Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκόμισα εις την τέχνην Μελαγχολία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκόμισα εις την τέχνην Μελαγχολία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2024

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΟΛΗΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ

 

Έμεινε μαθητής  του Αμμωνίου Σάκκα δυο χρόνια·

αλλά βαρέθηκε και τη φιλοσοφία  και  τον Σάκκα. 

 

Κατόπι μπήκε στα πολιτικά.

Μα τα παράτησεν.   Ήταν ο Έπαρχος μωρός·

κι οι πέριξ του ξόανα επίσημα και σοβαροφανή·

τρισβάρβαρα τα ελληνικά των,  οι άθλιοι. 

 

Την περιέργειαν του είλκυσε

κομμάτ’ η Εκκλησία·  να βαπτισθεί

και να περάσει Χριστιανός.  Μα γρήγορα

την γνώμη του άλλαξε.  Θα κάκιωνε ασφαλώς

με τους γονείς του,  επιδεικτικά εθνικούς·

και θα του έπαυαν  - πράγμα φρικτόν –

 ευθύς τα λίαν γενναία δοσίματα.

 

‘Επρεπεν  όμως και να κάμει κάτι.  Έγινε ο θαμών

των διεφθαρμένων οίκων της Αλεξανδρείας,

κάθε κρυφού καταγωγίου κραιπάλης.

 

Η τύχη του εφάν’ εις τούτο ευμενής·

τον έδοσε  μορφήν εις άκρον ευειδή.

Και χαίρονταν την θείαν δωρεάν.

 

Τουλάχιστον για δέκα χρόνια ακόμη

η καλλονή του θα διαρκούσεν.  Έπειτα –

ίσως εκ νέου στον Σακκά να πήγαινε.

Κι αν εν τω μεταξύ απέθνησκεν ο γέρος

πήγαινε σ’ άλλου φιλοσόφου  ή  σοφιστού·

πάντοτε βρίσκεται κατάλληλος κανείς.

 

Ή τέλος, δυνατόν και στα πολιτικά

να επέστρεφεν – αξιεπαίνως ενθυμούμενος

τες οικογενειακές του παραδόσεις,

το χρέος προς την πατρίδα  κι άλλα ηχηρά παρόμοια!..

 


Ανθολογούνται παρακάτω κι άλλα ποιήματα που είναι γραμμένα την ίδια χρονική περίοδο – 1921 – 1922  - 1923   από την πρώτη πλήρη  έκδοση των Ποιημάτων του Καβάφη,  ΗΡΙΔΑΝΟΣ 1935  - ΤΙΤΛΟΙ και πρώτοι στίχοι:

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΟΧΟΝ ΕΠΙΦΑΝΗ,  «Μες στην καρδία μου πάλλει  μια προσφιλής ελπίς…

ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΧΑΪΚΗΣ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝΤΕΣ,  Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατε ευκλεώς… 

Σ’ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΛΗΟ,   περίπου εκατό ετών…

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ ΑΝΤΙΟΧΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗΣ,  Μετά που επέστρεφε, περίλυπη, απ’ την κηδεία του…

Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ, ΟΡΩΝ ΟΛΙΓΩΡΙΑΝ,  λέξει με ύφος σοβαρόν…

ΘΕΑΤΡΟΝ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ 400 Μ.Χ,   Πολίτου εντίμου υιός – προπάντων ευειδής…

ΕΝ ΑΠΟΓΝΩΣΕΙ   Τον έχασε εντελώς   Και τώρα πια ζητεί στα χείλη καθενός κανούριου εραστή…

   

 

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΟΧΟΝ ΕΠΙΦΑΝΗ

(κι άλλα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη γραμμένα το 1922)

Ο νέος Αντιοχεύς   είπε στον βασιλέα,

«Μες στην καρδιά μου πάλλει   μια προσφιλής ελπίς

οι Μακεδόνες πάλι,   Αντίοχε Επιφανή,

οι Μακεδόνες είναι   μες στην μεγάλη πάλη.

