(αποσπάσματα από το ΔΟΚΙΜΙΟ 73 -74 Τάκη Σινόπουλου
5η ενότητα στη συλλογή ΧΡΟΝΙΚΟ 1975)
Εικόνες του
συγκεκριμένου χώρου / χρόνου
παλιές και πρόσφατες
σαράντα χρόνια οι ίδιες εμπειρίες.
Πέρα από τη λογική
καταγραφή πολλά παράλογα ταυτόσημα
λύσεις δεν
προσκομίζονται νομίζω υπάρχουν.
Έτσι το κείμενο
τοποθετείται –
απόπειρα να επεκταθεί η
δυνατότητα της γλώσσας
προωθώντας τις λέξεις
από την πρακτική αστυνομική
στη μεταφυσική τους
κόλαση.
Με συγχωρείται εάν.
[και άλλες επιλογές από αυτή την
ενότητα του ΧΡΟΝΙΚΟΥ
αντιγραφή και
επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ 1965 – 1980 εκδόσεις ΕΡΜΗΣ
1997]
ΜΕ ΓΡΗΓΟΡΗ ΦΩΝΗ ΣΑ ΝΑ ΤΟΥ ΔΙΝΑΝΕ Μ’
ΕΝΑ ΣΦΥΡΙ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΕ
(…είδε τον άνθρωπο που ερχότανε διπλός απάνω του ο τρίτος έριχνε τον ίσκιο
δυνατότερο…)
Ι
Περνώντας από το άσκημο όνειρο έφτανε στ’ άλλο της αυγής σα ναυαγός σε
βράχο – ο βράχος έφευγε.
Σκηνογραφία. Ένα τσιγάρο κι ένας
που τον κοίταζε. Τραπέζι απέναντι δεξιά της γραφομηχανής αριστερά τ’ απόγευμα
την ώρα που έστριβε στις τέσσερες και τέταρτο. Σελίδες από την «Κίχλη» του Σεφέρη
Δεν ήταν πόνος κάτι ανάμεσα καρφί και όχι ακριβώς περσότερο το μάτι το
από δω σα χωρισμένο σε πατώματα τρία τέσσερα κι αναλόγως εικόνες κολλητές
ανέβαιναν κατέβαιναν. Σκέψη ζεστή /
φαρμακερή περνώντας απ’ την παγωμένη σκέψη ρεύματα σε ποια Ιστορία; Μονάχα μια φωτογραφία και
ζοφερά συρματοπλέγματα. Και κάτι
χόρτα ένα πηγάδι που διψάς κατάξερο. Τα
χόρτα ακίνητα
τοποθετώντας προσεκτικά το χαρτί
στα ενδιάμεσα ώστε η πορεία να χαραχτεί
με το μαχαίρι στο μυαλό. Κι έτσι στο
πρώτο επίπεδο
νάρχεται τ’ άλλο επίπεδο διαδοχή και κίνηση
σωστή καθώς ανοίγει η πόρτα.
Ο ένας άνθρωπος περίστροφο
ο άλλος άνθρωπος περίστροφο.
Το μουσκεμένο πάτωμα.
Στόμα ανοιχτό
Μια μύγα.
ΔΕΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΤΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΕΚΤΡΟΠΗ ΜΕ ΦΩΝΑΣΚΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΟΧΕΣ
ΑΠΟΛΥΤΕΣ
(…λοιπόν συσπείρωση… λοιπόν κανένας
για παραίτηση…
λόγος ουδείς… θα συνεχίσουμε…)
ΙΙ
Το υπό κρίσιν
έγγραφο έχει αριθμό Β΄613347
ημέρα εκδόσεως οι
τέσσερες του Μάρτη του ’68
Όπως προκύπτει.
Στόχος η αστυνόμευση
δράση των πιο
επικίνδυνων
η καταράκωση του
κύρους των
εσχάτως ξέναι
κυβερνήσεις
θέση ανοιχτή να την
κρατήσουμε προνόμια παροχές
και φυσικά η
δεοντολογία που πάει περίπατο
μετά τιμής κ.τ.λ.
