Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΝΤΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΝΤΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025

ΚΑΙ ΘΥΜΗΘΗΚΑΝ, ΤΟΤΕ, ΠΩΣ ΤΟΥΤΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΕΙΧΕ, ΠΡΙΝ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΞΑΝΑ ΕΙΠΩΘΕΙ…

 

(…και τους πήρε φόβος μεγάλος…)

 

(τάδε έφη…)  Ο ΠΙΟ ΤΡΟΜΕΡΟΣ ΑΠ’ ΟΛΟΥΣ (Καντάτα σελ. 36-37)

Ούτε μια μέρα, ούτε μια στιγμή,

δεν έζησα κι εγώ αυτή τη μικρή χαρά

που και το πιο ταπεινό μυρμήγκι νοιώθει –

η δίψα για όσα ήθελα, η τύψη για ό,τι έκανα,

καίγοντας απ’ τον πανικό της στιγμής

 και την τρέλα της αιωνιότητας –

θα μπορούσ’ ακόμα και να φτύσω

πάνω στο πρόσωπο της πεθαμένης μητέρας μου

για λίγη αναγνώριση,

α, δόξα, πιο απέραντη κι απ’ τον έρωτα,

πιο ακριβή απ’ την ομορφιά,

πιο γλυκιά κι απ’ τα παιδικά χρόνια –

σκοτεινή σαν τον τάφο.

 

και ο  ΠΟΙΗΤΗΣ  (αμέσως μετά…)

 Κι ω, εσείς, αρίθμητες νύχτες της γης,

ω αιώνιες νύχτες, νύχτες σε σκοτεινές πελώριες αγκαλιές

που τις διαπερνούν ρίγη και δάκρυα!..

Κι ω Ποίηση, εσύ, ελάχιστε θνητέ σπόρε του αιώνιου χρόνου (αποσπάσματα από τις σελ. 37-38)

Νύχτες υψωμένες ως το άπειρο κι ακόμα ψηλότερα, ως τον εαυτό μας,

ωριμάζοντας το απίθανο και το οριστικό.

Εσείς παιδικές νύχτες, που ένας άγγελος μας υπαγόρευε

τα έκθαμβα παραμιλητά μας

και νύχτες των αγοριών που τρέματε,

σα μια μικρή αρραβωνιαστικιά που γδύνεται μπροστά μας.

Ω νύχτες, νύχτες ταπείνωσης, που η περιφρόνηση του κόσμου

σου ανοίγει την ίδια την αγκαλιά του Θεού.

Νύχτες προορισμένες, που τα μαντεύετε όλα ξαφνικά,

σαν το βαθύ, σχεδόν κοφτερό, βλέμμα των άρρωστων παιδιών

που σε λίγο θα πεθάνουν.

Απλές, καρτερικές νύχτες σα μυθικά, μεγάλα κατορθώματα,

αβάσταχτες, σαν ευτυχία, νύχτες

νύχτες που η μεγάλη χειρονομία της ζωής σου ανεβαίνει,

σαν κύμα μέσα σου,

την τελευταία στιγμή όμως δείλιασες ή ανέβαλες,

και ζεις για πάντα πια μ’ αυτήν την ακατόρθωτη χειρονομία

κρεμασμένη δίπλα σου

σαν ένα παράλυτο χέρι –

ω, αφήστε με να κλάψω γερτός στον ώμο σας, μεγάλες μου αδελφές,

νύχτες.

Νύχτες θριάμβου που μέσα στα τραγούδια και το πολυθόρυβο κρασί

η αξεδίψαστη ψυχή σου πίνει τη ματαιότητα σε κάθε κούπα,

όπως ανάμεσα στις λέξεις ενός στίχου κλείνει σιωπηλά το ανείπωτο.

Κι εσείς, οι άλλες εκείνες νύχτες,

που ο θάνατος σε κλείνει στο αιώνιο μυστικό του

σα μια καινούργια, μεγάλη παρθενιά – ω νύχτες,

αρίθμητες νύχτες  της γης,

κι ω Ποίηση, εσύ, ελάχιστε, θνητέ σπόρε

του αιώνιου χρόνου.

 


(Ένας γέρος, με μια μεγάλη κρεατοελιά στη μύτη, βγαίνει και κάθεται σ’ ένα κατώφλι. Η νύχτα βαθαίνει)

 

Ο ΓΕΡΟΣ: 

Και να ’μαι τώρα εδώ, καθισμένος σε τούτο το κατώφλι, αντίκρυ στην αιωνιότητα! (αποσπάσματα από τις σελ. 38-39)

Ο χρόνος μ’ έπλυνε κι απ’ τις αμαρτίες κι απ’ τις αρετές

και κάθομαι ανήμπορος, νυστάζοντας ανάμεσα στις μύγες και το φόβο

και τις αναμνήσεις.

Ήρεμος και απόμακρος, σα μια πράξη που έγινε

και την ακολουθεί η σιωπή.

Και τίποτα, κανείς, δε θα μπορούσε να την κάνει να μην είχε γίνει.

Κι η γερασμένη, ναρκωμένη μου ψυχή μόλις μαντεύει αόριστα,

εκείνο το τρομαχτικό που με περιμένει.

 

(σε λίγο έχει αποκοιμηθεί. Παύση. Οι γυναίκες μια – μια γονατίζουν)

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ  (σελ. 39): 

Η γη είναι το προσκεφάλι που ακουμπήσαμε κι ονειρευτήκαμε

ενώ το κορμί μας ξεχείλιζε απ’ τα όνειρα και της παρθενιάς το γάλα.

Η γη είναι το κρεβάτι που μας αγκάλιασαν οι άνδρες μας

και μπήκαν μέσα μας βαθειά, ώσπου ξαναγεννήθηκαν

σε μικρά άφταιγα παιδιά.

Η γη ήταν η μεγάλη ευτυχία που ζήσαμε

κι ο πικρός τάφος που μας περιμένει.

