Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουτσουμπέλη Χλόη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουτσουμπέλη Χλόη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΘΑΒΕΙ ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΩΜΑ

 (…που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.

Το λέει ενοχή…)


Ι.

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα

μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν

τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ.

Το αποκαλεί γραφή.

Στήνει παγίδες  σε ασβούς

που μένουν πάντα άδειες.

Το ονομάζει μνήμη.

Τα πρωινά τρώει αβγά χήνας

και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα

χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων

πεθαίνει από άνοια στο γηροκομείο.

Το χαρακτηρίζει υγιεινή διατροφή.

Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα,

που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.

Το λέει ενοχή.

ΙΙ.

Η ιερομαντεία σωστά το είχε προβλέψει.

Τα σπλάχνα των ζώων δεν λαθεύουν.

Ίσκιοι παραμένουμε ως το τέλος.

Ενωνόμαστε, χωρίζουμε, για πόσο;

Ποια πραγματικά είναι η θυσία;

Υπάρχει, άραγε, μετάνοια γι’ αυτούς που μετανιώνουν;

ΙΙΙ.

Ήρθε στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη,

αγάπησε όμως, άραγε, ποτέ της αρκετά;

ΙV.

Και η οικογένεια;

Συμβαίνει και στις καλύτερες.

Εδώ όμως ήταν στημένη η παρτίδα.

Αναντίρρητα, οι Λαβδακίδες έτυχαν βαλέ.

Από πότε όμως αυτό αποτελεί δικαιολογία;

V.

Μήπως όμως η Αντιγόνη απέκτησε καινούργια μάτια;

Μήπως υπάρχουν πυγολαμπίδες στη σκιά;

Μήπως οι άνθρωποι γερνούνε μόνο μέσα

και ό,τι χάνεται στην επιφάνεια

κερδίζεται στο χώμα που γεννοβολά;

VΙ.

Ήρθαμε άραγε ταγμένοι

Ή είμαστε μονάχα

νυχτόβια τυφλά όντα

που τρυπάνε μάταια το σκοτάδι,

απέλπιδες ανθρακωρύχοι,

ανόσιοι τυμβωρύχοι,

σκαπανείς;

VΙΙ.

Τελευταία η Αντιγόνη κυκλοφορεί στο πάρκο.

Μεσάνυχτα την ώρα που σπαν στα δύο οι σκιές.

Αν την δείτε,

λευκή χλαμύδα, ύλη αραιή από αέρα και φωτιά

και δυο μάτια αναμμένα,

αφήστε ένα χτενάκι στο παγκάκι.

VΙΙΙ.

Μου αρέσει τις νύχτες να χτενίζω τα μαλλιά μου.

Όμως δεν έχω πια μαλλιά, δεν έχω νύχτες.

ΙΧ.

Η μεγάλη Πολική νύχτα απλώνεται στον κόσμο.

Το χιόνι λευκή αρκούδα θα καταπιεί τη γη.

Όλα γύρω μας γερνούν.

Παγόβουνα ρυτίδες στην επιφάνεια του προσώπου.

Χ.

Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος.

Μισός.

Η αγάπη όμως.

Δεν γερνά ποτέ

(Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΕΡΝΑ  στη συλλογή της Χλόης Κουτουμπέλη 

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)




 

ΑΛΚΗΣΤΙΣ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Είπε αυτός μπορεί να το ρυθμίσει.

Να διασωθεί ο Άδμητος.

Μια μικρή μίζα στο βαρκάρη,

ένα ασημένιο νόμισμα στο στόμα.

Ο Κέρβερος θα αναισθητοποιηθεί με βαρβιτουρικά.

Η απόδραση θα γίνει τη νύχτα στο σκοτάδι.

Αρνήθηκα.

 

Οι νεκροί έρωτες δεν ανασταίνονται ποτέ.

 

Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΕΡΝΑ

 

Η Πηνελόπη έχει αϋπνίες.

