Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝ ΟΛΩ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝ ΟΛΩ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ ΦΥΤΡΩΝΟΥΝ ΝΗΠΕΝΘΗ

 

Και μπλέκονται δυο ήλιοι στα μαλλιά σου.

Στα χείλη σου γυρνά τα σιωπηλά σου

Η λέξη που περιμένουμε να ’ρθει.

 

Μασχάλη τεντωμένη, γιασεμιά

Στο μέτωπο,  ήλιος απ’ άκρη σ’ άκρη.

Τα φύκια,  που τα μούσκεψε το δάκρυ

Της θάλασσας, τραβούν φυρονεριά.

 

Τις φτέρνες σου φλογίζει η αμμουδιά,

Το πέλαγο σου σκίζει τις λαγόνες.

Ανάσκελα  κι  οι ολόγυμνες γοργόνες

Κράζουν με βόγκο τ’ άγουρα παιδιά.

 

Τα στήθη σου αναδεύουν πυρετούς,

Συνάχθηκαν τ’ αστέρια στη ματιά σου.

Κινήσαν απ’ τις ρίζες της καρδιάς σου

Οι άγριοι να σου φέρουν τους λωτούς. 

 

Χαράζω τ’ όνομά σου στην ελιά

Και ψάχνω των ανέμων τα λημέρια.

Πεθαίνουν τα ξανθά τα καλοκαίρια

Και φεύγουν για το νότο τα πουλιά.

[ΤΟΠΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου ΕΞΙ ΚΑΗΜΟΙ 1948 - 1960

Κι άλλοι ΚΑΗΜΟΙ από την ίδια συλλογή  

Συγκεντρωτική έκδοση:

ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ Εν όλω  ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ 1943 – 1997, εκδόσεις ΑΓΡΑ] 

 




ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ 

(από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου ΕΞΙ ΚΑΗΜΟΙ 1948 – 1960)

Προβάλλει όπως ο άφωνος ιχθύς

Ένα φεγγάρι παραγεμισμένο.

Περάσαν μήνες που σε περιμένω,

Περάσαν χρόνια που με νοσταλγείς.

 

Στυγνή βραδιά,  μας σφάζεις κυκλικά,

Πάντα μ’ αρχή  και  πάντα δίχως τέλος.

Στα μάτια μου καρφώθηκε ένα βέλος,

Στα μάτια σου πετούν βεγγαλικά.

 

Κατάφορτα από μνήμη τα στενά,

Στους τοίχους διασταυρώνονται δυο ίσκιοι.

Στα δάχτυλά σου πέντε οβελίσκοι,

Στα δάχτυλά μου η σάρκα σου περνά.

 

Ήχοι σαν πρώτα γνώριμοι αντηχούν

Κι αδιάφοροι ριγούμε στο σκοτάδι.

Τα ρόδα που μαζέψαμε ένα βράδυ,

Τα ρόδα θα μαδήσουν, θα χαθούν.

 

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

Στα μάτια σου πετούν  πουλιά

Και φλόγες στα μαλλιά σου.

Διατρέχουν σύννεφο φιλιά

Τ’ ανήσυχα όνειρά σου.

 

Στον κόρφο σου λιγοθυμούν

Νιογέννητα ζαρκάδια,

Στο στόμα σου λαμποκοπούν

Αστραφτερά  πετράδια.

 

Θα φτερουγίσουν τα πουλιά,

Θα φύγουν τα ζαρκάδια,

Θα μείνει μόνο μια αντηλιά,

Κάτι θαμπά πετράδια.

(από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου  ΕΞΙ ΚΑΗΜΟΙ 1948 – 1960)

 

ΑΠΟΥΣΙΑ

(από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου ΕΞΙ ΚΑΗΜΟΙ 1948 – 1960)

Γαλάζιες μέρες,  φουσκοθαλασσιά,

Υάκινθοι,  ψηλή θερμοκρασία.

