Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2021

ΚΙ ΟΜΩΣ ΦΙΛΕ, ΕΜΕΙΣ, ΤΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΠΙΑΝΟΥ, ΠΟΝΑΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΒΓΕΙ Η ΔΙΚΙΑ ΣΟΥ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

 

Ι. Φίλε, κάπνιζε τον έρωτα κι άμα τελειώσει λιώσε τη γόπα, πάτα την, διάλυσέ την.

ΙΙ. Άνοιξε το ψυγείο, πυροβόλησε τ’ αυγά, να χυθούν οι κρόκοι στο πάτωμα, να συρθούν να γλείφουν τα παιδιά σου.

ΙΙΙ. Και σπάσε το θερμόμετρο μη μετρηθεί το πάθος· και ρίξε τον υδράργυρο στ’ αυτιά σου

ΙV. Τέλος σημάδεψε και τους βολβούς σου με τη στέκα σ’ αίθουσα μπιλιάρδων.  

V. Άλλωστε θα τους βρεις στα μάτια μιας πουτάνας που παντρεύτηκε και τώρα μετανιώνει.  

VI. Όσοι χρόνια κολυμπάτε αμέριμνοι στα μάτια μου, θα βάλω τα κλάματα και θα σας πνίξω.  

VII. Μπίρες, μπίρες, μπίρες· τα νιάτα μας σαν τον αφρό σας.  

VIII. Η Ελλάδα στο χάρτη μια μπόρα που ξεσπάει καταπάνω μου.  

ΙΧ. Όμως δεν μπορεί, θα ’ναι ωραία στη νήσο Βανκούβερ!..

[ΤΟ ΡΑΜΦΟΣ ΒΥΘΙΖΕΤΑΙ ΟΠΟΥ ΒΡΕΙ από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982 - συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων Γιάννη Βαρβέρη ΤΟΜΟΣ Α Ποιήματα 1975-1996 κι άλλα ποιήματα από αυτή τη συλλογή ]

 



 

ΜΑΣΚΟΤ ΤΩΝ ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΕΩΝ (από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982)

Με μια ριχτή ζακέτα πιθανής ψυχρούλας

θα μείνω εδώ μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη.

 

Βαλσαμωμένοι εμείς με ράδιο και με θείο

και με τη φιδαράχνη όλο να γνέφει στη φουρκέτα

θ’ αργοσαλεύουμε μαζί υποψίες και νύξεις

γι’ αλλοτινές μορφές τριτεύουσες που παίξαν ρόλο.

Εκζητημένα αβρός και πρώιμα σώφρων

θα πλειοδοτώ στην επισήμανση πολιτικών κινδύνων

αραιά και πού θα χαριτολογώ ξυστά στο σόκιν

ίσως να μπω και μέσα στην καρδιά σας

με τον οξύ καυτηριασμό της έξαλλης νεολαίας

που θα φανεί πως ασφαλώς τη ζω –

στην πόλη βέβαια

εν μέτρω

το χειμώνα.

 

Πριν απ’ το γεύμα παρτιδούλα

ύστερα μια χωνευτική

πάλι μαζί το βράδυ με χαρτάκι

δείπνο ελαφρότατο – ένα φρούτο, κάτι

ενώ αργοτρώνε κάτω απ’ το τραπέζι

κρέας

οι σφήκες καλτσοδέτες.

 

Καμένα Βούρλα Μέθανα Λουτράκι

όλο κι αιφνίδια κάποιος τα τινάζει

-χώρια κι οι πάγιες διαρροές μέχρι του χρόνου.

Όμως εγώ δικός σας για τις νέες συνθέσεις

παρών στα ευέλικτα καρέ με το καινούργιο αίμα.

 

Με μια ριχτή ζακέτα πιθανής ψυχρούλας

μέχρι το τέλος πια το βλέπω

θα μείνω εδώ μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη.

 

ΚΥΛΙΟΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΝΟΙΑΣ

Ομόνοια βράδυ Κυριακής.

Κρατώντας την ανάσα μου καιρό σαν κύμα υπόγειο

λαμπρό σκαλί κυλιόμενο μεταλλικό

πρόβαλα ξαφνικά στις έντεκα και τέταρτο

με το βουητό των αυλικών κυμάτων μου απ’ τα έγκατα.

Σαν δόντι μυτερό στα σπλάχνα της ατμόσφαιρας

και με το κοίλο του ίλιγγου στον οισοφάγο

από ψηλά ανεμίζοντας χλαμύδα

σαν Ρώμη της ακμής στο φως

κατέβαινα

σαν Ρώμη ασέλγειας υπεροπτικής που ξαποσταίνει

μπρος στ’ ανοιχτό παράθυρο της νύχτας

ή σαν ιερή κατάνυξη βυζαντινού αυτοκράτορα

στο πιο ψηλό στασίδι εγώ

φτερούγα του όχλου μου

και κατά κύματα κυλούσα

χαλί παχύτατο που ξεδιπλώνεται παφλάζοντας

πολτός από χιλιάδες χρυσές λίρες

μπρος σε πεινασμένους.

