Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα IN PERPETUUN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα IN PERPETUUN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Ω ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΜΟΥ ΑΗΤΕ ΚΑΤΑΣΠΡΕ

 (… την ανδρεία του Χάους μου έμαθε η σιωπή σου…)


Ποια έπαρση της λεωφόρου;   Του βάθρου ποιο ύψος; 

Πότε ανοίγουν επιτέλους οι ουρανοί   πότε ανοίγουν;

Στο βόρειο σέλας αιωρούνται πίθηκοι

Ποτέ δεν θα ονειρευτείς με τα κατάρτια που μισεύουν

ποτέ εμένα την κάθετη αίρεση των πάγων

 

Αν μονόφθογγο οχταήχι…

(…αν νυχιά στο μάγουλό σου η αστροφεγγιά…)

αν φλάουτο η καύτρα του Ιούνη

βγάλ’ τα πέρα

μ’ ετούτον τον κορυδαλλό του άσαρκου ουρανού

του ραγισμένου ύπνου

ή με το δεκανίκι σου  αριστερά σαν μπαίνουμε απ’ τη Ρούμελη…

 

Και να θυμάσαι όθε στεριά  όθε στροφή 

(…που ξαναμμένος παραμόνευε  που παραλίγο να σε καταπιεί ο βράχος…)   

Κανένας τους λοιπόν  ούτε  καν ο έρωτας

(ω τι ωραίος κάλλει  σαν κυνηγώντας  αγριομέλισσες

δυο δάχτυλα ψηλά απ’ την κορφούλα του φασκόμηλου ριγούσε)

κανένας λέω στη θανή σου με κηδευτικές κορδέλες

ω αδέλφι χάλκινε άνεμε

κανένας

Τι θαρρείς;  κανενού δεν του κοτάει να σκιρτά

σαν πέφτουνε αετών κεφάλια

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ  ΚΙ  ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΠΑΨΑΝΕ ΚΙ ΑΥΤΕΣ 

που το καλοκαίρι έφυγε για αιώνες 

 

Στ’ αριστερό μου ημιθωράκιο με το νοτιά

δέρνεται ο Σαβοναρόλα

Συλλαλητήριο ξοπίσω του οι αφίσες

 

Σαστισμένο ελάφι

τι ζητούσα στην ηλιοσαχάρα

όπου τόξευε ο Ακένατον

με δυσοίωνα φωτόνια  

απ’ τα μάτια σου

[ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ κι άλλες επιλογές από την τρίτη ενότητα στη συλλογή  

του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984 

συγκεντρωτική έκδοση  ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987]

 



 

ΦΕΓΓΑΡΙ ΠΟΥ ΒΑΣΤΑΣ ΜΑΧΑΙΡΙ

(…νύχτα που κίνησες με παντερίγιες κατεπάνω μου…)

Κι απ’ όλα εσύ πιο άπληστη

πιο κι απ’ το ρίγος της μανόλιας

αν είναι να μετράς τη λύπη μου

τον πεζικάριο Μακεδόνα να θυμάσαι

της σάρισας το  μήκος τη βαριά ασπίδα

την πορεία του την αμετάκλητη εντολή:

ανάμεσα των Μήδων

πέρα για πέρα το  Δαρείο

 

Ω μιας αρχής

που ήταν ακόμη ζάχαρη και ροδαμός    η  Πέλλα

στο νου την είχες τη βασιλικήν οδό

προς μιαν Αλεξάνδρεια εσχάτη

 

Δεν είναι που οι συγκυρίες   μα που το θες:

όχι το μίγνυμι

ούτε καταυγασμός σε νύχτιο ρείθρο

ή ένθετος ο έρωτας στα περιβραχιόνια

Του λύχνου εντός μη σκούξεις

μη με βουβαμένα Γιάννενα εντός

μη άφωνο πηγάδι εντός  ή  νεροκότας

που τη χτυπήσανε ως πετούσε μη εντός

ούτε πίσω από  μιντέρι σκίουρος  ή  καν  Πολώνιος μη

Πλεγμένα φίδια στην άγια πύλη

της αμπέλου μη

με τον καπνό της Ωγυγίας μη πιαστείς

με το δαδί όταν ματώνει μη

με  το σεντούκι μη

με τα ρόδια όταν πενθούνε

με τη βουή του πάγου

με το ένδον του νέφαλου

με την τρυγία της σιωπής μου μη

(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, 3η ενότητα στη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