Η γη είναι που κάθε νύχτα πίνει τα δάκρυά μας

και γίνηκαν αυτά τα δυνατά ποτάμια

και τούτα δω  τα πολυστέναχτα βιολιά

Η γη είναι η γη μας

 

ΑΝΔΡΕΣ   (σελ. 40): 

Κι ω, ας είσαστε ευλογημένες μέρες της δοκιμασίας.

Εσείς, που μας δείξατε την απεραντοσύνη των δρόμων,

όταν όλοι μας κλείναν τις πόρτες τους.

Εσείς που όταν όλοι μας είχανε ξεχάσει,  μας μάθατε να θυμόμαστε.

Εσείς που μας διδάξατε

πως αν η καλοσύνη είναι το χέρι του Θεού πάνω απ’ τον κόσμο,

η δικαιοσύνη είναι το πρόσωπο του μεγάλου ανθρώπινου πλήθους

μέσα μας.   Ω εσείς που αδειάσατε τα χέρια μας

απ’ τα όνειρα, για ν’ ακουμπήσετε άγιον άρτο,

την πράξη.  Σαν τις γυναίκες που παίρνουνε

την πρόσκαιρη ηδονή σου και σου ξαναδίνουν

την αιώνια σου συνέχεια.   Ας είσαστε ευλογημένες

 

(Οι γυναίκες έχουν στο μεταξύ σηκωθεί)

 

ΠΟΙΗΤΗΣ    (σελ. 40): 

Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος,

σ’ ανασηκώνει πάνω απ’ τον εαυτό σου

ως την παραίσθηση και την τρέλα και την προφητεία,

και τη μοίρα – κι ακόμα ψηλότερα

ως τη δικαιοσύνη.  Και μυρμηδίζεις όλο από μνήμες

και πράξεις κι οράματα

και βλέπεις κύματα – κύματα τις γενιές να ’ρχονται

απ’ το βάθος του χρόνου  κι  αιώνια να πλένουν τον κόσμο.

Κι οι ρόγες των δαχτύλων σου φουσκώνουν και πονάνε

σαν τις ετοιμόγεννες κοιλιές.

Και τότε καταλαβαίνεις τους πόνους του απείρου

όταν κοιλοπονούνε τον κόσμο.

Και τους πόνους της γης   για να γεννήσει ένα στάχυ.

Ή τους πόνους ολόκληρης της αιωνιότητας,

για να γεννηθεί κάποτε ένα τραγούδι.

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ    (σελ. 41): 

65. Κι οι μέρες πέρασαν γρήγορα.  Κι ήρθε το τελευταίο απόγεμα που ο φτωχός επιγραφοποιός θα ζούσε πάνω στη γη.

66. Κι ακούμπησε στο μικρό,  καγκελόφραχτο παράθυρο του κελιού  και κοίταζε κάτω την πολιτεία.

67. Κι ύστερα κοίταξε ψηλά,  που αρχίζαν ν’ ανάβουν τ’ άστρα, ένα –ένα.

68. Και τότε μια απέραντη γαλήνη τον έλουσε, σα να ’σβηναν όλες μεμιάς οι αγωνίες, που χρόνια τώρα τον βασάνιζαν.

69. Κι ένοιωσε μέσα του τον ίδιο γλυκό λυγμό, όπως ήταν παιδί,  και  κάποιος του άπλωνε εγκάρδια το χέρι του  ή  του ’λεγε μια παρήγορη λέξη.

70. Και ψιθύρισε σιγανά:  σύντροφοι.

 

ΠΟΙΗΤΗΣ    (σελ. 41): 

Τίποτα.  Κανείς.  Η πόλη κουλουριασμένη σαν ένα μυστηριακό ζώο

με το σκοτεινό του τρίχωμα διάστιχτο, απ’ τα φανάρια των δρόμων.

Ένα ζευγάρι βγαίνει αγκαλιασμένο από κάποιο κέντρο,

τα φώτα των αυτοκινήτων τους δίνουν μια στιγμή

το σπασμένο, ωχρό προσωπείο της Ηλέκτρα  και  του Ορέστη,

λίγο πριν απ’ την αναπότρεπτη πράξη,

ενώ, πελώριες  κι αόρατες,  σαν Ερινύες, τους παραμονεύουν

στο βάθος του δρόμου

η κούραση,  η μοιχεία  -  κι η συνήθεια…    

(παραλείπεται μια παράγραφος)

 

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΑΥΤΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΟΜΑ    (σελ. 43): 

Θυμάσαι, αλήθεια, που ’δαμε ξαφνικά τις άδειες κάμαρες

στη γειτονική αυλή   με τους παιδικούς φίλους.

«Φύγαμε»,  είπαμε.  Και κλάψαμε   όλα τα δάκρυα της ζωής μας

Οι κάμαρες ήταν ψυχρές,  οι τοίχοι γυμνοί,

με τα τετράγωνα αποτυπώματα απ’ τα κάδρα

σα μικρές εικόνες του μεγάλου κενού.

«Φύγαμε»,  ξαναπάμε.

Και μέσα στη φωνή μας τρέμαν όλοι οι αιώνιοι χωρισμοί.

Ενώ αυτοί οι ξένοι, αυτοί οι παρείσακτοι

με τις χοντρές φωνές  και  τις ρυτίδες,

λέγαν κάτι βαριές, άγνωστες λέξεις:

υπομονή,  αύριο,  όλα περνάνε…

Είχαν ξεχάσει πως δεν περνάει τίποτα, μόνο που λίγο αλλάζουν.

Κι όλα αυτά που έγιναν,  θα ξαναγίνουν πάλι

έν’ άλλο, το ίδιο έκθαμβο  κι αναπότρεπτο, πρωινό,

 

Α!..  παιδικές φιλίες, σύντομοι τρυφεροί πρόλογοι

των μεγάλων αυριανών ερώτων.

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ  (σελ. 43): 

71. Και τον οδήγησαν,  μαζί με δυο άλλους συντρόφους του, σ’ ένα μικρό λόφο, λίγο πιο έξω απ’ την πόλη.