Ας ήταν να νικήσουν  -  και σ’ όποιον θέλει δίδω

τον λέοντα και τους ίππους,   Τον Πάνα από κοράλλι,

και το κομψό παλάτι   και   τους εν Τύρω κήπους,

κι όσ’ άλλα μ’ έχεις δώσει,    Αντίοχε Επιφανή»

 

Ίσως να συγκινήθη    κομμάτι ο βασιλεύς.

Μα πάραυτα θυμήθη    πατέρα κι αδελφόν,

και μήτε απεκρίθη.    Μπορούσε ωρακουστής

να επαναλάβει κάτι.    Άλλωστε,  ως φυσικόν,

ταχέως επήλθε εις Πύδναν    η απαισία λήξις.

 

ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΧΑΪΚΗΣ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝΤΕΣ

Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε  και  πέσατ’ ευκλεώς·

τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.

Άμωμοι σεις,  αν έπταισαν ο Δίαιος  κι  ο Κριτόλαος.

Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν,

«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας»  θα λένε

για σας.  Έτσι θαυμάσιος θάναι ο έπαινός σας.

 

Εγράφη εν Αλεξανδρεία υπό Αχαιού·

έβδομον έτος Πτολεμαίου,  Λαθύρου.

 

Σ’ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΛΗΟ

Σ’ ένα βιβλίο παληό – περίπου εκατό ετών –

ανάμεσα στα φύλλα του λησμονημένη,

ηύρα μιαν υδατογραφία άνευ υπογραφής.

Θάταν το έργον καλλιτέχνου λίαν δυνατού.

Έφερ’ ως τίτλον  «Παρουσίασις του Έρωτος».

 

Πλην μάλλον ήρμοζε,  «…του έρωτος των άκρως ασιθητών»

 

Γιατί ήταν φανερόν σαν έβλεπες το έργον

(εύκολα νοιώθονταν η ιδέα του καλλιτέχνου)

που για όσους αγαπούσε κάπως υγιεινά,

μες στ’ οπωσδήποτε επιτετραμμένον μένοντες,

δεν ήταν προορισμένος ο έφηβος

της ζωγραφιάς – με καστανά, βαθύχροα μάτια· -

με του προσώπου του την εκλεκτή εμορφιά,

την εμορφιά των ανωμάλων έλξεων·

με τα ιδεώδη χείλη του που φέρνουνε

την ηδονή εις αγαπημένο σώμα·

με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτια

που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική!..

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ ΑΝΤΙΟΧΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗΣ 

(κι άλλα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη γραμμένα το 1923)

Μετά που επέστρεφε, περίλυπη, απ’ την κηδεία του,

η αδελφή του εγκρατώς και πράως ζήσαντος,

του λίαν εγγραμμάτου Αντιόχου, βασιλέως

Κομμαγηνης, ήθελ’ ένα επιτύμβιον γι’ αυτόν.

Κι ο Εφέσιος σοφιστής Καλλίστρατος – ο κατοικών

συχνά εν τω κρατιδίω της Κομμαγηνής,

κι από τον οίκον τον βασιλικόν

ασμένως κι επανειλημμένως φιλοξενηθείς –

το έγραψε,  τη υποδείξει Σύρων αυλικών,

και το έστειλε εις την γραίαν δέσποιναν.

 

«Του Αντιόχου  του ευεργέτου βασιλέως

να υμνηθεί επαξίως, ω Κομμαγηνοί, το κλέος.

Ήταν της χώρας κυβερνήτης προνοητικός.

Υπήρξε δίκαιος,  σοφός,  γενναίος.

Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο,  Ελληνικός –

ιδιότητα δεν έχει η ανθρωπότης τιμιοτέραν·

εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν».

