Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

ΛΥΠΗΘΕΙΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ… (… που τα μάτια του είναι παλαιά πολυβολεία και η καρδιά του ταριχευτήριο πουλιών…)

 

Ξυπνάει και κοιτάζει το σπίτι του.

Τα τετραγωνικά του λίγα,   τα έπιπλα με την αξιοπρέπεια ρυθμισμένα, της ανάγκης.

Τα ρούχα του, τα σακάκια του μετρημένα το ίδιο.

Το παντελόνι μεταξύ ατημελησίας και διαφαινόμενης φθοράς.

Τα παπούτσια επίσης, γεμάτα γαζιά, που η τέχνη του μάστορα επιμελώς έχει «κρύψει»,

ενώ τα πόδια του ανυπεράσπιστα, μαλακά

καθώς φοράει τις κάλτσες του θυμίζουν πως δεν ήταν

και για πολύ μεγάλα, εν τέλει, στη ζωή πράγματα.

Ύστερα φτιάχνει τον καφέ του.

Φέρνει δυο μαραμένα φρούτα, λίγο μέλι και θυμάται,

ώσπου έτσι φτάνει πια σιγά – σιγά μεσημέρι,

τρώει, πλαγιάζει και σηκώνεται κατά τις επτά.

Συνήθως – και ύπουλα – τον διαβρώνει την ώρα εκείνη ένα υφέρπον παράπονο

και ένα τζάμι θαμπό, το δάκρυ στα μάτια, του κόβει τον κόσμο στα δυο.

 

Κάπως έτσι λοιπόν το βράδυ

το αίμα μπουκάρει μέσα στο σκάφος – στο κρανίο του

θα τα βρέξει όλα, θα τα γεμίσει και θα πεθάνει!.. 

ΙΙ

Πελεκάει τα συναισθήματα μέσα του σαν τον ξυλοκόπο

που βγάζει κόβοντας κούτσουρα το ψωμί του.

Κλείνει τα μάτια και ακούει φωνές, περίεργες φωνές.

Πρόσωπα παίρνει, στη θύμησή του, η λαίλαπα και τα κάνει αγέρα.

Δύσκολα μιλάει, αλλά δεν  στεναχωριέται 

γιατί ξέρει ότι η σιωπή   είναι η αδικημένη αδελφή της ομιλίας

που κάποτε θα βρει το δίκιο της.

Είναι το ρολόι το χρόνια χαλασμένο, δημόσιου χώρου,

που χτυπά μόνο όταν βλέπει ανθρώπους δικούς του.

Η μνήμη του είναι επίμονη   όπως μια γάτα που ψάχνει ασταμάτητα τα μωρά της

μέσα στη σβησμένη από μέρες φωτιά.

Η ψυχή του ζώο που βόσκει σε τάφο.

Κάποτε ήταν μαζί με τους άλλους, τους πολλούς,

πλην όμως χωρίς ποτέ να το καταλάβει κανείς 

πήγε απέναντι και από τότε παραμένει απών·

όσο απών όμως παραμένει  αυτός που τρέχει σε στιγμές χαράς

για να μας βγάλει μια φωτογραφία.

Πότε η πίκρα τον κυριεύει και πότε ο πόνος

σαν δυο παιδάκια ορφανά που αλλάζουν χέρι

στο καλάθι με τα φρούτα όταν κουράζονται  και ακατάπαυστα συνεχίζουν. 

 

Λυπηθείτε αυτό τον άνθρωπο που τα μάτια του είναι

παλαιά πολυβολεία και η καρδιά του ταριχευτήριο πουλιών!..

[ΑΚΑΛΥΠΤΟΣ ΧΩΡΟΣ από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, εκδόσεις Κέδρος 2010 κι άλλα ποιήματα απ’ αυτή τη συλλογή]

 


ΣΚΥΛΕ

(από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ 2010)

Σκύλε που πας πίσω από το άλογο

και σκύλε που φυλάς το καπέλο του αφέντη.

Οδηγείς μέσα από την πάχνη νομάδες

που αθόρυβα σε εμπιστεύονται.

Ιδού, μαζί περπατάτε,

σας βλέπω στα βάθη της πεδιάδας, ατμώδεις,

έτσι πως πάτε να χτυπήσετε την πόρτα της μοίρας και πάλι.

Σκύλε, είσαι αμέριμνος,

πλην όμως οσμίζεσαι το θάνατο και κλαις στα πηγάδια.

Σκύλε, κεφάλι κρουστό και κρανίο σε φεγγάρια σεληνιασμένο.

Είσαι αδελφός, πλην όμως ασθμαίνεις σαν πατέρας.

Το σούρουπο απ’ το ρύγχος σου κατεβαίνει

κι απ’ τα μάτια σου σπίθες ξεφεύγουν, παλιάς πυρκαγιάς.

Στέλνεις τη φωνή σου στο υπερπέραν

και ύστερα έκθαμβος σαν ξένη κάθεσαι και την ακούς.

 

Σκύλε που τρως, σκύλε που τρως σύννεφα.

 

ΜΙΛΑΕΙ ΕΝΑΣ ΛΗΣΤΗΣ

Κουράστηκα πια στα υψίπεδα

και θέλω χαμηλά να κατέβω,

το χέρι μιας γήινης να φιλήσω Μαρίας

που ισιώνει στον κήπο τον κισσό

και φτιάχνει, στη μάντρα δίπλα, τη μαρμελάδα.

