει όλα τα βαθουλώματα μ’ ένα
αδρύ βαμβάκι. Έτσι εκρύφτηκε το ανώμαλο πρόσωπο του ανθρώπου. Άλλο δεν έχει
στον κόσμο παρά το λόγο της αδελφής της και σ’ αυτόν συνέχεια επιστρέφει. Πάει
να φύγει αλλά τρομάζει και ξαναγυρνά στον λόγο εκείνης. Σαν ένα ζώο όλο
τριγυρνούσε κι έσκυβε και μύριζε το λόγο της νεκρής και ύστερα μιλούσε τώρα αυτή θα μασήσει τις άσπαστες λέξεις της. Κάθεται κι
εξετάζει. ένα. δύο. Μετά χωρίστηκε στα δύο. Το μέρος που δεν είναι άνθρωπος και
το μέρος που είναι άνθρωπος. Μετά που χωρίστηκαν ό,τι δεν είναι άνθρωπος
έκλεισε κι έγινε σκληρό. τρία. τρίτη γεννήθηκε η έρημος. Έρημος ονομάζεται ό,τι
χωρίζει αυτό που είναι άνθρωπος από αυτό που δεν είναι άνθρωπος. Έγιναν όλα
τρία αλλά ό,τι είναι άνθρωπος θέλει να ενωθεί με ό,τι δεν είναι άνθρωπος.
τέσσερα. Κόσμος είναι ό,τι δεν είναι άνθρωπος. Ο κόσμος έχει την ανάγκη. Ανάγκη
ονομάστηκε γιατί αναγκάζεται. Κρύα και παγωμένη φυσά και κατεβαίνει από την
φτωχούλα τη σερβία. Έχει αρσενικό όνομα ο Βαρδάρης. πέντε. αυτό που υπάρχει
αναγκάζεται από αυτό που υπάρχει. Αυτό που υπάρχει αναγκάζεται από αυτό που δεν
υπάρχει. έξη. παθαίνει ο κόσμος κι αυτή είναι η μοίρα του να παθαίνει. Έχτη
ξημέρωσε η μοίρα του κόσμου ημέρα Παρασκευή. εφτά. αλλά η μοίρα του ανθρώπου
είναι η πράξη σάββατο. ένα. καμμία πράξη δεν εμπιστεύτηκε ο κόσμος στους
ανθρώπους. Γιατί ο άνθρωπος χωρίζοντας
από τον κόσμο αποκλείστηκε από την ανάγκη. Από την ανάγκη προπαντός εχωρίστηκε.
δύο. Τότε παρουσιάστηκε στο μέρος που είναι ο άνθρωπος η ψυχή του ανθρώπου.
Ψυχή είναι η ψυχή του εσφαγμένου. Η ψυχή ονομάστηκε Αύξηση επειδή εξογκώνει με τη
βία τις πράξεις των ανθρώπων και με επιθυμία μεγαλώνει τα σώματα των ανθρώπων
για να τα ενώσει ξανά με τον κόσμο. Προπάντων με την ανάγκη να ενωθεί. Αυτές
είναι δύο φυσικές δυνάμεις. Η ανάγκη είναι του κόσμου και η αύξηση είναι του
ανθρώπου. τρία. πέθανε η αδελφή της η Κυριακή. Κλείσε πάλε κλείσε κλείσου!
μικρό πραγματάκι κλείσε τα μαλακά σου φύλλα. Μόλις που τα ακουμπά αυτή κι απαλά
κι απαλά τα ακούμπησε αυτή και τώρα φεύγει και σ’ αφήνει αυτή πάει κι
αποτραβιέται και πια δεν θα ξαναφανεί
όποιο κι αν είναι το τέλος του πολέμου
το αληθινό τέλος του πολέμου είναι δικαιοσύνη
είπε η γυναίκα με σπαραγμένη ανακούφιση.
ΔΥΟ
ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΡΕΛΕΣ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΙΝΑΝ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Αργά παρουσιάστηκαν δυο γυναίκες. Σ’ ένα άλλο μέρος όπου επλάταινε πίσω από
τους ανθρώπους και λίγο υψωνόταν. Σαν ράχη όπου ακουμπούσε το όρθιο πλήθος.