Πάλι θα πάρει υπνωτικό

Ίνες από σάλιο στο μαξιλάρι.

Έξω από την πόρτα σε στοίβες

μανικετόκουμπα, γραβάτες,

γυαλιστερά σκαρπίνια

που άφηναν πίσω οι μνηστήρες,

όταν σκόρπισαν τα χρόνια.

Ποιον θα ξεβγάλει απόψε στην ακτή το όνειρο;

Ποιος θα ξεπροβάλει μες απ’ την ομίχλη

για να την αγκαλιάσει σε χωνευτό κρεβάτι;

Ποιος θα περάσει το βέλος απ’ τους δώδεκα πασσάλους;

Κανέναν δεν περιμένει πια η Πηνελόπη.

 

Στο μεταξύ, στο αεροδρόμιο,

ο ξένος με το παρατσούκλι Ούτις

έχει κιόλας περάσει τον έλεγχο αποσκευών

 

Η ΝΤΡΟΠΗ

 

Ο καθένας κουβαλάει την ντροπή του

κολλημένο βλέφαρο στην πλάτη,

η ξηλωμένη πατρική οικογένεια

κρεμάει στο μανίκι.

Για χρόνια δεν το ήξερα κι εγώ.

Είναι στραβοί οι τοίχοι του σπιτιού,

είπε πρόσφατα ο μηχανικός.

Και επιπλέον ανύπαρκτη η διεύθυνση.

Συγκεκριμένα, ενώ η οδοσήμανση είναι κανονική,

ο δρόμος ξαφνικά σπάει και αιωρείται,

ενώ παρεμβάλλεται ένα πάρκο με σκυλιά

που δαιμονισμένα  γαβγίζουν λυσσασμένα.

Επιπροσθέτως υπάρχει το θεματάκι με τη θάλασσα.

Ενώ η παραλία απέχει πεντακόσιες μακροπόδαρες γιάρδες μακριά,

τα κύματα συχνά πλημμυρίζουν το σαλόνι.

Μερικά έπιπλα συνήθως πνίγονται.

Μόνο ο βαρύς μπουφές με τα νεκρά ποτήρια του λικέρ

επιβιώνει.

Ύστερα από κάθε παλίρροια τα κρύσταλλα λάμπουν καθαρά,

τα πιατάκια του γλυκού χαμογελούνε ραγισμένα

κι η ασημένια σταχτοθήκη με την τελευταία σου γόπα

καπνίζει ακόμα.

Όταν η αφρισμένη θάλασσα ορμάει μέσα,

φέρνει συχνά τα δώρα της.

Ένα μαξιλάρι παιδικό με κεντημένο το όνομα Βασίλης.

Υπήρξε, άραγε, ποτέ, αδελφός;

Υπήρξε μητέρα, πατέρας, οικογένεια

ή πάντα λ Μαύρος Πόντος καταπόντιζε;

Ναι, πάντα την ντροπή μας κουβαλάμε.

Ένα κλεισμένο βλέφαρο σαν όστρακο στην πλάτη.

Όμως με τα χρόνια ανοίγει.

Οι βλεφαρίδες ξεκολλούν με δυσκολία.

Και ξαφνικά ανοίγει το τεράστιο μάτι.

Που κάποιοι αποκαλούνε έμνευση.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΟΜΦΑΛΙΟΣ ΛΩΡΟΣ

(στη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Όταν από σώμα βγαίνει άλλο σώμα,

μες απ’ την αρχέγονη λάσπη και το αίμα,

η πρώτη χελώνα απ’ το νερό,

το νέο πλάσμα που αποκαλείται γιος

περπατάει στην αρχή στα τέσσερα,

χορεύει με το κεφάλι του στο χώμα,

αναπνέει χωρίς βράγχια,

ολοκληρώνεται στην απουσία του,

πατάει γερά στα πήλινά του πόδια.

 

Τότε μόνο καταλαβαίνεις

πόσο απαραίτητα είναι τα χειρουργικά εργαλεία

στην αγάπη.