κ.τ. λ. Ιούνιος - Ιούλιος – Αύγουστος
ω Αύγουστε
Λοιπόν δεν ήταν λόγος να παραιτηθούν από το τίποτα. Θάνατε προδοσία μια τέτοια διάσπαση
φανατισμός και τα λοιπά και μάλιστα για μερικούς κρατούμενους τετάρτης
τάξεως. Το μαύρο πείσμα βγαίνοντας απ’
τα ρουθούνια τους ωσάν καπνός από διπλό φουγάρο. Η στενοκεφαλιά προεξάρχουσα. Προτείνοντας πράξεις ασήμαντες που γύριζαν
στη μεταφυσική. Ο Γιάννης είπε ας τους
αφήσουμε να εκφράσουνε. Ο Γιάννης είπε
βάση - ενότητα – πραγματικότητα. Ο Γιάννης είπε. Ιδού.
Μονόγαμοι και ψείρες
κεφάλια μ’ ένα κόκαλο
και μ’ ένα μάτι.
Δεν αντιμετωπίζεται μια ιστορική παρεκτροπή με φωνασκίες και μετοχές
απόλυτες. Γράψε μια παραχάραξη στοιχείων οφθαλμοφανές με καταστροφικά
ενδεχόμενα. Λοιπόν συσπείρωση. Λοιπόν κανένας για παραίτηση. Λόγος ουδείς. Θα
συνεχίσουμε
ΤΑ ΦΟΡΤΗΓΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΑΝ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
(…η νύχτα ανοίγει άλλες καταπαχτές…)
ΙΙΙ
Θυμήσου εκείνο το ξερό πηγάδι
που βρήκες τα ενενήντα πτώματα
Έχεις μια τρύπα αντί για στόμα
ράψε την με σφιχτές ραφές.
Τώρα το μάτι διασταυρώνεται
μαχαίρι με το μάτι σου.
Ό,τι να πεις στο μούτρο αυτό
η πράξη πολλαπλασιάζεται.
Λαχάνιασαν στο κάτω πάτωμα
οι άλλοι που σφίγγουνε τα σίδερα
Πάντως εμείς να ξέρεις δεν
ακούσαμε φωνή καμία.
ΜΙΣΟΦΩΤΟ ΓΩΝΙΑ ΣΤΡΟΦΗ ΓΥΡΙΖΕΙΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
(…και περπατήσαμε στην αγορά κλειστή από χρόνια και πυροβολούσαν…)
ΙV
Πολλά παράθυρα πόρτες κλειστές πολλά
χορτάρια. Στήθος ζεστό σα δαχτυλίδι και φωνάζω σκύψε στη διασταύρωση. Τώρα σε
μόλις ανοιχτό κατώφλι και το στόμα σερβιτόρος σκοτεινός υπάλληλος υποθηκών.
Μα πώς σβήνει η δίψα; Φορέματα που
φεύγουν όπως στ’ όνειρο μια κίνηση να
προσπεράσεις χρόνο και κορμί – σε ροκανίζει μια λωρίδα φως απέναντι
ανόητο φέρσιμο.
[αποσπάσματα από το ΔΟΚΙΜΙΟ, 5η ενότητα στη
συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΧΡΟΝΙΚΟ 1975]
ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΧΤΥΠΗΜΕΝΟ ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ
(αποσπάσματα από το ΔΟΚΙΜΙΟ, 5η ενότητα στη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου
ΧΡΟΝΙΚΟ 1975)
V
Να παραμείνετε το Β – 2 συνάρτηση με το Ζ- 24 στο απέναντι
Πιο πέρα τ’ ανοιχτό αυτοκίνητο χωρίς επιβάτη. Ενεργήσατε κατ’ αρχήν Ι – 5 κι ύστερα με προσοχή Α
και Β-18 ν’ αποχωρήσουν.
