Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΧΥΔΑΙΟ ΠΛΗΘΟΣ ΤΩΝ ΤΥΨΕΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΤΑΙΓΕ…

 (…που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε στην άκρη της γιορτής ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει…)


Και δε μιλώ γι’ αυτό που    η παιδική απελπισία επινοεί
όταν σαν από γλύκισμα κλεμμένο
τρίμματα ερήμου προσπαθείς
κάτω από τη γλώσσα σου να κρύψεις. 
 
Τις αμαξοστοιχίες με τα σβηστά βαγόνια 
πολύ μετά θα ανακάλυπτα.
 
Μιλώ για όσα προηγήθηκαν   στους κάτασπρους διαδρόμους
που βγάζουνε σ’ ανηφοριές   με οιδήματα λουλούδια
φαινόλης  και  ιωδίου ευωδιές 
και δάση   με φορητούς μεταλλικούς κορμούς
-τσαμπιά του αλουμινόχαρτου –
να στάζουν τα φαρμάκια τους    στο αφελές σου αίμα
να μάθει αυτό  που ήθελε οικειότητες 
και άλλα τραταρίσματα
μ’ αυτόν τον ψεύτη θεατρώνη
που πάνω που τα λόγια σου   φαρσί τ’ αποστηθίζεις
έρχεται και  - κακήν κακώς –
έξω σε βγάζει από το έργο!..
(ΧΗΜΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ στη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτης 2008)

 


ΣΧΟΛΙΟ:

Μπρος πίσω πηγαίνοντας στις σελίδες της συλλογής

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ    θέλεις σε κάθε στίχο και ποίημα

τον εαυτό σου  να χώσεις κάπου  μήπως και βιώσεις,

ως τρίτος βέβαια,  το απόσταγμα της εμπειρίας

της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου

που έρχεται από τη σύνθλιψη της σκέψης και της πραγματικότητας   

Να νιώσεις και κάτι το δικό σου από τον άλλο 

που καθώς βρίσκεται σε μια διέγερση αισθημάτων, 

κατέληξε σε μια έντεχνη έκφραση τους  που η στιλπνότητα του λόγου

ακόμα και στην υπαινικτική της ακρότητα  σε υποχρεώνει

να σταθείς πάνω στο πρόσωπο της ποιήτριας,

να δεις τις διακυμάνσεις της γραφής της, 

σαν να ‘ναι οι συσπάσεις της ψυχής της. 

Γίνεσαι ο καθρέφτης όπου μέσα του 

το είδωλο του δημιουργού και το είδωλο του αναγνώστη συμφύρονται...

 

Ανέκαθεν Η ΦΥΣΗ  μού ήταν απεχθής

Για την ακρίβεια

η διαρκής υπόμνηση μιας αναιδούς  αυτάρκειας

μιας άνευ λόγου υπομονής

μιας εσωστρέφειας

κάτι σαν   

γιατί ν’ αναρωτιόμαστε

-πανομοιότυπες σιωπές    καταβροχθίζουν το ξημέρωμα

κι άλλωστε άνετα συνυπάρχουνε

λερωμένα ρούχα,  χώματα

κι η στατική εναλλαγή  πολύχρωμων λεκέδων

ενώ  -  όπως γνωρίζουμε  -  η ζωή

υπήρξε επινόηση  ευφάνταστου αφηγητή

που πέθαινε τους ήρωες

μόλις ανακαλύπτανε

πως ούτε αυτό υπάρχει.

 

Στο μεταξύ η πράσινη πόρτα

δεν οδηγεί στο μάθημα της Ωδικής

αλλά σ’ ένα τραπέζι χειρουργείου

όπου βαθύτερα απ’ το απρόβλεπτο

η νοσταλγία τεμαχίζει  

[κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΞΥΛΙΝΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

Όλα θαρρείς    τ’ απορροφάει ο κραδασμός

 

-μια στιγμιαία εξαίσια οικουμένη

που ιερουργεί το θάνατο

μια πνιγερή αντιφεγγιά

που εισέρχεται στο χόρτο

με δακρυγόνα  κι  ουρλιαχτά –

 

ώσπου η συγκομιδή του ουρανού

αδιάκοπά πληθαίνει

και έντομα γεμίζουν τα κρεβάτια μας.

