Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

ΕΓΩ, Ο ΑΝΕΣΤΙΟΣ, Ο ΑΠΕΛΠΙΣ, Ο ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΣ

 (… ένα φιλί  ή  ένας στίχος με ακολουθούσαν για χρόνια στη ζωή μου…)


Στα δεκαπέντε, ένα βράδυ

έφυγα από τον κινηματογράφο ακολουθώντας 

τη Νάταλι Γουντ  και  τον Τζέιμς Ντην,

Θυμάμαι κάτι μεγάλα δωμάτια και μέσα

άλλα μικρά δωμάτια  σαν καμαρίνια.

Σε ένα από αυτά τα μάτια της Ρίτας Χαίηγουωρθ

με παρακολουθούσαν με έκπληξη.  Αργότερα γνώρισα

τον Μάρλον Μπράντο που γελούσε με τα σπασμένα του

αμερικάνικα  και  μου χάριζε φορεμένα λευκά φανελάκια

και μαύρες μπότες παλιές.  Έμεινα χρόνια κοντά τους,

κάτι ρολάκια έπαιζα κι εγώ.  Έκανε κρύο παντού 

και μιλούσα ελληνικά δυνατά στους τοίχους,

στα δένδρα  και  στις μηχανές.  Τη γλώσσα μου 

δεν την άφησα να παγώσει  να ξεχαστεί!..

Ταξίδεψα πολύ.  Παντρεύτηκα δυο φορές.

Παιδιά δεν έχω.  Φίλους έχω.

Ζωγράφιζα πού και πού…

Κυρίως όμως έπαιζα άλτο σαξόφωνο.

Το κανονικό μου επάγγελμα αργότερα

ήτανε του κομπάρσου.  Σε χιλιάδες ταινίες:

άνοιγα πόρτες, καθόμουνα ακίνητος,

κυνηγούσα σκύλους, με κυνηγούσαν δολοφόνοι,

κολυμπούσα με τις ώρες  ή έκανα το σοφέρ

στα αφεντικά  κι άλλα πολλά της ζωής. 

Πολλές φορές έπεσα από ουρανοξύστες!..

Όχι  από απελπισία αλλά για να με γράψει

το βιβλίο Γκίννες.  Πέφτοντας έβλεπα ανάποδα

τους ανθρώπους στα διαμερίσματα,

να κάνουν τις καθημερινές τους ασχολίες.

Προσγειωνόμουνα ομαλώς στην άσφαλτο  ή  σκάλωνα

στα σύρματα του ηλεκτρικού  ή σε κοντάρια

σημαιών που κυμάτιζαν στην πρόσοψη του κτιρίου.

Λέγαν: ο Έλληνας ξέρει κόλπα,  μπορεί να πετάει.

Για μήνες έβρεχε συνέχεια  και  σε κάτι τσίγκινα

υπόστεγα έπινα παρέα μ’ άλλα ρεμάλια,

συνήθως γέρους Ινδιάνους, χωρίς ουσιαστικά

πολιτικά δικαιώματα.

Ένα φεγγάρι δούλεψα σε τσίρκο.

Καθάριζα τους ελέφαντες  και  τα φίδια.

Ακόμα δούλεψα σε ασφάλειες ζωής.

Εγώ, ο ανέστιος, ο άπελπις, ο διψασμένος.

Ένα φιλί  ή  ένας στίχος με ακολουθούσαν

για χρόνια στη ζωή μου.  Άλλες φορές

ξεχάστηκαν σαν πυροβολισμός μέσα στη νύχτα.

Μετανάστης ήμουνα,  σε υπόγεια ήμουνα,

γένια άφηνα,  σκέψεις άφηνα,  ψύλλους γύμναζα,

χωρίς ποτέ να καταφέρω τίποτα!.. 

Τώρα ασκώ το επάγγελμα του υποβολέα.

Σβήνοντας τα φώτα, δυναμώνει η φωνή μου, 

παίρνουν μπρος τα κουρασμένα σώματα

και αρχίζει η παράσταση!..

[ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ  Γιάννη Κοντού στη συλλογή του

ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992.

Συγκεντρωτική έκδοση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]

 


ΜΙΑ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΗ ΜΕΡΑ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού 

ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ  1992)

Από τα ξημερώματα άνοιξα τα φρεάτια   της σελήνης.

Έφερα το μαύρο πρόβατο   στην αυλή –

το άσπρο ακόμα το ψάχνω –

Έκτισα τοίχο ψηλό,  να προφυλάξω

το χειμώνα από το επίφοβο καλοκαίρι.

Πήγα βόλτα με τους γονείς μου   στην εξοχή

(πριν σαράντα χρόνια)

με ένα μεταξωτό πουκάμισο  και  δεν έφευγα μακριά τους.

Τώρα δουλεύω στα ορυχεία της πόλης.

Σκάβω  και  πάω πιο βαθιά, για να πάρω   το έπαθλο!..

Ένα ποτήρι νερό!..

Ξέχασα να σας πω ότι έχουμε ανομβρία.

Ασχέτως αν εγώ τραβάω την κουρτίνα

της βροχής και κάνω ότι θέλω.

Τις μεγάλες ποσότητες της σκουριάς  που μαζεύω

από τις λέξεις  και τα νεύματα

τις βάζω σε τσουβάλια  και  δεν ξέρω τι να τις κάνω…

Βλέπω από τώρα το προφίλ

της μανταρινιάς μου στο παράδεισο.

Έτσι σκοτεινιάζουν τα μάτια μου,

βαραίνουν τα βλέφαρά μου  και  κοιμάμαι

με καρφωμένο ένα γυαλί στο σκληρό χιτώνα   του βολβού μου,

να δείχνει   την ανεστραμμένη εικόνα της πραγματικότητος…

 

ΣΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΡΕΒΑΤΙΟΥ

Τι θάλασσες περάσανε  ή  χτυπήσανε   αυτό το κρεβάτι!..