72. Πίσω από ένα παλιό, ερειπωμένο, νοσοκομείο.

73. Κι ότι ξημέρωνε

74. Κι ο αξιωματικός του αποσπάσματος,  όπως είναι αρχαίο συνήθειο, πήγε και στάθηκε μπροστά στον ακρινό σύντροφο και ρώτησε:

75. Ποια είναι η τελευταία σου επιθυμία;

76. Κι εκείνος ζήτησε να καπνίσει.   Και του ’δωσαν

77. Κι ο αξιωματικός πήγε και στάθηκε στο δεύτερο σύντροφο.  Και τον ερώτησε κι αυτόν

78. Κι εκείνος ζήτησε μια πέτρα μεγάλη.

79. κι ο αξιωματικός περίεργος, διέταξε να την φέρουν.   Κι απομακρύνθηκε λίγο.

80. Τότε αυτός  πήρε την πέτρα που ζήτησε και την ακούμπησε κάτου, στο χώμα, ανάμεσα στους δυο άλλους συντρόφους του.  Κι ανέβηκε πάνω.

81. Γιατί ήταν κοντός.

 

ΧΟΡΟΣ    (σελ. 44): 

Στέρησε μας τη δόξα  και τον έρωτα,

Στέρησέ μας τ’ όνειρο ή τη φιλία·

στέρησέ μας ακόμα και την υπομονή –

μονάχα ένα μη μας στερήσεις, ω απέραντη, αναρίθμητη Ζωή!

Γιατί όλα τα πλούτη αν τα ’χεις και σου λείψει αυτό,

είσαι φτωχός.

Όλες τις δόξες κι αν αποχτήσεις, είσαι έρημος –

μη, μη, μη μας στερήσεις ποτέ, ω άγια, γλυκιά ζωή

την Αγάπη μας για σένα!

 

ΠΟΙΗΤΗΣ   (σελ. 44)

Και μέσα στα κλειστά. σφραγισμένα σπίτια άνθρωποι

που κάποτε αγαπήθηκαν παράφορα

και τώρα στο ίδιο κρεβάτι κρυώνει ν’ αγγίζει ο ένας τον άλλον,

μα ο φόβος της μοναξιάς, κι ο οίκτος κι ο χρόνος που πέρασε

κι ολόκληρη   η κατεστραμμένη ζωή τους –

κι αυτή η δυστυχισμένη ανάγκη κάπου ν’ αφοσιωθείς,

ακόμα κι εκεί που σε διώχνουν,

τους έδεσαν για πάντα μαζί. Και κάθε που ξυπνάνε τη  νύχτα,

συλλογίζονται γι’ αυτό το ξένο πρόσωπο που κοιμάται δίπλα τους:

«αν τουλάχιστον πέθαινε»

 

Κι άνθρωποι που σηκώνονται αθόρυβα μέσα στο σκοτάδι

και πλησιάζουν τον καθρέφτη και ψαχουλεύουν το κρύο γυαλί

μήπως αγγίξουν το πρόσωπό τους. Μα τα χέρια τους είναι τυφλά,

σακατεμένα απ’ το βάρος όλων αυτών   που δεν έδωσαν.

Ώσπου ανάβοντας ξαφνικά ένα σπίρτο

βλέπουν με τρόμο μέσα στον καθρέφτη

έναν άνθρωπο άγνωστο – ε, ποιος είναι;

Πίσω απ’ τη δυσπιστία ή τον εγωισμό

χάσαν για πάντα τον εαυτό τους.

 

Άνθρωποι τρελοί από απελπισία,

άνθρωποι νεκροί από καθημερινότητα,

άνθρωποι μικρόψυχοι μέσα στις αρετές τους

κι άλλοι εξαγνισμένοι απ’ τις πελώριες αμαρτίες τους.

Άνθρωποι που δίνονται ολάκεροι σ’ ένα μεγάλο, απελπισμένο πάθος,

μέχρι που χάνονται.

Κι άλλοι που αντιστέκονται και νικούν

και συνεχίζουν την ασήμαντη, ξεθωριασμένη ζωή τους.

Τίποτ’ άλλο   παρά άνθρωποι.

 

Τα διανυκτερεύοντα  φαρμακεία με τις χρωματιστές γυάλες

σαν τ’ άρρωστα τοπία του φεγγαριού. Κι οι εκκλησίες,

σαν τυφλά απομεινάρια ενός γκρεμισμένου Παραδείσου

που σωριάστηκε πάνω στη γη.

Μονάχα το βήμα του νυχτοφύλακα ακούγεται κάθε τόσο,

μα κανείς δεν βλέπει την τρεμούλα των χεριών του

καθώς νιώθει αόριστα μες στο σκοτάδι, πως δε φυλάει

παρά τα ερείπια ενός κόσμου μακρινού

που χάθηκε.

Κι οι αρχαιολόγοι σκάβοντας μια μέρα θα τρομάξουν

μπροστά στον τόσο ανθρώπινο πόνο

 

(Παύση)

 

ΑΝΔΡΕΣ    (σελ. 46)

Γύριζε, γύριζε γη, γνέθε τις μέρες και τις νύχτες,

τα χρόνια  και τ’ άλλα χρόνια –

σαν μεγάλο αδράχτι των αλλοτινών γυναικών,

γύριζε

 

γνέθε το ταξίδι και το μισεμό,  το γυρισμό και το άλλο ταξίδι

γνέθε τη δόξα και την ταπείνωση,  το μίσος  ή  τη γιορτή,

γνέθε το θάνατο,  ξεγνέθε τη ζωή

και πάλι γνέθε,  ω γνέθε,

γνέθε την πράξη τη σωστή.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ     (σελ. 47)

Γύριζε ρόκα μας φτωχή

γνέθε σκουτιά και παραμύθια

γνέθε κι απ’ όλα πιο πολύ

τ’ όνειρο – θε μου, τ’ όνειρο,

που ’ναι και δόξα και γιορτή

που ’ναι μεγάλο σαν τη γη

που φέγγει όπως ο έρωτας

και καίει σαν την αλήθεια.

