Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαρβέρης Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαρβέρης Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

ΘΕΣΗ: ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΕΙΛΗΜΜΕΝΗ, ΘΕΕ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΞΕΝΟ

 (…αυτό το αφύλαχτο μαντρί θα τον ξεκάνει…)


Έμποροι οφειλέτες άνθρωποι υπερήμεροι

ναυτικοί της ξηράς   συνταξιούχοι της θάλασσας

 καλλονές σε απαρχή κατεδάφισης

παντοδύναμοι  σε φάση διαδοχής    πιστοί

πιστοί που πολύ πικραθήκατε 

άνθρωποι εν γένει στα πρόθυρα  

 

σημαίνει, σήμανε η παύση των πληρωμών

αφήστε τον σύνδικο της πτωχεύσεως

να κάνει τη δουλειά του

ακούστε πάνω στα μαλλιά σας

αυτό μου το χάδι: 

 

Περιουσία μας είναι   ό,τι έχουμε χάσει!..

[ΠΡΙΓΚΙΨ  και  ΠΤΩΧΟΣ   από  τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη  ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 


(συνημμένη εικόνα)  ΘΑ ΣΑΣ ΒΡΑΒΕΥΣΟΥΝ ΚΟΥΚΟΙ, ΠΕΤΕΙΝΟΙ  

(…θα επαινεθείτε από τις προθεσμίες…)

Θα σας φεισθούν παραγραφές.

Είναι η ώρα

περιφρόνηση

και δεν οπλοφορεί   (Art by

 

 

ΛΕΖΑΝΤΑ: Γιατί μας έδιωξαν απ’ την πατρίδα

(… διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι αφές.…)

Έρπουν διστακτικές ως τα κουμπιά

Συνοφρυωμένα εκείνα εντέλλονται

νυν υπέρ πάντων οι κουμπότρυπες

το σώμα μόνο επ’ ουδενί μην αρνηθεί

ιερή κλεισούρα.  Θυρωροί τετραπέρατοι

κάτι περισσότερο θα ξέρουν τα κουμπιά

 

Όμως και ποιος δεν έσκυψε

στην ευωδιά μασχάλης ξάγρυπνης

στο φούντωμά της το νυχτερινό. 

Μάταια όλα. Με των δαχτύλων το ξεθάρρεμα

αμέσως στέφανοι  και  άνθη 

κι ευειδείς πλαγγόνες από κερί

κι ομοιώματα εδεσμάτων χόρτασαν την όραση

ενώ κερί της μέλισσας απ’ τα κορμιά μας

κύλησε,  κυλούσε προς το χώμα.

 

Ποιος κηροπλάστης, ω, ποιος ζοφερός 

στην ύλη αυτή ψιθύρισε

να ζούμε εδώ

μισοί κεριά  και  μισοί φλόγα;

[ΩΣ ΤΗΚΕΤΑΙ ΚΗΡΟΣ  από  τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη  

ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001,

πρώτη συλλογή  στη συγκεντρωτική έκδοση:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Β’  2001 - 2013]

 

 

ΣΙΝΕΦΙΛ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Το διπλανό θερινό σινεμά

είναι χτισμένο με την πλάτη προς εμάς

κι έτσι χωρίς να βλέπουμε, δωρεάν

ακούμε τους διαλόγους απ’ το μπαλκονάκι

 

Στα διαλείμματα

που ο κόσμος τρώει τυρόπιτες

διάλειμμα κι εμείς

με ό,τι βρεθεί.

 

Πέφτει ο χειμώνας

κλείνει το σινεμά

γέροι θεατές χτυπούν

με τις ταινίες στα μάτια

τα κουδούνια  μας.

 

 

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΜΕ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ

Εδώ τις Κυριακές ίδια ταινία

«Ο Τζέιμς Μποντ εργάζεται στα ξένα».