Βόρειες,  νότιες,   θερμές, παγωμένες…

Με  θύελλα,  με άπνοια,  με φιλιά  ή κωπηλατώντας

μαζί σου στην ακρογιαλιά,

στην άκρη του ξύλου  του αθώου επίπλου.

Κάτω βράχια  και  σπασμένα κορμιά

ζωντανά που θέλουν  να ανέβουν

πάλι πάνω στο οροπέδιο,  στο αλώνι,

στα μονόχρωμα,  στα μονόχνοτα  σεντόνια,  στη φωλιά!..

Οι εποχές δεν αλλάζουν τη βλάστηση   του τοπίου!..

Τ α ίδια φυτά φύονται πάντα   χαμηλά,

κυρίως καλαμιές  και  βρύα,

σαν ξεχασμένες σκέψεις.   Βλέπω το βυθό!..

Βλέπω ταινίες   (όνειρα τα λένε άλλοι).

Οι τέσσερις γωνίες του δωματίου   τινάζουν αέρα,

ο οποίος ανακατεύει τα σύννεφα   και  το φως του ταβανιού,

και έρχεται θύελλα,  θαλασσοταραχή.

Αστραπές  αυλακώνουν τις κουβέρτες.

Το μαξιλάρι το παίρνει για λίγο το κύμα!..

Προσπαθώ να σώσω το ραδιόφωνο

(γιατί μου χρησιμεύει σαν ασύρματος)

Το κομοδίνο  και  οι καρέκλες  βουλιάζουν,

επιπλέουν τα προσωπικά μου αντικείμενα.

Σπάει και το μοναδικό κυπαρίσσι.

Ούτε φανταζόμουνα,  όταν διάβαζα γεωγραφία,

ότι θα κατοικούσα στο ακρωτήριο

της Καλής Ελπίδας  -  χωρίς ελπίδα,

ότι θα πήγαινα τόσο μακριά!..

Με αυτά  κι  άλλες αναπολήσεις μαλακώνει

ο καιρός, περνάει η θύελλα.

Τότε πιάνω το γόνατό σου,  το μισό φεγγάρι,

τη μέση σου,  χορδή τόξου,

και βαδίζω επί των υδάτων!..

 

ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΛΙ

Πως πηγαίναμε με τρένο    προς Ανατολάς.

Μάλλον Κωνσταντινούπολη.

Πως  πηγαίναμε προς τα Χριστούγενα.

Τα χωριά  και  οι πόλεις περνούσανε

από τα μάτια μας γραμμή μολυβιού.

Στην αρχή μιλούσαμε ελληνικά κοίλα,

όπως η κούπα που πίνουμε νερό.

Όχι ασημένια, αλλά ξύλινη  και  σκαμμένη με τα νύχια

για να επιβιώσουμε.

Ύστερα βρεθήκαμε αγκαλιά   στο πάτωμα του βαγονιού,

βγάζοντας ρούχα  και  ψιθύρους  από ασημόσκονη.

Την ίδια στιγμή όμως κοιτούσες   τα συμβαίνοντα

έξω από το τζάμι.

Με έκπληξη,  λες και ήτανε άλλοι

αυτό το φλεγόμενο κουβάρι.

Περάσαμε πολλά τούνελ,  πολλές εποχές,

είδαμε ανθρώπους  και  ανθρώπους.

Μετά ντυθήκαμε  και  καθίσαμε στις θέσεις μας,

στην αφάνεια,  στο πλάγιο φως!..

Όταν είδαμε τους πρώτους μιναρέδες,  τις πρώτες φωτιές,

μάλλον πηγαίναμε   προς Κυριακή…

 

ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΛΥΠΗ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

(κοντάκιο  -  στον Λουκιανό Κηλαηδόνη)

Δεν πρέπει να μην κοιτάζω πίσω

τα σώματα που ήμουν κάποτε.

Κάνω την αμαρτία να βλέπω 

κάθε φορά το νέο δέρμα  που  εμφανίζεται τα απογεύματα

και πάει σε μεγάλο βάθος χρόνου.

Ξυπνάω απροετοίμαστος για τη νύχτα.

Δεν προσεύχομαι,  δεν ασκούμαι

στα φρούτα, στα νερά,  στο χώμα.

Δεν ακουμπάω τα γένια του Θεού,

δεν φιλάω τα πόδια των προφητών

Τραβάω όμως την κλωστή της νυχτός,

να την ξηλώσω,  να την ξεθωριάσω,

να φέρω τη φωνή σου κοντά  μου,

να δω το σώμα μου να φέγγει  και  να φεύγει!..

Οι λέξεις γίνονται άμμος,

έρημος και βαδίζω στα τυφλά.

Με την αφή προσπαθώ να βρω

τη ζεστή πέτρα του μοναστηριού…

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]

 

ΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΗΛΙΚΙΕΣ  -  ΠΑΛΙΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ 

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992

Θα μπορούσε να ήμουνα ωραία,

αν δεν έχανες το συγκεκριμένο βλέμμα.

Ας πέρασαν τα χρόνια,  ας άσπρισαν  οι ρίζες των μαλλιών σου,

ας μάζεψε  το άσπρο δέρμα,

με κείνες τις πανάδες του ουρανού!..

Κυρίως όμως τα πόδια σου   με τους κιρσούς

και τους πρησμένους αστραγάλους!..

τα φιλούσα κάποτε  και  κοκκίνιζε το δωμάτιο

και τα λόγια σου ήτανε κόκκινο μπαμπάκι.

Οι τοίχοι βγάζανε στη θάλασσα,

στον ορίζοντα τα μεσημέρια.