ΤΟ ’ΛΕΓΑ:  ΘΑ ΟΜΟΙΩΘΕΙ,  ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΟΜΟΙΟΘΕΙ

(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ 3η στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984)

θα δεις που θα σέρνεται αυπνία

που ναυάγιο θα ολοφύρεται

από την Άκρα  ίσαμε το Κάδιξ

Θα ομοιωθεί

Θα ’ναι καθώς μεταξωτό εσώρουχο

που μάταια μάτωσε   που μετάνιωσε

και πισωστρέφει  σε μεταξοσκώλυκα

σε φυλλωσιά μουριάς  με υψωμένες  κι  έτοιμες

τις πόρτες της Ιοκάστης

Των γλαρονιών θα ομοιωθεί

όταν αραδαριά στις γάμπιες ξενυχτούν τον σκοτωμένο άνεμο

κι  η σιωπή τους βάφει σκούρα τα νερά

και πετονιές τα μάτια τους στα σύννεφα

Ή των βότσαλων της μεσαυλής σε Σπέτζιες  θα ομοιωθεί

σαν  ύστερις από τον ηλιοσίφουνα

σαν ύστερις που καταγής εχύθηκε η μετάληψη

γλείφονται όπως οι γάτες  κι  είναι σκούνες

που τους μέλλεται χαμός   τα μάτια τους

Έτσι θα ομοιωθεί η ικεσία μου

που χάνει αίμα απ’ τη νυχιά σου

ω τι σύγκρυο  το  ΝΑΙ

το σκοτάδι του σαν αναρριχιέται ο τίγρης

ω άκρη που σου μέλλεται και σένα  να σαπίσεις

Στον Κυρηνάλιο μη γονυπετείς του δεηθήναι

αν φωνή μου αν

που κρώξιμο σ’ έκοψε κοράκου

αν ανάμεσα σε γαλαξίες πέφτουνε πάνω σου

οι σφήκες

Ωστόσο θα ομοιωθεί.

 

ΑΔΕΙΑΖΕ ΠΑΝΩ ΜΑΣ ΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ ΤΟΥ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

(…δίχως ναύλο δεμένο κάργιο η νύχτα  κι  ο πολωνέζος ποντικός

στη φάκα   ο κλέφτης…)

τι τ’ άφηνες ανοιχτά τα συρτάρια σου Αρίσταρχε

Το λιμάνι φουσκωμένη κύστη

έχασκε ηλίθιο στην πλώρη το φανάρι

φίδι κυλιότανε στα βρόμικα νερά το είδωλό του

δάγκανε τα καμένα λάδια

Τι εκτελεστικό απόσπασμα στον ηλεκτροφόρο αγέρα τα όρθια βίντσια

Τι άψογη παράταξη οι σιδερένιοι γερανοί

Τι ασάλευτοι οι βρεχάμενοι αριθμοί   στα ντόκια

Μεθυστικό χυνότανε  ως χρυσάνθεμο

απ’ τα λαγόνια της γλυκό το μπότζι

Στραβέντο με τη Μαχαγιάνα έχανα την ίσαλο

Σοφράνο με τον ψόφιο γλάρο

(κατάστηθα τον πέτυχε η σαϊτιά του Αντάρτη

τι του ’ρθε να χυθεί του ύψους;  )

Αυτά που εσύ…

όταν έξω στ’ ανοιχτά εγώ με πυροφάνι

τα μυαλά μου ταξιδεύω στ’ άστρα του Καρκίνου

 

Δεν ακυρώνεται   ούτε διαψεύδεται    το γεγονός:

Το ’χουνε ν’ ασελγούνε με υαλοπίνακες οι ηλιαχτίνες

πιο πολύ η χλομάδα τους

που κάποιοι μυστικοί την είπανε Λαβίνια

της πολιτείας οι εμποροϋπάλληλοι   Ουτοπία

οι ανίδεοι Πάχνη

και μόνο οι αμετανόητοι της αίσθησης

την λένε  Δένδρο   μάλιστα  Δένδρο

Όθεν ανήμερα

ή το πολύ την επαύριο των πτηνοφάγων

όσο ποτέ θα είσαι στόχος τους

ή με τον ύπνο τους καταρρακτώδης

Μη δεν είναι  φλεγμονή σου

όπως με ένθεους σε ημιώροφο;

(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, 3η ενότητα στη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

ΣΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΠΙΝΕΙΣ ΣΠΙΡΤΟ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ  ΟΥΤΕ ΜΟΥΣΤΟ ΑΠΟ ΠΕΝΤΑΛΦΕΣ

(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ 3η ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984)

μην την ακούς την ονειροκρισία τούτη

του Τζιαν Κριστόφορο, του χαρτογράφου

Από ξαρχής αυτή η κονκέστα ήταν Ισαβέλα

Να δεις οξιά να χύνεται των άστρων  που να λες:

τι σπαθιές το άρμπουρο με το Σταυρό του Νότου

τι ντέφια η θάλασσα  και  πούλιες

κι ο μπούσουλας ποια γατίσια μάτια στα μυαλά του;

και πώς να σε ξεχάσω

έτσι ζεστός του ονείρου

έτσι νυχτωμένο ατσάλι

που πέταξα στο σκοτεινό νερό

παλινώριο  κι  εξάντα;

Από ξαρχής με την κονκέσα ετούτη   τα ρεμάλια της  

τι εγκεφαλοκυνηγό Νικάνορα

τι Γοργία επόπτη παγοδρόμων

τι Βησσαρίωνα σκηνοποιό να υπακτεί

αθεραπεύτως μαλακό  το πέος του Πάπα

Κράτα λοιπόν καλού κακού ένα βαρέλι με μπαρούτι

στο κάτω – κάτω αν χρειαστεί μια  πιστολιά

να πάνε όλα μεσούρανα τ’ απάνου  ή  αλλού

αλλού από κει που ήσουν

σαν έβαζα στα ζάρια την ψυχή μου

Φτάνοντας στη στροφή έπεσα πάνω της

της γραφής ετούτης:  τι κεχαριτωμένη

σαν εσπερίζεται η Βραυρώνα

Έγινε τότες   και γδύθηκα το ταξίδι

Αλειμμένος λάδι γλιστρούσα να υπάρχω


ΣΚΥΜΝΟΣ ΠΛΑΤΑΝΟΥ ΑΘΗΛΑΣΤΟΣ

(αν και διάδοχος κρημνών δεν τεξιδεύεται ο αριθμός…)

Ο Άριελ οδηγεί το τανκ

Το ελελεύ με καυσαέρια στην οδό Ακαδημίας

Ποιος περνά το διάσελο με παραμάσχαλα την κεφαλή του;

Προσοχή στις νουνημίες:

σκορπίωνες υαλουργοί δολιεύονται τις ώρες σου  της κοσμοκρατορίας

Οι αρχιτέκτονες χειροκροτούν τη θρυλική αναπηρία του Φλεβάρη

την απέχθειά του για τις μεραρχίες

ο Άριελ οδηγεί το τανκ

Τα δεκατέσσερα ακόντια της τρέλας μου   τι παρτιζάνοι

με αστροβόρες πιθανότητες  με άλγεβρες τραγίσιες

τη στήνουνε  και  άντε να περάσεις

Ποιος διάβηκε το διάσελο  και δεν εχάθη;

Ποιος που νηστικοί περνούν απ’ τον τροχό τα σιδερένια τους σαγόνια

οι σεισμοί που απορρίχνουνε πηλήκια  επωμίδες  κιάλια

και φεύγουνε κυνηγημένοι οι αιώνες

 

Ποιος που πληγιασμένο αναστράφηκε

να βγει την ανηφόρα το νερό  και  πριν του βγει

η ψυχή πάσχιζε να μιλήσει

μα δεν ακούστηκε   μόνο κάτι σαν:

δεν είμαι δεν είμαι.