 

Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ,  ΟΡΩΝ ΟΛΙΓΩΡΙΑΝ

«Ορών ουν πολλήν μεν ολιγωρίαν ούσαν

ημίν προς τους Θεούς» - λέγει με ύφος σοβαρόν.

Ολιγωρίαν. Μα τι περίμενε λοιπόν;

Όσο ήθελεν ας έκαμνε οργάνωσι θρησκευτική,

όσο ήθελεν ας έγραφε στον αρχιερέα Γαλατίας,

ή εις άλλους τοιούτους,  παροτρύνων κι οδηφών.

Οι φίλοι του δεν ήσαν Χριστιανοί·

αυτό ήταν θετικόν.  Μα δεν μπορούσαν κιόλας

να παίζουν σαν κι αυτόνα  (τον Χριστιανομαθμένο)

με σύστημα καινούριας εκκλησίας,

αστείον και σην σύλληψι  και  στην εφαρμογή.

Έλληνες ήσαν επιτέλους.  Μηδέν άγαν,  Αύγουστε.

 

ΘΕΑΤΡΟΝ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ 400 Μ.Χ

Πολίτου εντίμου υιός   -  προ πάντων, ευειδής

έφηβος του θεάτρου,    ποικίλως αρεστός,

ενίοτε συνθέτω    εν γλώσση ελληνική

λίαν ευτόλμους στίχους,    που τους κυκλοφορώ

πολύ κρυφά, εννοείται  -   Θεοί!.. να μην τους δουν

οι τα φαιά φορούντες,    περί  ηθικής λαλούντες –

στίχους της ηδονής    της εκλεκτής, που πιαίνει

προς άγονην αγάπη    κι αποδοκιμασμένη.

 

ΕΝ ΑΠΟΓΝΩΣΕΙ

(… τον έχασ’ εντελώς!..   Και τώρα πια ζητεί

στα χείλη καθενός   καινούριου εραστή…)

… τα χείλη τα δικά του·   στην ένωσι με κάθε καινούριον εραστή   ζητεί να πλανηθεί   πως είναι ο ίδιος νέος,   πως δίδεται σ’ εκείνον.   Τον έχασ’ εντελώς,   σαν να μη υπήρχε καν.   Γιατί ήθελε – είπ’ εκείνος -  ήθελε να σωθεί   απ’ την στιγματισμένη,  την νοσηρά ηδονή·   απ’ την στιγματισμένη,  του αίσχους ηδονή.   Ήταν καιρός ακόμη -  ως είπε – να σωθεί.   Τον έχασ’ εντελώς,   σαν να μη υπήρχε καν.   Από την φαντασίαν   από τες παραισθήσεις   στα χείλη άλλων νέων   τα χείλη του ζητεί·   γυρεύει να αισθανθεί   ξανά τον έρωτά του!..  [Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ]

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2024

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2023

ΔΟΚΙΜΕΣ ΝΑΡΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΓΟΥΣ ΕΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΩ

 

«Κάθομαι και ρεμβάζω.     Επιθυμίες κι αισθήσεις

εκόμισα εις την Τέχνην_     κάτι μισοειδωμένα,

πρόσωπα ή γραμμές·     ερώτων ατελών

κάτι αβέβαιες μνήμες.     Ας αφεθώ σ’ αυτήν.

Ξέρει να σχηματίσει     Μορφήν της Καλλονής·

σχεδόν ανεπαισθήτως     τον βίον συμπληρούσα,

συνδυάζουσα εντυπώσεις,     συνδυάζουσα τες μέρες»

[ΕΚΟΜΙΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ]




 

Αυτή είναι κατά κάποιον τρόπο η απάντηση του Καβάφη στη… ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΩΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ, ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΝ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗ 595 μ.Χ.

Εκεί, στη «Μελαγχολία…», με το προσωπείο του Φανταστικού Ποιητή από το κρατίδιο της Κομμαγηνής, προστρέχει στην Τέχνη της Ποίησης και επικαλείται τα Φάρμακά της,

τη Φαντασία και το Λόγο.