Ούτε φανταζόμουνα ποτέ  - όπως είναι φυσικό –

τις αλλαγές των χρωμάτων,  τις αλλαγές των συναισθημάτων,

τις αλλαγές των σπιτιών…

Την ίδια μονότονη μουσική   τους σώματος,

όταν αλλάζεις χέρι  την τσάντα με τα ψώνια

και δεν σκέπτεσαι τίποτα,

και κοιτάζεις αδιάφορη    τα αυτοκίνητα να περνάνε…

 

ΠΡΟΣΕΧΤΕ ΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ,  ΘΑ ΣΑΣ ΣΚΟΤΩΣΕΙ

Εισέρχεται στο δέρμα και στο αίμα   όπως η ψείρα!..

Έχει τα ίδια συμπτώματα:

Φαγούρα, μολύνσεις,  εκτεταμένη καταστροφή   των ιστών,

που τις περισσότερες φορές φτάνει   μέχρι το  κόκαλο.

Ο ασθενής πέφτει σε μεγάλη λύπη.

Κοιτάζει τις πλάτες των ανθρώπων

και πιστεύει ότι το περαστικό πρόσωπο

είναι το δικό του,  το φευγάτο, το χαμένο.

Κάθεται σε καρέκλα  με τα χέρια  στα γόνατα,

σε προχωρημένη σήψη – ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται τίποτα –

και προσπαθεί να μπαζώσει το κενό

με αυτές τις σκέψεις – μέδουσες.

Προσέχτε,  δεν είναι παρελθόν,  υπάρχει ουσιαστική διαφορά.

Τον υπνωτίζει ύπουλη μουσική πνευστών

και συνομιλεί  και  μονολογεί με μαλλιά,  χείλη,  αυτιά και χέρια

ή ολόκληρα σώματα γυναικών  που βγαίνουν από τοίχους

ή αναδύονται απότομα   από το πάτωμα

και τα διάφορα έπιπλα του σπιτιού.

Αν συνεχίσει έτσι,  θα καταλήξει

πεταμένη εφημερίδα με παλιές ειδήσεις   στο δρόμο!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]


ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ – ΤΑΠΕΤΣΑΡΙΕΣ - ΟΥΡΑΝΟΙ

Οι αφές που αφήνουμε κάθε μέρα

δημιουργούν ένα τοπίο δικό μας!..

Εξάλλου μας παιδεύει η έμμονη ιδέα

να βλέπουμε τη μυρωδιά μας παντού.

Έτσι ένα παλιό κρεβάτι, ποτισμένο

από τα χρόνια  και  από εσένα

βαθιά μέσα στους ρόζους του,

έχει κάτι από τα μάτια  και  τα μαλλιά σου.

Και στο σιδερένιο κρεβάτι το ίδιο συμβαίνει.

Ασχέτως αν το σίδερο είναι κακός αγωγός

του έρωτα!..  Όταν ταξιδεύουμε, εκείνο

το φτηνό πλαστικό κρατάει

το σχήμα, τον ιδρώτα, τη διάρκεια

του κορμιού!.. Μπορεί το τρελό

αυτοκίνητο να θυμάται  και  να σκέπτεται

τους τρόπους  και  τους ρυθμούς σου.

Ο μαλακός ουρανός του κάθε σχήματος,

που στις λακκούβες τον φτάνεις , σκέπη

της ζωής,  των ονείρων, της σκόνης σου.

Τέλος, ο καναπές ξέρει καλύτερα

την πίεση του αίματος  και  την καρδιά σου,

από κάθε σύγχρονο μηχάνημα.

 

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΕΝΤΙΜΟΥ ΒΙΟΥ

Για να τελειώνουμε με τους ισολογισμούς.

Τι μας έμεινε;  Η μουσική του τοπίου,

εσύ και πίσσες  στο μυαλό  (για να ξεχνάω εύκολα)

και λίγοι θάμνοι που με ακολουθούν

υπάκουα.  Δεν ξέρω τι ρόλο παίζουν στην ιστορία

αυτοί οι θάμνοι, αλλά ένα είναι βέβαιο:

ότι συμμετέχουν στη διαδικασία του απογεύματος.

Μεγάλη υπόθεση για μένα αυτή η διαδικασία.

Το φως διαλύεται, σκουραίνει, γίνεται σκιά,

πέτρες, πουλιά σε φεγγίτη, γυαλιά σπασμένα γαλάζια,

το χέρι τραβώντας μετάξι  και  φιλί,

εμφανίζεται η φωνή σου από παλιές φωτογραφίες,

τα βουνά φεύγουν με ένα τραγούδι,

ένα θάμβος αιωρείται.

Έτσι κατεβαίνει η στάθμη της μέρας

και έρχεται η νύχτα που ενώνει ανόμοια υλικά,

τα υφαίνει σε ένα πέπλο μυστηρίου:

ξύλο – σίδερο – νερό – κάρβουνο – σώμα.

Ποτάμι που έσπασε τα αναχώματα

και πάει να ποτίσει τα ξερά, τα φρυγμένα,

τα μακρινά όνειρα, τα ξεχασμένα χώματα.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]


ΟΥΤΕ ΠΟΥΛΙ ΠΕΤΟΥΜΕΝΟ

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992 – μνήμη Τάκη Παπατσώνη)

Α!.. Όταν σε σκέφτομαι,

ανοίγουν χαράδρες έξω από το σπίτι μου.

Απομονώνομαι από τον έξω και τον μέσα  κόσμο.

Γίνομαι είδος πουλιού που ζυγίζεται στο κενό.

Εκείνες τις στιγμές θυμάμαι  τον πατέρα μου

να μου λέει:  «τα χέρια είναι για να τρώμε

και να κάνουμε δουλειές,  όχι να πετάμε»!..

Επέμενα όμως  και αργότερα  έβγαλα φτερά

και έφευγα μακριά,  χανόμουνα για μέρες.

Με ψάχνανε.   Μη κοιτάτε που τώρα έχω

περιοριστεί σε αυτά  τα λίγα τετραγωνικά.

Οχυρωμένος πίσω από τον ουρανό σου,

έριχνα διάφορα αντικείμενα στον κόσμο.

Αυτά δεν πετούσαν,  αλλά  έκαναν ένα

φοβερό γδούπο στο χώμα,   μετά

πετούσα το παρελθόν μου.

