Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2024

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ ΖΩΝΤΑΝΑ

 (… και το καθάριο τους νόημα καθρεφτίζει παντού μια φανταστική ευτυχία που ποτέ δε θα πυρποληθεί…)


Είμαι ένα ζώο εξόριστο απ’ τη φύση μου!..  Το κορμί μου σε περιέχει  μα το μυαλό μου σε απειλεί  σε συνεχίζει πέρα από το θάνατο…

 

Μόνος μετά από την καταστροφή μέσα στη σκοτεινιά του κόσμου  θυμήθηκα τις ανοιχτές παλάμες σου   αυτές τις μικρές κοιλάδες με τα φωτεινά κέρδη.

 

Χαμένος μες στα σύννεφα της κάμαρας μ’ ένοχες αναμνήσεις  κι  ανομήματα   περπατώντας τυφλός σε μια χώρα γιομάτη νυχτερινές φωταψίες   σπαράζω στο μαρτύριο του ουρανού   διψάω για πέτρες  και  νερά  και  πλήρη ανυπαρξία.

 

Εκείνην την σκαλίσανε οι κριτές   μ’ ένα άλογο κατάμαυρο στην αίθουσα  κι  εμένα μ’ έσυραν δεμένο με σκοινιά μέσα στην πολιτεία.   Την ώρα που το πλήθος μ’ έφτυνε   την είδα ν’ αγκαλιάζει με λαχτάρα τ’ άλογο.   Μες στα μαλλιά της σέρνονταν μια κατακόκκινη φωτιά από φίδια. 

 

Ωστόσο τις νύχτες οι καρποί της φέγγανε σα δυο φανάρια   που μακραίνουν συνεχώς μέσα στο στοιχειωμένο δάσος. 

 

Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων τα πράγματα ανασαίνουν ζωντανά  και  το καθαρό τους νόημα καθρεφτίζει παντού μια φανταστική ευτυχία που ποτέ δεν θα πυρποληθεί!..

 

Όταν σκοτώνουμε τα φίδια στα χωράφια θ’ αλαλάζουμε όρθιοι  κι  ολόγυμνοι μπροστά στην αεικίνητη θάλασσα.

 

Αχ!..μουρμούρισε μου στ’ αυτί τ’ αμετάγνωτα  σφάλματά σου   τα δροσερά σου κατηφορίσματα σε ισκιερές βρωμιές   τώρα που κάτω απ’ τους γοφούς σου αργοκυλάει ένα ποτάμι πένθιμων νεκρών.

 

Ένα μικρό μαχαίρι  πάνω στο τραπέζι μας  κι  αστράφτει σαν κοιμισμένος άγγελος.

 

Το σπίτι μου!..  παλιά φανταστική νεκρόπολη με μια σειρά φανάρια στην αυλή για να τραγουδάει στον ίσκιο τους η κουκουνάρα  και  το θαλασσόχορτο του δάσους  ο οφθαλμός του ποταμιού το ρύγχος.

 

Τα έργα της νύχτας σε τούτο το σπίτι μοιάζουνε με κεριά   που καπνίζουν σ’ ένα δωμάτιο   όπου ψυχορραγούνε γέρικες αφηρημένες υπηρέτριες.

 

Εκεί κάτω απ’ το μάτι τ’ ουρανού  γύρεψα από τους αυστηρούς θεούς  να σου χαρίσουνε τον ύπνο μου   για να γίνεις καθαρότερη απ’ τη βροχή.   Όλη η συγκομιδή την άλλη μέρα θα ’τανε δική σου.

 

Μην αναποδογυρίζεις τα χρόνια σου γυρεύοντας μιαν ανεξερεύνητη νεότητα   όταν το αποψινό φεγγάρι  ξέρει τι νερά στερέψανε μες στην περήφανη ερημιά του στήθους σου!..

 

Να τεντωθεί το καλοκαίρι ως το Δεκέμβριο!..  Ύστερα ο ήλιος ν’ αλυσοδεθεί  στα δένδρα  απόψε που θα γίνει ο ετήσιος εορτασμός του αίματος  κι  ο ίσκιος  μου θα καίγεται σ’ αυτόν τον κολασμένο  κι ακατοίκητο ουρανό.

 

Οι λέξεις τότε μου ’σπασαν το στόμα  κι  όρμησαν απάνω της.   Έφυγε από την πόρτα γρήγορα  κι η στερνή της κίνηση ήταν η νύχτα ανάμεσα σε μια σειρά κεφάλια.

 

Αργά πολύ αργά το θυμηθήκατε πως πίσω από το κρέας μου  κι  από τα κόκαλά μου υπάρχει ένα αγαθό ποτάμι όπου μπορεί κανείς πρώτα να ξεδιψάσει  κι  ύστερα να πλυθεί.

 

Τα σώματά μας είναι μαύρα μέσα στη σιωπή.   Κινούνται συνεχώς κι αντιφάσκουν!..

 [ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ   από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961 –

και άλλες επιλογές με αντιγραφή και επικόλληση από τη  συγκεντρωτική έκδοση ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ Ι  1951 - 1964 εκδόσεις ΕΡΜΗΣ] 

 

 


Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

(από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ  και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961)

Υπάρχει ένας παράξενος βυθός για μένα.  Από καιρό

κοιμούμαι στο ενδιάμεσο θανάτου και πραγμάτων

κι ό,τι δικό μου έχω είναι το δικαίωμα να ονειρεύομαι

εκείνο που είχα κάποτε.   Κυρίως μιλώ

για τις μικρές χαρούμενες φωνές στο πάνω πάτωμα

για κείνο το ιδιαίτερο λύγισμα του κλαδιού

στο φράχτη με το φως για το πουλί

που γίνεται άνοιξη  και  μοιάζει  να’ ναι

μέσα στ’ απόντα πράγματα μια άξαφνη παρουσία.

Μιλώ για μένα.  Και  για σας.  Και  τούτο να το μάθει

η Ιωάννα η χελιδών με τα σκιόφωτα στην κίνηση

με το κορμί φωτιά που απομακρύνεται

αφού δεν άκουσε  αφού θ’ ακούσει κάποτε τον ήχο

της ερημιάς στο σπίτι αυτό κοιτάζοντας

στον τοίχο το νεκρό παιδί στο λάκκο εμένα

και τώρα πια δεν έχω πρόσωπο  και δεν υπάρχω

μέσα σ’ εκείνο που έχτισα  και χτίζω ακόμη.

