Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πασχάλης Στρατής ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πασχάλης Στρατής ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ ΕΝΑΣ ΨΑΛΜΟΣ ΜΙΑ ΣΙΓΗ ΑΠΟ ΥΛΗ

 (… μυρίζει αγιόκλημα  και  βόθρος  και  ρακί

τι ζέστη...)


Στη μέση τ’ ουρανού,  η ημισέληνος,

τουρκεμένο φεγγάρι,  κι όλα είναι καημός

και πνιγμένο πάθος  -  ο Έρωτας

να κάνει βάρδια σ’ ένα γραφείο τελετών… 

(ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ)

 

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ

Πήρα στα χέρια μου ό,τι είχα πιο σπαραχτικά

αγαπήσει  και  βγήκα έξω την αυγή,

Μήδεια αρσενική με άλλοθι ουράνιο,

να πάω για χάρη Του να το σφάξω

 

έπρεπε, λέει, να μάθω τι σημαίνει θυσία

γι’ αυτό γεννήθηκα

για να  μου αρπάξουν,  λέει,  ακόμη και το ανύπαρκτο

μεσ’  απ’ τα χέρια,  όμως εγώ να υμνώ αιώνια

τη γενναιοδωρία Του

 

αλλ’ όπως  βγήκα  και  ανέβαινα

το αρχέτυπο του Γολγοθά,

κι όλη η ζωή,  παιδί ανίδεο,  πλάι μου γελούσε,

βρέθηκα να κρατώ την ώρα που σήκωσα το μαχαίρι

ένα κριάρι  (κατ’ άλλους μύθους πιο λαμπρούς  ένα ελάφι)

 

και τότε φώναξα:  «Θε μου, γιατί επιτέλους∙

κι αν σώθηκε ό,τι αγαπώ,  και σου είμαι ευγνώμων,

τούτο τ’ αθώο το ζωντανό,

δεν είναι, αλίμονο, κι αυτό σπλάχνο δικό σου,

Παιδοκτόνε;»

 

ΔΙΔΥΜΟΙ

Να μας νεκρώνει  ο ύπνος

να μας ναρκώνει ο θάνατος

 

κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη

ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]




 

Η ΒΑΠΤΙΣΗ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ  ΔΑΣΗ 2002)

Πώς βρέθηκα σ’ αυτά τα δάση   

με τις σκιές   ανθρώπινες απουσίες,  

δεν υπακούν στην αδήριτη ακινησία

περιπλανιούνται μαζί μου – είναι ό,τι μένει

αφού παρέλθει ακόμα και ο θάνατος

- όχι φαντάσματα, χοροί πνευμάτων,

ίσκιοι μονάχα ίσκιοι μ’ ακολουθούν

παράδοξα βουκολικός διασχίζω τ’ ονειροπόλημα

λογής τερτίπια φυτικά γύρω μου διακλαδώνονται

ρίγη,  θεότητες της ερημιάς,  κι οι δρόμοι

σβήνουνε  χάνονται   καταλήγουν

προς τα νερά  που φεύγουν μ’ ορμή απόκρημνη

 

και στέκομαι στην όχθη του ποταμού

τοπίο  Βάπτισης

όλα υπάρχουν  (σαν απεικόνιση)

μαύροι μεγάλοι θάμνοι, φώτα εξ ουρανού,

βράχοι  και  καταρράκτες,  πέστροφες  και  γυρίνοι,

ακόμα  και  το περιστέρι  (απ’ τα λευκά)

ένα μοναδικό πεταρίζει 

ακόμα  και  η φωνή  (του δικού μου πατέρα)

θαρρείς  είν’ έτοιμη ν’ ακουστεί  και  δεν γνωρίζω

αν είμαι ο υποψήφιος αναδεκτός,  για να γδυθώ,

 ή ο ανάδοχος  και  πρέπει να περιμένω

τότε γίνομαι βαπτιστής του εαυτού μου

δίχως τα ρούχα μου βουτώ,  αναδύομαι

στο κέντρο της  «κολυμβήθρας»,

παγώνω, ανατριχιάζω  κι  αμέσως βγαίνω

μονήρης μες στα ξέφωτα

όπου νιώθω να μην έχω πια όνομα

τη μοίρα ενός  που οφείλει  να σταυρωθεί

και λέω, επιτέλους είμαι φωνή βοώντος

μα κανείς δεν έρχεται πίσω μου

άρα γιατί να μ’ αποκεφαλίσουν

 