Εκεί δεν έστεκε κανείς και το χώμα έπαιρνε να πρασινίζει και φαινόταν σαν ένας
ατμός χορταριού που ανέβαινε. Το μέρος εκείνο δεν το έβλεπε ήλιος κι έμοιαζε
συνέχεια να σβήνει αχνίζοντας μέσα σε μιαν ατέλειωτη δύση. Στέκονται δυο
γυναίκες. Από κείνες που παίρνουν από πίσω τους ανθρώπους αλλά ποτέ δεν
πλησίαζαν. Σαν τραβηγμένες από παντού και αυστηρές παραφυλούσαν τους ανθρώπους.
Έχουν επάγγελμα. Αλλά δεν ήταν μοιρολογήτρες κι ούτε καλλώπιζαν νεκρούς.
Πληρώνονταν για να κάνουν αναπαραστάσεις. Με τροφή και νομίσματα και ρούχα όταν
έρχονταν ο χειμώνας. Τυλιγμένες σε χρωματιστές πεταλούδες τριγύριζαν στα
χιόνια. Γιατί ο τόπος είναι φτωχός. Μαθαίναν όπου θα γίνονταν γιορτές και
πήγαιναν. Αλλά προτιμούσαν τις συμφορές κι αναπαράσταιναν τα πάθη των ανθρώπων.
Η Τέχνη τους ήταν άθλια κι οι άνθρωποι γελούσαν κι έβριζαν. Κουνούσαν το ισχνό κορμί τους και με
χειρονομίες συμβολικές. Κουρασμένες και νηστικές έβγαζαν μικρές βραχνές κραυγές
πως κλαίγαν κι αγωνίζονταν να πουν ό,τι λεν οι άνθρωποι με δυσεύρετες ομιλίες.
Τότε έπεφταν σε μιαν έκσταση. Με μακρόσυρτες κινήσεις και φωνές κι έξαφνα
γίνονταν τρομερές κι αγρίευαν. Παραμορφώνονταν σακάτισσες και παράφορες.
Επικίνδυνες κι αχρείες με αστεία χοροπηδητά κι επαναλάμβαναν διαρκώς τα ίδια
αγκαλιάσματα στον αέρα και πάλι τα ξανάρχιζαν με λύσσα. Τελειώναν ενώνοντας τα
χέρια και κάποιον κουνούσαν ρυθμικά για να περάσει ένας πόνος. Τον πόλεμο τον
συμβόλιζαν. Χτυπούσαν τις φτέρνες στο χώμα ώσπου άνοιγαν λάκκοι. Σηκώναν το
πρόσωπο κι ανοιγόκλειναν με δύναμη τα
μάτια προς τον ουρανό και τέντωναν ψηλά τα χέρια σα να τον σπρώχναν από πάνω
τους. Άνοιγαν τα πόδια τους και κατουρούσαν όρθιες. Ο νους τους εμαρτύρησε σ’
έναν πόλεμο που πολεμήσαν. (αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου
Χειμωνά «ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ», 1979)
ΗΤΑΝ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ
ΕΜΦΥΛΙΟΥ
(αποσπάσματα
από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, εκδόσεις Κέδρος 1979)
Κοπέλες πήραν τα βουνά και είδαν σκοτωμούς. Αλλά και με ολονυκτίες που
έμοιαζαν με ερωτικές. Τις ερέθιζαν σαν μια ασέλγεια εκείνες οι σφαγμένες
οικογένειες που άφησαν έξω από την πόρτα των σπιτιών τους. Μυαλά αδελφών
ελαμπύριζαν πάνω στους ασβεστωμένους τοίχους και οι μεγάλες αδελφές να
μοιρολογάν. Έπνιγαν τα παιδιά τους να τα γλυτώσουν και μονάχα η μάνα. Δυσκίνητη
από τις φρικτές κήλες του τοκετού. Στον
εμφύλιο έπαιζαν θέατρο για τους αντάρτες και τις δασκάλευαν οι μορφωμένοι.