 

Στο πρώτο μέρος ο ήρωας

κοιτάζει πεταλούδες κι αεροπλάνα θυμάται

φοράει πολύχρωμα φουστάνια

δεν του πολυπάνε

μ’ αυτά πετάει ψηλά  και  μας πυροβολεί

γυναίκες κλαίνε από χαρά

εκείνος τους φωνάζει τ’ όνομά του

«Είμαι ο Μπόντ»

όταν ανάψει διάλειμμα

μοιράζει σοκολάτες στους διαβητικούς

μετά σβήνει το φως

στο μέρος Βον  και πάλι μας πυροβολεί

εμείς είμαστε αθάνατοι

THE END.

 

Δευτέρα ξημερώματα

βάζει την άσπρη μπλούζα

σκίζει τα πρόχειρα πανιά

τη μαύρη οθόνη

μέχρι την άλλη Κυριακή

σκουπίζει το αίμα.

 

ΜΕΧΡΙ ΔΑΚΡΥΩΝ

Έτσι – έτσι να γυρίζει μες στις συντροφιές

τα κλάματα σε γέλια  και  πειράγματα να τα γυρίζει

έτσι να διασκεδάζει όσους δεν γέλασαν ποτέ

και  ω  του κλάματος  εκείνοι να γελάνε

σίγουρος για ένα χρέος που εκπληρώνεται

χωρίς να υπάρξει δάνειο ούτε γι’ αστείο

από ποιον ζήτησε αστείο αυτός

και ποιος μπήκε στον κόπο

να γελάσει με τον κόπο του

που πάει τα κλάματά του μες στις νύχτες

και ποιον ηλιόλουστο να πρωτοβρέξει

 

αλλά θα βρέξει κάποτε για τα καλά

και δε θα ξεχωρίζει ούτε αυτός

το κλάμα του από τη βροχή του κόσμου

μούσκεμα θα γυρίσει σπίτι αλλά στεγνός

ούτ’ ένα δάκρυ δε θα του ’χει μείνει πια

για να πιστέψει

πως πεθαίνει από τα γέλια,

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΣΤΑ ΞΕΝΑ;

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Πού τήνε  βρήκε  αυτός την αγαλλίαση

 

πως τάχα δεν τον κυνηγάνε τα σκυλιά

πως το ποδάρι του δεν είναι πια στο δόκανο

πως έχει πια, ελεύθερος ερήμου

μπουχτίσει το νερό

πώς έγινε  - δήθεν για ν’ ανθρωπέψει πάλι –

και τα νοστάλγησε όλα αυτά

σκυλιά  και  δόκανα  και δίψες –

υπαρκτά∙

 

μεγάλη ελπίδα να νοσταλγείς

ένα μαρτύριο ενώ δεν έχει λήξει!..

 

ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥ

Απ’ τις στοές των ορυχείων

εκεί που το αίμα ολημερίς σφυρηλατεί

παράνομη πατρίδα

άκουσε κάποτε

όπως παλιά να ξεκαρδίζονται στηθόδεσμοί

να φουρφουρίζουνε προικιά τρεχάματα φροντίδες

κι άκουσε μες την κολυμπήθρα

βρεγμένο τ’ όνομά του συνονόματο

να το σηκώνουνε ψηλά να το βυθίζουν

ψηλότερα κι από το παρελθόν.

 

Καλή γιορτή

όμως απότομα διελύθη

όταν οι καλεσμένοι αντίκρισαν

του αμφίρροπου νεκρού το φρέσκο βάδισμα.

Ίσιο πεσμένα φύλλα,  σαν και πριν,

Σκυφτό, κατωφερές, ανθρώπινο.

 

ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΣΤΑ ΞΕΝΑ

Όσοι σε ακολούθησαν   στο ταξίδι

είναι πιο ξένοι

απ’ όσο στην πατρίδα.

 

Βλέπεις στα μάτια τους τη νοσταλγία σου

βλέπεις στα μάτια τους τη νοσταλγία τους

στο τέλος βλέπεις

ότι στα μάτια των ανθρώπων

πρωτοκουράζεται η αγάπη.