 

Δεν έπρεπε ω δεν έπρεπε λοιπόν

για κλάσματα δευτερολέπτου ηλίθιο βραχυκύκλωμα

τυχαίου υποσταθμού της Εταιρείας του Ρεύματος

να κοκαλώνει τέτοιο θρίαμβο στα μισά·

τυφλή τσουλήθρα τώρα και κλεψύδρα δίνη

και σύριγγα που με ρουφά

δεν έπρεπε δεν έπρεπε

δίχως ελπίδα τώρα σαμποτάζ του υποσταθμού

ή πυρκαγιάς

ή έστω ενός απλού βραχυκυκλώματος.

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982]

 

ΓΕΛΟΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982)

Εγώ,   με τα τόσα κιλά μου

στον Άγιο Χριστόφορο ανάβω το κερί μου

εν μέση Σόλωνος

έντρομος από ταγάρια και τζην

ένα ταξί ένα ταξί ο Άγιος   να φανερώσει.

 

Και αν δεν ζώστηκα σμήγματα αφαλών

κι αν τρέμω τη φαλτσέτα του μπρούτζινου ντεληκανή

εκεί στη Φωκίωνος

μη μου σπαθίσει το βύζαγμα

είναι γιατί γαντζώνομαι

στ’ ουρανού το μπιμπερό τη μέρα

και τη νύχτα στη ρώγα της λάμπας μου.

 

-Αλλά δε μάνα πώς να καβαλήσω το λευκό φαρί

ρε παιδιά πώς ν’ ανέβω στο γαϊδούρι της Επανάστασης

αφού είμαι χοντρός   και ζαλίζομαι.

 

Ενώ εγώ μετράω οσμές ανθρώπινες

κι ένα απ’ τα δυο

άλλες σφυρίζουν μέσα μου το φλερτ

κι άλλες το μίσος.

Είτε πηχτός γυρίζοντας από ποκίτσες ολονύχτιες

αρπάζω σαν τρελός τα πρες – παπιέ

να μη μου φύγουνε

τα φύλλα με τα ποιήματα να μην πετάξουν.

 

Αυτά λοιπόν με το λώρο της μάνας μου.

 

Και να βρει λέει παιδάκι μου

μια βδέλλα πιστή   για το έκζεμα.

Μια ζωή κωλόπαιδο

ν’ ακούς για πράσινα άλογα

και να ’χεις καλπασμούς στα μάτια!..

 

 

ΩΔΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

Γνωρίζουν άραγε οι στρατηγοί μας

 

πως οι φαντάροι αφού μιλήσουν

στο υπεραστικό κορίτσι τους

αφήνουν μαλακά το ακουστικό

σαν να χαϊδεύουν;

 

Πολύ ανησυχώ

αρχίζω να φοβάμαι

για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

[από τη  συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982]

 

 

ΤΩΡΑ ΠΟΥ Η ΠΟΛΗ ΓΕΜΙΣΕ ΤΣΟΓΛΑΝΙΑ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982)

Θαμπώνει κάποτε η οργής στα μάτια

και τον καιρό   βαριά τον ανασαίνεις

με τα ρουθούνια της μουστάρδας.

Λες είναι νύχτα· νίλα είναι.

Γιατί τον ήλιο άναψες πάλι από το φίλτρο

κι αν κάτι λάμπει

πάει να ξημερώσει

κι ήταν αστραπή.

Έχεις όμως στο μεταξύ στους δρόμους ξεχυθεί

και τρέχεις

στην πόλη αυτή που τη μαστίζουν τα τσογλάνια

να πεις για το φιστίκι

για τα δυο του τσόφλια

τη μέρα και τη νύχτα

και πώς να πεις

για τη μερόνυχτη την ψίχα

που μαραζώνει στα στενά

και δε μιλιέται.

Τρέχεις

ενώ στα πόδια σου φυτρώσανε βατραχοπέδιλα

είσαι γελοίος – γελοίος

μια ξωτικιά πιτζάμα μες τη νύχτα ή μάλλον

κίτρινο τρόλεϊ λίγο πριν σκολάσει

που βραχυκυκλωθήκανε τα’ αυτιά του στα ύψη

και τα ’χει πάρει τώρα   ο διάολος κι ο χορός.

Τραντάζεσαι όλος

από ψηλά σκορπώντας

λάμψεις – λάμψεις το θάνατο.

