Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

ΜΟΝΑΧΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΥΠΑΡΧΩ, ΜΟΝΑΧΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

 (… ο ταπεινός Ποιητής όπου ξοδεύει στήθος ως το θάνατο…)


Όλο χαμήλωνες τα μάτια εντός   και άνοιγες

τι δρόμους θε μου   μ’ ένα μαχαίρι γράμματα

Κι αναρωτιόσουν:

αν σχίσω το δικό μου στήθος

θα μ’ αγαπήσεις ύστερα σιωπή

ακέραιο στη μοναξιά μου;  

 

Όλο χαμήλωνες τα μάτια   χανόσουν   και λέγαμε:

θα σωθεί, δεν μπορεί

πάντα η ψυχή από τη μοναξιά της σώνεται

 

Κι έπειτα

εσύ γυρνούσες με το φευγάτο της σαρκός

και φώναζες μέσα στο πνεύμα:

κλείσε τα τζάμια

ω άνθρωποι   ξόδι θεού τα μάτια

 

Ο  Χαλ!.. 

Κάποτε τον γνώρισα   μετρώντας τα δένδρα στον κάμπο

Περνώντας στων καιρών τα αινίγματα

πάσχιζα να ξεχωρίσω τα δένδρα  

που καίγονταν γυμνά στο συνωστισμένο χρόνο

και να τους δώσω τη μνήμη

να μοιάσουν δένδρα της αγάπης

Τα δένδρα πόσο ατέλειωτα

και ο καιρός να χάνεται  μ’ όλα μαζί

και πιο κάτω   ν’ ακούγονται στη μνήμη

οι σπόροι μαύρων αισθημάτων

 

Εγώ φοβάμαι, μου ’λεγε

τώρα που γίνηκε η γη   πράξη της νύχτας π’ αγαπώ

Φοβάμαι προπάντων τους άμμους  

που κίνησαν από παντού   και σκέπασαν τη γνώση του θανάτου

Κρατήσου πάνω μου, ψιθύριζα…

Εγώ φοβάμαι, τρόμαζε   όπως την πρώτη φορά

που γλίστρησε το πρόσωπο στη γη

Τούτη η γη με χώμα   - χώμα   - χώμα  

σου πλένει τα χέρια   σου πλένει τη φωνή

τα πέντε δένδρα με σβησίματα

Αλήθεια είναι   πως ολάκερα βουνά γεννήθηκαν

πάνω στην καμπυλωτή του σάρκα

πόσο ανηφορικό το σώμα

και τα χώματα   γυρέψανε τις μνήμες

για την πείνα τους

 

Ο Χαλ!..

Σπέρμα  του χρόνου   που έκαιγε τα αινίγματα με φως

Μονάχα στα ποιήματα υπάρχω, μου ’λεγε

μονάχα   μες στη μνήμη του φωτός

 

Ω, έτσι ταξίδευε ο Χαλ

μονάχος ολομόναχος  δάγκωνε τον αέρα  

κι ο ήλιος έσκυβε   μες στο κορμί του να χωθεί

 

Ω, έτσι τον έφερα στη γη τα πόδια του

έτσι  και στην αυγή της απουσίας 

 

Γελώντας δυνατά   θρυμμάτισε του σώματος τα μάτια

κι οδήγησε το στήθος σε φωτιές   το λόγο ως το αίμα

 

καθώς

γεννημένος να καίει χιλιάδες αηδόνια

βάθαινε τις ετοιμασίες    στη σιωπή

αδειάζοντας το στήθος   μ’ αγγελικό σπαθί

 

 … ο ταπεινός ποιητής  

 όπου ξοδεύει στήθος   ως το θάνατο

[Ο ΧΑΛ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ  από τη συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ, εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ 2008]




Από την ίδια συλλογή και τα ποιήματα:  

ΣΤΟΝ ΜΙΛΤΟ ΣΑΧΤΟΥΡΗ και στον ΑΛΕΞΗ ΤΡΑΪΝΟ, μεθοδεύεται ο καιρός στ’ απαρέμφατα της κόλασής μας;

ΖΟΖΕΤ, Κατά το χάραμα ξαναγύρισα… 

ΜΙΑ  ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, Κι ήταν προς το χειμώνα που γυρίσαμε στήθος…

ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΗ, Δεν μπορούσε ν’ αλλάξει τα δυο μεγάλα μάτια της με μικρούς ερωδιούς…

ΣΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΜΟΥ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ, Πολύ πλήθος… και

ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ (Επίλογος)

 

ΜΕΘΟΔΕΥΕΤΑΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ  ΣΤ’ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ ΜΑΣ; 

(… ποιήματα από τη συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ αφιερωμένα στο Μίλτο Σαχτούρη και Αλέξη Τραϊνό…)

(Στο Μίλτο Σαχτούρη)

