Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυσσινιές στο σκοτάδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυσσινιές στο σκοτάδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2023

Ο ΤΡΕΛΟΣ κι ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ

 (… βράδυ το Μέγα Σάββατο που είχαμε ανέβει στο βουνό μες σ’ ένα σπίτι έρημο…)


Βράδυ το Μέγα Σάββατο σε κάποιο σπίτι ορεινό

–δίχως εμένα οι φίλοι στ’ απέναντι χωριό 

είχανε φύγει να σταθούν για λίγο στην Ανάσταση –

μέσα στην άδεια κάμαρη απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κοίταζα το τοπίο.

 

Η ολοσκότεινη πλαγιά γέμιζε αργά φλόγες κεριών

και των ψαλμών ο αντίλαλος έφτανε απ’ αντίκρυ

και το φεγγάρι όταν χάραζε σε ρόλο κατανυκτικό

 ακούστηκε πιο παγερός στη λαγκαδιά ο ρόχθος

τα δάση έμοιασαν πιο μυστικά

του όρους φάνηκαν ωχρές, οι χιονισμένες πέτρες!..

 

Ζύγωνε πια η ώρα ν’ αναστήσουν

(εκείνοι απέναντι πολλοί, μια φλόγινη κυψέλη,

κι εγώ εδώ στην ερημιά μόνος μου ν’ αγναντεύω)

όταν  αιφνίδια   κάτι ακούστηκε έξω από το σπίτι

κλαδιά αναδεύτηκαν, πατήματα στα χόρτα,

και πριν προλάβω ν’ απορήσω να στρέψω ή να φοβηθώ

βρέθηκε μες στην κάμαρα  ( η πόρτα έμεινε ανοιχτή)

αλλόκοτο ένα πλάσμα!..

 

Νέος κοντός και στιβαρός – φιγούρα του χωριάτη –

μαύρα κι ανάκατα μαλλιά   η όψη μαραμένη

τα μάτια του γυαλίζανε ανήσυχα κοιτώντας    γύρω τριγύρω ψάχνοντας…

 

Είπε στη γλώσσα του βουνού:  «Φίλε μου, είμ’ ο Γιώργης»!..

 

Τότε θυμήθηκα· 

το σπίτι το γειτονικό  και το βοσκό που ζούσε εκεί

κι είχε ένα γιο ζουρλό

-μας είπανε το βράδυ του ερχομού   όταν ακούστηκαν κάπου κοντά

κραυγές γρυλίσματα κι ύστερα γδούποι και βρισιές

κι όλοι μαζί αρχίσανε και ούρλιαζαν οι σκύλοι –

 

θυμήθηκα και πάγωσα·

όμως αυτός με κοίταξε με μια τραχιά μορφή,

βράχος που μοιάζει πρόσωπο και που χαμογελά,

κι ύστερα κάθισε σαν αστραπή στην άκρη της φωτιάς

κι όρθιος εγώ τον κοίταζα δίχως φωνή, ανάσα!..


Είπε ξανά τραυλίζοντας: 

«Φίλε μου, είμ’ ο Γιώργης που είδε το διάβολο μια νύχτα σαν κι απόψε

να πέφτει να γκρεμίζεται στο βάραθρο, μια πέτρα.

Βγήκε στο φως του φεγγαριού  

ίδιος Χριστός και σύρθηκε   με κόκκινο χιτώνα

εκεί ψηλά στα διάσελα   πάνω στο λίγο χιόνι·

σβήστηκε μες στην άβυσσο   σα χαλασμένο αστέρι.

Το βράδυ της Ανάστασης    το τρέμω,   το φοβάμαι…»!..

 

Επάνω εκεί ακούστηκαν  

οι κρότοι των βεγγαλικών,  κι οι λάμψεις τιναγμένες

κι αυτός πετάχτηκε έξαλλος,  φρικτός,  κυνηγημένος,

όπως τρομάζει μια βροντή το λουφαγμένο αγρίμι

χάθηκε μες την ερημιά άξαφνα όπως ήρθε!..