(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, 3η ενότητα στη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ

(…να γιατί ως τώρα τίποτα δεν μαθεύτηκε για την ευαισθησία μου…)

Ω κάποτε θα καταλάβεις  που τίποτα πιο σπάνιο δεν είναι από μια πέτρα   που λίγο πριν ήταν έρωτας δυο μαχαιριών  σαν σμίγαν του χαμού  και  της αλόης    Που κι απ’ τοψωμί καθώς γονάτιζε  κι επικαλιόταν το σκοτάδι του   ανάθρωσκε καπνός  η προσευχή  τα ίσια πάνω   Ο Ήλιος ήταν στον Καρκίνο   ΤΟΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ:  Ακόμα  κι  ακόμα  το μηδέν  τρέχει ξοπίσω από την έννοια του   Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Οιηματίας των τόνων   Οι εφτά ψυχές του στη φωτιά   Τελικά αφέθηκε στην κομπορρημοσύνη των οστράκων   ότι παροιμιώδης στη θανή του   Ω κάποτε θα καταλάβεις  που τίποτα πιο σπάνιο από μια πέτρα  να σε  κοιτάζει   να χύνει εντός σου τη σιωπή της   Ύστερις νεκρόν τον κόψανε στα δυο  αντιθέτως του Απείρου   Ο ήλιος ήταν στον Καρκίνο   Ο Ήλιος είναι στην Άβυσσο  Η μύγα απελεύθερη σύρριζα στο ταβάνι ξοπίσω της λέξη αμφίστομη του Ηράκλειτου   Καθόλου δύσκολη η κλειδωνιά  γδύθηκε υπάκουη  χύθηκαν τα κάλλη της  σαν ρίχθηκε να τη βιάζει ο ήλιος  σπίθε του χρώμιου οι σειρήνες   Κι όταν στα ουρλιαχτά του ανέβηκε ο οργασμός  βρήκε καιρό να συνταχτεί με τις Κυκλάδες  το ερμάρι μέχρι που το νερό χλόμιασε στο ποτήρι   κι έμεινε ασάλευτο εκεί ως αργά  κι έγινε νυχτερίδα  κι όταν έγινε έπεσεσε κώμα   Κλώνος πια της φεγγαροϊτιάς   μόλις που άγγιξε το τζάμι η ψυχή του  ίσια που να πεις:   ω Κυθέρεια  Μετά που ο αγέρας έριξε την πόρτα κι έφυγε    δεν ξαναγεννήθηκε σ’ όλη τη χώρα ταχυδρόμος    Έψαχνα για σπίρτα  να κάψω τα μυαλά μου     [ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, τρίτη ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984  αντιγραφή και επικόλληση από το Β Τόμο: ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987 εκδόσεις ΑΓΡΑ]. 

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2026

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

ΘΥΜΗΣΟΥ ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΨΕΜΑ

 (… τίποτα πιο γενναίο που να παλεύει την Αλήθεια…)


Τίποτα πιο απολέμητο

πιο αίμα του αιμάτου

απολέμητο    για πάντα

 

Ω λογισμέ   διαστροφή μου

φιλήδονε ηνίοχε   ευθειοβάτη   Από

τις ερωμένες σου  η  μόνη που σου έμεινε

πιστή   είναι  η χλομάδα σου

για το που δόθηκε το σήμα πως εξώκειλες

για το που πάλι θα δοθεί

και που θα δίνεται   

για πάντα!..