 

Κουράστηκα, σας λέω, κουράστηκα,

η νύχτα όλο και πιο πολύ με πληγώνει

και ο πυρετός ακάθεκτος,

όπως ο εχθρός τα διαλυμένα φυλάκια, με καταλαμβάνει.

 

Πήρε απόγευμα κιόλας

και τα χωριά, τα πράσινα ολόδροσα χωράφια

πέρα μακριά στον κάμπο κοιτάζω.

 

Πήρε απόγευμα και πάει ήδη προς το βράδυ.

 

Ο θάνατος στους σκουριασμένους νερόμυλους πλέκεται,

τα πουλιά φεύγουν, χάνονται,

και τους τρελούς μέσα βαθιά στ’ αυτιά τους

σκυλιά τους κυνηγούν,

σκυλιά τους κυνηγούν και καμπάνες.

[από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, Κέδρος 2010]

 

ΑΕΝΑΗ ΕΝΑΛΛΑΓΗ

(από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ 2010)

-Ι-

Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο.

 

Ίσκιος το μαβί μας τύλιγε στους δρόμους το Μάρτη

ενώ λαούτο έπαιζε ο μικρός καθολικός στις γωνίες το Πάσχα

και τα μάτια του ήσαν πιο κόκκινα

και από τη θρησκεία, τα μάτια του ήσαν.

 

Οστά στο νεκροταφείο που τα ’βγαλε η πλημμύρα

κι ο ανθοπώλης «τον νεκρό δεν γνωρίζω,

πλην όμως σέβομαι το πένθος»,

στον περίβολο συνέχιζε τον Απρίλη μονάχος να λέει.

 

«Ένα χρώμα έχετε στο δέρμα

που πάνω του σκοντάφτει το βράδυ, ω γέροι,

και στο πρόσωπο ένα τέλος πολέμου

φωνούλες ακούγονται στα στήθια σας

παιδιών ονείρων πνιγμένων

και στο σύθαμπο του ορίζοντα πέρα μακριά

νοσταλγικές φέγγουν αχνά

φωτογραφίες μέσα στα μάτια σας, παλαιών νεόνυμφων»,

έπαιζε το ξεχασμένο, το Μάη, στο πιάνο κοριτσάκι,

ενώ μυτερά της νεαρής τσιγγάνας τα στήθη

σαν τσαντίρια υψώνονταν τον Ιούλιο

και στα χείλη του αιδοίου της ένα λαϊκό,

χορεύοντας, στηνότανε πανηγύρι.

 

Οράματα αιωρούμενα τον Αύγουστο στον αέρα,

είτε «πενήντα χρόνια γιατί είμαι μόνος πίνω,

και γυρίζω τα βράδια στα μπαρ και βγαίνω απ’ τις ταβέρνες

και τραγουδάω σε όσες μου φαίνεται πως αγαπάω κοπέλες,

και φέγγε μου για τούτο, συκώτι, σε παρακαλώ,

στον ουρανό το μαύρο φέγγε μου,

της πυρκαγιάς μου εσύ γαλακτερό,

της πυρκαγιάς μου εσύ γαλακτερό φεγγάρι»,

έψαλλε στο δρόμο ο τρελός, το Νοέμβρη, ο πότης.

 

Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο.

 

Καράβια μες στην ομίχλη το φθινόπωρο πνιγμένα,

άχυρο κίτρινο καλοκαιριού βλέμμα,

ακινησία σκιερή Απριλίου

και γυάλινη, γυάλινη θλίψη Μαΐου

που μόνο εγώ λιαζόμουν στου κήπου τη μάντρα το απόγευμα,

μόνο εγώ και τα φίδια

-ΙΙ-

Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο.

 

Δεν είχαν τέλος, θυμάμαι,

εκείνα τα Χριστούγεννα το Δεκέμβρη·

έλαμπε η κοκάλα της γίδας στο πιάτο μου,

έκλαιγα κι εγώ, δάκρυζε και το πεθαμένο,

μου φαινόταν, το ζώο.

 

Ολοφώτεινο ταξίδευε το μανάβικο

με τα ωραία του κόκκινα φρούτα

και ο πωλητής εραστής επίδοξος των γυναικών

μιαν απειλή ενικού σαν τις έβλεπε τον Ιούλιο,

μιαν απειλή ενικού πίσω απ’ τα χείλη κρατούσε.

 

Το μεγάλο έπεφτε του χειρουργείου το φως

για την αφαίρεση γεννητικών οργάνων από κορίτσι μικρό

και τρόμαζαν οι κρυφοί σπασμοί

των οργασμών που δεν έγιναν

ενώ όλα μέσα στη μήτρα καθαρά και επιπλέοντα ήσαν,

σαν τη λεκάνη με το νερό και την πετσέτα

που μπροστά έφεραν κάποτε στον Πιλάτο

και τα χέρια του έπλυνε λίγο πριν το φόνο,

τα χέρια του έπλυνε, τη μέρα εκείνη του Απρίλη, τη Μεγάλη.

 

Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο.

