Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

ΑΛΛΑ ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΛΕΙΣΟΥΜΕ ΕΙΡΗΝΗ ΜΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ (αιώνια κυνηγημένοι…)

 Δώσε, Κύριε, να ’μαστε πάντοτε έτοιμοι,

και μαζί με τη βροχή σου στάλαξε στ’ αμπέλια

την ευσπλαχνία να λησμονάμε,

σπίτι ποτέ δεν χτίσαμε και ζήσαμε έξω απ’ τη θλίψη μας

για να μην μας βρίσκουν,

πλάι στους φράχτες κοιμηθήκαμε

σκεπασμένοι μόνο με το μυστικό μας,

και πάντα από σιωπηλούς δρόμους πηγαίνουμε

έρημοι, γυμνοί,

ενώ κάποιος που πεθαίνει αυτήν την ώρα περπατάει,

με τον μανδύα του αυτός, μαζί μας…

 

Πολλά χρόνια πέρασαν.

Μάχες χαμένες κι άλλες που τις κερδίσαμε

χωρίς ποτέ να το μάθουμε,

και πάντα η λησμονιά και τα φύλλα που έπεφταν.

Αλλά θα ’ρθει μια μέρα

που θα κλείσουμε ειρήνη με το όνειρο,

αιώνια κυνηγημένοι –

ώσπου τη νύχτα ήταν αδύνατο να μην τους συγχωρήσεις.

Κι αχ, μόνο μ’ αυτό ζήσαμε,

μ’ αυτό που δε θα βρει κανείς ποτέ μέσα στις ιστορίες μας.

[κι άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ, χορικό 1974 με ΚΛΙΚ στην εικόνα των λέξεων του Τάσου Λειβαδίτη]




 

ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ, ΑΛΗΘΕΙΑ, ΝΑ ΔΙΗΓΗΘΩ ΚΑΠΟΤΕ ΟΤΙ ΠΑΝΤΑ ΠΕΡΙΜΕΝΑ…

και συχνά μ’ έπιανε πανικός, πως έχω ευθύνη για όλους και πως έπρεπε εγώ να το δω, αλλιώς είμαστε μάταια φερμένοι στον κόσμο,  ένα ποτήρι ράγιζε τότε ή έτριζε η σκάλα, κι αυτό ήταν η μόνη ανταπόκριση, τα βλέμματά μας, ωστόσο, δεν έμειναν πολύ πάνω στη νεκρή, γιατί το μυστικό ήταν αλλού, σ’ εκείνη τη νύχτα που μικρό κορίτσι ακόμα είχε χάσει το δαχτυλίδι της ανεξήγητα, και το βλέπαμε τώρα στο χέρι της, το ίδιο ανεξήγητα, ή ίσως για να το καταλάβουμε πως πάντοτε έλειπε, και το ανείπωτο καθόταν στην παλιά κάμαρα,

ώρα, λοιπόν, να προσευχηθούμε: Κύριε, μη μας εγκαταλείψεις, ιδιαίτερα την ώρα που βραδιάζει και πηγαίνουμε σχεδόν με προφύλαξη πίσω απ’ τη σκιά μας, που πιο ξένη κάθε μέρα κάποιον άλλον κι εκείνη ακολουθεί.

 

ΘΑ ’ΠΡΕΠΕ, ΙΣΩΣ, ΝΑ ΚΑΝΩ ΕΝΑΝ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

να βάλω, έστω, λίγη τάξη σ’ όλες αυτές τις σκιές, όμως εκείνη η συνάντηση είχε καθοριστεί από την πρώτη μέρα, βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο άξαφνα, φυσικά δεν μίλησα, εξάλλου πώς να συνεννοηθείς, και με ποιον, κι όπως ύστερα οι άλλοι οπισθοχωρούσαν τρομαγμένοι, έσκυψα και μάζεψα τα κομμάτια της σπασμένης λάμπας, σαν να ’πρεπε να τα πάρω όλα επάνω μου, και μόνον όταν είσαι παιδί φθείρεσαι ακίνδυνα από τα όνειρα,

μα είναι κάποιοι που μια μέρα θα τρομάξουν μπροστά στον πλούτο που μάζευαν, χωρίς να το ξέρουν, αφού η ασήμαντη ζωή τους άφησε ανέπαφο το πιο σημαντικό, και ο λόγος είναι μάταιος, αν δεν κρατάει μέσα του τη σιωπή, που μας άρχισε

 

ΑΙΩΝΙΑ, ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΑΠΟΔΗΜΙΑ, ΛΑΟΙ ΠΟΥ ΠΛΑΝΙΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ

πουλιά που διασταυρώνονται με το ποτέ ή το πουθενά.

