Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκίδου Ευτυχία-Αλεξάνδρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκίδου Ευτυχία-Αλεξάνδρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

ΧΑΡΑΞΕ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΑΣΤΡΑΠΗΣ…

 

(…κι όπως γνέφει κανείς αποχαιρετώντας…)

Αφήνοντας ξωπίσω της

Ολόλευκες γάζες   Ν’ ανεμίζουν 

 

Από τότε

Κάποιοι την είδαν   

Σε καταρράκτες φωτός   Να κωπηλατεί

Και κάποιοι άλλοι

Μ’ ένα ματσάκι παπαρούνες   Φλόγες ν’ ανάβει 

Στων καθρεφτών τα ερέβη

Έχοντας πλάι της

Ένα ασκέρι από νεκρά παιδιά

Επίμονα να της ζητά

Να τους διαβάσει παραμύθια

[ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΗΝ ΕΙΔΑΝ 

στη συλλογή  της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου

ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, εκδόσεις Αρμός 1999]

 

ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ,   στους διαδρόμους τ’ ουρανού,

Την έχασα

Στις  αχανείς εκτάσεις της σιωπής

Δεν την άκουγα πια 

 

Κι από τότε

Κάθε φορά που το καμπαναριό    Γεμίζει από πουλιά 

Κι ακούγονται  οι  Χαιρετισμοί

Ως το λειμώνα των ψυχών

Ξυπόλυτη την βλέπω να περνά

Μέσα απ’ των κάτασπρων σταυρών το δάσος

Σιάζοντας το χτενάκι στα μαλλιά της

Τινάζοντας τα χρώματα από το φουστάνι της

Κι ύστερα

Όμοια με πυροτέχνημα  ή  εκπνοή φωτός 

Πάνω από τις στέγες ν’ απογειώνεται

Σφίγγοντας μέσα στις χούφτες της

Το παιδικό μου χέρι

Που φεύγοντας το είχα ξεχάσει   Στα άσπρα της μαλλιά


 


Η ΠΡΟΦΑΣΗ  

(από τη συλλογή της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ 1999)

Κοιμήθηκε του Άη-Γιαννιού

Πίσω από φτέρες και γεράνια

Ταξίδεψε κάτω από ανοιξιάτικα λειβάδια

Που σήκωναν στους ώμους τους

Σαν συνοδεία πένθιμη

Το θρήνο της περιφοράς

Υγρό  και  ευωδιασμένο

Καθώς αρμένιζε στους ουρανούς

«Αι γενεαί πάσαι»

Κι όταν οι αγροί θερίστηκαν

Αφουγκραζόταν τους τροχούς της άμαξας

Να κουβαλούν τα λείψανα

Του Μάη  και  του Ιούνη

 

Μόνο ένα κλωνάρι κερασιάς

Προσποιήθηκε πως είχε μαραθεί

Και γλίστρησε από την άμαξα

Και από το φως κρατήθηκε

Που σκόρπιζε στο πέτρινο προσκέφαλο

Ένα κερί αναμμένο

 

Πόσο γαλήνια κι όμορφη

Φάνταζε τώρα

Που κερασάνθια στόλιζαν

Το κρύο μέτωπό της

 

 

 

ΔΥΟ ΑΔΕΙΑ ΑΡΤΟΦΟΡΙΑ

Δυο άδεια αρτοφόρια

Τα ασάλευτά σου μάτια

Που εμπρός τους εγονάτισε

Το βλέμμα μου που νήστεψε

Απ’ το άγιο κοίταγμά τους

 

Πουλιά αποδημητικά

Τα σταυρωμένα χέρια σου

Που πάνω στις φτερούγες τους

Πλάγιασε η μοναξιά μου

 

Αφού μες τις κλειδώσεις τους

Αναπαύονταν οι εσπέρες

[από τη συλλογή της Ευτυχίας  Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, εκδόσεις Αρμός 1999]

 

ΓΡΑΜΜΑ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ 1999)