Καλύπτεστε επαρκώς και επισημάνατε γωνία και πρόσωπο. Ει δυνατόν ποσότητα
φωτός.
Σ.Σ. Παρεμβάλλονται παράσιτα. Ένα ποτάμι σημαδεύεται ακατοίκητο πού διάβολο
ξεφύτρωσε ποτάμι συνεχίσατε μονάχα πέτρες είπατε; άσπρες;
κάτασπρες; στον ήλιο; Σύντομη
έρευνα αναφέρατε. Σ.Σ. Παρεμβάλλονται
παράσιτα.
Υπάρχει ένα παράθυρο καμωμένο κόσκινο στη φωτογραφία του δρόμου. Τώρα η σκάλα σε διασχίζει καθέτως απ’ το
υπόγειο ως τον αυχένα. Κάποιος ανεβαίνει
μ’ ένα ρυθμικό τρανζίστορ ρυθμικός πολλαπλασιασμός των ειδήσεων. Στη μικρή
οθόνη τα πρόσωπα εναλλάσσονται σταθερά δίχως πολλούς θορύβους. Η εξουσία όπως πάντοτε φωτίζεται με
τετραγωνισμένο φως. Ιαχές. Το πλήθος.
Στο μεταξύ το πλήθος. Αόρατα μάτια με τρεις διαστάσεις ακτινογραφούν
εισερχόμενους εξερχόμενους διερχόμενους. Τα περίστροφα ακίνητα βαθειά μέσα τους
σαφώς οπλισμένα.
Το πλήθος φεύγει έφυγε.
Κι εκεί σε βρήκαν αργότερα με μια ριπή
(τρύπες 7 -8 ) στην πλάτη σου ετών ας πούμε 24 καμιά ταυτότητα.
ΓΡΑΨΕ ΤΩΡΑ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΗΣΕΣ
(…ο φύλακας από τη μέση και πάνω χτίζεται στο ισόγειο της νύχτας…)
VΙ
Δεν έχω αντίρρηση μόνο να θυμηθώ.
Και τούτη η αναμνηστική γραφή μου ανοίγει δρόμους στο μυαλό σπίτια
συνοικισμούς που κάποτε. Μα οι πράξεις σκοτεινές όπως τα πρόσωπα. Σήμερα
βρίσκομαι γωνία Πατησίων και απογεύματος. Ώρα συννεφιασμένη κατά τις εφτά που
συνεχίστηκε ως τον άλλο χρόνο δίχως. Μπερδεύοντας την τάξη συναφών απογευμάτων.
Πέτρος ή
Κωνσταντίνος. Ξενοδοχείο της Ομόνοιας
μόνο μια νύχτα με βεγγαλικά φτηνές πουτάνες.
Είχες πάρει φωτιά και προσπαθούσα
να σε σβήσω με. Φοβήθηκες. Ανοίγεις
πόρτα και παράθυρο έτσι πολλαπλασιάζοντας τον πανικό. Όλο το απόγευμα σε τούτη
την ανάκριση κι ανίκανος να ξεχωρίσω γεγονότα κι όνειρα. Ο χώρος λιγοστεύει μόλις που χωράει η καρέκλα
ένας έντονος κύκλος με αυξανόμενο φως.
Ύστερα
ο φύλακας από τη μέση και πάνω χτίζεται στο ισόγειο της νύχτας.
VΙΙ
Καλύτερα σιωπή.
Οι ομοφυλόφιλοι κατέχουνε το λόγο
κι αυτοί με το ένα αρχίδι.
Η πολιτεία όπου σταθείς
γεμάτη περισκόπια.
ΦΩΝΗ
(…επαναλαμβάνοντας ασταμάτητα…)
VΙΙΙ
Καλείται. Καλείται. Καλούμεθα.
Διάδρομοι και πόρτα αριστερά.
Στροφή παρακαλώ πολύ προσέχετε.