 

Εδώ στο σπίτι η μυρουδιά του ξύλου που αύριο θα καεί.

Η πέτρα που αύριο θα δαγκώσει το ξερό μου κόκαλο.

Πες μου λοιπόν τι περιμένεις

πίσω από τα’ άσπρο σου σεντόνι με τα μάτια ακίνητα

άντρα μου αλλοτινέ σαράντα χρόνια πεθαμένε βασιλιά;

 

ΤΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ

Συ μόνος υπάρχων.

Συ μόνος απών.

 

Απόψε ο δαίμονας θα κόψει τα φτερά του αρχάγγελου.   Κι εγώ γυμνή  γυρεύοντας από τη νύχτα ένα παιδί  

ένα παιδί οπωσδήποτε   έστω κι αν είναι κάτασπρο ξερό σαν κιμωλία.

 

Εκείνο που με παραδίνει ανυπεράσπιστη στον Κωνσταντίνο είναι ένα παρελθόν μ’ αίματα  και  μύθους.

 

Τις Κυριακές η μάνα μου μ’ ένα άσπρο φόρεμα σαν τα δημόσια δένδρα ασβεστωμένα ως το λαιμό.

 

Πένθιμε σύντροφέ μου  αιχμάλωτε της δίψας μου.  Βύθισε ακόμη μια φορά την ανεξάντλητη παρθενιά σου μέσα στο βαθύ στημόνι του έρωτα.  Εκεί θα βρεις απόψε ένα καινούργιο κόμπο από χρησμούς!..

 

Τα πόδια μου είναι στο ποτάμι ακόμα!..

 

Πέτρες της μοναξιάς μου  νύχτες κάτασπρες  ελάχιστες του βίου προνομιούχες.

 

Όσο μιλούσε με το γείτονα το μούτρο ήτανε φριχτό σαν απανθρακωμένη κάμαρα.  Η νύχτα έπεσε μονομιάς μες το γυαλί της λάμπας.

 

Χόρευα πάντα χόρευα.  Κι ήμουν ολότελα γυμνή  σα μια σταγόνα φωτιάς.  Εκείνος έκλαιγε βουτηγμένος στο μελάνι.

 

Άσε λοιπόν τα χέρια σου να κοιμηθούνε μες στα χέρια μου  πώς κοιμάται η πείνα μέσα στο ψωμί την ώρα τούτη που με κατακλύζουνε αναρίθμητες εικόνες λησμονιάς.

 

Έπεφτε μες στον ύπνο σαν νεκρός. Εγώ αγρυπνώντας ήμουν το φέρετρό του!..

 

Άντρα μου τα λουλούδια σου  τα φύλαξα στη σκοτεινιά  τα πότισα αίμα.  Θεριέψανε παράξενα φαρμάκωσαν το σπίτι  και  τις κάμαρες  και  τώρα μοιάζουν με το θάνατο που ακούγεται παντού όπως το απομεσήμερο στο τζάμι η καλοταγισμένη μύγα.

 

Όσο κρατάει το φως μόλις προφταίνουμε να κοιταχτούμε.  Ύστερα η νύχτα σκηνοθετεί αληθινούς βιασμούς.

 

Πρέπει να ξεφλουδίσω τις αισθήσεις μου  προτού η φωτιά σπαράξει φλούδες και πυρήνες.

 

Δε λέω για τα συνηθισμένα φονικά.  Μιλάω για κείνα που στεριώνουν μέσα μας με τον καιρό  και  κρατάνε την ψυχή σαν κίονες.

 

Ένας ήλιος που πέφτει απάνω στο μυαλό την ώρα που σκέφτεται  απανθρακώνει  και  το μυαλό  και  τη σκέψη.

 

Αν θα μπορέσεις να γίνεις γέφυρα ανάμεσα στη μοναξιά μου και τη νύχτα μου  θα βάλω ένα λουλούδι ολόδροσο μες στον κομμένο σου λαιμό.

 

Πρέπει να βγάλω το χέρι μου που ’ναι μαγκωμένο στην πόρτα.  Πρέπει να το βγάλω οπωσδήποτε  κι  αν ακόμη σπάσουνε τα δάχτυλά μου.

 

Πρέπει να φύγω!..

 

Συ μόνος υπάρχων.   Συ μόνος απών!..

 

Ιδού εγώ που μαινομένη στρέφομαι εναντίον του θανάτου με το θάνατο παλεύοντας τώρα που θα ηττηθώ.

 [από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961)

 

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

(από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961)

Ένα ίσιο κομμάτι της νύχτας ανοιχτό από παντού.  Στο βάθος το σπίτι.  Δυο καθίσματα το ’να αντίκρυ στο άλλο.  Νύχτα.  Η Ιωάννα  κι  ο Κωνσταντίνος μπαίνουν και κάθονται.  Τους φωτίζει ο προβολέας.  Ύστερα ο προβολέας στρίβει απάνω  και  δείχνει  τα σώματά ους που κοιμούνται στην κάμαρα.  Ο προβολέας στρίβει ξανά κάτω  και  φωτίζει το πρόσωπο του Κωνσταντίνου με αυξανόμενη ένταση  ώσπου γίνεται άσπρο ξερό σαν από γύψο.  Το πρόσωπο της Ιωάννας μένει ως το τέλος βυθισμένο στο σκοτάδι.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Με σένα θα παλέψω  ή  με τη νύχτα;

ΙΩΑΝΝΑ:  Και με τα δυο

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Τη μέρα πλενόμαστε  τη νύχτα κοιμόμαστε.

ΙΩΑΝΝΑ:  Καβαλάμε τη ράχη της νύχτας  και τα πόδια μας κλοτσάνε την άσπρη της κοιλιά.  Νύχτα γιομάτη ξερά μυστικά τσιρίζοντας  μέσα στην τρύπια σακούλα αγριεύοντας όταν πιάνεις  και  την ανακατώνεις σαν τον άρρωστο που σκαλίζει ανόρεχτος το φαγητό του.

ΚΩΣΝΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Η νύχτα δαγκώνει το κεφάλι μου  η σιωπή με τρελαίνει.  Πελώρια πολιτεία του σκοταδιού απάνω στο βαθύ κανάλι του ύπνου. αγαπώ το μαύρο κακό την κακή πράξη την ανάστατη συνείδηση.  Μιλάω σε τόπον ακατάλληλο για ακατάλληλα πράγματα γυρεύοντας  μες στον καρπό την κατοικία του σκούληκα.  Το έλεος τι χρειάζεται;  Κυρά είσαι η νύχτα!..

ΙΩΑΝΝΑ:  Έτσι που μπήκε το σκοτάδι μέσα μου  έτσι που μαύρισα ως το κόκαλο  είμαι στ’ αλήθεια η νύχτα. Μια γούρνα σκοτεινή όπου σκύβεις και πίνεις ό,τι σκέφτομαι  κι  αισθάνομαι την περηφάνια μου  και  την κακομοιριά μου το νερό μου  και  το φαρμάκι μου.  Μονάχη  κι  έρημη σ’ ένα κορμί που πάλιωσε ακούγοντας μεσ’ απ’ τα κόκαλα να δαιμονίζεται το σκλαβωμένο μου αίμα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Νύχτα φυλάξου από το δόκανο  φυλάξου απ’ την παγίδα. Είπανε πως ο κοιμισμένος είναι ο ερευνητής ενός αγνώστου τόπου.  Όμως τον ύπνο δεν τον αγοράζεις  μήτε τον πουλάς  κι  αλίμονο σε κείνονε  που θα το θυμηθεί σ’ ώραν αμφίβολη που τα ταμεία της νύχτας κλείσανε  κι  ο καταστηματάρχης πήγε να βοσκήσει την ανθρώπινη απόγνωση ανάμεσα στην αγκαλιά  και  τη μύξα.  Κρυώνω.  Είναι φθινόπωρο  κι  οι καρποί βουλιάζουν στα δένδρα  πώς βουλιάζει η καλή πράξη μέσα στην κακιά πράξη.

ΙΩΑΝΝΑ:  Έμπα τώρα στο δάσος.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Τα δάση αγριεύουν όταν τα σπρώχνεις πέρα για να κοιμηθείς.  Κακό στρωσίδι κάνεις δίπλα σ’ ένα δένδρο που τρελαίνεται βυζαίνοντας από τον ουρανό σκοτάδι.  Λοιπόν θα σου μιλήσω απόψε με τα παραμύθια μου που είναι πικρά σαν τα όνειρα του κλέφτη  του σακάτη  και  του παλαβού.

ΙΩΑΝΝΑ:  Άντρα μου γυμνοσάλιαγκα που νιώθεις σιγουριά μονάχα με το σάλιο σου.
[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ στη σελ. 296 της συγκεντρωτικής έκδοσης  ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ Ι  1951 – 1964,  εκδόσεις ΕΡΜΗΣ α976]

 

ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΟΚΑΛΟ

Εκείνο που ελπίζω να εννοήσετε από μένα δεν είναι η εξιστόρηση του γεγονότος.

 Με νοιάζει πιο πολύ η ουσία  η ιδιαίτερη που κρύβεται στο γεγονός ανάμεσα  όπως το αλάτι στο νερό της θάλασσας  ή  μέσα στις οικοδομές το φως.  Την ώρα εκείνη φυσικά φως δεν υπήρχε.  Περπατούσαμε.  Κι η μάνα ήταν σχεδόν τυφλή.  Πάντα παραπονιόταν πως δεν έβλεπε τη νύχτα.  Της χρησίμευαν έτσι πολύ συχνά τα μάτια μου συχνά κρατιόταν πάνω μου  για να ’χει σιγουριά στο βάδισμα. Όμως το βράδυ εκείνο που γυρίζαμε  κρατιότανε πάρα πού  περσότερο ίσως απ’ την άφωνη σύμβαση των σωμάτων μας.  Με κούραζε.  Τότε τη έσπρωξα!.  Όμως την έσπρωξα;  Ίσως  χαλάρωσα κάπως απότομα το χέρι μου απ’ το σφίξιμο.  ίσως το χέρι της εγύρεψε να στηριχθεί πιο στέρεα κάπου αλλού.  Ίσως την άφησα χωρίς κανένα στήριγμα.  Δεν ξέρω αν έφταιξε μονάχα αυτό.  Ίσως απαίτηση της νύχτας ήταν να ξεφύγω από τα χνώτα της που ερχότανε πάνω στα μούτρα μου.  Ήμουν γεμάτη από συμπάθεια για τη μάνα το τονίζω αυτό.  Μα το κορμί της είχε την ιδιαίτερη οσμή των παλιών γυναικών με τ’ ακίνητα κύτταρα που βασανίζονται από αόριστες παθήσεις.  Ίσως αυτά που ανιστορώ να ’ναι γεννήματα ενός μυαλού που βρίσκεται σε ταραχή  και  να μην αληθεύει τίποτα.  Μονάχα να την έσπρωξα.  Όπως ξυπνάς ένα πρωί  και  σ’ ενοχλεί η γαλήνη γύρω σου κάνεις μια κίνηση θέλω να ειπώ  και  δε φαντάζεσαι πως κάποιος πέφτει από το τρίτο πάτωμα.  Ύστερα ακούγεται η κραυγή.