Των δυο χεριών σου η  άσπλαχνη απουσία

Τις νύχτες μας γεμίζει απελπισιά.

 

Ο ήλιος που μας έσμιγε παλιά,

Δίκοπος τώρα ήλιος μας χωρίζει.

Μια θέρμη όπως σαν πρώτα πια δε σφύζει

Κι όλο προδοτικά σκορπάει φιλιά.

 

Αιμόφυρτα τα πόδια σου θωρώ

Και στην καρδιά σου  πέτρινο στεφάνι.

Στα μάτια σου το εξαίσιο πυροφάνι

Κοντεύει να σβηστεί με τον καιρό.

 

Τα βράδια μας ορφάνεψαν,  θαρρώ,

Και φύτρωσαν αγκάθια οι προσδοκίες.

Σε λίγο θα ν’ ανθίσουν οι ακακίες,

Θ’ ανοίξει πάλι  το  «Τροκαντερό».

 

Τα ρόδα,  τα φεγγάρια,  τα πουλιά,

Θε να ’ρθουν ρυθμικά πάλι σαν πάντα.

Μα εσύ δε θ’ ανασαίνεις τη λεβάντα

Κι εγώ θε ν’ αλυχτάω με τα σκυλιά.

 

ΩΡΑ ΒΟΥΒΗ

Στάχτη στα πόδια,  στάχτη στα μαλλιά

Και της Ραχήλ αντιλαλούν οι θρήνοι.

Μαύρες χλαμύδες φόρεσαν οι κρίνοι

Κι ατέλειωτα ανεβαίνουνε σκαλιά.

 

Μας δολοφόνησαν τις Εποχές

Και τις κρεμάσαν σ’ ένα κυπαρίσσι.

Τη θλίψη μας ποιος θα την ιστορήσει,

Πού να γυρνούν οι πρώτες μας ιαχές;

 

Στον ύπνο μας φωλιάζει ολονυχτίς

Αλλάζοντας μορφές ο μανδραγόρας,

Κι  από τα χέρια φεύγουν της Πανδώρας

Τα στυγερά λεπίδια της οργής.

 

Στις φλέβες στάχτη,  στάχτη στα μαλλιά

Κι η ώρα της απόφασης σιμώνει.

Ερωτηματικό σκληρό μας ζώνει

Που όσο πάει γίνεται θηλιά!..

(από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου  ΕΞΙ ΚΑΗΜΟΙ 1948 – 1960)

 

ΠΡΟΣΤΑΓΗ 

(…  γίνου βροντή,  γίνου λυγμός… )

Και βγάλε δυο στερνές κραυγές.   Στα μάτια σου κατακλυσμός,   Στα χείλη σου άγριες φωτιές.   Η μια κραυγή να ’ναι πνιχτή,   Η δεύτερη αλαλαγμός.   Να γίνεις κλάμα  και  βροχή   Να πλημμυρίσει ο αστερισμός.   Να πνίξεις τον αστερισμό   Που σου ΄γινε μια φυλακή.   Να δεις ψηλά στον ουρανό   Σα γλάρο τ’ άσπρο σου κορμί,   Ν’ ανοίγεις διάπλατα φτερά   Σα άγγελος μιας χαραυγής,   Σκορπώντας μύρα  και  χαρά   Βαθιά στη ρίζα της πληγής!.. (από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου ΕΞΙ ΚΑΗΜΟΙ 1948 – 1960  -  συγκεντρωτική έκδοση: ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΕΝ ΟΛΩ – ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ 1943 – 1997, ΑΓΡΑ]

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2025

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2024

ΠΑΡΑΔΕΧΟΜΑΣΤΑΝ ΜΕ ΘΑΡΡΟΣ ΤΟ ΞΕΦΑΝΤΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΡΙΒΗΣ

 

(… έχοντας συνοψίσει το νόημα της πρώτης προσπάθειας…)