πάω ανάλαφρος για την ανάβαση

προσηλωμένος στο νόημα του βουνού

αφανής,  αδιόρατος  

σαν λουλούδι,  σαν πέτρα

 ή σαν το καθετί  που δεν χρειάζεται πια να το ονομάζω

  

ΤΟ ΠΕΤΡΟΒΟΛΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Είναι η σκηνή σε χωματόδρομο

και γύρω σπίτια

 

ο Νεαρός γονατισμένος,  στ’ άσπρα

δυο έφηβοι του ρίχνουν πέτρες

 

ο ένας στα ολοκόκκινα

ο άλλος στα ολοπράσινα

 

κι απ’ το παράθυρο στο βάθος

μια μορφή,  το μάγουλο στο χέρι

ακουμπισμένο τους κοιτάζει

 

δεν είναι αυτό μαρτύριο

μα φτωχογειτονιά του κάποτε

όπου αγόρια πετροβολιούνται  το απόγεμα

κι άλλα  πιο κει,  κρυμμένα

από το πλαίσιο,   γελούν

 

παίζοντας βόλους

κυλώντας το τσέρκι

 

ΧΤΙΣΜΕΝΗ ΦΩΝΗ

Στον τοίχο  έχουν χτίσει μια φωνή

πίσω από  τη βιβλιοθήκη

τη νύχτα ψιθυρίζει όσα λένε

οι γκρίζοι ποιητές, οι μελαγχολικοί,

αφού από τα ίδια τα γραμμένα θα βγαίνει

ο αχός  -  τα κείμενα ζωντάνεψαν

και  μουρμουρίζουν ό,τι αποτύπωσαν

βαθύπνοοι αισθητές -  ή  μήπως κάτι

ενδόμυχο σαλεύει,  ψυχή του κτίσματος,

ανάσα πέτρας,  θρόισμα του Λαζάρου

πριν πέσει ο λίθος ο έγκλειστος

του «Μοντεχρήστο», φύλακάς άγγελός μου,

που σκάβει,  κρούει  και  με καλεί,

βούισμα κοσμοσυρροής κάτω απ’  τα τείχη  -  εδώ

που κάθομαι πικρός αυτοκράτορας

στην ουράνια πόλη, την απαγορευμένη,

κι απέξω βράζει η απαίτηση της εισβολής,

η κατεδάφιση του κόσμου,  στοιχείο

εντοιχισμένο σε καθετί χτιστό

ερχόμενο εξάπαντος να με συλλάβει

για κει όπου όλα  φεγγάρι γίνονται!,,

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

Αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

ΕΝΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ  ΔΑΣΗ 2002)

Όταν μιλούν γ’ ασκητική σ’  ένα σαλόνι

-στη  Rue de Rennes   στο  Montparnasse –

τα δένδρα και τα κτίρια είναι παλιές  νταντέλες

ενώ η δροσιά ραντίζει αόρατη το  μόνο πεύκο

στον κήπο του Κεραμεικού με τις κρωξιές των γλάρων

(παραίσθηση μιας κουπαστής απ’ το Αιγαίο)

Άθωνας, λέξη μαγική

σαλός, λέξη μυστήριο

 

κι εγώ που είδα μοναστήρια,  εκκλησιές

βασιλικά στους άσπρους ντενεκέδες

και φίλησα παιδί, το χέρι ενός καλόγερου

που μύριζε ανθόνερο  και  ταπεινό σαπούνι

από αγνό λάδι ελιάς

μαθαίνω τώρα πως είχα τότε αγγίξει

αμέριμνα τη μυστική σαγήνη

 

είναι πρωί,  στον Σηκουάνα

και χαράζει πάνω απ’ τα πέτρινα σκοτάδια

της Δέσποινας του Παρισιού

 

ανατολή που μοιάζει δύση – όχι αυτό δεν είναι φως

είναι τα πράσινα,  τα κόκκινα,  τα πορφυρά,

το ατόφιο μάλαμα παλαιολόγειας Εικόνας!..

