Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊνά Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊνά Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2024

ΞΕΡΟΛΙΘΙΑ ΜΕ ΑΝΟΙΓΜΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 

(… σκέψου τα πράγματα που δεν θα κάνουμε ποτέ…  ΣΙΝΙΚΗ ΜΕ ΚΑΛΑΜΙ)

τι άσκοπα    που ταξιδεύει το νερό

τι ήσυχα που έρχεται και πάει

 

βάζο με μέλι

ένα ρόδι

τραπέζι με ποτήρι

το κλειδί στο ράφι

μικρό κλειδί  

 

Λοιπόν, ναι

είναι δυνατόν

βαδίζουμε πάνω σ’ αυτές τις πέτρες

με τα γκρίζα ρείκια

 

οι βάρκες μας πλέουν

για λίγο στα κύματα

και ύστερα βυθίζονται

 

κι εδώ ήταν το σπίτι σου    στα βράχια   

 

ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ   (λάδι σε καμβά) 

 

ράθυμος ήλιος    μαραμένες γυναίκες

 

παρήγορο φως    απ’ το μικρό τετράγωνο τζάμι

τα σκεβρωμένα δένδρα

 

παράξενη η περασμένη νιότη    ασυλλόγιστη

 

μια πέτρινη γέφυρα

το μικρό του σπίτι

κι αυτός καθισμένος    στο μικρό του γραφείο·

ξύλινη πόρτα    σπασμένα χρώματα

 

λίγο πιο πέρα το κανάλι

περνάει κόσμος απ’ την πέτρινη γέφυρα

ένα κάρο με γέρικα δένδρα

μια γυναίκα με μωρό στην πλάτη 

 

φτελιές δεξιά

λόφοι με θάμνους

δύο μεγάλα δένδρα

σταγόνες κόκκινο στο χώμα

 

πάνω από τη γέφυρα και το κανάλι

πάνω από το σπίτι

πάνω απ’ τη γυναίκα και τα άλογα

ένας ασημόγκριζος ουρανός

 

αχνιστό   βαρύ   κίτρινο    μεσημέρι


 


ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ    (σχεδίασμα με πένα και μολύβι    ΣΠΙΤΑΚΙ ΠΛΑΪ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ)

 

ΤΟ ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΟ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ

(… σ’ άλλα χρόνια    αλλιώτικο φως    ανεπιφύλακτο…)

1

το ποτήρι στο κάτω μέρος του πίνακα

το λουλούδι δίχως να φαίνεται

το κλωνάρι δεξιά επάνω

2

το κλωνάρι σβήνει στην άκρη

το ποτήρι άδειο

ώχρες και άσπρο

3

γυμνό το κλωνάρι

οι σκιές διαφανείς

λεπτό νερό στο ποτήρι

4

το κλωνάρι σχεδόν στο κέντρο

στο κάτω μέρος τα φύλλα

5

το φόντο βαραίνει

το ποτήρι στο κέντρο

 

το χρυσάνθεμο μπαίνει στον πίνακα

 

[πρώτα  αποσπάσματα  από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά  με τον… «εικαστικό»  τίτλο ΜΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ 2012]

 

Από την πρώτη κιόλας στιγμή,   νιώθεις σα να σε ξεναγεί κάποιος σε μια έκθεση ζωγραφικής.

Παρελαύνουν από μπροστά σου πολύχρωμοι πίνακες,

ακουαρέλες,  χαρακτικά,   γλυπτά προπλάσματα,

εικαστικές συνθέσεις   που συνυπάρχουν με την ποιητική έκφραση στοχαστικά,

εκφράζοντας με άρτιο τρόπο προσωπικά αισθήματα: 

 

να φεύγουν όλα  κι  εσύ να φεύγεις

σαν τίποτα να μην ήσουν ποτέ

ούτε γύμνια στον ήλιο   ούτε φλόγα τρελή

 

Κι άλλα αποσπάσματα από την ίδια συλλογή

αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση:

ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ ΣΕ ΤΟΠΟ ΞΕΡΟ Ποιήματα 1970 – 2012, εκδόσεις Πατάκη 2015]

 

ΣΕ ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ   ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΦΩΣ   ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΟ

(επιλογές από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά ΜΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ 2012)

δυο πράσινα   ένα μαύρο

και ξαπλωμένο καφετί

 

αλλαγμένο τοπίο

προβιές   κυματίζουν

σε δάση με φτέρες

 

νεαρές οξιές

οξυκόρυφα φύλλα

στο χώμα ψηλόλιγνοι μίσχοι·

το  ξερό κλαδί δεν ξέρει τι να κάνει

το πόδι του έχει μπλεχτεί στον πίνακα 

 

(ΒΕΛΟΝΟΓΡΑΦΙΑ)

 

με γκρι κασκόλ

και κυρτωμένη μύτη

ψάχνει σκαθάρια

το κίουι τη νύχτα

 

άτσαλες ρίζες και κορμοί

τακτοποιήθηκαν λιγάκι

οι θάμνοι παραμέρισαν ενοχλημένοι

 

(ΠΛΑΣΤΙΚΟ ΣΕ ΜΟΡΙΟΣΑΝΙΔΑ)

 

μόλις κρατιέται από το κλαρί το φύλλο

του κάνει τη χάρη

για λίγο   ο άνεμος

 

ένα μερμήγκι σέρνει

την πεθαμένη μύγα

πέρα  -  δώθε

δεν ξέρει που την πάει

 

χοντρόπετση   η γέρικη βελανιδιά

δεν το ’χει σε τίποτα

να μην ξαναμιλήσει   στα κατσίκια

 

(ΛΑΔΙ ΣΕ ΚΑΜΒΑ)

 

τρίζει   στις λακκούβες

η μπρούντζινη άμαξα

οι πιτσιλιές λερώνουν την μπετούγια

και το λεπτό κιγκλίδωμα της

 

στο βάθος

καπέλα σκυμμένα

στο καστανό χώμα

 

(ΣΙΝΙΚΗ ΜΕ ΠΕΝΑΚΙ)

 

το γκριζομέλανο καβούρι

γυρίζει στην κρυψώνα του

οι κόκκοι της άμμου   του στρώνουν το κρεβάτι

 

το άσπρο βοτσαλάκι

λερώθηκε από την πίσσα

κάθεται φρόνιμο

παραφυλάει να γυρίσει  ανάσκελα

 

(ΟΞΥΓΡΑΦΙΑ   και  ΑΚΟΥΑΤΙΝΤΑ)

 

ξύλινη κόκκινη βάρκα

γελάει

στο άδειο του δίχτυ

ο ψαράς

 

γέρος  νέος  θα ήθελε να είναι

να παίξει  κι  άλλο

 

σπατάλησε   μια ολόκληρη όμορφη μέρα

κοιτάζοντάς την

τι άλλο να ’κανε;

 

η σκιά φτάνει   ως το ταβάνι

τα δοκάρια την κάνουν κομμάτια

 

το ρολόι λούζει το κρεβάτι

ο φόβος μ’ έχει συνεπάρει

 

τσάι

μικρές τηγανίτες

φύλλα στο τζάμι

μανίκια   που με κρατάνε ζεστό

 

έδιωξε τα κατσίκια ο άνεμος

αυτός και τα δένδρα τώρα

 

πίσω από ψηλές ρόδες

και παιχνιδιάρικα σύννεφα

το κρώξιμο της χήνας

 

με ψιλή μύτη   και ρόδινη ουρά

 

σκιαγμένο απ’ την ομίχλη  

το λουστρίνι

κρατάει χαμηλή ομπρέλα

 

και να τι συμβαίνει

η αγριόπαπια

τινάζει με μανία τα φτερά της

στο ρόδα του νερού

 

σπαθίφυλλα  και φουντωτά  μικρόφυλλα

γίνονται μούσκεμα

 

(ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΑ ΚΡΑΓΙΟΝΙΑ)

 

τρίζει    κάτω  από  τη φούστα

η λεπτή της γάμπα

περνώντας το χλωμό ποτάμι

 

το κόκκινο λουλούδι   λιγάκι ντρέπεται

 

το δένδρο   βάζει τα γέλια

το φεγγάρι είναι   εκεί που βρέχει

 

(ΜΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ)

 

σαστισμένος γέρος   γουρλωμένα μάτια

στη μέση στο ποτάμι

οι γαλότσες του πιλαλούν

μπροστά από τα πόδια του·

η χάρη δεν τους λείπει

 

(ΤΕΜΠΕΡΑ, ΚΟΝΤΡΑΠΛΑΚΕ)

 [κι άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά ΜΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ  εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ ΣΕ ΤΟΠΟ ΞΕΡΟ Ποιήματα 1970 – 2012, εκδόσεις Πατάκη ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 368]

 

ΣΠΑΤΑΛΗΣΕ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ…

(… τι άλλο να’κανε; …  τρίζει κάτω από τη φούστα η λεπτή της γάμπα… το κόκκινο λουλούδι λιγάκι ντρέπεται… ΜΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ  )

η κόκκινη μπουκαμβίλια  παραφυλάει στο παράθυρο  το φεγγαράκι  βερνικωμένη γάτα   χαμηλά στον ορίζοντα  μια πινελιά   κρατάει τα δικά της άνθη στο βυθό    ψηλό δένδρο  με φουγάρο στο στόμα  και στραβά κλαριά  κοιτάζει τα φύλλα του  (ΣΧΕΔΙΟ ΜΕ ΚΑΡΒΟΥΝΟ)   το ακιδωτό φως της λάμπας πέφτει στα θερισμένα φύλλα  ζεσταίνει  ή  δροσίζει  τις κεραίες του ο μπάμπουρας;    χτυπιέται στο δωμάτιο η πεταλούδα μόλις μπαίνω·  να ’χα όμως τη χάρη της   ανυπόφορη άνοιξη  ήσυχοι πεθαμένοι  πράγματα απαραίτητα σ’ ένα σπίτι    περνάει ο χρόνος  με τα μαλλάκια του καρφάκια  τρώει το σάντουιτς στα όρθια  (ΣΧΕΔΙΟ ΜΕ ΜΟΛΥΒΙ)    δουλεύει στον ορίζοντα  απ’ το πρωί ως το βράδυ  η ψιλή άχνα   η γάζα της τυλίγει τα δεμάτια   λιώνει στις άκρες της  γόνατα  και  αγκώνες  (ΑΚΟΥΑΡΕΛΑ ΚΑΙ ΜΕΛΑΝΙ)   σκύβει στον ορίζοντα με το κοκαλιάρικο καπέλο του  ο μικρός Κινέζος  η πλάτη του κυρτώνει  αφοσιώνεται σ’ αυτή την κίνηση   ζαρώνει τα μάτια του   το γέλιο τρυπώνει στις ρυτίδες του   γυρίζει με προσοχή τα μπατζάκια του  (ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ)    γουργουρίζει  η ρόδα της μέρας  πίσω απ’ τις βλεφαρίδες της   όταν σωπαίνει  σφυρίζει στον ύπνο της  ο κότσυφας με το λουστρίνι του    ντέι ντέι ντο  πριν από χρόνια η γη μας·  κατακόρυφο φως  ραβδωτά ψάρια  μούρα και φύλλα   στριφογυρίζουν τα κλαδιά  με τα καϊτια τους παράθυρα  το φως που θα τους βγάλει χνούδι    τα αντικείμενα που βλέπετε εδώ  δεν έχουν καμιά αξία  δείχνουν απλώς  πώς ζούσαν οι άνθρωποι   πώς έσουρνε επίτηδες τα πόδια του ένα παιδί   κι αυτή τη στιγμή  τα δάχτυλά του  φυτρώνουν στο χώμα  (ΛΑΔΙ ΣΕ ΜΟΥΣΑΜΑ)   [κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά  ΜΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ  2012 εδώ από το  συγκεντρωτικό τόμο ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ ΣΕ ΤΟΠΟ ΞΕΡΟ,  Ποιήματα 1970 – 2012, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ συνέχεια από σελ. 377 – 403   σε κάθε στροφή σκορπίζει το άρωμά του  το τριαντάφυλλο  που  πιάστηκε στη ρόδα]