 

Ο ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΤΗΣ    (σελ. 47)

Ποιος είμαι;  Πού πάω;   Και πώς βρέθηκα εδώ

απ’ το άπειρο των παιδικών μου χρόνων σωριασμένος ξαφνικά

μέσα σε τούτον το χαμηλοτάβανο, σκονισμένο χρόνο,

τα λόγια που λέω,  οι σκέψεις που κάνω,  οι πράξεις που θέλω

πηλός στα χέρια του χρόνου – η κάθε μέρα μ’ αλλάζει,

ενώ στο βάθος τίποτα δε μ’ αλλάζει.

Γεγονότα,  χειρονομίες,   πρόσωπα,

όλα ξένα κλειστά,  δε σε ξέρουν  και  δε σε θυμούνται,

οι φωτογραφίες, μικρές ρωγμές απ’ όπου βλέπεις τον Άδη

κι όλους τους πεθαμένους του,

οι καθρέφτες δε μάθανε ποτέ τι είναι παρηγοριά  και  συγγνώμη.

Κι ο έρωτας κι η δόξα   κι  ο θάνατος

δεν ηχούν μες στην απέραντη μοναξιά

και τον ατέλειωτο χρόνο,  πιότερο απ’ όσο ένας τυφλός

που σκοντάφτει σ’ ένα έπιπλο  - φοβάμαι,  φοβάμαι…

 

ΑΝΔΡΕΣ    (σελ. 48)

Φωνή του ανδρός που μάχεται  και  την ακούει μακριά το μέλλον

και ξεκινάει.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ    (σελ. 48)

Φωνή του σύμπαντος που τραγουδάει,

και την ακούει η γυναίκα μέσα στα σπλάχνα της

και γεννάει.

 

ΠΟΙΗΤΗΣ    (σελ. 48)

Ω νύχτες μεγαλόστηθες, σα μητέρες,  νύχτες·

όπως αντρίκια χέρια,  νύχτες,

ολάνοιχτες.   Κι ω θάνατε·  μικρή ελάχιστη ανταπόδοση

σε μια μεγάλη ευεργεσία!..

 

Από ποιο λοιπόν, παιδικό ξεχασμένο όνειρο,

από ποιο μεγάλο απροαγματοποίητον έρωτα,

από ποια βαθειά, προαιώνια νοσταλγία

κουβαλάμε αυτήν την αόριστη ανάμνηση της τελειότητας

που συντρίβει  ότι αγγίζουμε – και  μας κάνει να ξαναρχίζουμε

αιώνια!..  Από ποια αμείλιχτη ευλογία!..

 

(Οι άνδρες  κι  οι γυναίκες έχουν πλησιάσει

κι ακούνε τον άνθρωπο με το κασκέτο)

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ     (σελ. 49)

82. Κι ο τρίτος σύντροφος δε ζήτησε τίποτα

83. Κι ήτανε άνοιξη.

84. Για ν’ αληθέψει ο λόγος, που γυρίζοντας στα τρίστρατα, λέγαν κείνοι οι παλιοί τραγουδιστές, με τα μακριά της γενια ν’ ανεμίζουνε σαν άρπες:

85. Ακόμα τούτη την άνοιξη, ραγιάδες,  ραγιάδες…

86. Κι ο επικεφαλής πήγε και στάθηκε πλάι στο απόσπασμα.  Κι έδωσε το παράγγελμα:

87. Επί σκοπόν!..

88. Οι τρεις σύντροφοι, τότε γύρισαν  και κοιτάχθηκαν μια στιγμή.

89. Κι ύστερα στρέψαν πάλι τα μάτια τους μπροστά,  κοιτάζοντας πάνω απ’ τα κράνη του αποσπάσματος, μακριά,

90. το μέλλον

91. Πυρ!..

(Παύση)

92. Κι ήταν η ώρα που κάθε μέρα βγαίνει ο ολόλαμπρος ήλιος.

93. Κι αρχίζει η ζωή

 

(Μεγάλη Παύση)

 

ΕΝΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΜΟΙΑΖΕ     (σελ. 52)

Γιατί στο βάθος, μας βασανίζει ανελέητα η απόγνωση

να ’χουμε κάτι ολότελα δικό μας –

με τη δύναμη μας αρπαγμένο από τους άλλους, ή έστω,

πεταμένο, σαν κόκκαλο,  απ’ τον οίχτο τους…

94. Και δεν πέρασαν μέρες πολλές  κι  οι άνδρες με τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες  (για να μη φαίνονται τα τυφλά τους μάτια),  πήραν καινούργια διαταγή  95. Και χτύπησαν τη μικρή σιδερένια πόρτα,  στο κέντρο της πόλης, πίσω απ’ την αγορά.  96. Εκεί που ο αέρας μυρίζει ολόγυρα ψαρίλα  και χαλασμένα φρούτα.  97. Και ολημερίς πηγαινοέρχονται άνθρωποι φτωχοί  κι αγοράζουν χόρτα,  ύποπτης προέλευσης κρέατα  και  φτηνά, της δραχμής,  κεριά για τους νεκρους τους.  98. Απ’ αυτούς που ζήσαν χρόνια μες στη δυστυχία  και  την ταπείνωση  κι όταν κάποτε ξαφνικά τους απλώσεις το χέρι, εκείνοι χαμογελάνε φοβισμένα  κι αποτραβιούνται.  99. Εκεί που οι διάφοροι έμποροι βγαίνουν στις πόρτες των μαγαζιών και κοιτάζουν το δρόμο σαν κάτι να ψάχνουν.  Κι ύστερα μπαίνουν κι ανακατεύουν με τα χέρια το εμπόρευμά τους σαν κάτι να ψάχνουν.  Κι ανοίγουν μετά τα βιβλία με τους λογαριασμούς  και τα συρτάρια με τις εισπράξεις  κι αρχίζουν πάλι να ψάχνουν.  100. Μα όστις απωλέσει την ψυχήν αυτού, με τι θέλει την αντικαταστήσει;  101. Και το βράδυ γυρίζουν σπίτι τους  κι  αγγίζουν τις γθναίκες τους στο κρεβάτι με χέρια βαριά – που συνεχίζουν να ψάχνουν.  102. Κι εκείνος, μαρμαράς το επάγγελμα, σηκώθηκε κι άνοιξε. Και τον ερώτησαν:  πώς λέγεσαι;  Κι αυτός τους απάντησε.  103. Κι οι άνδρες με τις ρεπούπλικες ταράχθηκαν μόλις άκουσαν το όνομά του.  104. Κι αναρωτιόντουσαν μεταξύ τους:  τι συμβαίνει λοιπόν;  μην τάχα αναστήθηκε;  105. Κι ύστερα γέλασαν, πως τάχα δε γίνονται στον αιώνα μας θαύματα – ένα γέλιο αβέβαιο.  (μικρή παύση)  105. Και το όνομά του ήταν μεγάλο σαν οποιοδήποτε ανυρώπινο όνομα…   (Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ στη ΚΑΝΤΑΤΑ του Τάσου Λειβαδίτη σελ. 53)