Εδώ κάτω σ’ εμάς, ξέρεις, βρέχει

Βρέχει και σκοτεινιάζει

Κι οι ξαφνικές νεροποντές παρασέρνουν

Ταριχευμένα βλέφαρα ίσκιων νυχτερινών

Που άλλοτε ανάβλυζαν ολόχρυσα ηλιοτρόπια

Ένα ουράνιο τόξο θαμμένο στην ομίχλη

Που κάποτε υπεράσπιζε το άνθος της αγάπης

Κι ενός μικρού χαρταετού τα ξεφτισμένα λείψανα

 

Όμως, εσύ να ’ρθεις

Να τους αφήσεις και να ’ρθεις

 

Και τους σβηστούς ν’ ανάψεις λυχνοστάτες

Σ’ όλες τις άκρες του ουρανού

 

Και μη θαρρείς πως θα βραχείς

 

Στης αγκαλιάς μου το στερνό υποστατικό

Έχω αναμμένο τζάκι

Μόνο που σκοτεινιάζει και φοβάμαι

 

Αχ, έλα, κι άναψέ μου το φως

Από τότε που έφυγες
Στο σπίτι μας νυχτώνει πιο νωρίς

 

ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ ΣΟΥ

Κι έτσι απόμεινα εδώ

Σχεδίες γυάλινες να ρίχνω

Μες στων ματιών την ίριδα

Σαν πλεύσεις να ’ρθεις να με βρεις

Να μην πνιγείς

Απ’ το θολό μου δάκρυ

Σκοινιά ν’ απλώνω ένα γύρο

Σε καπνοδόχους και καμπαναριά

Γιατί η ομίχλη βύθισε

Τους κήπους των κατόπτρων

Σε μια γαλάζια πάχνη

 

Κι εγώ απόμεινα εδώ

Το ουράνιο τόξο να τεντώνω

Πίσω από τους πλόκαμους του σκοταδιού

Για να εκτοξεύω πούπουλα

Λευκών περιστεριών

Την πτήση σου αναγγέλλοντας

Από τους ουρανούς

 

Πίσω από το τζαμωτό της εκκλησιάς

Απόμεινα να ξαγρυπνώ

Στη θέα σου

Μιαν αγκαλιά βεγγαλικά

Ν’ ανάψω

[από τη συλλογή της Ευτυχίας  Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, εκδόσεις Αρμός 1999]

 

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ 1999)

Ψηλά σ’ άλλον ουρανό

Παγιδευμένοι άγγελοι

Ανηφορίζουν με ύμνους

Και περασμένα από χρυσές κλωστές

Σπασμένα ονόματα στην πέτρα

Που πια κανείς δεν τα καλεί

Παρά μονάχα η καταχνιά

Ή λίγο χιόνι ανάλαφρα τ’ αγγίζει

 

Για να μπορεί να λευκανθεί

Ο υάκινθος που άνθισε

Στα σταυρωμένα χέρια

 

ΠΡΙΝ ΦΥΓΩ

Ξάστερη θα ’ναι η νύχτα που θα ’ρθω ν’ αρμενίσουμε

Στο μέτωπο του ουρανού με το καϊκι του ύπνου

Θα ’ρθω να δούμε από ψηλά το φτωχικό δωμάτιο

Που αθόρυβα ανυψώνεται από χλωμές ανταύγειες

Μισοφωτισμένων προσευχών

Ιάμβους εύφλεκτους να εξαπολύει η λύπη

Φανούς θυέλλης να περιοδεύουν

 

Θα ’ρθω όταν στα βλέφαρα των κοριτσιών

Χρυσόσκονη θα ψιχαλίζει ο γαλαξίας

Όταν σε αχτένιστα μαλλιά

Θα φτερουγίζουν σμήνη ανεμώνων

Ραμφίζοντας τον έναστρο θόλο της σιωπής

 

Με τα’ αυγινό το φως θα σ’ αποχαιρετήσω

Τινάζοντας από τους ώμους μου

Τα άνθη της νύχτας τα μαβιά

 