 

Δικούς δεν έχει εδώ

δικοί είναι οι ξένοι

μόνο επιστήθιους έχει

 

είναι οι άγνωστοι!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

 

ΩΔΗ ΣΤΗ ΧΑΡΑ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Τους φίλους σας να  σκέφτεστε

χωρίς αιτία και μνήμη, έτσι

αμίλητους σκυφτούς να περπατούν

έντονα να τους σκέφτεστε να κλαίτε

μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν  και δεν ξέρετε

πώς τον κοιτούν τον κόσμο αυτή την ώρα.

 

Αυτή η ώρα που δεν κάνετε άλλο

παρά μονάχα σκέφτεστε τους φίλους

είναι όπως απερίσπαστοι

ακούτε μουσική:

αλλά όταν σκέφτεστε τους φίλους απερίσπαστοι

χωρίς να κάνετε άλλο

ακούγεται σιγά

μουσική.

 

ΠΕΡΒΑΖΙ

Τι πληκτικό που είναι σήμερα ένα ποίημα.

Πλήττει όταν το διαβάζουν γιατί ξέρει

πως όλοι πλήττουν πια διαβάζοντας ποιήματα.

 

Έτσι από την ανία πέφτει στην άνοια

κοιτάζει από το παράθυρο τον κόσμο

κανένας δεν κοιτάει προς το παράθυρο.

 

Μα δεν το νοιάζει,   ξέρει

πως έτσι γράφτηκε

πως έτσι γράφονται τα ποιήματα

 

από ανία για την άνοια

που τα περιμένει

ΚΡΑΥΓΗ ΣΕ ΦΑΚΕΛΟ

Έφτασες ως εδώ μέσα σε φάκελο    μετά από χρόνια.

Ένα βιβλίο μικρό  λιγνό  κι όμως κομψότατο

έτοιμο λες να ορμήσει στα άκρα:

για πέταμα  ή  για  διάβασμα.

 

Και καθώς έπιασα στα χέρια μου το σώμα του

και καθώς ήσουνα ποιητής

ακμαίος κάτοικος αισθήματος και μνήμης

το εξώφυλλο, το σχήμα, ο όγκος, το όλο

ενός βιβλίου που από σένα ερχόταν

γέννησε μια άλλη διάσταση, καινούργια, Τρίτη

πριν σε πετάξω  ή  πριν να σε διαβάσω:

 

τα χέρια μου ήδη αγγίζανε

το μέτρο της κραυγής σου

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΛΕΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΧΑΙΡΩΝΕΙΑΣ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Βρε τι μαθαίνω εδώ μακριά

πώς καταλήξανε τα είδωλα

οι ένδοξοι αθληταί που αποθεώναναμε:

 

προπονηταί σε περιφερειακές ομάδες

και πωληταί αθλητικών, μπουνιέρηδες

για τα νυχτερινά

 

συχνά θυμούνται κλέη

δεν τους ακούει κανείς∙

 

αθλούνται πια   κανονικά.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Άκυρα γράμματα   σκληρά ταχυδρομεία

Τα χρόνια που έλειψες

δεν ξέρεις ποιοι γεράσανε

και ποιοι γεράσαν.

Τους έκλαψες ερήμην

όλους ανεξαίρετα.

Στα ξένα όλοι μπερδεύονται

και πιο πολύ

η νοσταλγία με το πένθος.

 

Τώρα που γύρισες

για όποιους δεν βρεις

θλίψη δεν έχεις.

Τους έχεις κλάψει

μ’ όση χαρά δεν έχεις

για όσους βρήκες.

 

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΑΙΜΑ

Την είχα φέρει τότε από την πατρίδα

νομίζω πως την λέγαν νοσταλγία

Τώρα όπως -  όπως τη στοιβάζω στη βαλίτσα

και προτού φύγω τρέχω στο παράθυρο να δω

το δρόμο,  τους αγνώστους, τα φανάρια

που τόσα χρόνια εδώ στα ξένα με στηρίξαν

χωρίς αισθήματα ευτυχώς

ή έργα  ή λόγια.

