Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

ΑΝΘΟΥΝ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΒΓΑΖΟΥΝ ΦΤΕΡΑ ΚΑΙ ΧΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΣΚΟΝΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΧΑΡΤΙΝΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ…

 (…όμως το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος…)


Και τότε όλα είναι αχνός:

Μήτε τα πλήκτρα να χτυπούν    μήτε οι φωνές να γδέρνουν.

 

Σηκώνεται το μάνταλο του νου του

μπαίνουν οι σκοτωμένοι με σκοινιά   και με τα δίκοχα·

κι οι κέρινες γυναίκες που δεν πρόφτασε –

όσες γελάσαν τον καιρό   κι αυτές που επιάστηκαν·

οι πεθαμένοι γράφουν με το χέρι του.

 

Η Ελένη μόνο    τραγουδά και σταυροσημειώνει

βγαίνει το βράδυ – βράδυ στα τουρκομνήματα –

πέφτει σε δημοσιά·

κι ανθούν κορίτσια   βγάζουν φτερά και χάνονται  με νύχια πορφυρά

στη σκόνη αυτής της χάρτινης πατρίδας·

φωνάζουνε «Τηλέφωνο»

 

Κρύβει τους πεθαμένους:

Ανοίξαν οι φωνές χτυπούν τα πλήκτρα

χτυπούν των ζωντανών τα δόντια.

 

Θάνατος πνέει· και κρυώνουν!..

 

Παραλογή

Λιγνό κορίτσι ξενυχτά    κι ο φαρμακοποιός διανυκτερεύει

 

Μα ποιος γυρίζει στο μυαλό μου   το μαχαίρι;

Λιγνό κορίτσι   ξενυχτά τον φαρμακοποιό

που διανυκτερεύει

(ΚΗΠΟΣ και ΠΑΡΑΛΟΓΗ  κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985 -  εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση ΒΡΑΧΝΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ Ποιήματα και Κριτικά Κείμενα 1981-1987, εκδόσεις Μελάνι 2018 )

 


ΟΙ ΤΟΥΡΚΑΛΕΣ

(από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985)

Να ’ναι σκοτάδι πίσσα.

Να πέφτει χιόνι πίσω μου

κι ο λύκος ο βοριάς   να γδέρνει στέγες!..

Να βγαίνουν απ’ τη νύχτα με σπαθιά   αναστημένοι εύζωνοι·

στ’ άλογα τ’ άσπρα.   Τούρκοι να τρέχουν να κρυφτούν.

 

Κι ο γέρος ν’ αφουγκράζεται· βογκούσε,  

«οι γκαστρωμένες».  Το κρίμα ξύπνησε.  

Ανοιχτό του πηγαδιού το στόμα

κι έβγαιναν ολονύχτα οι Τουρκάλες –

χτυπούσε η κάμα χαμηλά, απ’ την κοιλιά να μπαίνει ο θάνατος.

 

Μετά λυπήθηκε ο βοριάς. 

Εσήκωσε τη στέγη   να μαρμαρώσει ο γέρος με το βόγκο

το αίμα να γυρίσει στο πηγάδι·

 

με χιόνι και βοριά να φέξει ο τόπος

 

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Μες στου νεκρού το μάτι

κοιμούνται δένδρα και πουλιά

 

Βγαίνουν με το φεγγάρι

τα παιδιά, λεν για τους ζωντανούς

μετρούν τα χρόνια·

φύλλα μασούν της λησμονιάς

και τραγουδάνε.

Τ’ ακούνε οι όμορφες, ξυπνούν

τ’ ακούν οι κολασμένες , βγαίνουν κρυφά

στη μαύρη χλόη απάνω

τα κοιμούνται.

 

Μα οι μάνες που μαραίνονται

για τις χαρές δεν ξέρουν

του άλλου κόσμου.

[από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985]

 

ΠΡΩΤΗ ΒΡΟΧΗ ή ΑΝΤΙΠΕΡΙΣΠΑΣΜΟΣ

(από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985)

Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους

και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια

γλιστρούν στ’ άδειο πλακόστρωτο οι ίσκιοι

βρεμένοι ως το κόκαλο. Επιστρέφουν.