 

Τ’ αστέρια διαγράφαν το χαμό τους σε θριαμβικές τροχιές

Οι ψαράδες χτυπούσαν τη θάλασσα με τη λαπούτα

Σε οκνά διαστήματα   Ταράζοντας τα ψάρια

Η πανάρχαιη νύχτα ξεδίπλωνε τον αμείλικτο πέπλο της

Η υδάτινη σιωπή που ενσαρκώναν τα φύκια

Ενίσχυε τη θέλησή μας

 

Κι ήμασταν εμείς που θραφήκαμε μόνο με παρελθόν

Αποδιώχναμε το μέλλον όμοια όπως διώχνουμε μια μέλισσα

που πάει να μας κεντρίσει

Καταδικάζαμε τη μετάνοια 

Λατρεύαμε την τομή της σελήνης με το κλωνάρι της ροδακινιάς

Βαραίναμε πιότερο ύστερα από μιαν ανώφελη και μάταιη συνουσία

Τρομάζαμε στη σκέψη ενός έρωτα μελλούμενου

Παραδεχόμασταν με θάρρος το ξεφάντωμα της συντριβής

 

Μπορεί να ξεφτίσει μια τέτοια μνήμη;

Σάββατο βράδυ    Δεν μιλούσαμε

Φιλούσα μόνο τα χυτά σου μαλλιά!..

 

Θα ξαναγυρίσουμε

Όταν οι ελιές θα ντύνουν στο χρυσάφι τα γέρικα όνειρά τους

Όταν τα μελτέμια θα κινούν να χαϊδέψουν τις εφήμερες πεζολογίες του νησιού

Όταν δυο μάτια σκοπελίτικα θα φωτιστούν από τη χαρά του γυρισμού

Τούτο το καλοκαίρι  είτε το άλλο που θα ’ρθει

Δεν έχει σημασία πότε

Κάποιο καλοκαίρι τέλος πάντων θα ξαναγυρίσουμε

Πιο δυνατοί   πιο μεστωμένοι

Έχοντας συνοψίσει το νόημα της πρώτης προσπάθειας

Πειθαρχώντας στη νοσταλγία του Αιγαίου 

 

Θα ξαναγυρίσουμε

Συνοδευόμενοι από γυναικεία στήθια σ’ ενάντιον άνεμο

Κι από το βασιλιά το Στάφυλο με το αρχαίο σπαθί του

Ποιος θα βρεθεί να μας τον ιστορήσει

Πιο νέοι  πιο ξανθοί   πιο ακμαίοι

Χωρίς αυταπάτες  μ’ αγκαλιές γιασεμιά

Να φυτέψουμε στου πελάγους τη ράχη

Τον σπόρο του έρωτά μας!..

 [ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΗ  και  ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΜΕ, δυο ποιήματα από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής 1949

Αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση:

ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ Εν όλω  ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ 1943 – 1997, εκδόσεις ΑΓΡΑ] 


 


ΑΝΑΘΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ από την ίδια συλλογή τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ,  Έγλυφε ο ξανθός αέρας τα πανιά μας

ΕΙΣΒΟΛΗ,  Οι στρατιώτες φεύγαν σκυφτοί με σπασμένες τριάδες…

ΘΥΜΗΣΗ,  Μεσάνυχτα  Στιγμή τελεσίδικη μ’ επιθανάτιο ένδυμα…

ΠΙΣΤΗ,  Ξέραμε πως θα ’ρχοταν μια μέρα… 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΜΑ,  Παραθαλάσσιο κέντρο…

ΣΥΝΤΡΙΒΗ,  Κείτεται τώρα ξαπλωμένος  και  αγναντεύει τις ευθυγραμμίες…

ΘΙΑΣΟΣ ΤΗΣ KRAFT DURCH FREUDE,  Κι η νέα γυναίκα μίλησε… και

ΑΣΥΜΠΛΗΡΩΤΗ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ,  Τούτο το καλοκαίρι θα ’ρθει φορτωμένο με τσαμπιοστάφυλλα…