Κι ίσως τα δένδρα στάθηκαν μαντεύοντας το άσκοπο του δρόμου.

 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΩΜΟ ΜΑΣ…

(…Πανάρχαιο, σκοτεινό παιχνίδι, όπου ο Ποιητής ξέρει να χάνει με μιαν απρόβλεπτη κίνηση…)

συγκατανεύοντας σε κάποιον άλλον, πίσω μας, και συνεννοούνται έτσι, χωρίς εμάς, γύρισα τότε να δω, αλλά ποιο μυστικό φυλάχθηκε ποτέ με τόση πανουργία, κι όλα τ’ άλλα είναι εικασίες μέσα στις μαύρες σκιές, «όχι, εδώ δεν έμενε ποτέ κανείς» είπα, κι όταν τέλος το αμάξι σταμάτησε στην πόρτα, κανείς δεν κατέβηκε, γιατί το ακατανόητο ήταν κιόλας μέσα στο σπίτι, κι ο γέρος στην πόρτα φορούσε ένα μαύρο φαρδύ ρούχο για τα υπόλοιπα,

σαν τους φτωχούς, που όταν πεθάνουν είναι ανάλαφροι στο φέρετρό τους, αφού η Μοίρα τους ξόδεψε, και μόνο για την ψυχή τους δε βρήκε αγοραστή, κι όταν οι άλλοι γυρίζουν στην πόλη και τελειώνουν τη μέρα, οι φτωχοί νεκροί απορούν άξαφνα, που ενώ περνάει η ώρα δεν έρχεται κανείς να τους διώξει.

 

Ή ΚΑΠΟΤΕ, ΑΞΑΦΝΑ, ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΥΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΚΟΙΤΑΕΙ,

σαν να ’ρθατε γι’ αυτό στον κόσμο, δε μιλάτε, όμως το βλέμμα του, περνώντας, έχει ξανά στο αναπάντητο γυρίσει, απ’ όπου η θεία χάρη ή μ’ ατέλειωτους πόνους σου δόθηκε, κι άλλοτε καθώς ένα λαγήνι πλάθεις ή γράφεις μια λέξη στην άμμο, ο χωρισμός κιόλας στέκεται ανάμεσά σας, κι εκείνος που σηκώνεται και φεύγει, τώρα ξέρουμε πού πάει, μόνο μας πρόλαβε, όπως οι μητέρες – που, αν το βράδυ σκοτεινιάζει, είναι που κουρασμένες αποκοιμήθηκαν για λίγο.

 

Ο ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ, ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΠΝΟΙΕΣ ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ,

και πάλι παλιές διηγήσεις, ενώ το ήρεμο αδράχτι των γυναικών οδηγούσε μυστικά τις ώρες. Κανείς δεν μας αναγνώρισε όταν γυρίσαμε,

καθίσαμε κι εμείς μες την ανωνυμία μας, σαν τον ξυλοκόπο

μες στη συγγνώμη των δένδρων, ώσπου σιγά-σιγά μας ξέχασαν,

δεν είχαμε ούτε όνομα, ούτε προσδοκία. Όπως τ’ αγάλματα είναι αθάνατα,

συντηρώντας μια θνητή μας ώρα.

 

ΚΙ ΙΣΩΣ ΑΥΤΟ, ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΜΕ, ΗΤΑΝ ΟΤΙ ΕΜΕΙΝΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΔΙΚΟ ΜΑΣ

γιατί ποιος κέρδισε ποτέ τη νύχτα ή το όνειρο, και μες στο σπίτι ο ένας για τον άλλον

ένα απλό κειμήλιο είμαστε, και μόνος του καθένας θα πεθάνει,

έτσι μέσα στο ανήσυχο βράδυ, αλλόκοτα φωτισμένο απ’ τους πυρσούς,

είμαστε πάντοτε απροετοίμαστοι. Κι ήταν αυτή η συγκομιδή μας.