Όμως, πριν φύγω δείξε μου

Με τη χλωμάδα ενός κεριού

Την Παναγιά

Που στρώνει στο μικρό Χριστό

Για να πλαγιάσει

[από τη συλλογή της Ευτυχίας  Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, εκδόσεις Αρμός 1999]

 

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ ΣΟΥ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ 1999)

Στα σκοτεινά υπόγεια των καθρεφτών

Με τους κορυδαλλούς της ανάμνησης

Να φτερουγίζουν

Μάταια το βλέμμα μου

Κυνηγά

Τις σκιές των χεριών σου

Που όλο και ξεμακραίνουν

 

Θλιμμένες σαν τις Κυριακές

Που σίγησε η καμπάνα

Και του βασιλικού η οσμή

Από τις φλέβες του Θεού

Δε χύθηκε στο αλάβαστρο του κόσμου

Πένθιμες  και  σιωπηλές

Καθώς ωχρές επιστολές

Προς αόμματους παραλήπτες

Κι απέραντα μοναχικές

Σαν παρεκκλήσια ερειπωμένα

Που από τις τοιχογραφίες τις παλιές

Ξεθώριασε της Παναγιάς το χέρι

 

Κι ευθύς το θείο Βρέφος γλίστρησε

Στων Ελαιών τον Κήπο.

 

ΜΙΑ ΚΡΟΤΙΔΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ

Τα τρένα μεταφέρανε μαθητευόμενους τυφλούς

Κάποια ναυάγια συνειρμών, πουλιά βαλσαμωμένα

Και λίθους επιτύμβιους για μέλλοντες νεκρούς

 

Όμως, μια μόνο καμπάνα από ίασπη αρκούσε

Να αντηχήσει, για να φανεί η λευκή γραμμή πάνω

Απ’ το ακρωτήρι

Ν’ ανοίξουν οι καταπακτές των υπογείων

Και μια κροτίδα αναστάσιμη να φωτίσει

Τα αβρά περάσματα της λάμνουσας ψυχής

Μέσα απ’ τις χαραμάδες του θαύματος

 [από τη συλλογή της Ευτυχίας- Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, εκδόσεις Αρμός 1999]

 

ΓΥΡΩ ΣΤΙΣ ΔΩΔΕΚΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ 1999)

Τη νύχτα εκείνη αλλόκοτες σκιές κατέβηκαν στο σπίτι μας

Η στέγη είχε εκτιναχθεί από νωρίς

Φορτωμένες μετέωρους βηματισμούς, μια συμφωνία ύπνου

Και φτυάρια με κολλημένα επάνω τους πέταλα από

Γαρύφαλλα παλιά πλησίασαν στο δωμάτιο

Σε γύρευαν παντού

Στο πανεράκι με το πλέξιμο ένα μαντήλι με δάκρυα

Φυλαγμένο,  η λάμπα της τραπεζαρίας αναμμένη

Κι η σχολική ποδιά μου ασθδέρωτη

 

Θα έρθει, δεν μπορεί.   Έχω σχολείο, τους είπα

 

Σε βρήκανε στην κουζίνα, γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι

Μπροστά στα εικονίσματα με τις αποσκευές στο χέρι

Φορούσες το μαύρο σου παλτό

Απ’ το άλογό σου επάνω σκυμμένος ο Άη-Γιώργης

Σε βοηθούσε ν’ ανέβεις, ενώ οι δίπλα άγιοι παρατεταγμένοι

Στη σειρά υπόσχονταν πως θα φυλάν το σπίτι

Ύστερα χιόνισε πολύ

 

ΚΑΘΩΣ ΠΙΑ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΑ ΠΛΗΝ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ 

(…για να ψιχαλίζει… το πένθος του ο ουρανός 

στη μελαγχολία του Ποιήματος…)

ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ είναι ο ευρηματικός τίτλος  της τρίτης ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου  που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ.    Με άλλα λόγια   ένα ταξίδι  επιστροφής   «στη μελαγχολία του ποιήματος…»    όπου μια φευγάτη άνοιξη ονείρων,   επιθυμιών,   δακρύων,    φιλιών   «καθώς πια όλα είναι εφικτά πλην της αθανασίας»  «στους διαδρόμους του ουρανού»   επανέρχεται ξανά και ξανά  σε   «αυτοσχέδιους κήπους»   με   «Ιάμβους εύφλεκτους»  και «εύκρατα παραμιλητά»   συναισθημάτων,   για τη ΔΙΑΣΩΣΗ ΑΠΩΛΕΙΩΝ (σελ.11).  Λένε πως λογοτεχνία  και  ποίηση    ούτε νοείται ούτε γίνεται δίχως έρωτα  και  θάνατο.   Ο Μαρωνίτης, μάλιστα,   σε μια από τις…    «απολίτιστες μονοτονικές»  επιφυλλίδες του στο ΒΗΜΑ,   σχολιάζοντας άλλη ερωτική συλλογή, σημείωνε με έμφαση:   «ο έρωτας ανταποκρίνεται εξίσου    στα σώματα και στα αισθήματα,    που εμπλέκονται και συμπλέκονται,   αναζητώντας την καταγωγική τους πλοκή.   Πέρα από τα σώματα και τα αισθήματα,   ο έρωτας αφορά το σώμα της ίδιας της γλώσσας:   τις δικές της κρυφές πλοκές,  εμπλοκές  και  συμπλοκές.  Αποτυπωμένες στους φθόγγους της,   στις συλλαβές,   στις λέξεις,   στις προτάσεις   και, τελικώς,   στο ρυθμό,   που ρυθμίζεται μεταξύ φωνής και σιωπής».   Η Λουκίδου με τη συλλογή της ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ  ανοίγει το δρόμο σε μια αντίστροφη επιτρεπτή γενίκευση:  έρωτας και θάνατος δίχως νοσταλγία δεν νοούνται.   Επιλέγω  κάποια  παραθέματα ερωτευμένου κοριτσιού   κι άλλα με αναφορές θανάτου,  έτσι όπως μες τα ποιήματα τείνουν   «να συγκεράσουν και να νικήσουν και τα δυο   πέρα απ΄ τη διάρκεια των πραγμάτων επιζώντας»:   «Θέλω να σου μιλήσω   Για του μελανιού τον ιδρώτα    Σε ουράνιες περγαμηνές   Σαν καταγράφει   Τις διδαχές ερώτων και σκιών»     (ΔΙΔΑΧΕΣ ΕΡΩΤΩΝ ΚΑΙ ΣΚΙΩΝ σελ.33),   «Με μωβ αγκάθια στα μαλλιά  Στήνει μιαν ανεμόσκαλα   Το θάνατο αποπλανά  Κι ένα μπουκέτο  νότες   Αναπέμπει»     (ΕΞΕΓΟΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ σελ. 14),   «Κι όλες τις σκουριασμένες κλειδαριές  Που του θανάτου κυοφορούν  Το κεφαλαίο θήτα…»     (ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ σελ. 18),   «Να φυγαδεύσω το λευκό στον ύπνο μιας γαρδένιας  Σε επίθυρα χεράκια να κρύψω το γαλάζιο   Και πάνω απ’ τα ερείπια   Την τέφρα του θανάτου ν’ αφανίσω»      (ΓΙΑΤΙ ΠΟΛΥ ΠΟΝΕΣΑΜΕ σελ. 25)   Λογοτεχνία και Ποίηση,   Έρωτας και Θάνατος,   Σώματα  και  Αισθήματα,   Κροτίδα Αναστάσιμη,    Γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι,      Οι σκιές των χεριών στα φωτεινά υπόγεια    των καθρεφτών,   Ναυάγια Συνειρμών   Κι από τότε Μια ιστορία Αγάπης με άσχημο τέλος,   παιδιά,    εφηβεία,    φιλιά   και   δάκρυα,    μοναξιά και ΑΠΟΥΣΙΕΣ σελ. 48:   «Καταμεσής του υετού  παλιρροώντας σε Έρωτες   Έψαχνα    Ένα παράθυρο ανοιχτό να το φυσάει ο Αύγουστος   Μια ξαφνική εκπυρσοκρότηση γιασεμιών   Μήπως και φωταγωγηθούν    Οι σκοτεινές πλατείες του μυαλού μου…»