Πολλά βράδια ερχόταν σιγά   

στη μεγάλη εξώπορτα

τακ - τακ  - τακ  κι άρπαζε απ’ το τασάκι μου ένα τσιγάρο

κι έλεγε:   αυτό θα κάψει ζωντανούς

 

και γελούσε σαν τρελός

και γέμιζε τα σεντόνια μου   μελάνι

τους τοίχους με ποιήματα

 

Μου μιλούσε τότε

καθώς μ’ έπιανε απ’ το χέρι

για βαπόρια και ναύτες

για τις τωρινές άδειες θάλασσες

και το μικρό πουλί   που κελαηδούσε στο μπαλκόνι του

αλλά στα μαντίλια του κάτι άσπριζε από μέσα

και μου πάγωνε την καρδιά…

 

ούτε που ξαναφάνηκε    η τελευταία του διεύθυνση

 

(Στον Αλέξη Τραϊνό)

Κρύφτηκε το φεγγάρι

κι ούτε μια λέξη

για σένα   εδώ κάτω

 

ακούς;

 

ούτε μια λέξη   μισοσβησμένη

σε τούτη την πολιτεία  

με τα βαθιά υπόγεια   και τα μπορντέλα 

 

χτες   αυτοκτόνησες…

 

πνίγηκαν

ακόμα κι οι κουβέντες σου

μες στις φτυσιές

 

ΤΟ ΦΩΣ ΓΥΑΛΙΖΕ  ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΦΟΡΕΜΑΤΑ ΤΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ…  (8 – 6 2007  Θεσσαλονίκη)

… και στα σώματα   που είχαν το σχήμα των φεγγαριών

και μ’ έκαναν όλο να γελάω και να κλαίω

Τα σώματα

όλα λυγισμένα από το πάθος

όλα μελαγχολικά κι ελεύθερα

να βγαίνουν στα σκαλοπάτια της σκηνής   με τα μπράτσα

κι οι ίσκιοι ξετρελαμένοι

ανάμεσα στη γραμμή ελευθερίας

και στη φυλακή της τσέπης μας

 

Ήταν τα κορμιά πάνω στη σκηνή

που ξέχναγαν τα χέρια   και τα πόδια

κι έκοβαν το σκοτάδι  μ’ ένα βόλι

κι εγώ  

με τα κλάματα στη νύχτα   της μεταμόρφωσης

εγώ αδέξια    και γερτή

να σκοντάφτω στα χλιαρά μου χέρια

 

ΑΙΧΜΗ

Με ρώτησες χαμηλόφωνα:

«Μεθοδεύεται ο καιρός

στ’ απαρέμφατα της κόλασης μας;»

 

Και να που τα μάτια μου

ησύχασα

επωάζοντας θρησκείες ατσαλάκωτες

 

ησύχασα και την καρδιά

ανέλπιδα

ως θρήσκος της μαυρίλας

 

Μόνο το αίμα

θα χορεύω πάντα

ως σαρκαστής θεός

[από τη συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ, εκδόσεις Λιβάνη 2008]

 

ΖΟΖΕΤ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ 2008)

Ι

Κατά το χάραμα ξαναγύρισα   επάνω στο τραπέζι

εγώ η Ζοζέτ, που πάντα αποκοιμιέμαι

με το βάρος ενός μεγάλου ανέμου

στο ξύλινο σώμα

και με το θλιβερότερο καρπό

στο ρόλο του προσώπου

 

ούτε καν ένα αντικείμενο ξεχασμένο

να με περιμένει

να προσποιηθεί πως γλείφει τα σκόρπια μου κόκαλα

να φορέσει έστω το χρώμα μου

το κεντημένο με τη λέρα ετών

να διακοσμήσει κάποια του γωνιά

 

Ένας γύρος    και ξαναγύρισα εδώ κοκκινωπή

στο τραπέζι με το τέλειο σχήμα των τιποτένιων πραγμάτων

και δεν έχω πια ύπνο

στη μυρωδιά της πατούσας μου

 

στ’ αλήθεια είμαι η Ζοζέτ

που ήθελα ν’ αφήσω ίχνη

κι αλλάζω θέση στο τραπέζι

και παρακολουθώ όλη νύχτα κάποιον

που ίσως καθόταν δίπλα του

ναι, ναι   ίσως κάποιο φυτό δηλητηριασμένο

π’ αναρριχάται τον ύπνο μου που δεν ήρθε

να ξυπνήσει

το τραπέζι είναι ωραίο μέρος

έστω κανέναν δεν πειράζει

αχ η επιθυμία μου κάθε βράδυ

να με ξαναπιεί

να στραγγίζει μέσα μου

το παιδί που πέθανε και βρέθηκε λειψό

κάτω από τη σάρκα της Ζοζέτ

ΙΙ

Θα πουλήσω μια διαμονή

στις καθημερινές συνήθειες

την πιο βαθιά εξορία

στων ημερών μου τη σάρκα

 