 

Πάλι μονάχος έμεινα   μπρος στ’ ανοιχτό παράθυρο

άλαλος και χαμένος·

κι όταν οι άλλοι γύρισαν   τίποτα δεν ξεστόμισα.

Τις μέρες που ακολούθησαν    ούτε που φάνηκε ξανά

μέχρι που πήρανε το δρόμο για την πόλη…

 

Μόνο αφού πέρασε καιρός

μου είπαν πως μαθεύτηκε   πως ο ζουρλός γιος του βοσκού

γύριζε τώρα εκεί ψηλά   κι έλεγε στον καθένα

βράδυ το Μέγα Σάββατο που είχαμε ανέβει στο βουνό

μες’ σ’ ένα σπίτι έρημο   μπρος στ’ ανοιχτό παράθυρο

το διάβολο πως είδε

που κοίταζε απέναντι να γίνεται η Ανάσταση

κι έλιωνε απ’ το κακό του!..

 [από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991

κι άλλες επιλογές απ’ αυτή τη συλλογή

αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο: ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο]

 


ΦΑΣΜΑ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991)

Στις δάφνες τις πυκνές,  τις ολοσκότεινες

την ώρα του βραδιού

είδα τον εαυτό μου ξαφνικά

να τρέχει προς την ερημιά

σαν ίσκιος καλαμιάς

όταν χτυπιέται αλύπητα

στ’ ανεμοβρόχι!..

 

«Μοίρα δεν έχω πια»   ένας αέρας είπε·

 

κι ύστερα χάθηκε η φωνή

βουή πίσω απ’ τον ίσκιο.

 

Ο ΔΡΑΚΟΣ

Η θλίψη του ασήκωτη

μες στο κελί – το σπίτι·

 

ζεστή γυναίκα δυο παιδιά

και το φαϊ που βράζει

 

γύρω η μαυρίλα του χωριού

και των βουνών οι τοίχοι

 

ο ήλιος πέφτει να πνιγεί

βαθιά μέσα στο αίμα·

 

σαν αστραπή τότε περνάει

απ’ το μυαλό του η σκέψη

 

να σφάξει τη γυναίκα του

και τα παιδιά να πνίξει!..

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991]

 

ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

(από την ομότιτλη  συλλογή του Στρατή Πασχάλη  1991)

Σκοτεινιασμένες βυσσινιές   πνίγουν το περιβόλι·

τούτες οι μαύρες φυλλωσιές

δεν κρύβουν τριαντάφυλλα

γερμένα από το κάματο   πάνω σ’ ένα πηγάδι·

Μέσα σ’ εβένινα κλαριά

στάζουν κρυμμένα χείλη

γυναίκας που έβαψε τα δάχτυλα

στο ματωμένο κάνιστρο

το στόμα της να βάψει

μπρος σε θαμπό καθρέφτη·

και το φεγγάρι βγήκε αργά,

στόλισμα της Σαλώμης

 

Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΛΑΚΚΟΣ

Τον ουρανό μισόκρυβε  

μενεξεδί  μαγνάδι

σαν βρέθηκα  - στον ύπνο μου  -

σε νυχτωμένο δάσος.

 

Πλανιόμουνα στ’ απόκρυφα

κλεισμένα μονοπάτια

σε παραμύθι ψάχνοντας

το ξέφωτο του μύλου.

 

Μύριζε χώμα νοτερό

και πυροστιά σβησμένη·

και στα μισά του ταξιδιού

ήρθε βαρύς χειμώνας.

 

Το χιόνι σκέπαζε μουγγό

της πλάσης το κουφάρι

αχνογραμμένα χάνονταν

των αγριμιών τα χνάρια.

 

Καθώς αστράφτει διάβαιναν

στιγμές, καιροί, αιώνες·

κάποιας πηγής το πέρασμα.

ροή μαρμαρωμένη.

 

Πετώντας ήρθε η άνοιξη

το θέρος σα διαβάτης

στο χώμα το φθινόπωρο

παράξενα φυτρώνει.

 

Κι εμπρός μου όλο πλήθαιναν

γκρεμοί, νερά, γιοφύρια,

η θλίψη με σκοτείνιαζε

με τύλιγε ο τρόμος.