 

Άγγελοι προπονούσαν τα φτερά τους

με ασκήσεις ελαφρές στων νησιών τον ύπνο το Μάρτη,

ενώ πέρα, απ’ τα ανοιχτά παράθυρα, μακριά,

με σχήματα ευμετάβλητα

των εφήβων απλωνόταν το σπέρμα στη νάιλον σακούλα

όπως παλιά νομοί στη γεωγραφία, το Μάη.

 

Ναυαγός ο λαγός σε ωκεανούς φτέρης,

εκρήξεις υπόκωφες νταμαριών

και στη σκεπή τ’ ουρανού από πάνω

μαδέρια καρφώναν τον Αύγουστο μαστόροι.

 

Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο.

 

Ομίχλη νεκροταφείου, Νοέμβρη, ήλιε, Δεκέμβρη, ασύλου,

ασήμι, Μάρτη, πανέρημου τρούλου ασήμι

και άσπρο νεόκοπου, Ιούλιε,  άσπρο νεόκοπου πάγου

και μυαλό του τρελού ρολόι αλάνθαστο πόλεως,

ρολόι αλάνθαστο πόλεως εξαερουμένης.

-ΙΙΙ-

Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο.

 

Του ψύχους την άγρια είδα τη σκοτεινιά το Γενάρη

και του υνιού την ορμή

με βία το πρωί ξεσπιτώνοντας το σκουλήκι

ενώ ιδού, ο άνεμος ακόμη παντού βασιλεύει,

ο πανικός ο μεγάλος  του κεραυνού μέσα στη νύχτα

καθώς τινάζει ο πετεινός το λαιμό στο σκοτάδι

εκσφενδονίζοντας λίρες

κι η αλεπού φοβισμένη το δαγκωμένο πουλάκι

απ’ το στόμα πετά.

 

Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο.

 

Χρώμα καφέ του Φλεβάρη,

βροχή στα παράθυρα που επιστρέφει

και μελανί σκοτάδι του δάσους,

κάμπος πνιγμένος στην ομίχλη

εκεί που η καμπάνα το απόγευμα την πλημμύρα σημαίνει.

 

Οποία στιλπνότης κατόπτρου

και σύννεφα ποια στον ουρανό ως γενειάδες Αλή, του Μαρτίου.

Μαδριγάλια του ανέμου ακούγονται στα χειμαδιά

σαν παίρνει το απόγευμα, το βράδυ

και το υδραγωγείο  στα φουσάτα πάνω

έτοιμο είναι και πάλι να λάμψει.

 

Σαν καπνός ο λυρικός της χαρμολύπης ο λόγος

την Πέμπτη αναθρώσκει τη Μεγάλη,

ο μακρινός Ισησούς της ελαιογραφίας είναι

και ο Ιωάννης τη μάνα παρέκει στηρίζει

ενώ κόρη τραγουδώντας το γέροντα λούζει πατέρα της

και η φωνή της, αναιδής ως μέλλουσας πόρνης,

μέχρι εμάς απ’ τα πέρατα φτάνει.

 

Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο.

 

Αριθμοδείκτης μαθητού ξύλινος,

που απ’ τα χρώματα θαμπώνομαι,

προτού τα γράμματα μάθω ο Σεπτέμβρης

ενώ την τρέλα, τον Οκτώβρη, έζησα κάποτε

του κινδύνου την υποσχετική

καθώς η ψυχή μας παρά το οξύμωρο τότε αγκαλιά

και ο μικρός που τη σπίθα μέσα του έχει

από κοχλιωτά γύρω φαράγγια μαγεμένος περνά

της λύκαινας είτε του τσακαλιού

την άγρια νικώντας τη μοναξιά.

 

Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο,

στήθος που πάνω του προσέκρουσε κάποτε η αστραπή,

χέρι που τον άνεμο συνέτριψες

και ω θάνατε, αρκούδα, αρκούδα, θηλυκιά,

πράσινε, πράσινε γαλατά.

 

ΠΕΡΙΦΟΡΑ

Ένα νεκρό παιδάκι περιέφεραν στο φέρετρό του.

Το γύριζαν από δρομάκια με κλειστές καπναποθήκες,

με μαγαζιά «γύφτικα», κουρεία και παλιά παντοπωλεία.

 

Ένα νεκρό παιδάκι περιέφεραν

και κανένας στον άλλονε δεν απαντούσε,

στον διπλανό του δεν μιλούσε.

Τα σπίτια λυπημένα έγερναν, σιωπηρά έγερναν,

ο άνεμος χαμηλά σαν κλέφτης, παράνομος,

στους δρόμους απέναντι, απέναντι περνούσε,

και η θάλασσα ανήσυχη,

ανήσυχη μάζευε τα μικρά της, τα κύματά της.

 [από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, Κέδρος 2010]

 

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ

(από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ 2010)

Με το χέρι στιβαρό και γενναία καρδιά

αποκαλύπτει τη φθορά απ’ τις φόδρες της.

Ο λόγος της πουλί μαύρο που χέρι απρόβλεπτο

ψάχνοντας για κάτι άλλο το ξεβόλεψε απ’ τη φωλιά του

αψύς και θερμός λόγος, νήπιο κλάμα μωρού

και πρώτο δόντι βγαλμένο παιδιού

σε πετσέτα λευκή βαπτίσεως, κόκκινο ματωμένο.