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ ΔΡΟΜΟΙ, ΣΤΙΣ ΑΥΛΕΣ ΕΣΦΑΖΑΝ Τ’ ΑΚΑΚΑ ΖΩΑ,

πίσω απ’ τις κολόνες οι δανειστές κοίταζαν χαιρέκακα την πόλη,

έμποροι και πλανόδιοι μάντεις, πάντα κακών, και γυναικόπαιδα μαύρα στην αγορά,

την ώρα που μες το κύπελλο, που σήκωνε ο συνεπαρμένος να πιει, έπεφτε άξαφνα,

το κλειδί της βασιλείας

 

ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ ΗΤΑΝ ΑΚΟΜΑ ΦΤΩΧΟΣ…

 «Κύριε» του λέω, φυσικά δεν είχα άλλους συγγενείς κι έπρεπε να τον φροντίσω, «είμαι ο νέος συγκάτοικος» είπε, για να μη δείξει πως ξέρει,

σήκωσα τότε με ταπεινοφροσύνη την πέτρα και την ακούμπησα απαλά, μη μας το πάρει ο αέρας,

«σε περιμένει η Μαρία», του λέω, μα εκείνη στεκόταν λυπημένη πίσω του, γιατί δε θα γνώριζε ποτέ το Θεό,

αφού τον έφερνε κιόλας μέσα της, κι όταν φάνηκαν οι τρεις γυναίκες, τους έδειξα τον τάφο, απ’ όπου έβρισκε πάντα τον τρόπο να βγαίνει, είχαν αρχίσει μάλιστα, να μυρίζουν τα ροδόδενδρα, και στη στροφή του δρόμου, πάνω απ’ τη σπασμένη στάμνα, η μικρή υπηρέτρια δεν έκλαιγε πια.

Αυτό ήταν το πρώτο θαύμα.   

 

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ, ΑΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΩ, ΕΣΤΩ ΚΑΙ Μ’ ΕΠΙΜΟΝΗ, ΠΩΣ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΕΓΙΝΑΝ…

πού να πάω;   αναρωτήθηκα, σαν να ’σαι τάχα εσύ που διαλέγεις,

ωστόσο συγύριζα ακόμα τις κάμαρες, κι ήταν βέβαιο πως θα ’ρχόντουσαν, αν δεν τους είχαμε θάψει σε μέρες βροχής

(κι η τελευταία μέρα του νεκρού συνεχίζεται αδιάκοπα),

«ποιον ζητάτε;» ρώτησα, «τον οικοδεσπότη», μου λένε,

αναστέναξα και τους έδειξα αντίκρυ, μες στη σκιά,

ώσπου κατάλαβα ότι αυτό ήταν η δική μου ιδιοκτησία, που την αποταμίευα κάπου αλλού, σιγά-σιγά και με πόνο,

γι’ αυτό κι όταν βρουν τίποτα φτωχούς πεθαμένους στο δρόμο, μιλάνε για ζητιάνους που θησαύρισαν, χωρίς να ξέρουν, κάτω απ’ το τριμμένο πανωφόρι τους, πόσο τους είχαν πονέσει εκείνα τα φτερά.

 

ΧΛΩΜΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΘΡΙΑΜΒΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ,

πένθος πιο υψηλό απ’ το θάνατο – πολύ παιδευτήκαμε στη ζωή μας, με το φόβο του απρόσμενου στο δρόμο,

με τον κίνδυνο του γνώριμου στο σπίτι, τι γυρεύαμε,

ενώ τις νύχτες άγνωστοι πρόγονοι, διπλωμένοι στα μαύρα κόκαλά τους,

ακολούθησαν το χνάρι του ύπνου μας,

έτσι που το πρωί

φροντίζαμε να μη φαίνεται το πέταγμα των πουλιών

καθώς σκυμμένοι δέναμε τα ποδήματά μας.

