Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΩΡΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΝΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΕΙ, ΧΕΙΛΙΑ ΝΑ ΤΡΑΥΛΙΣΕΙ, ΤΙ ΧΑΣΑΜΕ ΚΑΙ ΤΙ ΚΕΡΔΙΣΑΜΕ;

 

(όρθιοι, με την ακόπαστη μανία της ομορφιάς στο πρόσωπο,

αλύγιστοι καταμεσής στη θύελλα καταχτήσαμε την αστραπή της δύσκολης ελπίδας): 

Ετούτη η άνοιξη έχασε πολύ αίμα
άνοιξη όλο καρδιά,   άνοιξη όλο ξεκίνημα·
ετούτη η άνοιξη πληγώθηκε βαριά
-νιότη μας, έχασες πολύ αίμα.

Τρικυμισμένα ανέμισες τριγύρω σου
τα ριγηλά ηλιοβασιλέματα, χιμώντας
πάνω στους ύπουλους καπνούς και τις πικρές εκρήξεις.
έπειτα γέρνοντας μ’ όλα μαζί τα ουράνια,
κύλησες στις πλαγιές με πράσινους σπασμούς
κι η ρεματιά του ξεγδαρμένου μας χαμόγελου   έπηζε πικροδάφνες.

Άνοιξη όλο ξαστεριά,   άνοιξη όλο στήθος,
γενναία μας άνοιξη, πληγώθηκες βαριά
-νιότη μας, έχασες πολύ αίμα.
Μάτωσαν όλες οι αυγές, βαρύνανε τ’ αρώματα,
τρομάζει ο άνεμος, τινάζεται – αίμα μπρος και πίσω του, αίμα παντού-
δεν ξέρει πια πού να καλπάσει…
Ξέφρενα τρέχουν τα νερά στα περιβόλια,
τα δένδρα δεν διψούν, οι ρίζες μες το πείσμα τους καρφώνονται: «Δε θέλω»,
ξέφρενα τρέχουν τα νερά, δεν πίνουν τα παιδιά·
περνούν οι μέρες μες τα μάτια τους
σαν τα μαντίλια, που περνούν μπροστά απ’ τα πρόσωπα των μελλοθανάτων: «Δε θέλω»

Ετούτη η άνοιξη πληγώθηκε βαριά
-νιότη μας, έχασες πολύ αίμα.
Είδαμε ουρανούς θολούς από χειρονομίες απελπισίας,
ημέρες πιο σπαραχτικές κι από πρόσωπο τρελού παιδιού,
βαδίσαμε στην άμμο, που βουλιάζει,
ήρθαν πειρατικά στη χώρα της καρδιάς
-πολλά χέρια χαθήκαν μέσα απ’ τα δικά μας,
πολλά γράμματα μείνανε χωρίς απάντηση,
γράμματα που, άσπρες πυρκαγιές εξόριστες, περιδινούνται   στο πέλαγος της πίκρας.

Όμως παλέψαμε σκληρά,
για να μη γίνουμε του πόνου παίγνια,
για να μην πούμε: «Φτάνει πια,
αρκετά βασανίστηκε ο άνθρωπος στη γη.
Τώρα ας χαθούμε. Ας παραδώσουμε την ελπίδα στον όλεθρο
κι ας συντριφτεί το μέτωπό της
στα παγωμένα σκαλοπάτια των μνημείων
κι ας σαλπίσει υποχώρηση το θάρρος».

Για να μην πούμε: «Φτάνει πια,
τώρα ας χαθούμε, ας μην γεννάνε άλλα παιδιά»,
για να μην πούμε: «Φτάνει πια»
και μείνουν οι οχιές να γεννούν οχιές,
τα τέλματα να ξερνούν τέλματα,
και δεν είναι πια στόματα να φιλιούνται
και δεν είναι πια δάχτυλα να παρηγορούν,
βήματα να θροΐζουν την άνοιξη,

μα μονάχα τα σύννεφα να βήχουν,
μα μόνο τα παράλυτα βουνά
κι οι φρικαλέες χειρονομίες των κεραυνών
και σαν κουφοί ακατάληπτα,
νεκροταφεία να μιλούν με τα νεκροταφεία…
Γι αυτό παλέψαμε σκληρά.
Ποιος έχει τώρα δάχτυλα να λογαριάσει,
χείλια να τραυλίσει,
τι χάσαμε και τι κερδίσαμε;
Όρθιοι, με την ακόπαστη μανία της ομορφιάς στο πρόσωπο,
αλύγιστοι καταμεσί στη θύελλα καταχτήσαμε 
την αστραπή της δύσκολης ελπίδας.

[ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ, πρώτο μέρος από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957  – από το συγκεντρωτικό τόμο ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ, ποιήματα 1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017 – ακολουθούν το δεύτερο και το τρίτο μέρος κι άλλα ποιήματα από την ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ:

«Πότε θα δω το τελευταίο μαχαίρι να τσακίζεται στο βράχο του μετανιωμού…

Τα μάτια μου δεν παραδέχονται την ερημιά…»]

 


ΠΟΤΕ ΘΑ ΔΩ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΝΑ ΤΣΑΚΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΒΡΑΧΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΙΩΜΟΥ…

(δεύτερο μέρος από το ποίημα ΤΟ ΑΙΜΑΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ)

… να κόβει πια η χαρά την άγκυρα του μίσους,

για πάντα να σαλπάρουν οι καπνοί,

ν’ ανοίξει η νύχτα με θριάμβους λουλουδιών,

ν’ ανοίξει η μέρα – στεναγμός ειρήνης

και να ξυπνήσει η χλόη των φιλημάτων μας η αγάπη και ο αιώνας μας;

 

Πότε  θα βρει ένα αποφασισμένο πρόσωπο ο καημός;

Κι αυτόν τον πόνο που ζητάει λύτρα και λύτρα,

ποια περηφάνια θα βρεθεί να του κλονίσει την καρδιά,

τα μάτια του να καταλύσει,

ποιος πλούτος θα ’ναι αυτός, που πια θα τον εκμηδενίσει,

ποιος πλούτος θα ’ναι αυτός – πλούτος αγάπης;

Πότε θα στυλωθεί  μες στη ζωή μια ανένδοτη συγγνώμη,

να μη λυγάει μπροστά σε τίποτα   τη γαλανή κορμοστασιά της;

 

Πόσες φορές θ’ ανοίξουν και θα κλείσουν τούτες οι πληγές

για να ’ρθουν μέρες πιο γλυκές, μ’ αγέρηδες γαλάζιους στα μαλλιά τους,

για να ’ρθει μια άλλη κούραση, που θεμελιώνει στερεώματα,

για ν’ απαλύνει το σκληρό μας μεγαλείο σε φίλες αγκαλιές;

Πότε θα ξαποστάσει η γη απ’ τους τάφους,

πόσες φορές θ’ ανοίξουν και θα κλείσουν τούτες οι πληγές,

για να ξυπνήσει η χλόη των φιλημάτων μας, η αγάπη, κι ο αιώνας μας;

 

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ (τρίτο μέρος από το ΑΙΜΑΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ)

-Πριν να ξυπνήσει το άρωμα των λεμονιών

πριν να ξυπνήσουν τ’ άστρα

έλα, γύρισε, αγάπη μου, στα περιβόλια.