Θα φορέσω   και τ’ άσπρο μου λινό

εκείνο που χαϊδεύει την καρδιά

με δίχως δαχτυλίδια

και θα κατέβω στα σταυροδρόμια του πλήθους

που επινόησα

 

Ξέρω πως η Ζοζέτ

σιγανόφωνα θα με δεχθεί στα γεύματα

χωρίς να μου ζητά μια σάρκα αθωότερη

στο παιδικό μου πρόσωπο   το σφαγμένο

 

Όμοια κι η ψυχή στο μάκρος του κορμιού της

γεμάτη μαστιγώματα παλιά

και υπογραφές από αγκώνες αρπαγμένους

 

Ω Ναι!, θα κατέβω πολύ κοντά

ως την άσπρη μου στιγμή

και θα καθίσω στα χείλη μου επάνω

μια στιγμή

και κανείς θνητός τη γεύση της

δε θα μπορεί να σπάσει

ΙΙΙ

Ο αέρας    κουνιόταν  ύπουλα στο δωμάτιο

με τις δυο γυάλινες πόρτες   και τον άσπρο τοίχο

που χιόνιζε όλο το βράδυ

Έβλεπα την ανάσα του

ν’ αγγίζει τις λίγες κουβέντες

που αιωρούνταν   στο λυγισμένο χέρι της Ζοζέτ

 

Μπορεί να τη σκοτώσει, σκέφτηκα

Ο άνδρας  

που σηκώθηκε σαν αέρας   επιθυμιών

θα τη σκοτώσει

αν αγγίξει την καρδιά της

…………………………

………………………..

……………………….

 

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

1

Κι ήταν προς το χειμώνα

που γυρίσαμε στήθος φωνή

και δεθήκαμε έξω από τον ύπνο

που μίκραινε – μίκραινε

και με κρατούσα χέρι γυμνό

και στη σειρά εξατμισμένα τα ονόματα

 

με κρατούσα και σε σφυγμό νοτιά

να κόβω το χειμώνα

κι έγραφα αδέξια στη μνήμη

το θέλημά σου έγραφα

 

Θα μου ’φτανε να τυλιχθώ φωτιά μες το κορμί σου

και να σου γράφω πέντε στήθη φλέβες

όμως ζητούσες να μπούμε σ’ όλα τα γραμμόφωνα

και να γυρίσουμε τη ρόδα

κοιτάζοντας τους άγγελους κλεισμένους

να τρέχουν φυλακή

 

Ξεχνούσες πως μέσα σ’ αυτά τα κουτιά

θα ξυπνούσαν και τα εφτά πατήματα

που πλήγωσε η λόγχη

και οι γεμάτες δυσπιστία φλέβες

 

Ξεχνούσες αυτά τα πράγματα

πως πιάνονται ψηλά βελόνα

και πεθαίνουν τους άνδρες και τις γυναίκες

μακριά από το χρόνο τους

 

Προφταίνουμε, σου φώναξα

ν’ ανοίξουμε ψυχή

προφταίνουμε να ζήσουμε

ακόμα να πεθάνουμε

 

κι ως το τέλος έτσι φώναζα

κι ο κάθε δίσκος στο γραμμόφωνο

στήθος βαρύ άλλου καιρού

2

Και τώρα που η φωνή

τόσο πικραμένη βγάζει έξω το σώμα   του νεκρού ανδρός

τώρα τι να τεντώσω στη νύχτα

που έρχεται και ανανεώνει μαύρους ελαιώνες

σάμπως για να ζεσταίνεται

Ως το κακό πνεύμα φτάνει   της πορτοκαλιάς

με το γεράκι ολόρθο να σεργιανά

στα πόδια του ουρανού

Τώρα που οι σιωπηλοί ίσκιοι   ανασταίνουν Θεούς

πώς να ζυμώσω στη φωνή   μια πόρτα

και στα γερμένα μάτια

φορά χααιρετισμού

 

Τώρα γλιστρώ σε θάνατο ανδρός

βαθιά

στην πίκρα αμετάδοτο

[από τη συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ, εκδόσεις Λιβάνη 2008]

 

ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΕΙΣ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ 2008)

Ι

Ίδρωνε τόσο πολύ

που δεν μπορούσε ν’ αλλάξει τα δυο μεγάλα μάτια της

με μικρούς ερωδιούς

κι αργότερα τη θέληση του Είναι

Αυτά, όλο κλαίγανε

όλο κολλούσανε πάνω της

στενεύοντας το μελάνι με τρεξίματα

Αλίμονο, τα φόρεσε γυμνά

κι έγραψε μέσα – μέσα

την ποίηση της μοναξιάς

ΙΙ

Κι έτσι γεμάτη ίδρωτα στο στήθος

θυμήθηκε το γύρισμα της δάφνης

ρυάκι πλάι η βροχή,

θυμήθηκε με σοβαρότητα τη χλόη

με πόσα μάτια δάκρυα

ξαναχορταίνει την αυγή,

έτσι την ώρα εκείνη

σχίζοντας αίμα τη στιγμή

ξεχύθηκε στο άδειο μονοπάτι

 

Έτσι δρασκέλισε και τα βουνά

με κυκλωτό το αίμα

για να γυρέψει λύτρωση

έτσι στα μάγουλα εστάθη

χωρίς τις άσπρες χαρακιές

 

Κι εχάθη…

Τούτη η κόρη

που γέννησε ποδήματα στα ύψη

ξυπόλητη εχάθη

κι όλος ο κόσμος

χρέωνε ένοχο βροχή

…………………….