Εμφανίζεται όμως ιδιαίτερα επιφυλακτικός σχετικά με το προσδοκώμενο αποτέλεσμα:

Ξέρει καλά ότι τα φάρμακα αυτά

«κάμνουνε - για λίγο - να μη νοιώθεται η πληγή»

 

Ίσως γιατί…

 

«Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου

είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.

Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.

Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάπως ξέρεις από φάρμακα·

νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

 

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.-

Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάμνουνε –για λίγο – να μη νοιώθεται η πληγή».

[ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΩΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΝ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗ 595 μ.Χ ]

 

Ωστόσο, στο ΕΚΟΜΙΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ, παρουσιάζεται σχεδόν βέβαιος για τις ιαματικές / λυτρωτικές δυνατότητες της Τέχνης.

Φαίνεται να πιστεύει ακράδαντα στη μαγική δύναμη της Ποίησης, που, συνδυάζοντας εντυπώσεις από ανολοκλήρωτους έρωτες και μισοξεχασμένες εμπειρίες, δίνει τελικά μια αίσθηση ολοκλήρωσης και συνέχειας στη ζωή.

Κι αυτό είναι τόσο σημαντικό που η τελική απόφαση δεν μπορεί να είναι άλλη απ’ αυτή που υπαγορεύει ο στίχος

 

«Ας αφεθώ σ’ αυτήν!.. Ξέρει να σχηματίσει Μορφήν της Καλλονής…».

 

Ένα δίστιχο  που σφραγίζει με τρόπο μοναδικό την  αξία της Αισθητικής στη ζωή του ανήσυχου πνεύματος του ανθρώπου.

Έχουμε, δηλαδή  ένα ποίημα για την Ποίηση, την Τέχνη που ο Καβάφης θεωρούσε ως το σημαντικότερο στήριγμα κι επίτευγμα στη ζωή του.

Μ’ αυτήν καταθέτει τις εμπειρίες, τις επιθυμίες αλλά και τους ηδονικούς οραματισμούς του.

Και η κατάθεση αυτή ψυχής είναι παρηγοριά για το πέρασμα του χρόνου και ένας ιδανικός τρόπος για να διασώσει από τη λήθη τις εικόνες ομορφιάς που συνέλεξε ανά τα χρόνια.

Γι’ αυτό…

«Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως…», γράφει και στη Μελαγχολία…

 

Στο βαθμό μάλιστα που είναι αξεπέραστος ο πόνος που προκαλούν στην ανθρώπινη ψυχή τα γηρατειά και η αέναη προσπάθεια ανίχνευσης διεξόδου από το άλγος του πεπερασμένου της ανθρώπινης ζωής, η αφοσίωση στην ποιητική δημιουργία είναι η μόνη άμυνα.

Δεν είναι ο φόβος του θανάτου, αλλά η παρακμή του σώματος που οδηγεί τον Ιάσωνα να αναζητά στα φάρμακα της Τέχνης μια κάποια παρηγοριά, ένα βοτάνι που θα αποπειραθεί να ναρκώσει την οδύνη της σωματικής φθοράς, με τη μετάθεση της προσοχής σε μιαν άλλη πραγματικότητα, στην ποιητική δημιουργία….

Κάποιοι μελετητές του ποιήματος επισημαίνουν ότι εδώ  η λέξη Τέχνη με Τ κεφαλαίο ίσως παραπέμπει στην ερωτική τέχνη.

Με άλλα λόγια, ο ποιητής συντριμμένος από τη γήρανση του σώματος και την αναστολή των ερωτικών επιθυμιών καταφεύγει για παρηγοριά στις ερωτικές αναμνήσεις του παρελθόντος, που αποτελούν και τη δεξαμενή της ποίησής του.

Πιο πολύ όμως, το Τ κεφαλαίο παραπέμπει στην ανωτερότητα και τελειότητα της καλλιτεχνικής έκφρασης, που για τον Καβάφη και κάθε Ποιητή  δεν είναι απλώς διανοητικές επινοήσεις, απόμακρες, χωρίς υπόσταση.