 

ΑΚΟΥΣ ΠΟΥ Η ΣΚΟΤΕΙΝΙΑ ΠΗΡΕ ΝΑ ΠΕΤΑΕΙ ΡΙΖΕΣ; 

(…που ο θεός γδύνεται την παθητικότητά του…)

που η διάνοια μπήκε μέσα του αράχνη  και  που ακροβατεί

και που ισάρει τις σημαίες  της 

και που οι γαλαξίες ταξιδεύουν άσχετοι στα χάη

ανίδεοι   ανερμήνευτοι  κι  ούτε που χαιρετιούνται;

 


ΛΕΖΑΝΤΑ: Ω μηδέν αξεπέραστε ισορροπιστή 

(…βαθιά στους βουβαμένους ουρανούς τα κβάσαρς…   

κι άλλα 

που δεν μας είδανε   που δεν τα είδαμε

και που δεν είναι    να μας δουν  

το ένα του άλλου μακριά

εσύ   εγώ

βαθιά στους βουβαμένους ουρανούς

για πάντα…

 

Ω ΧΡΟΝΕ ΠΩΣ ΚΥΡΤΩΝΕΣΑΙ ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΠΛΑΙ ΜΟΥ;

Πώς σκύβεις σκύλος ερμαφρόδιτος

μαστός   βουβώνας   χώρος;

Κι εσύ για πού;

για πού κινάς σφυγμέ μου  κι  είναι

να πας δίχως πυξίδες;

Για πού τρελός  κι ωραίος

τρελός   για πάντα

 

Μπορείς που οι λαβές αλληλούια

που τα έγκατα ουρανοί

που οι πυρήνες αλαζόνες;

Μπορείς που ο Λούντβριχ στην ενάτη του ελλανόδικος

που ο ο Καισαρίωνας στη λύπη του ιδεώδης;

Μπορείς στη θάμπωση που εντός σου άπλωσε ο έρωτας

ωσάν το πρώτο άλφα ν’ ακουστείς και μόνο τόσο

μόνο μ’ αυτό για όλα να ’χεις μιλήσει;

Ω τα νερά στο Άκτιο Αντώνιε

τι τα βυθομετράς;

στην Αλεξάνδρεια νικήθηκες

για πάντα

[επιλογές από ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ,  δεύτερη ενότητα στη συλλογή  

του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984 

συγκεντρωτική έκδοση  ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987]

 

ΜΑΘΕ,  ΕΣΥ Η ΕΠΗΡΜΕΝΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΡΥΣΤΑΛΛΑ

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984)

Το βαρυτικό μου εγώ   είμαι το ιερό τέρας

ο ελκόμενος άξονας  ο σηματωρός στη μορφογένεση

Η μονάδα είναι πλήθος που χλευάζει τη νόηση

κι είμαι πια φακός  που δείχνει αλλιώς  τα άλλα

που εκσπερματώνει τη μαγεία του

κι η εστία του πια είσαι συ

εσύ   για πάντα

 

Κι εκείνη έκανε να μιλήσει κάτι να πει

όμως τι ρίγος   τι σαγόνι που έτρεμε

τι ακρόχειλο όπως η νύχτα στα πηγάδια…

στη χαρακιά την πιο βαθιά της φούχτας

έσκυψε ν’ αφουγκραστεί

σαϊτα  στα στημόνια του μυαλού γάβγιζε

η φρονιμάδα παγωμένη μούμια αρουραίου

και πάλι σώπασε

Ω πάθος που φοβήθηκες   ω άστραμμα που

δόθηκες  στις στάχτες  που αλάλητο

πέτρωσες     για πάντα

 

Στην πορεία μας φανάρια

η στόχαση   η φυρονεριά

οι νάνοι ίσκιοι…

 

ω τιτάνια νερά   ψυχή μου των πελάγων

 

ΜΗΝ ΕΝΔΙΔΕΤΕ

(…δεν τελειώνει ο πόλεμος με τα ιδεώδη  με τους αλόσαυρους

ούτε με τον κινέζο αναπτήρα μου…)

Αν η φωταύγεια σας εμπνέει   φωνάξτε της αγαπημένης σας:

Ζήτω λοιπόν αφού το θες   το σάπιο βασίλειο της Δανίας

ή εγγραφείτε συνδρομητές   σε δρομολόγια αρουραίων

Επισκεφθείτε το σύννεφο της σπονδυλικής μου στήλης

Μη βάφετε ποτέ με χρυσαφί   τον μετωπικό σας ίασπη

Μη βαφτιστείτε

Συνεχίστε οι επικηρυγμένοι την απεργία

το σανιδένιο ικρίωμα είναι η παρτιτούρα σας

δώδεκα μποφόρ ο νους σας

Η θύελλας είναι στους βουβώνες

Ο ήλιος πέταξε την ασπίδα του

Ω Λαμπαδία ανέγγιχτο πρωινό  μου επίρρημα

πώς με το πράσινο κουκούλι σου

πώς στη μασχάλη της οδοιπορείς

στο μύχιο κόλπο της   που ανηφορίζει η μέρα;

 

Ναι δεν κάνετε λάθος

Είναι τα αυριανά τέρατα που με το στόμα

μου χειρονομούν   ποδοκροτούν

χλευάζουνε τα χρωμοσώματα

της ευθείας το λαβύρινθο

την έκσταση του σχοινοβάτη

το ανυπόταχτο κωδωνοστάσιο    του κάλλους μου…

ω σαύρα

ω ανελέητη μητέρα δώδεκα σουλτάνων

όταν τα μάτια της…

Ναι δεν κάνετε λάθος

(από τη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

ΤΟ ΑΔΙΚΟ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΠΕΙΣ

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984)

Να μην το πεις πως μέσα σου   με σέρνεις λείψανο

Πως μες τα μάτια σου απλώθηκα ομίχλη

πως ταξιδεύω εντός σου εφιάλτης

μην το πεις

μη και πετρώσει το νερό

μη σηκωθεί οχιά το χώμα

 

Κι αν σχίστηκες  ως λες  στα δυο

εγώ στα δυο χιλιάδες

ποιος για τον άλλο τάχατες

να είναι το πελέκι;

Ω αστερινή καλή μου   το άδικο να μην το πεις

 

Όταν μετά αιώνες οι σκαπάνες

σ’ αρχαίο τάφο βρίσκοντας τα οστά μου

θα δούνε πάνω τους να φωσφορίζει  τ’ όνομά σου

άραγε θα ξαφνιαστούν;

θα καταλάβουν;

θα’ ναι ως τότε ακόμα ο έρωτας

πνοή πρωιού επάνω στο τριφύλλι;

θα βλασταίνει ακόμα τούτο στον πλανήτη

όταν οι σκαπάνες;

 

ΔΕΚΑΤΟΣ ΟΡΟΦΟΣ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

(…θάμπος του ιδρωμένου αγέρα…)

Το μέταλλό του γυάλιζε όπως ο θάνατος

που άστραψε στο κέρατο του ταύρου

Τι ώθηση το έξαλλο παράθυρο

τι φρενική  τι αλύπητη φοράδα  η αδιαβατική  καμπύλη

τι ηδονή αβύσσου   ο συριγμός της…

σκόρπια μυαλά  και  κόκαλα στην άσφαλτο

Κουπί όλη τη νύχτα ν’ αράξει

το ακάρινο σταλίκι  σ’ αιώνιους άμμους

Ω εσύ βλεφάρισμα του άσπρου ασβέστη

εσύ το σύνθημα που τρακόσιοι άνεμοι μονόφθαλμοί

περιμένουν την εκκίνηση να μου χυμήξουν

 

Εσύ λοιπόν  η άλλοτε ορατή   η αιθερία

πώς ξέχασες το χώμα που ίδρωνε αγίασμα

όταν το χέρι σου αναζητούσε το δικό μου;

Δεν ήτανε χρυσάφι του καταμεσήμερου;

δεν ήτανε του όρθιου αγέρα ιαχή

που με κοιτούσες;