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2025

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΣΟΦΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ ΜΕ ΤΑ ΠΥΡΕΤΙΚΑ ΜΑΤΙΑ

 

(… Πού είσαι, λοιπόν, πες μου πού είσαι σ’ αναζητάω…)

ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΣΟΦΟΣ  (σελ. 25)

Όταν, λοιπόν, σε κάθε αρχή, εσύ ακούς αόρατο το τέλος

ν’ ανεβαίνει κιόλας τα σκαλοπάτια,

όταν την ώρα που λένε «σ’ αγαπώ»,

βλέπεις να πέφτουν πάνω τους αθόρυβα

τα δειλινά όλων των αποχωρισμών.

Όταν μέσα σε κάθε πράξη, εσύ μαντεύεις,

τυλιγμένο στο αιώνιο σάβανό του, εκείνο το άλλο,

το καίριο, που δεν έγινε κι ούτε θα γίνει ποτέ

και που πέθανε

τη στιγμή ακριβώς που θέλησε να υπάρξει -

 

Ο ΑΛΛΟΣ ΜΕ ΤΑ ΠΥΡΕΤΙΚΑ ΜΑΤΙΑ   (σελ. 25-26)

Πού είσαι, λοιπόν, πες μου, πού είσαι – σ’ αναζητάω

σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας

σ’ ένα σπίτι που ’πιασε φωτιά.

 

Α, τα μαλλιά σου είναι ένα σκοτεινό δάσος,

γεμάτο σιωπηλές μαγείες,

όπου μέσα του, σαν παιδί, έχασα για πάντα το δρόμο μου.

Τις νύχτες σηκώνομαι αλαφιασμένος, ντύνομαι,

και σε περιμένω.

Δεν θα χτυπούσες καν την πόρτα,

θα πέταγες με βιάση το παλτό σου στην καρέκλα,

η κάμαρα όλη θα λιποθυμούσε όπως θα ’λυνες ξαφνικά

εκείνα τ’ ασύγκριτα, τυραννικά μαλλιά σου,

η παλιά ντουλάπα    θα ’τρεχε

και σα μια ταπεινή υπηρέτρια

θα σου ’βγαζε τα παπούτσια – θα γελούσαν οι καθρέφτες,

θα ξυπνούσαν τους γείτονες.

«Αλήθεια, πες μου, φύλαξες τη χτένα που σου χάρισα;»

θα σου ’λεγα.

Η άσπρη μεγάλη χτένα σου σαν ένας έρημος,

χιονισμένος δρόμος   που τον περνάω κάθε μέρα.

 

Α, ήθελα να πέθαινες.

Όλοι που αγάπησες θα σε ξεχάσουν μια μέρα.

Και τότε θα ’σαι δική μου

κατάδική μου...

[Ασήμαντες λέξεις ειπωμένες αδιάφορα που σε συντρίβουν για πάντα από την ΚΑΝΤΑΤΑ του Τάσου Λειβαδίτη, ΚΕΔΡΟΣ, πρώτη έκδοση 1960] 

 


ΣΚΗΝΙΚΟ:  Συνοικιακός δρόμος σύγχρονης πόλης.  Αρχίζει να βραδιάζει

ΠΡΟΣΩΠΑ: 

ΠΟΙΗΤΗΣ:  σκυμμένος στο τραπέζι γράφει. Φαίνεται όμως πως η έμπνευση είναι δύστροπη απόψε. Πετάει το στυλό και βγαίνει στο μπαλκόνι ν’ ανασάνει λίγο…

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ: ψηλός, βλογιοκομμένος άνδρας. Περνάει συχνά από αυτό το δρόμο, πάντα κατά το ηλιοβασίλεμα – και κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται, ούτε πού πάει. Μόνο τα παιδιά που παίζουν, μόλις τον δουν, σταματάνε το παιχνίδι και τον τριγυρίζουν. Εκείνος χαμογελάει. Κάθεται ύστερα σ’ ένα σκαλοπάτι κι αρχίζει κάθε φορά κι από ένα παραμύθι. Και τα μάτια των παιδιών, μεγάλα κι ερωτηματικά μέσα στο βράδυ, τον κοιτάζουν. Σήμερα θα τους πει μια ιστορία παλιά όσο κι ο κόσμος. Α, ναι – συχνά του αρέσει να μιλάει σε ύφος βιβλικό

ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ:  αυτός που σφύριζε την Παλόμα,   ο άλλος που νόμιζε πως ήτανε σοφός,   ένας με μάτια πυρετικά,   αυτός που βγήκε απ’ το καληλιό.   Ο πιο τρομερός απ’ όλους,   ο γέρος με την κρεατοελιά,   ένα αγνωστικιστής,   αυτός με την κουρασμένη μνήμη,   κάποιος που μας έμοιαζε πολύ  -  άπειροι τύποι σαν την άμμο της θάλασσας  και  σαν τ’ άστρα τ’ ουρανού.   Και σαν τα σκιρτήματα της ψυχής άπειροι.