ΙV

Τα μυστικά σου κόρη

εύκολα σμίγουν με το αίμα

εύκολα πέφτουν οι στιγμές μας

κουβεντιάζοντας

 

Μα εδώ

λες κι οι άνθρωποι σφίγγουν   τη μέση

μη βρέξει αίμα

καλοκαίρι

 

Εδώ

η σπλάχνιση σακατεμένη

κουδουνίζει

και μήτε π’ αγοράζουν

σώματα που πονούν

 

 

ΣΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΜΟΥ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ

α

Πολύ πλήθος, πολύ   άκρη – άκρη της γραμμής

χλόμιαζε τον τοίχο

και κανείς δε σου ’μοιαζε

 

Σε ζωγράφισα παντού

σ’ ένα συρτάρι τυχαίο

ανάμεσα της σκέψης και του λόγου

στην πόρτα   που άφησες ανοιχτή

και τρέχει η η βροχή των  δρόμων

στο πάτωμα

ακόμα και στον τρόμο που φέρω    από παιδί

τράβηξα πινελιές

 

Σε διάλεξα

ω μπάσταρδε λυγμέ

και σε ζωγράφισα

όμως δεν αγαπιέσαι   ούτε από τους τοίχους

β

Ζωγράφισα κάμποσους πίνακες στη ζωή μου

κι όλοι χλομοί στης φαντασίας μου τον κίνδυνο

να γεννούν την αίσθηση γυναίκας

που φώναζε απ’ τα μάτια της η μοίρα:

ω εσείς με πονάτε βαθιά   με τη σκληρότητα του σμάλτου

 

Και στ’ αλήθεια

οι πινελιές, ακέραιες ωδίνες

κι ανάμνηση μαζί

 

Όλες οι πινελιές

σκουρόχρωμες στου πόνου της την τρύπα

και το κορίτσι, που κοιμάται το δικό μου ύπνο

να μένει στην εικόνα

και να χαϊδεύει την πληγή

 

Ξέρεις πια οι πίνακές μου

έχουν δύναμη μόνο στα μάτια αυτού του κοριτσιού

που ξέμαλλο αχνοτρεμίζει και γεννάει

εφτά χιλιάδες και μια νύχτα

το πάθος του να ξεπληρώσει.

[από τη συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ, εκδόσεις Λιβάνη 2008]

 

ΚΙ ΕΣΥ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΣ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΡΩΤΕΥΕΣΑΙ Ν’ ΑΠΟΣΤΗΘΙΣΕΙΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΤΗΝ ΑΦΗ…

(… τριλογία του τέλους…  επίλογος  στη συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ, εκδόσεις Λιβάνη 2008)

Θα ’πρεπε να ξεχάσουμε κάτι στην κατάληξη του Ποιήματος   Όχι βέβαια το άλφα ρτου άγιου θανάτου   που φουσκώνει και ξαναφουσκώνει τις φωτιές   και παίζουμε μελόδραμα   Ίσως κάτι ανάερο της τρυφερόττητος   ανάμεσα στο άλφα και το ρο   Θες με δική σου λεπτομέρεια   θες με δικό μου καταγόμενο   Όμως, να λησμονήσουμε κατάληξη   τώρα που είμαστε (1)   Τώρα που το κορμί σου δεν απέχει καθόλου από την ύλη της δωροδοκίας   θα τάξω την άβυσσο στο παιχνίδι   Την ερωμένη άβυσσο της αποκάλυψης δίχως τη μήτρα της να βγάλω   Αγάλλομαι, θυμήσου όταν με δελεάζουν στο κορμί δολοφονίες σπλαχνικές   Για το κακό του έρωτα αρκεί!..  (2)  Να βγω στους δρόμους με κυκλοφορία αίματος προς όλες τις κατευθύνσεις   να βγω μια πολύωρη γυναίκα   κι εσύ που αγαπάς τόσο πολύ τα πράγματα που ερωτεύεσαι   ν’ αποστηθίσεις πεταλούδας την αφή   Να βγω με σταγόνες έρωτα στα γόνατα   να κατηφορίσουν πάνω μου   μεγάλες χηρείες της ζωής   και το χειρότερο   μία βαρύτητα από το δαίμονα της νίκης   Αλήθεια, θα ’θελα να βγω έτσι ανάποδα στα σκληρά σας πορνεία δεν είναι παράξενο;   έτσι ανάποδα επάνω σας τον έρωτα να ξεχειλώσω (3)  και ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Όλες οι μνήμες πια θε να πάρουνε τέλος   Καθώς προβάλλουν όπου κοιμούμαι και υποφέρω ανωφέλευτα απ’ τη φριχτή μου Ποίηση ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ 91    [στίχοι από τη συλλογή της Κατερίνα Κατσίρη ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ, εκδόσεις Λιβάνη 2008]