Το ξέρω δεν την έσπρωξα.  Τουλάχιστο δεν έβαλα τη δύναμή μου  αντίμαχη με τη δική της δύναμη.  Ίσως το χέρι μου κουράστηκε.  Όμως δεν άφησα πάρα πολύ το σώμα της να φύγει από το στήριγμα.   Μπορεί και να ΄τανε δική της θέληση να κρατηθεί πιο λίγο απ’ ό,τι εγώ λογάριασα.  με κοίταξε.  Ο λάκκος πρόσμενε.  Κι η πέτρα κάτω κοφτερή.  Δεν πρόσεξα.  Νόμιζα εξαφορμής  η νύχτα πως συνεχιζόταν το χορτάρι.  Κι έτσι συνέβηκε το γεγονός.  Το πέσιμο ήταν σιγανό.   Σχεδόν δεν ήταν πέσιμο.  Όμως τα κόκαλα από φύση τους είναι ξερά.  Κι η πέτρα εχθρεύεται  το κόκαλο που μέσα στη ζεστή φωλιά του σώματος ξέχασε την καταγωγή του.  Ίσως εκείνη τη στιγμή σκεφτόμουν άλλα.  Ίσως ήταν μια νόμιμη άμυνα μπροστά σε τούτη την οσμή τόσο φριχτή καμιά φορά του ανθρώπινου ιδρώτα.  μα τη φωνή την άκουσα.  Κι απόρησα.  Δεν ήξερα πόσο είναι το κορμί μας ψεύτικο σα θα γεράσει.  Πόνεσα.  Κι αυτό είναι σίγουρο.  Η κραυγή της μάνας μ’ έσφαξε.  Και μόνο όταν την άδραξα γοργά να τη σηκώσω  τότε το είδα  πως το κόκαλο τσακίστηκε στα δυο!..  Στο σπίτι ο Κωνσταντίνος είπε μόνο  μάνα  τρέχοντας!..  μα σίγουρα κατάλαβε λιγότερα απ’ τη μάνα του…

 

Αυτή είχε πια γευτεί τη γοητεία από το σκοτεινό πέρασμα!..

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961]

 

ΧΟΡΟΣ ΓΕΙΤΟΝΩΝ

(από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961 )

Ανοίξτε τώρα το σπίτι.  Ανάψτε το φως

για να ’μπει ο αναμενόμενος.

Από μακριά μονάχος του έρχεται.

Είναι κρύα - κρύα τα χέρια του.

Είναι ήσυχος – ήσυχος.

Είναι αμίλητος πολύ.

Εμείς όλοι τον ξέρουμε.

Τον είδαμε κι άλλες φορές.

Πρώτα μαυρίζουν τα μάτια.

Ύστερα η ακοή δεν ακούει.

Ύστερα δεν πιάνει η αφή

Κάθε φωνή πηγαίνει μέσα.

Μήτε γνωρίζει το μυαλό.

Τότε μπαίνει ο αναμενόμενος

από την πόρτα.

 

Ανάψτε τώρα το φως!..

 

Η ΚΑΡΑΤΟΜΗΣΗ

Όταν ζυγώνω εκείνο το σπασμένο κυπαρίσσι τάχα

θα ιδώ του μαχαιριού τη λάμψη;  Τριανταπέντε με σαράντα βήματα.

Σαράντα βήματα ακριβώς ως το άξαφνο σταμάτημα του τύμπανου.

Και τότε το βαρύ κεφάλι του άντρα μου θα πέσει

πάνω στις πέτρες μπερδεμένο με το φως.  Ψηλά

θα μείνει το κορμί στο πρόχειρο σανίδωμα

που θα μουσκέψει αργά με το αίμα.  Ένα κλαδί

πάνω στο πρόσωπο σαλεύοντας το φως θα σβήσει από τα μάτια.

Πήδα κεφάλι κόκκινο

μαύρο κεφάλι σκίρτα.

Σύρε να βρεις τη λάσπη στο χαντάκι.  Εγώ

την πρόσταξα την καρατόμηση.  Κι όταν θα φτάσω στο

ποτάμι  εκεί θα σκίσω τα φορέματα

και θα ριχτώ γυμνή μες το νερό

να πλύνω τρέμουσα κι αυτόν το φόνο!..

 

 

ΜΟΝΑΧΟΣ ΤΩΡΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΣΤΟ ΜΕΛΑΝΟ ΣΗΜΕΙΟ ΟΠΟΥ ΚΙΝΕΙΤΑΙ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΔΙΨΑΣΜΕΝΟ ΦΩΣ…

(… σε τούτο το συννεφιασμένο ερημητήριο ακούγοντας φτερούγες στον αιθέρα  οι προπατορικές βροχές χωράφια και χαμόσπιτα να ζώνουν από την οσφύ…… )