 

ΣΤΟ ΤΣΑΚ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ

Δυο κάποιοι κάπου κάποτε

παίζανε ήσυχα-ήσυχα το τάβλι τους

ώσπου ένα πούλι πήρε να σηκώνεται σα φυσαλίδα

κόλλησε στο ταβάνι κι απλώθηκε

μια αράχνη στη ζωή μας.

Είμαι ένα ζάρι παγωμένο τώρα

και στροβιλίζομαι ως να πέσω στους γκρεμούς της

έχω ένα «κάνε με ό,τι θες» στα έξι μου μάτια

και ξέρω πέφτοντας προς το ταβάνι

τι  υφαίνει το μυαλό της

να κάνει δήθεν πως σε σώζει  από την πτώση

μετά να σ’ έχει αιώνια στους ιστούς της

να σε παρατηρεί

να μη σε τρώει!..

 

Εσύ που πέφτοντας σου χτένισε η βροχή

τα σγουρά σου μαλλιά

και τα ’φερες πλακάκια με τον ήλιο

να μπει στην πρίζα τη σωστή στιγμή

να κάψει αυτός το νήμα και να μας φανεί

πως το ’κοψες πρώτος εσύ

ξέρε πως είμ’ εγώ ένα ζάρι παγωμένο

που ανοίγω κατεβαίνοντας τις πόρτες σ’ αερόστατο

με κάνω απόψυξη στους πέντε ανέμους

μ’ ακούω να ξεκολλάω απ’ τα τοιχώματα

κομμάτια πάγου λιώνω ξερριζώνομαι

και μένω    σταγόνας φλούδα

φλούδα    ίνα    που θα εξατμιστεί κι αυτή

 

στο τσακ του νήματος.

 [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982]

 

ΕΚΔΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΜΕΣΟ ΜΕΛΛΟΝ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982)

Ήταν να μη σηκώσω το βλέμμα.

Οι ειδήσεις τώρα λεν για καγκουρό

της Κοκκινιάς του Αιγάλεω του Ρέντη

διάβηκαν το Ποτάμι και πιλαλάνε προς τη Βάθη

οι ειδήσεις λεν για καγκουρό με νύχια

που σε πενθούνε πριν να σε ξεσκίσουν.

 

Και τότε ακούγεται σινιάλο μες στα μάτια μου!

Και βλέπω λέει στρούγκες και πρόβατα

κι εσείς τα τσομπανόσκυλα τα καταματωμένα

αλλά καημένα μου

ο λύκος είπε: θέλω τ’ αρνί

κι είπε τ’ αρνί: θέλω το λύκο

κι ο τσοπάνος τώρα να πίνει στον καφενέ.

 

Ή βλέπω να τους προβολείς και να τα παλκοσένικα

κι εσείς μαβιές αηδόνες

σαν τους καπνούς τους νυσταγμένους

σείετε λυγιέστε

σε ντέφια ζόρικα

χιλιάδων τυρεμπόρων.

 

Ή ακόμα λέει

να Τζιτζιφιές και να ταβέρνες

κι εσείς μύδια και στρείδια της ντουζίνας

ξαπλωμένα στα όστρακα

καβάλα στις πιατέλες

κι έτοιμος να σταλάξει στο μεδούλι του ματιού σας

έτοιμος

ουρανός από λεμόνια.

 

Κάλλιο λοιπόν στις Τζιτζιφιές από λεμόνι.

Θα μείνει λέω μια ιδέα ζουμί σας μέσα στ’ όστρακο

κι αυτό θα γίνει

το θαλασσινό σας κοιμητήρι.

 

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

(Ο θάνατος μεγαλώνει… κι εγώ έχω γίνει εδώ μέσα ο τρυφερότερος όλων σας)

Στην αρχή δε φαντάστηκα…

 

28 Δεκεμβρίου η γιαγιά.

Με τη φουρκέτα, που καθάριζε βύσσινα,

Μετά, 17 Ιουλίου: η χρυσή καδένα του πατέρα.

 

Λίγο – λίγο ήρθαν οι άλλοι. Διακριτικά.

Μ’ ένα ξενόκουμπο, μ’ ένα δίσκο της Μένδρη   με κάτι.

Την ορισμένη μέρα   ξέθαβα το θυμητάρι

κλειδωνόμουνα στο δωμάτιο   και πενθούσα καπνίζοντας.

 

Έξω οι φίλοι παντρεύονταν, κάναν παιδιά.

Εγώ, ούτε είδηση. Τακτοποιούσα μονάχα:

6 Μαρτίου, 16 Αυγούστου, 30 Νοεμβρίου…

Αγύρτες, άγιοι κι ωραίες

παίρναν τη θέση τους   και σφάλιζαν τις μέρες.