 

ΑΣΚΗΣΗ

 

Ζωγράφισε μια οικογένεια.

Έναν πατέρα αν είναι απαραίτητα

Με στρατιωτική στολή αν το κρίνετε σωστό.

Δίπλα του να καταρρέει μία μητέρα,  ίσως με κότσο

Ένα έως δύο αδέλφια.

Ίσως και τρία αν είστε σε γενναιόδωρη διάθεση.

Και ναι, ας κρατούν μπαλόνια.

Ή ένα αρκουδάκι  ή  οτιδήποτε εξίσου μαλλιαρό.

Σκηνοθετήστε ένα γεύμα   σε κυριακάτικο τραπέζι.

Χωρίς δάκρυα στην κρεμμυδόσουπα

και γαλοπούλες να αιωρούνται στο ταβάνι.

Με πρόσωπα χαμογελαστά που κινούν χαρούμενα

τα πόδια και τα χέρια,

Και τώρα ένα σπίτι.

Όχι, δεν επιτρέπεται παπούτσι.

Ούτε δοκιμαστικός σωλήνας.

Ένα συμβατικό κατάλυμα με σκεπή θα βοηθούσε.

Αρκεί.

Τώρα επαναλάβετε πολλές φορές:

Είχα κι εγώ μια οικογένεια όπως όλοι.

 

ΟΔΗΓΟΣ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ

 

Είχα κι εγώ μια μητέρα

Όλοι δικαιούνται από μία.

Δεν ήξερε να μαγειρεύει.

Στο τραπεζομάντηλο κεντούσε φαγητά.

Ο αδελφός όλο πεινούσε.

Εγώ πάχαινα συνέχεια.

Όταν τελικά μας εγκατέλειψε,

αγοράσαμε χύτρα ταχύτητας.

Η βαλβίδα σφύριζε.

Το σπίτι κυλούσε ανεξέλεγκτο στις ράγες.

Ένας σταθμάρχης με πινέλο έβαψε μαύρο

πρώτα τον πατέρα κι ύστερα τον αδελφό.

Αυτό δημιούργησε μουτζούρες στο χαρτί.

Στη φωτογραφία υπήρχαν τα κορμιά

με μία τρύπα μηδενικό στη θέση των προσώπων.

Μου απέμεινε η μητέρα.

Απέκτησε μάλιστα οδηγό μαγειρικής.

Μαγειρεύει πια θεσπέσια δείπνα για έναν στον κουζίνα.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

 

Ήρθε χθες βράδυ στο όνειρό μου η γιαγιά.

Με κλαδωτή ποδιά και γάντια πλαστικά.

Ήξερε για τις νυχτερινές μου έρευνες .

Κάθε πρωί επέστρεφα με λιωμένα τα παπούτσια.

Όμως πουθενά δεν έβρισκα

γυναίκα πιο κουτή από μένα.

Συναντούσα γυναίκες που προσπαθούσαν

ν’ ανεβάσουν το φεγγάρι   απ’ το πηγάδι με σχοινιά,

άλλες που για να φορέσουν το φουστάνι

πηδούσαν μέσα στην ντουλάπα,

και κάποιες που έκλαιγαν προκαταβολικά

για τη βαλσαμωμένη  τίγρη – χρόνο

που θα τις καταβρόχθιζε.

Καμιά όμως δεν ήταν τόσο κουτή

που να ζυμώνει χωρίς σταφίδες σταφιδόψωμα,

να διαβάζει τηλεγραφήματα   στα ψίχουλα ψωμιού

και να πιστεύει πως κάποτε μ’ αγάπησες.

Είναι κληρονομικό μας λέει η γιαγιά.

Καμιά στην οικογένεια δεν είχε υψηλό δείκτη ευφυίας.

Είχε κλεφτεί με κάποιον που δεν γνώριζε,

εγκαταλείποντας άνδρα  και παιδιά.