 

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ

(με στοιχεία ποιήματος από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ 1949)

 

Κι εμείς γλιστρούσαμε φεύγαμε   Πάνω στα τραχιά νερά

Κρύσταλλα κρέμονταν 

Στα παλαμάρια  στις αντένες  και  στα ξάρτια

Και όλο πλέαμε χωρίς σταματημό

Και ξαφνικά ορθώθηκε μπροστά μας

Ένα νησί πανύψηλο  πεντακάθαρο  κι  απότομο

Με τρεις αρπάγες μυτερές

Με γλιστερές βουνοκορφές

Μ’ αισιοδοξία  κι  ελπίδες

Σκύψανε στ’ αυτί και μας εξήγησαν   Είναι η Πελοπόννησο

Κι εμείς πικρόχολοι πλέαμε  Κι  ολοένα πλησιάζαμε

Το νησί που λεγόταν  Πελοπόννησο

Μα βέβαια του Πέλοπα νησί  το νησί του Πέλοπα

Κάτι ξέρουμε κι εμείς από ιστορία

Και βρεθήκαμε στην πόλη

Περνούσαμε  από τους υδάτινους δρόμους

Και βλέπαμε τα πεχούλια   Να τα σκεπάζει το κύμα

Ταξίδεψα στη Βενετία  διηγόταν κάποιος ναύτης

Κι εμείς ανεβαίναμε τους δρόμους

Εκεί που σπίτια αγκαλιάζαν καρτερικά  το νερό

Και γυναίκες κουβαλούσανε στάμνες

Και μαστέλα  κι  άντρας κανένας

Κι εξηγούσαν με χαμόγελο σαθρό

Οι γυναίκες οι κουρασμένες

Μην απορείτε  

Είν’ ο χειμώνας ο σκληρός   Που μας αφάνισε έτσι

Τώρα οι άντρες μας κατάσαρκα φορούν

Φανέλες  μάλλινες   χοντρές

Και κλαιν και συλλογιούνται

Όμως την άνοιξη   Τα νερά είναι χλιαρά

Και περνούμε από μέσα τους

Και χαϊδεύουν τα πόδια μας τρυφερά

Κι όλο ανεβαίναμε το ρέμα

Να ’ρθετε και την άνοιξη να δείτε

Συνέχιζαν οι γυναίκες της Πελοπόννησος

 

ΕΙΣΒΟΛΗ σελ. 34

 

Οι στρατιώτες φεύγαν σκυφτοί με σπασμένες τριάδες

Από τα δυτικά προάστια της πολιτείας

Γυναίκες με μπόγους στους ώμους

Αστοί  φορτωμένοι χρυσάφι και τρόμο

Τα βαπόρια σφυρίζαν με απόγνωση

Οι επιβάτες συνωθούνταν  χλομοί κι αμφίβολοι

Το λιμάνι καιγόταν σαν δένδρο Χριστουγέννων

Αλλόφρονες δρόμοι

Ανοχύρωτη πόλη  ψιθύριζαν  κηρύχθηκε ανοχύρωτη

Το βράδυ φύσηξε μια ορφανή πειθαρχία

Συναχθήκαμε σε σπίτια συγγενικά

Κι ακούγαμε τις ανατινάξεις να κλυδωνίζουν

Τα ξάρτια της νύχτας

Πλαγιάσαμε κατόπι  σε ένα πέτρινο μεταίχμιο

Πληγώσαμε τη σκέψη

Κάναμε υπόθέσεις

Μπροστά σ’ ένα γρίφο με αυστηρή θωριά

Αλήθεια πώς θα ξημερωνόμασταν

Κανένας δε φαντάστηκε

Κανένας δε μάντεψε

Κανένας

 