 

Βλέπεις της ξενιτιάς εφόδιο είναι το αίμα

επειδή πάντα γίνεται νερό.

Αφού σε ταπεινώσει η δίψα

ως το άκρο χείλος

τότε μονάχα το νερό

ξαναγυρίζει σε αίμα.

 

Ξαναγυρίζει αλλά μαζί

με την κατάρα του νερού:

πατρίδα πια

η νοσταλγία της εξορίας.

 

ΠΕΣ ΜΟΝΑΧΑ ΓΙ’ ΑΝΑΨΥΧΗ

Πες μονάχα γι’ αναψυχή

και βέβαια με εισιτήριο επιστροφής

ξαναγυρίζεις κάποτε

στα ξένα.

Έχουν ριζώσει εκεί

κομψότεροι μισοί στο νέο τους χώμα

στο πρόσωπό τους καταπράσινες οι ελπίδες

θριαμβεύει

ήττα γλυκύτατη

η λήθη της πατρίδας.

 

Ξένος εξ αίματος

δε γίνεται να τους μιλήσεις.

Συντετριμμένος βλέπεις

να βλέπουνε στα μάτια σου

τη νίκη,

 

ΤΙ ΝΟΣΟΣ

Τι νόσος

τα μάτια σου να βλέπουν περιβόλια

και να μη φτεροκοπάν

 

τα γόνατα τα πριν τρεμάμενα

τις γόησσες ν’ αντικρίζουνε

με ήπιο πένθος

 

εκεί που η θάλασσα μεσημεριάζει μες στο ασήμι

εσύ να τήνε λες

νομίσματα

 

να ’χει στο στρώμα σου κάθε κορμί

τη γεύση συννεφιάς

 

κι η συννεφιά πάντα να μοιάζει σαν ν’ ανήκει

στη μέρα  και  στη νύχτα το ίδιο

 

Θα ’πιαν πολύ τα αισθήματα χθες βράδυ

και κοιμούνται

 

ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΝΥΧΤΑ

Ήπιες απόψε λόγια και φωνές

μοιάζουν με ουίσκι . Το σώμα

της παλιάς αηδόνας σου τραγούδησε

το πόσο πόνεσε και τώρα

άλλο δεν γίνεται να τραγουδήσει.

Έτσι είναι.  Στην κάτω νύχτα

όλα  σωπαίνουνε.

Τα πίνει ο θόρυβος   που πίνει.

Λίγη φωνή

βγαίνει μονάχα το ξημέρωμα

κι είναι η δική της

καθώς γλιστράει στο πάλκο της λεωφόρου

κι εκεί πρωτοσφυρίζει το τραγούδι της

μαρμαρωμένη κίτρινη της πάχνης

θεά αποτρόπαιη μουσικής της μέρας.

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΙ

Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.

 

Δεν μας παρηγορεί η υγεία:

μια πλήξη πια,  υγιείς εμείς

μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

 

Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα:

έχουμε τόσα

που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

 

Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:

μας παραδίδονται αφειδώς

γιατί το σφρίγος πάντοτε

ποθούσε τη σοφία.

 

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.

Μεγαλώσαμε κι είμαστε πολύ πικραμένοι.

 

Αυτό μονάχα μας παρηγορεί!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΑΛΑΚΑ

(…που τονίζεται στη λήγουσα…)

Και για ν’ αλλάξω τόνο εδώ στα ξένα

λέω να μιλήσω τώρα και για σένα

συνθέτοντας, καθόλου όμως για πλάκα

αυτό το ρέκβιεμ, δίχως μουσική, για έναν μαλάκα. 