Αγράμματες γριές χωριάτισσες ο νους τους έπεσε. Τώρα περιπλανώνται διωγμένες
και μονολογούν. Σ’ έναν περίπατο ιστορούν. Ονόματα άγνωστα και θαμμένα κι
έξαφνα κλαγγίζουν. Σαν ζωντανοί και ωχροί πολεμιστές με άμφια από τενεκέ την
ώρα που εξεκουράζονταν κι αφήναν τα όπλα και ξαπλώναν κι έρχονταν ένας ύπνος κι
έτσι καθώς έγερναν πάνω στο χώμα. Γερμένοι από ύπνο όχι από θάνατο. Σ’ αυτήν
εφώ τη διαφορά ερχόταν και κούρνιαζε ένα τυφλό πουλί. Αυτές οι δυο τρελλές των
βουνών να παραστήσουν της δυνάμεις του κόσμου.
Η ΑΝΑΓΚΗ ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ ΜΕ ΔΥΣΚΟΛΙΑ
ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΠΗΓΑΔΙ
Το έχουν γεμίσει χώματα και το έφραξαν. Θα ήταν πολύ όμορφη γυναίκα με
ολόρθο αλαζονικό κεφάλι. Τώρα έχει μια ημιπληγία. Έτσι κουτσαίνοντας επερπάτησε
και τα αριστερά της μέλη σέρνονταν καταγής και κροτάλιζαν. Στάθηκε αρκετή ώρα
ακίνητη απέναντι στους ανθρώπους. Μπαίνει στο πηγάδι με το χώμα και δύο την
βοηθάν. Βυθίστηκε ως το λαιμό και μονάχα το πρόσωπό της φαίνονταν. Πρόσωπο
ακουμπημένο πάνω στο χώμα. Το μισό πρόσωπο ορθάνοιχτο και το μάτι που ποτέ πια
δεν θα κλείσει κοίταζε τους ανθρώπους. Έσταζε δάκρυα συνέχεια και το μισό στόμα
ανοιχτό και κρεμασμένο κι έτρεχαν σάλια. Το άλλο μισό πρόσωπο κλεισμένο και
σφιγμένο. Μοιράστηκε στα δύο το πρόσωπό της και το ένα άνοιξε και σκόρπισε και
χύθηκε και το άλλο σφίχτηκε. Ρουφήχτηκε και έκλεισε τα πάντα. Τα δύο εκείνα
κολλημένα πρόσωπα ταράζονταν και μάχονταν πάνω στο χώμα. Με το καλό της χέρι η
Ανάγκη ανάδευε το βάθος. Σα να κολυμπούσε μέσα σ’ εκείνη την μικρή λίμνη από
χώμα κι άλλοτε τάραζε μα δύναμη το λάκκο και φαινόταν ένας παφλασμός χωμάτων κι
άλλοτε με κίνηση αργή σα να έψαυε την μαλακιά κοιλιά της γης και τότε τα δύο
πρόσωπα ησύχαζαν και ειρήνευε το ένα με το άλλο. Η άλλη γυναίκα που κάνει την
Αύξηση. Ώρες εγύριζε κι έσκυβε πάνω από την γη και την μετρούσε. Σα να ετοίμαζε
μία σπορά κι ώρες την μελετούσε και ξαφνικά εφάνηκε το έργο της. Όλη εκείνη η
πλάτη του βουνού είχε γεμίσει σχέδια. Φτιαγμένα με μικρές άσπρες πέτρες στη
σειρά κι όπου τελείωναν οι πέτρες η Αύξηση έσκαβε με τα χέρια και χάραξε το
χώμα. Με υπομονή εκέντησε την γη με το ένα χέρι και με το άλλο κρατούσε ψηλά
μία μεγάλη πέτρα. Λίγο κοκκινωπή και πάνω της είχε χαράξει με καρφί ένα ιλαρό
μεγάλο πρόσωπο που είπε πως ήταν η αδελφή της το Χρυσώ όταν ήταν δώδεκα χρονών.
