(…λέω φως και προσφέρω σκοτάδι…)
τα Άλγεα φορτωμένα σε λεκτικά γαϊδουράκια
οι Λωτοί μουδιασμένοι και οι Υάκινθοι
μ’ αλύγιστους κραδασμούς απέχοντας από την κίνηση
καθώς υψώναμε βαθουλωμένα αινίγματα δίχως άρμη
κι αναδεύαμε παροιμίες όπως: πολλοί πεθαμένοι
κάθονται στου αρρώστου το κεφάλι
και με εκτρώματα χειρονομίες κοροϊδεύαμε
κάθε ιερατική συνέχεια κι έξαψη
θα ξαναφύγω απ’ το πορτάκι του χαμόγελου μισόγυμνος
τα σκιάχτρα δεν τα υπολήπτεται στ’ αμπέλια ο δραγάτης
πονώντας αλφαβητικά στο κύλισμα του γερο-χρόνου
δυσανάγνωστος που μοιράζει τα κελιά του στις ώρες
κάπως αλλιώτικος από μοναστήρι
χασομερώντας ανάμεσα σε κείνη τη λιπόθυμη αντηλιά του
με τρεμάμενες φωτοσκιάσεις
κι αχαμήλωτες καλαμιές μακρόσυρτες προς το ποτάμι
χωρίς αμερικάνους πεζοναύτες δίχως
τις άγριες πολεμικές γέφυρες που παντρεύονται δυναμίτη
κάκοσμος είναι ο δυόσμος πίσω από την νόηση
κι ο ουρανός επάνω διφορούμενος
η φύση τρέφεται από κυανοπώγωνες και σκληρότητα
σεισμικές γυναίκες στο έβδομο φιλί...
[ΣΩΣΙΒΙΟ στη συλλογή του Νίκου Καρούζου
Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980]
ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΣΤΟ ΓΕΛΑΚΙ
ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
(από την ίδια συλλογή)
Η ευπάθεια είναι ο κλώνος
να πιαστούμε μισότρελοι
να σταλιάσουμε στο
χειρότερο
Προσκέφαλο ευωδερό του
καημού το κυμάτισμα όνειρος
κι αναστρέφω ίσκιους
ηλιόλουστους
τα μοιρολόγια τα ’χω
γράψει στα παλιά μου παπούτσια
ευτυχώντας ο έρημος από
μέσα μου
σ’ αυτό το αφρισμένο
μαστίγωμα τη βροχερή μου απόγνωση.
Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από αυτή τη ΣΥΛΛΟΓΗ,
εδώ από το συγκεντρωτικό
Β τόμο:
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία]
ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ή ΟΧΙ
ΧΙΟΥΜΟΡ
(από τη συλλογή του Νίκου
Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Ξανάρθαν στα λογικά
τους οι αστροφένακες.
Ληθαίος αγέρας τ’
αγριοβότανα στη μισοπάρθενη ημέρα
σύρει σε χαμηλή
απογείωση
Μέδοντες της
Ανάγκης χαλκεώνες της νύχτας του Ησιόδου.
Έτοιμοι και εμείς
να παίξουμε καμπύλες αστροτοξίας
απάνω στην
οθόνη–λεχώ που χαίρεται την
Εικόνα-Βρέφος.
Πέρα στα μουσικά
μας συμφέροντα ο απομόναχος
παραφράζοντας το
Υπέρτερο
(η μετάφραση είν’
αδύνατη)
το αποδίδει σωστά
στην πραγματικότητα ξεχνώντας
ολάκερη τη Λήθη
τραβώντας ωσάν
κλωστές κουκλοθέατρου
τις γελαστές ανωφέρειες.
Δοκίμασε αντίθετο
δοξάρι πέτα τώρα στα σκουπίδια
τα κυριακάτικά
φτερά σου.
ΒΑΘΥΦΩΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οι αριθμοί μου δεν θα
συμπληρώσουν ένα σύνολο
δάκρυα συνωστίζω στα
καιόμενα μάτια μου
δεν έχω τώρα πια τίποτα
άλλο απ’ την πραγματικότητα
ξεφεύγοντας όλες τις
αθλιότητες της μαγείας
αισθάνομαι κωμικά τα
συμβόλαια τους ανέραστους νόμους σας
όπου σαλιώνει με χαρτόσημα
η νοησιαρχία.
Σε όλα ενάντιος – ιδού ο
ένσαρκος νόστος που το ύψος του
το Θαβώρ υπερβαίνει
ανησύχαστος.