 

ΑΥΤΟ ΓΙΝΟΤΑΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ, ΟΤΑΝ Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ Μ’ ΕΡΙΧΝΕ ΚΑΤΩ,

εκεί που δεν περνάει το μάταιο, κι ο νεκρός αμαξάς ανεβασμένος στα κάγκελα κρατούσε τ’ άλογα, μακριά μέσα στ’ ατέλειωτο, αφού ποτέ γυρισμός δεν υπήρξε,

μόνο παμπάλαια λόγια, μιλημένα ξανά, σ’ ένα άλλο μέρος, ή άξαφνα σωπασμένα,

γιατί είμαστε ξένοι εδώ, απλοί ενοικιαστές, κι εκείνο που έγινε θα ξαναγίνει πάλι, κι οι μέρες μας είναι το επαναλαμβανόμενο σινιάλο για κάτι που ποτέ δεν καταλάβαμε…

 

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΑΠΕΙΝΟΙ από τη «Σκοτεινή Πράξη» του Τάσου Λειβαδίτη ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΑ ΛΟΓΟΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ

Οι μέρες είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, όταν ήρθαν αυτοί που ξέρουν να περιμένουν    σαν την παρθενία, οι γυναίκες ταράχθηκαν κι έγειραν άξαφνα    όπως η υπομονή μες στον πολύ καιρό, εμείς ακουμπισμένοι στα αμόνια    κοιτάζαμε την πόλη ερημωμένη, κι α, τι φριχτές σκηνές από πανάρχαιο γεγονότα,    κι όταν στο γέρμα του ήλιου εκείνοι ξανάφυγαν και τα γαβγίσματα των σκυλιών   όλο και πιο πολύ μεγάλωναν την απόσταση, δεν έμεινε   παρά το μοναχικό άστρο και η μυρουδιά που είχε το άχυρο στην παιδική ηλικία.   [αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ, χορικό 1974]

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2026

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

ΤΙ ΕΙΝΑΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΕΓΑ ΧΡΕΟΣ

 

Από μια φυλή που χάθηκε είμαστε,

βάρβαρες εισβολές μας σκόρπισαν,

αλλά τα βράδια θα μας αναγνώριζε κανείς,

λιγοστούς καθισμένους πάντα παράμερα,

με φτωχά λόγια για τη συμπόνια ή τη διαδοχή,

κι όταν, καμιά φορά, μπαίναμε στις πολιτείες,

ένα φλάουτο ακουγόταν στη στοά

που είχαν καταφύγει οι επικηρυγμένοι,

ενώ οι τυφλοί πήγαιναν τώρα βιαστικοί

ακουμπώντας στη σκόνη που άφησε πίσω

το πέρασμά μας.

 

Τι είναι λοιπόν τα παιδικά χρόνια

μπροστά σ’ αυτό το μέγα χρέος

να υπάρχεις, και να μας τώρα πάλι στον ανοιχτό αέρα

με μόνο άλιωτο χέρι της προμάμης μες στο σάκο,

και στο χώμα πλαγιασμένος ο ίσκιος του βραδιού,

μαζί με τους άλλους φτωχούς,

ενώ ο τροχός του αγγειοπλάστη φιλονικούσε χαμηλόφωνα

με κάποιον που δεν τον βλέπαμε,

και το λυχνάρι που βάλαμε πάνω στη στέγη,

έφεγγε τώρα στη λεχώνα να ξαναβρεί το σπίτι.

 

Κι ήταν μέρες που λιποψυχούσαμε

καθώς πέρα στο μεγάλο δρόμο

φαινόταν κάποιοι να ’ρχονται,

τι καινούρια πράγματα μας φέρνουν, λέγαμε,

αφήστε μας στην τύχη μας, τι τους θέλουμε τους άθλους,

πανάρχαια νικημένοι, από τότε που βασίλεψε ο ήλιος

χωρίς να μας ρωτήσουν.

Έτσι για να τραφούμε μας φτάνει ένα καθάριο μέτωπο,

κι είμαστε λιγομίλητοι ως το βράδυ.

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ, χορικό 1974]




 

ΑΙΩΝΙΑ ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΙ, ΔΙΩΓΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ,

και μόνο το τραγούδι μας, καμιά φορά, θλιμμένο

μαρτυρούσε το δρόμο, ή άλλοτε για να ξεφύγουμε,

σε θρύλους, όπως σε σιωπηλή γυναίκα,

γέρναμε, ή γινόμαστε απλοί, τόσο που μας έχαναν.

Κι αλήθεια, κατά πού πέφτει η βασιλεία,

και μόνος ο καθένας μας θ’ ακούσει το ράγισμα ενός άστρου,

αργά τη νύχτα.