Μονάχος πορτοφύλακας σπιτιού επικίνδυνου   της σάρκας τυραννούμενος  και  του ονείρου της σάρκας   μες στην αιφνίδια αύξηση του οράματος   ο συμπαγής της σκοτεινιάς μου Κωνσταντίνος ονομάζομαι   χαμένος σε θαμπές φωνές   ετούτη τη βαθιά   γυναίκα την αγάπησα.    Στο πάνω πάτωμα ο Σταύρος.   Κι εκεί την έσυρα  η μάνα μου άκουγε  τότε έσβησε το φως  ωραία να θρέψει η σάρκα της μια ακόρεστη υψικάμινο.   Κι οι σκοτεινοί γοφοί της βλάσταιναν   απόμεινε ένα φαγωμένο κόκαλο  καθώς  την έγδυνα  από φλούδες δυσανάγνωστες.   Εφύσαγε ο άνεμος τη νύχτα της 10ης Σεπτεμβρίου όλη πυρόχρωμη ήτανε   σαν τώρα να γεννήθηκε απ’ τα σπάραχνα της γης.   Κι όταν ο γείτονας   τότε έσφιξα την αλυσίδα γύρω στο λαιμό με δύναμη   την έσφιξα  έσπασε ο χαλκάς  με χτύπησε   στο πρόσωπο να το σημάδι ακόμα κόκκινο.   Έτσι έφτασα στον ίσκιο του μηδέν.   Κι εκείνη φεύγοντας  στη διφορούμενη ώρα ένα πουλί  για ν’ ανασάνει απλοχωριά θανάτου η χελιδών.   Δεν ήταν πάντα νύχτα το κορμί της κάποτε   γινόταν δάσος ποταμός διχάλα ποταμού.   Κάποτε μέσα από τη μυστική του θύρα σταφυλές  σαλεύανε βαθιά σε βασιλείες άγνωστων αμπελώνων.   Αυλάκια με φωνές  λόγια που φέγγανε  χρόνια με την ακοή   μισοφώτιστες διασταυρώσεις του αίματος με τη σκοτεινιά   ή  ανάμεσα στις όχτες των γονάτων μου ανατέλλοντας   η θύελλα των μαλλιών αθέριστη   μαύρη με χόρτα  και  πυγολαμπίδες ήτανε   του ήλιου ο παράξενος καιρός  και το κεφάλι μεθυσμένο πίσω ζωντανά   τα χείλη παίζοντας με της αυγής τα φύλλα  και  χρυσάφι η μέρα το νερό γυρεύοντας   αμίλητο τη ρίζα σίγουρο  και  το πουλί  στο φράχτη του  άφθαρτο  ουρανός  και  μνήμη.   Έφτανε η νύχτα τότε   σκοτάδια κατακόκκινα  φιλιά  η ανάσα καίγοντας   το χέρι καίγοντας   και  το κορμί  ή  άξαφνα χόρευε  κι  η λάμπα τα σφυρά της λούζοντας  κι  η κάμαρη   μαύρο τοπίο αλλοτινό κινούμενο του αέρα.   Σπίτι μου πένθιμο  παράθυρα της ερημιάς  νεκροταφεία.   Δένδρα γελοία φαντάσματα μιας βλάστησης αφάνταστης.   Φωλιές του χρόνου  σκουπιδότοποι  καθίσματα  και  χώματα   σ’ αυτό το πνιγερό παζάρι των συμβιβασμών   των πτώσεων και  των θριάμβων.   Κι εγώ ένας αλαζών αιχμάλωτος  απάνου στον πικρό χάρτη της νύχτας   εδώ που φτάνει  η ακανόνιστη τελείωση  κομμάτια εικόνες  ράκη από φωνές.   Ανάμεσα   χώρου  κι  ονείρου η σιγανή βροχή λοξεύοντας  ή το  καράβι του ραγισμένου φεγγαριού το βήμα του καιρού   μες στο φεγγάρι θόρυβοι   που πια δε θ’ ακουστούν ποτέ   πεδιάδα του Μαρτίου τάχα θα σε συναντήσω μέσα στα νεκρά σου σύννεφα  κι  εσένα τάχα με στη δίψα  ακατοίκητο ξερό ποτάμι;   Αθέατη φλόγα με τι μάχομαι;  γιατί μιλώ τόσο πολύ  κι  εκμηδενίζω αυτούς που βιάστηκαν για το κακό  και  φύγανε;   Τώρα το σπίτι ταξιδεύει σε φανταστική χαράδρα.   Πέτρες  εκατομμύρια πέτρες σε σωρούς  και  το κουφάρι  της υπηρέτριας ανεβαίνοντας τοκ-  τοκ   την κούφια σκάλα  και  το μάτι αυτό   μέσα στη νύχτα αστραφτερό  καθώς το μάτι του πουλιού   κάτω απ’ τη γέφυρα  κι  ο σκύλος υλακώντας τρέχοντας εκεί.   Νεκροί μο ανεμοδείχτες ευρετήρια του θανάτου  η μάνα μου αράχνη  η βασιλεύουσα πριονισμένη απ’ τον πολύ καιρό  ανεξερεύνητη η γυναίκα μου στο ακέραιο μεσημέρι της   το δροσερό παιδί μου αυθεντικό  κι ατάραχο η ανάσα του ένας μικρός κούφιος θόρυβος.  Αγγίζουν όλοι τους  τον τοίχο κάτω από το φως.   Κι εγώ ένα σκοτεινός υπάλληλος του αίματός μου   της σάρκας τυραννούμενος  και  του κανόνα της σάρκας   τώρα αγγίζοντας με βλέμμα συνεχές   γύρω τα δένδρα θερισμένα   θερισμένους καρπούς  άχρηστα χέρια   σάπια νερά!..     [Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ  από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961 εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση: ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ Ι  1951 – 1964, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1976]

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2024

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2023

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΑ ΜΑΣ ΕΦΕΡΑΝ ΕΔΩ. ΡΙΖΩΣΑΜΕ…

 (…  πρέπει να ’ναι  ριζωμένη στο αίμα σου  η ανάγκη να μείνεις εδώ  ν΄ αποχτήσεις δική σου ζωή…)


1

Αν τα σημάδια χρειάζονται για τους σοφούς

η γη δεν υποτάζεται μονάχα μ’ όνειρα!..

Τούτα τα δάση που σαλεύουν στον καθρέφτη του νερού

καμιά φορά παίρνουν φωτιά τις νύχτες. 

Αρχαία δένδρα συνεχίζουνε τη βλάστηση ως τη θάλασσα.

Ανάμεσα κυλούν χωράφια δρόμοι   πεδιάδες μακρινές 

μονάχα πέτρα  κι  ουρανός. 

Είναι πρωί!..

Μέσα στο γκρίζο τα βουνά με το χιτώνα του παραμυθιού   φέρνουν τον ήλιο!..

Ο αέρας έρχεται κρουστός.

Το μεσημέρι έχει τη μυρωδιά του παλιού τυμπάνου.

Λοξό  κι  ακίνητο ύστερα πλαγιάζει ανάμεσα στην άμπελο  και  τη συκιά το φως.

Το βράδυ ακούς ξανά   το τρίψιμο του αέρα στα καλάμια.

Ακούγονται άλλοι θόρυβοι   της μοναξιάς  και  της ανάγκης.

Και την ώρα ετούτη οι κάτοικοι αλλού κοιμούνται

αλλού διαβάζουν τ’ άστρα  ή  κάποτε με λίγο φως

σε πέτρα δύσκολη τροχίζουν τα μαχαίρια τους!..



2

Πιο πέρα υπάρχει το βαθύ ποτάμι που σκοτεινιάζει με το λίογερμα γιομάτο εικόνες.

Φέρνει δροσιά από το βουνό, 

Τις  νύχτες   μακρύ μονόξυλο διασχίζει φωτισμένο τα νερά   με ζώα και με καρπούς.

Ζαρώνει το πετσί του ποταμού.

Φωνές ανθρώπων καρτερούνε την απόκριση

την ώρα     που μέσα στα σκοτεινά αργοκινούνται λάμπες.

Τότε ρίχνεις λοξά με δύναμη το μυτερό σταλίκι που καρφώνεται στην άμμο.

Το βουνό φέρνει δροσιά!..

3

Πρέπει να ’ναι ονειρεύομαι ριζωμένη στο αίμα σου  

η ανάγκη να μείνεις εδώ ν’ αποχτήσεις δική σου ζωή.