 

Ίσως γι’ αυτό να επείγει

να σκάψουμε τις σήραγγες.

Τα νυχτικά του πάνω κόσμου

φρεσκοσιδερωμένα

σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε

να συνηθίζουν τα σατέν

σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν

να μάθουνε  και  τα βαμβακερά

πώς είναι να πλαγιάζεις με αγνώστους

-γαμπριάτικα κοστούμια ντεμοντέ

και καθημερινά φορέματα για τσάι

την ύπτια αποσύνθεση 

ασάλευτα να περιμένουν.

 

Λίγη λεβάντα

πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη

αθώος μοβ υπαινιγμός

για να ευωδιάζει κήπος  στην κλεισούρα.

 

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ

(…ήτανε ολοφάνερο

ένας φόβος παράφορος  όριζε τις υποχωρήσεις μου…)

μια αποστροφή

για το αιχμηρό βλέμμα  τρυπάνι

που διαπερνά τα έπιπλα

για να επιστρέψει το σαράκι τους

κι άλλοτε θολωμένο εισχωρεί

σε ανατολίτικα χαλιά

σμήνη βηματισμών να ελευθερώσει.

 

Αργά  ή  γρήγορα θα εξατμιστούνε ,  έλεγα

τα σκοτωμένα χρώματα.

Δε θα μπερδεύονται στα πόδια μου

όλα τα ψίχουλα φιλιά

κι οι στάχτες του τσιγάρου

που στεφανώνουν διαψεύσεις.

 

Τέτοια αισιοδοξία!..

Μόνο που τα νερά απότομα  τραβήχτηκαν

και σε ασφαλές  τετράγωνο εντοιχίστηκα.

-Σταυρόλεξο  για λύτες δυνατους   μου είπανε

κι αν μάλιστα σταθείτε τυχερή

μπορεί  για κάμποσο καιρό

και ν’ αποφύγετε το μαύρο το κουτάκι

 

ΚΑΠΟΤΕ  ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ

Τους αγαπούσα

γιατί έλεγα πως δεν θα με πονέσουν.

Θα είχαν ήδη εξαντληθεί

κι οι λόγοι για εκδίκηση

τώρα που το σάπιο ευωδίαζε γύρω τους

κι από το άπληστο κορμί τους

βλάσταιναν οι πληγές

-ντροπές σημαδεμένες με κόκκινα γαρύφαλλά

κακοραμμένα επάνω τους –

απόδειξη πως κάποτε  κι αυτοί παραδοθήκαν

ας ήταν  και  με  ύπνωση.

 

Τώρα

στον καθρέφτη που βάφεται   η πεθαμένη μάνα μας

πυκνή σιωπή χιονίζει

αυτοί πετάνε τα βιβλία και τρέχουν

να φωνογραφηθούν

με της παλιάς τους γειτονιάς τη συμμορία.

 

Όμως για τη συγκόλληση του χρόνου

καμιά εκεχειρία

με την ασάλευτη επανάληψη

δε φαίνεται επαρκής

ούτε η ελάχιστη προσπάθεια

να παγιδεύσεις το σφυγμό.

 

Το απόγευμα του βλέμματος

μονάχα όταν ανάβει η νύχτα μέσα του

μπορείς να  το υποθέσεις.

 

Στο μεταξύ

ο σκορπιός κατηφορίζει τους κροτάφους τους

το σκήπτρο του κατακτητή

γίνεται μαύρο ρόδο

κι από τα γερασμένα χέρια τους

κάνοντας κρότο ηχηρό

γλίστρα στο χάρτινο κενό τους

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΟΙ ΕΤΟΙΜΟΙ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, 2008)

Ανελλιπώς αποβραδίς

ακούμε  το δελτίο καιρού

μήπως και δεν ξυπνήσουν στο κορμί

-τουλάχιστον ομπρέλες να φαντάζονται

στην τελευταία βόλτα τους με τους αγαπημέ νους.