Τα μάτια μου παλεύουν με φουρτουνιασμένους ουρανούς – για σένα ψάχνουν,

τα μάτια μου δεν παραδέχονται την ερημιά.

Τα δάχτυλά μου ψηλαφούν το χώμα,

σφίγγουν τα δένδρα από τις ρίζες ως τα φύλλα – σε ποθούν,

τα χέρια μου δεν παραδέχονται τη μοναξιά,

μπήγω τα νύχια μου στο δέρμα μου, στις μυρωμένες φλούδες,

το καρδιοχτύπι μου τα μακρινά βουνά κλονίζει.

Τρέχα, με βήματα, που ανθίσανε θυμάρι σαστισμένο,

τρέχα ντυμένος με άνεμο,

κορμί από δάσους ευωδιά,

τρέχα, με τις αποστασίες των εξοχών στα μάτια σου,

τρέχα πριν σε προλάβουν οι σκιές,

προτού το φως του φεγγαριού βρέξει το πρόσωπό μου

και σε τρομάξει, ως να με δεις,

και σε τρομάξει, αγάπη μου, η χλωμάδα της αγάπης…

-Μήτε οι θρυμματισμένες πολιτείες,

μήτε τ’ απέραντα πεδία της στάχτης,

μήτε τα δάση, που απομείναν

στρώμα καυτής καπνιάς, όπου κολλάν τα βήματα,

τίποτα δεν τρομάζει αυτόν τον ερχομό.

Του γυρισμού τα μονοπάτια με καλούν

σα χέρια πληγωμένων φίλων, και θροούν

πέρα τα περιβόλια – στεναγμός ειρήνης.

Κανένα σύννεφο καπνού, καμιά ομίχλη πόνου,

τίποτα δε θαμπώνει το λαμπρό σινιάλο των μαλλιών σου μες τον κόσμο,

τίποτα δεν χωρίζει τις καρδιές,

που η άνοιξη παντοτινά τις κυβερνάει.

 

-Ξανά τα μάτια σου,   ξανά τα δάχτυλά σου,

ξανά και ξανά τα χείλια σου.

Ο ερχομός σου είναι ένα ξάφνιασμα στο χώμα και στα φύλλα

ο ερχομός σου είναι μια τρικυμία χαράς,

πλήθος δεμένα χέρια είναι ως να λυούνται ολόγυρά μου.

 

-Θα σε τυλίξω δάκρυα   σα δένδρο, που τινάζει τη δροσιά του,

στο ξαφνικό σου αγκάλιασμα,   θα σε τυλίξω δάκρυα,

θα σε μουσκέψω ψιθυρίσματα καημών,

αγαπημένο σώμα,

σώμα των λουλουδιών, σώμα των τραγουδιών,

σώμα με τις χλωμάδες των κρυφών σου χαραυγών,

σώμα με την τρεμούλα της αστροφεγγιάς.

Θα σε τυλίξω δάκρυα, λόγια, φιλιά κι άλλα φιλιά,

θα κρύψω στα μαλλιά σου

τα δάχτυλά μου, που πονάνε σα σπασμένα κλαράκια μυγδαλιάς,

τα πόδια μου θα κρύψω στο ήρεμο χορτάρι,

για να μη δεις τις τσεκουριές

απ’ τον κακό υλοτόμο πόλεμο,

τα μάτια δε θα χαμηλώσω, θα κοιτάω μακριά στο μέλλον,

για να μην καταλάβεις πως μου κόψανε τα βλέφαρα,

όμως το στήθος μου, που σπαρταράει σα δάσος κρεμασμένων,

πώς να κρύψω;

 

Είναι ένα κλάμα το κορμί μου μες την αγκαλιά σου κι ένα αναφιλητό,

γιατί πολύ σε γύρεψα και δε σε βρήκα

-πόνος πολύς πίσω από τις κλεισμένες πόρτες,

δάκρυα πολλά πίσω από κάθε κλειδωμένο πρόσωπο,

στους όρμους έσφιγγαν οι βράχοι τα μελίγγια της θάλασσας,

και πάνω ο γαλαξίας περνούσε σα στρατιά,

που θρυμματίζει εκατομμύρια μάτια και καρδιές το ποδοβολητό της.

 

Γιατί δεν είχα παράθυρο να σε θυμάμαι,

γιατί μπροστά μου ορθώνονταν ένας ατέλειωτος τοίχος άσπρος, άσπρος

(όλων των μαρτυρίων το χρώμα είναι άσπρο)

γιατί δεν μ’ άφηναν να σκύψω να θρηνήσω σαν άνθρωπος

κι έκλαιγα όρθιος, και τα δάκρυα

στράγγιζαν μέσα μου σε χέρια μολυβένια και μου’στριβαν τα σπλάχνα.

 

Γιατί παντού ήταν ξενιτιά χωρίς εσένα. Στις πλατείες οι άνθρωποι αγοράζανε λουλούδια,

άλλοι για τους νεκρούς τους, άλλοι για τη φίλη τους,

αγόραζα κι εγώ λουλούδια – πώς να σου τα δώσω;

 

είναι ένα κλάμα το βαθύ το αγκάλιασμά μας,

κλάμα που μας κυκλώνει από παντού,   κλάμα του κόσμου όλου.

Σ’ όλους τους δρόμους πλημμυράει, γυρίζει από τα μέτωπα,

σα θάλασσα πρωινή ανεβαίνει στα κατώφλια των σπιτιών,

ανοίγει ανήσυχα πόρτες χαράς και πόρτες λύπης,

μα καμιά λύπη δεν αναγνωρίζει πια τη λύπη της

και καμιά χαρά δεν αναγνωρίζει τώρα τη χαρά της.

Κανένα εχθρό δεν ξέρουνε τα δάκρυα της ειρήνης,

στ’ απέραντα μάτια των νεκρών πεσμένα όλα τα μέτωπα,

πεσμένα όλα τα σύνορα

κι οι μάχες όλες κερδισμένες και χαμένες.

 

Το κλάμα αυτό μας ζώνει από παντού,

σφιχταγκαλιάζει ακρωτηριασμένες γέφυρες,

στα περιβόλια τριγυρνάει με τις λυτές πλεξούδες του νερού

ανακουφίζει όλη την έρημο του χθες,

το κλάμα αυτό αδελφώνει τις καρδιές

το κλάμα της ειρήνης είν’ αυτό και της καρποφορίας.

 

Όμορφα που είναι τα μάτια σου κάτω απ’ τις φυλλωσιές των αστεριών,

γλυκά που είναι τα χέρια σου,

λάμπουνε γάργαρα τα πόδια σου στο πράσινο γρασίδι,

η ανθισμένη αναπνοή μας κυβερνάει γη κι ουρανό,

σφυγμό, σφυγμό λυτρώνεται η ζωή,

ρίγος στο ρίγος εξιχνιάζεται η νύχτα

σιγά-σιγά κι ανάλαφρα,

στα μάτια μας κατέβηκαν του πόθου οι φυλλωσιές…

Α!.. πού είναι τώρα η έπαρση των χθεσινών τεράτων,

πού οι δυναστείες του σίδερου,

πού είν’ αυτοί που λέγανε πως η ζωή λάφυρο του ενός από τον άλλον,

αυτοί που λέγαν πως θα μας μεθούσαν μ’ ατσαλένια χάδια,

αυτοί, που θέλανε να σαβανώσουν με σημαίες τον ουρανό;

Όταν σφιχτήκαμε βαθιά-βαθιά μες στην αγάπη,

δεν υπήρχες, δεν υπήρχα,

δεν υπήρχανε πια σημαίες να τρομάζουν τον κόσμο.