 

Ανθολογούνται παρακάτω κι άλλα ποιήματα που είναι γραμμένα την ίδια χρονική περίοδο – 1920 – 1921 -  από την πρώτη πλήρη  έκδοση των Ποιημάτων του Καβάφη,  ΗΡΙΔΑΝΟΣ 1935  - ΤΙΤΛΟΙ και πρώτοι στίχοι:

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΧΩΝ, ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ, ΣΤΙΧΟΥΡΩΝ, Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν…

ΕΥΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΒΑΛΑ,   Α δεν συγχύζομαι που έσπασε μια ρόδα του αμαξιού…

Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ,   Η εκπλήρωσις της έκνομης των ηδονής έγινεν…

Ο ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ,   Το θέμα, ο Χαρακτήρ του Δημαράτου…

ΤΕΧΝΟΥΡΓΟΣ ΚΡΑΤΗΡΩΝ,  Εις τον κρατήρα αυτόν  από αγνόν ασήμι…    και  (επιμύθιο)

 ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ 400 μ.Χ.   Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει…

   

 

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΧΩΝ, ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ, ΣΤΙΧΟΥΡΓΩΝ 

(κι άλλα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη γραμμένα το 1921)

Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν.

Στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτε

επιμελέστατος.   Και θα επιμείνω,

ότι κανείς καλλίτερά μου δεν γνωρίζει

Πατέρας  ή  Γραφάς  ή  τους Κανόνας των Συνόδων.

Εις κάθε αμφιβολίαν του ο Βοτανειάτης,

εις κάθε δυσκολίαν στα εκκλησιαστικά,

εμένα συμβολεύονταν, εμένα πρώτον.

Αλλά εξόριστος εδώ   (να όψεται η κακεντρεχής

Ειρήνη Δούκαινα), και δεινώς ανιών,

ουδόλως άτοπον είναι να διασκεδάζω

εξάστιχα κι οκτάστιχα ποιών –

να διασκεδάζω με μυθολογήματα

Ερμού και Απόλλωνος και Διονύσου,

ή ηρώων της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου·

και να συνθέτω Ιάμβους ορθοτάτους,

όπως – θα μ’ επιτρέψετε να πω – οι λόγιοι

της Κωνσταντινουπόλεως δεν ξέρουν να συνθέσουν.

Αυτή η ορθότης, πιθανόν, είναι η αιτία της μορφής.

 

ΕΥΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΒΑΛΑ

Α δεν συγχύζομαι που έσπασε μια ρόδα

του αμαξιού, και που έχασα μια αστεία νίκη.

Με τα καλά κρασιά, και μες τα ωραία ρόδα

την νύχτα θα περάσω.   Η Αντιόχεια με ανήκει.

Είμαι ο νέος ο πιο δοξαστός.

Του Βάλα είμαι εγώ η αδυναμία, ο λατρευτός.

Αύριο, να δεις, θα πουν πως ο αγών δεν έγινε σωστός.

(Μα αν ήμουν ακαλαίσθητος κι αν μυστικά το είχα προστάξει-

θάβγαζαν πρώτο, οι κόλακες, και το κουτσό μου αμάξι).

 

Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ

Η εκπλήρωσις της έκνομής των ηδονής

έγινεν.   Απ’ το στρώμα σηκωθήκαν,

και βιαστικά ντύνονται χωρίς να μιλούν.

Βγαίνουνε χωριστά, κρυφά απ’ το σπίτι· και καθώς

βαδίζουνε κάπως ανήσυχα στον δρόμο, μοιάζει

σαν να υποψιάζονται που κάτι επάνω των προδίδει

σε τι είδους κλίνην έπεσαν προ ολίγου.

 

Πλην του τεχνίτου πώς εκέρδισε η ζωή.