Η ρυτίδα που έρχεται πάει μαζί με το μόχθο

και σωστός είναι ο θάνατος.

Γιατί υπάρχει και κάψα  και  δίψα.

Γιατί ο τόπος ξάφνου φυραίνει τις νύχτες.

Γιατί υπάρχουν παγίδες και δόκανα!..

 Ή  ο γείτονας   γεννημένος στον αστερισμό του λύκου

ανάρμοστα   ανήσυχος   άρπαγας

θάμνο – θάμνο ακολουθώντας το θήραμα

ως τη γέρικη σιωπή της κοιλάδας.

 

Ένα σμήνος αγριόχηνες μαύρες

προς το κόκκινο του ήλιου πετώντας

εξηγούσε τον  άξαφνο  κι  ανελέητο φόνο!..

 [Η ΜΑΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ ΤΟΝ ΤΟΠΟ   από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961 - εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη  συγκεντρωτική έκδοση ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ Ι  1951 - 1964 εκδόσεις ΕΡΜΗΣ] 

 

Η ΙΩΑΝΝΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

(από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ  και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961)

Έτσι, προτού να γεννηθεί η πολυάνεμη μέρα περπάτησε η γυναίκα στον ξενύχτη κάμπο κι έφτασε εκεί όλο δροσερές πέτρες κι ώσπου να σκοτεινιάσει πάλι έμεινε αργά μονάχη γινόταν η ψυχή της τα νερά του ποταμού σιγανά ασταμάτητα.

 

Τα αχνά της πόδια και τα γόνατα ένας ίσκιος.

 

Πιο πίσω εσάλευε το δάσος κι από τα σπάραχνα των δένδρων πράσινα φτενός αέρας  φέρνοντας παλιές συνέχεια ημέρες θυμόταν πριν απ’ όλα τις αισθήσεις της ακατανόητες και πολύ πικρές  κι  όμως να τρώει να ξεδιψάει  και  να κοιμάται.

 

Ύστερα οι χτεσινές φωνές  κι  οι στάχτες το παράθυρο της ερημιάς σεντόνια και πουκάμισα στον ήλιο οι αφηρημένες υπηρέτριες σαν κεριά που σβήσανε μες στα δωμάτια των παλιών πραγμάτων.

 

Συλλογιζόταν!..

 

Και τότες το ποτάμι πέρναγε μες στο κορμί της μ’ όλη τη φύση γύρω και τον ουρανό.  Και τα νερά φωτίζανε ισκιερές γωνιές ωραία ευρυχωρία που ξάνοιξε μεμιάς τέλος γινόταν η γυναίκα αυτή στοχαστική  κι  ευκολοδιάβαστη σα δένδρο ένα άροτρο πιο πέρα ακίνητο στο μέγα μήκος του καλοκαιριού.

 

Σκιρτούσανε τα μάτια τα ρουθούνια ριπιδίζανε έβγαιναν κύματα από τα πλευρά τα χείλη εδρόσιζαν με το νερό το αθόρυβο  κι  όπως ο ποταμός ανέβαινε τα δυο βυζιά της τρέμοντας τάχα για να γλιτώσουν από τον πνιγμό ψηλά οι κορφές τους δυο σταλαματιές μελάνι τίποτις άλλο ανάβανε.

 

Συλλογιζόταν!..

 

Μέρα τη μέρα τ’ όνειρο το καλοκαίρι ο θάνατος. Σε πέντε χρόνια φαγωθήκανε τα λαμπερά χωράφια γιόμισε χώματα ο βοσκότοπος ένα ξινάρι κάτω απ’ την ελιά στον ήλιο η κόψη του και τώρα αστράφτει.

 

Μες στο νερό κυλάνε εικόνες η στέγη του νερού και πάνω της το δάσος δένδρα που βασιλεύουνε πολύ μετά το λιόγερμα  κι  άλλα που τρέφονται από την ανατολή.  Κι  αυξαίνουν!..

 

Ως την αυγή.  Το ξέρω!..  Κι ώσπου να κλείσει η μέρα το κοχύλι της εγώ αφημένη εδώ άπειρο εγώ νερό ποτάμι…

 

Συλλογιζόταν!..

 

Κι όπως ανασηκώνονταν τώρα γυμνή μες στο πρωί τώρα περίλαμπρη από φως είδωλο του άλλου κόσμου!..

 

Τα μαύρα απέραντα μαλλιά του ποταμιού το ρεύμα συνοδεύοντας δάση που πλάγιασαν μια μυστική ζωή ψιθύρων ανεξήγητων!..

 

Τραβούσανε τ’ απέραντα μαλλιά της ως τις εκβολές ταξίδευαν στη θάλασσα  ενώ στη θέση των ματιών πιο πριν κοιμόταν τ’ άπειρο δυο γήινα τώρα αστράφτανε κυανά  κι  απίστευτα τριαντάφυλλα!..

 

ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ

Απαντημένος με το λιόγερμα στο έβγα του δάσους.

 

Τ’ αμπέλια μας  και  τα χωράφια μας  κι  οι καρποί μας

είπε γινήκανε στάχτη.

Βουρκότοποι είναι τώρα τα νερά!..

Μα σένα αγκάθια θα φυτρώσουνε στο σπίτι σου.
Χώματα θα γιομίσει το κρεβάτι σου

και θα ρημάξουν τα λαγόνια σου Κυρία.

 

Κυρία πάρε τον άνδρα σου  και  φεύγα από τον τόπο μας.

Είσαι όμοια με πρωί της άνοιξης!..

Είσαι όμοια με γκρεμό τη νύχτα!..

Όταν ανοίξουμε τα μάτια μας

τα μάτια σου είναι απάνου μας.

Κυρία πεινάμε…

Τα χέρια μας στεγνώξανε τα κόκαλά μας κάηκαν.

Η ανάσα σου είναι σα φωτιά μες στην ανάσα μας.

Σου λέω οι βρύσες στέρεψαν.

Εγώ που σου μιλάω είμαι ο γείτονας.

Κοιτάζω χάμου  κι  όχι τα μάτια σου

κι υποφέρω   από σένα!..