Η μέρα πουλήθηκε το άλλο πρωί στις οχτώ

Μα δε φρόντισε κανείς να παραχώσει λίγον ήλιον στο χώμα

 

Το γέλιο στέγνωσε

Τ’ αστέρια σκούριασαν

Τα δάχτυλα λιγοστέψαν

Στην καρδιά μας απλώθηκε ένας κάκτος

Νιώθαμε μόνοι   τόσο μόνοι

Λες και μας αρνήθηκε μια γυναίκα

Μια γυναίκα πικρή

Μια γυναίκα ακατάληπτη

Μια γυναίκα που χαμογελούσε

Κι όμως ψιθύριζε ανελέητα

Το όχι

 

ΘΥΜΗΣΗ  (σελ. 36)

 

Μεσάνυχτα   Στιγμή τελεσίδικη μ’ επιθανάτιο ένδυμα

Ειρηνικοί πελάτες ανοίγουνε την πόρτα

Με πρόσωπα οργωμένα απ’ το χιονόνερο

Δυο γυαλισμένα όργανα

Ικετεύουμε  τις διμοιρίες του ανέμου

Μ’ ένα πρωτάκουστο τραγούδι

«Ζητιάνα της αγάπης…»

Δίνουμε την εντύπωση σακατεμένου

 

(Αδελφέ

Ο έρωτας σπάταλα ξαχύονονταν από τ’ ακρώνυχά σου

Κι αμέτρητες φορές αποζήτησαν έναν αρσενικό σου σπασμό

Πώς μπόρεσες να πεθάνεις

Το ηχηρό τραγούδι σου δε θ’ αντηχεί

Στην τροχαλία των ημερών που θα προβάλλει

Ο κάμπος θα μένει πάντοτε αδιάφορος

Κι η τρίτη  Ιουλίου δε θα λείψει από το ημερολόγιο

Πώς χώρεσες

Στο ύστατο κρεβάτι που έσκαψες μονάχος σου

Τάχα τι μπόρεσες να πεις στερνή φορά

Στο ωρίμασμα της μέρας)

 

Απομείναμε ψηλαφώντας τη φλούδα του ονείρου

Ήμασταν μόνοι

Τα τραπέζια εγκαταλείφθηκαν γύρω μας

(από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ 1949)

 

ΞΕΡΑΜΕ ΠΩΣ ΘΑ ’ΡΧΟΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΡΑ  ΠΟΥ ΘΑ ΦΙΛΙΟΜΑΣΤΑΝ ΟΛΟΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

(ΠίΣΤΗ από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ 1949)

 

Που οι παπαρούνες θα σαλεύαν ελεύθερες στον άνεμο

Που τα βράδια θα πέφταν αργά γεμάτα καλοσύνη

 

Κι όμως η πίστη ποτέ δεν ξεφτούσε

Τις καταραμένες νύχτες

Κλεισμένοι στα σπίτια μας

Ακούγαμε τις τουφεκιές στους δρόμους

Να τρυπανίζουν την παρθένα ερημιά

Και τ’ άγουρα παλικάρια

Μπροστά στις μπούκες που θα ξερνούσαν το θάνατο

Τραγουδούσαν   έχε γεια καημένε κόσμε

Και πασπαλίζαν τα πρόσωπά μας

Οι στάχτες της καμένης Κλεισούρας

Και οι οιμωγές του Χορτιάτη

Και χαρίζαμε τις ελπίδες μας

Στους αξούριστους άνδρες

Που με τα κοντάκια τους χτίζαν τη λευτεριά

Και γράφαμε τότε την παράφορη οργή μας στους τοίχους

 

Έτσι

Ο ήλιος φαινόταν άρρωστος

Τα μικρά παιδιά δεν γελούσαν

Οι φάμπρικες στέκαν θλιμμένες

Όμως εμείς ξέραμε καλά

Πως θα έφτανε η μέρα εκείνη

Που ελεύθερες θα σάλευαν οι παπαρούνες στον άνεμο

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΜΑ  σελ. 40

 