 

ΩΣΤΟΣΟ, Η ΕΙΔΗΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ ΕΦΤΑΣΕ,

και θα μπορούσε, ίσως, ν’ αλλάξει τη ζωή μας,

αν δεν ήταν σε μια γλώσσα άγνωστη,

που κάποιοι που την ήξεραν είχαν πεθάνει, όλοι νέοι,

όμως ο κόσμος συγκινήθηκε, αφού στο τέλος ήταν η πατρότητα

κι αυτή, κι όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις,

ο άνθρωπος που έψαχνε

ανάμεσα στα παλιά πεταμένα πράγματα, έξω από την πόλη,

γύρισε και με κοίταξε, κι όσο κι αν ήμουν δύσπιστος,

δεν μπόρεσα να μην αντιληφθώ το θησαυρό,

γιατί το μήνα Νοέμβριο οι νύχτες έχουν ολότελα μεγαλώσει,

κι οι καυτές πατάτες που συναλλάξαμε από χέρι σε χέρι

άχνιζαν μέσα στο βράδυ, όπως αυτός που προσεύχεται.

 

ΚΑΠΟΤΕ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΞΕΧΕΙΛΙΖΕΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΟΧΗ,

και δεν έχουμε πού να σταθούμε, βγαίνουμε τότε στον κόσμο,

όπως την πρώτη φορά, κλαίγοντας,

ενώ ο ορίζοντας πέρα, με την άκρα εγκατάλειψη,

μας κλείνει μες το μυστικό,

ώσπου το βράδυ μια άρπα ακούγεται σ’ ένα σπίτι ακατοίκητο.

Είναι η ώρα του μεγάλου ονειροπόλου,

που εδώ και αιώνες, χωρίς ποτέ να χάνεται,

πηγαίνει πάντα προς το χαμό.

 

ΤΙ ΑΛΛΟ ΕΙΝΑΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ,

αφού το όνειρο εκεί πηγαίνει, κι όταν πεθάνουμε,

είμαστε πιο μπροστά από χθες, νεκροί στο μέγα αύριο,

έτσι κι όταν οι μητέρες, στη μνηστεία ακόμα,

κοίταζαν έκθαμβες στο δάχτυλο τον αρραβώνα,

εμείς ερχόμαστε κιόλας δακρυσμένοι προς το χρόνο.

 

ΚΙ ΕΠΡΕΠΕ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΤΟ ΚΡΥΒΟΥΜΕ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ,

αφού το κάθε τι έχει μπει εκεί για παραπλάνηση,

κι ο ίδιος εσύ – κι ίσως μ’ αυτό που δεν θα μάθουμε ποτέ,

μ’ αυτό ξοφλάμε   παλιά χρέη.

Μόνο το βράδυ οι γυναίκες έραβαν,

μα είναι τόσο λίγη η ζωή,

που η βελόνα τους περνούσε απαλά το ρούχο

κι έβγαινε έξω απ’ τον κόσμο.

 

ΤΩΡΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ, ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΕΜΑΤΑ ΡΗΓΜΑΤΑ, ΟΠΟΥ ΧΩΡΟΥΣΑΝ…

…λογιών κατατρεγμοί,

κι άλλοτε παλιοί μύθοι έστεκαν στο δρόμο

και μας γύριζαν πίσω, λεηλασίες, πανικός, ερήμωση.

Όμως είναι στιγμές που στη μνήμη κάποιου περνάει, άξαφνα,

μια αχνή σκηνή απ’ τ’ αλλοτινά μεγάλα,

και τότε οι ζητιάνοι μαζεύουνε το χέρι τους,

σαν να ’ναι αρκετό, για σήμερα, το κέρδος.