Τύμπανα όρια χλευαστικά τα
λοίσθια η θανατοπληξία πνέει
κυρίες μ’ ακριβά
χειροκροτήματα από ίσως
κι ωστόσο παλαίοντας εγώ ναν τις αποδιώξω
κείθε στα ρέματα της
συντριβόμενης ασκητείας
κατρακυλώντας στα
κατάμαυρα φαράγγια των Ουπανισάδων.
Επιτέλους βαρέθηκα τη στύση
μου
δέχομαι να εκτίσω
μακρόπνοη ματαιότητα.
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΚΟΠΟΙΟΣ
Βγαίνει και η Κυριακή σιγά
- σιγά
οι ώρες ειν’ – αλήθεια –
τρομερά μακρόσυρτες
θέλει ψαρόκολλα
–εγκαρτέρηση το πράγμα.
Πόσο λαχτάρησα να
φτερουγήσω σε Εκείνο
δεν έχει όνομα δυστυχώς ούτε
υπόσταση
δεν υποφέρει από καμιά
χυδαιότητα όπως
οι νόμοι της φύσεως ή η
καινούργια διαλεκτική
κάθε γυναίκα είναι μια
καινούρια
νύξη του Απόλυτου
τη βλέπω μαγεμένος και
κατατάσσομαι αμέσως
εθελοντής στην απόλυτη
ματαιότητα.
Μ’ ένα ρομαντικό τσιγάρο
θα αλλάξω διάβολε κατεύθυνση
ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ του WILLIAM BLAKE
Είμαστε όλοι στον αέρα του
Αναξιμένη.
Σ’ αυτή τη νέα βλάστηση
στο κεντητό απριλοπάνι.
Χρησιμοποιώντας ολόκληρη
την οικογένεια σαξόφωνων.
-Τις ει;
-Ογδονταπέντε κιλά του
συμπαντικού βάρους
[από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ
ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980]
Η ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ
ΑΛΗΘΕΙΑΣ
(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου
Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Ας είμαστε ραγισμένοι
στους ανημέρευτους έρωτες
με ζοφερό μαστίγιο την ώρα
την ουρανοβόρα
δαμάζοντας το σώψυχο
σπιθομάνι.
Βουνά εσείς που καμαρώνετε
το ύψος είναι λέξη-ξέφτι
στα μάτια χαρακώνεται
γογγύζει απ’ τον πόνο και χωλαίνει
όταν εσύ κατά τη μαύρη
συμφορά γιομάτος δάκρυα
γέρνεις χαροκαμένε και
ξαναβουλιάζεις άξαφνα
στων λουλουδιώνε την
απόρρητη αποκαρδίωση.
Αχ μη θελήσεις όνομα
διδάσκοντας
να βρεις αγνάντια σου το
νάμα της βουβής ανωνυμίας.
Έρεβος ή απώτερο
συμπέρασμα -: ο σκοτεινός (ανάσκελα) τάφος
ρημαδιακό βαρβάτο
τριαντάφυλλο τραύμα σιγής στο κοιμητήρι
μ’ εκατομμύρια νοσταλγικά
σαπίσματα
στους επιτύμβιους χειμώνες
κλινήρη
καθώς πεντάρφανος ωρύεται
ο άγραφος αγέρας
αντρομαχώντας με
κοντοπίθαρα και σπαστικά χαράματα
λυόμενα κλωνάρια μεσ’ στο
Άφωνο
βλαμμένα δένδρα.
Νύχτες που διαπρέπουν
αστροχίτωνες εκείθε προς το μέγα μαύρο
την αρνησιά την κάνουν
έλευση
τη φυλλωσιά μου δεν την
έχουν ανταμώσει.
Το ζήσιμο ολισθαίνει βαθιά
στην Ηλιοφίλητη κι όποιονε τρώσει
η γιασεμένια αστραπή
θα υποκύψει σε δονούμενα
ρέοντα μέσα στην αφή του
αρχαίου Ίμερου στήθη.
ΠΑΝΑΚΕΙΑ
Η άρθρωση του Μόνου Ορατού
με διασαλεύει
ανάμεσα στη γλώσσα και
στον άνυδρο ουρανίσκο
όταν τα χρώματα ψοφούν και
ξάφνου πυρπολιέται
ο κύβος της ομοιογένειας
ακαριαίος διαρκής και
τίποτ απ’ τα δυο τούτα:
τριαδικότητα – μαστός.