Όλος ο λόφος εσκεπάστηκε με σημεία θεώρατα και μισοτελειωμένα. Σαν να αποτύπωσε
εκεί τεράστιες πράξεις ανθρώπων κι ομιλίες. Αγκώνες από τρίγωνα και νύχια από
καμπύλες κι ένας σωρός η πόλη Νινευή. Μεγάλα κεφαλαία και διάβαζες ΑΠΑΙΟΝΟΝ κι
ένας διάδρομος πλατύς. Αγέρωχη προχωρά στον διάδρομο η Αύξηση και φτάνει στην
κορυφή. Στέκεται εκεί και τεντώνεται με μιαν έξαψη. Το πρόσωπό της έχει έναν
τυραννισμένο μορφασμό κι έμοιαζε με γλυμμένο. Με το ένα χέρι υψώνει και κρατά
με θρίαμβο ψηλά το γελαστό Χρυσώ και στο άλλο χέρι μια μεγάλη και λευκή.
Σινδόνα που πήρε και κυμάτιζε κι έτσι που άπλωνε και πάλι μαζευόταν.
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΑΓΜΕΝΟΙ ΕΔΩ
Η Τρίτη κόρη την έλεγαν Βαλασή. Η γυναίκα αυτή έχει πάρα πολλά μαλλιά.
Γκρίζα και τα’ αφήνει μακριά κι αχτένιστα. Όπως οι γυναίκες που όταν ταράζονται
λύνουν τα μαλλιά τους. Φορά μικρά σκουλαρίκια με ρουμπίνι. Τα πάνω της βλέφαρα
κατέβαιναν διπλώνοντας κι έκρυβαν τα μάτια. Γι’ αυτό το πρόσωπό της έδειχνε
διαρκώς σαν μια απάθεια. Σκύβει το ανέπαφο πρόσωπό της πάνω από τον κήρυκα. Τον
περιτυλίγει με το σώμα της οι άνθρωποι
είναι τρομαγμένοι εδώ. Ας μην κουνηθούμε. Να μείνουμε εδώ ακίνητοι σ’ αυτόν εδώ
τον ευλογημένο τόπο μέχρι να έρθει να μας βρει ο θάνατος. Οι άνθρωποι είναι
τρομαγμένοι είπε με ανησυχία
πώς να σε δακρύσω; να εγώ η υπάκουη Βαλασή. Η Βαλασή θα
σε περάσει απέναντι. Πρώτα θα σε αλείψω με το σώμα μου. Θυμάσαι το σώμα μου;
έξη παιδιά έχω από σένα. Έσκισες την κοιλιά μου
Οι άνθρωποι να περιοριστούν. Δίκαιο είναι ο άνθρωπος.
Αναγγελία είναι ο άνθρωπος. Αναγνωρίστε τον κήρυκα αυτόν. Τον αναγγέλλω η Βαλασή σκίζει το δέρμα του κήρυκα. Σαν πανί σκίζεται κι ανοίγει το δέρμα
του έπεσε μαλακά επάνω στην ποδιά της. Σαν την πιετά έγερνε από του η Βαλασή.