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2024

Πέμπτη 16 Μαΐου 2024

ΘΑ ΠΕΣΟΥΝΕ ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΑΠ’ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ

 

(… εδώ που ψιθυρίζουνε γλυκά οι αύρες…)

«Αχ, να μη σ’ έβλεπα καλύτερα

παρά που μπαίνεις έτσι από τον τοίχο»!.. (Αλόη Σιδέρη)

 

Μπορείς να μη μου λες τι θα κάνω,  είπε

μπορείς;

Πες μου μπορείς; 

 

Είμαι εδώ,  είπε   έτσι θέλω,  είπε

Καταλαβαίνεις;   Μπορείς να καταλάβεις;

 

Το ξέρω, η ώρα, τα μάτια

οι θάμνοι χρυσοί

και τίποτα

τίποτα

 

Άσε με να σε κρατήσω   απλώς άφησέ με!..

 

Όχι,  είπα   όχι τώρα!..

Δεν θέλω τώρα  όχι να μακρύνει

ο καιρός

δεν θέλω ν’ ανοίξει

 

Γύρισε από κει,  είπα

μη με κοιτάς   μην κάνεις έτσι

 

Όχι,  είπε   εγώ θα κάνω έτσι

 

ανάλαφρα το χέρι της

στάλαξε βράδυ

κι ούτε στιγμή ο κήπος σαστισμένος

 

Κράτα με τότε,  είπα

κράτησέ με   μην κουνηθείς

 

Είπε, καλά   σε κρατάω

 

Ησύχασε,  είπε

 

Μετά τίποτα  -  τίποτα μετά 

 

Σηκώθηκα

πήγα κι άναψα ένα τσιγάρο

 

Για όνομα του θεού,  είπα

για όνομα του θεού   τι κάνουμε εδώ;

εσύ έχεις παγώσει

 

Μην κάνεις έτσι,  είπε

οι δυο μας είμαστε   εδώ

 

Α  νύχτες  κι  άστρα  

φεγγάρι μες στη μέρα

 

Σβήσε το τσιγάρο,  είπε

 

Όχι,  είπα 

 

Σβήσ’ το

σβήσε το,  σε παρακαλώ

 

Καλά,  είπα

τώρα το σβήνω, να

 

Μην πίνεις,  είπε

σταμάτα πια να πίνεις

θα πεθάνεις

 

Όχι,  είπα

 

Καλά,  είπε

τώρα μπορείς μ’ ακουμπήσεις; 

 

Μπορώ,  είπα 

 

Δεν ξέρω,  είπα…

[πρώτα  αποσπάσματα  από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά Ο ΚΗΠΟΣ -  ΟΧΙ ΕΓΩ  2005.  

Εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση: ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ ΣΕ ΤΟΠΟ ΞΕΡΟ Ποιήματα 1970 – 2012, εκδόσεις Πατάκη 2015]

 


ΣΤΡΩΜΕΝΟΣ ΓΥΡΩ ΤΗΣ Ο ΚΗΠΟΣ

(… η γη που γάλα έξω χάραζε  και  το αθόρυβο του λόφου φως…)

Λίγο;   μπορούμε λίγο;   είπε

 

Δεν έχει λίγο,  είπα

ποτέ δεν έχει λίγο

 

Ναι;  είπε

 