 

Φωνή λέαινας αλλά και παράπονο γυναίκας

που ξεντύνεται στο άλλο δωμάτιο

ύστερα από ματαίωση πολυπόθητης εξόδου.

ήχοι βημάτων ακαθόριστων, ομιλίες σιωπών, χάσματα κενών

και μπαρούτη λαχανιασμένη σε κοιλώματα βροχής.

Προαίσθημα φόβου ακόμη και φθινόπωρο, θάλασσα,

εξοχή, δάκρυα, παρελθόν, ενάργεια, μοναξιά

και στο βάθος της λίμνης

το δαχτυλίδι της μνήμης να λάμπει.

 

ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ: ΔΑΚΡΥ ΚΡΥΦΟ ΑΠΟ ΠΡΟΣΒΟΛΗ

(… Ανεμόπτερο σε όνειρο γυναίκας… Οι ηττημένοι λύκοι που γυρίζουν στη φωλιά τους…)

Το παιδί που σου αναγγέλλει τη ζημιά τραγουδώντας, για να απαλύνει έτσι το μέγεθος και τη σημασία της.   Το κορίτσι που κάθε βράδυ, γυρνώντας κάπως αργοπορημένο από τον εραστή του, τους έβρισκε όλους να κοιμούνται στο σπίτι, επίτηδες, για να επιτείνουν τις ενοχές του.   Το φεγγάρι που ακολουθεί κατά πόδας το αεροπλάνο ζητώντας, σπαρακτικά, να μπει κι αυτό μέσα.   Το παιδάκι που είναι ταγμένο όταν θα μεγαλώσει κάποτε να σκοτώσει, ενώ κοιμάται αμέριμνο τώρα, πάνω στα καρπούζια.   Τα αμάλλιαγα πουλάκι που πέφτουν από τη φωλιά και, καθώς τα πιάνεις στα χέρια, σου αφήνουν μια αίσθηση σαν να κλείνεις μάτια νεκρού.   Τα παιδιά που τα βλέπεις λυπημένα και ξάφνου λίγο πιο πέρα στήνουν παιχνίδι στη στιγμή, πάνω στη νεκρώσιμη ακολουθία της ίδιας της θείας τους, στο νεκροταφείο.    Ο ληστής που σκοτώνει τη γριά μετανιώνει και αφήνει ως εκ τούτου τα λεφτά στην ψωμιέρα, ώστε έτσι για άλλη μια φορά σε όλο της το μεγαλείο η ματαιότητα αυτού του κόσμου να λάμψει.   Η πυροσβεστική που βλέποντάς την τα παιδιά θαυμάζουν τα νίκελ, το καμπανάκι, το υπέροχο κόκκινο και το μυαλό τους μάλλον ποτέ δεν πάει στη μαυρίλα της πυρκαγιάς.    Το πρώτο φιλί παιδιού στον πατέρα που δεν το θυμάται και ο τελευταίος ασπασμός που θα τον θυμάται για πάντα.    Το κοριτσάκι στην τηλεόραση που, ενώ βομβαρδίστηκαν, συνετρίβησαν όλα, αυτό ασταμάτητα έκλαιγε ζητώντας την κούκλα του.   Τα μάτια των κατάδικων, μεσ’ απ’ τα πλέγματα των παραθύρων, στις κλούβες, έτσι καθώς τους μεταφέρουν από τις φυλακές στα δικαστήρια.   Το παιδί που το αγαπάει κρυφά ο πατέρας του γιατί το έκανε με γυναίκα άλλη.    Το χελιδόνι που κι αυτό δεν ήξερε τι ξέχασε και ανήσυχο πηγαινοερχόταν στη φωλιά, ενώ όλα τ’ άλλα πάνω στα σύρματα έτοιμα ήσαν για πιο θερμά ήδη ν’ αναχωρήσουν μέρη.   Μάτια γυναίκας που κλείνουν, για να σου δείξουν ότι ήρθε η ω΄ρα να τα φιλήσεις.   ΕΠΙΣΗΣ η μουσική που ακούμε μέσα μας ύστερα από δυνατό πένθος και καταλαβαίνουμε έτσι ότι σιγά – σιγά ξαναβγαίνουμε στα ξέφωτα.   Η μακρινή τρυφερότητα του αποχαιρετηστήριου φιλιού γονιών, που περίμεναν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους για να χωρίσουν.   Οι δύο εκείνοι άγνωστοι, όπου κάτω απ’ τη μαρκίζα, συνειδητοποιώντας ότι η ξαφνική μπόρα δεν πρόκειται σύντομα να σταματήσει, άρχισαν δειλά – δειλά να πιάνουν την κουβέντα.   Και η στερνή στιγμή της ζωής μας, τέλος, που καθώς θα φεύγουμε έχοντας αφήσει, αν και δίπλα μας, πολύ μακριά φίλους και συγγενείς, από τα βουνά ή τη θάλασσα πέρα, κάποιος θα προβάλλει, που όμωως δεν θα προφτάσουμε, δεν θα προφτάσουμε να δούμε ποιος είναι!.. [από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, εκδόσεις Κέδρος 2010]

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2021

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Η ΠΟΙΗΣΗ: ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΣΚΟΡΠΙΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΙΚΟΒΛΗΤΕΣ… (… όπως τα κατσίκια στην ξαφνική θέα του τραίνου…)

 

Με τα’ όνομά σου να σε φωνάξω πια δεν μπορώ.