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2022

ΑΟΡΑΤΑ ΤΟΠΙΑ ΛΕΞΕΩΝ για το ΑΘΩΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ

 (ποιήματα Κατερίνας Κατσίρη για τη Ζοζέτ)


μια γυναίκα καθαρόαιμη στο δανεικό της σώμα,

δένοντας τις συλλαβές αγγέλων με θεούς,

περιδιαβάζει τις αλήθειες    μοιράζοντας αλλιώτικα το θάνατο

μια γυναίκα που ερωτευμένη ωριμότητα

αγκάλιασε ανάγλυφη συνείδηση

και οι δοτικές όπου τη μάτωναν

ίσα τσεπώνουν τώρα τη ρέουσα ορμή της:

και το φεγγάρι υψώνεται σαν άνθρωπος

και η δύναμη που λέγεται αλήθεια

στη  μοβ  λυμένη της ιδέα σμίγει αίσθημα παράφορο

για το μύθο του ζωγράφου που αγάπησε

 

Αχ, να στερέωνε ο «άνθρωπος» τη θέση του

πάνω σ' ένα σημείο της Ζοζέτ

να γινόταν όραση και αίσθημα

και στίχος που ακουμπά παντού

να βλέπαμε απόκριση από την τέχνη

κι απέναντι δυο πράγματα μαζί:

τη Ζοζέτ του άλλου νου   και τις διαθήκες που πιάστηκαν λοξά   σε μια σιωπή της

να γίνονται πάλι χωράφια και βράχοι

κι ο χρόνος που διαστρέφει τέτοιες βαρύτητες

κλειστός στην πέτρα να τελειώνει

κουβαλώντας ήλιο από μαύρο αίμα

πώς λένε τα μάτια θάλασσα ή φωτιά

δυο δρόμοι ακουμπούν στις πόρτες της επάνω:

ο έρωτας και ο θάνατος

 



ΕΚΑΤΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΟΖΕΤ

1
Η μάνα χρωματιστή στ’ αόρατο
και περιμένοντας να συναχτούμε όλοι
σε πλήρες πεντάλεπτο μεσημεριού
και η Ζοζέτ,
που όταν ήμουνα μικρή
απαγχόνιζε τις μισολιπόθυμες αποστάσεις
στην αδράνεια του νου και μου ’λεγε με σοβαρότητα:
«Εγώ θα σπάσω
τα θηλυκά τους συμπεράσματα
θα σπάσω τις ανώφελες οράσεις
μα προπάντων το θάνατο στην εκμηδένιση»,
να μου εμπιστεύεται αιφνίδια το σώμα της
και ν’ αποπλέει σ’ εκκρεμότητα
διαστέλλοντας το αύριο

Να μου εμπιστεύεται
τον τόπο
τα πουλιά
που αποδείχνουνε τον κόσμο ποίηση
φεύγοντας απομόναχη
σαν λήκυθος

2
Βυθισμένη πια η Ζοζέτ
στ' αριστερά του αναλυμένου κινδύνου
το ραδιόφωνο δυναμώνει εκκωφαντικά
και η φωτιά να βλέπει από δυο όψεις
Γυναίκα καθαρόαιμη    στο δανεικό της σώμα
περιδιαβάζει τις αλήθειες
μοιράζοντας    αλλιώτικα το θάνατο

3
Την είδα τούτη την εικόνα της  ασπρόμαυρη,
που δασκάλευε στην όραση την ταχύτητα
κι ύστερα π’ έτρεχε προπάντων να προλάβει
της συγκινήσεως το άσπρο
κι εγώ να γράφω τεντωμένη
γι’ αυτούς που έχει πλάσει
στο μηδέν

4
Σας μιλάω με ενόραση διαστέλλοντας
τα σπλάχνα της
που ερωτευμένα ωριμότητα
αγκάλιασαν ανάγλυφη συνείδηση
και με τα χέρια της
τρέχοντας άνθρωπο καιγόμενο
εκείθε των θνητών
και του θεού που απουσιάζει

5
Σ’ εκείνο το πεπρωμένο που οδοιπορεί
τι πόδια χρειάζεται για τ’ αποστήματα
του κόσμου
τι σύμβολα αντίδοτα
βαθύτερα του πόνου;
Τώρα που κόβει μόνη της το χρόνο
με ποιες καρφίτσες να πληρώνει
τα έρημα που υπάρχουνε στο αίμα;