Λαστιχένιο  όπως ήταν γυρνούσε σε μένα

και στο μέλλον μου!..  Αξεδιάλυτα πήγαινα

και δεν πρόλαβα τον καιρό…

 

ΟΤΑΝ Ο ΠΑΙΚΤΗΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Πλάι του η μουσική

απλώνεται σαν κάψιμο,  σαν μαύρο.

Το φυτό που ακουμπάει   το προφίλ του

και στη σκάλα κατρακυλά αέρας

και πίσω όνειρα,  νερά  και φύλλα,  πολλά φύλλα…

Κατεβαίνει αργά τις σκάλες   μέσα στο άψογο σμίκιν.

Κρύβει το πολύτιμα χέρια του   στις τσέπες του σακακιού.

Από τα  μεγάλα τζάμια βλέπει

έξω τα απροσδιόριστα κτίρια

και τη χωρίς πλοκή πλατεία,

με τα σταματημένα σύννεφα

και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα.

Στη σάλα,  η τσόχα,  τα καρέ

συμπληρωμένα περιμένουν.

Κάτι γυναίκες χαμογελούν  βελούδινα   καπνίζοντας!..

Μένουν  τρία τέσσερα σκαλοπάτια,

όταν η ύπουλη αλλαγή  του καλοκαιριού

προς φθινόπωρο τον χτύπησε στο στομάχι   μαχαιριά…

Έπεσε απότομα   σαν ψέμα   στα μάρμαρα.

Τα τζιτζίκια  συνέχισαν  να βάφουν κίτρινο

τον αέρα…

 

Ο ΥΠΝΟΣ ΠΗΡΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Θερμή η πόλη έρχεται κοντά μας.

Νευρικά με λίγο φως τα κοντινά πλάνα

της ζωής μου.  Κοιτάζω το κλιμακοστάσιο

της ημέρας και ακούω φωνές, προσταγές

και τα βήματα των συμπολιτών μου,

να πηγαίνουν στις δουλειές,  στις οικογένειες,   στα χαμένα.

Ένα χρώμα σάπιου μήλου καλύπτει τους δρόμους.

Επιτέλους η πόλη σκούριασε,  έχασε το ρυθμό της

πηγαίνει  πίσω   σαν χαλασμένο ρολόι.

Όλα γίνονται πιο αργά,  ξεχασμένα,  

με μουσική έρπουσα   και  βαθιά πράσινη.

Φθόγγοι και πέτρες δημιουργούν  ένα στρώμα  μονωτικού.

Κοιμάμαι στο τόξο της μασχάλης σου

και έξω μαίνεται η θύελλα.

Κοιμάμαι ως παις εις την κάμινον

του φθινοπώρου με ένα ακορντεόν.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]


Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992 –  στον Γιάννη Ψυχοπαίδη)

Άφησα το ζεστό σου κρεβάτι

τα λευκά σεντόνια,  τα ήσυχα νερά

και πήγα σε κείνες τις πλατείες

του Ντε Κίρικο, στο υποσυνείδητο,

με τα κυλιόμενα φεγγάρια.

Φυσάει νοτιάς  και μου σαρώνει τα νεύρα,

τα αρθριτικά,  τις αναμνήσεις.

Βάδιζα σ’ ένα πεζόδρομο  και  πήγαινα

και δεν πήγαινα,  λες και πατούσα

τεντωμένο σύρμα στο κενό.

Άλλο και τούτο,  τα μισά τα ζω

και τα άλλα  μισά τα φαντάζομαι.

Επιστρέφω σπίτι μαζί με τα σύννεφα.

Βλέπω εσένα γυμνή   από τη μέση

και πάνω,  τυλιγμένη σ’ ένα δέρμα

μεταξωτό,  να πλένεις λαχανικά,

με χέρια πράσινα.

Ο αέρας γύρω  σου επίσης

πράσινος,  ένα γαλάζιο φέγγιζε

στο ταβάνι.  Μύγα κάθισε στο στήθος,

τη διώξαμε μαζί με τη μέρα.

Προτού κλείσουν όλα, άνθρωποι,  χρώματα

αισθήσεις,   έσκυψες  και  μου είπες:

«κοιμήσου, αύριο θα σου στολίσω

το χριστουγεννιάτικο δένδρο»,

και άρχισες ψιθυριστά ένα νανούρισμα,

λερωμένο,  μεταχειρισμένο  από τα παλιά!..

 

Η ΝΟΣΟΣ ΤΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ

Οι στατιστικές δείχνουν  ότι ημικρανίες καταλαμβάνουν

τους διευθυντές στις ΗΠΑ  και γενικώς στις προηγμένες

χώρες!..  Ανεξηγήτως, όταν προάγονται στην ανώτερη θέση,

το σχεδόν ήσυχο κεφάλι τους  αρχίζει να συγκρατεί

την άμμο των κομπιούτερ,  των τηλεφώνων, των τέλεξ,

και αρχίζει να βαραίνει.   Όταν κολυμπάνε,

πάνε κατευθείαν στο βυθό.   Όταν περπατάνε,

έχουν απόκλιση προς τα δεξιά  και κάτω!..

Δεν τολμούν να κοιτάξουν από μπαλκόνι,

τους περιμένει η άσφαλτος!..

Νιώθουν ασφαλείς μόνο πίσω από τους γυάλινους τοίχους

του κτιρίου.   Με κεφάλι σφιγμένο από καλώδια

και μουδιασμένο  από προγραμματισμούς   μπαίνουν

στο ασανσέρ του ουρανοξύστη  και  ανεβαίνουν.

Αριθμοί,  υπογραφές,   φωνές,  και  ψοφάνε

τα ψαράκια στη βιτρίνα του γραφείου τους.

Κοιτάζουν στις οθόνες τα χρώματα να αναβοσβήνουν

και βλέπουν ηλιοβασιλέματα!..  Βγάζουν τα παπούτσια

και ατενίζουν τα πόδια τους για ώρες.