«Κάνω όμως τέλεια κουλουράκι»,  είπε

κι έβγαλε απ’ το φούρνο

ξεροψημένα μωρά από αλεύρι

που δάγκωσε με λαιμαργία.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

(…είναι απλώς μια συλλογή ποιημάτων που τελειώνει…)

Και τώρα;  τον ρώτησε.   Αυτός καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη  με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.   Φορούσε μαύρα γυαλιά… Είχαμε δώσει ραντεβού.  [Η σχέση εξαιρετικά βραχύβια.  Στα δεκαοχτώ ρώτησες πώς με λένε.  Σου απάντησε ειλικρινά  «δεν ξέρω»,  αφού ποιος στ’ αλήθεια γνωρίζει ποτέ τ’ όνομά του]   Βρεθήκαμε Καμάρα.  Εκείνη την ημέρα ο Λευκός Πύργος έμοιαζε καμηλοπάρδαλη,  καπνοί έζωναν την πόλη,  κάπου μακριά μύριζε πυρκαγιά,  στα εβραϊκά νεκροταφεία έκλεβαν τις πλάκες,  φορούσες ένα κίτρινο αστέρι  κι  εγώ μια στολή παλιού ιππότη.  Η χιλιετηρίδα είχε ήδη λήξει.   Η Αριστοτέλους άχνιζε περιστέρια.   Τα κάστρα συνοφρυώνονταν δασιά.   Μια ταβέρνα στην Άνω Πόλη παρέμεινε ακόμη ανοιχτή για μας.   Είναι το τέλος του κόσμου,  είπες.   Στο γυρισμό με φίλησες στο στόμα.   Στο ραντεβού που δώσαμε Καμάρα,  εσύ ποτέ δεν ήρθες  κι  εγώ ποτέ δεν έφτασα ολόκληρη…  (ΕΠΙΛΟΓΟΣ,  ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ, δυο ποιήματα από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, ΠΟΛΙΣ 2018)

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2026

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΤΗΚΕ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

 (…ενάμιση αιώνα πριν…)


 

Ο κόμης Βρόντσκι  δεν έφτασε ποτέ.

Ένα σώμα γυναίκας έπεσε στις ράγες.

Ελάφι,  ψιθύρισε ο μηχανοδηγός.

Φορούσε πολύχρωμες κάλτσες,

παράταιρες η μία με την άλλη.

Κάπνιζε ένα πούρο  και  γελούσε στραβά.

Με λένε Λέων!..  Φώναξε, 

καθώς το τρένο φιδογύριζε ανάμεσα στις σημύδες.

Λίγο πριν το σταθμό Λαρίσης   ανέπτυξε ταχύτητα.

Ξαφνικά σκόνταψε σε μία πελώρια φάλαινα – σκοτάδι.

Αυτό ονομάζεται σύγκρουση συμφερόντων,

σχολίασε ένας επιβάτης κριτικός

που καθόταν  δίπλα σ’ ένα κύριο που ροχάλιζε.

Συμφωνείς,  Μέλβιλ;   τον ρώτησε,

πριν όλα εξαφανιστούν μες στον λεπτό καπνό.

Τότε αυτή άνοιξε ξαφνικά τα μάτια,

στερέωσε τα γυαλιά στη μύτη  και  άρχισε να γράφει. 

Αγαπητέ κόμη, από τότε που,  δεν είμαι πια εδώ.

(ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ  στη συλλογή της Χλόης Κουτουμπέλη 

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: 

 

Και τώρα;   τον ρώτησε  

Αυτός  καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη

με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.

Φορούσε μαύρα γυαλιά.

Τώρα,  της είπε με βραχνή φωνή, 

είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει




 

(σχόλιο)    Οπαδός της μετάπλασης του πραγματικού στην τέχνη

(και όχι της παθητικής του αναπαράστασης)

η Χλόη Κουτσουμπέλη, συνθέτει εικόνες ενός άλογου κόσμου

μέσα τον οποίο δεσπόζει το αίσθημα του αλλόκοτου.

Ένας κόσμος φαινομενικά παράλογος

που αναδύεται και κατακλύζει τη συμβατική πραγματικότητα.