Ξαναγεννιόμασταν μέσα στην πλάση

και μέσα μας ξαναγεννιόταν όλη η πλάση και ψηλά

κόμπιαζε από χαρά η καρδιά του αυγερινού

πάνω από την ειρήνη, που άχνιζε

από τα περιβόλια…
[ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ Τρίτη ενότητα στην ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957, συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με το γενικό τίτλο ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ ποιήματα 1949-2006, Ύψιλον/ βιβλία 2017]

 

ΑΠΟ ΤΙΣ ΡΙΖΕΣ…

Από τις ρίζες των μαλλιών μου ως μες στις ψυχές των νυχιών πονώ από αγάπη,

αγκάθια μες το ζαλισμένο αίμα μου κυλούν,

μια φλόγα μου τρυπάει τον ουρανίσκο,

ο άνεμος μου σπρώχνει επάνω το πηγούνι,

ο άνεμος μου αναποδογυρίζει τα μάτια,

είμαι ένα απελπισμένο κύμα μες στη μέση του πελάγου

που υψώνεται, λάμπει και πέφτει

ως τρέχω μες στη νύχτα και φωνάζω.

 

Από κραυγή μουδιάσανε τα δόντια μου – Μα εσύ,

αμίλητη περνάς μακριά, στις όχθες του ουρανού,

μέσα σε πέπλα λουλουδιών που πέφτουν απ’ τα δένδρα,

έτσι όπως επέρασες μέσα μου

με τα γλυκά σου πόδια αναστατώνοντας τα ρυάκια των φλεβών μου…

 

Από τις ρίζες των μαλλιών μου ως μες στις ψυχές των νυχιών πονώ από αγάπη.

Τι τρέλα, αλήθεια, τώρα πια να σε φωνάζω!..

Μα θα φωνάζω ωσότου από κραυγή ν’ ασπρίσει η νύχτα,

να φέξει ο δρόμος – για να μη σκοντάψεις –

να φέξει ο δρόμος που σε παίρνει μακριά μου,

ο δρόμος που σε αντλεί απ’ την καρδιά μου

[από τη συλλογή του Βύρωνα λεοντάρη ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957]

 

ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ

(από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957)

Μες σ’ έξι χρόνια πώς ανδρώθηκαν οι κήποι,

πώς φούντωσε η μικρή πορτοκαλιά,

πώς μεγάλωσαν το όνειρα στων κοριτσιών τα μάτια…

 

Κι εγώ

πάλεψα έξι χρόνια σα θηρίο για να ξεχάσω,

πάλεψα έξι χρόνια για ν’ αλλάξω – τίποτε δεν άλλαξε.

Η ίδια γεύση στο στόμα μου,

η ίδια βουή στα μάτια μου

η ίδια πληγή μες την καρδιά μου και σε κάθε πόρο του κορμιού μου

πάντοτε ένα μικρό παιδί πονάει και κλαίει…

 

Μ’ ΕΝΑ ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ ΣΕΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΨΗ ΚΑΙ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΠΟΣΟ ΕΥΚΟΛΑ ΧΑΘΗΚΑΜΕ ΜΕΣ ΣΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ

Δεν μπορώ να υποφέρω τις γιορτές, που πνίγουν την ανάσα

δε θέλω αυτή τη βλάστηση, που τα βλαστάρια της πνίγουνε το ένα το άλλο,

δε θέλω αυτή τη βλάστηση,

τόσο πυκνή – και δεν μπορώ να βρω τα μάτια σου·

τόσο πυκνη – και δεν μπορώ να βρω τα χέρια σου.

Όλη η ζωή μας ρουφηγμένη απ’ τις δειλές ύπουλες ρίζες

για να παχαίνουν οι ατσαλένιες φυλλωσιές

για να θροούν τα κύμβαλα στην άδεια οικουμένη.

 

Δεν τις αντέχω τις γιορτές που πνίγουν τις ανάσες,

γιορτές, και γύρω-γύρω φυλακές,

χαμόγελα που οι φυλακές βαθαίνουν πίσω τους,

απλώνοντας βαθιές και κούφιες ρίζες μες στους βράχους

-οι φυλακές είναι κακά φυτά,

έχουν πλατιά και σκονισμένα φύλλα όλο τρύπες,

είναι φυτά που μεγαλώνουν μόνο προς τα κάτω,

απλώνοντας βαθιές και κούφιες ρίζες μες στους βράχους,

όχι δεν είναι τα γρι-γρι, που μπαίνουνε με χορωδίες παιδιών στον όρμο,

καλόγεροι με τις κουκούλες και τα φαναράκια τους σιμώνουν

το «μιζερέρε» ψέλνοντας.

Ο ουρανός πονάει από τις γρατζουνιές των πυροτεχνημάτων,

-στις πέτρινες οροφές των κελιών

χαράζουν ριγηλές νυχιές οι ανυπότακτες αγρύπνιες…

Ποιο θάρρος είν’ αυτό, λοιπόν, που δεν πάει πιο πέρα απ’ τη φωνή του,

ποια ευτυχία, που δεν τολμάει να λύσει τα δεμένα χέρια,

ποιο γέλιο είν’ αυτό, που χορεύει γύρω απ’ τα κλουβιά

και τυραννάει τα σκλαβωμένα αηδόνια;

 

Μ’ ένα προμήνυμα σεισμού στην όψη και στα δάχτυλα, ελάτε,

πάμε να σμίξουμε με τις αποστασίες των εξοχών,

πάμε να λύσουμε πολιορκίες ομίχλης!

Θα ελευθερώσουμε ανάσες λουλουδιών

θα παραβγούμε τα όνειρα,

θα ζαλίσουμε ιλίγγους!

 

Γιατί δεν είναι άνοιξη η άνοιξη, που εξορίζει τα λουλούδια της,

δεν είναι μάνα η μάνα, που προγράφει τα παιδιά της,

δεν είναι θάλασσα η θάλασσα, που αρνιέται και δολοφονεί

τις ανταρσίες των κυμάτων της,

γιατί δεν είναι ζωή η ζωή, που μας χωρίζει και μας λέει άλλους παιδιά κι άλλους προγόνια της

[ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957]

 

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΧΑΡΕΣ ΣΑΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΣΑΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΣΑΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΑΣ… (σκουπίδια πολυτελείας;)

 

Οι πολιτείες της αδικίας είναι κυκλωμένες· τις κυκλώνουν συνοικισμοί, νεκροταφεία και φυλακές,

βλέφαρα που έχουν λιώσει από όνειρο και κλάμα,

δάχτυλα πεινασμένα που παλεύουν με τη νύχτα

για ένα φεγγάρι δαγκωμένο,

οι πολιτείες της αδικίας είναι κυκλωμένες,

μα εσείς το σύνθημα το ξέρετε,

το ξέρετε το παρασύνθημα…

 

Όμως κανείς δεν ξέρει πότε γίνονται ηφαίστεια οι πληγές

πότε οι ανατριχίλες γίνονται σεισμοί

κι ο πόνος ο ανθρώπινος δεν είναι μια εύκολη στιγμή για να ξελογιαστεί

δεν είναι ούτε καρδιά ούτε συνείδηση για να την αγοράσετε.