Τώρα τους πνίγουν οι καπνοί των πούρων

και όλα είναι μόνο χθεσινά.

Ούτε θυμούνται εκείνο το απόγευμα,

που σαν πεπόνι ανοιγμένο έμοιαζε η αγκαλιά της.

Με κουμπί γίνεται ο απέναντι τοίχος κρεβάτι.

Μέσα σ’ αυτή την απομόνωση,  νομίζουν

ότι κατευθύνουν τη ροή των γεγονότων!..

 

Ισχύουν ακόμη οι παλιοί μου στίχοι:

«Ακόμα δεν πραγματοποιήθηκε

το παιδικό μου όνειρο.

Η ομαδική εκτέλεση των διευθυντών»

 

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΟΥ

Κάποια  Άννα μου έφερε τα μαντάτα σου.

Άλλαξες,  έγινες ξανθιά.  Έβαλες τελεία

και παύλα στις παλιές σου συνήθειες.

Δεν ανοίγεις την πόρτα με την παλάμη,

αλλά με το παράμεσο.

Ο κήπος μπροστά από το σπίτι

τσαλαπατημένος,  λες και ξύπνησε

από κοπιώδη ύπνο.

Οι γραμμές του προσώπου σπασμένες

από την πίεση των φιλιών.

Καφέδες παντού ν’ αχνίζουν   σαν ηφαίστεια, 

και είσαι έτοιμη να πέσεις μέσα.

Ό,τι έγραψα για σένα,  τα έχεις κρεμασμένα

στους τοίχους,  δέρματα άγριων ζώων

που προϋποθέτουν  κυνήγια μεγάλα

για χρόνια.  Μόνο το απογευματάκι

σε ξεγελάει ακόμα  και  κοιτάζεις

το φως,  τους  ίσκιους,   τα πατήματα,

τη φαντασία  και  το σφύριγμα του νεαρού

στην απέναντι πολυκατοικία.

Τις μικρές,  τις μεγάλες,   τις χαμένες ώρες

μετατρέπεις  σε βελόνες  και  ράβεις

αερόστατα,  νύχτες  και  ψέματα!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]

 

 

ΤΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΑ,  ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ

(… γενική κάτοψη του συναισθήματος…)

Δεν μπορεί,  τα σκοτάδια  και  η επαναλαμβανόμενη ιστορία του προσώπου σου, αυτή η ησυχία των λέξεων  μέσα από τις άγνωστες γωνίες των χεριών,   δεν μπορεί, θα μας σώσουν!..  Θέλω να πω ότι είμαστε σε μια σκακιέρα,  όπως στα εξώφυλλα των παλιών αστυνομικών μυθιστορημάτων.  Μέσα στις σελίδες, τις ώρες από τις δύο  έως τις πέντε μετά μεσημβρία,  ο πληθυσμός χωρίζεται σε υτρεις κατηγορίες  ή  ομάδες:  η μία κάθετα πλάι στο τζάκι και κοιτάζει τη στάχτη.  Η άλλη κοιμάται  προσπαθώντας να εντοπίσει τα όνειρα των άλλων.   Η Τρίτη αγναντεύει στη λίμνη τους κωπηλάτες  σφυρίζοντας ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού!..  Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό  για τις εκλείψεις της σελήνης  και  τη χαμένη νεότητά τους!..  Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας!..  Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται,  προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της.   Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει το επόμενο θύμα,  χαμογελώντας στις κάμερες της τηλεόρασης.    Ένα φως μοβ   του σφαγείου φωτίζει την περιοχή  και  σπασμένοι καθρέφτες  γύρω αυξάνουν τις εικόνες  και  την αγωνία των παρισταμένων!..  Τα κρεμασμένα πουκάμισα στους τοίχους  δεν είναι φαντάσματα του παρελθόντος,  αλλά  υπενθυμίσεις   του σώματος  μερικές ώρες πριν. Καθαρά  την πρώτη φορά αγκαλιάζουν την ύπαρξή μου με πάθος  και  μανία!..  Πάμε μαζί παντού.  Ακούνε  και  πλησιάζουν:  αντικείμενα, ανθρώπους,  και  καταστάσεις.   Τα καυσαέρια  και  η επαφή τα σκουραίνουν λίγο.  Τρόπον τινά συμμετέχουν στις διαδικασίες της ζωής.   Τα μεσημέρια φτάνουν μαζί μου,  κατάκοπα,  σπίτι  και γαντζώνονται ακέφαλα στην κρεμάστρα  μαζί με άλλα ρούχα.   Μοιάζουν με πουλιά σε δένδρο.   Φυσικά δεν κελαηδούν,  αλλά χασμουριούνται κουρασμένα  και  κοιμούνται.   Ξέρουν τις ώρες μου.  Τις εποχές.  Πάντα είναι έτοιμα.  Υποδέχονται με χαρά τα χέρια μου να μπαίνουν μέσα τους  και  όλο αγαλλίαση με τυλίγουν.   Ξεχωρίζουν τα βήματά σου.  Όταν με ξεκουμπώνεις και με φιλάς  στο λαιμό, παίρνουν κι αυτά μέρος,  υποχωρώντας όπως το χώμα,  για να μπει το φιλί στη θέση του,  να φυτρώσει!..  Μετά από όλα αυτά, την άλλη φορά, οδηγούνται για το πλυντήριο αδιαμαρτύρητα.  Για πολλούς μήνες επαναλαμβάνονται τα ίδια.   Κάποια μέρα όμως λιγοστεύει το φως, χάνουν τη στιλπνότητά τους, φθείρονται ανεπανόρθωτα στους γιακάδες,  στα μανίκια,  σπάνε τα κουμπιά  και  φτάνουν στο στάδιο της ανακυκλώσεως!..  Δηλαδή γίνονται πολλά  κομμάτια για τις ανάγκες του σπιτιού!..   [δυο ποιήματα σε ένα από τη συλλογή   του Γιάννη Κοντού  ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992 – Συγκεντρωτικός τόμος: Γιάννης Κοντός ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΕΣ ΤΑΥΤΙΣΕΙΣ

 (… στη μέση της νυκτός το άσπρο μάτι του θεού βγαίνει στους δρόμους…)

Δυο κορίτσια με κοιτάνε   επίμονα

και μου μιλούν  με πυκνά επίθετα.