 

ΦΥΣΙΚΑ, ΚΑΜΙΑ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ Ή ΑΛΛΟ ΣΗΜΑΔΙ,

που να μας πείθει ότι είναι αυτός,

μονάχα εκείνη η οικειότητα με πράγματα απαγορευμένα

(γιατί είχε πάντοτε πλανηθεί),

και το ρούχο του, απ’ τα παλαιοπωλεία,

σχεδόν μόνο για τις σκιές,

κι ας μη μιλάμε για εγκαρτέρηση με φωνή δυνατή,

αφού πίσω απ’ τη γύψινη μάσκα μπορεί να στέκει ακόμα

ο τρομαγμένος, κι η εγκατάλειψη γίνεται κι εκείνη στο τέλος

ένα πρόσωπο υπαρκτό

όμως εγώ που έβλεπα το προβλεπτικό χέρι

να μας κρατάει μακριά, έτσι που να λες:

εγώ πήγα, ενώ είχε βαδίσει μόνον εκείνος

που ποτέ δεν θα γνωρίσουμε,

κάθισα στο τελευταίο σκαλοπάτι,

πιάνοντας όσο γίνεται λιγότερη θέση,

αλλά με παρρησία,

αφού κι ο Θεός έπρεπε να ξαναρχίσει ταπεινά,

σε μια μικρή πόλη, και, σχεδόν, θνητός τώρα

δε θα τελείωνε στους αιώνες.

 

ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΞΥΠΝΑΩ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ,

ανάβω τη λάμπα και στέκομαι εκεί, απέναντι στον ξένο,

το πρωί βέβαια δεν έμενε τίποτα,

μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι,

που θα μπορούσε να το πάρει κανείς για μια σταγόνα κερί,

ενώ ήταν, ίσως, το ασυγχώρητο που κανείς δεν το ’βλεπε,

μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγόταν στο υπόγειο,

και θα ’πρεπε να ’χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό τα ενθύμια,

γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,

καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας

αυτό που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο,

και θα ’παιρνε τη μεγάλη βελόνα πλεξίματος που κρατούσα,

σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι άλλοι κοιμούνται,

αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο,

έχουν ακολουθήσει κιόλας εκείνον που αιώνια προσπερνά.

 

ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΕΧΩ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΕΛΕΓΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΞΕΡΩ ΓΙΑΤΙ ΜΙΛΑΩ

Συχνά, δείχνοντας καθετί που ήταν όνειρο ή αυταπάτη,

προσπαθούσα να δω τη ζωή μου, φυσικά ήταν ανώφελο,

αφού και οι νεκροί που συναντάμε περνάνε

όλο το αδιάβατο για να ’ρθουν να ψάξουν ακόμα μια φορά,

«είναι το μόνο που έχω στον κόσμο» έλεγα,

χωρίς να ξέρω γιατί μιλάω

κι αν είναι κάποιος εδώ να μ’ ακούσει,

και τότε γονάτιζα κι ακούμπαγα το πρόσωπό μου στο χώμα,

γιατί μόνο από κει θα περάσει,

όμως αργά, τη νύχτα, γυρίσαμε και κοιτάξαμε όλοι

στο ίδιο μακρινό σημείο, εκεί που, ίσως,

στέκει το πεπρωμένο, θνητό κι αδιάβαστο,

και μόνο το παιδί έκανε μια κίνηση σαν να ’θελε

κάτι ν’ απομακρύνει, μα αμέσως ξανάπεσε βαριά στην καρέκλα,

και τότε είδαμε τη χλωμή μάσκα που έριξε στην όψη του

το απλησίαστο, να γίνεται σιγά-σιγά πρόσωπό του.

 

ΜΟΛΙΣ ΠΕΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ, ΜΑΘΑΜΕ ΤΗΝ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ,

βρήκαμε, λοιπόν, ένα σημάδι που χωρίς να μας προδίδει

μιλούσε καθαρά στους άλλους,

και το χαράζαμε στους τοίχους, στις πόρτες των σταύλων

ή πάνω στο ψωμί.

Εκείνος που το ’βλεπε έπαιρνε τότε μια άγνωστη κατεύθυνση και κανείς δεν τον ξανάβλεπε.

Γι’ αυτή την πατρίδα σας μιλάω.

 

ΟΤΑΝ, ΤΕΛΟΣ, ΗΡΘΑΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΙ,

τους βάλαμε να διηγηθούν καταλεπτώς τα πράγματα,

δε χωρούσε αμφιβολία, όλα είχαν χαθεί.

Δεν είχαμε ούτε σπίτι πια ούτε τιμή.

Οι γυναίκες έκλαψαν, όπως πάντα,

κι όπως πάντα οι άνδρες σκυμμένοι κοίταζαν το χώμα.