 

Τότε στη ράχη φάνηκε

το παγερό φεγγάρι

που χάραξε ολόιδιο

με τη θωριά του λύκου.

 

Είπε: «Τι θες κατάμονος

σε τέτοια μονοπάτια

που μόνο κύκλους γράφουνε

κι ο δρόμος δεν τελειώνει;»

 

«Το ξέφωτο», ψιθύρισα,

μα κιόλας είχε γείρει

στο κάτασπρό του δειλινό·

βουλιάζοντας ξανάπε:

 

«Ο χρόνος είναι άβυσσος.

Το ξέφωτο του μύλου

φάσμα μέσα στην έρημο

που λιώνει σαν τα’ αγγίξεις.

 

Αν βρεις το σκοτεινόλακκο

και μέσα του φωνάξεις

θα λάβεις την απόκριση».

Και χάθηκε στο λόφο.

 

Το χάραμα δεν έφεξε

ο ήλιος βγήκε μαύρος

στα πόδια μου ανοίχτηκε

σαν τάφος το πηγάδι.

 

Βγάζω φωνή·  στον πάτο του

κυλά κομματιασμένη·

σπάζει η κραυγή μου θρύψαλα.

Κι απόκριση δεν πήρα.

 [από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991]

 

ΑΓΡΟΙΚΟΣ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991)

Το χώμα έσκαβε βαριά   με στεγνωμένα χείλη·

η όψη του αξύριστη   μια πέτρα μες τ’ αγκάθια·

βαθιά χωμένα γυάλιζαν   τα γαλανά του μάτια

και τα μαλλιά του σκέπαζε   η πάχνη παγωμένη.

 

Αργά στο σπίτι γύριζε   σα ζώο κουρασμένο·

το καθετί το γνώριζε   με τα σκληρά του χέρια:

μες στο σκοτάδι χούφτωνε   τα δυο βυζιά της γίδας

στον κόρφο που φουσκώνανε   ανάσκελης γυναίκας

και τα ’σφιγγε σαν το μηρό   τον παιδικό του γιού του

όταν τον έπλυνε γυμνό   στη γούρνα καλοκαίρι.

 

Κοίταζε κάποτε τη γη   και μαύριζε η ματιά του·

στο βράχο εξαπόσταινε   με το πικρό τσιγάρο·

είχε το ύφος του αγριμιού   που ζει και δεν λυπάται!..

 

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΑΛΕΠΟΥΣ

Την έφερε σ’ ένα σακί

τ’ απόθεσε στη μέση·

ματοβαμμένο τρίχωμα

δυο μάτια κόκκινο γυαλί

-το σκοτωμένο αγρίμι.

 

Την είδε σ’ ένα ξέφωτο

δειλή σκιά του φεγγαριού

-ή θεατρίνο άπραγο που βγαίνει στη σκηνή

κάτω απ’ το φως του προβολέα –

δίχως ανάσα έριξε

τη μάζωξε κουφάρι·

γυρίζοντας θριαμβευτής τώρα μες τη αγέλη…

 

Όλοι τριγύρω ακούγανε

θηρία βγάνοντας κραυγές

γιορτής μέσα στη νύχτα

λες κι είχε ο δράκος καρφωθεί

και λυτρωθεί η κόρη.

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991]

 

ΦΡΕΝΑΠΑΤΗ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991)

Θολό φεγγάρι νύχτας καλοκαιρινής

ακούγεται το σκίρτημα ενός φύλλου

και μες τα νυχτολούλουδα βαθιά

φωλιάζει η παγερή πυγολαμπίδα

-λες και στοιχειώνει απόψε εδώ

κάτι από φθινόπωρο.

 

Πέρασαν κύματα μαβιά

που έσπασαν μ’ αφρούς

στο πέτρινο μουράγιο·

πέρασαν κήποι ολόμαυροι

με κόκκινες κηλίδες

-βάτοι και βυσσινιές –

κανείς όμως δε σκέφτηκε

μες στην καρδιά του θερισμού

πως παίρνουνε οι μέρες να φυραίνουν

κι οι νύχτες στάλα – στάλα

πως γιομίζουνε·

κανείς όμως δε νιώθει

πως κάτι απόψε εδώ στοιχειώνει

από φθινόπωρο

στα νεύρα και τις φλέβες

σαν ουρλιαχτό κι ανασασμός

και κουρασμένος θρήνος!..