Αργά ό,τι κι αν κάνεις,  είπα

αργά,  αν θέλεις να κρατήσει


Ας τα  αυτά,  είπε

άφησέ τα

άσε τα λόγια  κι  έλα εδώ

 

Τώρα,  είπα

ένα λεπτό

 

Ένα,  είπε,  ένα λεπτό

αυτό είπα,   αυτό δεν είπα;

 

στρωμένος γύρω της ο κήπος

ποτέ να μην την έβλεπα καλύτερα;

 

Εντάξει,  είπα,  τώρα δεν μπορώ

ε  δεν μπορώ,  δε βλέπεις;


Δεν βλέπω τίποτα,  είπε

τι ειν’ αυτά που λές;

 

η πλάτη που αργά στη θάλασσα

τα γελαστά της μάτια

το κίτρινο το μονοπάτι

 

Για όνομα του θεού,  είπα   πώς μπήκες έστι;

Πες κάτι

κάτι δεν έπρεπε να πεις;

 

Δεν καταλαβαίνεις,  είπε

απλούστατα δεν καταλαβαίνεις

Αυτό είναι

Τι να πω;  τι να πω;  στο θεό σου

 

Φυσάει,  είπα   θα μας πάρει!.

 

μπα,  άλλο ήθελα να πω

 

μέσα στο στόμα της

εκεί που τώρα μ’ ανασαίνει

μες στο τέλος

 

Σκασίλα μου,  είπε

Φοβάσαι;  Μη μου πεις ότι φοβάσαι; 

 

ψηλά να ξεχειλίζει το ποτάμι

και τα παιδιά γελώντας   εδώ μαζί

Πάσχα    βούιζε Πάσχα

 

Κοίτα με, είπε   κοίταξέ με

μπορείς να με καταλάβεις επιτέλους;

 

Ωραία, λέω, σε κοιτάω

 

Τώρα όμως, είπε

 

Όχι τώρα,  είπα

τώρα,  δεν μπορώ τώρα

Καταλαβαίνεις δεν μπορώ

 

Εντάξει,  είπε

γιατί;  πες μου γιατί;

 

Δεν ξέρω,  είπα

 

Φοβάμαι,  είπα

 

Τι διάολο φοβάσαι;  είπε

εγώ είμαι

αλλού κοιτάς εσύ

γύρνα από δω

 

Σε λίγο, είπα

 

θα πέσουνε οι νύχτες απ’ τα δένδρα

εκεί ψηλά που κλάδευε στη σκάλα

 

Σε λίγο τι;  είπε

τι δηλαδή σε λίγο;

σε λίγο τι να γίνει πες μου

 

Άφησε το μπουκάλι στο τραπέζι,  είπα

λίγο να κοιμηθώ

 

εδώ που ψιθυρίζουνε γλυκά οι αύρες

 

Να κοιμηθείς;  λέει

λες τώρα λες να κοιμηθείς;

 

Ναι,  λέω   λίγο…

[αποσπάσματα από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά Ο ΚΗΠΟΣ  -  ΟΧΙ ΕΓΩ 2005 εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ ΣΕ ΤΟΠΟ ΞΕΡΟ Ποιήματα 1970 – 2012, εκδόσεις Πατάκη]

 

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΧΑΜΩ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

(… γυρίζει τώρα  και  με βλέπει  κι  άδειος καθρέφτης όσο τίποτα ποτέ …)

Δεν ξέρω λέει τι μου λες

δεν μου μιλάς σαν άνθρωπος

λες άλλ’ αντ’ άλλων

 

Δεν καταλαβαίνω,  λέω

μπορεί να μην καταλαβαίνω

δεν είμαι στα καλά μου

 

Μπορείς να μη μου το λες;  είπε

πες μου,  μπορείς;

μην ξαναπείς δεν είμαι στα καλά μου

 

Μπορώ,  λέω

ωραία,  δεν το ξαναλέω

Έλα τώρα

 

Έλα τώρα;  είπε

όποτε θες εσύ;