Παραθαλάσσιο κέντρο

Καρέκλες  και  τραπέζια  ξέχειλα από κόσμο

Μουσική   χειροκροτήματα

Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά

Τα παιδιά τρέχουν

Τραγούδια

(Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)

 

Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια

Βραδιάζει

Οι εκδρομείς επιστρέφουν

Με λουλούδια

Με λιοκαμένα πρόσωπα

Χαρούμενοι

(Θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)

 

Άγγλοι αντιπαθητικοί

Ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες

Μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο

Άλλος  και  φεύγουμε!..

Λάμπες ασετυλίνης

Οι δρόμοι αδειάζουν

Κορμιά κολλημένα στους τοίχους

Λαχανιασμένοι ψίθυροι

(Νιώθουμε ξένοι

Νιώθουμε μόνοι   πολύ μόνοι)

 

Ποιος θα μας σώσει

Ποιος θα μας ξεκουράσει

Κατά πού να γυρίσουμε

(Είμαστε νικημένοι

Και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

(από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ 1949)

 

Τ ρ ί γ λ υ φ ο

«… ο εντεταλμένος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού

επεσκέφθη χθες το Γερμανικόν νεκροταφείον

ευρισκόμενον  τρία χιλιόμετρα έξω της Θεσσαλονίκης

και εξέφρασε τον θαυμασμόν του για την απλότητα του κοιμητηρίου

και τα καταπληκτικάς ευθυγραμμίας

τας οποίας σχηματίζουσιν οι πάλλευκοι πλάκες…

εδήλωσεν όμως  ότι το εις την είσοδον του κοιμητηρίου ανεωχθέν  «μπαρ»

αποτέλει μίαν αλληθή παραφωνίαν ταράσσουσαν… 

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ Μάρτης 1945)

 

ΣΥΝΤΡΙΒΗ  σελ. 45

(HELMUT W…  γεννήθηκε στα 1922   Σκοτώθηκε στα 1944)

 

Κείτεται τώρα ξαπλωμένος

κι αγναντεύει τις ευθυγραμίες

Που σχίζπυν το κορμί του κάθετα

Νέος είκοσι δύο χρόνων

Και τα ξανθά του μαλλιά θα σπίθιζαν στον ήλιο

Και στα μάτια του τα γαλανά θα διάβηκεν η επιθυμία

Και θα δάκρυζε το χώμα κάτω απ’ τα στέρεά του πόδια

Και θα ’σερνε τη μνήμη της μακρινής του πατρίδας

Είκοσι δύο χρονών

Και πλάι του    εκατοντάδες άλλοι

Μελετούν τις ίδιες ευθυγραμμίες

Και αναλογίζονται πως τα κουφάρια ους

Φκιαχτήκανε για σχήματα γεωμετρικά…

 

Είκοσι δύο χρονών

Το βάζο της ζωής σου κομματιάστηκε

Μες στα νεανικά σου χέρια

Και πρόωρα μουσκέψανε

Τα χρυσαφένια σου όνειρα

 

Κι ούτε ποτέ φαντάστηκες πως ανελέητα θα σε πύρωναν

Οι σκληρές ηλιαχτίδες

Και το κορμί σου θα έσμιγε

Με τα θλιμμένα δειλινά

Με τα καρτερικά βελάσματα

Με τα τζιτζίκια

Με τις χλιαρές βροχές

Και με το γαλανό ουρανό

Κι ούτε ποτέ θα σκέφτηκες

Πως ένα μπαρ θα ορθώνονταν σιμά σου

Που θα μαστίγωνε τ’ αυτιά σου με τραγούδια

Και χα χα χα  Εγγλέζων μεθυσμένων!..