Τρυπώνουν στα ραγίσματα των τοίχων

ύστερα στα θεμέλια κατεβαίνουν·

βυθίζονται στου κόκορα το αίμα.

Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους

και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια

έρχονται πίσω των σπιτιών οι πεθαμένοι·

σε γνώριμους βυθούς να ξεχειμάσουν.

 

 

ΟΠΟΥ ΣΤΑ 1923 Ο ΕΠΙΚΗΡΥΓΜΕΝΟΣ ΘΩΜΑΣ ΓΚΑΝΤΑΡΑΣ, Ο ΛΗΣΤΗΣ, ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΘΕΙ

Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α. Μάνθος

έπαιρνε νύχτα τα στενά για το Βαρούσι.

Τους γάμους θα σκεφτόταν ως το σπίτι του

και τους θανάτους, που εκράτησε για πάντα.

Μα πιο πολύ στο βράδυ εγυρνούσε του Αυγούστου

που πόρτες έκλεισε βαριά, έλυσε τα σκυλιά

κλέφτης μην έρθει κι έπεσε   για τον δίκαιο ύπνο.

 

Δεν άκουσε σκυλί, πόρτα να τρίζει·

κι απ’ τον φεγγίτη της σκεπής

τον είδε που γλιστρούσε –

άγγελος με τα δόντια στο μαχαίρι.

 

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ MODIGLIANI  ΣΕ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ 14 ΙΟΥΛΙΟΥ 1985

Τα μάτια σου θα σβήσει η κιμωλία   ή κάρβουνο –

ό,τι  βρεθεί μπροστά του.

Θα ανυψωθείς με χάρη αερόστατου

για ν’ ανταμώσεις τ’ άλλα ουράνια πλοία   με τα πανιά τα μαύρα!..

Και τα λεία   μαλλιά σου με το κόκκινο της βάτου   ένα θα γίνουν –

φίδι και τ’ αυγά του.

Το χέρι που θα βάλει την τελεία

βγαίνει σφιχτά κρατώντας την ομπρέλα

που αρπάζεις και πηδάς έξω απ’ το χρόνο

εδώ που είμαι εγώ και σ’ αμπαρώνω·

και μέσα από σωλήνες κι από φίλτρα

στη σκοτεινή σε σπρώχνω πάλι μήτρα

που θα γεννήσει θάνατο και τρέλα.

 [από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985]

 

Ο ΕΝΑΤΟΣ

(από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985)

Την κρύπτη μου αφήνω αυτή τη νύχτα.

Κι αν στο ταξίδι βγεις το φτάσιμο άδικο.

Δίκοχα τρύπια κι αποφόρια   τάφων θα ’ναι ο δρόμος

και σπίτια τούρκικα που σκέπασε το ρύζι –

αέρας σιγανός να τρώει τις πόρτες

και φυλλοβόλος μπέης να ξυπνά·

εσκόρπισα αν τρίζει τ’ όνομά μου.

Την κρύπτη μου αφήνω· φτάσιμο άδικο;

Ο πληγωμέμος πού και πού τα λεπια του.

 

Νεκρούς διαδρόμους τώρα κατεβαίνω.

Τυφλά ποντίκια μπόχα υπακοής   κι απαρνημένοι.

Απλώνουν τ’ άσπρο χέρι τους και κλαίνε:

«Βλέπεις; Δεν είναι χέρι είναι ρολόι».

 

Αυτό δεν είναι χάραμα είναι τρόμος.

Ούτε βαρκούλα ούτε φτερά –

με τη φωτιά θα βγω τρελό αγρίμι.

Έτσι να πάω. Σαν ένατος.

Σ’ ενέδρα.