Εντάξει ευχαριστώ προσέχετε.
Τέσσερα – τέσσερα – εικοσιτρία – ογδόντα τέσσερα. Φωνή (που επαναλαμβάνεται πιο σταθερή). Δομή νομή κατανομή. Τα δάχτυλα τα χέρια σας
προφίλ ανφάς το πρόσωπό σας. Η πραγματική σας ταυτότητα. Η κατοικία ο αριθμός
προσώπων. Συμμορφωθείτε κι αποφύγετε τους παραλογισμούς. ¨Ποιος είστε;
Καλαμάτα ή Πρέβεζα;
Πραγματική ταυτότητα και μεταφυσική ταυτότητα. Πορεία απ’ το μηδέν για
την κατάχτηση του ενός (= του μηδενός).
Η σύνταξη σε κάθε επίπεδο του τώρα
και του κάποτε καθορισμός καθορισμένου
μέλλοντος. Μην προσπαθήσετε
προφασιζόμενοι παράγοντες αστάθμητους π.χ. επιθετικότητα αποξένωση
κ.τ.λ. Ή σφηνωμένοι σε μια σκέψη
που την αντιστρέφεις δήθεν και σημαίνει θεωρητική παγίδα περισσότερο παρά
συγκεκριμένο καθεστώς. Είναι γνωστό τα
καθέκαστα υπόκεινται. Λοιπόν προτείνω να
ενταχθείτε όχι σοφίσματα. Διαλεκτική
μονάχα σφυρηλατημένη – αυτή είναι η λέξη – έως το κόκαλο. Ή
αλλιώς διατεταγμένες σχέσεις δομικά συστήματα διατεταγμένη διαδοχή,
συνάρτηση. Η φωνή (επαναλαμβάνοντας οξύτερα τώρα). Ποιος είσαι;
πού πας; ποιον συνάντησες σήμερα;
πού τοποθετείσαι;
συνεργάζεσαι; συντάσσεσαι; Δείξε μου την ταυτότητά σου. Την πραγματική σου ταυτότητα. Εντάξει. Σκύψε τώρα.
Σκύψε. Υπόγραψε.
[αποσπάσματα από το ΔΟΚΙΜΙΟ, 5η ενότητα στη
συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΧΡΟΝΙΚΟ 1975]
ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ
(αποσπάσματα από το ΔΟΚΙΜΙΟ, 5η ενότητα στη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου
ΧΡΟΝΙΚΟ 1975)
ΙΧ
Στην πρώτη αίθουσα σε ξεκουφαίνανε τα επικρουστήρια. Διπολικά με τρίτη σύνδεση στον κάλυκα.
Σιδεροκροκιδώσεις στους υποδοχείς των σωληνώσεων βήτα δυσκολεύανε την κίνηση
των υφαλτήρων. Να ερευνηθούν υπεύθυνα τα μείγματα. Επιστασία ή
κάποιος ανόητος τεχνικός του ξέφευγαν υποστολές στη δύναμη του τραύματος.
Κρηπίδες κρηπιδώματα μόλις τα μάντευες
στο αθόρυβο φωσφόρισμα των υπόξεων.
Κάτι σκουριές στην επιφάνεια ωσάν κηλίδες φεγγαριού περίφημες αναγωγή σε
βάρος ειδικό που συνεχώς ελέγχεται. Στο
λείο επίστρωμα ραβδοσειρές του χάλυβα ως μέσα στις αργές έλικες προστατευμένες
από την τριβή επαπειλούμενες πυρακτώσεις.
Εδώ το μάτι ξάγρυπνο. Αέρια γάμα
κατηγορίας πράσινη φλόγα ως καπνίζουσα καίγονται συνεχώς στην υψικάμινο.
Εντυπωσιάζουν.
Στη δεύτερη αίθουσα μόνο το κάθισμα κι ο μετρητής. Ελέγχοντας στη μέσα
οθόνη ισορροπία φωτός – θερμότητας. Ο χρόνος άγνωστος. Περσότερο σιωπή στο αδιαπέραστο δεκάλεπτο.