 

Δε σε ξεχνάω, ξέρεις εσύ, εσένα λέω

κι ας πέρασαν τα χρόνια  κι  ας μην κλαίω

πια για όσα μου έκανες.  Εδώ στα ξένα

με το αίμα εξόριστο, εγώ θυμάμαι εσένα.

 

Και τρέμω μην πεθάνω πριν πεθάνεις

και δεν σε κυνηγάει ως να πεθάνεις

πλάκα στο στήθος σου  κι  επιγραφή στην πλάκα

γραμμένο αυτό το ρέκβιεμ – ενώ ζούσες!..

 

LUPUS IN ANOREXIA

Τα δυο ανήμερα λυκόσκυλα   αμέριμνα μαυρίζουνε στην ηλιοθεραπεία∙   έτσι μαυρίζει σταδιακά  κι  η δική του ψυχή    Στης πολιτείας τις πιο χουχουλιαστές κρυψώνες  πλαταγίζει αλκοόλ και  πλιατσικολογεί   τα πιο λευκά τα θηλυκά ο τσοπάνης∙   έτσι ακριβώς αλλ’ αντιθέτως  λιώνει αυτός   από πηχτή  anorexia nervosa.  Ολημερίς τα τροφαντά τα πρόβατα  και  τα ζωηρά κατσίκια   για  την ξερή αμιλλώνται  και  βροντούν   με πάθος τραπουλόχαρτα  στη γης∙   έτσι στη μαύρη γης κι αυτός   σα σκάρτα φύλλα   βρέχει το τρίχωμά του   φθινοπωρινό.   Πράος, κανέναν δεν αναγνωρίζει πια∙   αυτό το αφύλαχτο μαντρί  θα τον ξεκάνει!,,  [ από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001, εδώ από τη συγκεντρωτική έκδοση ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Β  2001 - 2013, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ] 

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2026

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ…

 (… μπερδεμένα παραμύθια   απούλητα σπίρτα   παγωνιά.…)


Μέσα γιόρταζαν  τα Χριστούγεννα

Κι εγώ εκεί   έξω

με απούλητα τα σπίρτα μου    να ξεπαγιάζω

ώσπου περνάει ο λύκος

του ανάβω το τσιγάρο του

κι αυτός μεταμορφώνεται   σε πριγκιπόπουλο

να το γοβάκι σου,   μου λέει

πάμε να φύγουμε από δω

βέβαια  και  δεν τον πίστεψα… 

 

ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΙΘΑΝΟΤΗΤΩΝ  (στην υγειά σας πεθαμένοι)

1906 – 1978   σχεδόν πλήρης ζωή

κι όμως δικαιούμαι να φαντάζομαι

πως ο νεκρός μου θα μπορούσε και να ζήσει

ακόμα δέκα ή  δεκαπέντε χρόνια.

 

Έτσι σε ζούσα και νεκρόν

μετακομίζοντάς σε από το νόμο των νεκρών

στο νόμο ζωντανών πιθανοτήτων!..

Αλλά κι αυτές γερνούν.

Κι όμως με τον καιρό  σ’ έχω εξωθήσει

σε όλο πιο σπάνιες εξαιρέσεις μακροβιότητας

δεν ξέρω τι θα κάνω

τι θα γίνει   όταν το 2006

εξόριστος πια κάθε πιθανότητας

θα ’χεις ακόμα  και  στα ψέματα 

πεθάνει!..    

 


ΒΗΤΑΛΦΑΡΙΟ

δ.  Πέρασε ένας χρόνος.

Την Κυριακή είναι οι εξετάσεις.

Όλα τα παιδιά  ετοιμάζονται.

Άλλα θα πουν ποιήματα

και άλλα θα τραγουδήσουν. 

 

γ.  Να η δασκάλα.   Να και τα παιδιά.

Είναι στα θρανία τους.  

Γράφουν στα τετράδια τους. 

 

β. -Να το γάλα Μίμη.

Άννα,  Έλλη,  ελάτε.

-Πάμε, λένε όλα.