 

ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΠΕΝΘΙΜΟ ΣΚΥΛΙ ΣΤΟΝ ΣΑΠΙΟ ΦΡΑΧΤΗ…

(…κι οι πεθαμένοι ακούν·  και περιμένουν…)

Χιόνι σεντόνι τρυφερό για του φιδιού τον ύπνο.   Χιόνι και πένθιμο  σκυλί βραχνός προφήτης.   Με νύχια παγωμένα ο λύκος κρύβεται.   Με φόβο οι ζωντανοί την πόρτα κλείνουν.   Κοιτάς απ’ το παράθυρο: Καπνίζουν τα πηγάδια.   Χιόνι· κι άναψαν τη φωτιά στον κάτω κόσμο.   Ο κυνηγός στο πέρασμα το σπίρτο πίνει.   Τον λύκο, που εχύμηξε πίσω του, δεν τον βλέπει.   Με κόκκινο εμάζεψαν το αίμα.   Άλλοι είπαν τον είδαν νεκρό στο Βίτσι·  άλλοι ζωντανό στην Τασκένδη.   Ο πατέρας ενθύμιο λύπης.   Δεν θέλουν να θυμούνται πώς ανοίγει   η πόρτ στο υπόγειο, η γδαρμένη.   Το κούφιο δόντι τους. Αυτό με το φαρμάκι.   Αυτά που φύγαν, αίματα.   Αυτά που ήρθαν, χιόνι.   Αυτά που φύγαν αίματα ήρθαν χιόνι.   Άλογα μαύρα στο σκοτάδι.   Ως τη συντέλεια της μνήμης!..  [ΗΜΕΡΟΣ ΥΠΝΟΣ και ΣΗΜΕΙΑ και ΠΕΡΑΤΑ από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985]

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2022

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

ΟΧΙ ΜΕ ΣΤΑΧΥ ΚΑΙ ΣΠΥΡΙ Μ’ ΑΛΕΥΡΙ ΤΟ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

 Βήματα στο πλακόστρωτο·  και τίνος να ’ταν.

 

Το σπίτι σκοτεινό, του φόβου μάτι.

Όλοι κοιτούσαν χαμηλά·

κι ο κρότος πότε άλογο   και πότε φίδι.

Δεν σήκωσα το σκούρο το πανί –

πριν το παράθυρο με πρόφτασ’ η φωνή της:

 

«Όποιος ιδεί βουβαίνεται·  τα δάχτυλά του σπάζουν»!..

 (ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985 -  εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση ΒΡΑΧΝΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ Ποιήματα και Κριτικά Κείμενα 1981-1987, εκδόσεις Μελάνι 2018 )

 


Ο ΕΚΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ «ΚΑΘΕΣΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΕΚΛΑ ΤΟΥ», ΜΟΥ ΕΙΠΑΝ (Με τους Λυπημένους)

(από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985)

Όχι ο βάτραχος κι ο γρύλος

μα το σούρουπο: Εσάλπιζε τα μάγια.

Βυθός με νυχτοπούλια και σκυλιά·

κι η πικροδάφνη φόβος.

Έσερνε το σκοτάδι

ο πατέρας, καλούσε τα φαντάσματα.

Άξαφνα ο Θόλος άστραψε

ακούστηκαν οι κρότοι.

«Μπουμπουνητά» ψιθύρισα.

«Άλογα» είπε ο γιος μου.

κι ο άλλος γιος μου: «Ντουφεκιές».

Η γάτα έγδερνε το φράχτη,

η μάνα γέλασε.

 

Τ’ άλλο πρωί τον βρήκαν

τον προδότη. Με το κορμί

το κόσκινο. Βρήκαν τις μαύρες

κάπες και τα δίκοχα· και τις οπλές

στη λάσπη. Τις πήρανε,

βγήκαν στα πίσω χρόνια.

 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΠΩΝ (στον Χρήστο Δ. Γκαγκτζή)

Και στα χαντάκια του καιρού

το κόκκινο θ’ ανθίζει.

Το χέρι μου θ’ ανοίγει το σεντούκι

να βγάλει τη μικρή φωτογραφία

 

και θα πηδάει λιγνός βοσκός.

Θα κρύβεται σε θάμνο· ως τη νύχτα.

Να πάει με τους παράνομους·

και με τους λυπημένους.

[από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985]

 

ΜΑΥΡΗ ΚΙΒΩΤΟΣ

(από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985)

Το τελευταίο σπίτι ήταν το δάσος·

του φόβου κιβωτός. Βγαίναν κομ-

μάτιαζαν τον ύπνο κατοικίδια

με σκοτεινά ονόματα.