 

ΚΑΡΙΕΡΑ

Στον σταυρό θα κρεμιέμαι παράξενο

αναρριχητικό από σάρκα

κι οι πόλεις απέναντί μου θα θεωρούν

-φουγάρα,  μέγαρα, λιμάνια,  πλήθη –

 

(κάργιες και σύννεφα κερένια

και μια ουλή βαθιά ο ήλιος,

το σκηνικό του πάθους μου θα βρέχει

αίμα – νερό να το ξεβάφει)

 

κυλιόμενες σκάλες όπου θ’ αναδυθώ

από τα έγκατα υπόγειων σταθμών,

αιφνιδίως ο νεκρός του εφήμερου

αναστάς εκ του τάφου

 

μεσημέρι θα βρεθώ με τα στίγματα

εκεί, στον ανελκυστήρα που θα με πάει

ψηλά  -  η ανάληψη εβδόμου ορόφου,

γραφείο του υπουργού

 

πτεροφόρος θα έρθει ο γραμματέας

παγερά να με οδηγήσει στο θάλαμο

τον αεροστεγή  όπου  ο πατέρας μου

θα στέκει κρατώντας ένα οφίκιο

 

(προσφορά επαίνου για όσα τράβηξα

επί ξύλου)  κι απ’ την έξοδο βγαίνοντας

μικρόφωνα θα με αναμένουν, βουρκωμένος

μπροστά τους να πω:  «Αγαπάτε αλλήλους»!..

 

ΑΓΓΕΛΟΙ  ΚΑΙ ΖΗΤΙΑΝΟΙ

Πρωινό Κυριακής με βροχή διέσχιζα την πλατεία

όπου για χίλια χρόνια στέκει η Καπνικαρέα

(στην Τουρκοκρατία εκκλησιά της Βασιλοπούλας  ή  του Πρέντζα)

φτιαγμένη σαν από κόκαλα  και  κάρβουνο χρυσαφένιο∙

είχε τελειώσει η λειτουργία

έβγαιναν οι πιστοί μασουλώντας αντίδωρο,

μπρος απ’ την είσοδο να κάθεται,

ψωμοζητώντας γριά μαυροφορούσα,

ένας νέος πιο πέρα,

γύρευε ελεημοσύνη   (για τη δόση)

τραυλίζοντας ελληνικά

 

έπεφτε η ψιχάλα

τα γύρω κάνοντας λεπρά,

μια αιωνιότητα καρφωμένη εκεί για πάντα,

στο μαύρο μαλαματένιο εν σπέρματι θαμμένα

ονειρώδη  βαρβαρικά  τεχνουργήματα,

η γριά, φιγούρα απροκάλυπτα θρυλική, χωρίς ηλικία,

στο πεζούλι – επί τάφου – με ζητιάνου επισημότητα

έτσι δίχως προσχήματα τέλεια ιερατική

(Βαρβάρα  ή  Μαύρα)

π νεαρός, κουρέλι  (Φτωχοπρόδρομος, Φρανσουά Βιγιόν)

απ’ τα σκουπίδια της Ιστορίας

έβγαινε φάντασμα εποχής

να υπάρξει και πάλι, επαιτώντας τη λύπηση απ’ τους αστούς

που θεοφοβούμενοι, πρακτικοί, τακτοποιημένοι,

μην πιστεύοντας αιωνόβιες οπτασίες

ζητούν υγεία, τύχη, προκοπή, ευμάρεια,  στο Τώρα,

ελεώντας κάποτε τους τιποτένιους με συγκατάβαση

-αυτός, ο κόσμος

 

όλα ήταν ένα, το κατόρθωνε η μπόρα

κι εγώ δεν ήξερα πού ανοιγόμουν

τι μου ’παιζε ξανά  η ζωή πίσω από την πλάτη

πώς μετέχει στα εφήμερα ο Θεός

με ποιου το μέρος πάει

τι ’ναι οι δρόμοι που με καλούν να τους  προσκυνήσω

ποιος έχει δίκιο,  ποιος έχει άδικο –

 

και βιαστικά προσπέρασα σα να μην ήμουν

 

ΔΥΟ ΚΟΡΙΤΣΙΑ   (στις δυο μου κόρες)

Στον κήπο άνοιξε μια πόρτα  και μπήκαν δυο κορίτσια

λες κι έφταναν απ’ το σχολείο

μα ήταν ξωτικά, πούπουλα ολόξανθα

που σεμνά καταδέχθηκαν να’ ρθουν μες στους ανθρώπους

 