 

Κι έτσι μ’ έκλεισαν πια στο δωμάτιο

σαν τα βρέφη

που σφίγγουνε κάτι στο χέρι τους

και κανείς – κανείς δεν μπορεί να τους το πάρει

με κρατάνε στη φούχτα τους

κι έχω γίνει εδώ μέσα

ο τρυφερότερος    όλων σας

 [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982]

 

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΕΝΟΣ ΒΩΒΟΥ ΠΛΑΝΗΤΑΡίΟΥ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982)

Κατεβαίναμε κείνη την εποχή

για τα παλιά κρυμμένα κρασιά

στις υπόγειες κάβες

με υπνωτισμένα πέλματα.

 

Πρώτα δεξί – ύστερα αριστερό

κυλούσαν τα σκαλιά

στο σκοτεινό οισοφάγο

πρώτα δεξί – ύστερα αριστερό

να πώς

το’ να μου πόδι βρέθηκε

δίχως βάρος στα δάχτυλα

δίχως σκαλί

ανάμεσα σε κονιορτούς φλεγόμενους αστερισμούς

και βουρκωμένους κρίνους

μετέωρο

στη μέση ενός βωβού πλανηταρίου.

 

Και τ’ άλλο μου πόδι έμεινε πίσω

με τεντωμένους μυς

σε σύσπαση εκκινήσεως

κωφάλαλο

κι αδύναμο έκτοτε ν’ ακούσει

αν πρόκειται για μια

ή αν για καμιά

ή αν ίσως για όλες

τις ισορροπίες


 

ΤΑ ΦΕΡΙ

Στον Ωρωπό σαλπάροντας

διακρίνεις ήδη   την απέναντί σου παραλία.

Τα φέρι

πλοιάρια συντόμων διαδρομών   αργά σε παν.

Όχι ταξίδια υπερατλαντικά λοιπόν

ανύπαρκτα ταξίδια υπερατλαντικά.

Μόνο η Ερέτρια

που θαμπώνει πλησιάζοντας

ενώ ξεκαθαρίζει πίσω

το τοπίο του Ωρωπού

μόνο το Αντίρριο απέναντι απ’ το Ρίο·

ή το πολύ

απ’ την ακτή του γαλλικού Καλαί

πυκνώνοντας η ομίχλη   ως το Ντόβερ.

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982]

 

ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗ ΔΡΑΚΟΥΛΑ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982)

Με το σταυρό τρυπώνοντας με στο στήθος

τέλος ρουφήχτηκα στο οικείο μου μαύρο

και ησύχως διαλυθήκατε στην έξοδο.

Κρέμασαν τις ποδιές εκείνες

μοίρασαν μεταξύ τους τα πουρμπουάρ

τα ρολά κατέβασαν και τράβηξαν

για Λιόσια Μεταμόρφωση κι αλλού.

Το πανί με το δόντι μου σκίζοντας

στην πλατεία ο έρμος κατέβηκα

κάνα πρόγραμμα ψάχνοντας   της ζωής μου.

 

Και το βρήκα να κλαίει κυρία

άγνωστή μου κυρία

να σπαράζει στο κλάμα

και το πήρα στις μαύρες φτερούγες μου

και υπερίπταμαι τώρα της πόλης

τώρα αδειάζουν οι δρόμοι παντού

με στραβώνουν τα φλας

οι αρχές κι ο στρατός σ’ ετοιμότητα

κι οργίλοι πάπαρδοι ξορκίζουν τους αιθέρες

μα πού να ’στε πού να ’στε κυρία

το παιδί σας κυρία μου κλαίει

το παιδί σας στα νύχια του Δράκουλα

δε φοβάστε λοιπόν ένα δράκουλα

επιτέλους σκεφτείτε τη θέση μου

τι θα γίνει κυρία τι θα γίνει

φανταστείτε με   αν το αγαπήσω.

 

ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

(αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη να του βλέπουμε που και που γιατί…):

εκεί που ζούνε ήσυχοι   βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί – ξεχασμένοι έστω – εκεί έρχεται το μαντάτο τους. Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα όχι γιατί πεθαίνουνε   από έμφραγμα ή από καρκίνο   αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους λουλούδια τρομερά!..  Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή   πάνε μετά στον οφθαλμίατρο   ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους   η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά   λόγια φοβισμένα κι αόριστα   οι περαστικοί και οι γείτονες σταυροκοπιούνται!.. Έτσι σιγά – σιγά οι ποιητές μαζεύονται   αποτραβιούνται σπίτι τους   ακούγοντας δίσκους παλιούς   γράφοντας λίγο   όλο και πιο λίγο   πράγματα μέτρια!.. Στο μεταξύ μες την κλεισούρα   τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται   και να κρεμάνε    κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια   μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.   Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι   ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά   που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα   κι αυτή γαντζώνεται στα ξεραμένα φύλλα πρώτα   ύστερα στα ξερά κλαριά   σ’ όλο το σώμα   και τότε λάμπει το σπίτι   λάμπει ο τόπος   για μια μόνο στιγμή   κι αποτεφρώνονται!.. [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982]

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2021

ΚΑΙ ΕΓΩ ΠΗΡΑ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΜΟΥ ΑΣΗΚΩΤΑ ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΑ ΤΑ ΜΠΗΞΩ ΣΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 Γυρίζουν πίσω οι παλιοί μου στίχοι.   Κι είναι νύχια τώρα.