 

Οι πολιτείες της κρυπτείας είναι κυκλωμένες· τις κυκλώνουν στήθη με ομοβροντίες μπλεγμένα

-μια ματωμένη σκόνη παιδικών ψυχών…

Η δύναμή σας πού ’ναι, πού ’ναι η «ράτσα» σας

που επιδεικνύατε στα γυμναστήρια και τις πλάζες σας;

Γιατί φοβάστε τα λουλούδια, που φυτρώνουν στα συρματοπλέγματα,

τα βρέφη που γεννιούνται στο σκληρό χαμόγελο γιατί φοβάστε;

Οι πολιτείες της αδικίας είναι κυκλωμένες.

Η προσευχή σας πού ’ναι – όσοι πιστεύετε

σε θεούς, που μονάχα σε σας χαμογελούν;

Η προσευχή σας πού ’ναι, πού ’ναι η πίστη σας;

 

Ο πόνος ο ανθρώπινος δεν είναι ούτε καρδιά ούτε συνείδηση,

δεν είναι θεός να σας ακούσει…

Αλίμονο σας, όσοι λέτε: Εμείς τα ’χουμε όλα. – Τίποτε δεν έχετε.

Αλίμονό σας, όσοι λέτε: Εμείς είμαστε τέλειοι – Τα τέρατα μονάχα είναι τέλεια.

Η γη «δική σας»,

η θάλασσα «δική σας»

και «δικός σας» ο ουρανός.

Μα τι θα μείνει από σας, τι θα μείνει;

Με τι παλέψατε σ’ αυτή τη γη,

με ποιες στρίγγλες μοίρες τα βάλατε;

Ξεδιπλώστε, λοιπόν, τη φωνή σας στον άνεμο.

Πού είναι οι χαρές σας,

πού είναι τα βάσανά σας,

πού είναι οι έρωτές σας,

πού είναι τα τραγούδια σας,

σκουπίδια πολυτελείας;

 

ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ ΙΙ  Οι Έτοιμοι

Γενναίοι αυτοί που πάντοτε ήταν έτοιμοι

για τη ζωή και για το θάνατο,

μη δειλιάζοντας μπροστά στη δυστυχία,

μη κομπιάζοντας μπροστά στην ευτυχία,

έτοιμοι να πανηγυρίσουν με τα πλήθη

ή να διαβούνε τη φριχτή υγρασία της μοναξιάς.

 

Αυτή δε χώριζαν τη ζωή τους σε περιόδους,

δε θυμούνταν μονάχα μια φορά το χρόνο πως γεννηθήκαν άνθρωποι,

κερνώντας σοκολάτες

κι ανάβοντας βεγγαλικά με τους καλούς τους φίλους.

Αυτοί κάθε μέρα είχαν γενέθλια,

κάθε μέρα ήταν άνθρωποι.

 

Αδιάκοπα έτοιμοι

για τη χαρά ή το μαρτύριο,

δε συναλλάχθηκαν ποτέ με προθεσμίες,

δε δίπλωσαν τα ιδανικά τους μες στο πορτοφόλι,

δεν κάθισαν να λογαριάσουν τη ζωή τους,

μα όταν έδιναν τη ζωή τους, ήξεραν τι έδιναν.

 

Όταν κόμπαζε ο θάνατος

τσαλαπατώντας πολιτείες και σπαρτά,

όταν όλες οι πόρτες είχαν κουφαθεί και βουβαθεί,

αυτοί βγήκαν στους ναρκωμένους δρόμους,

βγήκανε να τον αντιμετωπίσουν,

ξέροντας πολύ καλά πως δεν ήταν ένα λουλούδι

να σκύψουν, να το κόψουν και να το καρφώσουν στο στήθος τους.

Έτοιμοι για το μέγα ρίγος,

όρμησαν μέσα σε γρανάζια και τροχούς

να σταματήσουνε το μακελειό,

να στομώσουν την έκρηξη.

 

Τώρα μας ψηλαφούν με βραδινούς ανέμους

χαράζοντας χαρακτηριστικά καινούρια στη μορφή μας,

άλλοι φωνάζουν πως ξεκρέμαστοι κρυώνουν,

άλλοι μέσα σε ξεροπήγαδα είναι πετρωμένοι

όρθιοι – ένα σκελετωμένο χέρι μόνο ’ξέχει πάνω απ’ τις κοτρόνες

στηρίζοντας τον ουρανό,

στηρίζοντας τον κόσμο αυτόν, που τρίζει ετοιμόρροπος…

Γενναίοι, αυτοί, που πάντοτε ήταν έτοιμοι,

γενναίοι, αυτοί, που πέσανε,

χαρίζοντας τη σιγουριά και την ειρήνη

στη γη,

στη θάλασσα,

χαρίζοντας τη σιγουριά

στη σαστισμένη, στην αβέβαιη ανθρωπότητα.

 

ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ ΙΙΙ 

Εδώ, που μεσ’ από την ανυπόταχτη στερνή κραυγή

οι ανατολές ανάβλυζαν,

ξεπλέκοντας τα στήθια από τις κάννες,

χωρίζοντας το φως απ’ το σκοτάδι,

εδώ, που ο πόνος τρόμαξε τον πόνο μας

κι ο θάνατος αγριεύτηκε απ’ το πλήθος των νεκρών κι έκανε πίσω ουρλιάζοντας,

τι θέλουν τώρα, τι ήρθανε να κάνουν

γέλια, που δεν καταλαβαίνουν τι θα πει «φύγε»

επιθυμίες με τροχισμένα δόντια,

ξετσίπωτα ξενύχτια,

που δεν προσέχουνε και πέφτουν με τ’ αμάξι τους πάνω σε κάτι ξύλινους σταυρούς;

 

Ποιοι περπατούν μέσα στον αναμμένο αγέρα,

με σιδερένια βήματα και μάτια ηλεκτρικά;

-Το χώμα αυτό δεν είναι απ’ το δικό σας,

όχι για σας ετούτη η ομορφιά,

όχι για σας ο ψίθυρος

απ’ τα γλυκά τα πόδια της βροχής πάνω στο χώμα…

 

Ποιοι περπατούν μέσα στο σάπιο αγέρα,

με τις παχιές φωνές των κρεβατιών και του πιοτού;

-Η ζωή αυτή δεν είναι απ’ τη δική σας,

όχι για σας οι αυλές με τα γαρίφαλα,

όχι για σας η νέα κοπέλα, που χτενίζει τα μαλλιά της

κάτω απ’ την πανσέληνο, κάτω απ’ τους γαλάζιους

καπνούς των άγρυπνων φουγάρων.

Κοιτάχτε ετούτα τα παράθυρα, που καίνε μες τη νύχτα,

κοιτάχτε αυτές τις φωτισμένες γρίλιες, που σα δόντια

δαγκώνουν το σκοτάδι.