πίσω τους έσερναν κλωστές

είχαν στις άκρες τους δεμένα  αγόρια

φτερωτά  και  πολύχρωμα,  τις έδεσαν στα κλαριά,

τις άφησαν στον αέρα  κι  οι έφηβοι ανέβηκαν

ανέβηκαν ψηλά -  χαρταϊτοί,  μπαλόνια αερόστατα

 

ύστερα εκείνες κάθισαν στη χλόη,  έγινε η αυλή μου

δωμάτιο παιδικό,  τα φυτά

ζωγραφιές σε υφάσματα είχαν πάνω τους ζώα

που δεν είχα ποτέ ξαναδεί

λειτούργησαν μηχανισμοί νερών, υδάτινες βεντάλιες

σκαρφάλωσαν στα σύννεφα   πουλιά – ορειβάτες

ο ήλιος ήταν επιτέλους στ’ αλήθεια σχέδιο μαργαρίτας

ανοίξανε τσάντες μαθητικές

 

έβγαλαν από μέσα βιβλία  και  τετράδια βαμμένα

με χρυσή μπογιά

μου ζήτησαν μαζί τους να μελετήσσω

τα ’ξεραν όλα, όμως με τρόπο ανάποδο

τα γράμματά τους,  αριθμοί

κι οι αριθμοί τους γράμματα

με μπέρδεψαν σ’ απίθανες αντιστροφές

μόλις κουράστηκαν,  βουλώσανε τ’ αυτιά τους με κεράσια

κι άρχισαν να χορεύουν στους ειρμούς της σιωπής

 

όταν το φως βασίλεψε

λύσανε τις κλωστές,  τις τράβηξαν,  κατέβασαν τ’ αγόρια

από ψηλά – πήγαιναν,  λέει,  αλλού

όπου είναι τώρα μέρα

πάντα κάπου είναι μέρα,  μου είπαν

κι  έφυγαν!..

 

ΛΑΣΠΗ

Βρεγμένη γη να λάμπει στο  λυκόφως

ήσουν γυναίκα


Η ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ

Απ’ τη μυρτιά το ρόδο βγαίνει

-ακατανόητο – γέρνοντας το κεφάλι,

όταν η φύση ωριμάζει απότομα, παραβαίνοντας τον κανόνα

μητέρα αρχέτυπης φαντασίας,  κι εγώ ένα βρέφος

που το βράδυ ζητά θηλή για να κουρνιάσει

μέσα στην καταπράσινη βασιλεία

όπου ελάφια με φινέτσα κι ακατάδεχτη αγνότητα

βόσκουν  ( ή προσκυνούν; )

 

τι κι αν πέρασα χρόνια της ψυχής μου κατάδικος,

γεύση μυρσίνης τώρα, φαρμάκι άδολο, σμίγει το άρωμα

του εκατόφυλλου,  σ’ αυτό το σούρουπο  και  με υπνωτίζει

ο ουρανός σιγά – σιγά  θα μπουμπουκιάσει μ΄ άστρα,

οι ευχές  που θα ’θελα να ψελλίσω

εξορκίζοντας τη μελαγχολία

για να δω πάλι δένδρα να γεμίζουν μυστήριο

τους ανθρώπους να παιδεύονται στο μόχθο νόησης

και καρδιάς

μα τον κόπο της εξοχής ν’ ανταμείβεται άκοπα με το θαύμα

 

κάτι απόρθητο απ’ τη βουή του νότου

ενεδρεύει εδώ πέρα,  που ακόμα κι ένα φύλλο τετράδιου

αν γυρίσεις, τα φαντάσματα ανησυχούν,

και το πάτημα ενός αγγέλου στη χλόη ταράζει

στωικά κοιμητήρια

ποιος ξέρει αν στο μέρος αυτό σε γνωρίζουν

οι κάτοικοι, όμως εσύ

εδώ βρήκες να καρφωθείς στη σκέψη μου,

σ’ αυτή τη γη της υγρασίας  και των βρύων

και της χρυσόμαλλής νεράιδας,

τη φυτεμένη με γοτθικά λιθόκτιστα

τη στερημένη από φως

(πόσο παράξενο)  κι  ας ταιριάζει

ένα ξωκλήσι μ’ αγκάθια ξερά,  με καυτό μεσημέρι,

εσύ προτίμησες την πολυτέλεια των κήπων της σοφίας

έτσι απλά να ξεφυτρώσεις,  αλλού,

κι ας καταργείς τη γνώση, φυτικό παράδοξο,

που δεν είσαι θρύλος αλλά πραγματικότητα

όπως σε είδε μισότρελος ο ποιητής

εν ετέρα μορφή να κρέμεσαι

-αχλαδιές φορτωμένες με σγουρά τριαντάφυλλα –

πάνω απ’ τη λίμνη

 