Πλην όμως ένα κάποιο στείλε μου σήμα:

Διότι είμαι μόνος σαν τον καπνό μετά το φονικό στην κάννη του πιστολιού

και σαν την αγριοσυκιά   που φύτρωσε ξάφνου μες στη μαυρίλα της πυρκαγιάς.

 

Όπως το κουταλάκι της μετάληψης

αποβραδίς στο στόμα του πρωινού μελλοθάνατου

και όπως μια βελανιδιά σε χώρο εκτέλεσης,

είμαι μόνος και σε περιμένω.

 

Με τις αισθήσεις μου τεντωμένες   όπως οι γάτες στο προσκλητήριο του ταβερνιάρη.

Με ένα μάτι που το οπτικό του νεύρο   είναι ο ουρανός ο ίδιος σε μικροσκόπιο

και με ένα αυτί που το τύμπανό του   δεν είναι παρά τσιγγάνων αντίσκηνο.

 

Με λέξεις που σκορπίζονται πανικόβλητες  

όπως τα κατσίκια στην ξαφνική θέα του τραίνου,

καθώς και μια ψυχή σκοτεινή που όμως βλέπει πολλά

όπως το ένα, κλεισμένο στο φακό, μάτι των ρολογάδων, είμαι μόνος.

 

Είμαι μόνος και σε περιμένω!..

[ΕΝΑ ΚΑΠΟΙΟ ΣΤΕΙΛΕ ΜΟΥ ΣΗΜΑ από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, εκδόσεις Κέδρος 2010 κι άλλα ποιήματα απ’ αυτή τη συλλογή]

 


ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΕΑΥΤΟΙ ΜΟΥ

(από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ 2010)

Πού πήγαν όλοι, πού χάθηκαν;
Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο,
το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν,
ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος,
ο ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος,
των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη,
πού πήγαν, πού χάθηκαν;

Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε.

Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αϋπνία,
ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δρόμους
κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες.

 

ΠΕΡΑ ΜΑΚΡΙΑ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Πέρα μακριά στα σύννεφα

κάποιοι συγγενείς περνούσαν, κηδείας.

Δεν είχανε πρόσωπο, ήτανε φαγωμένο

και κάπως σαν να βιάζονταν

λεωφορείο ή τραίνο να προφτάσουν

να πάνε σ’ άλλη πόλη.

 

Πέρα μακριά στα σύννεφα

κάποιοι συγγενείς περνούσαν, κηδείας.

Τους έβλεπα από την ταράτσα μου, χρόνια τους έβλεπα

ώσπου με τον καιρό χάθηκαν, έφυγαν,

βράδιασε στη ζωή κι απ’ τη σελήνη τώρα πια

ένας τους μονάχα απ’ όλους που ξέμεινε

τους ψάχνει, αλυχτάει με το φαναράκι του κάθε βράδυ,

και ο πανικός του βγάζει,

μια τρομερή φωνή θυέλλης του βγάζει.

 [από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, Κέδρος 2010]

 

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ

(από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ 2010)

          -Ι-

Έρχονται, τους παίρνουν το πρωί

φωνάζοντας σαν σε εκτέλεση δυνατά το όνομά τους.

Έχουν πιει χάπι από νωρίς ηρεμιστικό όμως

κι έτσι ανεβαίνουν στο φορείο

φρόνιμα και με τη θέλησή τους.

Ύστερα τους κατεβάζουν στο υπόγειο, εικοστούς,

αφού άλλοι δεκαεννέα τους περιμένουν εκεί ήδη.

Είναι άβουλοι, αμίλητοι,

και τα γεννητικά τους όργανα ξυρισμένα.

Ο χειρουργός δεν έχει φτάσει,

οδηγίες δίνοντας απ’ το τηλέφωνο,

οπότε και τους μετακινούν οι βοηθοί,

έτσι που με ένα τακ

στο τραπέζι τους  μεταφέρουν, το σιδερένιο.

Αν και κοιμισμένοι, ακούνε τότε φράσεις

στο βάθος του μυαλού τους περίεργες

όπως: «δάσος», «βρέχει», «θα βρέξει», «βροχή»

ή επιθυμίες θυμούνται της ζωής τους αμυδρά,

επιθυμίες που κράτησαν

όσο το άναμμα ενός σπίρτου στο σκοτάδι.

Τα βλέπει, όμως, ο επί της αναισθησίας επιτετραμμένος,

όλα αυτά τα βλέπει στην οθόνη

και τα μέτρα του αθόρυβα λαμβάνοντας,

σαν παλαιός αφιερωμένος σε εκκλησία μεγάλη,

τα μέσα τους σκοτεινιάζει, τα φώτα σβήνοντας σαν καντήλια,

τα φώτα ένα-ένα του αίματος,

ώστε χαμογελούν τότε κάπως αυτοί,

ενώ το σώμα τους ανεβαίνοντας προς τα πάνω

και πάλι ανεβαίνοντας προς τα πάνω,

χρόνια, βάρος και αναμνήσεις πετά.