Ή έστω    λίγη παραφορά ζωής

σαν χειμωνιάτικη λιακάδα

να ακινητεί επάνω τους

διδάσκοντας στη μέρα

του σκότους το αδιαπέραστο.

 

Και μόνη τους παρηγοριά το δένδρο

αυτό που παίρνουν οι νεκροί  και  ταξιδεύουν

και πια γίνεται σώμα τους

μέχρι να προσβληθεί κι αυτό

απ’ τη βαριά ασθένεια της νοσταλγίας

-πως θα ’ρθουν, λέει,  τ’ αληθινά πουλιά

με τον ασφράγιστο ύπνο

τ’ αγρίμια

με το άγιο φωτοστέφανο του τρόμου

που βεβαιώνει τη ζωή.

 

Κι αφού στο τέλος ενημερωθούν

για τις αρθριτικές μεταβολές

και τις συνέπειες γενικώς της υγρασίας

έπειτα μένουν ξάγρυπνοι

κι αδιάκοπα μονολογούν

-μια κι όσα λόγια ραθυμούν

σε κλειδωμένα στόματα

την αφασία του θανάτου διαιωνίζουν

 

ΜΑΙΡΥΛΙΝ…ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ

Αυτές οι σκάλες δεν έχουν κουπαστή

έτσι που το απρόσεκτο  να γίνει ανεπανόρθωτο

σαν δισταγμός  που 

- ανίσχυρος να αντισταθεί στα έγχορδα που ακούγονται στη σκάλα –

ανάβει εν τέλει πόθο μοχθηρό

 

γιατί δεν επισκέπτεται συχνά το πανδοχείο μας

ούτε κι αυτός ο υπαινιγμός μιας θύμησης

κάποιας αλληγορίας  ενός ιλίγγου νικημένου

από ένα φιαλίδιο φτηνό

που βιαστικές ανάσες εξαντλούνε.

 

Γι’ αυτό κι εγώ φοράω τα μποτάκια μου   και

-βαλ’  το στα πόδια κούκλα μου    φωνάζουν

την ξέρεις τη δουλειά σου εσύ

«happy birthday  Mr. President»

κι άσε για άλλους τις υποκλίσεις στο κενό.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΠΑΓΙΔΕΣ

Άκουσέ με:

…την ώρα που στα πεζοδρόμια  θα λαμπαδιάζουν οι σκιές

κι οι αρετές μες στα κουφάρια τους   θα απειλούν τα όνειρα

στην ενδοχώρα του θανάτου θα εισβάλω

ν’ αχρηστευτούν εξάπαντος  

οι ανθρωποπαγίδες

 

στην ανθισμένη ασχήμια τους

χάδια από το σκόρο φαγωμένα

και μισθωμένοι θρηνωδοί του εφήμερου

που μάλλον    δεν αγαπήθηκαν ποτέ

 

κι όταν το άρρωστο παιδί

κάψει όλα τα σπίρτα του

το μουσείο των αζήτητων αποσκευών

θα πυρπολήσω

έγγραφα επαπειλούμενων αναχωρήσεων

και πράξεις θανάτου ανυπόγραφης

κι έπειτα   ας παραχώσει κάποιος

αυτόν τον άγνωστο νεκρό

που ξενυχτά στο  στέρνο μου

θέλω να κοιμηθώ  και μ’ εμποδίζει.