 

ΚΕΝΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

(… λες και το άδειο, το απόλυτο κενό,  ήταν εκείνο ακριβώς που έπειθε  πως κάποιος μέσα εκεί σίγουρα θα υπήρχε…)

Ήταν η ώρα του βραδιού κι ερήμωναν οι δρόμοι   (καθώς κατέβαιναν με δύναμη τα σιδερένια τα ρολά)   και σπάραζε ο ήλιος  και  μάτωναν τα σύννεφα   κι όλο και μαύριζε ο δρυμός – η πολιτεία -   και τότε βρέθηκα τυχαία   μπροστά σε μια μεγάλη εκκλησιά,   η πόρτα χάσκοντας ακόμα ανοιγμένη,   το στόμιο το σκοτεινό   που λες και με καλούσε!..  Ανέβηκα τα μαρμαρένια τα σκαλιά   και χώθηκα στην τρύπα  - ίδια σπηλιά σκαμμένη μες στο βράχο -  ένα πελώριο κενό μια σφαιρική μαυρίλα   όπου τρεμίζανε βαθιά των καντηλιών οι σπόθες   και στον ορίζοντα πολλά μαζί φεγγάρια   μέσα σ’ ομίχλη ν’ ανατέλλουνε, οι φεγγίτες·   κι άπειροι άγιοι ζωγραφιστοί   κι απέναντι ψηλά μια άβυσσος – η Πλατυτέρα!..   Κι όπως προχώρησα καρφώνοντας ένα κερί στο μανουάλι   άκουσα πίσω μου να ψιθυρίζουν δυο φωνές,   η εκκλησάρισσα και μια γριά,   που δεν τις είχα καθώς έμπαινα παρατηρήσει·   όμως το ένιωθα πως ετοιμάζονταν κι αυτές να κλείσουν   βιαζόντουσαν κι αδημονούσαν να τελεστεί   μηχανικά το φίλημα,  η τυπική γονυκλισία   κι η τελευταία προς τη μεριά του ιερού,   που δεν διέκρινα, ματιά   (σαν τι περίμενα θριαμβικό ν’ αναδυθεί  από τα μαύρα βάθη; )   βγήκα και στάθηκα να δω  -  κάτι με κράτησε  -  το κλείσιμο του Μαγαζιού   από τις δυο γυναίκες.   Επάνω στο πεζούλι αφήσανε τους μπόγους   και τις κυρτές σβηστές λαμπάδες.   Κι ύστερα σύραν κι έσπρωξαν τη θύρα τη βαριά·   μα καθώς πήγαινε το ξύλινο θυρόφυλλο τ’ άλλο να βρει    έσκυψε η μια  (η εκκλησάρισσα θαρρώ)   κι απ’ το άνοιγμα που έμενε   γέροντας κι άλλο με τσιριχτή φωνή:   «Είναι κανείς εδώ;»   και πιο πνιχτά, πιο χαμηλά:  «Θα κλείσω!..  Ακούστηκε να σπάζει σ’ αμέτρητες κραυγές   μες στο απέραντο σκοτάδι  να κομματιάζεται η φωνή   και να σωριάζεται φρικτά θρυψαλιασμένη·   «Είναι κανείς εδώ;» - λες κι ότι κάποιος έμελλε   σίγουρα εκεί θαμμένος να κλειστεί   λες και το άδειο, το απόλυτο κενό,   ήταν εκείνο ακριβώς που έπειθε πως κάποιος μέσα εκεί σίγουρα θα υπήρχε!..  [από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ στο ΣΚΟΤΑΔΙ 1991, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ, Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ]

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2023

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

ΚΑΠΟΤΕ ΗΡΘΕ Η ΑΝΟΙΞΗ ΝΩΡΙΣ ΜΕΣ ΣΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ…

 (… τα δένδρα γέμισαν πουλιά  κι αγρίμια τα λαγκάδια…)

 

ήμερα ακόμη και μικρά   βυζαίνανε το γάλα·

φτάσανε κι απ’ το άγνωστο   τα μαύρα χελιδόνια.  