 

Έπεσε νύχτα με πριόνι και θηλιά

κι οι λυπημένοι διάλεξαν τ’ αγρίμια·

νύχτα με χέρι σιδερένιο του τυφλού

στο δάσος οι παράνομοι εγλιστρήσαν.

 

Οι άλλοι μπήκαν με τουφέκια

και σκυλιά να βρουν το αίμα,

να φέρουν τα κεφάλια. Δεν εγύρισαν.

Πέλμα του λύκου πορφυρό και δόντι

τ’ άγριου χοίρου στο λαιμό τους·

 

να ’χουν πετρώσει τα σκυλιά

κι οι λυπημένοι να ’χουν πιάσει   άγριες ράχες.

 

Η ΜΗΛΙΑ

Σε φράχτη τέλειωνε η γυναίκα,

ματωμένη. Έφερνε αέρας τα σκυλιά,

τα ’παιρνε πάλι.

 

Επέρασ’ ένας μ’ άλογο,

κυνηγημένος. Η ματωμένη

τραύλιζε. Αυτός βαριά ελυπήθη.

Κι όπως την κάμα ετράβηξε

κι απόστρεψε τα μάτια

 

σκίρτησε η γης

βγάζει μηλιά

τα μήλα φορτωμένη·

 

κι αυτή σε μαύρο σύννεφο

-ώι μηλιά –

για χαμηλά ποτάμια   ετραβούσε.

 [από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985]

 

ΣΤΑ ΟΡΕΙΝΑ ΤΟΥ ’50

(από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985)

Πέταλα δίχως άλογα· και στάχτη.

Μάνα τρελή κακιά

στον άγριο Θόλο·

μονάχα σκύλα νυχτωμένη

λέει ονόματα.

 

Αλλού καλπάζουν τώρα οι λυπημένοι.

Τ’ ανέμου οι μαύρες κάπες. Του καπνού.

 

Κι είν’ από μισοφέγγαρο τα πέταλα του αλόγου.

 

ΠΑΡΑΛΥΤΑ ΜΑΛΛΙΑ

Κατέβαιναν από ψηλά. Μ’ άλογα

μαύρα, με φτερά, χωρίς κεφάλι.

 

Τότε θρυμμάτισα το τζάμι

κι άγρια φώναξα. Βγήκανε

στρατιώτες μ’ άδεια μάτια

και το σακί ανάποδα εγύρισαν.

Κεφάλια κύλησαν με κόκκινα

μαλλιά και παγωμένα.

 

Κι έπειτα οι καβαλάρηδες εσκόρπισαν

με δυνατό κερί κι άλογα δίχως

στους έρωτες στους ποταμούς

λίγο μετά τη λύπη πριν τα αίματα.

 

Όλη τη νύχτα ακούονταν σκυλιά –

τα βρήκαν το πρωί φαρμακωμένα·

στις πόρτες μαύρους είδανε σταυρούς.

 [από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985]

 

ΤΟ ΚΡΙΑΡΙ

(από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985)

Όμως της λύπης ο χρόνος

τέλος δεν ξέρει· της λύπης

ο τροχός θα ξανατρίξει.

 

Θα μπει στον ήσυχο ύπνο

άγρια μύγα

στ’ αθώου τη μηλιά

θ’ ανθίσει φίδι.

Θα βγει κριάρι μαύρο.

Θ’ ανεβαίνει   σκάλες  που τρέμουν

πόρτες θα γκρεμίζει.

Δεν θα ’ναι όνειρο κακό –

αίμα θα είναι

κι άντερα χυμένα

και δίκαιο κριάρι τρομερό.

 

Με θρύψαλα και θρήνους   θα τινάζεται

στον σκοτεινό ουρανό   των λυπημένων.

 

ΑΝΑΤΟΛΗ (στον Χρήστο Μπουρονίκο)

Μα η μέρα το σκορπά το μυστικό της.

Κι είπε  «σκοτάδι ας γίνει, ας γίνει φόβος».

Ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα.

Με των αλόγων τα φαντάσματα περνούσαν οι νεκροί.

Σηκώθηκε μια λύπη.

Κι όλοι το ’νιωσαν -  ο μάγος είχε φτάσει.