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

 

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΓΥΑΛΙΑ ΚΑΡΦΩΜΕΝΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ

(…τρυπάνε τη ραχιτική ζωή μου…)

Γωνίτσες αιχμηρές οι παγοκρύσταλλοι  κι  αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν   γίνονται ηλιοβασίλεμα   πηδούν φωτιές του Άι – Γιαννιού  και  παίζουν την τυφλόμυγα   με ένα ξύλινο πόδι.    Εκείνος βέβαια προτίμησε τη στάχτη.   Χόρεψε στα υπόγεια   ένα ταγκό με πάθος    κι έδωσε μία  και  έλειωσε  με το αναπηρικό καρότσι  τη μορφή του.  Μια μάσκα ράβει έκτοτε   με αποκόμματα από εφημερίδες   φωτογραφίες μεταπολεμικές    και τα τραγούδια του Άριελ.   Όσο για μένα   τις νύχτες λαμπυρίζω  και  καμπουριάζω το πρωί.   Φυτρώνουν  τότε επάνω μου τάφοι χορταριασμένοι   μικροί ναοί  που δε μυρίζουνε λιβάνι   μα ανάβουν τα καντήλια τους   για το  θεό του φόβου   που εφημερεύει  κι αγρυπνά  και τους δικούς μου επί πίνακι γυρεύει!.. [ΣΑΛΩΜΗ  από τη συλλογή της  Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 2008]

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2026

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

ΚΙ Η ΥΠΑΡΞΗ ΜΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΕΙΝΑΙ

 (…μια εκκρεμότητα… μια διαρκής αναβολή…)


Πρώτα ήρθε το ελαφρύ εκείνο σφίξιμο
που επινοούν τα άρρωστα πουλιά
όταν το κίτρινο χιόνι της καρδιάς 
για ένα άλλο φως εγκαταλείπουν.
 
Εκεί το τέλος των φιλιών
κανέναν δεν πανικοβάλλει
αφού την τέφρα του καθρέφτη
η αταραξία των αγρών συναγωνίζεται
 
Ίσως αυτή να είναι η αιτία
που κάθε απομεσήμερο   αγνώστων παραμιλητά
στο θάλαμό σου προσαράζουν
ραντίζοντας με ομίχλη και με πυρετό
τη χάρτινή σου μοίρα
 
Γιατί και η ύπαρξη μια καταδίκη είναι
μια εκκρεμότητα με πλάνες στολισμένη
μια διαρκής αναβολή
-θα φεύγαμε,   αλλά μείναμε
κάποια συνωμοσία, ξέρετε   μας παίδευε από παλιά
και μήπως άραγε γνωρίζετε
ποιος τάχα να ευθύνεται
γι’ αυτές τις βροχερές    μονότονες διαδρομές
στο πίσω μέρος της ζωής; 
(ΜΙΑ ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ στη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτης 2008)

 


ΣΧΟΛΙΟ: Μπρος πίσω πηγαίνοντας στις σελίδες της συλλογής  θέλεις σε κάθε στίχο και ποίημα τον εαυτό σου  να χώσεις κάπου μήπως και βιώσεις, ως τρίτος βέβαια,  το απόσταγμα της εμπειρίας της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου που έρχεται από τη σύνθλιψη της σκέψης και της πραγματικότητας:    «Στο μεταξύ η πράσινη πόρτα  / δεν οδηγεί στο μάθημα της Ωδικής  / αλλά σ’ ένα τραπέζι χειρουργείου / όπου βαθύτερα απ’ το απρόβλεπτο  / η νοσταλγία τεμαχίζει»  (Η ΦΥΣΗ σελ. 29)    Να νιώσεις και κάτι το δικό σου από τον άλλο  που καθώς βρίσκεται σε μια διέγερση αισθημάτων,  κατέληξε σε μια έντεχνη έκφραση τους  που η στιλπνότητα του λόγου  ακόμα και στην υπαινικτική της ακρότητα  σε υποχρεώνει να σταθείς πάνω στο πρόσωπο της ποιήτριας, να δεις τις διακυμάνσεις της γραφής της,  σαν να ‘ναι οι συσπάσεις της ψυχής της.  Γίνεσαι ο καθρέφτης όπου μέσα του  το είδωλο του δημιουργού και το είδωλο του αναγνώστη συμφύρονται...