6
Υποθέτω πως δεν υπάρχουν πια
αρτηριακά φιλάσθενα
όπως εκείνη η ψυχολογική τυφλότητα
που απερίσκεπτη την αλυσόδενε
στο αίμα
να ρητορέψει τη δική της Παναγία
Υποθέτω πως τα θνητά ψευδώνυμα
απουσιάζουν
κι οι δοτικές οπού την μάτωναν
ίσα τσεπώνουν τώρα
τη ρέουσα ορμή της

7
Ω πως γλιστρά αθέατη
από τα χαραγμένα πράγματα
και του ανέμου, δένοντας
τις συλλαβές αγγέλων με θεούς!
Με ταπεινούς υπαινιγμούς σβήνει το πρόσωπο
και το βάρος απ’ τα νεανικά της στήθη
μεταμορφώνεται αλλιώτικα
Ξάφνου τα έχει όλα!
Και το φεγγάρι που υψώνεται σαν άνθρωπος
και δύναμη που λέγεται αλήθεια

Ω σιγουριά και άνοδος της ύπαρξης!
Εμείς ποτέ δεν θα ’χουμε αέρα…

8
Περνά τα όρια της ψυχής πια η Ζοζέτ
και αιωρείται παράξενα η σελήνη
στο σώμα της
με δίχως θραύσμα θάνατου

Η μπλε σελήνη της σκοτεινής καλύβας της
όπως κι οι δυο μορφές
που ταίριαζαν της φαντασίας μας

Μονάχα του σπαθιού το μήνυμα
Στης μάνας της τη κίνηση

Αυτό να γίνεται ο τριγμός
στην άκρη του ματιού
αυτό αποκαλύπτοντας
την άρρωστη οδύνη
του παραδείσου της προσωρινής μας γης

9
Μ' αρέσει να διηγιέμαι για τη Ζοζέτ
πώς συνδράμει αέναες εισπνεύσεις
σε μυριάδες ύπνους
Κοιτάχτε πόσα μικρά ουρλιαχτά
αστάθμητα στο αίμα
δονούνται ωσάν αλαζονείες
να την ξεκοιλιάσουν
μέσα σε κυλινδρούμενο καπνό

μα κείνη λίγο πιο πάνω
να τους ξεφεύγει ψιθυρίζοντας:
ανάθεμά σας
σας κατάκαψα
ξοφλώντας σάρκα με τη σάρκα
ανάθεμά σας χάροι
τον ξαφνικό μου θάνατο κατάκαψα

10
Είναι αλήθεια πως έγραφε μισή γυναίκα
τέλεια αποκτημένη της σάρκας της
και βράχος σύμβολο απ' τα φανερωμένα πράγματα
Αυτός ο σκληρός βράχος
με την κόκκινη κίνηση του χρόνου
και το βόρειο μπλε της μνήμης

Βράχος και γυναίκα
που ανταμώνουν ένα λεπτότερο ον
στη μοβ λυμένη τους ιδέα
ή σμίγουν αίσθημα παράφορο
για το μύθο του ζωγράφου που αγάπησαν

Ένα ζωγράφο κοκκινογάλαζο
από μαλλιά
και χρώμα στιγμιαίο της λαλιάς
που τις συγκλόνισε σαν ταιριαστό ειδύλλιο

Αυτό το ζωγράφο ερωτευθήκανε
η μία είκοσι ετών
κι ο βράχος μέσ' στο σώμα του
να υπερβαίνει τις αιχμές του πόνου

Λες κι ήταν έννοια μοναχά
που βγαίνει από θαμμένα βράχια
ή ακόμη από ανθρώπους φτωχούς της απελπισίας

Αχ Αλίμονο, τέτοιο πόνο
γυναίκα και βράχος εκδηλώσανε στ' απόλυτο
κι αγνόησαν τα πράγματα
που περιέχουν άλλους χρόνους

Είναι αυτός ο πόνος στα ποιήματά της
που ανέρχεται σαν έμμονη ιδέα
και κατατρίβει με λευκή φωτιά
τους άλλους χρόνους που μιλούν γι’ αυτήν

11
Ο πόνος είναι ανθρώπινος
πολύ ανθρώπινος για το θεό των μεγάλων δασών
γιατί αυτός δεν κατέχει φαντασία
ούτε τον πόνο της γέννας
στο σώμα του

Αλλά η Ζοζέτ το ήξερε.
Από παιδί της μάνας της το ήξερε
πως είναι θέμα αθωότητας
να μείνεις γυναίκα μπλεγμένη με το δάσος
δίχως τη φαντασία σου να χάσεις

12
Πόσες φορές
στο χαμηλό της μέτωπο
έλυσε τις εννιά ημέρες
από το γάλα της απόγνωσης
Με αιφνίδια εμβάθυνση του πόνου
να ακολουθεί της γέννησης το πένθος
ή μ’ ένα θάνατο να ανασταίνει
και τα πενήντα ορφανά της