Άσε με να σε ’γγιξω στην κοιλιά σου Κυρία.

 

Τότε τον χτύπησα με το ραβδί στο πρόσωπο

ανάμεσα στα φρύδια του τα σκοτεινά.

Φωνή δεν έβγαλε μονάχα εβούλιαξε μέσα μου.

Κι εγώ τον κουβάλησα

στο κορμί μου σαν πέτρα ώσπου πέθανα.

 [από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961)

 

Η ΒΡΟΧΗ

(από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961)

Ήμουν εκεί πιο πέρα από τη λάμπα στο μισό

του κύκλου ακύρωτος περίπου υπάρχων

προσπερασμένος ίσως απ’ το χρόνο ανάμεσα

στο πρόσκαιρο και το παντοτινό.

Δεν ήταν όνειρο   μήτε παραίσθηση σε γήινη κατοικία.

Το θόρυβο   τον άκουσα…

Θυμάμαι η πόρτα μου άνοιξε με δύναμη

κι όρμησε μέσα ο αέρας από τους αγρούς ανήσυχος

εξάγγελος παράξενα εμπιστευτικός.

Στην κάμαρη ζέστη ανεξήγητη βασίλευε.

Και τώρα σα ν’ αρχίνισε κάπου μακριά να βρέχει

μια αυξανόμενη βροχή  που ερχόταν   γοργά προς το παράθυρό μου.

Ξάφνου σα να ξύπνησα  σα να σηκώθηκα από μια φανταστική αποσύνθεση

και φώναξα τρομάζοντας  για την καταστροφή που μάντευα

φώναξα δυνατά ν’ ακούσεις απ’ το κάτω πάτωμα:

Ιωάννα σήκω και πρόφτασε το σπίτι γέμισε βροχή.

Πάρε τη λάμπα με τα χέρια σου τρέξε κατέβα κάτω.

Δένδρα και χώματα κέρδη και λάφυρα τα παίρνει το νερό

και χάνονται όλα χάνονται

Και μ’ άκουσες – παράξενο.

Κι αφύλαχτη κατέβηκες δοσμένη του κινδύνου μόνο τα μαλλιά   σε σκέπαζαν.

Άκουσα την κραυγή σου όπως εμάκραινες μέσα στη νύχτα.

Η νύχτα σ’ έσυρε.  

Κι όταν το φως   ένα πελώριο φως από ψηλά πλημμύρισε άξαφνα τη γη

τότε κατέβηκα κι εγώ και πήρα τα χωράφια τρέχοντας.

Κι εκεί στη λάσπη ανάμεσα στα χόρτα αντίκρισα

μαύρο μακρύ κατάμαυρο κάψαλο το κορμί σου

πως ήσουνα πεσμένη μπρούμυτα βογκώντας  και  φωνάζοντας

ενώ η βροχή συνέχεια στρέφοντας σε στρόβιλο

έπεφτε πάνω σου αδυσώπητη   πυκνή  καταρρακτώδης…

 

ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Όταν ανάστατη τον έδιωξα από το κρεβάτι μου

μαύρισε σαν το κάρβουνο.

Πήρε το σκύλο του και πήγε ολονυχτίς

με την αστροφεγγιά στον κάμπο  κι  ούρλιαξε

τόσο πολύ

που σηκωθήκαν και τον πήραν με τις πέτρες

όρθιοι  κι  ερεθισμένοι οι γείτονες!..

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961]

 

ΟΙ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961 )

Η Ιωάννα είναι η βροχή

που ξεκινάει από τη θάλασσα και προχωρεί μέσα στο βράδυ.

Μια καταχνιά με ρίζες κάτω από τη γη.

Η Ιωάννα είναι ποτάμι.

Είναι ένα σύννεφο πίσω από μια φωνή

Είναι ο καπνός από τα καιόμενα χόρτα.

Είναι ένα δευτερόλεπτο έκστασης ανάμεσα σε δυο κινδύνους.

Η Ιωάννα είναι ποτάμι.

Η Ιωάννα είναι ένα παράθυρο ανοιχτό στο Νότο.

Είναι τα παιδιά που φύγανε από την έρημη πλατεία.

Η Ιωάννα είναι το πρόσωπο  κάτω απ’ τον ουρανό.

Είναι ένας ουρανός κάτω από ένα πρόσωπο.

Είναι ένας ουρανός κάτω απ’ τον ουρανό!..

Είναι ποτάμι…

Το φως της γης  και  το σκοτάδι ζωγραφίζουνε το γέλιο της.

Όταν το σπίτι καταρρέει η Ιωάννα φεύγει από το σώμα της και τραγουδάει αλλού μέσα στη νύχτα!..

Η Ιωάννα είναι ποτάμι.

Η Ιωάννα είναι το προχθές   το χθες   το σήμερα!..  (Το σήμερα επαναλαμβανόμενο ως το άπειρο)

Είναι αλαφριά σα νυσταγμένο κεφάλι λουλουδιού.

Είναι βαριά σαν κλειστό βιβλίο.

Είναι μια συνεχής αναγγελία της νύχτας.

Με την Ιωάννα χάνεις τον εαυτό σου  και  τον ξανακερδίζεις στον ύπνο.

Η Ιωάννα είναι ποτάμι.

Η Ιωάννα είναι όχτη ποταμιού.

Είναι ένα καλάμι στην όχτη του ποταμιού

Είναι ένας ίσκιος πάνω στο ποτάμι.

Είναι ποτάμι…

Η Ιωάννα είναι ένα δένδρο με μάτια

ένα όνειρο με στόμα   ένας ήχος μ’ αυτιά

ένα σύννεφο με πόδια.

Ένα ποτάμι με χρυσά μαλλιά που η δροσιά τους  γαληνεύει τη θάλασσα.

Ένα ποτάμι…

Η Ιωάννα είναι ένας τόπος που τον είδαμε για τελευταία φορά.

Ένας σταθμός που κάποτε θ’ απαντηθούμε μπήγοντας μια κραυγή μέσα στου ταξιδιού τη σκόνη!..

Η Ιωάννα είναι ένα σύνορο που συνεχώς μετατοπίζεται.

Είναι το χνούδι που το παίρνει ο αέρας!..