 

ΓΥΑΛΙΝΕΣ ΠΡΟΘΗΚΕΣ 

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

Πίσω απ’ τις γυάλινες προθήκες

απογευματινών φιλοφρονήσεων

η άλλη γλώσσα θρυμματίζεται.

Όσο για το ανέκφραστο

που ο φόβος φιλοτέχνησε

δεν είναι πια αυτό που κίνησε απροσποίητο

τη συμπαγή αγάπη να αποδώσει.

 

Το ανεστραμμένο είδωλο

έχει δική του καλοσύνη

ούτε πενθεί ούτε κι αντιστέκεται.

Σαν πεταλούδα αλκοολική

αδέξια στροβιλίζεται γύρω από τη σκιά του

ώσπου με τρεις φιγούρες ξεκαρδιστικές

-δίκην επιχειρήματος -

όσους επωφελούνται και ληστεύουνε τον ύπνο μας

ευθύς τους αθωώνει.

 

Όμως εγώ αδιάκοπα μικραίνω

έντρομο γίνομαι έντομο μέσα στον πυρετό

μικραίνω και ζαλίζομαι

σβήνει το φως σαν αστραπή

 

κι ας βεβαιώνουν τώρα πια

αυτόπτες μάρτυρες νεκροί

πως φαναράκια έφεγγαν

το κατρακύλισμά μου

 

 

ΑΠ ΩΡΑ Σ’ ΩΡΑ

Αέρας σκουριασμένος φυσάει στο δωμάτιο

απ’ τη μεριά παλιάς πληγής.

Δαγκάνει ο τρόμος το μυαλό

και ναυαγός στον ίλιγγο

ζάλη τη ζάλη

σε λαμαρίνες και ξερόκλαδα σκοντάφτω.

 

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;

Σε μια αποθήκη γυαλικών

κλειδώθηκαν τα χρόνια μου.

Κορίτσια απαρηγόρητα

φορούσε τις κουρτίνες νυφικό.

Οι νεραϊδούλες νόσησαν

και βήχουν ασταμάτητα

κι όσο να πεις

μια άλλη οικειότητα θεριεύει στο σκοτάδι.

 

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;

Υποδειγματικά εξέτισα

όποιο κενό μου αναλογεί.

Μόνο λίγο ξαφνιάστηκα.

Τόσο σωσίβια, τόση εγκαρτέρηση

κι απ’ ώρα σ’ ώρα

η στάθμη του νερού να εξαντλείται.

 

ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΟ

Μ’ άρπαξαν απειλητικά απ’ το λαιμό

όλα εκείνα που φοβόμουν.

Κι αυτό αν το καλοσκεφτείς

ήταν λιγάκι διφορούμενο.

Έμοιαζε πως εγώ ακολουθούσα

με κάποια απόσταση ασφαλείας φυσικά

εκείνους που μετέφεραν

έναν βρεγμένο κήπο

-άνθρωποι τρομαγμένοι, σκοτεινοί

που παραμέριζαν τον ίσκιο τους

και στην αληθινή τους ιστορία

θριαμβικά εισέρχονταν.

 

Εκεί

έχοντας πρώτα δια παντός απαρνηθεί

τις παιδικές τους βεβαιότητες

ατάραχοι ξανάμπαιναν στον χθεσινό τους εφιάλτη

για να τραβήξουν απ’ την τράπουλα

και πάλι το κακό χαρτί

αυτό που κάνει τις βελόνες στις πυξίδες

να τρελαίνονται

 

κι όσοι είναι έτοιμοι στη σκάλα γι’ αναχώρηση

-βοηθήστε να πεθάνουμε, να εκλιπαρούν

αλλά φροντίστε, όσο γίνεται, να είναι οριστικό

αφού απ’ το ημίψηλο δεν βγαίνουν περιστέρια

κι όλες οι διευκρινήσεις

δεν αναφέρουν πουθενά τους ψευδομάρτυρες

που διαβεβαίωναν πως στον κατακλυσμό

θ’ ακούγονταν καμπάνες.

