Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΕΙ ΜΕΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΛΥΚΟ ΤΟΥ

 (3η ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ  20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026)

Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς

βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο

να στεγνώνει (Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

 

Αυτό που θυμάμαι είναι οι ξάστερες νύχτες με παγωνιά

και τα ρούχα που ξύλιαζαν κρεμασμένα στο σύρμα,

η μυρωδιά τους κι ο ήχος τους όταν τα ’πιανες κι έκαναν κρακ!..

 

Τότε δεν ήταν λέξεις για να τα πεις αυτά,

για ήχους και μυρωδιές και για τ’ άλλα που ένιωθες,

για τις γωνιές του υπογείου όπου έβρισκε τόπο και τρόπο η φύση σου∙

τότε δεν ήταν έγνοια γι’ αυτά.

Άκουγες μόνο και οσφραινόσουν  και  λαχτάριζες

κι ούτε που σου ’φτανε ο νους ν’ απορήσεις από τι είναι φτιαγμένες

αυτές οι στιγμές

να λογιάσεις τα σημάδια που θ’ άφηναν μέσα σου.

 

Σε αγρύπνιες αφώτιστες περιμένοντας τον πατέρα να έρθει – από πού;

Απ’ το ’47,  απ’ το ’48,  απ’ το ’49 πολύς ο δρόμος∙

ο πατέρας όμως ήταν εκεί με τη γκρίζα τραγιάσκα  στα εξόριστα χέρια του,

άνοιγε η πόρτα  και  ήταν εκεί,  μα εμείς περιμέναμε όλο να έρθει.

 

«Κοίτα μην πάθεις τα ίδια κι εσύ»,  μου ΄λεγε η μάνα μου χρόνια μετά.

Δεν έπαθα τα ίδια.

 

Επειδή έτσι γίνεται και μες τον καθένα υπάρχει και μια άλλη ζωή,

εκείνη που αλλιώς αφηγείται,

σαν για ν’ αρνείται αυτή την οποία ομολόγησε πατώντας στη γη

ή, σαν για να βρίσκει μισοσβησμένο στα τείχη

το αμνημόνευτο όνομα του βασιλιά της Ασίνης,

ψηλαφώντας στην πέτρα ό,τι δεν χάθηκε απ’ ό,τι έχει χαθεί.

 

Επειδή έτσι γίνεται και απόψε που τόσο γαλήνια δύει ο ήλιος

και αφήνει το φως του στα μαλλιά των ωραίων παιδιών,

κάπου στο ανάμεσα της χαράς  και  της ήρεμης λύπης, απόψε

ποια ζωή αφηγείσαι;

 

Ήμουν παιδί όταν άκουγα εμβατήρια στο ραδιόφωνο,

διαγγέλματα για ιδανικά και για την αναγέννηση του έθνους.

 

Κι ήμουν ο έφηβος που κλωθογύριζε άπραγος έξω

απ’ το ημιυπόγειο της Φωφώς,

όπου μετριόνταν ανδρισμοί  και  ριμαδόροι μαθητές  θα το πω,

θα το πω στην πουτάνα τη Φωφώ,

παραφονούσαν.

 

Ήμουν ο νέος που βάδιζε αστοίχιστος μες στους σχηματισμούς της ιστορίας,

Κι ας βάραινε στον δρόμο η ψυχή μου κι έπαιρνε ν’ αποκάμνει.

Κι ας έβλεπα να πέφτουν απ’ τα ύψη τους των επιθυμιών μου τα πουλιά.

 

Αυτό που θυμάμαι είναι το Τμήμα Μεταγωγών

με το ατσάλινο πλέγμα στα χαμηλά του παράθυρα,

τη μάνα να σταλιάζει μπροστά στο φυλάκιο με το ψωμί και τ’ αυγά

τυλιγμένα στην άσπρη πετσέτα,

τις λέξεις που απόμειναν για να μας πεις αυτά.