 

α.  Έλα, νινί, έλα.

Έλα, νινί, νάνι.

Ίιι… Οοο…

[τρία ποιήματα από  τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη  

ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001,

πρώτη συλλογή  στη συγκεντρωτική έκδοση:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Β’  2001 - 2013]

 

ΣΚΟΙΝΑΚΙ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001))

Ήμουν μικράκι   κι  όλο  έκανα σκοινάκι.

Πηδούσα χαρωπά από τον ένα

στον άλλο  και  στον άλλο ήχο

ψηλά με το σκοινάκι είχα το νου

αλλά το άφησα

μου έπεσε   στη μέση τ’ ουρανού!..

 

Τώρα ήχο – ήχο

στη στρατόσφαιρα    στα αζήτητα

το σκοινάκι    πήρε μαζί του

και τη βαρύτητα!..

 

 

ΣΤΑ ΞΕΝΑ

Όπως η κοντινή θαλάσσια διαδρομή

δεν είναι σαν παλιά ένα σύμβολο

μόνον απόσταση πραγματική   και  θέλει πλοίο

 

όπως αυτοί που φύγανε το ’60  για τη Γερμανία

και οι γονείς τους έχουν γίνει

χάρτης   στων παιδιών τους τα σχολειά

 

όπως ο  Κολόμβος    του Βαρθολομαίου Ντιαζ

και ο Ντιαζ    του Βάσκο ντα Γκάμα

τα θαυμαστά κατορθώματα   ο ένας του άλλου

τα ζήλευε κρυφά

όχι πολύ   αλλά λίγο

 

ιδίως όμως

όπως απαρηγόρητος τις νύχτες

ανάμεσα στα γραψίματα

έπρεπε ανούσιες γι’ αυτόν

αλλά σημαντικότατες   για το imperium

να παίρνει αποφάσεις

ο μελαγχολικός αυτοκράτωρ   Μάρκος Αυρήλιος

 

έτσι ακριβώς

τώρα από δω

μ’ αυτά ακριβώς τα κιάλια πια

κοιτάζω την πατρίδα!..

 

ΚΑΛΗ ΜΟΥ ΚΑΜΗΛΑ

Έλα καλή μου καμήλα

ήρθε η ώρα να με πάρεις στον ώμο

 

κι όχι μαζί μας νερό

κάποτε τελειώνει το νερό

κι ύστερα έχουμε  και  να το θυμόμαστε

 

Έλα καλή μου καμήλα

κι αν κουραστείς

έχω δασκαλευτεί να περπατώ

 

ιδίως αν δούμε επιγραφή

μη μ’ αφήσεις να πιστέψω

βάδιζε   - βάδιζε

 

η έρημος έγινε  για να περιφρονούμε τις οάσεις… 

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΙΜΑ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Εγώ κοιμάμαι και το αίμα μου όλο τρέχει

όπως η τύχη τρέχει  πράο ποτάμι

σε χάρτες σχολικούς με παραποτάμους

βρίσκει τ’ απόκρημνα χωριά στης Αφρικής τις ζούγκλες

πίνουν οι μαθητές γουλίτσες φρίκης  και  θεριεύουνε

 

όταν ξυπνώ επιστρέφει κουρασμένο από το μάθημα

δεν είναι χρέος  ή  σύμβολο είναι σημαία ανθρώπου

ω αίμα μου,  αίμα  εκδρομικό,  ζητάς κι εσύ ένα άλλοθι

-         ο ύπνος σ’ έχει διώξει απ’ την πατρίδα

 

ΦΑΝΕΛΑΚΙ

Έζησα κάποτε πολυτελώς.

Με δάκρυα που τα πίστεψα 

από το μέσα αλάτι.

Έζησα πένθος σύμμαχο

θρηνώντας  πένθη 

αντί για θανάτους   που τα γέννησαν.