Και μόνον ο τυφλός χαμογελούσε καθώς το ραβδί του, σοφό,

τον πήγαινε πέρα απ’ τη ματαιότητα, μες στο σκοτάδι.

 

ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ, ΒΕΒΑΙΑ, ΟΛΑ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΑ,

ενώ αυτό που φοβόμαστε έχει γίνει από καιρό,

κι ήτανε μέσα μας,

κι εμείς το πηγαίναμε στην επικίνδυνη ώρα,

και συχνά σταματούσες στη μέση της σκάλας,

γιατί ποιος ξέρει πού είναι το άλλο σκαλοπάτι,

ιδιαίτερα το βράδυ καθώς διάβαινες τις άδειες κάμαρες,

σου ’πεφτε πάντα κάτι από τα χέρια,

σαν να ’θελε να ξαναγυρίσει, και τότε,

όπως γονάτιζες να το βρεις, συναντούσες τον άλλον,

αφού κάθε κίνηση μας προδίνει,

κι ένα άλλο ποτήρι σηκώνεις απ’ αυτό που πήγαινες,

προτίμησα, λοιπόν, να σωπάσω,

μα όταν μέσα στο σκοτάδι χτύπησαν μεσάνυχτα,

όλο το σπίτι ράγισε άξαφνα,

και τότε, στο βάθος του διαδρόμου,

το είδαμε που πέρασε εντελώς καθαρά.

 

ΠΟΛΛΟΙ ΑΠΟ ΜΑΣ ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΖΑΝ ΠΟΤΕ,

και μερικά πράγματα έμειναν για πάντα άγνωστα,

όμως, ξεχνώντας λίγο-λίγο, τον φέραμε πιο κοντά,

ώσπου πέρασαν πολλά χρόνια έτσι,

ήταν κάτι το υπέροχο, κι αυτός, λένε,

κάτοχος παλιών θησαυρών,

αφού έμεινε πολλές φορές σε σπίτια ξένα,

όπου οι άλλοι έμπαιναν μόνο απ’ το δρόμο,

«τότε γιατί με ρωτάς;», του λέω,

έτσι οι άνθρωποι διατήρησαν μια καλή ανάμνηση απ’ την οικογένεια,

προ πάντων τις βραδινές ώρες,

βρήκαν μάλιστα και το σεντόνι που οι γριές τον τύλιξαν,

γιατί η δυσκολία ήταν προς τα πού να τραβήξει,

κι επειδή η σκοτεινιά ερχότανε σιγά-σιγά,

σκέφτηκα πως έπρεπε να τον σώσω,

κατέβηκα λοιπόν και κάθισα ήσυχα στον κήπο…

 

ΠΟΙΟΣ, ΛΟΙΠΟΝ, ΜΙΣΟΣΚΕΠΑΖΕΙ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΘΝΗΤΩΝ,

έτσι που να μην ξέρουν, τέλος, τι έγινε,

κι από την παιδική ηλικία μας έδιωξαν,

πριν να τα μάθουμε ακόμα όλα,

ενώ οι γυναίκες, επίφοβες τη μέρα, άγνωστες το βράδυ,

τύλιγαν στο αδράχτι τους   το δρόμο που ’χαμε ονειρευτεί.

Και μόνο, άκρα μεσάνυχτα, καθώς γυρίζαμε απ’ τα καπηλειά

στην άκρη του δρόμου έστεκε κάποιος σιωπηλός,

πλάθοντας με αόρατα θαύματα τη δυστυχία μας.

 

Η ΝΥΧΤΑ ΑΛΛΟΤΕ ΣΤΗ ΛΗΣΜΟΝΙΑ ΚΙ ΑΛΛΟΤΕ ΣΕ ΠΥΡΕΤΙΚΑ ΡΟΔΑ ΜΑΣ ΕΡΙΧΝΕ

σαν τη διωγμένη αγάπη, και τότε, πίσω απ’ το ανείπωτο,

στέκεται ακόμα πιο βαρύ  αυτό που πρέπει να πεις

κι ο νικημένος έβλεπε κι άλλον έναν ίσκιο να πηγαίνει δίπλα του

γιατί δεν χωρούσε τόση θλίψη σ’ έναν άνδρα.