Στο σημείο τούτο τέμνεται με το έργο του Σαχτούρη

που συγχωνεύει το παράδοξο στην ποίησή του  (Λϊλιαν Τσούβα)

 

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Το ήξερα πως ήταν από τυρί. Μαλακό τυρί με τρύπες.

Βέβαια εγώ δεν ήμουν ποντίκι, αλλά όπως έλεγε η μητέρα,

φανατική τυροφάγος, έτσι σιγά - σιγά θα ροκάνιζα όλο το

παρελθόν μου.    Το πείραμα ήταν το εξής.

Έπαιρναν μία  παιδική φωτογραφία

για παράδειγμα μ΄ εμένα στην αγκαλιά του μπαμπά μου

και την τοποθετούσαν με  photoshop πάνω στο φεγγάρι,

στη συνέχεια σου την   έδειχναν  κι  εσύ υπέθετες

πρώτον ότι είχες έναν μπαμπά   που δεν φοβόταν τη σωματική επαφή,

δεύτερον ότι είχες   έναν μπαμπά  και  τρίτον

ότι εσύ με τον μπαμπά σου  αγκαλιά

είχατε βρεθεί κάποτε στο φεγγάρι.

Εγώ όπως   πάντα ανταποκρίθηκα θετικά στο πείραμα των ψυχολόγων,

ίσως γιατί είμαι ένα μαλακό τυρί με τρύπες

από τότε που  μας εγκατέλειψε η μητέρα.

Η μνήμη, όπως και το τυρί,   αλλοιώνεται εύκολα,   λένε οι ψυχολόγοι.

Μπορείς να  παραποιήσεις τις αναμνήσεις,

να ξαναγράψεις από την  αρχή τον ουρανό.

Έτσι θυμήθηκα με κάθε λεπτομέρεια.

Εμένα και τον μπαμπά μου στο φεγγάρι. Αγκαλιά.

Ο μπαμπάς μου μύριζε στρατιωτική στολή.

Βουλιάζαμε  συνέχεια και το σεληνιακό έδαφος μας απορροφούσε.

Τα δυο  σώματά μας αγκαλιά σχημάτιζαν ένα

ολοστρόγγυλο   φεγγάρι.

Είπαμε να παραποιήσεις τις αναμνήσεις,

είπε ο ψυχολόγος, όχι όμως και τόσο πολύ.

Εσύ προσποιείσαι αγάπη.

 

ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝ ΣΙΜΟΝΟΦ

 

Για τη Βαλεντίνα έγραψε το ποίημα.

Περίμενέ  με,  έλεγε.

Πόσο δεν διευκρίνιζε.

Άλλοτε ζέστη,  άλλοτε κρύο στο στρατόπεδο.

Στην πατρίδα έχυναν κρασί στο χώμα,

ανάβανε γι’ αυτόν κεριά.

Κοντσαντίν Σιμόνοφ,  ήδη νεκρός.

Αψήφησέ τους,  της παράγγελνε.

Μην πιείς μαζί τους άσπρο πάτο.

Ήταν βέβαια παράλογο,

γιατί αυτή κοιμόταν μ’ άλλον κάθε βράδυ,

κάποιοι από τους εραστές  της, φίλοι του.

Δεν το ’κανε επίτηδες, φοβόταν,

τις νύχτες τα μαλλιά  της μεγάλωναν,

φύκια πυκνά την έπνιγαν.

Έβαζε το σαμοβάρι στη φωτιά.

Η πυροστιά έκαιγε σάρκα.

Είναι η σκέψη σου,   της έγραφε,

που με κρατάει ακόμα στον αφρό.

Ήταν το χίλια εννιακόσια σαράντα ένα.

Από τότε γράφτηκαν πολλά ποιήματα στον κόσμο.

Κανένα όμως πιο σπαρακτικά δεν παρακάλεσε.

Ούτε κανείς τόσο πολύ χρειάστηκε.

Όμως το κορμί δεν είναι κολυμβήθρα. 