 

ΘΙΑΣΟΣ ΤΗΣ  KRAFT  DURCH  FREUDE  σελ.47

 

Κι η νέα γυναίκα μίλησε

Ονομάζομαι Ούρσουλα Μπαχ

Τραγουδίστρια στην  K.D.F

Με σκότωσαν

Πάνω στα είκοσι τέσσερα χρόνια μου

Ήταν άνοιξη και λύγιζαν οι πόθοι

Και φούσκωναν οι αγέρηδες

Κι ατέρμονες βροχές οι επιθυμίες

Σ’ ανυπόταχτα πέλαγα

Οι ματιές αρμένιζαν

Χαράζοντας στα γλυφά νερά

Τις  νευραλγίες των ίσκιων

Εγώ τραγουδούσα

Κι η φίλη μου Χάνι  φον  Χαλ

Χορεύοντας  ξυπνούσε

Ορμές παντοδύναμες στην ψυχή του στρατού

Μια νύχτα

Οι σπασμοί μας ενώθηκαν

Με του τρένου

Το καυτό βαριανάσεμα

Με τις ράγες τις σπασμένες

Με τα ξεφωνητά

Και κατόπι αίμα  και  φωνές   αίμα πολύ

Κι ολοτρόγυρα

Σουβλερή ερημιά

Τραγουδίστριες  χορεύτριες   θεατρίνες του K.D.F.

Έξι γυναίκες μέσα στους εξακόσιους

Άλλοτε

Τι παλμός   τι ρίγη   τι ευαισθησίες

Τώρα

Όλος ο θίασος ανάσκελα ατενίζει

Του φεγγαριού  το αιώνιο ταλάντεμα

Και ξαπλωμένοι τριγύρω

Ανέγγιχτοι από πάθη  κι  αδιάφοροι

Οι στρατιώτες

Συντροφεύουν

Τον ήρεμο ύμνο σας

(από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ 1949)

 

ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ  ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΦΟΡΤΩΜΕΝΟ ΜΕ ΤΣΑΜΠΙΟΣΤΑΦΥΛΛΑ

(…  με αγριοτριανταφυλλιές  και  με βατόμουρα… )

 

Τούτο το καλοκαίρι   Θα σφύζει από παράνομους έρωτες   Στολισμένους με ανεμώνες   Κι οι κάτασπρες πλάκες   Θα κάνουν ηλιόλουτρο   Και θ’ αγναντεύουν τον ήλιο χωρίς ματογυάλια   Κι οι σάρκες τους θα πυρπολούνται   Και θα μαυρίζουν   Κι ο Herbert Navratil   Αξιωματικός των Ταγμάτων Εφόδου   Και της Αστυνομίας των Ες Ες   Απρόσιτος στη βλοσυρότητά του   Θα επιβλέπει   Την τάξη  και  την ακινησία   Η ζωή δεν τον θέλησε   Τον ξεπροβόδισε βιαστικά στα είκοσι ένα του χρόνια   Στέλνοντας το κατόπι του μιαν αίγλη   Και τα πλατάνια τον έκλαψαν   Και τα δάκρυά τους μπλέχτηκαν   Με τη θανατερή σιγή   Τώρα μάταια ψάχνει να βρει   Τ’ αργυρά παιχνιδίσματα   Τις ματιές του άσκοπα φιδοσέρνει   Στων ξανθών μπαλαρίνων τις γάμπες   Που μπροστά του χορεύουν   Και θλιμμένα στοχάζεται   Πως δεκάξι μέρες ακόμη   ΑΝ τον έλουζε ο ήλιος   Τα είκοσι ένα του χρόνια γιομάτα   Θ’ αντίκριζαν τη ζωή [ΑΣΥΜΠΛΗΡΩΤΗ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ (26  VII. 1923  - 10  VIII. 1944) από τη συλλογή του Κλείτου Κύρου ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ, Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής 1949, από τη συγκεντρωτική έκδοση: ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΕΝ ΟΛΩ – ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ 1943 – 1997, ΑΓΡΑ]

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2024

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