 

Και κάπου μέσα στην αυγή   που έμοιαζε με βράδυ

απ’ το βουνό ακούστηκε κι απ’ τα λιωμένα χιόνια

πρώτα του λύκου η κραυγή  - 

της χειμωνιάς ο θρήνος    που ξεψυχούσε άκαιρα –

και μέσ’ από το ρέμα   το ψέλλισμα του αηδονιού

νιογέννητο κρυμμένο

έγινε άξαφνα στοιχειό   και πήρε να ουρλιάζει

στου λύκου ν’ αποκρίνεται   τον λυπημένο πόνο:

 

«Και τ’ άμοιρα και τα φτωχά τ’ αδύναμα τ’ αθώα

έρχεται κάποτε η στιγμή   κι αυτά να βασιλέψουν

να βγάλουν δόντια και σπαθιά   βλαστούς φαρμάκι αγκάθια·

τ’ ανυπεράσπιστο πουλί   λιοντάρι να σπαράζει

και τ’ αγαθό το ζωντανό   να μακελέψει δράκο».

 

Κι έγινε γέλιο η φωνή   του δαίμονα τραγούδι

που το κατάπιε η άβυσσο   η μοσχοβολισμένη·

κι ο γερο-λύκος έγειρε   και πέταξε η ψυχή του

σαν παγωμένο φύσημα   απ’ τα φτερά του αγγέλου.

[Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Τα’ ΑΗΔΟΝΙ από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991 κι άλλες επιλογές απ’ αυτή τη συλλογή αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο: ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο]



 


ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ  ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991]

 

Ανοίξανε μια  πόρτα και διαβήκαμε

σαν άγγελοι στο σπίτι του Αβραάμ

με τις σγουρόμαλλες προβιές

τα κέρατα από τραγιά στους άσπρους τοίχους.

 

Πλάι σ’ ένα παλιό καμίνι, ηφαίστειο σβησμένο,

στον ίσκιο της κληματαριάς

φέραν κατάμαυρα σταφύλια ανθότυρο και τον αμνό

απόθεσαν το καρποφόρο μήνυμα στα πόδια μας

κι ύστερα χάθηκαν

λες κι ήτανε εκείνοι οι θεόσταλτοι

κι εμείς οι άγονοι και οι στεγνοί

 

ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

 

Μαύρες απλώνοντας οι ελιές

μες στο γλαυκό το φύλλωμα

στις παρυφές των λόφων.

 

Και γύρω απ’ των δένδρων τους κορμούς

καθώς οι άγριοι   στα σκυθρωπά τριγύρω βράχια

μαζώχτρες σκύβανε στη γη

-καλόγριες να προσκυνήσουν –

γονατιστές σχεδόν κι αμίλητες στο μόχθο

(μελανιασμένα δάχτυλα πρησμένα χέρια)

και γύρω στρώμα οι καρποί,

βότσαλα λεία και πικρά· κατάστικτο χορτάρι.

 

Κι όταν αργά μέσα στο γιόμα

παίρναν το δρόμο, ένας στρατός

γυρνώντας νικημένος

προς τη βαριά του λιοτριβιού την πύλη,

έπεφτε η νύχτα με πυκνά πουλιά στον ουρανό

κι η δύση φώτιζε λερούς  και φαγωμένους τοίχους.

 [από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991 εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο]

 

Ο ΧΩΡΙΚΟΣ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ  ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991)

 

Όπως χυμάει ο χιονιάς στη θαλπωρή του σπιτικού

ανοίγοντας η πόρτα

ήρθε μια νύχτα του Δεκέμβρη

κι έπεσε κλαίγοντας στα πόδια του αφέντη του

λες και γονάτιζε μπροστά σε εικόνα.

 

Το δέρμα του στο χρώμα του πηλού

η μυρουδιά της κοπριάς στα ρούχα

τα χέρια σκαλισμένα σε ξύλο ελιάς

έκλαιγε κι έσκουζαν στη σκοτεινιά οι σκύλοι.