Και κανένας πόλεμος δεν έχει ταχυδρόμους.

 

ΜΑΘΗΜΑ ΖΩΟΛΟΓΙΑΣ   Ornithorhynchus anatinus 

 

Ο ορνιθόρυγχος,  αυτό το εξελικτικό ατύχημα.

Μυθιστόρημα πλατυποδία

που κατεβαίνει σκάλες  που ανεβαίνουν

με τα στενά λουστρίνια   μιας πλοκής

που δεν προχώρησε ποτέ.

Ένα  Ποίημα   που απερίσκεπτα γεννά αυγά

με σταχτιά χηνόπουλα

χωρίς την ελπίδα κύκνου που θα γίνει.

Αδέξιο  δοκίμιο   που θηλάζει τα μικρά του,

άλλο με ράμφος πάπιας,   άλλο με σώμα κάστορα,

έχιδνας  ή  σκαντζόχοιρου.

που θα ενωθούν σε ένα  τελικά

με ευδιάκριτες όμως τις ραφές.

Θα σας τοποθετήσω αλλιώς:

Οι νηστικές μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα

δεν τον βοηθούνε καθόλου να πετάει.

Γι’ αυτό αν κάποιο βράδυ

εμπρός στη συνηθισμένη άβυσσο πολτού

από κομμένα  δένδρα

συναντήσετε  ορνιθόρυγχο,

αγκαλιάστε τον όσο πιο στοργικά μπορείτε.

Όπως θα διαβεβαίωνε ο Δαρβίνος

εκατοντάδες  ορνιθόρυγχοι  πρέπει να παρεμβληθούν

πριν η ιδέα επιτέλους γίνει πράξη.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

(στη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Εκ των υστέρων σκέφτομαι

το τελευταίο βράδυ στην ταράτσα

που μια παρέα αγγέλων

πλαταγίζαμε δαιμονικά φτερά

και ξεπλέναμε τις πληγές με ουίσκι,

τα ντραμς των αστεριών   ηχούσαν ασταμάτητα

και γυμνό σαλιγκάρι   άφηνε κλωστές στον ουρανό,

ενώ την ίδια ώρα σ’ άλλη πόλη

σε κρεβάτι νοσοκομείου,

μια ποιήτρια ετοίμαζε την τελευταία πτήση.

Και θυμήθηκα πως ξαφνικά

το ποτήρι έσπασε μισοφέγγαρο

χωρίς να χυθεί το αλκοόλ.

Και νιώσαμε όλοι τη γεύση του αίματος στα χείλη.

Και κάποιος είπε

έναν μόνο στίχο να προλάβουμε ν’ αρθρώσουμε

πριν μας καταπιεί το σκοτάδι.

Και σιδερώσαμε κολλαριστή όλοι μαζί τη νύχτα.

Έτσι, φίλοι μου,  γράφονται τα ποιήματα

τις σκοτεινές νύχτες του καλοκαιριού στο Πήλιο.

 

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΘΟΡΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

 

Ο κύριος Χόθορν

μια μέρα που έψαλλε στην εκκλησία,

άρχισε ξαφνικά να αιωρείται

και πέταξε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.

Μπαμπά, μη φεύγεις!

φώναξε η μικρή Γουέντυ,

αυτός όμως μετεωριζόταν

ψάρι με πτερύγια στο ποτάμι.

Μικρή Γουέντυ, φάε την μπουκιά,

αλλιώς θα’ σαι τόσο ελαφριά,

μια μέρα θ’ αγοράσεις μπαλόνι

θα σε παρασύρει μακριά

απ’ αυτούς π’ αγαπάς.

Μπαμπά, γιατί δεν μου μιλάς;

Ο κύριος Χόθορν λικνιζόταν επικίνδυνα

και συγκρουόταν με πουλιά.

Υπάρχει ζωή μετά θάνατο;

ρώτησε η κυρία Στίβενς τον Τροχονόμο.