Σας λέω αθλητική ζωή,  ζωηρή

σαν άσπρο φανελάκι ζωή

ζωή που καμωνότανε  πως ίδρωνε καθώς

χωρίς ιδρώτες  

έλιωνε πάνω της το φανελάκι.

 

Σώμα γυμνό

ό,τι πολυτελώς θρηνήσαμε

ήρθε η ώρα

εσύ κι εγώ

οι δυο μας

σώμα  με  σώμα  να το ζήσουμε!..

 

ΠΡΟΒΑ

Ζούμε καλά

σ’ αυτό το απόμερο νεκροταφείο.

Στους ευάερους τάφους

κάνουμε πρόβες ξαπλωμένοι

ενώ φυσάει από παντού ζωή

και μας γεμίζει νιάτα!..

Όταν τελειώνει η πρόβα σηκωνόμαστε

γεμάτοι αισιοδοξία και δύναμη.   Αύριο πάλι!..

Οι πρόβες συνεχίζονται επ’ αόριστον

και μας μικραίνουν

σιγά – σιγά ξαναγυρίζουμε στη γέννησή μας

και παραδινόμαστε

ετοιμοθάτατα νεογέννητα    γεμάτα σφρίγος!..

 

Ζούμε καλά    σ’ αυτό το απόμερο νεκροταφείο

Ποτέ σας δεν θα μάθετε

πώς μεγαλώνει ένας άνθρωπος

σε βρέφος    που δεν κλαίει!..

 [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΖΩΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Μονάζουμε στα ξένα καπηλειά

κούτσουρα από φωτιά

τρέμοντας την απογραφή της.

 

Α!..  Η πατρίδα

τι ευσταλείς φρουρούς   έχει προβλέψει

πόσο εύκρατες ασυδοσίες:

βαράγαν  οι κροτίδες  τα βεγγαλικά

κερήθρες στάζαν  

και πίνανε στα ντενεκάκια τους

οι στιβαροί κορμοί.

 

Τώρα μονάζουμε σε ξένα καπηλειά

κούτσουρα που ζητάνε πίσω τη φωτιά τους.

Εδώ   το μόνο γιορτινό στρωμένο

είναι το Πάσχα

αλλόκοτο,  καθημερινό:

μέσα στο μπούγιο σταύρωσης  κι  ανάστασης

ανάμεσα  κατάνυξη  και ξέφρενη χαρά

το αίμα  πήζει

γίνεται Χριστούγεννα

θαύμα  φωνάζουν

 

κρυβόμαστε    ζούμε


ΝΑ ’ΝΑΙ ΚΑΛΑ ΟΙ ΤΑΧΥΤΗΤΕΣ∙ ΕΓΚΩΜΙΟ

Να ’ναι καλά οι ταχύτητες

οι χελωνίσιες που απομείναν.

Τις έχουμε να λοιδορούν λαγούς πανηγυρτζήδες

και να τρυπούν αρρενωπά την άπνοια

όταν φυσάει.

Να ’ναι καλά οι ταχύτητες,  νωθρές

όταν αλά  μπρατσέρα  εμφανιζόμαστε

όπως υπερωκεάνιο σε μονοήμερους της αποβάθρας

ή  όπως   γερουσίες σε εφηβικά λουτρά.

Αλλά καλύτερα κι από καλά

ευλογημένες έως απτόητες

να ’ν’ οι άλλες,  μυρωμένες κάθιδρες

στα τρομερά ιπποδρόμια των ύπνων

που με αναβάτες θρυλικά Κεράτσα

ή  και τον σερ   των σερ

σερ Λέστερ Πίγκοτ

όρθιους στη σέλα με το καμουτσί

σκίζουν ακόμα κάθε χάραμα

το φώτο  φίνις της νυχτιάς

και μας ξεβράζουν στους αλαλαγμούς

των συνανθρώπων.