Το μπαμπάκι θα’ ναι πάντα νηστικό

κι ας βοσκάει πληγές   κι  ας πίνει

το αίμα   το ιώδιο

πιο πολύ το βουβό λυγμό

όταν κάτω απ’ τα νερά για πάντα

χάνεται το κατάρτι…

(από τη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

Ω ΜΝΗΜΗ ΠΩΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΕΝΟΣ ΝΟΕΜΒΡΗ;

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984)

Δίχως αιματοπετάλια   και  πώς  ισορροπείς στην κόψη

δενδρολίβανου μες την ανεμοζάλη;

Λιόφυτο ονειρεύεται το κλέος σου

ο που τον σφάζουνε τα δρεπανηφόρα κεφαλόποδα στ’ αγκάθια

Χρόνε τα ταμπούρλα σου  τώρα είναι η ώρα:

Ποτέ σας μη ρωτήσετε πού χωράει ο χώρος

Ποιος είδε κόνδορα να τον μοιράζουνε αντίδωρο

Ποιος κεραυνός μετρήθηκε  σ’ αποκαϊδια;

…ύστερις το γιαταγάνι κατεβάζει γάλα

(βυζαίνει είπανε ο νέος μουσουλμανισμός   βυζαίνει)

ώσπου γίνεται λαχούρι ολομέταξο

ώσπου η λέξη ξάφνου φρένιασε

πηδάει έξω από τον άξονά της

κόβει το χέρι μου απ’ τον ώμο

ότι σκόρπαε τορνέζια που μια…

που μια λιγνή ξινομηλιά στο μπάλο…  άσε

 

Ακουμπώντας σε θαλασσοπούλια  και  σε βορινούς εξώστες

δήλωσε άηχος ο ίσκιος μου

κι είναι από το τροχάδην επάνω στο νερό

ή πάνω σε νεκρό σχιστόλιθο 

που οι ανέμοι σηκώσανε τα λάβαρά τους

που μέσα από φλογέρες σε ανακαλώ

που είναι ανύπαρχτη η άμωμη σύλληψη του λόγου

που η βροχή σωριάστηκε ένα κουρέλι

ότι της πήραν λάφυρο το τόξο της

Έτσι σκόρπισα του σκοταδιού

με τους τροχούς ζερβά δεξιά  σαν έσπασε το αξόνι

κι από να σε ρωτώ όπως πολυβολείο

να σε ρωτώ να μην μιλάς  μα να σφαδάζεις

κουβαλάνε επάνω σε φορεία

ακόμα και τα πεζοδρόμια…

…ωστόσο επιμένω:  άμφιο φορώ τα μάτια σου

μονογενή με χρίζει ο άρχοντας οπάλιος του λαιμού σου∙

να τι είναι λοιπόν    να σ’ αγαπάω

 

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ ΣΤ’ ΑΨΕΝΤΙ 

(…λοφίο του φεγγαροβότανου   πάλι μόνος… IN PERPETUUM)

Του αμάραντου αμάξια είναι τα μάτια σου

Πάνω τους όρθιοι Φαραώ τοξότες

Κι εγώ στους έλικες τη φοινικιά που είσαι

φέρνω γύρα ο πεντοζάλης

Φωνάζω σαν την έρημο κάτω από φριχτά αστέρια

Σ’ αγαπάω

 

νάτες πάλι νάτες οι παλίρροιες με νικέλ

Κι ο γιαλός  παρά που άμωμος   παρά που απόκαμε

κλωτσάει ακόμα το κρανίο του

τον άλλο ημιτελικό

την ξυλένια σφυρίχτρα  του Σεπτέμβρη

βουβαμένη από παράσιτα  και  πεταλίδες…

 

ω το χέρι σου μέσα στη φούχτα μου

λαβωμένος σπίνος  που δεν μου τραγούδησε

άγια μετάληψη   που δεν την ήπια

 

ανηφορίζω δίχως σου τον παγετώνα

που είσαι;

σου ΄λεγα πως το μεσονύχτι είναι από σύννεφο

για τούτο κάθεται στα μάτια

για τούτο πια λουσμένο στον ιδρώτα του

σαν που ’κανε το χρέος του   που έσφαξε

ησυχάζει τώρα το μαχαίρι

που είσαι;