[δέκατη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

με εικόνες μεικτής τεχνικής και βινιέτες του Σταύρου Παναγιωτάκη

εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 


ΑΝ ΕΣΤΩ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΡΑΤΟΥΣΕΣ ΠΑΛΙ ΣΤΗ ΧΟΥΦΤΑ ΣΟΥ ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ ΕΚΕΙΝΟ…

(ενδέκατη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα) 

…προτού του σφίξεις λίγο παραπάνω το λαιμό∙

αν γύριζες πίσω έστω και μία απ’ τις πέτρες που έριξες  έως θανάτου

σ’ εκείνη τη χελώνα στον θαμνότοπο, καταμεσήμερο μιας άρρωστης σκοπιάς∙

αν έμενες πλάι της  εκείνο το βράδυ, έστω και που δεν το’νιωθε

πως είσαι κοντά της, 

 

τότε δεν θα σε τρόμαζε η σκέψη ότι αυτό που τώρα θυμάσαι

είναι σαν το γρατσουνισμένο σημείο όπου πηδάει πάντα η βελόνα

σε έναν δίσκο βινυλίου τριάντα τριών στροφών

ή σαν το μονόλογο του ηθοποιού που γυροφέρνει πάνω στη σκηνή,

παγιδευμένος στο σκηνικό ενός  δάσους που δεν ξέρει πώς να διασχίσει.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και οι τοίχοι σου ολοένα στενεύουν

και ολοένα βαραίνουν στο στήθος σου όσα έργα σου αλάφραινε ο νους,

και μέσα σε τούτο το δάσος ακούγονται οι ψίθυροι

που ξεκολλούν απ’ τις φτέρες:

 

«Πέρασε τόσος καιρός και δεν έμαθες ακόμη τα λόγια σου,

μπήκες σε τόσα μονοπάτια  και  ξέφωτο ακόμη δεν βρήκες».

 

Επειδή έτσι γίνεται και κάτω από τούτα τα δένδρα

που σκιάζουν τη γλώσσα σου,

πώς να μπορέσεις να μιλήσεις για τα κομμάτια του σπασμένου σου αγγέλου,

που δεν κατάφερες να ενώσεις ξανά,

 

για μια θητεία που σε ακολούθησε,  απεκδυμένη τη στολή του εαυτού σου,

τότε που μέτραγες τη γύμνια για στολή,

για το στόμα που έμεινε ορθάνοιχτο,  σαν ένα στρογγυλό μικρό παράθυρο,

ίσα – ίσα, λες, για να φωτίζεται ο δρόμος του θανάτου.

 

Αν έστω για μία φορά ξόδευες την ψυχή σου στην πίστη

πως το ποτάμι δεν κυλάει μονάχα προς τη θάλασσα

κι ότι μπορείς να πιείς νερό από το διάτρητο πιθάρι των Δαναΐδων,

αν έστω για μία φορά σκόρπιζες την ψυχή σου κατά τους δαίμονές της,

 

τότε πώς θα σου έμοιαζε δικό σου εκείνο το παιχνίδι της Ναστάσιας Φιλίπποβνα,

να ομολογήσει ο καθείς μες στο σαλόνι της  την πιο ένοχη πράξη της ζωής του!..

Πώς θα σε σπάραζε, σαν να ’τανε δική σου,

η απροστάτευτη αλήθεια του άδολου πρίγκιπα Λέοντα Νικολάγιεβιτς!..

Τότε πώς θ’ άφηνες να γίνουνε στο τζάκι πυρκαγιά

τα εκατό χιλιάδες ρούβλια του Ραγκόζιν!..

 

Επειδή έτσι γίνεται  κι  όποιος μπει στο δάσος  δεν φοβάται το λύκο του,

κι όποιος μείνει στο δάσος γίνεται ο λύκος που γερνάει κυνηγώντας τον φόβο.