τώρα η νύχτα με κυκλώνει

τα κεριά δεν σου πρέπουν  ούτε  και  οι ψαλμοί

γι’ αυτό  κι εγώ δεν θα σου γράψω ύμνο,

θα πλάσω μόνο την ιδέα σου

γυμνή στο νου όπως την ερωτεύτηκα

σ’ αυτούς  τους ξένους τόπους,  γιατί και τα στολίδια

κρίνονται περιττά, αφού και μόνο τ’ όνομά σου είναι

ονείρου οικόσημο!..

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ

Λίγο πριν τη σελήνη

χαλάσματα στέκουν επίσημοι παραστάτες

ενώ περνώ σε μια ζωή ερειπωμένη

όπου η ασυνέχεια μ’ επιβολή

και τάξη νέκρας γίνεται μέτρο

 

-το Τέλειο  (ύβρις κατά τα άλλα)

μόνο ανάπηρο υπάρχει

όπως τα όνειρα των ανθρώπων

κάτω από κείνο το βλέμμα που κοιτά

βγαίνει ολοστρόγγυλο

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

Αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

ΑΓΡΙΛΙΕΣ  ΜΙΚΡΕΣ,  ΜΑΣ ΤΙΜΗΣΑΝ… 

(…κρυφές,  μας έψαξαν  πικρές, μας διάλεξαν γι’ αρραβώνα δόξας …)

Άσπρο διπρόσωπο, στην κόψη της αμαρτίας   πάνω απ’ τη ράχη με τα πετρώματα ένα στίγμα   λαπρό απόσταγμα σκοτεινού θράσους   κι αν τρέμεις απατηλό στο  γαλάζιο μου τζάμι   πάντα εκεί κάτω σου ανοίγεται βάραθρο,  κυκεώνας   λαμπηδόνα τόσο ευάλωτη που καταντάς σκληρή   κερί αναμμένο στη χάρη του παραβάτη   σπίθα ανεξίτηλου βεγγαλικού   άλλοτε είσαι κόσμημα  κι  άλλοτε είσαι θηρίο   σήμερα πάλι περιμένω να ’ρθουν δυο πλάσματα   να πλέξουν μυστικά μαζί μου μια σχέση αστέρινη   (το ’να θα ’ναι τελώνιο, τ’ άλλο γυνάικα)   μα εσένα ξαναβρίσκω επίμονο, νευρικό,   αστραπή σε λουστρίνι  κι αναρωτιέμαι   πώς γίνεται ποτέ να κολαστεί ένα φως   πώς γίνεται  το κρύσταλλο καμίνι ζόφου   και να  -  ήρθαν όλα  και  εξηγήθηκαν μέσα μου,   είδα ως πέρα την εποχή μου   χωρίς θεό  ή  δαίμονα  (μηχανή που δουλεύει από μόνη της)   και  σε λυπήθηκα   τόσο μονάχο να φέγγεις πάνω από τον άθλο σου   πρώτη φορά τόσο γλυκά ευσυγκίνητο   να κοιτάζεις πικρά το στυγνό σου κατόρθωμα και  σκέφτηκα   τι άλλο μπορεί να είναι η ταπείνωση   ίσως απλά και μόνο,  φτωχό μου άσπρο, εσύ   λεπτομέρεια που κανείς δεν προσέχει  κι  ας είναι υπαίτια   μια κουκίδα στης σελίδας το περιθώριο   πυγμαλίωνας που τον ξέχασε ο μαθητής του  κι  είναι πια η μαγεία του άχρηστη!..          [ΛΟΥΣΙΦΕΡ από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ, Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003]

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2026

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΕΚΕΙΝΗ ΔΙΑΙΣΘΑΝΘΗΚΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΝΑ ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΝ…

 (… αφού  ο καιρός είχε αλλάξει δραματικά  και  τα όνειρα μου   μιλούσαν όλο και πιο ανάγλυφα...)