ω πως φυσάει ανάμεσα στις λέξεις

άφησε πάνω τους τ’ αυγά τους ο άνεμος

το χώμα ξέχωσε το σόι του

δεν περνιέται ο καλαμιώνας   τόσοι ίσκιοι

Θα ’ρθει  με φίδια η γαλήνη

πού είσαι;

Τι ερημιά

ούτε ταξί

ούτε το  φάντασμά μου

πού είσαι; 

 

Σήμα απ’ το χρηματιστήριο τ’ ουρανού

τι αναλλοίωτος

τρία έτη φωτός  και κάτι πάει ακόμα  το παρσέκ

τι αναλλοίωτος

κι εγώ να σε θυμάμαι  στηθόδεσμο της αντηλιάς

στις μασχάλες του μεσημεριού  με τις σπηλιάδες

Ω τι αγρίμι ο κόλπος σου πλημμύρα μέλι

τι αναλλοίωτος

Μια σπιθαμή από τα χείλια μου

πώς τρέμανε τα τσίνορά σου

τι αναλλοίωτος

Κι η γραφομηχανή που σώπασε τ’ άσπρο χαρτί

το εσώρουχο άψυχο στο πάτωμα  

η βρύση που στάζει

Στον ουρανό ψοφίμια   στα ράμφη των κοράκων

τι αναλλοίωτος

(από τη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

 

ΠΩΣ ΑΝΟΙΞΕ ΣΤΑ ΔΥΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ;

(…άφησε χάμω τα φτερά του  κι  έλαμνε πληγωμένο… 

Όπως το πηγάδι…)

Στα τηλέτυπα οι αμμωνίτες:  μη έξω απ’ το λαβύρινθο   μην ψάχνεις έξω από τις σπείρες   ξάφνου γίγαντας ο έρωτας  υπέρπυκνος  με τρεις μάζεςήλιου που φορτώθηκε   τρώει την ύλη του πηδάει το φράγμα   φεύγει ολόισια στα  ΥΠΕΡ   έφυγε   μην ψάχνεις   ο σπασμός στον έρωτα  είναι η λογαριθμική του έλικα  πάνω της βόσκουνε αστρικά υμενόπτερα   ο τριγμός που ακούς   είναι που σμπρώχνουνται   μην ψάχνεις  τίποτα δεν θα βρεις στα συρτάρια σου   ούτε καν το πρωινό αλάτι απ’ τη φωνή της    τα πήρε όλα   έφυγε   μην ψάχνεις    Δόντι νεκρού το λίγο από κατάρτι   μόλις έξω των νερών   πώς φαρμάκωνε τον άνεμο;   Πάω στοίχημα τα πυοσφαίρια μου   δεν την φτάνει τη χελώνα ο  Αχιλλέας   Ο βασιλιάς Οιδίποδας   Ο βασιλιάς Μακ Μπεθ   το ποδοβολητό τους   Γκρεμοτσακίστηκε να το κοιτάς το μεσονύχτι   που τώρα κείτεται ασήκωτο   Το φεγγάρι πηδιέται με κανίβαλους   ξυλένιοι άνεμοι σηκώνουν τη σημαία μου   Πού είσαι;   Στάζει λίπος ο Σταυρός του Νότου πάνω απ’ την Καρύταινα   ω πού είσαι   πού είσαι;     [στίχοι από τη ΦΩΝΗ ΤΟΥ, δεύτερη ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984  αντιγραφή και επικόλληση από το Β Τόμο: ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987 εκδόσεις ΑΓΡΑ]. 

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2026

ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΧΟΥΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΡΕΘΙΖΟΥΝ ΤΟ ΧΑΟΣ

  Με παραισθήσεις υποφέροντας ο κήρυκας αισθάνθηκε να διαιρείται. Από το σώμα του επαράγονταν κι άλλα σώματα κι έγινε ένας στίχος ερχομένω...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