Κι έτσι να γίνεται αγνή κι αθώα
στα μπράτσα που ζυμώνει τα παιδιά

13.
Μια φωνή χρειαζόταν !
Ακριβώς τη μπλε φωνή
που μεταλλάζει τ’ ανεξόφλητα
στο βράχο των αποχαιρετισμών

Αν υπήρχε μ' επιτήδευση
στη διαφορά της
ω πόσο θα 'τρεμε η ρήξη των ονείρων
απάνω στην υγρή εσάρπα της
Πόσο θα εκπλησσόταν και ο χρόνος
που θάφτηκε με κόκαλα μαρτύρων
για την εικόνα του ανθρώπου

...............  .......................

17.
Απειλήθηκε με τον έρωτα τόσο πολύ
κι ας έμοιαζε στα πέλματα παιδί
που μεγαλώνει σε πηγή θανάτου
Απειλήθηκε όταν την άγγιξε
από τους ήχους της ύλης
κι ας έλεγε το βάρος του κορμιού της
δεν έχω πεπρωμένα στήθια
να σύρω πάνω τους τα ρίγη

Και πονούσε η μικρή γυναίκα
να μάχεται το φεγγάρι
που μεταμόρφωνε ψηλά
τον ουρανό σε έρωτα
και να πνέει ο έρωτας ώρες κινδύνου
κοντά της
όπως κι ο θάνατος
που χάθηκε
...............


21.
Κι εδώ, σ' αυτό το κακό που όδευε
ο μοιρασμένος κόσμος
και χάνονταν οι λεπτομέρειες του νου
προσπάθησε να θυμηθεί μια λέξη
που ντύθηκε μια φορά
από της μάνα της τον κόρφο

Μια υπέροχη λέξη
που εκδηλώνεται μέσα στο απόλυτο
του εαυτού,
κι ο εαυτός της
δεν είχε μυστικά από τις βαθιές συλλαβές

Παρόλο που η ενθύμηση χωρίς μεταφορές
με κατανόηση συμπλήρωσε το χρόνο
κι έγειρε στην απόσταση του γένους της
Στερέωσε και όραση αισθήσεων
από τον κύκλο
των πατέρων της
κι εκραύγασε τη θέση του ανθρώπου

Κι όπως λύθηκαν ξαφνικά όλες οι λέξεις
στην αρχή της σύλληψης
του θεού και των ανθρώπων
μια πίστη άγρια μικρή
κοκκίνισε το θάνατο και τις γεννήσεις

Ω Θε μου!
μη δίνεις όνομα σ' αυτή τη λέξη
μη δίνεις όνομα σ' αυτή την πίστη
μη δίνεις όνομα στην προφητεία

22.
Κάποια μέρα
που μόνο η σιγή θα πλάθει τη φωτιά
στον κήπο μου
θα προδώσω τα πέντε μάτια της που εναπόθεσε
τούτη την πίστη

θα την κρεμάσω παντού

Στις σκιές
που αφουγκράζονται το δωμάτιό μου
και δακρύζουν
στο μνηστήρα κοίτα που βάλανε
καίγοντας μιαν ιδέα μου
και ’φυγαν όλα τα χελιδόνια

στο τελευταίο αντίο
που έπλασε ο μύθος
των θεών

Και στην καρδιά μου

Αχ στην καρδιά
που γκρέμισαν οι κόσμοι
αρνούμενοι την προφητεία

23.
Θα μπορούσα να περιγράψω
ολόκληρο το παρελθόν
στα ρυτιδώματα του ηττημένου χρόνου σας
Θα μπορούσα, το ελαφρύ της ένδυμα σαν τύφλωση
να βγάλω
πιο λάγνο κι από τις ασέλγειες
που ακονίζεται το αίμα

Και να φυσάω διαρκώς βροχή
που απλώνεται σε μια γυναίκα
κι ο εαυτός της ακουμπά
σε δυο μορφές αλήθειας

Και πραγματικά
με τη βοήθεια του δαίμονα
θ’ ανάσταινα πρωταρχικά το νου
και όλους τους λειωμένους οφθαλμούς της
σε κάθε διότι της οδοιπορίας σας

Και τίποτ’ άλλο
σε ορθία στάση

Μονάχα τον καιρό της ακηδίας

24.
Εσύ, που ειρωνεύεσαι
με ακηδία τις στιγμές της
και θανατώνεις τη μοναχική της χρείαν
χρίεσαι έννοια μισή
του είμαι και γνωρίζω

25.
Το Είναι που ποίησε η Ζοζέτ
μπορεί να συγχέει την άνθηση των πετάλων
και τους ιριδισμούς
απ’ τα ωραία χείλη μιας επιθυμίας