Μετά μπορείς ν’ ανασάνεις.
Ντάγκα νταγκα φλουτς
μάζα πηχτή στη δέκατη χοάνη
μοριακό επιμέρισμα τέλος δομή
σωστή σ’ όλα τα στρώματα
έξω απ’ την πόρτα επιγραφές
χαλκεύματα και μεταλλέυματα
κατάσταση Α κατάσταση Β
κατάσταση Χ
Το ντάγκα ντάγκα φλουτς
ΑΠΡΟΣΧΗΜΑΤΙΣΤΟ (όπως είπανε) ΤΑΞΙΔΙ ΑΠ’ ΤΟ ΚΕΛΙ ΣΟΥ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ
(…με καύσιμα τ’ αυριανά ερωτήματα…)
Χ
Πρώτος σταθμός: Γραφείο φτηνό
καθίσματα φωνές απέξω μύγες στο παράθυρο χαρτιά πρέπει να φύγουνε κι
αμηχανία. Πιο πέρα η Πανεπιστημίου η Σόλωνος
και κατεβαίνουν τρίζοντας σειρά
συνέχεια φορτηγά μ’ εκατομμύρια πέτρες.
Θα χτίζανε από την αρχή τον κόσμο.
Σταθμός δεύτερος: Άμμος απέραντος αμμουδερές ακτές ακατοίκητες. Αρχίζει νάρχεται περπατώντας σιγανό χειμωνιάτικο φως. Μυρίζει η ακίνητη θάλασσα στο βάθος η
μολυβένια θάλασσα και κάτι σκοτωμένοι φαντάροι. Πλέοντας ασάλευτοι πάνω στα νερά φυσάει τόνα
κουφάρι σκουντώντας τ’ άλλο κι έρχονται σιγά – σιγά στους άμμους. Στον τρίτο σταθμό ο χρόνος χάνεται μέσα σε
ασυνείδητα και συνειδητά ρεύματα. Αισθάνεσαι το νοιώθεις
άσχημα σχεδόν μια γεύση μηδενός. Τώρα το
φως αυξαίνει γρήγορα πολλαπλασιάζεται με γεωμετρική ταχύτητα μια νέα
καταπιεστική εξουσία. Δεν έχεις πού να
φυλαχτείς . Πας να φωνάξεις πως τούτο πια
δεν είναι ταξίδι στο άπειρο είναι έμπασμα σε τρομερό σφαγείο. Δεν προλαβαίνεις απ’ τις βρύσες του λαιμού σου το αίμα τρέχει
ολάκερος βυθίζεσαι στο κόκκινο λουτρό.
ΕΛΠΙΖΩ ΑΠΟΨΕ
(…με το χέρι που έχω ακόμη ζωντανό
ν’ αγγίξω τρέμοντας το ωραίο σου πρόσωπο…)
ΧV
Μέσα απ’ τον τοίχο φωτισμένα τα μάτια σου
με κοιτάζουν παράξενα
φωτισμένα παράξενα
(ΧVI) Η Ελλάδα
ταξιδεύει ακολουθώντας το χυμένο αίμα το
σπαταλημένο. Αίμα σταλαματιές
κυλάνε στάζουν κάτω στον Άδη. Πέφτουν απάνω στους νεκρούς οι σκοτωμένοι αλλάζουν θέση δεν ξυπνάνε. Μόνο το χέρι τους υψώνεται και
δείχνει τη μεριά που περπατάνε οι δολοφόνοι. Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια ανάμεσα στους
δολοφόνους [τελευταίο απόσπασμα από το ΔΟΚΙΜΙΟ, 5η ενότητα στο
ΧΡΟΝΙΚΟ Τάκη Σινόπουλου - Συγκεντρωτική έκδοση: ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ 1965 – 1980, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1997 ]
Παρασκευή, 30
Οκτωβρίου 2026