Νύχια του δεξιού χεριού που δεν βρέθηκε κανείς να μου κόψει.

Μάκρυναν έγειραν   και τώρα γρατζουνάνε τα ντουβάρια.

Έβαλα το κεφάλι μου στα στήθη της Σαλώμης   να ναρκωθώ να μη νιώθω.

Και με κλωσάει.

Έγινα σα να λέμε: καθώς το αυγό   στα δυο λιθάρια.

Αλλά μυρίζει ωραία.   Κι ανασαίνω γλυκά!..

Μετά μου παίζει το ντέφι το γύφτικο: 

-Πώς βάφεται η κυρία;    Πώς χτενίζεται η κυρία; Πώς κάνει και σοφάρει;

Χορεύω στο ρυθμό της.

Και μύρια να υπαινίσσονται τα ντεκολτέ στους δρόμους…

 

Όρνια και σκυλιά!  Στο διάολο είπα.

Εγώ μπήγω τα νύχια μου. 

Και τους ξεσκίζω εγώ μεμιάς τους δυο θεούς μου.

Πήρα τους δρόμους.   Σ’ άγρια ταβέρνα μετά.

Χόρευε κι ίδρωναν τα στήθη.

Με την ουρά και τα φιδίσια μάτια   κρεμ αλλού κι αλλού κόκκινη:

Μεθυσμένο κεφάλι μου   να σπαράζει το χέρι μου

τεντωμένα τα νύχια του    ναρκωμένα στο ύψος της

να ικετεύω στα γόνατα    τις θηλές τις αγέρωχες:

Την Ντολόρες ντελ Ρίο!    Τη θεία Ντολόρες!

 

Που βρόμισε τέλος κι αυτή

σκυλιά κι όρνεα    και σάπια βυζιά.

 

Κι εγώ πήρα   τα νύχια μου ασήκωτα

μοναχός να τα μπήξω    στα νέα μου ποιήματα.

[ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΣΤΗ ΣΑΛΩΜΗ από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982 - συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων Γιάννη Βαρβέρη ΤΟΜΟΣ Α Ποιήματα 1975-1996 κι άλλα ποιήματα από αυτή τη συλλογή ]

 


ΤΟ ΜΟΝΟ ΜΟΥ ΠΑΡΤΥ (από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982)

Ήδη στα μέλη μου το τζην είχε κολλήσει

ουρλιάζοντας τις άγριες υποσχέσεις του

τα πέλματα γλιστρούσαν στο ταβάνι που αναβόσβηνε

φερμουάρ κουμπιά λικνίζονταν στις προσταγές του ιδρώτα

όλα τ’ αγόρια σε ρυθμό απειλής

χορεύαμε κρατώντας νεροπίστολα σοκολατένια

με το ακριβό μας σπέρμα να ζυγιάζεται

στη μέθη της σκανδάλης

μέλι γλείφοντας  μέλι που έσταζε πηχτό

απ’ τον πολυέλαιο κι απ’ τους τοίχους κι απ’ τα δάχτυλα.

Χρυσά ποντίκια τέντωναν υγρή γλωσσίτσα στις θηλές

σε ξιφασκία εγερτηρίου ρίγους

ενώ οι οσμές ζύμωναν ήδη τις οσμές

που θα ’πιναν σε λίγο η μια την άλλη.

Κανείς δεν είδε κείνον που είχε μπει λαθραία

κι άρχισε να μας ζωγραφίζει απ’ τη γωνιά

κι όποιον κι ό,τι ζωγράφιζε

απολιθωνόταν μέσα στο δωμάτιο.

Κανείς μόνον εγώ την τελευταία στιγμή

πριν να μ’ αγγίσει εκεί στο καβαλέτο

πετάχτηκα μισόγυμνος στην υγρή νύχτα

ξέροντας πια τι πάρτι ήταν αυτό και τι παγίδα

του άθλιου γερο-Μπος μετά από πέντε αιώνες.

 

 

ΤΙΝΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΤΑΧΤΗ ΤΟΥ ΤΣΙΓΑΡΟΥ ΜΟΥ

Άφηνα τότε το τσιγάρο μου να καίγεται ώρα

κι όταν γύριζα

σάλευε στο τασάκι ετοιμοθάνατο

ένα μακρύ σταχτί σκουλήκι:

γόπες που μάζεψα με προσοχή και φύλαξα

σε σκαλιστές ξύλινες θήκες

μη σπάσουνε και διαλυθούνε

τα λεπτά κορμάκια τους.