 

Ποιος ξέρει αν ζήταγε συχώρεση

για την κλεμμένη τη σοδειά ή για χυμένο αίμα

κι ήρθε σπαράζοντας ο παραγιός

μπροστά στο ξόανο το βλοσυρό

που σώπαινε σα μοίρα.

 

ΑΝΕΜΟΒΡΟΧΙ

 

Σπίτι σκαμμένο μέσα στην πέτρα   σα σπηλιά·

ο άνεμος ραντίζει με πυκνό

απόσταγμα του φθινοπώρου

τα τζάμια των παραθυριών·

στις παρυφές ένα θηρίο σέρνεται   το βουητό·

απορημένα πρόσωπα στο φως που τρέμει.

 

Κάποιον περίμεναν βουβοί

και κάθε τόσο πάσχιζαν

να δούνε απ’ την κουρτίνα -

βροχή κλαδιά χαλάσματα κοράκια·

 

κάποιον που ήτανε να ’ρθει

βαθιά μεσ’ απ’ τη νύχτα,

από μια κιόλας περασμένη

ή μια μελλούμενη καταστροφή.

 [από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991 εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο]

 

ΤΟ ΞΟΡΚΙ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ  ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991)

 

Μπήκε σκυφτή κι ολόμαυρη – μπόλια και πανωφόρι –

με τ’ απελέκητο ραβδί   το τρίχινο ταγάρι.

με τ’ απελέκητο ραβδί   το τρίχινο ταγάρι.

 

Είχε τη θλίψη του βουνού

το πρόσωπο της πέτρας

τη σιωπή της εκκλησιάς

και τη ματιά του λύκου.

 

Χαμπάρια έφερνε πικρά

ήμερα μανιτάρια

και μεσ’ στα χείλη τ’ άγριο

μουρμούρισμα, το ξόρκι

 

πάνω απ’  τ’ άρρωστο παιδί

στο μουχλιασμένο στρώμα

και τη γυναίκα στη γωνιά

που κράταγε λυχνάρι.

 

ΜΝΗΜΑ

 

Μια καρυδιά σκεπάζει το πηγάδι

κι απ’ τις ρωγμές της φυλλωσιάς   μόλις χωρά το φως.

 

Ανίδεο τον βρήκανε   νύχτα, στο περιβόλι.

Οι άλλοι όρμησαν κι αυτός   λυγίζοντας στο τέλος –

 

τον χτύπησαν στο πρόσωπο   του κλείσανε το στόμα

τον γκρέμισαν βαθιά μέσα στην μαύρη τρύπα

ρίχνοντας πέτρες πάνω του·

 

απ’ τις ρωγμές της φυλλωσιάς   τα μάτια της σελήνης

μάταια πάσχιζαν να δουν –

 

το περιβόλι ολοσκότεινο

και το πηγάδι μνήμα.

 

ΤΟ ΚΟΤΣΥΦΙ

 

Οι χειμωνιάτικες πνοές   ρυτίδωναν τη χλόη

σαν ήρθε μπρος μου απ’ το κλαδί

και στάθηκε απροσδόκητα   το σκοτεινό κοτσύφι·

και με το ύφος του ιππότη

που πάνοπλος απ’ τ’ άλογο τρυπά – το δράκοντα –

σερνάμενο σκουλήκι

για μια στιγμή με κάρφωσε   μ’ ολόμαυρη ματιά·

 

ο χάροντας ο ίδιος.

 

ΑΝΤΡΕΣ

 

Με του γαμπρού τ’ ανάστημα   την όψη του γερόντου

 

στο μέτωπο στα μάγουλα   (το χώμα το ψημένο)

 

γραμμές που χάραξε σπαθί   αντί πτυχές  - ρυτίδες –

 

στάθηκαν γύρω βλοσυροί   σαν τα κυκλώπεια τείχη

 

σε ξαφνικό θανατικό   σε σκοτωμό ή γάμο

 

η κάμαρη σκοτείνιασε   σκορπίσαν οι γυναίκες

 

κι ένα μικρό κατάχαμα   πήρε κι αυτό να σκούχει

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991 εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο]

 

ΜΑΓΟΙ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ  ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991)

 

Σε λίγο θα ξημέρωνε – νύχτα των Χριστουγέννων –

όλοι βαθιά κοιμόντουσαν και σώπαινε το σπίτι

και μόνο εγώ δεν έβρισκα ανάπαυλα στο στρώμα.