η βροχή πύκνωνε  τα φώτα λιγόστευαν

οι μέρες ήταν πένθιμες  κι  αργές

 

ρήγμα που ανοίγεται η ζωή  και  πώς τα έργα υπάρχουν

όπως  οι οπτασίες – όλα συμβαίνουν

σε μια διαρκή αναχώρηση

όταν λυνόμαστε απ’ τα δυο μάτια

κι απ’ την κρυφή  της σκέψης πολιορκία

 

πάει καιρός που μ’ επισκέφτηκαν τα πάθη

κι εγώ κουρνιάζω σε μια κάμαρη όλο βιβλία

λίγο πιο πάνω από τα ρεύματα που διατρέχουνε τη γη

λίγο πιο κάτω απ’ τα σημεία

όπου οι νεκροί καταλαγιάζουν

Υπάρχουν  μέρες που διψώ  τις πιο απόκρημνες αισθήσεις

αυτές που ξέρει να εφευρίσκει το μυαλό

κι έτσι αισθάνομαι σα να μονάζω

αφού συνέχεια φυλλομετρώ κρύα κενά τετράδια

και στις λευκές σελίδες  στάζω μαύρο μελάνι  και  πικρό

μοιάζοντας άνθρωπος απόλυτος  που ξέχασε τη θλίψη  

 

η ώρα  ήταν δύο  και  το τριζόνι αλάλαζε

 

κοίταξα τότε προς τα ερείπια  και τ’ άσχημα τα σπίτια

κι είδα την έκταση του μυστικού

τέλεια φωταγωγημένη

 

άκουσα τη βροχή σαν ένα μυστήριο

να πέφτει έξα από το παράθυρο τη νύχτα

στις γυμνές ακακίες·

και πεθύμησα τότε ένα σπίτι χαμένο

πέρ’ από τα περίχωρα του πιο ξεχασμένου τόπου

να με δεχθεί

 

«σ’ αγάπησα σ’ αγάπησα ήσουν τα παν για μένα,

ενώ εσύ αγάπησες μόνο τον εαυτό σου»

μου ’λεγε τόσο βάναυσα που λες 

και  μ’ είχε μες τα δόντια του ένα θηρίο,

σαν το ζαρκάδι  σφάδαζα  κι όμως συνέχιζε να μου φωνάζει

«εγώ είμαι άνθρωπος,  εσύ αμαρτία»

με μια φωνή σπαραχτικά χυδαία

[εισαγωγική ενότητα από τη συλλογή του  του Στρατή Πασχάλη ΚΩΜΩΔΙΑ 1998

κι άλλες επιλογές απ’ αυτή τη συλλογή

αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο: ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

 



ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΚΩΜΩΔΙΑ 1998)

σκούρα νερά φωσφόριζαν  κι  εγώ μουρμούριζα

όπως ο μάγος που επισπεύδει τη συνταγή

ενώ η ωραία Λευκή στου σκοταδιού τον κύκλο

καθώς γυρόφερνε ασταμάτητα

όλο μιλούσε κι έλεγε

«Άσπρο σημαίνει  απόγνωση   μαύρο υπεροψία»

καρφώνοντας κάποτε πάνω μου ματιές συντετριμένες

 

μα τι σαρδόνια χρώματα,  τι άστατες ροπές,

ξαπλώνουμε κατάκοποι,  μας αποφεύγει ο ύπνος

ή μια γυναίκα γνωστική μας αποτρέπει

να πέσουμε πιο χαμηλά  και  από την ιταμότητα

όταν με μάτια φαύνου ο νεαρός σαλτιμπάγκος χορεύει ακροβατώντας

πάνω στις άπιαστες κλωστές  που ενώνουν τα υπέρτερα

κι αναζητούμε ήρωες…  και πάντα έχει βραδιάσει

 

πώς σκίρτησαν τα πέπλα  που έκρυβαν τους μυστικούς βοστρύχους

όταν είδα τον Ήρωα

τους ζωντανούς μυώνες  και  στα φλογάτα μάτια του τη σπίθα της ζωής

αυτής που ξέρει  και  μπορεί ν’ αδράχνει την ευτυχία·

ήταν μπροστά μου  η δύναμη  και  η υγεια

ήταν η θέληση της πέτρας  και  η αφή της γης

ήταν ο ήλιος που έσταζε σαν άχνη το σεληνόφως

ήταν η ίδια η λογική  κι  όλες μαζί ταυτόχρονα   οι αρετές της μάχης

 

ήρθε η ίδια η Απουσία

κάτω απ’ τα δένδρα στη βροχή

 