 

Συνήθως έτσι γίνεται

και τελικά υπερισχύει η βροχή

που φτάνει πάντα τελευταία

και σαν ημέρα Κρίσεως

μεμιάς όλα τα εγκλήματα αθωώνει.

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ 2008)

 

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ 

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ 2008)

Δεν είναι που τα σκιάχτρα

προαισθάνονται τα χρόνια

-αέρηδες που σκορπίζουν

απ’ τις σχισμένες τσέπες τους

την κιμωλία του Σεπτέμβρη.

 

Άνοιξε τρύπες η καρδιά

και πια κανένας όμοιος με χθες

και τίποτα ολόιδιο με τη σκουριά μας

γιατί αυτή είναι ο θρήνος μας

αυτή αμετανόητη

στα πέρατα του βλέμματος ειδοποιεί

όχι για το αμετάκλητο

αλλά για ό,τι δεν θα μάθουμε ποτέ.

 

Ξέρω, βασανισμένοι είμαστε

πολύ βασανισμένοι

κι ο θάνατος φιλάνθρωπος

-γιατί κι αυτή την ξενιτιά

στο θρίαμβο του ορατού

πόσο να την αντέξεις

πόση ομορφιά να πεις

ότι χωρά στα πεπρωμένα;

 

Η ΕΞΑΓΟΡΑ

Τόσο πολύ που μας τρόμαξε εκείνη η ξενιτιά

που ειλικρινά δεν ξέραμε

αν οι χειρονομίες  κι  οι φωνές

κι ο αποκλεισμένος τόπος

όριζαν την απόσταση

ή μήπως οι άθλιοι εμείς

υπονομεύαμε το παρελθόν

ξεπροβοδίζοντας σκιές

σαν ήρωες θεατρικού

στην τελευταία πράξη.

 

Φεύγαν οι μέρες

μας έδιωχνε και η ζωή

κι όμως εμείς κοιτούσαμε αλλού

βέβαιοι πως για το θάνατο

τα δάκρυα θα μας είχαν προγυμνάσει.

Ωστόσο

όλες αυτές οι αναίμαχτες πληγές

στένευαν – όσο να πεις – το αγνάντεμα

κι η εξαγορά των τύψεων

ούτε που μας γαλήνευε.

 

Όσο για τις φήμες ότι κάποιος

αποταμίευε τις προθέσεις μας

αβάσιμο ακουγότανε

κι αδύνατο να μας καθησυχάσει

 

ΕΒΑΦΕ ΜΕ ΣΚΟΥΡΙΑ

Κάθε πρωί  ένα αναιδές φθινόπωρο

μπήγει θαρρείς στο στέρνο μου

ξύλα αγριοτριανταφυλλιάς  και πρωτοβρόχια.

Νοτισμένη απ’ το άδειο

κατοπτεύω την κάμαρη   

-κάπου εδώ   μπορεί και να ξεχάστηκαν τα γόνατά σου –

τους τοίχους

με καρφωμένο πρόχειρα

τον ίλιγγο των διλημμάτων

να ρίχνουνε τα κάδρα τους

να ταξιδέψουν τα παστέλ

στα έπιπλα  και  στα χαλιά

κι ελπίδες γενναιόδωρες

πίσω απ’ την τυραννία του χιονιού

το Πάσχα των σωμάτων να μαντεύουν.

 

Όμως τις νύχτες

σε ξάστερη λήθη αποσύρομαι

τριγυρισμένη μάσκες παγερές

αλλόκοτες γκριμάτσες  φιλόπτωχων κυριών

παιδιά που λούζουν με τα δάκρυά μου

τα μαλλιά τους.

 

Στην αρχή φοβόμουν.

Ένα καβούρι αιμάτινο

έβαφε με σκουριά τα σπλάχνα του πατέρα μου

κοπάδια λύκων ξεχειμώνιαζαν

στα μάτια αυτών  που μ’ ερωτεύονταν

και οι σωστές επιλογές

τραβούσαν το σκαμνάκι από τα πόδια μου!..