Φοράνε άσπρα καπέλα

και από το στόμα τους   τρέχουν λουλούδια

όπως στον πίνακα του Μποτιτσέλι.

Τραβάω την καρέκλα  προς το μέρος τους

και ακούγεται ο θόρυβος  μέχρι την Αγγλία.

Γιατί ήταν αγγλίδες  με κόκκινα μαλλιά,

με φακίδες στην πλάτη

και ήτανε σαν πνιγμένες   στο νερό,

ακίνητες,  ωραίες!..

Εκεί όμως που φώναζα

«εεε… τι γίνεται εκεί κάτω;»

άπλωσαν τα μικρά τους χέρια

και με παρέσυραν στην υγρή ησυχία,

νομίζοντας πιθανώς ότι είμαι

ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε!.. 

 

(όμως…)

 

Παλιές ιστορίες (αυτά…) τα ποιήματα

όταν σε γδύνω κι αλλού ακούγεται

η ξανθιά φωνή του κοριτσιού.

Η νύχτα φέρνει σγουρά σύννεφα,    άσπρες λέξεις!..

Το ελάχιστο φως

εμφανίζει φωτογραφίες με αισθήματα  και  κινήσεις.

Το παρελθόν δημιουργεί επάλληλα στρώματα   φιλιών·

τότε αρχίζει ένα θαύμα:  ένα κοτσύφι

μπαίνει στο σπίτι  και  το γεμίζει.

Μας καταπίνει όλους.

Μέσα από την κοιλιά του φωνάζουμε,   μη ακουόμενοι!..

Το πουλί, ενοχλημένο από τις φωνές,

τον αέρα που δημιουργεί ο έρωτας

και τις πολιτικές εξελίξεις,

πετάει μαζί με το σπίτι.

Σκοτεινά που είναι τα θαύματα  και  τα παραμύθια!..

Έτσι όμως περνάει άλλη μια μέρα,

έστω στην κοιλιά ενός πουλιού!..

[ήταν ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ στη  συλλογή

του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992

Συγκεντρωτική έκδοση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]

 


Στην ίδια συλλογή   ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΧΑΣΕ ΤΗΝ ΑΦΗ ΤΟΥ 

Πρώτα πετούσε  - τρόπος του λέγειν –

Τώρα, κάτω στη γη με τυφλά δάχτυλα,

ούτε βλέπει  ούτε ακούει!.. 

Δεν ξεχωρίζει:  ξύλο από μέταλλο·

δέρμα από χώμα  (αν κι αυτά είναι ομοειδή)·

υγρά από στερεά,  από ημιστερεά·

και το σύνολο της θαλάσσης  (αδιαφόρου χώματος).

Το απλό  «θα σε περιμένω στις επτά»

γίνεται αβεβαιότης,

ό,τι σχήμα κι αντοχή  να έχει το 7  και το περιβάλλον του.

Τον οδηγούσε ένα μεγαλόσωμο λυκόσκυλο,

μεταδίδοντας με γρυλίσματα διαφόρων τόνων

το είδος και το μέγεθος της αφής του κόσμου.

Μόνο τις στιγμές του έρωτος έμενε μόνος,

προσπαθώντας να αγγίξει  και  να δοκιμάσει

την αιχμηρότητα των μορφών  και  των φιλιών.

Εκείνες τις στιγμές το λυκόσκυλο

μύριζε  και  άκουγε τον ουρανό!..

 

ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ κι άλλα ΠΟΙΗΜΑΤΑ  

του Γιάννη Κοντού εφημερεύουν στο χρονολόγιο μου

 

 

ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού  ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ  1992)

Ήσυχα ο καιρός με φέρνει κοντά σου.

Μοιάζει με αέρα αυτή η μέρα.

Μετακινείται,  θροΐζει,   φωτίζεται απότομα.

Αν δεν βάδιζες στον ίδιο δρόμο  (χρόνο)

με το γνώριμο χώμα  και  τα δένδρα

να σε γαβγίζουν όπως πάντα,

θα πίστευες σε άλλες διαστάσεις.

Όμως είμαστε στην ονειρική πραγματικότητα,

την πιο σκληρή,  τη σιδερένια.

Τα μεταμορφώνεις όλα προς το απαλό.

Κι ας πέθανε την Παρασκευή  ένας ποιητής.

Γιατί η Παρασκευή είναι μέρα σκοτεινή,

κρύα, με χιόνια  και  ας είναι καλοκαίρι!..

 

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΣΕ ΣΤΟΑ

Στα βλέφαρά μου έχω ακόμη

τη Νέα Υόρκη,  ένα σκουπιδάκι.

Χρόνια περνάω αυτό το τούνελ.

Μπαίνω έφηβος  και  στην έξοδο  είμαι γέρος

ή το αντίθετο!..

Χιλιάδες μέτρα ταινίας με τυλίγουν

και με ακολουθούν στη ζωή μου.

Πέρυσι, βαδίζοντας  και  κοιτώντας

το αργό φως της εξόδου,

ήτανε σαν ξύπνημα με γεύση πικροδάφνης  στον ουρανίσκο

και ένα λαιμό δίπλα μου να πάλλεται.

Πολλές φορές τα σκουπίδια   φράζουν την έξοδο

και βρίσκομαι στην αίθουσα.

Έξω η φωτεινή επιγραφή  αναβοσβήνει,

αστυνομικοί πυροβολούν,  ακούγεται  σειρήνα.