Υπάρχει σίγουρα μεγάλη κίνηση

στην εναέρια κυκλοφορία,   απάντησε αυτός

κι έβγαλε το κεφάλι με το κράνος του.

Στο μεταξύ η μικρή Γουέντυ

έτρωγε, έτρωγε ασταμάτητα.

Για να μην μπορεί

να την παρασύρει κάποιο μπαλόνι.

Μακριά απ’ αυτούς που αγαπάει.

 

Η ποιητική συλλογή αποτελεί παράλληλα και έναν διάλογο με την ίδια την ποίηση, καθώς η Χλόη Κουτσουμπέλη αρέσκεται στο να παρουσιάζει μέσω των ποιημάτων της τους τρόπους με τους οποίους έρχεται η έμπνευση, να εξετάζει την έννοια της ίδιας της γραφής και να κλείνει τελικά τη συλλογή με τους στίχους  «Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή, /είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει».

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΕΝΤΟΟΥΖ

 

Κοιτάμε και οι τρεις μας τον φακό.

Ο ανεμοστρόβιλος αργεί.

Τα κόκκινα γοβάκια γυαλισμένα.

Η μαμά με μία ρόμπα

και σταγόνες ιδρώτα   στο πανωχείλι της,

έφυγε μ’ έναν πλασιέ,

μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού

που αναστέναζαν βαριά τα στάχυα.

Δεν αγόρασε ποτέ ηλεκτρική σκούπα

γι’ αυτό σφουγγαρίζουμε το πάτωμα.

Σε λίγο το σκοτάδι θα πέσει,

τα ρακούν θα μας περικυκλώσουν,

τα σκυλιά θ’ αρχίσουν να αλυχτούν,

μαύρη σκιά θα βάψει

τα σφραγισμένα βλέφαρα της νύχτας.

Κάπου κοντά στο βενζινάδικο

ένα ξανθό αγόρι χωρίς μάτια   σ’ ένα φτηνό μοτέλ.

θα γυαλίζει ένα πιστόλι.

Αύριο το πρωί ο δρόμος θα τον φέρει   απ’ το σπίτι μας.

Θα ζητήσει ένα ποτήρι γάλα.

Λευκό στεφάνι γύρω από το στόμα.

Θα μας κοιτάξει παράξενα.

Θα μας φωτογραφίσει.

Από τη φωτογραφία θα λείπουμε κι οι τρεις

-αφού δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Η ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΟΤΕΡΜΠΡΙΤΖ ΔΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ

 

Η κυρία Γουότερμπριτζ ήτο αριστοκρατικής καταγωγής.

Απόδειξη τα πορτρέτα των προγόνων στο σαλόνι,

που ίδρωναν κάτω από τις περούκες,

κανένα όμως δεν διανοήθηκε

να ξύσει δημόσια το κεφάλι.

Η κυρία Γουότερμπριτζ είχε πάντα καλούς τρόπους

και έδινε μεγάλο φιλοδώρημα στον ταχυδρόμο.

Όταν διάβασε το τηλεγράφημα,

έσπασε όλα τα βάζα στο σαλόνι.

Οι πρόγονοι άνοιξαν όλοι μαζί

σε όμικρον το στόμα τους,

ενώ η γαμψή τους μύτη γύπας

ετοιμάστηκε να επιτεθεί.

Σσσς, ούτε λέξη! τους φώναξε αυστηρά.

Σοκαρισμένοι απ’ την αυθάδεια άρχισαν

να πέφτουν ένας - ένας με το κάδρο του.

Καρφιά εκσφενδονίζονταν,

έχασκαν τρύπες

τυφλά μάτια στο ντουβάρι.