 

Ύστερα, δε συνήθισα.

Κάποτε θα με πάρω αγκαλιά να  με παρηγορήσω

έτσι λεπτά ντυμένη που γεννήθηκα!..

 

ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Θα ’λεγα πως πηγαίνετε καλά!..

Ως την επόμενη εξέταση

δεν αποκλείεται να ’χετε γίνει άγγελος!..

Βλέπετε,  πολλοί οι υποψήφιοι

και πόσες υποσχέσεις αναβολής να δώσεις;

 

Μα, μην το παίρνετε προσωπικά!..

Και βέβαια το ξέρω

πως μόνο σε σας δε θα συμβεί.

Εσείς απλώς θα επαναλαμβάνετε

στο ρυθμό της ατμομηχανής τη φράση:

Σε τρία καλοκαίρια θα επισκεφτώ το Μόναχο

και εναλλακτικά:

Θέλουνε άλλαγμα οι μεντεσέδες της ντουλάπας!..

 

Όσο για τις φοβίες σας και τα κακά σας όνειρα

ας μη συγχέουμε την υστερία  με το  ένστικτο.

Ανώδυνα, ό,τι συμβεί, θα το αντιμετωπίσουμε

σε σταδιακές μικρές απώλειες καταφεύγοντας:

πρώτα μαλλιών

-να μην σκαλώνουν οι μορφές κατά την έξοδό τους –

μετά κιλών

-καμιά βαρύτητα δεν εγγυήθηκε ποτέ

μια δεύτερη ανάγνωση του βίου –

και τέλος χρώματος

-αυτό έχει σχέση με τον ήλιο

αλλά πού να σας εξηγώ επακριβώς!..

 

Κι άλλωστε   

σας μιλώ ως ιατρός   ανίατων ψευδαισθήσεων

και πόθων που ασεβώς κακοφορμίζουν!..

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ 2008]

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟΒΡΑΔΙΣ ΜΑΣ ΕΦΡΑΖΕ ΤΟ ΔΡΟΜΟ

(…κι εγώ από μικρό παιδί τα έτρεμα τα καλοκαίρια…)

…θα μου έφτανε, έλεγα, μια χειρονομία   ένα ανέλπιστο κλεισιμο λογαριασμών   όπως  όταν γυρίζεις το φλιτζάνι του καφέ   κι  όλα τα φίδια,  οι εχθροί  και  οι κλεισμένοι δρόμοι   λειωμένες απειλές κατρακυλούν   μέσα στο νεροχύτη!..  Όμως σιδηρουργείο η ζωή   και βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη   όταν σε αίθουσες αναμονής   ηλεκτρικές   αδύναμα κορμιά   κρέμονται στους καλόγερους   και  πανωφόρια αδειανά   μπαίνουν ν’ ακτινοβοληθούν!..  Τους μήνες που κοιμάται ο κάβουρας   κοντεύω να πιστέψω   πως ίσως και να με ακούς   πως κάπως  Σε συγκίνησα κι εγώ…   Ύστερα, λέω,  θα φταίει που δεν γνωρίζω   τη διάλεκτο των περιστεριών    μπορεί τα ασταθές του χαρακτήρα μου   ίσως κι εκείνη η καθ’ έξιν  υπνηλία μου   τις Κυριακές στον όρθρο!..  Όμως κακά τα ψέματα   ήρθε ο καιρός   τον πετροπόλεμο να συνηθίσουμε   τώρα που χτύπησαν μεσάνυχτα  κι η χρυσαφένια άμαξα   ξανάγινε κολοκύθα!..  [ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ από ομότιτλη συλλογής της  Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, εκδόσεις Καστανιώτη 2008]

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2026

ΔΙΑΒΑΖΩ ΣΥΧΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟΥΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥΣ

  (… αισθάνομαι ασφαλής που περιβρέχομαι από τόσους γείτονες αριθμούς…) Η αλφαβητική σειρά μας ευοίωνα ρυμοτομεί εκ νέου τις αποστάσεις....

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