 

Τότε πέρασαν χρόνια. Τ’ άλογα, ματωμένα και τρελά, κατέβαιναν στους κάμπους· έπεφταν στ’ αποσπάσματα.

Όμως ο μάγος σώπαινε.

Τίναζε μονάχα τα δάχτυλά του, τραβούσε αόρατα σκοινιά.

Ώσπου ανοίξανε τα σπλάχνα του και βγήκε το βαμπάκι.

 

Ύστερα έπεσε μ’ αφρούς.

Κι ήρθε η Σελήνη, όμορφη, με μαύρα της φωτιάς· μου τραγουδούσε το αίμα.

Κατέβαιναν οι άγγελοι της λύπης, πέφταν τουφέκια, φύσαγε.

«Πίσω» ακούστηκε η φωνή· και πολλούς έσφαξαν.

«Τώρα θα μπεις στο γκρίζο» είπε ο μάγος.

Τότε πέρασαν χρόνια και στις πόλεις εφάνηκα.

Είδα τα σάβανα στους δρόμους τα σκυλιά κι αυτόν τον μουσουλμάνο με την τίγρη.

Τον έγδερνε σιγά – σιγά τον διαιρούσε.

Με τα μαλλιά στην άμμο θρόισε· «τ’ όνομά της ρωτώ – άνθος ή άλογο;»

Τα πέταλά σου ήτανε, πατρίδα.

 

Τώρα τα ξέραμε όλα.

Μόνο το πρόσωπό της δεν είδαμε και μόνο την κάμα της.

Το κλάμα της ακούαμε τη νύχτα κέρινο χέρι το ’γλειφαν σκυλιά.

Ποιο βυζί και ποιο γάλα· ένα στέρφο πουλί μόνο ήτανε.

«Όλα χαθήκαν, χάθηκαν» έλεγε ο μάγος.

Κανείς, κανείς δεν ράγισε.

Σε θεοσκότεινη σπηλιά παίζαν το φόρεμά της ενώ στους δρόμους δείχναν το κεφάλι της!..

 

Πήρε να λιώνει ο μάγος και να σώνεται.

«Δώσ’ μου το δαχτυλίδι σου» του είπα.

Το ’βγαλε και το πέταξε σε σκοτεινό ποτάμι.

Ακούστηκαν οι πετεινοί και το θαύμα εσκόρπισε.

Είδα κορμιά στον ποταμό, αυτό μόνο πρόφτασα.

Κι είδα τα σκέλια του βουνού· ανοιχτά και ταράζονταν.

Έβγαινε με κεφάλι ματωμένο η μέρα.

«Όλα γράφονται πάλι, όλα γράφονται πάλι» εψιθύρισα.

[από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985]

 

ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (Του Λυπημένου)

(από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985)

Βγήκανε μ’ ανοιχτά φτερά   άλογα μαύρα·

ακινητούν   στον ουρανό.

 

Σε φράχτη θα το δείτε το κεφάλι μου.

 

Σε καθαρή πετσέτα να το βάλετε

και να το πάτε.

Στάχτη και πριονίδι μη σκορπίσετε –

πίνουν το αίμα όχι τη φωνή του.

 

Δέστε το μαύρο άλογο που τρέχει

δέστε τα’ άσπρα φτερά του που χτυπούν·

κι ανοίξτε στη γριά μα τ’ άγρια

δάχτυλα να μπήξει στο σανίδι

το καρφί της.

 

ΟΜΩΣ ΤΟ ΠΙΟ ΓΛΥΚΟ ΒΙΟΛΙ ΤΟ ΠΑΙΖΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ…

Αυτόν τον έρημο χειμώνα πώς επέρασα δίχως ποτάμια κι άλογα με σώματα ειπωμένα…  Η νύχτα ένα θανάσιμο φτερό.   Κι η πεθαμένη τραγουδά  και τη φοβάμαι:   «Όλο γεφύρια να περνάς·   όλο ν’ ακούς το κλάμα της χτισμένης!..  [ΣΦΡΑΓΙΔΑ από τη συλλογή του Χρήστου Μπράβου ΜΕ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ 1985]

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2021

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