μου λέει  «έλα»

της λέω  «φύγε»

 

κι όλα ξανάγιναν απ’ την αρχή

πάλι  και  πάλι

 

ΦΑΟΥΣΤ

-         τι ματωμένος πολυέλαιος αυτός ο ήλιος καθώς δύει

-         δεν θα ’ναι νύχτα ιδανική για να ’ρθει ο κύριος του σκότους

-         μ’ ένα δηλητήριο στο χέρι…

-         κρασί…   μελάνι…

-         κι αυτό το βράδυ όπως πριν

-         να συζητήσουμε για τέχνες

-         πρέπει να λάμπουνε κεριά

-         α  τι ωραία τρέχω για να ’μαι πίσω ως τις εννια

-         όχι διόλου μη βιαστείς,  θ’ αργοπορήσουμε ως τις δύο

-         λοιπόν,   αντίο…

 

ολόγυρα σ’ ένα τραπέζι,  κεριά  και σκαλιστά ποτήρια από ρουμπίνι

τραγούδια απλοϊκά μιλούν με λόγια απόκρυφα

μέσα σ’ αυτό το ημίφως

που σέρνει πάντα πίσω του ο βλοσυρός διαβάτης

όταν οι κίτρινοι λαμπτήρες περνούν  κάτω  απ’ τα σύννεφα

κι είναι η ώρα τρεις

[αποσπάσματα  από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΩΜΩΔΙΑ 1998 

Αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΙΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΡΩΓΛΕΣ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΚΩΜΩΔΙΑ 1998)

γύρω τους άγρια περιφέρονται οι τρυφερές ψυχές

εισχωρούν παραπαίοντας σε εχθρικά εδάφη

ζητώντας μάταια έρμα

-στο ύστατο ανάχωμα της καταδίκης –

ώσπου ένα καίριο τις συγκλονίζει πλήγμα

δυο μάτια πάγου  και  χέρι ατσάλινο

 

σκύβαλα  θρύψαλα   ριπές  -  στην αμεσότητα

όπου οι ζωές συγκρίνονται άλλοτε με ποτάμια

και άλλοτε με βλέφαρα  που δε θ’ ανοίξουνε ποτέ

παρά σε φως πιο υπαρκτό

πιο μετουσιωμένο

 

κάτι ανάστροφο εμπόδιζε να προχωρήσουν οι ροές

προς το γενναίο πλάτος

η λάμπα έκαιγε χλωμά  κι  ένα κορμί γυναίκας

με χρώμα στάχτης βγήκε από την πόρτα

ψηλαφώντας χάσματα

κι απλώνοντας τα οστεώδη χέρια στο κέντρο της σκηνής

σταυρώθηκε συμβολικά πάνω στο πέτρινο παραπέτασμα

Ιέρεια του Κενού

 

ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ

με κοιτούσε από το βάθος ολόσωμη

κι είχα πέσει στις πλάκες

και χτυπούσα τα χέρια

και φώναζα

 

όλα γυρνούν προς την ψυχολογία – άνεμοι,  δένδρα,   περιστροφές

γυρεύω μια καταπακτή να τα ενταφιάσω

ζώντας αργότερα,

σε μια εποχή απόκλισης απ’ το δραματικό,

τότε που οι άνθρωποι θ’ αναγνωρίσουν τη φθορά

κι έργα δεν θα υπάρχουν

 

ταυτισμένα με την απλότητα δυο χείλη απόψε θα μισανοίξουν

σ’ αυτό το γύρισμα του φεγγαριού

που η λύκαινα κρατά στα δόντια και κραδαίνει

ενώ η νύχτα με μολυβί χορτάρι θα γεμίζει τους δρόμους

κι όρνεα του απείρου θα ξεχυθούν από ψηλά

για να γευτούν   το πτώμα που πέταξαν αγύρτες

πάνω στη στέρφα γη της εξαΰλωσης

 

μέσα σ’ αυτό το εντευκτήριο των αποτυχημένων

γύρω απ’ το τραπέζι την ώρα του δείπνου

μαζεύονται οι γέροι  κι  άγνωστοι ποιητές

κι ένα ξανθό χερουβίμ

-που κάποτε ήταν ξώφυλλο στα φτηνά παιδικά μου τετράδια –

όρθιο στη γωνία τους ευλογεί!..