          -ΙΙ-

Γλώσσα μοσχαρίσια, κρεμασμένη σε τσιγκέλι χασάπη.

Γλώσσα αρνιού σε σούπα μωρού.

Γλώσσα χοιρινή σε τραπέζι μπεκρήδων.

Γλώσσα ανθρώπινη σε μικρή λεκανίτσα,

ύστερα από επέμβαση, σε μικρή επέμβαση χειρουργείου

          -ΙΙΙ-

Τον έμπασαν στον μεγάλο σκοτεινό θάλαμο και τον ξάπλωσαν

στον στενό κυλιόμενο διάδρομο-κρεβάτι, γυμνό.

Δυο τρεις έπαιρναν μέτρα και πάλι μέτρα, γύρω τριγύρω του,

ενώ του έριξαν ύστερα στο πρόσωπο

ένα ζεστό πλέγμα, αηδιαστικό πλέγμα,

σαν αυτό περίπου που πρόχειρα χωρίζουν χωράφια,

μέχρι που πάγωσε και σίδερο έγινε σκληρό.

 

«Μελισσουργό σε έκανα»,

του είπε χαμογελώντας τότε ο γιατρός

κι εκείνος μέσα από τη μάσκα συγκατένευσε πικρά,

σκεπτόμενος ή θέλοντας μάλλον να του πει

πως «η μέλισσα έχει μπει μέσα μου όμως

και γυρίζει εκεί, από παιδί,

γυρίζει, χρόνια μονάχη της γυρίζει».

 

Έφυγαν κατόπιν όλοι και πίσω από μια κονσόλα κρυφτήκαν

ενώ το κόκκινο φωτάκι του μηχανήματος

που σαν αεροπλάνο σε βλάβη έψαχνε εναγωνίως

σε μη κατοικημένη περιοχή να κατέβει

στο λαιμό του έπεσε τέλος

και συντρίμμια τα έκανε όλα, έτσι που «φωτιά, φωτιά»,

άκουσε αργότερα στον ύπνο του, στο δωμάτιο, να φωνάζουν,

και άνθρωποι έφευγαν τρέχοντας

με τιμαλφή στα χέρια, πολλοί, και μαζί τους κι αυτός

ώσπου τρομαγμένος το βλέμμα του έστρεψε ξάφνου,

ξυπνώντας, και κοίταξε έξω.

 

Αέρας φυσούσε παντού και στα βουνά πέρα μακριά

ήσυχα-ήσυχα μέρες καίγονταν παλιές.

          -ΙV-

Χέρια στο χρώμα κίτρινης πέτρας

και όνειρα που χάνονται

σαν το πουλί που κανένας δεν ξέρει

όταν πετάξει απ’ το σύρμα που πάει.

Δεν μιλούν, πλην όμως συνεννοούνται,

γιατί όλοι ξέρουν αυτό που κανένας τους δεν λέει.

Σωληνάκια βάφουν κόκκινο το απόγευμα,

εργαλεία του νίκελ και ρολόγια πολλά με δείκτες τρελούς,

ενώ δεν γυρίζει πια σε κανένα χωριό η μνήμη τους,

σε καμιά πολιτεία

όπως επίσης και ηλικία δεν θυμούνται παιδική,

αλλά ούτε κι άλλη,

ώσπου το βράδυ πέφτει έτσι, και κοιμούνται.

Ξυπνούν όμως απότομα και με στόμα πικρό

το πότε, το πού και το αν ποτέ, παλαιότερα,

όσα στον ύπνο τους είδαν ψάχνουν να βρουν,

αλλά τίποτα στο νου τους δεν έρχεται,

γι’ αυτό και στα σκότη τους βυθίζονται  και πάλι.

 

Ω καρκίνε. άνθρωπε ύπουλε, σκληρέ.

 

Φαροφύλακα, που έχεις το φάρο στο χιόνι.

          -V-

Μεσάνυχτα τους κατεβάζαν,

χωρίς κανένας άλλος να πάρει είδηση.

Τους έγδυναν, τους έπλεναν, τους έντυναν με τα καλά τους

που οι συγγενείς είχαν από μέρες τρεις  φέρει,

τους έκλαιγαν με κλάμα πνιχτό

στο ξένο, τους έκλαιγαν, στο κοιμισμένο παρεκκλήσι ,

και ύστερα τίποτα, σιωπή ύστερα.

 

Σαν τα επαρχιακά λεωφορεία του ΚΤΕΛ

έφευγαν, έφευγαν το πρωί οι νεκροφόρες.

          -VI-

Όχι κουρεμένοι, αλλά χωρίς μαλλιά.

Μαθητές ενός παλιού σχολείου ασπρόμαυρου

που αντί ποδιές, πιτζάμες.

Χαριεντίζονται και αντί για κολόνια, κοβάλτιο.

 

Δεν με γνωρίζεις;

 

ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΑΣΠΑΣΜΟΥ (στον Γιάννη Βαρβέρη)

Αλλά κάπως έτσι λοιπόν όλα τελειώνουν, πατέρα.

 

Σε κοιτάζω με τα βλέφαρά σου κλειστά, την ανάσα κομμένη

και δεν μπορώ πια να δακρύσω,

γιατί μια ζωή δεν έκανα άλλο

από το να σε πενθώ, κρυφά να σε πενθώ.