Ένα φτερό μέσα στο χρόνο…

Ένα φτερό   πάνω στην έρημη άνοιξη.

Η Ιωάννα είναι ποτάμι…

Ένα ποτάμι…

 

Δεν ξέρω συγκεκριμένως να σας πω τι είναι η Ιωάννα

 

Η ΦΩΝΗ ΚΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Ιωάννα!.. φώναξαν μέσα στη νύχτα.  Ιωάννα!..

Ήταν ο Πέτρος εκεί κι ο Γεράσιμος.

Ο Γιάννης ο μακρύς απ’ το ποτάμι.

 

Ανατρίχιαζε η Ιωάννα φοβόταν.

Τη φιλούσαν ο ένας μετά τον άλλο.

Αύριο θα ’φευγε. Ποιος ξέρει αν ξαναγύριζε.

 

Οι μέρες πέρασαν.

Δε σταμάτησε να φυσάει ο αέρας.

Απέξω πάλι φωνάζουν  Ιωάννα!..

Σα να μπορούσε η φωνή ν’ αναστήσει νεκρούς!..

 

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Ολονυχτίς το πλευρό μου έμπαζε αέρα. Όπως  ήμουν σκεπασμένος κρύωνα. Σηκώθηκα λοιπόν κι έφραξα την πόρτα μ’ ένα παλιό πουκάμισο για να ησυχάσω. ξανακοιμήθηκα κι είδα όνειρα. Είχαν πεθάνει οι  άνθρωποι   και  ζούσαν μόνο τα πουλιά, Σκόρτσοι νυχτοπιπίνια ολέμανθοι μηλένιες  και  σπαρτάφιλοι!.. Ήμουν κι εγώ νεκρός αλλά κρατούσα τις αισθήσεις μου. Τα ρούχα μου τώρα με στένευαν και τα φτερά μου όπως εφύσαγε φεύγανε μακριά από μένα σαν τα παιδιά που παίξανε και πάλεψαν στα χώματα κι ύστερα χάθηκαν σιγά – σιγά γυμνά κι αμίλητα μέσα στον ήλιο

[από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961]]

 

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΡΤΑ.  ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

(… είναι μια πόρτα που κλείνει ξαφνικά και σου τσακίζει τα δάχτυλα… )

Ο Κωνσταντίνος είναι μια κάμαρα.   Κραυγή κινδύνου σε μιαν άδεια κάμαρα.   Είναι ένα σπίτι σκυθρωπό που μέσα του καπνίζουν ανεξερεύνητες θρησκείες αιμάτων.   Ο Κωνσταντίνος είναι το αύριο  το αύριο   το αύριο!..  (Το αύριο επαναλαμβανόμενο άπειρες φορές)   Ο Κωνσταντίνος χάνεται άμα τον κοιτάξεις κατάματα.   Ο Κωνσταντίνος φανερώνεται άμα τον ονειρευτείς!..   Χτυπιέται με τη νύχτα πέφτει επάνω της τυφλός από θυμό κι έτσι γεμίζει με πληγές που συνεχώς αφορμίζουν.   Βασανίζεται με τα πρόσωπα η αοριστία τον δυναστεύει ψηλαφά το κορμί μου το φως του προσώπου μου  και  τον τσακίζουν ασταμάτητοι λυγμοί.   Ο Κωνσταντίνος είναι ο ήλιος που καθορίζει τον ίσκιο του χορταριού με τη συνεχή κίνησή του.   Ο Κωνσταντίνος είναι ένα κλειστό δάσος σχέδιο χαλκού με βλάστηση αποπνιχτική.   Ο Κωνσταντίνος είναι ο αγώνας με τις κάμαρες και τα πουλιά.   Μιλάει συνεχώς για ένα ποτάμι που θα πλύνει το κορμί του από τα χώματα  και  τις βρομιές της γης.   Συνέρχεται από τις αιτίες που ερεθίζουν το αίμα του κι ύστερα κοιμάται!..  Ο Κωνσταντίνος έχει πολλές ακαθαρσίες μέσα στη φανταστική του ζωή.   Ο Κωνσταντίνος είναι ένα αμφισβητούμενο γεγονός.   Είναι ένας μισοφαγωμένος κήπος.   Είναι μια σκούρα καταθλιπτική μέρα που ο άνεμος φέρνει σκόνη στα τζάμια.   Φοράει αυτό το χειμωνιάτικο σακάκι  και  θαρρεί πως συνεχώς μεταμορφώνεται.   Πίσω απ’ το πρόσωπο του Κωνσταντίνου σαλεύει ο άλλος Κωνσταντίνος.   Που καίγεται τις νύχτες σε μια παραφορά φριχτότερη απ’ τα λόγια του.   Οι αυστηροί θεοί το ακούνε και σκοτεινιάζουν.   Το ξαναλέω ο Κωνσταντίνος είναι ένα σπίτι.   Ένα σπίτι γεμάτο επινοήσεις που χύνονται και σου ξεσκίζουν το κορμί με τα νύχια τους.   Ο Κωνσταντίνος μεταμελείται για πράξεις που ποτέ δεν έγιναν.   Μπερδεύει εκείνο που έκαμε με κείνο που λογάριαζε να κάμει…  Έχτισε πελώρια οικοδομήματα και  τα κρατούσε απελπισμένος με τα χέρια του   ώσπου γκρεμίστηκαν  και  μας τσάκισαν.   Ο Κωνσταντίνος είναι υπεύθυνος για ό,τι συνέβη μέσα μας.   Θρυμματίζεται σ’ ατελείωτες παρακρούσεις φωνάζοντας το πρόσωπό μου σκοτεινή χαράδρα του φεγγαριού.  (Το πρόσωπό μου εμένα είναι ίδιο φως).   Ο Κωνσταντίνος είναι τρομαγμένος όταν γδύνεται μια – μια τις φλούδες του!..  Δεν ξέρω πώς να γαληνέψω τον Κωνσταντίνο.   Ώρες – ώρες τον παραστέκει η τρέλα και τα σπλάχνα του φωτίζονται από μέσα σα να καίει εκεί μια ριζωμένη λάμπα.   Αυτός είναι ο Κωνσταντίνος!..  [ΟΙ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ  από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1961]

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2023

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