Ο αθώος ληστής κρύβεται   στην κόψη του κτιρίου,

και τα σύννεφα περνάνε μαύρα  και  απειλητικά!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]

 

ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΜΦΙΛΙΩΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

(έστω ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ, τη συλλογή του Γιάννη Κοντού που εκδόθηκε το   1992)

Ποια πραγματικότητα;  

Αυτόν τον αέρα  που τρέχει γύρω μας,

αυτά τα φιλιά  που δεν πιάνονται.

Πρέπει να σοβαρευτούν οι σοβαροί,

να γελάσουν οι αγέλαστοι

για να πετάξουν τα πουλιά!..

 

Ποια πραγματικότητα, 

απροετοίμαστοι για το χώμα.

Το φως  ή  το σκοτάδι  ή  η ώχρα  των ονείρων.

Κυρίως όμως το παιδάκι με τα ναυτικά

να βγαίνει από τη φωτογραφία

και να κλαίει στο πάτωμα  για το μπλε.

 

Ποια πραγματικότητα,

υπάλληλοι του καιρού  που λερώνετε τα νερά

και δεν ανάψατε ποτέ κερί,

αλλά αναπαύεστε στον ηλεκτρισμό

και στις μεγαλοβατώρες!..

Ποτέ δεν θα αγγίξετε

το λευκό ύφασμα του απροσδιόριστου…

 

Ο ΤΑΞΙΔΩΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ  ΚΟΥΤΙ

Αυτό το άσπρο πρόσωπο,  το βαμμένο με στουπέτσι

σαν φεγγάρι,  σαν παπούτσι,

έρχεται από μακριά.

Περπάτησε δρόμους  και  δρόμους

για να φτάσει στα μέρη μας.

Περπάτησε ποιήματα,  δάση και θάλασσες

για να έρθει κοντά μας.

 

Τα σκούρα μάτια του,

μπάλες μπιλιάρδου.

Ο χρόνος στέκα

με ακμή  τη συγκεκριμένη    στιγμή

και το παιχνίδι παίζεται παντού με επιτυχία!..

 

Και όπως το φως πέφτει   απαλά στις λεμονιές,

εμείς τρώμε σοκολάτες γελώντας

και ξέροντας τι μας περιμένει!..

 

ΜΗΡΥΚΑΖΩ:  ΠΡΟΣΩΠΑ,  ΕΙΚΟΝΕΣ,   ΜΟΥΣΙΚΗ

Όταν ακούγαμε Μάλερ,

πηγαίναμε στην άκρη του δάσους

και βλέπαμε το ασήμι να τρέχει   καταπάνω μας,

αθόρυβα  και  εκκωφαντικά μαζί.

Γινότανε εικόνα μη περιγράψιμη.

Μόνο μυρίζαμε τη μουσική

και ακούγαμε το κενό του δάσους.

Τα πεθαμένα παιδάκια όμως των τραγουδιών

-του ομώνυμου συνθέτη –

κοιτάζουν ακόμη επίμονα τα έγχορδα   της ορχήστρας

και το χορτάρι να ψηλώνει,

πίνοντας ήσυχα το γάλα τους!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]

 

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

(Στο γύρισμα της Μέρας του Γιάννη Κοντού, συλλογή του 1992)

Αυτές οι φωτοσκιάσεις των συναισθημάτων

με τα χείλη μας κάτω από το σεντόνι

ζεσταίνουν τον καφέ του παρελθόντος.

Αλήθεια,

τι στατικό ηλεκτρισμό  είχε το μέτωπό σου την πρώτη φορά.

Πέρασαν χρόνια,

και το μαλακό χώμα   έγινε τσιμέντο

και είπαμε  το νερό – νεράκι.

Αλλά ζήσαμε σε υπέροχα μεταξωτά δωμάτια,

με αηδόνια  και  λιοντάρια

και άλλες πολλές όμορφες φωτογραφίες,

με διάττοντες  και  βουτιές στο παρόν.

Οι άλλοι ράβαν τον αέρα,

στήναν παγίδες στις λέξεις!..

Κάτι όμως σαν καπνός,  σαν πίδακας,

σαν κλωστή τινάζεται προς τον ουρανό,

και ο ουρανός μαλακώνει,

παίρνει πολλά από τη γη.

 

Θα ακούγεται μουσική από παλιά ταινία.

Θα πέφτουν οι τίτλοι,

όταν  πω σε ένα δικαστή:

«είμαι αθώος – είμαι ένας άνθρακας»

Αυτός θα νομίσει ότι είμαι ένα καμένο χαρτί

και θα πει τα συνηθισμένα στον πλαϊνό του

 

ΤΕΡΜΑ ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ

Επιστρέφω στο παλιό μου σπίτι.

Ο σκύλος στην πόρτα με γνωρίζει,

φωτιά καίει στην εστία σου

και καπνός βγαίνει από την καμινάδα.

Το τοπίο δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα.

Μόνο ο πύργος ο απέναντι   έχει καταρρεύσει.

Από κει τις νύχτες

σε παρακολουθούσα με διψασμένα μάτια.

Τα δένδρα έχουν μεγαλώσει  και  μερικά δεν υπάρχουν,

για να ανοίξει ο μεγάλος δρόμος

αυτόν που βαδίζω τώρα.

Λύκοι,  αλεπούδες  και  τσακάλια  τρέχουν γύρω μου,

όπως πάντα   εξημερωμένα.

Κάτι πούπουλα πέφτουν από τον ουρανό

-μπορεί  και  να χιονίζει –

Ο φοίνικας,  όπου ακουμπούσες   την πλάτη σου,

τώρα γέρνει λίγο προς τα αριστερά,

από την επιθυμία   να επαναλάβεις εκείνη την κίνηση.

Κάτι πέτρες με γνώρισαν

και κύλησαν προς το μέρος μου.

Το κοίλο του ματιού μου   τα είδε όλα αυτά

και άλλα που θυμήθηκε

και έγινε μέλι   το σάλιο της επιθυμίας!..