Τ’ ανοίγω μια στις τόσες   και βλέπω τι έχασα.

 

Τώρα καπνίζω μια ιδέα λιγότερο

και προσηλώνομαι στον έγχρωμο καπνό

προς το βαθύ κυανό    που πρωτοβγαίνει.

Τη στάχτη μου όμως

σαν γίνει λίγο    σαν πάρει σώμα

αμέσως την τινάζω νευρικά.

Κι όλο καινούργια καύτρα ξεπροβάλλει.

Και τότε τρέμω στη λάμψη του ματιού της

και συγκεντρώνεται αίμα στους καρπούς μου

κι οι φλέβες μου πετάγονται απ’ τον ύπνο τους

και κοκκινίζουν οι παλάμες

κι όλο το χέρι μου σε ιδρώτα σε ιδρώτα σε συναγερμό

αρπάζει το τσιγάρο και τ’ αδράχνει

με τα χέρια του

σαν να ’χω εμπρός μου

και να σπαρταρά

το τελευταίο κορμί

της ζωής μου.

[από την πρώτη ενότητα – Νύχτα και Νικοτίνη - στη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982]

 

ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΔΙΑΙΩΝΙΣΗ (από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982)

Τα βράδια οι άνθρωποι ξαπλώνουνε να κοιμηθούν.

Μόνον αυτοί που ξενυχτούν αγριεύονται

μα δεν τους παίρνεις λέξη το πρωί.

Τα βράδια κάτι γέρικα μωρά πουδραρισμένα

βαριανασαίνουν πίσω από σκισμένα χείλη χάλκινα

φορούν μαύρα κοστούμια μικροσκοπικά

και περιφέρονται στους νοτισμένους δρόμους.

Είναι φρέσκοι νεκροί που τίναξαν με δύναμη

τα χώματα από πάνω τους

μπαίνουν στην πόλη ψάχνουν τα μαιευτήρια

κρυφά τρυπώνουν στις θερμοκοιτίδες

πνίγουν τα βρέφη χώνονται στα κρεβατάκια τους

και το ξημέρωμα προσμένουνε τη διανομή

στις στοργικές κι ανυποψίαστες ρώγες.

 

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

«Αφού λοιπόν ο νεκρός δεδικαίωται

τώρα σας λέω πως είχα τσέπες

στο γυμνό μου δέρμα.

Στην ανακομιδή στα τρίχρονα

όλοι εσείς που ’χατε  νταραβέρια με το σώμα μου

σύρτε τη λήθη σας μέχρι το λάκκο

θα βρείτε κει κομμάτια γλώσσας χείλη

κραυγές χνούδια λαιμών κοντές ανάσες

ελάτε να σκυλέψετε με τη σειρά σας

ό,τι σας σκύλεψα είναι άθικτο σας περιμένει

έχω μια μουσική για σας από τα πλήκτρα των δοντιών

ελάτε

τ’ αρπαχτικά σας δάχτυλα καυτά να νιώσω

για τελευταία φορά στα κόκαλά μου…»

[από τη  συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982, πρώτη ενότητα ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΝΙΚΟΤΙΝΗ]

 

 

Ο ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΣ (από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982)

Ι

Κομισάριος   πάνω στη γέφυρα

με το μαστίγιο   τα τρένα τρομοκρατώ.

 

Κομισάριος   σκύβω στη γέφυρα

τα τρένα εκλιπαρώ    για ένα χορό

για έναν ίλιγγο

με το βαθύ μπλουζ των ματιών μου.

-ΙΙ-

Στο τούνελ    τρένο καφέ

αναβοσβήνει την καρδιά του.

Αν σταματήσει μια καρδιά    μέσα στη ζέστη

είναι μπανάλ ο θάνατος.

Απ’ το παγκάκι του σταθμού

α, αλλάζει:

Αποσύρεσαι   κόμη αγέρωχη

στη μέση σκαλωμένο το χτενάκι

να χρυσίζει.

-ΙΙΙ-

Σταθμός Θησείο

κι απέναντι στο τρένο μου

κι απέναντι στο πρόσωπό μου

αντικρινό μου τρένο   κι αντικρινό μου πρόσωπο

του έρωτα    που δεν τον προλαβαάινεις.

-ΙV-

Μέσα στο καλοκαίρι

μες στο συνωστισμό

το μεσημέρι    πήρ’ ένα χέρι

και τ’ ακούμπησε    πάνω της

-V-

Αυτός    με βήμα απόφασης

κομμένο μισό

μάγκωσε    στις αυτόματες πόρτες

Μόνο που φαίνεται

στη μασχάλη του   η εφημερίδα

τρελό πουλί κι αυτή    που δεν επρόλαβε.