Δε θα ξεφύγει απ’ αυτού ικεσία,

δε θα γλιστρήσει ανάμεσά τους νόμισμα,

ανάμεσά τους, μαστροπέ, δε θα περάσει το τραγούδι σου:

«Φεύγει το πλοίο για τη Νιου Γιορκ…»

 

Αδάκρυτο παιδί, που πελεκάς όρκους στην πόρτα του σπιτιού κι αναστενάζεις

σα δάσος, αντικρίζοντας

φρεσκοβαμμένα μαύρα ρούχα στην αυλή,

κλάψε και συ, κλάψε και συ,

μη μαραθεί η αγάπη μες στους κήπους της καρδιάς σου,

μη και τρομάξει η άνοιξη απ’ την ξέρα των ματιών σου

και σωριαστεί μεσοστρατίς.

 

Εδώ το μέτωπο της λευτεριάς δε δύει ποτέ,

σπιθίζει το αίμα της ατίθασο στων τραγουδιών τις φλέβες,

εδώ τι θέλουν, τι ήρθανε να κάνουν;

Τα δένδρα μας είναι χοντρά και δεν μπορούν να τ’ αγκαλιάσουν,

το χώμα μας κουνιέται και θα πέσουν,

το χώμα μας είναι σεισμός,

στον ουρανό μια ακόπαστη αστροφεγγιά οι καρδιές των σκοτωμένων.

 

Ποιοι περπατούν μέσα στο φλογισμένο αγέρα;

Το πρόσωπό τους δεν το ξέρω – αυτοί δεν έχουν πρόσωπο

και τ’ όνομά τους δεν το ξέρω – αυτοί δεν έχουν όνομα.

Αυτούς η φρίκη μοναχά τους μελετάει

και τους μετρά η οργή στα δάχτυλά της,

ενώ μιλιούνια παραθύρια ανοίγουν τα φτερά κάθε πρωί στον κόσμο,

πλήθη ματιών χαμογελάνε πίσω απ’ τη βροχή,

πλήθη βασανισμένα, όμορφα χέρια

σφίγγουνε το ένα το άλλο κάθε μέρα

μ’ εμπιστοσύνη στη ζωή,

μ’ εμπιστοσύνη στο αύριο.

Πόσον καιρό, λοιπόν, ακόμα θα υπάρχουνε στον κόσμο

τέρατα, που νομίζουν πως κρατούν

τις ζωές των ανθρώπων μες στα νύχια τους;
[ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ Ι ΙΙ και ΙΙΙ,  Τρίτη ενότητα στην ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957, συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με το γενικό τίτλο ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ ποιήματα 1949-2006, Ύψιλον/ βιβλία 2017]

 

ΠΩΣ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΝΟΥΝ ΝΑ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ Ο ΚΟΣΜΟΣ (κι η ζωή μας πάντα ένα ατέλειωτο φιλί;)

Από πού αρχινάν και πού τελειώνουν αυτές οι ανταύγειες της θάλασσας το πρωί    που αρπάζοντάς μας απ’ τον πόνο μας σηκώνουν στη χαρά κι ως το δρομάκι με τις κυδωνιές,    που  πάλλει στην ανάσα μας σα στήθος κοριτσιού,    από πού αρχινάν και πού τελειώνουν αυτές οι ανταύγειες της θάλασσας,    που ανοίγουν σαν τριαντάφυλλα μέσα στα μάτια μας και μας ζαλίζουν    σαν ένα ατέλειωτο φιλί;    Ποια γεύση δυνατής χαράς μας καίει και μας μεθάει όταν ανοίγουν τις αυγές τα μάτια τους οι πόλεις,   όταν ξυπνάτε φυλλωσιές παραθυριών κι αρχίζει ο ιδιαίτερος χορός των ήμερων ανθρώπων πάνω στη μυρωμένη γη,    ποια γεύση απέραντης χαράς μας καίει και μας μεθάει   σαν ένα ατέλειωτο φιλί;    Όταν τα νέα βλαστάρια σπαρταράν στο φως  σα χέρια βρεφικά,    όταν ξαναγυρνάν τα σμήνη των πουλιών γράφοντας σχήματα χαράς στον ουρανό    κι είναι σαν ν’ ανεμίζει από παντού τρελά μαντίλια η άνοιξη,    από πού αρχινά και πού τελειώνει ετούτη η ομορφιά που μας μαγεύει    σαν ένα ατέλειωτο φιλί;    Σφιχτά κρατάμε ό,τι αγαπάμε μα έρχεται αυτός με τ’ άσπρα μάτια,    στον ώμο μας χτυπάει με το ψυχρό του δάχτυλο:    «Πέρασε η ώρα, φτάνει πια».    Σφιχτά κρατάμε όσα αγαπάμε, μα έρχεται αυτό με τ’ άσπρα μάτια,    «τέλειωσε η ώρα, φτάνει πια»,    έρχεται αυτός με τ’ άσπρα μάτια και μας κόβει    από ένα ατέλειωτο φιλί.    Σφιχτά κρατάμε όσα αγαπάμε, μα αύριο χωριζόμαστε,   αύριο θ’ αντιμετωπίσουμε το βρυχηθμό του απείρου…    Κι έχουμε αμέτρητες νυχιές στα πρόσωπά μας    κι έχουμε φράξει την καρδιά μας σα στρατόπεδο εξορίας με συρματόπλεγμα    και πατηθήκαμε τόσες φορές σαν τα σταφύλια στα πεδία των μαχών…    -Πώς καταφέραν να μας κάνουν να ξεχάσουμε πως είναι αγάπη ο κόσμος –    κι αύριο χωριζόμαστε, αγάπη ο κόσμος –    κι η ζωή μας πάντα ένα ατέλειωτο φιλί;    [ΣΑΝ ΕΝΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ ΦΙΛΙ  από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957 – από το συγκεντρωτικό τόμο ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ, ποιήματα 1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017]

Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2021

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

ΚΙ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ…

 

(μα είναι χαρτιά, συρτάρια, κλειδαριές,

είναι το σύρσιμο των ριγηλών κιγκλιδωμάτων,

των συρματοπλεγμάτων η παρέλαση!..

Είναι η τρέλα που χτυπάει τις παλάμες κι αντηχούν σα να χτυπά η μια έρημος πάνω στην άλλη)

Γυρνάμε και στριφογυρνάμε, φωνάζουμε, χειρονομούμε, γυρευόμαστε, βαδίζουμε, βαδίζουμε για να συναντηθούμε,

μα, να , κόβονται πάλι οι δρόμοι,

πάλι περνούν οι φάλαγγες γυαλιστερές μες στο καψαλισμένο φως,

πάλι περνούν οι φάλαγγες, που μας χωρίζουν.

Κι είναι ξανά τα μάτια σου ναυαγισμένες θάλασσες  κι η κόμη σου αναχώρηση πρωινή μες στους καπνούς

κι είναι οι πτυχές στο φόρεμά σου κάγκελα, που σφίγγεις νευρικά στα δάχτυλά σου…

 

Κι όμως δεν μας χωρίζει το άπειρο

κι όμως μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν.

Μετριούνται οι ώρες της σκληρής δουλειάς, μετριούνται του ψωμιού τα ψίχουλα, τα δέκατα, οι αρρώστιες –

και μετριούνται τα λυσσασμένα κέρδη της πλεονεξίας.