 

Πήγαινες να φέρεις ένα χαρτάκι

και έτσι πως έστρεφες την πλάτη

σε φανταζόμουν σε αποχώρηση

χαρούμενος ήσουν κι εγώ στα μάτια σου έβλεπα

ένα φως πόλεως –να μ’ αποχαιρετά- μακρινής

σε βόλτα έλειπες κι εγώ στο σπίτι σαν έφτανα μόνος

την παντοτινή, την παντοτινή ζούσα απουσία σου.

 

Ω νύχτα δύσκολη.

 

Θύμησες, που κουρνιάσατε στα πράγματα κιόλας,

πιάτα, φλιτζάνια, ποτήρια

που άθικτα και ταιριασμένα όπως σας αγοράζαμε

στην ντουλάπα το πρωί θα σας βρω,

φωτογραφίες σε εκδρομές, παλιές,

προορισμένες για πάντα καλά να φυλάτε

μια τόσο χαρωπή απουσία,

ρούχα, παλτό, σακάκια, κασκόλ, ομπρέλες

μιας μόδας άχρηστης, πικρής,

που εντούτοις αποκτήθηκαν κάποτε με αίμα,

γραβάτες, θηλιές χρόνων ταπεινά στολισμένων,

κομοδίνα και καρέκλες στο πατάρι

πτυσσόμενες, αχρησιμοποίητες,

που κατά βάθος ήξερα, ήξερα πολύ καλά τι σας θέλουμε.

 

Ω νύχτα δύσκολη,

και ω πατέρα, πιστολιά που από παιδί σε περίμενα

και ύστερα από πενήντα τέσσερα ολόκληρα έπεσες,

ύστερα από πενήντα τέσσερα ολόκληρα έπεσες χρόνια.

 [από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, Κέδρος 2010]

 

ΟΝΕΙΡΟ

(από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ 2010)

-Το βουνό ολόκληρο, αποβραδίς ήδη, στον αέρα βολόδερνε,

έτσι που τα δένδρα ησυχία δε βρίσκαν,

ώσπου η νύχτα σιγά – σιγά στην αγκαλιά της τα συνεπήρε.

 

Τίποτα πια δεν ακουγόταν μα ούτε και φαινόταν.

Την άλλη μέρα μονάχα προς το μεσημέρι

νέκρα απλωνόταν παντού

και αίμα από τραυματισμένο αγρίμι που πάει στη φωλιά του

πάνω στο χιόνι.

 

-Ναι, τους είδα κι έπαιζαν στον άλλο κόσμο τάβλι,

όλους εκείνους της τάξεων των αγροφυλάκων

που μας έπαιρναν τις σφενδόνες τότε και τα σταφύλια

και ήσαν χαρούμενοι, ναι, τους είδα σας λέω,

με τις στολές τους, και έπαιζαν τάβλι με ζάρια τα δόντια τους.

 

-Έβαλαν ένα κερί πάνω σ’ ένα τραπέζι

-μνημόσυνο ποιητού-

και μαζεύτηκαν πέντ’ έξι εφτά –ποιητές κι αυτοί-

και διάβαζαν, διάβαζαν, ποιήματα του χαμένου,

και ολόλυζαν και χειροκροτούσαν και δάκρυζαν

και φώναζαν και αλάλαζαν και έκλαιγαν και πάλι,

και χειροκροτούσαν και φώναζαν και αλάλαζαν

ξανά, ξανά, ξανά και ξανά.

 

Σκύλοι που έκλαιγαν σκύλο.

 

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ

Εδώ τα μυριάδες θροΐσματα του αέρα,

η ανεξίτηλη οσμή της πίσσας και της βενζίνης.

 

Εδώ, εδώ όλα, γερασμένα ποδήλατα, μηχανάκια,

καθρεφτάκια των πούλμαν και κεφάλες νταλικών.

 

Εδώ, εδώ όλα, τρίκυκλα κουτσά, ταξί πεταμένα

και της βασίλισσας κότας θρόνος

το πίσω κάθισμα της σαπισμένης Μερτσέντες.

 

Εδώ, εδώ όλα, τρακτέρ βουλιαγμένα,

κύλινδροι οδοστρωτήρες,

εκσκαφείς της Κατερπίλαρ, της Ντόιτς, εδώ, εδώ όλα,

και μαζί τους χιλιάδες αιώνια «σ’ αγαπώ»

που ειπώθηκαν ανάμεσα σε παλιοσίδερα,

γαϊδουράγκαθα και κουράδες.

 [από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, Κέδρος 2010]

 

Ο ΦΟΒΕΡΟΣ ΦΟΝΙΑΣ ΤΖΩΝ ΜΠΟΛ

(από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ 2010)

Αλλά κι αν έπρεπε, σας έλεγα, να με προσέχετε

είναι γιατί το βλέμμα ήμουν

που μετατόπιζε φωνές πνιγμένων.

 

Κι αν πικρός μονίμως γυρνούσα

είναι γιατί μια καρδιά είχα σαν το θήραμα τρομαγμένη

που, ενώ το περίμενες πρηνής,

αυτό από την πίσω ήδη μεριά του θάμνου

αναγκασμένο ήταν να φεύγει.