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2025

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

ΠΑΝΤΑ Σ’ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑΜΕ…

 

(…χωρίς ποτέ κανείς να μας ακούει…)

(«Γιατί σωπαίνουν τα κοχύλια;

Γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;

Τα ζώα τ’ αφανίσαμε και τα φυτά

Οι γυναίκες μας φόρεσαν όλα τα δάκρυα» - Τάκης Βαρβιτσιώτης)

 

Λέγοντας και γράφοντας για τη νοσταλγία, θα επανέρχονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ερωτήματα ρητορικά ή αναπάντητα για τα παιδιά.

Είναι λοιπόν η παιδική ηλικία το «νόστιμον ήμαρ»;

Η Λουκίδου δανείζεται μια στροφή από ένα ποίημα του Τάκη Βαρβιτσιώτη, για να στοιχειοθετήσει τη δική της απάντηση στο βασανιστικό ερώτημα:   «Γιατί δεν τραγουδάνε τα παιδιά;»

 

Δεν είναι που στρίβει τη γωνιά

Πυρπολημένη υακίνθους η αθωότητά μας

Με μάτια τόσο σιωπηλά

Σαν στοχασμός του δειλινού

Στα τέλη του Σεπτέμβρη

 

Δεν είν’ που πλέουν πένθιμα

Μικρά σεντούκια ψάθινα

Γεμάτα παραμύθια

Γυάλινους βώλους που σκορπά

Τη νύχτα ο γαλαξίας

Μολύβια και σφεντόνες

 

Όμως γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;

 

Δεν είν’ που αποφοιτήσαντες Θεοί

Με αποσκευές στο χέρι

Κοιτάζουν το ρολόι του σταθμού

Την ύστατη αναχώρηση

Πάνω από ουράνιους εξώστες

Καρτερώντας

 

Είναι που τα γαλάζια μας τετράδια

Στη νύχτα εξατμίζονται

Κι ύστερα γίνονται πουλιά

Και τραβηγμένα στη στεριά καΐκια

Ερωτεύονται

 

Μα επιτέλους γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;

 

Το σφύριγμα του τραίνου ολοένα πλησιάζει

Γιατί λοιπόν δεν τραγουδούνε

Ίσως τα προσπεράσει

Κι ύστερα πούνε αδιάφορα;

Το τραίνο δεν το είδαμε

Το σφύριγμά του πνίγηκε απ’ τις μελωδικές φωνές

Εμείς μονάχα τραγουδούσαμε

Πάντα σ’ όλο τον κόσμο

Χωρίς ποτέ κανείς να μας ακούει

[ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ από τη συλλογή

της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου

ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, εκδόσεις Αρμός 1999]



 

Κι άλλα ποιήματα  ΑΝΘΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ από την εν λόγω  συλλογή   για…    ΝΑ   ΦΥΓΟΥΜΕ ΜΑΖΙ 

Γιατί  η λιμνάζουσα ζωή    

Συνομιλεί τις Κυριακές   Με αγάπες πεθαμένες

 

Κι ύστερα απ’ το παράθυρο

Μέσα στο αγιάζι της νύχτας   Σχισμένα ποιήματα σκορπά

Που μονάχα τ’ αγάλματα    Κρυφά περισυλλέγουν

Για να σκεπάζουνε μ’ αυτά

Της λαξευτής τους μοναξιάς   Το ανελέητο ψύχος 

 

Γι’ αυτό σου λέω:   Θα ’ρθεις να φύγουμε μαζί;  

 

Η ΠΡΩΤΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΙΤΣΟΛΕΣ  ή ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας - Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ 1999)