Γυρνάμε και στριφογυρνάμε, βαδίζουμε, βαδίζουμε για να συναντηθούμε,

ψάχνεις για μένα, με φωνάζεις, μπλέκεται ανάμεσα σε πέλματα και ρόδες η φωνή σου,

τα χέρια σου συστρέφονται, όπως στον ουρανό οι καπνοί χωριών πυρπολημένων,

το πρόσωπό σου ναυαγεί πίσω απ’ τις σημαίες

κι η σκόνη σα λευκός χαλκάς σφίγγει τ’ άγια σου πόδια.

 

Όμως δεν είναι το άπειρο, που μας χωρίζει, μα είναι χαρτιά, συρτάρια, κλειδαριές,

είναι το σύρσιμο των ριγηλών κιγκλιδωμάτων, των συρματοπλεγμάτων η παρέλαση.

Μες στις πλατείες δεσπόζουν βαλτωμένα βλέμματα γεμάτα κύμβαλα και λόγχες

και τα μεταξωτά κορμιά των σημαιών κυλιούνται αγκαλιά με βρομερά χαμόγελα στις σκάλες των μνημείων.

 

Όχι, δεν είναι καθόλου το άπειρο, που μας χωρίζει

 μον’ είναι η τρέλα, που χειροκροτεί στα πεζοδρόμια,

η τρέλα που χτυπάει τις παλάμες κι αντηχούν σα να χτυπά η μια έρημος πάνω στην άλλη.

Είναι ένα φως, που πάνω του σκοντάφτουμε, είναι ένα μούδιασμα του ανέμου κι ύστερα μια μικρή αναφορά:

τόσοι νεκροί και τόσοι τραυματίαι.

 

Γυρνάμε και στριφογυρνάμε

είναι οι ζωές μας δύσκολες, παράτολμες κι υπέροχες,

είναι οι ζωές μας ίχνη αγριμιών πάνω στην άμμο –

βαδίζουμε, βαδίζουμε και θα συναντηθούμε, γιατί δεν μας χωρίζει το άπειρο,

γιατί μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν

[το πρώτο μέρος από το ποίημα του Βύρωνα Λεοντάρη που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή του  ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957 – από το συγκεντρωτικό τόμο ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ, ποιήματα 1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017 – ακολουθούν το δεύτερο και το τρίτο μέρος από το ίδιο ποίημα

«Αυτός είναι ο αιώνας ο τρελός, των εξευτελισμών ο αιώνας… Μα εσείς, λουλούδια των καταστροφών, πληγές που λαμπαδιάζετε μες στο απέραντο ρίγος, σεις πέστε, πόσο δύσκολα μεταμορφώνονται τα βάσανα σε ελπίδες…]

 


ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΣΤΗΘΗΚΑΝΕ ΠΑΓΙΔΕΣ, ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΘΗΛΙΕΣ

(ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ δεύτερο μέρος από ομότιτλη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη)

Δεν είναι τώρα η εποχή των ξάστερων αγώνων,

δεν έχει τώρα αλώνια μαρμαρένια η γη,

για να παλεύουνε τα παλικάρια εκεί μ’ ένα λεβέντη χάρο.

Τώρα η ζωή τσακίζεται σε σκοτεινές κακοτοπιές

και πνέει τριγύρω η παγερή ανάσα της ενέδρας.

Αυτός είναι ο αιώνας ο κακός, ο αιώνας της παγάνας.

Ποτέ δεν είδαν οι άνθρωποι πιο επίβουλο, πιο γλιστερό και πιο μπαμπέση θάνατο.

Για όλα τα μάτια και τα στόματα στηθήκανε παγίδες,

για όλα τα όνειρα θηλιές,

-τα πόδια και τα νιάτα μας φυραίνουν κάθε βράδυ δαγκωμένα απ’ τα ρολά των μαγαζιών.

 

Αυτός είναι ο αιώνας ο κακός, ο αιώνας της ορθοστασίας.

Ανεβοκατεβαίνω σκάλες όλη μέρα,

χτυπούν της προσβολής οι πόρτες πάνω μου καθώς φτερούγες όρνιων,

ένα χορτάτο φως μου κλοτσάει τα μάτια,

με τσούζει ο ιδρώτας και με τρελαίνει

ο θόρυβος της τρομερής λεηλασίας του Ανθρώπου.

 

Αυτός είναι ο αιώνας με τα κόκκινα τα μάτια,

αυτός είναι ο αιώνας ο φονιάς, των προγραφών ο αιώνας.

Σαν αετοί περήφανοι που στης ελευθερίας

το κάλεσμα, τανύζουν τα φτερά

κι εκεί στον πιο πλατύ κυματισμό της τόλμης

τα βόλια της κακίας τους βρίσκουν

και τυφλώνεται από ματωμένα φτερά ο άνεμος

και ζαλίζεται γύρω το στερέωμα,

έτσι, στην πιο γενναία τους ορμή,

χάνονται  οι άξιοι.

Αυτός είν’ ο αιώνας ο τρελός, των εξευτελισμών ο αιώνας

Στα παιδάκια μοιράσαν σημαιούλες,

τα σχολεία δοθήκανε στους λόχους,

τα πάρκα στις μασέλες του ιππικού.

Οι κοπέλες του δειλινού γυρνάνε και ξαναγυρνάν πίσω το πρόσωπο.

Ποιος είναι αυτός που ακολουθεί;

Ποια βήματα είναι αυτά, που θα προλάβουνε το καρδιοχτύπι τους,

ποια δάχτυλα θα κυνηγήσουν τους σφυγμούς τους στις γαλάζιες φυλλωσιές,

ποια χείλη θ’ ανταμώσουνε τα χείλη τους στις ζαλισμένες τους ροδιές;

Οι κοπέλες του δειλινού γυρνάνε και ξαναγυρνάν πίσω το πρόσωπο.

Ποιος είναι αυτός που ακολουθεί; - Κανείς δεν είναι

Φυλλορροούν τα βήματα της ευτυχίας στη σκόνη,

η έρημος κι η νύχτα γδέρνουνε τα μάτια τους.

 

Ω διαμελισμένες πολιτείες, ως πότε

θα τρέμετε μέσα στους λερωμένους επιδέσμους των δρόμων σας,

ως πότε θα περνούν φορεία μούσκεμα απ’ τον πόνο,

ως πότε τ’ άγρια πένθη κι οι κηδείες,

ως πότε θα βουλιάζουνε τα πρόσωπά μας

στη σκοτεινή γυαλάδα των φερέτρων,

ως πότε οι νεκρικές πομπές και τα βαριά, τρομαχτικά στεφάνια,

απ’ όπου πέφτει πότε-πότε ένα γαρύφαλλο,

που το πατάνε - που είναι

σπασμένο πρόσωπο παιδιού πάνω στην άσφαλτο;

Αυτός είναι ο αιώνας των κατατρεγμών, ο αιώνας της δοκιμασίας.

Αιχμαλωσίες, ξεριζωμοί, μετακινήσεις πληθυσμών…

Μα εσείς λουλούδια των καταστροφών,

πληγές που λαμπαδιάζετε μες το απέραντο ρίγος,

πρόσωπα ανασκαμμένα απ’ της φοβέρας την κραυγή,

σεις πέστε, πόσο δύσκολα μεταμορφώνονται  τα βάσανα σε ελπίδες

και πόσο δύσκολα χαράζει το χαμόγελο στο πρόσωπο  της γης,

σεις, ματωμένες δαχτυλιές της λαβωμένης νιότης

στους κλονισμένους τοίχους των πολιτειών,

εσείς μιλήστε στις γενιές, σεις πέστε,

πώς άντεξε η αγάπη μας σε τέτοια θύελλα μίσους.