-VΙ-

Κι οι Ποιητές

παίρνουνε κάποτε

τις κυλιόμενες της Ομονοίας.

Άλλοι το κάνουν για να κόψουν δρόμο

γλιτώνοντας κάνα φανάρι

κι άλλοι καταβαίνουνε φριχτοί

μ’ ένα τούνελ στα μάτια τους

-VΙΙ-

Όλοι εμείς προς Ομόνοια

κι ο Μένανδρος

από βαγόνι σε βαγόνι ανάποδα

προς Κηφισιά

-VΙΙΙ-

Μοναστηράκι.   Γάτες κόβουν βόλτες

πάνω στους τσίγκους του σταθμού.

Αφηρημένος.

Κάποτε σηκώνουν το δεξί τους πόδι   ψηλά

και μας διευθύνουν.

Σε λίγο το ξεχνούν.

Κι η μουσική σταματά.

-ΙΧ-

Τρεις το πρωί   σο σταθμό της Βικτώριας.

Τρεις το πρωί

μετά τόση σκληρότητα

οι ράγιες μαλακές

φέρνουν εδώ   τον καπνό των ερώτων τους.

-Χ-

Σαν με πίνει το τούνελ σου αγάπη μου

είν’ αυτό το τσιγάρο στο απέναντι κάθισμα

μόνο φως στο σκοτάδι της σήραγγας

ένας άψογος Κύριος, φαντάζομαι.

 

Σαν διασχίσω το τούνελ σου αγάπη μου

σαν ανάψω τσιγάρο κι αντικρίσω την πόλη μου

Αυτός σβήνεται, χάνεται ολότελα

ως να λάμψει μια μέρα, φαντάζομαι

 

αδυσώπητος, άψογος πράγματι.

-ΧΙ-

Πήχτρα το βαγόνι.

Όλη ένα τζην.

Λαϊκιά ατημέλητη απίθανη.

Όρθιοι. Κολλημένοι κι οι δυο.

Αδέξιος.  Σίγουρη.

Περισσός. Περισσός κι άπρακτος.

Κατεβαίνει. Με θεία

τη δεξιά της κωλότσεπη.

Στο αυτοκόλλητο γράφει:

«Του Μπάμπη για πάντα»

-ΧΙΙ-

-Εμάς του Δεύτερου Νεκροταφείου

δίπλα μας φευγαλέα

όταν το τρένο σας περνά

εμάς τα καντηλάκια των μνημάτων

κάθε φορά

ένας υπόγειος άνεμος

άνεμος σκοτεινός

μας σπρώχνει το κεφάλι

και προς το μέρος σας μα γέρνει

πιο πολύ…

 

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ

Επί λέξει μου είπε:

-Εμφανίζοντας τη φωτογραφία σας

διέκρινα ξάφνου την κοιλιά σας

να σπρώχνει αργά και ύπουλα

το φερμουάρ

σιγά-σιγά να στάζει απ’ τον αφαλό σας

ένα παχύρευστο άσπρο

κι εσάς

να κοιτάτε σαν χαμένος αυτό το υγρό πράμα να προχωρεί

και να λούζει

ολόκληρο το αρνητικό

να ξεχειλίζει πλαδαρά στις μοκέτες μου

ν’ απειλεί φακούς και προβολέα

τέλος να κατακλύζει το ίδιο το μαγαζί μου!

 

-Οπότε

προκειμένου για το ψωμάκι μου

καταλαβαίνετε…

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982]

 

Ο ΑΥΤΑΡΚΗΣ ΦΤΙΑΧΝΕΙ ΤΟΝ ΚΑΦΕ ΤΟΥ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ (από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982)

Ο αυτάρκης φτιάχνει τον καφέ του μόνος του

Στον κήπο του λίγοι σπόροι καφέ

και τεύτλα για τη ζάχαρή του.

Τρίβει με υπομονή   κάτω απ’ το μπρίκι

δυο ξυλαράκια για προσάναμμα

στήνει πιο κει το φλιτζανάκι του

και περιμένει.

Ανακατεύει που και που κατά τη συνταγή

τ’ απλά υλικά

κρυφοκοιτάει το πυρωμένο αγκάλιασμα

ενώ με ρίγος ονειρεύεται το προϊόν   της θείας ζυμώσεως.

Όμως εκεί, κατά το σύννεφο –καϊμάκι

ο πονηρός πολτός

τον υπνωτίζει στις καυτές του ανάσες

τον τυλίγει στον τρελό χορό των αρωμάτων

τινάζεται    σε τελευταίο σπασμό

κι εκσπερματώνει

γύρω στο μπρίκι   πάνω στο τραπέζι

και παντού –

 

μπροστά στα μάτια του!