Κι επειδή ό,τι αγαπήσαμε  κι ό,τι μας ξάφνιασε με την αυθαιρεσία του,

ό,τι κρυφά ανάσαινε  γνεψίματα  μιας εφηβείας χαμένης

θέλοντας ν’ αποσπάσει δάκρυα που δεν τολμούσαμε

ίσως να φανερώσουμε,

«όταν διαλύαμε κρυφά»   στη μοναξιά της Κυριακής

«δυο κύβους από έρωτα»,

μπορεί και να το χάσουμε

σαν θα γλιστρήσει αθόρυβα μες στου καιρού τα πράσινα νερά,

φύλαξε αγαπημένε μου ένα καράβι χάρτινο

στην αποβάθρα των ματιών μου  να σε βγάλει,

την γκρίζα  λήθη να πλανέψει

 

Κι ενώ όλα του κόσμου τα ρολόγια θα σημαίνουν τελετουργικά

τη θανατική καταδίκη εκείνων  που απέστρεψαν το βλέμμα τους

από τα βήματα των κοριτσιών  που διάβαιναν στους δρόμους των ρυτίδων

Θα έρθει αυτό να ξεγελάσει με φιλιά του χρόνου τη συνωμοσία

μηνώντας σου απ’ τα θαλασσινά νερά  πως σε όλους περισσεύουν

λίγες λέξεις αγάπης που πλάι – πλάι,  αν σταθούν φωτοβολίδες,

γέφυρες σχηματίζουνε

 

τείνοντας να ενώσουνε το μέλλον  με το παρελθόν,

να συγκεράσουν  και να  νικήσουν  και τα δυο

πέρα απ’ τη διάρκεια των πραγμάτων επιζώντας

 

ΦΡΑΓΜΑ ΘΕΡΜΗΣ

Κατευοδώναμε την αναχώρηση   Τα

ων νηκτικών πτηνών

Αγιάζοντας τα ύδατα  

Με παπαρούνες

Βγάλαμε και φωτογραφίες

 

Ανυποψίαστοι κι οι δυο

Για τον κατακλυσμό

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΣΙ ΛΕΠΤΩΝ

Νύχτα Χριστουγέννων παραθαλάσσια

Με το κορίτσι της γειτονιάς

Στο παρκάκι δίπλα στην εκκλησία

Κατάστικτος λαθραίων αγγιγμάτων 

Και ευχών

Να πίνεις στην υγειά    Νοσηλευόμενων  ελπίδων

Υπέρ ευκρασίας να εύχεσαι

Ανήλικων ποιημάτων

Απελευθέρωσης Νυμφίων αιχμαλώτων

Και αποστηθίζοντας τον Ενεστώτα

Του ρήματος θα ζήσω

Ν’ απομακρύνεσαι

Κουνώντας μου το χέρι

Ταχυδρομώντας μου φιλιά

 

Μέχρι που πια άλλο δεν μ’ έβλεπες

Μέχρι που πια ο δρόμος τέλειωνε

 

Ο δρόμος πάντα τελειώνει

 

ΑΠΟΥΣΙΕΣ

Καταμεσής του υετού παλιρροώντας σε Έρωτες

Έψαχνα

Ένα παράθυρο ανοιχτό να το φυσάει  ο  Αύγουστος

Μια ξαφνική  εκπυρσοκρότηση  γιασεμιών

Μήπως και φωταγωγηθούν

Οι σκοτεινές πλατείες του μυαλού μου

 

Να γέρνω με θυμάται

Να σπρώχνω απουσίες  και  να γέρνω

Κι ύστερα φωνές

Πέφτω.  Λυγίζουν τα υπάρχοντα μου  κι  η προδοσία

Με φυσάει από τη μνήμη

Κάποιος να κλείσει ερμητικά τη μνήμη

 

Τα σπίτια τα στοιχειώνουνε ύπουλες χαραμάδες

Ρωγμές που μόλις και μετά βίας χωράει

Ένα γράμμα  ή  μια τύψη  λαθρεπιβάτιδα της σκόνης

 