 

Όσο γι’ αυτά που έκανα τα πλήρωσα όλα,

πίστεψέ με, ακριβά, μια ζωή μένοντας μόνος.

 

Σαν το κερί που το ξέχασε ο καντηλανάφτης στο μανουάλι

και σαν το κρασί που δεν ήπιε, στο τραπέζι,

ο αλκοολικός γιατί τον προσέβαλαν.

 

Σαν τη ζυγαριά

σε αποβάθρα σταθμού χρόνια καταγρημένου

και σαν το κλειδί που μήνες το βλέπαμε στην άκρη του δρόμου,

πλην όμως κανείς δεν το έπαιρνε

γιατί κανένας δεν ήξερε,

γιατί κανένας δεν ήξερε την πόρτα του.

 

Γι’ αυτό και έπρεπε, σας έλεγα, να με προσέχετε.

 

Διότι το λαδί μπορεί να ήμουν

που γιάτρευε την πληγή σας, αλλά και ο καρπός

που τον πάτησε το ζώο ήμουν, και την τελευταία στιγμή

σωριάστηκαν, τσακίστηκαν στον γκρεμό,

το φορτίο μαζί και το κάρο.

Ο άνεμος ακόμη που έδενε το στάρι σας,

αλλά κι αυτός που ρίξατε

όταν κάνατε την πιο μεγάλη στον κόσμο

της ευτυχίας τη μοιρασιά ήμουν,

δεν είπα τίποτα σε κανέναν σας τότε,

πλην όμως αιώνια ορκίστηκα, σαν το κατάλαβα, εκδίκηση

και άκτιστη έμεινε η ψυχή μου σαν ένα σπίτι, μισή έμεινε

και σαν την εκκλησία που τη γκρέμισε ο σεισμός

και στάθηκε το καμπαναριό άθικτο,

η φωλιά του πελαργού στάθηκε,

η φωλιά του πελαργού και η καμπάνα.

 

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ, ΕΝ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΩ

-Πάλεψαν και νικήθηκαν. Γιατί εγώ θα νικήσω;

 

-Ένα πράγμα, απ’ το κρύσταλλο της πόρτας,

φαίνεται στο βάθος να διαβαίνει.

Σκιά νοσηλευτών να είναι ή κάτι που μόνο εγώ βλέπω;

 

-Δεν ήταν αποκριά αυτή. δεν ήταν γλέντι.

«Το χάρο τον αντάμωσαν», έπαιζε το cd στο μηχάνημα

και κλοτσούσαν τα πόδια

και διαβεβαίωναν με αποφασιστικότητα

της παντόφλας οι φτέρνες στο πάτωμα

και διαδήλωναν τα χέρια στον αέρα, και απειλούσαν

και απειλούσαν μαζί τους μερακλωμένοι και οι οροί.

 

-Περνούν επιμελητές και βοηθοί όλοι μαζί

και σε ένα λεπτό φεύγουν

Τι να σημαίνει άραγε αυτό;

Είμαι απολύτως καλά ή δεν έχω καμιά μα καμιά ελπίδα;

 

-Τα δάχτυλα του γιατρού στο λαιμό μου

Σκύλοι της Ασφάλειας που ψάχνουνε φονιά.

 

-Θύμησες με κατακλύζουν συνεχώς

και πρόσωπα, δεκάδες πρόσωπα

που βουβά, αμίλητα, με κατοικούν.

Χαμηλώστε, χαμηλώστε αυτά τα φώτα.

Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη

και περιουσία μου όσοι αγάπησα κι όσοι μ’ αγαπήσαν.

 

-Κλείνω τα μάτια και με πλημμυρίζουν

άηχες ουράνιες μελωδίες.
Χιόνι.

Και στη χαράδρα της ψυχής μου μια υπέρλαμπρη πτώση.

 [από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, Κέδρος 2010]

 

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Η ΠΟΙΗΣΗ:

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΣΟΥ ΑΝΑΓΓΕΛΛΕΙ ΤΗ ΖΗΜΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ, ΓΙΑ Ν’ ΑΠΑΛΥΝΕΙ ΕΤΣΙ ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΙ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ

Μάτια γυναίκας που κλείνουν, για να σου δείξουν ότι ήρθε η ώρα να τα φιλήσεις… Να την φιλήσεις εκείνη που περνάει στον ορίζοντα με το στήθος γυμνό και τα μαλλιά λυμένα, ώσπου να γίνεις ποτάμι κι αυτή πηγή, ο σκοτεινός Αλφειός και η μακρινή Αρεθούσα, ώσπου  να σμίγουν τα νερά σας στα βάθη της θάλασσας!.. Επίσης: Η μουσική που ακούμε μέσα μας ύστερα από δυνατό πένθος και καταλαβαίνουμε έτσι ότι σιγά – σιγά ξαναβγαίνουμε στα ξέφωτα!.. Και η στερνή στιγμή της ζωής μας, τέλος, που καθώς θα φεύγουμε έχοντας αφήσει, αν και δίπλα μας, πολύ μακριά φίλους και συγγενείς, από τα βουνά ή τη θάλασσα πέρα, κάποιος θα προβάλλει, που όμως δεν θα προφτάσουμε, δεν θα προφτάσουμε να δούμε ποιος είναι!..  [ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ, εκδόσεις Κέδρος 2010]

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2021

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