 

 

ΑΥΤΟΥΣ, ΠΟΥ ΣΤΕΙΛΑΝ ΣΤΟ ΧΑΜΟ, ΤΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΠΙΣΩ Η ΑΝΟΙΞΗ…

(δεν είναι οι άνθρωποι πέτρες, να βουλιάξουνε βαθιά στο χωρισμό)

γυρνάνε με τον άνεμο τη νύχτα στις αυλές,

χτυπιούνται μ’ αναφιλητά οι πόρτες και τα παράθυρα

κι οι τρομαγμένες στέγες μας τρίζουνε σαν καράβια.

Ποιος έρχεται κι οι στράτες μας πικρομοσχοβολάνε;

Αν είναι ο γιος, σκιρτά η καρδιά, τα γόνατα στυλώνουν

αν ο πατέρας, λύνονται τα χέρια της ορφάνιας

κι αν ο καλός μου,,,, - σ’ ένιωσε η  χλωμάδα της αγάπης.

 

Αυτούς που στείλαν στο χαμό, τους φέρνει πίσω η άνοιξη.

Αυτοί δεν ήταν τρόχαλα να σκορπιστούνε, να χαθούν στης αρνησιάς τη στράτα

-δεν είναι οι άνθρωποι πέτρες, να βουλιάξουνε βαθιά στο χωρισμό

δεν είναι η νιότη δάκρυ να στεγνώσει, να σβηστεί στου πένθους το μαντήλι –

αυτοί δεν ήταν σκόνη στα μαλλιά, πάχνη στα δάχτυλά μας,

να μας τους πάρει ο άνεμος.

 

Μουγκρίζει τώρα και βογκάει της λησμονιάς το σύννεφο,

δεν τους χωράει ο θάνατος,

γιατί είναι όλοι νέα παιδιά,

οι λατρευτοί της θάλασσας, της ποτισμένης γης και των σταχυών.

 

Στων κοριτσιών το καρδιοχτύπι πάντα θα γυρνούν

και μες στα μάτια των παιδιών – φεγγάρια κι άστρα.

Μα τώρα, αλήθεια, πια όλες οι στρατιές κουράστηκαν πολύ,

βαδίζοντας και κλαίγοντας,

σκοτώνοντας και κλαίγοντας,

τώρα όλες οι στρατιές κουράστηκαν πολύ

κι αυτοί, που ήταν σημαδεμένοι για χαμό, ταμένοι του θανάτου, δεν προχωρούνε πια,

γιατί είναι όλοι νέα παιδιά,

το μακελειό δεν τους μεθάει και φόνο δεν διψούν.

Μια δύναμη περίλυπη αγρυπνεί στο πρόσωπό τους.

Δεν σκύβουν και δε πίνουνε απ’ τη γούρνα του θανάτου.

 

Γιατί τους καίει η λαχτάρα της ζωής,

τους κυβερνά η τρεμούλα του κορμιού, που θα γδυθεί το θάνατο,

ο πυρετός, που θα ραγίσει τα κράνη,

η ζεστασιά της ανθρωπιάς, πιο δυνατή απ’ το σίδερο.

Δε σκύβουνε, δεν πίνουνε απ’ τη γούρνα του θανάτου.

Η άνοιξη κατηφορίζει με πανέρια λουλουδιών, στις λεωφόρους,

κατηφορίζει με τα δάκρυα των παιδιών στα μάγουλα

κι αυτοί, που ήταν σημαδεμένοι για χαμό, ταμένοι του θανάτου,

πίσω γυρνούν με τρικυμίας προμήνυμα στην όψη και τα δάχτυλα,

πίσω γυρνούν με τις αποστασίες των εξοχών στα μάτια τους,

θροούν οι πολιτείες παράθυρα και τα χωριά ονειρεύονται

κάτω απ’ της βροχής τα γαλανά ματόκλαδα

και της χαράς η αστραπή καλπάζει στα βουνά – τα πέταλά της

πάνω στα μυρωμένα βράχια χρακακίζουν.

Αυτοί, που ήταν σημαδεμένοι για χαμό, γυρνούν αυτή την άνοιξη.

Ξυπνάνε στις κοιλάδες βήματα, βήματα, που γυρεύονται,

βήματα, που μεθάν το χώμα,

χώμα, που ανάβει από καημό κι απ’ τη φωνή σου…

 

Από βοριά και από νοτιά τρέχεις φωνάζοντάς με,

είναι η φωνή σου άχνα στα βουνά

και των μαλλιών σου οι χείμαρροι μοσχοβολούν ελπίδα,

τρέχεις και κάτω απ’ τα γλυκά σου πόδια λιώνει η νύχτα.

Από βοριά κι από νοτιά τρέχεις γυρεύοντάς με,

τρέχεις σε μια φτωχή πλαγιά, που η χλόη είναι λυγμός,

τα βήματά σου αντηχούν όλα τ’ αρώματα των ουρανών, της θάλασσας και των περιβολιών,

τα βήματά σου, αγάπη μου – ω αγάπη, μονάχα

τ’ αλαφιασμένα βήματά σου

κυριαρχούν το στερέωμα.

[τρίτο και τελευταίο  μέρος από το ποίημα ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ από την ομότιτλη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη – συγκεντρωτική έκδοση ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ Ποιήματα 1949-2006, Ύψιλον/ βιβλία 2017]

 

Η ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ, ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΧΑΘΕΙ

(κι εκείνη η «ενός λεπτού σιγή» που παρατείνεται και γιγαντώνεται μες στις καρδιές μες τους αιώνες): 

Όχι μόνο τ’ αθώα παράπονα,

που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος,

όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,

όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.

 

Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει   η σιωπή που ακολουθεί,

η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών,

η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,

η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,

η σιωπή του δάσους,

η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,

η σιωπή ανάμεσα σε δυο στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν,

κι εκείνη η «ενός λεπτού σιγή»,

που παρατείνεται και γιγαντώνεται

μες στις καρδιές μες τους αιώνες,

η σιωπή που αποφασίζει   τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

 [Η ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957]

 

ΜΟΝΑΧΑ ΑΝΤΙΟ

(από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957)

Μη λες: «Αντίο, μας χωρίζει ένα χάος»,

γιατί εγώ δεν βλέπω κανένα χάος.

Όμορφη η νύχτα, με πουλιά, με ολάνθιστους θορύβους,

όμορφη η νύχτα και σπιθίζουν τ’ άστρα και γελούν

μακριά οι χαρούμενες επιγραφές της ευτυχίας…

 

Μη λες: «αντίο, μας χωρίζει το άπειρο»,

γιατί μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν,

γιατί δεν είναι καθόλου το «άπειρο» που μας χωρίζει,

μα είναι το ανήλεο σφυροκόπημα της δυστυχίας, που θρυμματίζει καρδιές.