Αύριο, μεθαύριο  ή  μετά χρόνια θα γραφούν

οι στίχοι οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των

 

Ο ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ

Το θέμα, ο Χαρακτήρ του Δημαράτου,

που τον επρότεινε ο Πορφύριος, εν συνομιλία,

έτσι το εξέφρασεν ο νέος σοφιστής

(σκοπεύοντας, μετά, ρητορικώς να το αναπτύξει).


«Πρώτα του βασιλέως Δαρείου, κ’ έπειτα

του βασιλέως Ξέρξη ο αυλικός·

και τώρα με τον Ξέρξη και το στράτευμά του,

να επί τέλους θα δικαιωθεί ο Δημάρατος.


»Μεγάλη αδικία τον έγινε.

Ή τ α ν του Aρίστωνος ο υιός.   Aναίσχυντα

εδωροδόκησαν οι εχθροί του το μαντείον.

Και δεν τους έφθασε που τον εστέρησαν την βασιλεία,

αλλ’ όταν πια υπέκυψε, και το απεφάσισε

να ζήσει μ’ εγκαρτέρησιν ως ιδιώτης,

έπρεπ’ εμπρός και στον λαό να τον προσβάλουν,

έπρεπε δημοσία να τον ταπεινώσουν στην γιορτή.


»Όθεν τον Ξέρξη με πολύν ζήλον υπηρετεί.

Με τον μεγάλο Περσικό στρατό,

κι αυτός στην Σπάρτη θα ξαναγυρίσει·

και βασιλεύς σαν πριν, πώς θα τον διώξει

αμέσως, πώς θα τον εξευτελίσει

εκείνον τον ραδιούργον Λεωτυχίδη.


»Κ’ η μέρες του περνούν γεμάτες μέριμνα·

να δίδει συμβουλές στους Πέρσας, να τους εξηγεί

το πώς να κάμουν για να κατακτήσουν την Ελλάδα.


»Πολλές φροντίδες, πολλή σκέψις και για τούτο

είν’ έτσι ανιαρές του Δημαράτου η μέρες·

πολλές φροντίδες, πολλή σκέψις και για τούτο

καμιά στιγμή χαράς δεν έχει ο Δημάρατος·

γιατί χαρά δεν είν’ αυτό που αισθάνεται 

(δεν είναι· δεν το παραδέχεται·

πώς να το πει χαρά; εκορυφώθ’ η δυστυχία του)

όταν τα πράγματα τον δείχνουν φανερά

που οι Έλληνες θα βγούνε νικηταί.» 

 

ΣΧΟΛΙΟ: Ο Κωνσταντίνος Καβάφης προσεγγίζει με δεξιοτεχνία έναν από τους ιδιαίτερους γρίφους της ιστορίας∙ το αν ο Δημάρατος ήταν προδότης ή όχι; Ο ποιητής εύλογα δεν δίνει σαφή απάντηση, επιλέγει σκοπίμως να αφήσει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πόσο βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης υπήρξε. Εκείνο, άλλωστε, που τίθεται υπό έλεγχο δεν είναι επί της ουσίας οι προθέσεις του Δημάρατου, οι οποίες ούτως ή άλλως δεν μπορούν πια να αποσαφηνιστούν με ασφάλεια, αλλά η τάση των ανθρώπων να προχωρούν σε απόλυτες κρίσεις για τους συνανθρώπους τους, έχοντας ως μόνο δεδομένο μια πράξη ή μια κουβέντα. Οι άνθρωποι, έστω κι αν αναγνωρίζουν στον ίδιο τους τον εαυτό περιστάσεις κατά τις οποίες δεν έχουν μια σαφή θέση, μια συγκεκριμένη στάση, τείνουν εντούτοις να κρίνουν με απόλυτους όρους τους άλλους ανθρώπους.