 

Σε παρακαλώ,  είπα

 

Τι θες να κάνω;  είπα

για όνομα του θεού,  τι θες να κάνω;

θυμάσαι;  έχει ξαναγίνει

 

Μιλάς σαν μεθυσμένη,  είπε

μην μιλάς σαν μεθυσμένη  άμα δεν είσαι μεθυσμένη

δεν έχε  ξαναγίνει τίποτα

τι θες να θυμηθώ;

αυτό είναι

 

κι ανεβαίνει τις σκάλες

ο κήπος βουβαίνεται

οι μενεξέδες σοβαροί

 

δεν ξέρω,  είπα

 

Εντάξει,  είπα

 

Τι ώρα είναι;  είπα

 

Τι κρίμα να μην ξέρεις,  είπε

κρίμα

Μου λες τι στο καλό τη θες την ώρα;

 

γέρνει

το άλογο και ο λαιμός του

γέρνει στης καλαμιάς το χάδι

κι αυτή μόνη κοιμάται

 

Μπορείς να μου πεις  μ’ αγαπάς;  είπα

μπορείς;

πες μου μπορείς;

 

Όχι,  είπε

 

Σ’ αγαπάω,  είπε

 

Ωραία,  είπα

πες ό,τι θέλεις τώρα

πες το  κι  ας είναι άλλοτε

 

Δεν θέλω,  είπε  δε θέλω άλλοτε

 

Μια στιγμή,  είπα   τότε τι κάνουμε εδώ;

 

Είμαστ’  οι δυο μας,  είπε

έτσι   εδώ κοντά,  σαν μύγδαλο

 

Α η δροσιά  του κήπου την αυγή

 

Αυτό,  είπε

καμιά φορά  συμβαίνει

αφού συμβαίνει;

 

Α  όχι,  είπα

 

το χώμα μες στη μέση ανοιχτό

και του σαλιγκαριού στριφτό το σάλιο

 

Αχνίζει, λέω, κάνε παραπέρα

 

μπα,  άλλο ήθελα να πω

 

Εσύ να κάνεις παραπέρα,  λέει

αν δεν μπορείς,  εσύ να κάνεις παραπέρα

 

α,  τα κουπια

 

Τι θέλεις, τώρα,  είπε

θέλεις να το χαλάσεις;

ναι, θέλεις ε;

 

Μπορείς να φύγεις;  κάνε μου τη χάρη,  είπα

αργά,  μη μου λυθεί το σώμα

 

Αλήθεια;  είπε

 

Όχι,  είπα

 

Δεν φεύγω τότε,  είπε

λοιπόν δε φεύγω

θα φύγω όταν θέλω

 

Τι κάνουμε τώρα;  είπα

θα μας κοιτάζουνε περίεργα

 

Δεν ξέρω,  είπε,  δεν με νοιάζει

αφού δεν ξέρω;

ή μάλλον ξέρω,  αλλά δεν σου λέω

 

Γιατί,  είπα

 

Ντρέπομαι λίγο,  είπε

αχ,  τι θέλεις τώρα;

 

Της άνοιξης η νύχτα φτάνει δροσερή

κι από μακριά ο ήχος της καμπάνας

 

Γιατί δε λες εσύ  τι θέλεις;  είπε

εσύ να πεις τι θέλεις

εγώ τι σε πειράζω;  άσε με

 

τα βήματά της αντηχούσαν

λαμπρά τα βήματά της

στου δειλινού το ξήλωμα

 

Θα σηκωθώ

θέλω ένα παγάκι, είπα

 

Θες λίγο;

 

Πού είναι;  είπε

τέλειωσε,  δεν τέλειωσε;

έχουμε κι άλλο;

 

Εδώ,  είπα   κάπου εδώ

έχει λίγο ακόμα

 

και ονειρεύεται

φέρνει το χέρι της στο στόμα

 