Ώσπου το πρωί οι ζητιάνοι, 

πανάρχαια μνηστευμένοι τις γωνιές των δρόμων,

ξανάπαιρναν τα δικαιώματά τους

κι έπρεπε σαν έναν άλλο, πιο μεγάλο ουρανό,

ν’ αντέξουμε την καθημερινή μας ιστορία.

 

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ ΠΩΣ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΛΗΘΙΝΟ,

και με πόση πανουργία (κι άλλα ταπεινά τεχνάσματα)

συγκράτησα αυτή την αμφίβολη προσωπίδα,

γιατί από την πρώτη μέρα είχαμε χάσει κιόλας το σημαντικό,

και ήμασταν πάντα τόσο λίγο εδώ,

σαν τα χέρια των ζητιάνων που επιστρέφουν τη νύχτα στον παλιό τους κάτοχο,

φυσικά, το σπίτι ήταν πάντα κλειδωμένο, μα ο άλλος είχε μπει πολύ πριν,

«πρέπει να βγω, σκέφτηκα, αλλιώς είμαι χαμένος»,

κι ίσως να το κατόρθωνα, αν δεν με πρόδινε το βήμα μου,

αυτό το προσεκτικό βήμα των φτωχών,

σαν να θέλουν ν’ αποφύγουν το χειρότερο,

τόσο σαστισμένο, που ακόμα κι αν δεν υπήρχε ουρανός,

εμείς εκεί θα πηγαίναμε.

 

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΜΑΝΔΥΑ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ ΠΗΓΑΙΝΟΥΜΕ ΠΟΥ ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ ΣΙΩΠΗΛΟΣ…

…δίχως όνομα, ίσως γι’ αυτό και πιο αληθινός, κι όταν σηκώνουμε το κύπελλο, είναι κι εκείνο μες το μυστικό και δεν ξεδιψάμε, γιατί η πρόνοια μας θέλει βιαστικούς, ολομόναχους μες στην υπόσχεση, σαν τα χωράφια που πηγαίνουν σκεπασμένα το φθινόπωρο, και μόνο όποιος φεύγει ξαναβρήκε την πατρίδα, αφού κάθε μας λέξη εδώ μια πόρτα σφαλά εκεί ή ένα παράθυρο, κι αυτό που έρχεται σαν σκόνη ή σαν σφάλμα κάθεται πάνω στο τραπέζι. Όμως τα βράδια, ο οποιοσδήποτε είναι ένα πρόσωπο προορισμένο        Πάντοτε κάτι άλλο νοσταλγούμε κι η πόρτα μας φεύγει με τον ξένο, και μένουμε άξαφνα έξω, που είναι ίσως η μόνη μας πατρίδα, οι κινήσεις μας τότε γίνονται βαριές, σαν να μας δώσαν πίσω όλες μαζί τις νύχτες, που χάθηκαν εδώ κι εκεί, κι αχ, τώρα πού να τις πας, και τι είναι εκείνο που σε σπρώχνει, πάντα ανέτοιμο, ενώ το κερί προβλεπτικό σε προειδοποιεί, απλώνοντας σαν ίσκιο πίσω σου αυτόν που σε ξεπερνάει, όμως εκείνος που έμεινα ταπεινός, είναι μια θεία παρέμβαση, γιατί διαβαίνει απαρατήρητος, σαν να μας έχει αφήσει κιόλας πίσω, και σ’ οποιοδήποτε παράθυρο ακουμπήσει δεν κρύβει τον ουρανό, ενώ η λάμπα που κρατάει νιώθει, σαν από χάρη Θεού, να πηγαίνει μόνη της, όπως τα πράγματα σε μια κάμαρα γίνονται άξαφνα πιο μεγάλα και σοβαρά, μόλις ο νεκρός κλείσει τα μάτια      [αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου   Λειβαδίτη ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ, χορικό 1974]

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2026

ΑΛΛΑ ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΛΕΙΣΟΥΜΕ ΕΙΡΗΝΗ ΜΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ (αιώνια κυνηγημένοι…)

  Δώσε, Κύριε, να ’μαστε πάντοτε έτοιμοι, και μαζί με τη βροχή σου στάλαξε στ’ αμπέλια την ευσπλαχνία να λησμονάμε, σπίτι ποτέ δεν χτί...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