 

ΤΕΧΝΟΥΡΓΟΣ ΚΡΑΤΗΡΩΝ

Εις τον κρατήρα αυτόν    από αγνόν ασήμι -

που για του Ηρακλείδη    έγινε την οικία,

ένθα καλαισθησία    πολλή επικρατεί –

ιδού άνθη κομψά,    και ρύακες και θύμοι,

κι έθεσα εν τω μέσω    έναν ωραίον νέον,

γυμνόν, ερωτικόν·    μες στο νερό την κνήμη

την μια του έχει ακόμη. –    Ικέτευσα, ω μνήμη,

να σ’ εύρω βοηθόν    αρίστην, γα να κάμω

του νέου που αγαπούσα τα   ο πρόσωπον ως ήταν.

Μεγάλη η δυσκολία    απέβη επειδή

ως δέκα πέντε χρόνια    πέρασαν απ’ τη μέρα

που έπεσε, στρατιώτης,    στης Μαγνησίας την ήτταν.

 

ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ 400 μ.Χ.

Το ποίημα είναι γραμμένο το 1920. Η σκηνοθεσία μας μεταφέρει στο 400 μ.Χ. στην πλούσια Σιδώνα, εξελληνισμένη πόλη στα παράλια της Φοινίκης που έχει πια καταστεί ρωμαϊκή επαρχία. Πέντε εύποροι και καλλιεργημένοι νεαροί διασκεδάζουν σε ένα σπίτι. Έχουν φέρει κι έναν ηθοποιό που τους απαγγέλλει ποιήματα. Ανάμεσα σε άλλα ποιήματα ο ηθοποιός απαγγέλλει και το επίγραμμα που, κατά την παράδοση, έγραψε ο Αισχύλος για να χαραχτεί στον τάφο του:

Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναιον τόδε κεύθει

μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλα.

αλκήν δ’ ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος άν είποι

και βαθυχαιτήεις Μηδος επιστάμενος.

Που σημαίνει: «Αυτό το μνήμα σκεπάζει τον Αισχύλο, το γιο του Ευφορίωνα, Αθηναίο που πέθανε στη σιτοφόρα Γέλα. για την ευδόκιμη ανδρεία του μπορεί να μιλήσει το άλσος του Μαραθώνα και ο Πέρσης με την πυκνή χαίτη, που τη γνώρισε καλά». Το επίγραμμα αυτό αποτελεί και το επίκεντρο του ποιήματος του Καβάφη.

 

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει

απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

 

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω.

κι είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων

που ενώνονταν με τα μυρωδικά

των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

 

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Ριανός.

Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,

«Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναιον τόδε κεύθει»

(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον

το «αλκήν δ’ ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»)

πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,

φανατικό για γράμματα, και φώναξε.

 

«Α δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό.

Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες

Δώσε  - κηρύττω - στο έργον σου όλην την δύναμή σου

όλην την μέριμνα, και πάλι το έργο σου θυμήσου

μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.

Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.

Κι όχι απ’ το νου σου ολότελα να βγάλεις

της τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό -

τι Αγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,

τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,

τι Επτά επί Θήβας - και για μνήμη σου να βάλεις

μ ό ν ο που μες στων στρατιωτών τε τάξεις, τον σωρό

πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη».

 

ΣΕΝΤΕΦΙΑ  και  ΚΟΡΑΛΛΙΑ

(… κεχριμπάρια  και  έβενους  και  ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής…)

Χαρά και μύρο της ζωής μου   η μνήμη των ωρών που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα.    Χαρά και μύρο της ζωή μου εμένα,   που αποστράφηκα την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας…    Έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά   με μουσικές εξαίσιες και φωνές,   την τύχη σου που ενδίδει πια,   τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου    που βγήκαν όλα πλάνες    μη ανοφέλητα θρηνήσεις.    Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις… [στίχοι από ΙΘΑΚΗ στον τίτλο ΗΔΟΝΗ  και  ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ λεπτομέρειες ανάπτυξης]

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2023

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