Τον πλάγιαζε πάνω στα γόνατά της και το βγαλμένο δέρμα του άπλωνε στην αγκαλιά
της κι έπεφτε καταγής κι άλωνε στο χώμα. Με στρογγυλές μεγάλες πτυχές που σαν
σκάλες. Ρηχές μικρές δεξαμενές όπου ελίμναζε το λιγοστό φως. Ο κήρυκας αισθάνεται
το σεβασμό του ήλιου προς το σώμα του. Πίσω από γυάλινες στιλπνές περιτονίες
παραταγμένοι αρμονικά οι καστανοί μύες. Ο ένας εσυνέχιζε τον άλλον και τον
παράβγαινε να πάει πιο κοντά στην κίνηση να την προλάβει που όλο έφευγε. Μέσα
σε γαλακτερές θήκες εφαίνονταν αχνά οι μαύρες στέρνες των αιμάτων. Η Βαλασή
έδειχνε τρέμοντας και παραμέριζε τα σπλάχνα του κήρυκα να αποκαλύψει και άλλα
πιο βαθύτερα παρακαλούσε κι έτρεμε κι έδειχνε και ονόμαζε. Με μιαν ευλαβική
ανατομία που αποθέωνε τον κήρυκα
δικέφαλοι τρικέφαλοι κι εδώ αυτοί οι τετρακέφαλοι. Οι
μονομάχοι μύες κι εδώ αυτοί οι Μείζονες. Οι άσπρες αρτηρίες απ’ όπου περνάει
και φυσά ο αέρας των Εντοσθίων. Η κρεμασμένη Καρδιά και αυτός εδώ ο βάλτος της
Σπλήνας και το Ήπαρ! εδώ μαζεύεται ο θυμός. Αυτός ο Ρόζος του αφαλού όπου
εκόπηκε από τους ανθρώπους κι εδώ στο βάθος της κοιλιάς. Ανατέλλουν τα χοντρά
νεύρα του Ήλιου κι εδώ το βρώμικο αίμα της Φλεβός κι εδώ οι Λάχνες κι ο καθαρός
Λέμφος. Εδώ μέσα στην Ευσεβή ο φώσφορος Μυαλός όμως εγώ. Όλα θα τα παραμελήσω
και θα κοιτάξω αυτό εδώ. Όλη μου τη λύπη την χαρίζω γι’ αυτό εδώ το νεύρο το
μικρό σκοινί θα το ακολουθήσω τρέμοντας. Μη μου κοπεί και σπάσει κλαδάκι που
δεν ξέρω από πού εφύτρωσε και σέρνεται και προχωρά με κόπο κι όλο λεπταίνει και
πάει να σβήσει και βασιλεύει στο πλάι του ματιού του πολύ μακριά από τα δάκρυα
κι όμ τι μπορεί και κάνει είναι αυτό εκεί το μικρό τίναγμα αυτόν εκεί τον
ταπεινό σπασμό στο τέλος του μετώπου
Θα έρθει που τα σώματα των ανθρώπων
θα συνενωθούν. Το ένα θα κολλά στο άλλο κι ό,τι είναι από άνθρωπο θα στερεωθεί.
Θα
δημιουργηθεί ένα πελώριο σώμα κοινό. Θα εμφανιστεί ένα καινούριο δέρμα κι ένα
πλατύ καινούριο πουκάμισο δέρματος. Ωκεανός από δέρμα θα σκεπάσει τα ενωμένα
σώματα των ανθρώπων. Θα σκεπαστούν εκείνα τα φριχτά ενώματα. ΟΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ.
Η ομορφιά του σώματος θα εξαφανιστεί. Αλλά πριν συντελεστεί η μείξη των σωμάτων
ένας μακρύς καιρός θα προηγηθεί. Θα προηγηθούν οι συγκεντρώσεις των ανθρώπων.
Κατανυκτικές συγκεντρώσεις σε απέραντα τοπία. Εκεί θα μαζεύονται. Θα στέκονται
με σιωπή ο ένας δίπλα στον άλλον. Ακίνητοι κι αμίλητοι κι έτσι θα ονομαστεί
αυτή η εποχή στους ανθρώπους οι συγκεντρώσεις. Συγκεντρώνονται σε ομαλές
πλαγιές βουνών σε χαμηλές νοτισμένες κοιλάδες. Σε απέραντες άμμους στέκονται
άνθρωποι. Ένα τεράστιο πλήθος γυναικών θα φανεί. Οι γυναίκες εκείνες εστέκονταν
σ’ ένα αχανές παραθαλάσσιο μέρος. Φοράν άσπρα από ένα ύφασμα φτηνό σαν των
ασύλων. Είναι ένα είδος καπνεργάτριες. Αλλά παράξενες και σιωπηλές σαν
θεραπευμένες. Είναι ξυπόλυτες και κρατάν σταχτιές ομπρέλες όπως οι ιερείς του καλοκαιριού.