Κι ολούθε σφήκες πρόθυρα
σφαγής αυτά τα στήθια
είναι από πέρδικα
νεροπότηρα δεξιά σου
μια φράση που ακούγεται
σχεδόν αριστερά σου
«τα ’χα βάλει τα παγωτά
στο ψυγείο»
πιο κείθε λυγερή κυράτσα
μεταφέρει την καρέκλα της
απ’ τον ήλιο τον άπρεπο
την πάει δίπλα
στη σκιά σ’ ένα δύστυχο
πεύκο
δεν επιμένει –πώς σας ήρθε
– ο θεός ναν τον αναγνωρίσουμε
μύθος παλλόμενος ας τον
πούμε και σούρουπο
απαλήθεια όπως λέμε
απαρέσκεια
παλλόμενος ίσον υπάρχουμε
μύθος ίσον υπάρχουμε δίχως
κουρελοθάνατο
Πρέπει σε σένα η μακροζωία
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ του Γιάννη
Μακρυγιάννη μέσα στο όνειρο μιας ΑΘΛΙΑΣ ΠΕΜΠΤΗΣ
(διήγηση από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ
ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Ο σκελετός εκείνος
ο τεφρώδης και νυχτιάτικος
που μπήκε μέσα στο
δωμάτιο πανύψηλος
περασμένα μεσάνυχτα
βγαίνοντας
από κάτι τεράστιους
καπνούς ολοπράσινους
τυλιγμένος μ’
αναρίθμητες μονόχρωμες κορδέλες
-θυμάμαι τώρα πώς,
αλήθεια, θρόιζαν
απάνω στα διάφανα
κόκαλα…-
τράβηξε μια καρέκλα
και κάθισε με ευγένεια
κρατώντας τη
μελωδία του γάργαρου Τίποτα
στα δάχτυλά του τα
ξεβιδωμένα
καθώς ανάβλυζε
μεγαλόπρεπα στο θώρακα
σα μέγα φύλλωμα σε
λαίμαργα ξερόκλαδα
μια σπαραγμένη και
αξόδευτη φωτοβολίδα…
Είναι πολύ παράξενο
κι απίστευτο
μα όμως κάθισε,
δίχως να ταράξει
το άναρθρο σκοτάδι
που τον έψαχνε κατάστηθα
σαν αστρική
κατάντια της άβυσσος.
Είμαι τυφλωμένος
από χιλιάδες λεύγες άπειρο –
ψιθύρισε, καθώς
ακούστηκαν ολάξαφνα
τα τύμπανα της
κολάσεως αγριεμένα
και ξέφρενες
ανοίγαν οι φλογώδεις ολοένα
κι αναστάσιμες
ασωτείες των χρωμάτων
όπως μπορεί να
γίνεται φαντάζομαι,
στην κατάμαυρη
πίσσα των αρίφνητων θανάτων
Είμαι τυφλωμένος
από τον αγέρα, ξαναχτύπησε
τα γαλάζια σαγόνια
με δυο-τρία μετέωρα
σκουριασμένα δόντια
καν τέσσερα
κι αναπάντεχα μέσα
απ’ το δεξί του μάτι
ξεπετάχτηκε
ζωντανός ο φόβος και πολύχρωμος
κι ήτανε μια
πολύχρωμη σε λάμψεις ακανθυλλίδα
σαν από την
αγνότητα της φρίκης που κόβει τα ήπατα
φτερακίζοντας.
Τι θέλεις –είπα- τι
μαυρίλα προμηνύεις;
Υπάρχει, βέβαια,
μια μαυρίλα, ψιθύρισε
μα όχι σαν το
πιάνο…
Τρίζεις, του είπα,
κι αυτό με φοβίζει.
Δεν είμ’ ο
διάβολος, είπε δύστροπα, η ανάσταση τρίζει. –
Κι άξαφνα δίχως
κανένα λόγο χλιμιντρίζει
με φρικαλέο τρόπο
έν’ αόρατο μεγάφωνο:
«Ν’ αδειάσουν οι
διάδρομοι! Ν’ αδειάσουν οι διάδρομοι!»
Τι συμβαίνει; -
απόρησα τρέμοντας…
«Οι διάδρομοι!» -
σκούζει και ξανασκούζει το μεγάφωνο
κι ασυγκράτητα από
τότε μια πολυάριθμη χορωδία στα υπερώα
ξεχειλίζοντας
αρχαιότητα σ’ έναν άγνωστο θρίαμβο
ψαλμωδούσε περίεργα
πράματα που δεν τα ’νιωθα
μα θυμάμαι μονάχα
τρεις λέξεις,
βραδυόνια,
λουξόνια, ταχυόνια, τίποτα άλλο δεν κράτησα.
Τι συμβαίνει; -
ξαναρώτησα τουρτουρίζοντας.