ΧΟΡΟΣ:  Γυναίκα, δεξιά, μαζεμένες σε μια ξώπορτα κουβεντιάζουν τα δικά τους. 

Αριστερά, άνδρες, πλάι στην σκαλωσιά μιας οικοδομής, λένε ένα τραχύ, δυνατό τραγούδι.  Αλήθεια, πού το ’μαθαν;

 

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΓΗΚΕ ΑΠ’ ΤΟ ΚΑΠΗΛΙΟ

(κι εσείς που με  ποδοπατήσατε,  που με φτύσατε, όλοι εσείς που αφανίσατε τη ζωή μου…  σελ.  26)

… αφήστε με να πέσω και να φιλήσω τα πόδια σας,

και να κλάψω μπροστά σας,

που σας έκανα να κατέβετε τόσο χαμηλά

και να ταπεινώσετε και να συντρίψετε για πάντα

έναν άνθρωπο.

Συγχωρήστε με.

 

ΠΟΙΗΤΗΣ: Και ξαναβγαίνει αθόρυβα και πηγαίνει στο αποχωρητήριο να κλάψει μονάχος   (αποσπάσματα από τις σελ. 27)

Και τα παράθυρα σ’ όλο το μάκρος των δρόμων

σα μικρά, ξεθωριασμένα αποσπάσματα της θλιβερή καθημερινότητας -

γυναίκες που κοιτάζουν αφηρημένες το κενό·

τι κοιτάζουν;

παιδιά αποκοιμισμένα στο κατώφλι των αυριανών τρόμων,

δυο γέροι κάθονται σιωπηλοί με τους αγκώνες πάνω στο τραπέζι,

στην άκρη ο ηλικιωμένος γιος χαμογελάει ηλίθια

παρακολουθώντας μια μύγα πάνω στην κουρτίνα –

είκοσι χρόνια τώρα με το μυαλό του συντριμμένο

κάτω απ’ τα ερείπια ενός παλιού βομβαρδισμού.

Κι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για να ’χουν όλοι κοιμηθεί στο σπίτι,

γδύνεται σιγανά, χωρίς ν’ ανάψει φως.   «Δε θα φας;»

ρωτάει η γυναίκα πλαγιασμένη,   «σου ’χω λίγη σούπα εκεί».

«Όχι, Άννα, δεν πεινάω», λέει αυτός.

Και ξαναβγαίνει αθόρυβα και πηγαίνει στο αποχωρητήριο

να κλάψει μονάχος.

 

Τα παράθυρα σαν τις σελίδες ενός παλιού, λησμονημένου βιβλίου

που το πέταξαν στο δρόμο και το ξεφυλλίζει ο άνεμος,

και το μουσκεύει η βροχή

κι αποτελειώνουν τώρα τις παράφορες ιστορίες του

τ’ άπληστα μυρμήγκια

 

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

 (αποσπάσματα απ’ τις σελίδες 28 - 34)

ΑΝΔΡΕΣ α΄ ημιχόριο:

Ύστερα πάλι εμπρός  μαζί με το Κολόμβο

στης θάλασσας τα πολύβουα μονοπάτια,

το δοιάκι στο χέρι,  η σωστή γνώμη στην καρδιά,

και στηλωμένα στον ορίζοντα τα μάτια.

Με την κακοκαιριά να δέρνεται το πέλαγο,

ο άνεμος να λιχνίζει το νερό,

να λιχνίζει κι ο κίνδυνος την ψυχή μας

και να μένει ό,τι πιο άγριο και καθαρό.

Και το καράβι μας να δρασκελάει γοργό τα κύματα

σαν το θάνατο  και  τη φήμη.

Κι όλο να μεγαλώνει ο κόσμος.

Κι η Μοίρα όλο να κλώθει.

Κι εσύ όλο να παλεύεις με το κύμα  και  τη μνήμη.

Μέρες ατέλειωτες,  με τους μεγάλους, δυνατούς ορίζοντες

να γέρνουν μακριά,

και σιωπηλές δίχως ανέμους,  νύχτες,

με τη βροχή των αστεριών να μας νοτίζει την καρδιά.

 

ΑΝΔΡΕΣ β΄ ημιχόριο:

Α,  καινούριοι μύθοι ανοίγουν,  σα φαρδιά παιδικά πρωινά

έτσι σαλέψουμε τα βαριά μας χείλη –

κι άλλοτε είμαστε απρόσιτοι  και σκοτεινοί,

γεμάτοι απ’ όλα τα ενδεχόμενα,

όπως στο βάθος του χρόνου η πρώτη,  κάποτε,  ύλη.

 

ΑΝΔΡΕΣ   α΄ ημιχόριο:

Τέλος φτάσαμε στην καινούρια ήπειρο,   ρίξαμε την άγκυρα,

πούχε να τη δροσίσει το νερό εδώ και χρόνια

πάνω στο χάρτη σημαδεύοντας την πρωτεύουσα του κόσμου:

αιώνια,   αιώνια ελπίδα.

Θάψαμε τους συντρόφους  πούχαν πεθάνει απ’ τη χολέρα

ή το χτικιό του γυρισμού,

μαζέψαμε τους άλλους που, στουπί, κοιμόντουσαν στα καπηλιά

και στα υπόστεγα  από κάτου  και  πάλι εμπρός,

σηκώστε τις άγκυρες,  όρτσα τα πανιά!..

Και το διάστημα έτριζε ανοίγοντας τα μυστικά του.