κι όταν οι σκύλοι στις αυλές άρχισαν να γαβγίζουν

-φρικτή ερωταπόκριση –

κατάκοπος σηκώθηκα, σύρθηκα ως τη σάλα

και κάθισα μες στο μισόφωτο του δωματίου.

 

Στη μέση το τραπέζι βαθυκόκκινο

και πίσω του ασήμιζε το φύλλωμα του Δένδρου

κι ένα γαλάζιο παγερό έφεγγε στις κουρτίνες

Αφηρημένος κοίταζα

ώσπου αρχίσανε αργά

σκέψεις στο νου μου να ’ρχονται

αλλόκοτες και μαύρες

σκέψεις ενός που αισθάνεται πως όλοι κοιμηθήκαν

και μόνο αυτός δεν μπόρεσε να βρει το θάνατό του.

 

Και τότε βλέπει η σκέψη μου μιαν αυταπάτη:

μπήκε μες στο δωμάτιο κάτι σαν ένας γέρος

ζητιάνος ή καλόγερος·  έμοιαζε να ’χει έρθει

απ’ του χιονιού την έρημο· τα γένια του και τα μαλλιά,

μια καταχνιά του φεγγαριού κουρελιασμένο

φόραγε το σάβανο σα ράσο

ένα κερί που τρέμιζε στο χέρι του κρατώντας.

 

Είπε: «Απόψε ο ήλιος άγγιξε  της άβυσσος τα χείλη

κι οι άνθρωποι τυλίγονται μες στις πτυχές του ύπνου

φέρνω τα σμύρνα, το χρυσό,

μα και ψυχές θερίζω»

 

Έξω η νύχτα έλαμπε· σηκώθηκα και βγήκα

μέσα στην κρύα μοναξιά μήπως και δω να φεύγει

με κουρασμένο ζωντανό ή με φτερά αγγέλου.

Και είδα να χάνεται ψηλά (ή μήπως να γεννιέται)

ένα αστέρι που έπεσε, πάνε χιλιάδες χρόνια,

και μόλις τώρα έφτανε στα μάτια μου η λάμψη.

 

ΑΣΤΡΑ ΑΠΟ ΑΤΣΑΛΙ

 

Άστρα από ατσάλι    μέσα στο μαύρο διάστημα

όταν πια κούρνιασε το νυχτοπούλι

κι οι ελαιώνες αποσύρθηκαν   βαρύθυμοι.

 

Είναι γυμνή απόψε η πλάση·

μόνο ένας μαύρος ουρανός   κι άστρα από ατσάλι.

 

Πού ’ναι τα δένδρα τα πουλιά  - σκοτεινιασμένη μνήμη·

απόψε δεν είναι άλλο   μόνο το μαύρο διάστημα

όπου έπεσαν τα ζάρια·

μείναν ακίνητα   πέρα από θλίψη ή θρήνο.

 

ΤΟ ΞΟΔΙ

 

Ποτάμι βαθυσκότεινο   στης εκκλησιάς το δρόμο

σαν μες σε κοίτη ρεματιάς   αργοκυλά το ξόδι.

 

Ατέλειωτο μονότονο,   βαρύθυμο διαβαίνει

και με θροϊσματα  - λυγμούς -  γεμίζει το σοκάκι.

 

Στο κοιμητήρι χύνεται   στα μαύρα κυπαρίσσια

μαζί του παρασέρνοντας   κιτρινισμένο φύλλο.

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991 εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο]

 

ΚΗΠΟΙ

 

Μέσα στα πεύκα τα πυκνά   τα σκοτεινά τα μαύρα

σ’ ένα πλατύ αυλόγυρο   με πέτρινους αγγέλους

ήρθε μια λύπη μια δροσιά   μια παγωμένη ανάσα

και φάνηκε ν’ ανοίγεται   βαθύ το περιβόλι.