 

 

ΕΥΟΣΜΗ ΜΕΡΑ ΑΡΧΙΖΕΙ

Τι προπονητής θανάτου   είναι αυτή η θάλασσα

όπως την παρατηρώ από το σπίτι μου,

κάθε πρωί,  καθώς βάζω το πουλόβερ,

το μαύρο,  το χθεσινό.

Κι ενώ το κεφάλι μου είναι

στη λαιμόκοψη  στη λαιμητόμο,

σκέπτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα   γύρω μου  - 

-ας επιμένουν άνθρωποι,  αισθήματα  και  αντικείμενα –

Θάλασσα δε βλέπω   γιατί μένω σε βουνό

και γύρω είναι λαγκάδια τα σκοτάδια.

Μπορεί το χυμένο μολύβι  και  ο ουρανός

να κάνουν αυτόν τον αντικατοπτρισμό

του φόβου και να ξεγελιέμαι!..

 [από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]


ΗΧΟΙ  -  ΘΟΡΥΒΟΙ  -  ΚΙΝΗΣΕΙΣ

(Στο γύρισμα της Μέρας του Γιάννη Κοντού, συλλογή του 1992)

Το τρένο διασχίζει το χαρτί διαγωνίως,

λες και είναι η Τσεχοσλοβακία.

Κάποιος βγάζει τις ράγες  και  όλα σβήνουν.

Μένει η θερμότητα   στον αέρα και στα μάτια μας.

Αυτά μας συνέβαιναν  όταν τραβούσαμε τα έπιπλα

για να κάνουμε χώρο,   να γίνει χωράφι,

να ερωτευτούμε,  να κοιμηθούμε!..

Και πώς γλιστρούσανε τα σώματά μας

και οι γλώσσες μας,  ψάρια σε νερό λίγων εκατοστών.

Θα έπρεπε κανονικά ύστερα να βρέξει,

αλλά βγήκε ένας ήλιος όμορφος,  σπάζοντας  το αυγό, 

κι ο κρόκος ήτανε το ουράνιο σώμα  και  επάλλετο.

Πήραμε το πρωινό μας.

Μετά βγήκαμε στο μπαλκόνι  και  κοιτούσαμε  τους κατοίκους

που γυρίζανε διακόπτες,  ενώνανε καλώδια,  λαδώνανε πόρτες,

μετακινούσανε σπίτια

για να βλέπουμε καλύτερα τη θάλασσα!..

 

Μετά πηγαίναμε μέσα κι αρχίζαμε τα ίδια.

Μετά έβγαινε πάλι ο ήλιος από το αυγό.

Κάποια πρόσωπα χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά

ζητούσαν επίμονα αναγνώριση.

Εμείς τα προσπερνούσαμε,  κοιτώντας το σιντριβάνι της μέρας

και τα χρώματα της φωνής μας.

Έτσι πέρασε ένα χρόνος συμπαγής,

ώσπου ακούστηκε στο βάθος της μέρας

μεσαιωνική μουσική  και  ένας αέρας

που τραβούσε  ανθρώπους,  χαλίκια  και δένδρα

προς μία καταπακτή με θερμά νερά.

Πήραμε και μεις τη σειρά μας  γι’ αυτό το άγνωστο μέρος,

που έχει μόνο θάνατο 

και  καθόλου ποιήματα  και αμμώδη λόγια.

 

ΑΥΤΟΣ Ο ΑΕΡΑΣ ΠΟΥ ΦΥΣΑ ΜΕΣΑ ΕΔΩ  ΚΑΙ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΑΡΤΙ…

(… με κάνει να σκέφτομαι την Έμιλυ Μπροντέ που με ξέρει από μικρό…)

Δεν μένω βέβαια  στα  Ανεμοδαρμένα Ύψη,  μάλιστα σ’ αυτό το ποίημα είμαι στην κοιλάδα  και  ο αέρας είναι σχεδόν ζεστός  και  μου σπάει τα νεύρα.  Λοιπόν, όπως έλεγα στην αρχή,  σκέφτομαι εσένα  και  την Έμιλυ.   Χαρακτήρες αντίθετοι,  αλλά τόσο όμοιοι.   Γεροντοκόρη αυτή ζούσε με τις αδελφές της,  εσύ ζεις με πολλούς άνδρες!..  Τα χείλη σας δεν διαφέρουν στο φιλί,  ούτε ο λαιμός στα χάδια  και  παρακάτω η κοιλιά η καρπερή  και η δικιά της η στεγμή  και  παρακάτω τα αθώα σας μεριά  και  τα άλλα,  ξέραν και δεν ξέραν τη ζωή.   Η μόνη διαφορά,  τα τραγούδια που λέτε  και  το ότι η Έμιλυ  με κοιτάζει κάθε μέρα από το παράθυρο  με τα μαλλιά σφικτά δεμένα στον αυχένα,   σταματημένο ποτάμι με τα δάχτυλα στο στόμα.   Ες΄θ )αχ)  εσύ,  στο ίδιο παράθυρο   απλώνεις πεταχτά τα λευκά σου εσώρουχα,   στο ίδιο παράθυρο  σφυρίζοντας αδιάφορα.   Ακόμη υπάρχει η διαφορά του χρόνου,  ο ρυθμός της αρχιτεκτονικής,   ο καιρός που είναι πάντα βροχερός  και βραχώδης,   κάτι λουλούδια από τα παλιά  και  η άλλη γεύση του κρασιού.    Όλα μα όλα αλλάζουν  και  ξεχνιούνται  με ένα στρίψιμο του κεφαλιού,  μια φωνή  και τη βλάστηση  που οργιάζει στο κεφάλι μου!..     [ΓΕΝΙΚΩΣ Η ΜΟΥΣΙΚΗ από τη συλλογή   του Γιάννη Κοντού  ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992 – Συγκεντρωτικός τόμος: Γιάννης Κοντός ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2025

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