 

ΑΝΔΡΕΣ   β΄ ημιχόριο:

Κι ολόρθο τ’ άλμπουρο  σα λόγχη καρφωμένη στο πλευρό ενός θεού,

 που πέθαινε από αιώνα σε αιώνα –

ε,  Άγνωστο, που θα μας πας, σε λίγο θα ρίχνουμε στα ζάρια

και το δικό σου άχρηστο χιτώνα.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ   α΄ ημιχόριο:

Συχνά καταφύγαμε  και  στις χαρτορίχτρες,

τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε – τι να μάθουμε;

Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,

πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους

ή ακόμα  και  σε  κείνες  τις παλλαϊκές ξορκίστρες

που γυρίζουν στις βρώμικες, αποπνικτικές τους κάμαρες,

ανάμεσα στο Υπερπέραν  και  τη φτωχή χύτρα που βράζει η φακή,

και που πεθαίνουν μες στη θλίψη και την ερήμωση,

ενώ είχαν προμαντέψει,  για λίγες δεκάρες,  όλες τις ευτυχίες.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ   β΄ ημιχόριο:

Πάρε νεραϊδόνερο    από δράκου βρύση

πιέτο σε ώρ’ απόκοσμη   και θα σ’ αγαπήσει.

Απ’ το μνήμα ενός παιδιού   νύχτα χάση φεγγαριού,

πάρε απήγανο τρεις κλώνοι  και  γιατρεύονται όλοι οι πόνοι –

έτσι τους λέγαμε,

κι ας μην ξέρουμε τίποτα από γητέματα

και σολομωνικές και τέτοια.

Μα ίσως  και νάναι καλύτερα έτσι,

γιατί ποιος,   πέστε μου ποιος,

ποιος θα δυνόταν να βαστάξει,   ποιος,

αν του προλέγαμε, όλο με μιας τον πόνο

που  λίγο – λίγο αργότερα   θα του ξετύλιγε η ζωή!..

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ   α΄ ημιχόριο:

Αχ, ο άνθρωπος πρέπει από κάπου να πιαστεί,  γιατί αλλιώς

είναι χαμένος.

Και πηγαίνουμε στα ραντεβού μας

έχοντας μες στην τσάντα μας ένα γλυκό  ή  ένα μπισκότο,

απ’ αυτά που φτιάξαμε, τάχα, σπίτι

και που μέσα έχουμε βάλει κάποιο μαγικό,

ή όπως μας ορμήνεψαν   λίγο αίμα απ’ την περίοδό μας – αχ

φαρμακώνοντας έτσι  σιγά – σιγά  όλα τα όνειρα

πούχαμε για τον έρωτα από κορίτσια μέσα μας.

Εκείνοι το καταλαβαίνουν κάποτε,  μα δεν λένε τίποτα,

το τρώνε,  μας γδύνουν ύστερα   για τα υπόλοιπα,

και σε λίγο   μας εγκαταλείπουν  -  όπως κι οι προηγούμενοι…

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ   β΄ ημιχόριο:

Γυναίκες του ανέμου, της βροχής του κουρνιαχτού,

φτωχές γυναίκες,

κι ας μην ξέρουμε τίποτις   από γητέματα  και  σολομωνικές και τέτοια,

ακούμε καμιά φορά παράξενα τριξίματα στη σκάλα

σαν κάποιος ν’ ανεβαίνει αόρατος –

ένα παράξενο ρίγος μας διαπερνάει τότε,

απ’ την κορφή  ως κάτου στα νεφρά,

καθώς μαντεύουμε ξαφνικά   εκείνο που οι άλλοι δε βλέπουν,

κι ούτε θαθελαν να δουν πότε!..

Κάποιες, μάλιστα, λίγο υστερικές,  μπήγουν μια κραυγή

και λιγοθυμάνε!..

 

Και την άλλη μέρα μαθαίνουμε

πως έγινε ένα μεγάλο φονικό στον παρακάτω δρόμο,

ή πως άρχισε,  ωχού,  αλλοίμονό  μου,   ο πόλεμος –

αχ,  γυναίκες αλλοπαρμένες,   θεόκουτες.

 

Και πάντοτε γυρεύαμε το καλύτερο.

 

ΑΝΔΡΕΣ   α΄ ημιχόριο:

Το ψωμί που φάγαμε όλα μας τα χρόνια  δεν ήταν πιότερο

απ’ όσο τρώει ένα άνθρωπος σ’ ένα χρόνο.

Κι όμως ζήσαμε!..

Γιατί ο έρωτας πούχουμε μέσα μας για σένα, ζωή,

θα μπόραγε να θρέψει τον κόσμο  για δυο και τρεις εκατονταετίες.

Κι οργώσαμε  και  σπείραμε  και  θερίσαμε,

χτίσαμε πόλεις  κι ύστερα χαθήκαμε μέσα στον πυρετό

και τη βιασύνη τους

κάναμε όνειρα,  σταυροφορίες,  όργια,   εξεγέρσεις –

γνωρίσαμε την πίκρα που σου δίνει η κακία των άλλων,

ή τη λύσσα  που τα γεμίζει καμιά φορά κι η ηλίθια καλωσύνη τους.

Πλήθος τα έργα των χεριών μας,

φήμη για τους δυνατούς  και  για τους ραψωδούς τραγούδι –

α, των φτωχών μας ημερών η αποσιωπημένη εποποιία.

Τα ζήσαμε όλα:  το μίσος,  την ταπεινοσύνη,   τη δόξα

και τους φόβους της,  τον έρωτα  και  τον εγωισμό του –

κι απάνω απ’ όλα την τραχιά, αιώνια πείνα μας

για ελευθερία!..

 

ΑΝΔΡΕΣ   β΄ ημιχόριο:

Και πάντοτε οι καμπάνες του εσπερινού ξυπνάνε μέσα μας

τον προαιώνιο φόβο  μαζί  με τα γλυκά παιδικά χρόνια.

Και πάντα ο κίνδυνος,  σαν τον καλό ψαρά,

τραβάει με το γερό του αγκίστρι τις κρυμμένες μας δυνάμεις,

Κι έτσι όλο πάνε ανάμεσα σε μίσος και συμπόνοια.

 

ΑΝΔΡΕΣ   α΄ ημιχόριο:

Άλλοι μας είπαν πως μας έπλασε ο Θεός,

άλλοι ότι πρόγονός μας είναι ο πίθηκος.