Όταν έμεινε μόνο ο υπαινιγμός στους τοίχους,

η κυρία Γουότερμπριτζ

διέσχισε την άβυσσό του δωματίου

και μόνη σέρβιρε τσάι για έναν στο μπαλκόνι

 

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΥΨΙΛΟΝ

(…πόσες καρδιές έχει μια Ντάμα Κούπα όταν κλαίει…)

 

Το σώμα της είχε πολλά μάτια

-ένα μισόκλειστο κάτω απ’ την μασχάλη

και δυο ορθάνοιχτα χωρίς βλεφαρίδες στις πατούσες –

κι ελάχιστα χείλη,

που σημαίνει ότι κατασκόπευε συνέχεια

και φιλούσε με το σταγονόμετρο.

Παρ΄όλα αυτά, θα ήταν φυσιολογικό,

αν δεν είχε μνήμη προβοσκίδα.

[Ως γνωστό κάθε σώμα έχει μνήμη.]

Το δικό της θυμόταν το ανέγγιχτο.

Τις ημερομηνίες θανάτου, ενώ ξεχνούσε τα γενέθλια.

Τους φίλους που έχασε,

και όχι τους εραστές που κέρδισε.

Αναμφίβολα είχε ύπουλο σώμα.

Κρυβόταν τις νύχτες

κάτω απ’ τα χρυσάνθεμα,

κυνηγούσε βατράχους με κορώνα στη λιμνούλα,

γρύλιζε μες τα νούφαρα.

Το κλείδωνε συνέχεια στην ντουλάπα

τόσο που ξεθώριασε απελπιστικά.

Στο τέλος το φορούσε μόνο Κυριακές.

Μια μέρα το είδε να γεμίζει στόματα.

Έτρωγαν με βουλιμία τον χρόνο.

Ασύμφορο, γιατί θα τον κατάπιναν ολόκληρο.

Όταν έγινε πενήντα εφτά το αντάλλαξε.

Μ’ ένα ζευγάρι κόκκινες γαλότσες.

Για να γράφει ζεστά ποιήματα.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΞΕΡΩ ΤΙ ΚΑΝΑΤΕ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 

(…μη το αρνείστε.  Δεν ωφελεί να υπεκφεύγετε…)

 

Νομίσατε ότι η ξαφνική εξαφάνιση των στρουθοκαμήλων   θα περνούσε απαρατήρητη;   Τα παρατημένα φτυάρια στην παραλία;   Τα αφύσικα εξογκώματα στην άμμο;   Ναι, σύμφωνοι.   Δεν υπήρξε ποτέ αυτόπτης μάρτυς  να βεβαιώσει ότι εσείς ακονίσατε τα μαχαίρια στην κουζίνα.   Το μητρώο σας πλύθηκε πολλές φορές  και  κάποιος  το είδε να στεγνώνει στο μπαλκόνι.  Επιπλέον όταν ερωτευτήκατε πώς νιώθετε,  απαντήσατε είμαι καλά ευχαριστώ,   εμένα όμως δεν με κοροϊδέψατε.   Βλέπετε,  εγώ ήμουν το πτώμα.   Υποθετικά πάμτα φυσικά.   Λογοτεχνία είπαμε ότι κάνουμε,  ποτέ δεν ερωτευόμαστε στ’ αλήθεια.   Που φυσικά σημαίνει πως,  όχι, δεν υπήρξε κουφάρι από σάρκα.   Αν υπήρξε έγκλημα  δεν είμαι εγώ αυτός που θ’ αποφανθεί.   Υπήρξε όμως συγκάλυψη.   Σαν να μην έγινε.   Σαν να μην.   Και τελικά  τι έγινε  πραγματικά;   Φτερά ήταν πεταλούδας.   Κάτι καθαρό.  Τρυφερό όπως μάτι ελαφιού.   Κάτι σπάραξε.   Κάτι τρέχει ακόμα.   Ίσως νερό.  Και τελικά τι συνέβη πέρσι το καλοκαίρι;   Τι παραπάνω από ό,τι φέτος  ή  του χρόνου;   Αγαπητέ μου, πάρτε το απόφαση.   Όσο κι αν προσπαθήσετε,  ποτέ δεν θα διαπράξετε τον φόνο της ανίας σας!..  (από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, ΠΟΛΙΣ 2018)

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2026

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