Γιατί δεν κλείνει εντελώς;

Ποιον αποχαιρετά  αυτό το φλύαρο μαντίλι

Που προεξέχει του χαμού;

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ 1999] 

 

ΘΑ  ’ΒΡΙΣΚΕ ΤΡΟΠΟΥΣ ΦΤΕΡΩΤΟΥΣ Η ΘΛΙΨΗ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας - Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ 1999)

Αν με τα αργύρια που με παρέδωσες

Εξαγόραζες την απολεσθείσα μου αθωότητα

Θα είχε κάποιες ελπίδες η λάμψη

Που έχω κλεισμένη στο ντουλαπάικι  της όρασης

Ν’ αναστηλώσει το βλέμμα

 

Αν από το βιβλιοπωλείο κοντά στη  Frauenkirche

Σ’ άφηνα να μου αγοράσεις το Λεύκωμα  Chagall

Θα ’βρισκε τρόπους φτερωτούς η θλίψη ν’ απογιεωθεί

 

Ή ίσως κι ο βιολιστής που κάθεται στη στέγη

Της δεξιάς σελίδας να παραχωρούσε την καρέκλα του

Στο κουρασμένο μου μυαλό

 

Ατέλειωτα μερόνυχτα το περιφέρω από φωτογραφίες

Σε πανσελήνους  κι απ’ τη φωνή σου στη σιωπή της

Ώσπου,  κατάκοπο πια,  θ’ ανταλλάσσει  κι

Αυτή τη μνήμη της αφής  για ενός λεπτού

Ανάπαυση

 

ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΖΩΗΣ  

(…πίδακας ευφροσύνης,  για να υψωθεί 

Έως τη στίλβη του απείρου σου…)

Πρέπει ένα πούπουλο από το πάπλωμα

που σκεπάζει το γυμνό κορίτσι

Ή ένας δείκτης ρολογιού που σπάζει

μόλις αυτό ξεσκεπάζεται,  για ν’ ανταλλάξει

τη φωνή του με των χελιδονιών

Να γεφυρώσει τις πιο βαθιές αβύσσους

Να στήσει καρτέρι στο δρόμο της Σελήνης

-ύπτια κολυμπώντας περνά από εκεί

μεσάνυχτα η απελπισία –

 

Τότε θα νιώσεις το σφυγμό του κόσμου όλου ν’ αναπάλλει

Θεία χαμόγελα θα βρεις πάνω στην άλμη των δακρύων

Και απ’ όλες τις καταφρονεμένες  γωνίτσες

Που ασκητεύουνε οι όρκοι της αγάπης μου

Θα δεις

 

Τα ζοφερά ξέφτια του πόνου σου κλωστές να γίνονται

Ουράνιες  κι αργά να χαλαρώνει των ημερών σου

Το σχοινί που σιγανά σε πνίγει!..

 

ΩΣΕΙ ΠΑΡΩΝ

Με ξόρκια που διαλύουν την αιθάλη  και  ξαστερώνουν την Όραση

περάσανε τα χρόνια!..

 

Το ένα μου χέρι ύψωνα σε πολιτείες γυάλινες με ανθρώπους

Που απ’ το  «χωρίς»  προτίμησαν το  «με»

αναρριχώμενο ιστίο επάνω από τη θύελλα

την έλευση προφήτευε μιας νέας φράσης άφθαρτης

-πώς λέμε  Εύκλειτος  Πόνος –

Στ’ άλλο μου χέρι κράταγα μια εξαρθρωμένη κούκλα

άνεργα τα μάτια της διαιώνιζαν

σε χρόνους παρατατικούς τεμαχισμένων

εικόνων ράκη

 

Κι εσύ εκεί  πάντα εκεί  να με παιδεύεις

Σαν πετραδάκι στο παπούτσι να με ακολουθείς

Σταμάτα πια να με ρωτάς

Τι με ρωτα,  κουράστηκα

Πού θες να ξέρω με τι ριμάρει  το  «θυμάμαι»;