 

Είχανε σμίξει οι εποχές   κι η φύση είχε πάρει

απ’ όλες τα στολίσματα,  τα μύρα, τα φτιασίδια

κι ενώ φαινόταν ήρεμη   και δροσερή κι αφράτη

ήταν καυτή και πέτρινη   ξερή και σκονισμένη

και χιονισμένη, ολάνθιστη·  μια παγερή λιακάδα.

 

Οι παπαρούνες έπνιγαν   τα δροσερά ζουμπούλια

όπου ζαρκάδια άλλοτε   θα παίζανε κι ελάφια

μες στους ανάκατους ανθούς   σκιρτήματα και κρότοι.

Τους μενεξέδες γλείφανε   γυμνά τα σαλιγκάρια

 

μέσα στα φύλλα τα πικρά   στη σαπισμένη γούρνα

με τα σχιστά τα νούφαρα   και του λωτού το φρούτο,

καθρεφτισμένα και χρυσά   τα λαμπερά τα ψάρια.

 

Κι εκεί στην άκρη έστεκε   το κρίνο σα λελέκι

καμαρωτό – καμαρωτό   στο ένα του ποδάρι

στο στερεμένο χείμαρρο   με τα πολλά κοτρόνια

με τη σπασμένη γέφυρα   και τα στεγνά τα βούρλα.

 

Στις καστανιές στις καρυδιές   στις φτέρες στις μολόχες

τρυγόνια κι αγριόπαπιες   κοτσύφια περιστέρια

και τα στιλπνά τα σέλινα   και του κισσού η χαίτη

καθώς μαλλιά παλικαριού   βόστρυχοι μυρωμένοι

που έκοψε η μάγισσα   του πήρε την ανδρεία

τη ρώμη και την ομορφιά   και το ’καμε γυναίκα.

 

Στα καρπισμένα σύδενδρα   κλεισμένα στους ελιώνες

όπου στο φως του φεγγαριού   και στων πυρσών τη λάμψη

έσκυψε ο γύπας ο κακός   και φίλησε τον κύκνο

τώρα τους βάτους μάτωναν   ώριμα τ’ άγρια μούρα

τα φίδια κροταλίζανε   και κρέμονταν τα ρόδια

πάνω απ’ το πράσινο νερό   που έθαβε το τόπι

που έχασε η πριγκίπισσα   που βρήκε το βατράχι

κι έγινε κείνο βασιλιάς   κι έρεψε αυτή και πάει.

 

Να ’ταν εδώ η άβυσσο   που έμοιασε με κήπο

να περπατήσουν μοναχοί   κάποιοι σκυφτοί ανθρώποι

και να γνωρίσουνε γυμνή   την ανθισμένη φρίκη

σε μιαν αόριστη εποχή   μια συγχυσμένη ώρα

όπως στο μαύρο κυανό   μιανής παλιάς εικόνας

ο ήλιος λάμπει αντικριστά   με τη θαμπή σελήνη.

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 1991 εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο]

 

ΑΓΡΙΕΣ ΑΝΕΜΩΝΕΣ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΒΥΣΣΙΝΙΕΣ  ΣΤΟ  ΣΚΟΤΑΔΙ 1991)

 

Μια δέσμη χρώματα μαβιά   πυκνές μες στο ποτήρι   σ’ ένα τραπέζι ολόμαυρο στέκουν οι ανεμώνες.   Όποιος τις έφερε ζωντανεμένες από τις στάλες της βροχής    που πέφτει τώρα στα κλειστά παραθυρόφυλλα   πίσω του άφησε στο δωμάτιο να πλανιέται   μια φρέσκια αίσθηση βουνού·   σα να ’ρθε κάτι  (ρίγος ή ανάσα)  και να φτερούγισε   κάτι που πέρασε κι ύστερα χάθηκε   βαθιά μες το σκοτάδι.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2023

ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΧΟΥΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΡΕΘΙΖΟΥΝ ΤΟ ΧΑΟΣ

  Με παραισθήσεις υποφέροντας ο κήρυκας αισθάνθηκε να διαιρείται. Από το σώμα του επαράγονταν κι άλλα σώματα κι έγινε ένας στίχος ερχομένω...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