 

ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Στα νύχια οδεύουμε   μέσα στη νύχτα

να μην ενοχληθείτε

ο ήλιος σας επ’ ουδενί

 

Τρόπο δεν έχουμε γι’ αγάπη

τι καλά

χορτάριασε η συγγνώμη

και μας νανουρίζει:

«Κοιμήσου  εσύ  κι  εγώ

ποτέ δεν θα πεθάνεις».

 

Εδώ που σας μιλάω   εύπιστα όντα:

όποιος την κοιμηθεί

ξυπνάει

ακόρεστη η συγγνώμη

κι άντε μετά να τη μαζεύεις

από ανθρώπους.

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Νωθρά δικαιώματα

κόκκινα ωράρια δροσερά

και λάγνα συνδικάτα.

Τ’ αφεντικά τις απεργίες αμείβουνε

με υπερωρίες

εμείς  κεφάτα τις δουλεύουμε

αυτές γεννούν ωάρια νέα

νέα   κεφάτα ωράρια εκχωρούμε

μαζί και τους νόμιμους τόκους τους∙

 

με υπεραξίες

δωροδοκώντας το έλεος

ζούμε.


ΚΑΙ ΔΩΡΑ ΦΕΡΟΝΤΑΣ

Μην πλησιάζετε τους συνεξόριστους

τους κυνηγάει της εξορίας ο ίσκιος.

Ίσκιος στον τοίχο  τρέχει ο αρουραίος

του ίδιου αίματος

φοράει χλαμύδα σκόνη της στιγμής

σκόνη θα κάτσει επάνω σας

η ξένη γη.

 

Μην πλησιάζετε ποτέ τους συνεξόριστους

ίσκιο φουρνίζουν

για να θρέψουνε το κρέας τους

τα κόκαλά τους  τα πετούν στους πέντε δρόμους

δασκαλεμένα εκείνα ψάχνουν για σκυλιά

εγώ σας θέλω αδέσποτα∙

 

όποιος δίψασε τους όμοιους

ας ελπίσει

όποιος δίψασε

είν’ ο έτοιμος   είν’ ο πιωμένος

 

Ο ΕΝΙΚΟΣ, ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ

Εδώ γνωρίζω ηλικιωμένους

που αν τους ρωτήσεις απαντούν

και μόνον τ’ απαραίτητα

σε μια γλώσσα παλιά

ευγενική  σανσκριτική   ακατανόητη

κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται

στη μερική τους άνοια,  μακρινοί.

 

Πόσα μπορείς να μάθεις από τα σπαράγματα

των φράσεων

και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς

απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν

επειδή κώφευσαν

τίποτε απ’ όλα αυτά  δε διδαχθήκαν

τα παιδιά τους –

κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα

που μας κυκλώσαν  και  παραμονεύουν

με τα ντενεκεδένια δούρεια δώρα

της οικειότητας!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΘΑΥΜΑ 

(…πού το θυμήθηκε  μετά από χρόνια 

τραβώντας τα σκεπάσματα

πως μέσα θα περίμενε  εκείνο, λέει, το σώμα∙

πράγματι, σηκώνει τα σκεπάσματα  και  τι να δει

ολόκληρο το σώμα εκείνο  

πουθενά…)

 

 

Λοιπόν γιατρέ   κάθε πρωί   δοχείο σώμα   εντός του οποίου  υγρό μυαλό   και τα λοιπά  και  τα λοιπά.   Όμως γιατρέ  το βράδυ   δοχείο μυαλό   εντός του οποίου  υγρό το σώμα   αλλάζει σχήματα  και  παίρνει στάσεις  και κυλάει καμπύλα   και  μεταμορφώνεται!..  Πείτε μου  πείτε μου γιατρέ   τι στερεό αντίδοτο προτείνετε    για σώματα που υγραίνονται τις νύχτες   κι  απομένουν   μέχρι δακρύων υγρά   ως το πρωί;    [ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΖΕΚΙΛ από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001, εδώ από τη συγκεντρωτική έκδοση ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Β  2001 - 2013, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ] 

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2026

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