Μπορεί να συγχέει και τις ανθρώπινες φρίκες
με τις ροές των υπονόμων
που πάνε τα φύλλα, τον ήλιο, τους μήνες, όλα
σ’ ένα γλιστερό ανακάτωμα

μα η δύναμή της χνωτισμένη
από του αόρατου το απόλυτο

Και η ζωή
Κι ο θάνατος
Μονάχα ένα τέχνασμα
Πολύ κοντά της φαντασίας

50.
Καθώς ο νότος επερχόταν
από το σίδηρο στην πέτρα
το ψεύδος απ’ τον κόσμο των ανθρώπων
κηλίδωνε σιγά σιγά το σώμα της Ζοζέτ
Να την αδράχνει στο δάχτυλο με το δαχτυλίδι
του νου
και να τη σέρνει στα μεταβλητά
εφτά φεγγάρια ασελγώντας
επάνω στη θηλαστική τους σημασία
Ξέστρωσε όλες τις μορφές
στα χείλη
και απ’ τη δεινή της φαντασία
με τρόπο ύπουλο τη σκέψη

51.
Και η Ζοζέτ,
ισορροπώντας στο ανέγγιχτο της σκέψης
ξανοίχτηκε στη γη της σύλληψής της

με ήχο που τεμάχιζε τη νύχτα
του μαχαιριού αιμάτωνε την άκρη
με φόνους για το ψεύδος του πλευρού της

κι ύστερα με σκληρότητα
απ' τη σκληρότερη ψυχή
στο σύνορό της ξέπλυνε τους φόνους
ίσως και το σημάδι
από τα χέρια του θεού

προχώρησε τόσο βαθιά
που έσμιξε τον τρόπο του θανάτου
στα όρια των φόνων του θεού

98.
Ας έρθει τώρα μονολογούσε
ταραγμένη η Ζοζέτ
από το νόημα της απελπισίας

Ν' αρχίσει ξανά και ξανά η γέννηση
ερμηνευμένη
στο μυαλό της γυναίκας
με τον κίτρινο νου
και τις διάφορες φωνές από τα πνεύματα
Ας έρθει μέσα στο αίμα
που δεν διακρίνεται καλά το απόλυτο
κι η μάνα χαϊδεύει όχι το τέλειο μωβ
ούτε τον εαυτό της
Του δολοφόνου τον πατέρα
και τους δυο άλλους γιους
που καθυστέρησαν του χρόνου το σφυγμό

Αχ, έλα τώρα με μιαν εμμονή
λεπτή γνώση
να διαβάσω την προφητεία
στο ένατο ποίημα του χρόνου

99.
Επειδή η φωνή της δεν ήταν πια δική μας
κι ο αέρας του κανενός
σκέπαζε ακόμα τη λίμνη που τη σκοτώσαν
αρπάξαμε το αίμα απ' το φεγγάρι
και φτιάχναμε ανθρώπους των ανθρώπων
Τρεις τέσσερις που στοχάζονταν να ζήσουν
μ' αυτή την καταγωγή
και μόνο έναν απ' του χάους τις ιδέες
Αυτός ο ένας
ήταν η πίστη
για το λύσιμο του στίχου
Αυτός που θ' άγγιζε τα πράγματα
συντονισμένος στο μηδέν
και θα ικανοποιούσε τα τελικά άσματα
Και τα αισθήματα
που κυκλοφορούν σε μια θέση του κόσμου
και δείχνουν χρόνο της ζωής
από το θάνατο
Ο άνθρωπος
των δυο αναπνοών
ισότιμος της μνήμης του θεού

100.
Αχ, να στερέωνε ο «άνθρωπος» τη θέση του
πάνω σ' ένα σημείο της Ζοζέτ

να γινόταν όραση
και αίσθημα
και στίχος που ακουμπά παντού
να βλέπαμε απόκριση από την τέχνη
κι απέναντι δυο πράγματα μαζί:
τη Ζοζέτ του άλλου νου
και τις διαθήκες που πιάστηκαν λοξά
σε μια σιωπή της
να γίνονται πάλι χωράφια
και βράχοι
κι ο χρόνος που διαστρέφει τέτοιες βαρύτητες
κλειστός στην πέτρα να τελειώνει

Τον ξέρω αυτό το χρόνο
που κρύωσε τα βιβλία και το ψωμί της

Πρώτα έσκαψε μιαν άγρυπνη νύχτα
χωρίς το φεγγάρι του εαυτού της
κι έπειτα άλλη μία
κι άλλη μια ξένη
και η ψυχή που στήριζε τα χρόνια έπεσε

Αυτό τον άνθρωπο του χάους
σκέφτομαι συνεχώς

Να 'ρχόταν άδειος - άδειος από γη
να βλέπαμε σωστά τον εαυτό της

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

  (Παραμονή της μακρύτερης μέρας αποσπάσματα από την 3η ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966) Α Ο μεγ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