Μην πάρεις από πάνω μου το χέρι σου

αν είναι να με λυπηθείς

μη με λυπάσαι τώρα,  είπα

 

Δεν το παίρνω,  είπε

δε θα το πάρω,  μη φοβάσαι

 

ξεδιάντροπος  ο κήπος

σε μέθη που θα με πετάξει έξω

έξω μαζί

μέσα στο άσπρο να τη νανουρίζω

 

Κλείνεις αυτή τη μουσική;  είπα

αχ,  να μη σ’ έβλεπα καλύτερα

 

Πού είναι;  είπε   πού είναι το κουμπί;

 [αποσπάσματα από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά Ο ΚΗΠΟΣ  -  ΟΧΙ ΕΓΩ 2005 εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ ΣΕ ΤΟΠΟ ΞΕΡΟ Ποιήματα 1970 – 2012, εκδόσεις Πατάκη]

 

ΝΑ ΤΩΡΑ ΝΑ Ο ΘΡΗΝΟΣ

(… μες στο στόμα μου  τα δένδρα κυκλωμένα απ’ την ομορφιά τους…)

Εκεί, είπα, να εκεί   Εκεί;  είπε πού εκεί;   Να, είπα, άπλωσε το χέρι σου   Άσε το χέρι μου,  λέει   για άσε με ένα λεπτό,  τι σφίγγεις έτσι;   Δεν σφίγγω,  λέω,  δεν μπορώ  τι διάολο να σφίξω;    Ας τα αυτά,  γελάει   τι θες να πεις;   τρελάθηκες τελείως;   Αυτό που λέω,  είπα   Ακούς;  μπορείς ν’ ακούσεις;   κάπου γλυκά και ήσυχα   μέσα στο τίποτα   που ολοένα θα μου λιώσει την καρδιά   Ακούω,  λέει,, πες μου   σ’ ακούω όταν μου μιλάς σαν άνθρωπος   τώρα, μέρα και νύχτα τώρα   Έλα την άνοιξη στον κήπο,  λέω ,   μην πας εκεί  μην πας   λίγο ακόμα.  Λίγο;   Εντάξει,  λέει   στον κήπο πάντα μ’ άρεσε   κούπες χρυσές,  φως και κρασί   Ναι;  λέω   Ναι,  λέει  αλλά γιατί;   τι να το κάνεις;  στο θεό σου   Λέω:  φυσάει εκεί πέρα, να   φυσάει σαν δαιμονισμένο   πώς διάολο μπορείς;   Μπορώ,  λέει   αφού μπορώ;   Τι έπαθες;   μονάχα θάλασσα μυρίζει   Πού;  λέω   Για πού μιλάς εσύ;   Βγάζει το κοκαλάκι απ’ τα μαλλιά της.  Τα χέρια της σηκώνει.  Μια άλλη που σηκώνει λίγο και τη φούστα της προτού ανέβει τα σκαλιά.  Κοιτάζει προς τα κάτω χαμηλά,  το σιωπηλό νερό κοιτάζει,  το στόμα μου κοιτάζει,  να εκεί·  εκεί που τώρα η ψυχή μου ανασαίνει.  Ο κήπος πίσω της.  Προσεκτικός κι ακτινοβόλος   Λέει:  Πάρε μου τα μαλλιά από το πρόσωπο   Χτυπάει η καρδιά σου,  λέει   ακούω την καρδιά σου να χτυπάει   Δεν ήπια τώρα λέω άλλο   Δέω:  μπορεί να είναι αυτό   Η μυρωδιά της  μήλου μυρωδιά   Λίγο ακόμα,  λέω   Μπορεί,  λέει   μπορεί και όχι…  ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 330   [επιλογές από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά  Ο ΚΗΠΟΣ  -  ΟΧΙ ΕΓΩ 2005 – από το συγκεντρωτικό τόμο ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ ΣΕ ΤΟΠΟ ΞΕΡΟ,  Ποιήματα 1970 – 2012, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ]

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2024

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