Ήρθε μήπως η ώρα
της ψυχής κι ο έρμος πρέπει
να διαπλεύσω τη
νερένια κλωστή την αόρατη
κι αδιάφορη μητέρα
της γεωμετρίας
κείνη την άφραστη
σε όλα μας τα έργα και ερείπια
σε όλες μας τις
φλόγες την ακοίμητη
κι αξύπνητον Ουσία;
Σαν κάτι μου
φαίνεται πως ελλοχεύει στην ύπαρξη.-
Μη δειλιάζεις, μου
λέει, μη τρέμεις ανέστιε.
Δεν είδες ολάκερο,
λοιπόν, από θειάφι
τον πύρινο θώρακα
τον υακίνθινο
χωνιασμένο τόσα
χρόνια στο αστραποπήγαδο
που δεν μπόρεσα
χίλια χρόνια να φορέσω;
Μα γιατί με
κοροϊδεύεις, είπα τότε, κύριε…
Τα λόγια τούτα,
κάπως έτσι τα ’χω
συντύχει μέσα στα
πνιγερά δόγματα
κι είχα τρομάξει
από δαύτα θυμάμαι.
Πάντως να ξέρεις,
του φώναξα με δύσπνοια,
πρέπει να το ξέρεις
πως εγώ τα δόγματα τ’ αλαλιάζω,
μάλιστα! πρέπει ναν
το ξέρεις πως εγώ
τα δόγματα ή τα
καίω ή τα κοπρίζω
τα ξανθά θεωρήματα
και των όντων το κατάμαυρο Τέλος
τα φριχτά και τ’
αζώητα συστήματα –
βρυχήθηκα κι
εκείνος ολόχαρα χειροκροτούσε
σα να ’σπαγε μεγάλα
και λεπτά παξιμάδια
γρυλίζοντας. «Εύγε!
κι εγώ τα κοπρίζω!»…
Μα μπορείς, είπα
τότε, να κοπρίσεις; Κι άθελα του ’δειξα
τ’ ασπρισμένα του
κόκαλα στο μισόφωτο.
Δεν είπε τίποτα σ’
αυτό μα τοξεύοντας
το πλατύ μέτωπο του
το κίτρινο
μ’ ένα φως
αχαλίνωτο
σηκώνει μακάβρια σε
βαθύ μειδίαμα ένα πάλλευκο
κι αλησμόνητο
μεταξωτό μαντίλι που διάβασα
κεντημένη τη φράση
της ακάνθινης αλήθειας:
Ο δε μείζων υμών
έσται υμών διάκονος…
-Α, μάλιστα, πήδησα
χαρούμενος,
είν’ η λύτρωση η
μεγάλη,
σε γνωρίζω, ω
θεσπέσια Γηραλέο Νήπιο!
-Στα μάτια της
σάρκας αστράφτει το λάθος…
Πώς να ξέρεις,
αλίμονο, το πρόσωπο
που φτερούγιζε
κάποτε
στη μόνη υπάρχουσα
δημοκρατία:
έναν ειρμό από
κόκαλα… -
μ’ αποκρίθη
ξύνοντας την υπόσταση ο ανύπαρχτος,
με τον ίδιο τον
αγέρα τον άπιαστο,
πανωκατίζοντας τον
αντίχειρα
κι ακουγότανε –τι
μυστήριο- το γρατζούνισμα…
-Ξέρεις ωστόσο τι
είναι όλη κι όλη η ζωή που μας έλαχε;
Ίσως να ξέρω,
τόλμησα να ψελλίσω,
δίχως να στερεώνω
τους ήχους μέσα μου, σα να ’χα κιόλας
ολάκερος αναλυωθεί
σε όλα μου τα πριν και τα μετά,
τα μύρια και
λιγόχνωτα δευτερόλεπτα, είναι μήπως εκείνες
οι μικρούτσικες
ευτυχίες του έρωτα;
Ρηχάδα, ρηχάδα! με
σταμάτησε τότε και χάθηκε
το φως όπου χάιδευε
την παρουσία του την ακατάσχετη
κι εγώ αναπάντεχα
ρουφήχτηκα μες στην εξουδένωση
σα σε μεγάλο βάλτο.
Ρηχάδα, ρηχάδα!
ξαναντήχησε και μου ’δειξε στο μάκρος
τα πιο αιφνίδια
ουράνια της ζωής μου
μέσα σε κάτι
τερατώδη οράματα ξετυλιγμένα.
Δες εκείνο το
νέφος! είναι τάρανδος, είπε,
λυγίζοντας ωσάν
αρχαίο διαβήτη το δεξή βραχίονα.