ξηλώνει σιδεροδεσιές και συνειδήσεις,

ξεριζώνει τα δένδρα,

κόβει τις άγκυρες και ρίχνει τα καράβια στη στεριά,

ισοπεδώνει τις κραυγές της άνοιξης, τους ουρανούς, τα όνειρα και τ’ αρώματα,

είναι τα δαγκωμένα χέρια μου,

το πρόσωπό μου, που το ανάσκαψαν τα σκάγια της κακίας,

είναι τα πληγωμένα χελιδόνια των ματιών μου

-κι οι αποδημητικές επιθυμίες του σώματός σου…

Ποιος σκέφτηκε ποτέ να τις σκλαβώσει;

 

Γι’ αυτό, μη λες «αντίο, μας χωρίζει μια άβυσσος»

Κοίταξε τι απλός, τι καθαρός, που είναι τούτος ο δρομάκος

με τις νεραντζιές και πες μονάχα «αντίο».

 

«ΚΑΡΛΟ»

Μαζεύτηκαν και τον κοίταζαν

-αυτοί που φάγανε το πρωί, αυτοί που θα φαν το μεσημέρι και θα φαν και το βράδυ,

αυτοί που θα τρώνε πάντοτε,

προσκεκλημένοι στις γιορτές της νόμιμης χαράς,

ντόπιοι και ξένοι,

εκδρομείς στον τόπο μας,

εκδορείς στον τόπο τους, εκδορείς ψυχών,

 

κάποιοι  απ’ τη Μύκονο,

κάποιοι  απ’ το Κάπρι,   κάπροι απ’ το Κάπρι,  κοπριά απ’ το Κάπρι,

 

μαζεύτηκαν και τον πειράζαν

έχοντας πλάι τους τι γυναίκες τους,

που αλλάζουν κάθε τόσο επωνυμίες,

κρατώντας απ’ το χέρι τα παιδιά τους,

παιδιά θαύματα, παιδιά μεγαλοφυΐες,

που κάνουν καροτσάκι τη γιαγιά τους,

που ζωγραφίσαν χτες «την πρώτη τους ακουαρέλα»,

 

παιδιά κουρέλια

σαν τα κουρέλια του κορμιού ενός έρωτα, που διαμελίστηκε

σε μάτια, που δεν ήταν μάτια,

και σε κρεβάτια, που δεν ήτανε κρεβάτια,

σε μάτια και κρεβάτια που ήταν ζυγαριές.

 

Τον πείραζαν, τους έφτυσε

τον έφτυσαν, τους έφτυσε,

τον χτύπησαν, τους έφτυσε,

-μαζεύτηκαν πολλοί και κοίταζαν

ένα άλλου είδους πίθηκο.

[από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957]

 

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ «ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ»

(από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957)

Τι φοβερό, όσοι πρώτα μ’ άξια στέρνα

του κόσμου, την τιμή και την τιμή τους

εδιαφεντεύαν, τώρα σε «μοντέρνα

διασκευή» να παίζουν την ψυχή τους

 

στης δυσωδίας τους πάγκους και για πλήχτρα

να τρεμοψηλαφούν τρύπιες δεκάρες…

Πήχτρα τριγύρω η δυστυχία και πήχτρα

τα βογγητά, το πένθος κι οι κατάρες.

 

Λαχνοί στις μαύρες χούφτες του θανάτου

σειούμαστε κι όλη τρέμει η ανθρωπότης.

-Κι οι νεκροί ακόμα γίναν άνω κάτου·

ποιος είναι ο ήρωας τώρα; ποιος προδότης;

 

Ο άνθρωπος φτήνυνε κι όσο φτηναίνει,

τόσο και μεγαλώνουν τα παζάρια.

Ούτε οι ουρανοί δεν είναι πια ανοιγμένοι·

καταστροφής τους κλείνουν μανιτάρια.

 

Πολιτισμοί και κόσμοι ολόγυρά μας

σαν κόκαλα νεκρών έχουν σκορπίσει

-κι ο Παρθενώνας μες στα βάσανά μας

σα θώρακας σκελέθρου έχει ξασπρίσει.

 

Τρίζει – πώς τρίζει! – ετούτος μας ο αιώνας,

σταυρός που έχουν επάνω του σταυρώσει

ένα παιδί γιγάντιο – και κυκλώνας

έχει το μέτωπό του στεφανώσει.

 

Με λόγχες και σπαθιά, τι καρτερείτε,

με σφουγγάρια στο ξίδι βουτηγμένα,

λεγεωνάριοι; Μάταια καρτερείτε·

δε θ’ ακουστεί «Τετέλεσται» κανένα.

 

-Σήκω, της δικαιοσύνης άγριο αγέρι,

τα δεσμά, που μας σφίγγουν, τώρα σπάσ’ τα!

Όχι ως το κόκαλο να φτάσει το μαχαίρι.

Πριν από το «Τετέλεσται» - ανάστα!

 

ΑΛΙΜΟΝΟ ΣΟΥ, ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΕΙΣ ΝΑ ΞΕΚΟΒΕΙΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΣΟΥ

(κι απογυρνάς το βλέμμα από πληγές, που σε φωνάζουν…)

… κι εξοικειώνεσαι με τη ζωή που ζουν τα τέρατα.    κι αρχίζει το ασυμβίβαστο να συμβιβάζεται και το απαράδεκτο να μοιάζει βολικό    κι αρχίζει η αλήθεια μέσα σου να σώνεται και να ’ρχεται το ψέμα σιγά-σιγά    όπως η μέρα γίνεται σκοτάδι, όπως το καλοκαίρι γίνεται χειμώνας.    Αλίμονό σου, όταν το δύσκολο σου γίνει βαρετό κι αβέρτα ρίχνεις δίκιο στους άδικους    κι αρχινάς ν’ ανακαλύπτεις σοφίες κι ομορφιές στα ξεράσματα της πλήξης,    ιδανικά μες στο βυθό της αηδίας και λες, και λες και λες…   Όταν πια δεν σου φαίνονται τόσο δύσκολα πράγματα η ζωή, ο έρωτας, ο ύπνος,    όταν τριγύρω μαχαιρώνουνε τη Νύχτα κι οι λόφοι στηθοδέρνονται,    όταν παχύνουνε τα χείλια σου τόσο πολύ, που να μπορούν να πουν:    «Κατέστην ευτυχής», αλίμονό σου.    Γιατί όλοι αυτοί, που σε τριγύριζαν,   γιατί όλοι αυτοί που πριν σε χάιδευαν, άλλα γυρεύουν τώρα, άλλα απαιτούν·    - τώρα σε θέλουν τέλεια δικό τους.    Γιατί αυτοί, που απ’ την αρχή καλά τους ήξερες, τώρα περνούν τα σύνορα,    γιατί η λεηλασία σου άρχισε – και τώρα τι θα κάνεις;  τι θα κάνεις τώρα, που πια δεν μένει παρά ένα βήμα μοναχά, για να συρθείς και να συνάψεις τη «συμμαχία» που σου ζητούν,    την τρομερή κι επαίσχυντη και μάταιη συμμαχία με το θάνατο;   [ΛΕΗΛΑΣΙΑ από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ 1957 – από το συγκεντρωτικό τόμο ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ, ποιήματα 1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον/ βιβλία 2017]

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2021

ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΧΟΥΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΡΕΘΙΖΟΥΝ ΤΟ ΧΑΟΣ

  Με παραισθήσεις υποφέροντας ο κήρυκας αισθάνθηκε να διαιρείται. Από το σώμα του επαράγονταν κι άλλα σώματα κι έγινε ένας στίχος ερχομένω...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