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ 1999] 

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕ ΑΣΧΗΜΟ ΤΕΛΟΣ…

(… είχες περάσει απέναντι…  Δε μ’ άκουγες…)

Κι ενώ η παρέλαση των βροχερών ημερών σου   με στοίχηση πειθαρχική τελούνταν στην παραλία,  άξαφνα,  ομπρέλες από ευγενή μέταλλα φτιαγμένες   άρχισαν να αιωρούνται,  κλιμακωτά γεωμετρώντας το τοπίο,   τον παρ’ ολίγον θάνατο ν’ ακινητούν.   Ήτανε πια καιρός.   Χρόνια τώρα η μονοσήμαντη ζωή υπέφερε από ναυτία.   Ύστερα κατέφθασαν οι Αλκυονίδες τύψεις μιας πρώιμα   φευγάτης Άνοιξης  που μες στο καταχείμωνο μεταμελούνταν,  εύκρατα παραμιλητά  σε αυτοσχέδιους κήπους,  λαθρεμπόριο φιλιών   στις στροφές των δρόμων  και από κοινού η απόφαση  να παίξουμε τους δήμιους.   Φυλακίζαμε λοιπόν μες σε φωτογραφίες  το κιόσκι που ’βλεπε   στο λούνα – παρκ,  συνθήματα σε τοίχους ή  στάσεις   λεωφορείων,  ανορθόγραφες υποσχέσεις στα παγκάκια,   ματαιόδοξες αντανακλάσεις πρωινής λύπης  πάνω σε βρόχινα νερά,  την αγαπημένη μου παλάμη  που σου θύμωνε   και  πάντοτε το γέλιο μου – σου άρεσε το γέλιο μου -  ιδίως όταν το ξεναγούσες  στη γενέθλια χώρα του.   Μόνο που η φωνή σου  -  σπασμένη  και  βραχνή όπως η μνήμη των απωλειών – δραπέτευε μονίμως.  Συνήθως   κάποιοι στίχοι,  φίλοι καλοί από παλιά, της πρόσφεραν  κατάλυμα,  μόνο για μια νύχτα.  Άλλοτε:  «…της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι…»  ή  «…πήγε ο νους σας  στην Άνοιξη που είναι σκληρή για τα μικρά παιδια;»  και  πάλι κυνηγημένη έφευγε, για να κρυφτεί σε αιθρίας ημιτόνια,  στην απαρχή του έγχρωμου  να απορήσει:  «πού με πηγαίνεις;»!..  Ένα απόγευμα μου ανήγγειλες την είδηση.   Κάποιοι απήγαγαν το πάρκο μας.   Φανατικοί διώκτες των θρησκευόμενων του Έρωτα, ιερόσυλοι αιρετικοί,  εισέβαλαν στην προστάτιδα φυλλοβόλα περιοχή,   ασέλγησαν στις ώρες μας,  λήστεψαν τις πατημασιές,  έσβησαν τα φανάρια.   Σκοτείνιασε!..  Δε σ’ έβλεπα.   Δεν έχει μέρος πια για μας,  μονολογούσες.   Μας άφησαν τη  θάλασσα,  σου έλεγα.   Δεν έχει μέρος πια!..  Σου έδειξα τη θάλασσα.  Δε μ’ έβλεπες.   Έχουν αφήσει και εμάς,  σου φώναξα.   Είχες περάσει απέναντι.   Δε μ’ άκουγες…      [από τη συλλογή της Ευτυχίας - Αλεξάνδρας Λουκίδου ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ Εκδόσεις Αρμός 1999)

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2025

ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΧΟΥΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΡΕΘΙΖΟΥΝ ΤΟ ΧΑΟΣ

  Με παραισθήσεις υποφέροντας ο κήρυκας αισθάνθηκε να διαιρείται. Από το σώμα του επαράγονταν κι άλλα σώματα κι έγινε ένας στίχος ερχομένω...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