 

ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ

ο Χριστός αποστρέφει το πρόσωπο

κι η σάρκα γίνεται ατσάλι

μολύβι το νερό

τα σύννεφα χαλίκια

και το ψωμί μόλις τ’ αγγίζει η αιχμή

σκορπά σα χώμα,  κι όλα του βίου μας

τα μάταια παραπετάσματα σχίζονται

καταρρέουν

και μόνο πάνω από τη ράχη

στη στροφή του καιρού

μοχθηρά σπινθηρίζει ένα φως

ριψοκίνδυνο

 

σχεδόν θ’ αγνάντευα ουρανοξύστες

διανύοντας απ’ το πρωί καταραμένα χώματα

ίδιος με φάντασμα του Δον Ζουάν  που διαρκώς πλησιάζει,

ενώ απότομα είχε ξεπέσει ο χρόνος,

αφού μιλούσε με αντιθέσεις  κι  όλο ζητούσε

φώτα κρυμμένα  κι  υπερβατικά

κι έτσι οι μέρες πέρασαν

μα εγώ δεν έφτανα ποτέ

ώσπου ήρθε η ώρα να φανεί σαν άλλος  ο εαυτός μου

[αποσπάσματα  από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΩΜΩΔΙΑ 1998 

Αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013

 

ΕΞΕΛΙΞΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ…

(… κάτι οξύ  και  βέβαιο πίσω από μια κουρτίνα …)

… φωνή να λέει ευγενικά, όπως η μοίρα χαιρετίζοντας,  «εις το επανιδείν»   αντί για ένα απλό  «θα καναϊδωθούμε»!..   (ΑΙΓΥΠΤΟΣ)   μετά από το όραμα που αντίκρισα να ξετυλίγεται   πάνω στο σκούρο καναπέ,   γυμνός ο έρωτας να υπνώττει   και πιο ψηλά η ονείρωξη να σέρνεται   στην κορυφή της ράχης του επίπλου   - αρσενική σφίγγα αλαβάστρινη -  προχώρησα και βγήκα στα ενδότερα   δωμάτια της Κλεοπάτρας   ένα παιδί ελάφι,  να γδύνεται μοναχικό   που λίγο ακόμη  και θα το ’σφιγγα στην αγκαλιά   πριν καν προλάβει ο άσπρος αίλουρος να του φωνάξει   «εύγε σου,  και  πάλι απόψε ήσουν υπέροχος   φώναξε κάποιος άγνωστος στα βάθη ενός καθρέφτη   και σκίζανε τον ουρανό οι αμαξοστοιχίες   ώσπου το βλέμμα στράφηκε με πάθος   και  μια ναρκωτική μελαγχολία   πότισε αργά τα ινδάλματα  κι έπεσε η παγωνιά    είδα προχθές την ομορφιά   να μπαίνει αδιάφορη  σ’ ένα βαγόνι   στο δρόμο οι άνθρωποι περνούσαν   αγέλαστοι  ανεξερεύνητοι  κι  ίσως μοιραίοι   αυτός ο άνθρωπος είναι ένα κτίσμα από τραπουλόχαρτα  που κάποιτε θα σωριαστεί   όμως πρωτύτερα για κάμποσο καιρό θα μοιάζει μνημείο προαιώνιο αντίστοιχο με τη Βαβέλ   όταν θα πέσει,  άραγε  θα βρεθεί κανείς ν’ ανασυνθέσει την τράπουλα   να ρίξει τα χαρτιά να δει   αν τελικά υπήρχε η ψυχή του    και το τραγούδι έρχεται μ’ ένα αυλάκι δάκρυα   - δάκρυα που πηγάζουν απ’ την πέτρα της καρδιάς   ή  ξεπετιούνται απότομα  - κύμα χαράς και πίκρας -  όταν σκεφτόμαστε για τη ζωή   και  βλέπουμε τα θαύματα τριγύρω μας  να υπάρχουν   χωρίς καν να το θέλουμε   χωρις καν να το νιώθουμε   τότε από την ανάσα μας λέξεις αναπηδούνε   βαδίζοντας μ’ απάθεια στα κραυγαλέα φώτα   καθώς περνούσαν απ’ τα μάτια του οι γδαρμένες ψυχές   μουρμούρισε:  «O God this endless heaven, and your angels waliking on the rigorous puth»         [αποσπάσματα από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΜΙΧΑΗΛ 1996, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ, Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003]

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2025

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