Εμείς, αγράμματος,  ταπεινός λαός

σ’ ακούσαμε,  ω ατέλειωτο,  με τα πολλά γυρίσματα,

πολύκλωνο,  πολύλογο  του κόσμου παραμύθι.

Η απέραντη ευπιστία μας,  πιο παντοδύναμη απ’ το όνειρο

και τη λήθη,

σαν τα παιδιά,  έπλασε ακέρηον τούτον το μεγάλο κόσμο

απ’ το τίποτα –

κι όχι μονάχα ότι βλέπεις  κι  ότι ακούς,

μα κι όλα τ’ άλλα εκείνα, τα αόρατα  κι  ανείπωτα!..

 

ΑΝΔΡΕΣ   β΄ ημιχόριο:

Λοιπόν,  πού πάμε;  Από πού ερχόμαστε;   Τι ψάχνουμε

παλεύοντας αιώνια με τα έξω  και  τα μέσα μας στοιχεία;

Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο,  απ’ το αίμα και την επανάληψη.

Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή  -

κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ    α΄ ημιχόριο:

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,

κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις,  αρκετά παιδιά,

ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος,  οι μικρονευρασθένιες,

κι ύστερα   τίποτα!..

Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.

Κι επιθυμίες  κι  αναμνήσεις –

αχ,  περνάει γρήγορα η ζωή,

ούτε το καταλαβαίνεις!..

 

Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο,

δεν μας ξέρουν παρά μονάχα σα μητέρες,

δεν μπόρεσαν να μας δουν ποτέ λίγο κι εμάς   σαν ανθρώπους –

με τις μικρότητες  ή  τις παραφορές τους.

Έτσι ζήσαμε.

Αγνοημένες  και  μονάχες  μέσα στο ερωτικό μας πάθος,

αγνοημένες  κι έρημες μέσα στην ιερότητα της μητρότητάς μας!..

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ    β΄ ημιχόριο:

Η γκρίνια της φτώχιας,  ο πανικός του χρόνου,

το κενό που άφησε ο έρωτας πεθαίνοντας,

το ατέλειωτο, μονότονο κύλισμα των ημερών  και  των νυχτιών

συχνά μας έσπρωξε σε σκέψεις κακές,  ανομολόγητες,

και κάποτε   πλαγιάσαμε και σε ξένα κρεβάτια,   σχεδόν αδιάφορες,

κι ύστερα λένε οι γιατροί  πως τα  70% των γυναικών

πάσχουν από αναφροδισία!..

Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς

σε μια ζωή με τόση μοναξιά

και τόση απληστία!..

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ    α΄ ημιχόριο:

Ακόμα  κι όταν είμαστε τίμιες,

οι άνδρες πάντα μας υποπτεύονται,

σαν κάτι νάχουμε κρυφό,

σαν κάτι άλλο πάντα,  ξένο,  να σκεφτόμαστε –

ενώ εκείνο που κρύβουμε,  δεν είναι παρά αυτό

που οι ίδιοι θα θέλουνε να δουν

και που οι ίδιοι δημιούργησαν –

η ερημωμένη ψυχή μας.

Γυναίκες του ανέμου,  της βροχής ,   του κουρνιαχτού,

τι φταίμε εμείς αν ζήσαμε σ’ ένα κόσμο

αχ,  που κι αυτούς τους ρήμαξε η δυσπιστία της δύναμης

και μας   της αδυναμίας η πανουργία!..

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ    β΄ ημιχόριο:

Μα έρχονται ξαφνικά στιγμές,

που όπως τα δάκρυα πέφτουνε στα χέρια μας,

νοιώθουμε στα γυμνά μας χέρια

κάτι μεγάλο κι ανατριχιαστικό,

σαν τον πόνο  που θάνοιωσε να του τρυπάει την παλάμη ο Κύριος

καθώς άπλωνε το χέρι του  να καλέσει το Λάζαρο στη ζωή –

αχ,  γυναίκες φτωχές.

 

Και πάντοτε γυρέψαμε  το καλύτερο!..

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ   

(στην ΚΑΝΤΑΤΑ  του Τάσου Λειβαδίτη  -  από τη σελ. 35-36) 

48. Και με συνοδεία μεγάλης φρουράς τον οδήγησαν στο δικαστήριο.   49. Ήταν δε η φρουρά αμούστακα, φτωχά παιδιά που αισχρολογούσαν και βρίζανε.   50. Για να ξεχάσουν πως κάποτε τα φώναζαν: της πλύστρας ο γιος.   51. Κι εκείνα κρυβόντουσαν πίσω απ’ τα ξεζεμένα κάρα ή μες στις γκρεμισμένες αποθήκες, και έκλαιγαν ώρα πολλή.   52. Κι ήταν στιγμές που μισούσαν τη μάνα τους.   53. Κι ήταν πάλι στιγμές που πέφτανε με δάκρυα στα χέρια της μάνας τους που μύριζαν σαπούνι και ξένο φαΐ.   54. Τα μεγάλα φθαρμένα τους χέρια σα μικρές εκκλησιές που ερειπώθηκαν.   55, Κι ούτε παπάς πια τώρα τις λειτουργεί, κι ούτε πιστός με βάγια πηγαίνει.   56. Και κατεβαίνει ο ίδιος ο Θεός και κλαίει   57. μέσα στα χέρια τους   (παύση)   58. Κι οι δικαστές, μόλις εκείνος μπήκε, έσκυψαν και κάτι μίλησαν μεταξύ τους.   59. Και τον ερώτησαν: Είσαστε πολλοί;   60. Κι αυτός, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν’ απαντήσει, έδειξε έξω από το παράθυρο,   61. το πλήθος.   62. Κι οι δικαστές φώναξαν: τι χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων;   63. Και θυμήθηκαν, τότε, πως τούτος ο λόγος είχε, κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ξαναειπωθεί.   64. Και τους πήρε φόβος μεγάλος… (αποσπάσματα από την ΚΑΝΤΑΤΑ του Τάσου Λειβαδίτη, πρώτη έκδοση 1960)

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2025

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