Αλλά οι ομπρέλες είναι κλειστές. Παρόλο που ο ήλιος έκαιγε πάνω από τα κεφάλια
τους. Μάλλον σαν όργανα που χρησίμευαν για έναν άγνωστο σκοπό. Οι γυναίκες τις
κρατούν σαν εργαλεία δουλειάς. Οι γυναίκες στέκονται ακίνητες σκεπάζαν όλην
εκείνη την άμμο. Η άμμος είναι κάπως κλιμακωτή. Δεν περιμένουν και δεν είναι
εξόριστες ούτε φυλακισμένες. Με την δική του θέληση συγκεντρώθηκαν. Η μία δίπλα
στην άλλη και οι ομάδες των γυναικών σκαρφάλωσαν και στέκονταν παντού σ’ εκείνα
τα επίπεδα των παραθαλάσσιων λόφων. Τα πλημμυρίσαν και στέκονται εκεί σαν
αμέτρητο πλήθος από ακίνητα πουλιά. Ένας μικρός αέρας έρχεται από τη θάλασσα κι
έκαμνε να κυματίζουν ελαφριά οι άσπρες φαρδιές φορεσιές τους. Έτσι στέκονται
για πολύν καιρό. Όρθιες μέχρι να σωριαστούν και πάλι ξανασηκώνται και πάλι
πέφταν. Όμως καμιά δεν βοηθά την άλλη.
Αυτές οι συγκεντρώσεις φαίνεται να έχουν κάποια τάξη. Σα να χωρίστηκαν οι
κατηγορίες των ανθρώπων και συγκεντρώνονται χωριστά. Θα φανεί μια συγκέντρωση
από οικογένειες ανθρώπων. Νεαρές οικογένειες με τα παιδιά στην αγκαλιά και
στους ώμους. Ακίνητες αυτές οι νεογέννητες οικογένειες των ανθρώπων η μια δίπλα
στην άλλη αλλά δεν είναι στρατόπεδο. Και οι συγκεντρώσεις από άνδρες δεν
φαίνεται να είναι στρατός. Συγκεντρώσεις γέρων σε ίσιες κι άδενδρες κατηφόρες.
Δεν φαίνονται πως περίμεναν κι ούτε τον φυσικό τους θάνατο δεν περιμένουν.
Πάντα το πελώριο τοπίο δίπλα σε θάλασσα ή σε νερά ακίνητα και πάντα το φως του
ήλιου. Θα έλεγες πως δεν είναι τοπίο. Είναι μια απέραντη ημέρα. Βαθιά ημέρα
μέσα στην αίγλη του ήλιου. Οι άνθρωποι εκείνοι δεν είναι ταραγμένοι. Τίποτε δεν
φαίνεται να προμηνάν αυτές οι συγκεντρώσεις. Υγρές από μια διαπεραστική ησυχία
σα να εστέκονταν κι ακούαν. Να τους εμπιστεύεται η σιωπή.
Όταν τελειώσει η εποχή
των συγκεντρώσεων που θα ονομασθεί. Τότε θα γίνει το ένωμα των ανθρώπων.
Διαλύθηκαν οι κατηγορίες των ανθρώπων. Ορύχθηκε ο κόσμος. Οι ουσίες θα γίνουν
ανεξάρτητες. Τότε θα απομονωθεί η ουσία των ανθρώπων και θα δέσει. Άταχτα θα
ενωθούν τα σώματα και θα σχηματιστεί ένα ακανόνιστος σβώλος. Στην αρχή η ένωση
θα είναι ατελής. Έμειναν άνθρωποι να ακολουθούν τους ενωμένους. Όπως στα παλιά
χρόνια οι εμβρόντητες οικογένειες των πολεμιστών ακολουθούσαν τον πόλεμο όπου
επήγαινε. Άνθρωποι ξεμοναχιασμένοι θα ακολουθούν το δύσκολο κι αργό κύλισμα του
όγκου των σωμάτων. Τότε θα δεις έναν άνθρωπο να ακολουθεί τον άλλον ενωμένο.
Του καθαρίζει το πρόσωπο κι ο άλλος να φωνάζει το πρόσωπό του να γίνεται ένα
λέπι κι αυτό το στόμα του ανθρώπου που έβγαζε στην θάλασσα…
(αποσπάσματα από
το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ», 1979)
.
ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ
ΕΒΓΑΖΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΙ ΕΝΑΣ ΛΑΟΣ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΔΩΡΙΕΙΣ
(αποσπάσματα από το βιβλίο του
Γιώργου Χειμωνά ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ 1979)
ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ. Ένας λαός εφάνηκε σαν τους Δωριείς. Τελευταίο έθνος ανθρώπων
πέρασε τον ορίζοντα και παρουσιάστηκε. Είναι χτίστες από την Ξάνθη. Νύχτες που
κράτησαν όσο γενιές αφογκράζονταν τους σεισμούς κι ελάτρεψαν την τέχνη των
σπιτιών. Από πανάρχαια παράδοση οικογένειες από σπουδαίους τεχνίτες. Νομάδες
που ποτέ δεν κατοικούν κι όλο φεύγουν. Εκεί όπου τους καλούν κι από φήμες
έμαθαν να τους καλούν να χτίσουν κι ακριβοπληρώνονται. Η χώρα αυτή ρημάχτηκε
και κάλεσαν τους χτίστες για να ξαναχτιστεί. Οι χτίστες έφτασαν εδώ κι είναι ειδοποιημένοι. Άκουσαν και εδέχτηκαν
παραγγελίες. Συμφώνησαν για ένα χτίσιμο και ήρθαν. Μέρες και νύχτες δούλευαν κι
όλες μαζί οι οικογένειες των χτιστών να κουβαλούν με βιασύνη. Όσοι πεθαίναν πάνω
στη δουλειά τους έθαβαν μακριά κι εκείνα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ τα
θανατώσαν. Έφευγαν για τις μακρινές κηδείες και πάλι εξανάρχονταν το βράδυ και
δουλεύαν. Έτσι εστήθηκαν παντού μεγάλα οικοδομήματα με σκαλιστές προσόψεις και
κάμαρες απανωτές σε να γεννούσε η μια την άλλη για πολλά σόγια ανθρώπων και
θόλοι από κρύσταλλο. Τώρα οι χτίστες τέλειωσαν και γιόρτασαν ανάβοντας φωτιές.
Χόρεψαν πάνω στα κάρβουνα και μούγκριζαν και εκλαίγαν. Φύγαν και χάθηκαν. Άδεια
τα θεώρατα σπίτια κι ένας αέρας από κρύον ήλιο σφαλά τα μεγάλα παράθυρα και
πάλι τα ξανάνοιγε. Οι θόλοι με τριγμούς να συγκρατούν το φως. Μη χυθεί μέσα και
περιχύσει και μια βαριά αναπνοή από το σκαμμένο χώμα. Ορθάνοιχτα κι αδειανά
εκείνα τα σπίτια στέκονται τώρα αδειανά και μοναχά η ηχώ των τραγουδιών της
Θράκης
Πόσος καιρός επέρασε από το νερό;
Ήσυχα ρώτησε ο κήρυκας. Έγειρε κι εκοιμήθη.
ΜΙΑ ΑΠΡΟΣΦΟΚΗΤΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
(…φύσηξε απότομα πάνω από σφαγές λαών
κι αδιάφορη για τις σφαγές…)
Θα παρουσιαστεί με τη βία όπως η καταστροφή σαν εξουσία
δόξας. Εκεί που όλα τελειώναν των ανθρώπων προτού το τέλος ο κόσμος ετελείωνε
αρχινώντας. Αλλά οι άνθρωποι αποστρέφονται αυτή την τελευταία Αναγέννηση.
Σφαδάζουν και δοξάζονται υποφέροντας. Η αναίτια Αναγέννηση ανασηκώνει από κάτω
τους ανθρώπους σαν στέψη λογχισμένων. Μια αφύσικη αναζωογόνηση θα τους
διεγείρει. Αλλά η μοίρα των ανθρώπων αντιστέκεται. Η φύση τους συντρίβεται κι
έτσι ρημαγμένη υψώνεται. Από τη σύμφυρση τέλους κι αρχής. Από την εναντίωση των
ανθρώπων γεννιέται ο εξής αιώνας οι άνθρωποι όρθιοι [Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το βιβλίο ΟΙ
ΧΤΙΣΤΕΣ]
Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2026