 

ΣΙΝΕΜΑ

Μοιάζει όταν μπαίνεις

από τα φώτα   μες στο σκοτάδι

για ποια ταινία

μοιάζει μ’ οθόνη

και πας να ζήσεις   μ’ ένα μανδύα

για να τυλίξεις   όλα τ’ αεράκια.

Μοιάζει όταν μπαίνεις

μοιάζει με μύτη   σε τζαμαρία

πριν δεις πως είσαι

και πριν καν είσαι

πριν δεις πως είναι

μαύρα κρανία  μέσα στο μαύρο

και μόνον τότε   για να σκοτώσεις.

 

Αλλιώς  

τσακίζεται   όλ’ η ζωή σου   στα ποιήματά σου

κι όμως ούτ’ ένα

απ’ τα δικά σου ποιήματα   γραμμένο.

 [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982]

 

ΤΟ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ (από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982)

Ναφθαλίνες στις τσέπες μου βρίσκω

και τέλειωσε το καλοκαίρι.

Στο παλτό μου τώρα πια

θ’ αρχίσω λίγο –λίγο να οχυρώνομαι.

θα στρίβω πάλι σκοτεινός τους γκρίζους δρόμους

καθώς θα μπλέκει το χνότο μου με τον καπνό μου

και θα διαλύονται μαζί   αργά και σπάταλα   στο νοτισμένο αγέρα.

Θα καρφιτσώνω τη φιγούρα μου   κάτω απ’ τις μαρκίζες,

κάτω από τέντες που θα στάζουν, σε περίπτερα,

δίπλα σε σινεμά –

γκρι ζωάκι στο καμηλό παλτό της πόλης.

 

Τώρα που τέλειωσε λοιπόν το καλοκαίρι

είμαι πανέτοιμος.

Στη συννεφιά   στο κρύο

το παγωμένο χαμόγελο περονιάζει

το πλάγιο βλέμμα βρίσκει τον παραλήπτη στην καρδιά

το φρύδι σηκωμένο αδιόρατα μπορεί και κοκαλώνει πιο πολύ.

 

Κι ύστερα

ο καρπός του χεριού ανακτά τη σαγήνη του

τα δάχτυλά μου παίρνουνε στάσεις που μιλούν

στάσεις που παγιδεύουν τάσεις κι αισθήματα.

 

Είμ’ έτοιμος λοιπόν.

Στο κρύο και στη βροχή

μπορώ θαυμάσια να κινήσω τα σκιρτήματα

τον έρωτα ίσως

επιστρατεύοντας τη θλίψη μες στα μάτια μου

βαθαίνοντάς τα μέχρι την απύθμενη μελαγχολία

ή δήθεν τρεμοπαίζοντας τα βλέφαρα

στο ξαφνικό δυνάμωμα του ανέμου.

Ή ακόμα

τους δυο μου κόμπους που ’σκασαν στα μάτια απ’ το χιονιά

εύκολα θα μπορούσα να εξωθήσω

μέχρι το μάγουλο μ’ αφέλεια.

 

Αυτά

στην ανελέητη προοπτική του επόμενου Αυγούστου

με τις θεές του και τα μπρούτζινα τσογλάνια του

τις ντισκοτέκ του και τις παραλίες του.

 

ΤΟ ΡΑΜΦΟΣ ΒΥΘΙΖΕΤΑΙ ΟΠΟΥ ΒΡΕΙ

(κι όμως φίλε, εμείς, το μέσα του πιάνου, πονάμε για να βγει η δική σου μουσική):

Ι. Φίλε, κάπνιζε τον έρωτα κι άμα τελειώσει λιώσε  τη γόπα, πάτα την, διάλυσέ την   ΙΙ. Άνοιξε το ψυγείο, πυροβόλησε τ’ αυγά να χυθούν οι κρόκοι στο πάτωμα, να συρθούν να γλείφουν τα παιδιά σου.   ΙΙΙ. Και σπάσε το θερμόμετρο μη μετρηθεί το πάθος· και ρίξε τον υδράργυρο στ’ αυτιά σου.   ΙV. Τέλος σημάδεψε και τους βολβούς σου με τη στέκα σ’ αίθουσα μπιλιάρδων.   V. Άλλωστε θα τους βρεις στα μάτια μιας πουτάνας που παντρεύτηκε και τώρα μετανιώνει.   VI. Όσοι χρόνια κολυμπάτε αμέριμνοι στα μάτια μου, θα βάλω τα κλάματα και θα σας πνίξω.   VII. Μπίρες, μπίρες, μπίρες· τα νιάτα μας σαν τον αφρό σας.   VIII. Η Ελλάδα στο χάρτη μια μπόρα που ξεσπάει καταπάνω μου.   ΙΧ. Όμως δεν μπορεί, θα ’ναι ωραία στη νήσο Βανκούβερ!.. [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ 1982]

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