Σήκωσα ψηλά τα
μάτια κι ήτανε πράγματι τάρανδος
που γίνηκε σε λίγα
δευτερόλεπτα κροκόδειλος
κι ύστερα γίνηκε
μια πολύφυλλη κλάρα.
Δεν ένιωσα όμως τι
μπορούσε να σημαίνει
που μ’ έριξε δίχως λόγο
σε τέτοιες εναγώνιες οπτασίες
και ρώτησα κάπως
χαμηλόφωνα: Τα δένδρα,
θα ’θελα να μου
πεις αν κάτι ξέρεις, έχουν και κείνα τ’ αλάλητα
κόλαση σαν εμάς και
παράδεισο; Κι ακόμη θα ’θελα
να μάθω κάποτε· τι
γυρεύει
γυμνή στ’ αγκάθια η
θρησκεία;
για να μην
αγριεύουμε μήπως ολωσδιόλου;
Τι λες εσύ, τι θα
’λεγες απόψε με τις λέξεις;
Κι όπως δεν είχα
καλά-καλά προκάνει (βλέποντας
πάνινα κι
ατσαλάκωτα βιολοντσέλα που κυμάτιζαν εξαίσια)
να βάλω στην
περίτρομη φωνή μου τ’ αποσιωπητικά της
μ’ ακατάστατο πάθος
αρχίνισε να λέει
ο βαθύσκιωτος
εκείνος πεθαμένος
την «Ανθισμένη
Αμυγδαλιά» και τη χαντάκωνε
σαν κάτι κοιλαράδες
κρασοτενόρους τα σαββατόβραδα
όπως παλιότερα τους
ακούγαμε στα υπόγεια κουτούκια.
Τον κοίταζα τώρα
ταραγμένος αλλ’ αυτό το κέρατο
μόλις απόσωσε το
ένα ρίχτηκε συνέχεια σ’ άλλο
ψευτοτράγουδο κι
απόκαμε ν’ απαγγέλλει στο τέλος:
«Ο κόσμος είναι
ένας αεροπόταμος…
Αχ μοίρα μας και
μαύρο ριζικό μας
πώς να σε μάθει κι
ο ιπποπόταμος…»
Κι άξαφνα τότε μ’
έναν παταγώδη τρόπο θυμήθηκα
τα ωραία σκέλεθρα
της μεγάλης ερημιάς των ορέων
επωάζοντας τα
τρίμορφα γεράκια
της απέραντης
Μορφής που δεν αντίκρισα
κι αποσπώντας ένα
σύγνεφο θέλοντας με δαύτο να τον τυλίξω
-σχεδόν απέναντι
στου διπλανού μας Κένταυρου το Άλφα,
κάτι δεκάδες
εκατομμύρια τρυφερά χιλιόμετρα,
στου γαλαξία μας το
φρικαλέο Παγκράτι-
ρώτησα δύσκολα κι
ανέλπιδα: μήπως είσαι
κάποιος από
κείνους; είσαι μήπως ο πανάγαθος Αφθόνιος;
Εκείνος όμως έμπηξε
τα γέλια
στενεύοντας την
άδειο θώρακα; Βρε έλληνα
δε με γνώρισες
ακόμη; Είμαι ο Γιάννης
ο στρατηγός
Μακρυγιάννης απ’ την Ακρόπολη…
ΛΙΘΟΒΟΛΗΣΑ
ΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΙΝΕΣΚΩ ΗΣΥΧΟΣ
Ποτέ μου δεν τη μεθόδευσα την απελπισία μου. Σε
κάθε χυτήριο δυνατότητας / αυτή η διαβάολισσα…/
υπήρξα
ο απόμερος αλλά ανθηρός αντίγνωμος απαγγέλοντας
απλώς τη δική μου υπέρβαση στα συχνά της εφήμερα φανερώματα υπερήφανος από δίχως επίθετο αυθεντικότητα
ως το θάνατο σύμφυτος της αγάπης που
συνοψίζεται στην άνευ ουδενός ονόματος
τελετουργία: τη στύση μου θερίζοντας το
Απόλυτο στα σώματα σμήνος υδάτινο γναικώνε. Δρώμενα συνουσίας λατρείες
αστραπιαίες στα μάτια μου δεν έχει κι άλλα προτερήματα ο
Έρωτας. Λιθοβόλησα
την προοπτική και μεινέσκω ήσυχος (ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΘΛΑΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ
ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 - Συγκεντρωτική
έκδοση: ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β’ τόμος 1979 - 1991 ]
Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2026