 

ΓΙΑ ΘΥΜΗΣΟΥ ΤΟ ΒΡΑΔΥ,  ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΣΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ…

καθισμένοι με τα πόδια να κρέμονται στο ακαγκέλωτο ακόμη μπαλκόνι

του πλαϊνού γιαπιού,

πόσο σπουδαίο ήταν που στο τζαμπαντάν  χαζεύαμε

τους Γενναίους του Μπρανκαλεόνε 

στο θερινό  Σινέ «Άλεξ» της γειτονιάς!..

 

Για θυμήσου τα γιούργια μας στ’ οχυρωμένο ύψωμα του Βουλγαρικού,

που πάντοτε επιστρέφαμε μες τα αίματα,

με ρημαγμένα τα σπαθιά και τις ασπίδες∙

για θυμήσου Μιχάλη!..

 

Κι αν τότε δεν ξέραμε ποιος είναι ο Βιτόριο Γκάσμαν

κι ο αστείος Τζιάν Μαρία Βολοντέ

κι ότι οι γενναίοι του Μπρανκαλεόνε είμαστε εμείς

στις στιγμές της δικής μας επικής εκστρατείας,

ξέραμε όμως  πως ο τυφλός με το ακορντεόν στην Εγνατία

δεν είχε δει, και δεν θα έβλεπε ποτέ του, τ’ αστικά  λεωφορεία

που έκαναν στάση δυο βήματα μόλις μπροστά του,

ούτε το θρυλικό «Μαγαλέξανδρο»  του ΠΑΟΚ Γιώργο Κούδα

που στεκότανε δίπλα του

στην είσοδο του προποτζίδικού του .

 

Κι αν γυρέψαμε περισσότερα παραμύθια απ’ όσα μπορέσαμε να πιστέψουμε,

είναι που ο χωματόδρομος της Στρατηγού Μακρυγιάννη στρώθηκε με άσφαλτο

κι η υδροφόρα του Δήμου  δεν κατάβρεχε πια

και το παλιό διώροφο του Σωτήρη δόθηκε αντιπαροχή∙

 

είναι που ο θυρωρός μας ο κυρ-Θόδωρος

πιάστηκε κλέβοντας βαλίτσες στον Σταθμό

κι ο Στέλιος με τον Άκη γύρισαν το πρωί απ’ την Ασφάλεια

με σκισμένα τα χείλη  και  πρησμένα τα πρόσωπα.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι ενώ τώρα γύρω μας πυκνώνει το πένθος

κι οι στρατιώτες του κόσμου σημαδεύουν με τα όπλα τους τα παιδιά

που δεν έχουνε ακόμη γεννηθεί,

κι ενώ η ιστορία του κόσμου σβήνει ένα – ένα τα παλιά  της φαντάσματα

για να γραφτεί απ’ τα καινούργια της φαντάσματα ξανά,

 

έρχεται από ψηλά ένα αεράκι που φέρνει μαζί του

τις μυρωδιές του ανθόκηπου απ’ την αυλή του σχολείου μας,

το χειροκρότημα στη γιορτή της 25ης Μαρτίου,

τότε που εσύ έπαιζες τον ήρωα Οδυσσέα Ανδρούτσο στο Χάνι της Γραβιάς

κι εγώ – για θυμήσου Μιχάλη –

όχι, δεν ήμουν ο «Ωραίος ως Έλλην» στρατηγός Σιμόν Μπολιβάρ

μα ο βοηθός που ανοιγόκλεινε την αυλαία,

τραβώντας πίσω απ’ τις κουΐντες τα σχοινιά.

 

Για θυμήσου Μιχάλη τους ιππότες που θέλαμε να ’μαστε.

Κι ας μη φτάναμε ποτέ,

ας μην κινούσαμε ποτέ για τους Αγίους Τόπους.

[δωδέκατη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα]

 

ΕΣΥ ΟΜΩΣ ΕΧΕΙΣ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ ΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ…

(δέκατη τρίτη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα) 

…αυτή την αθέατη αλήθεια  του τίποτε απ’ τα γκρεμοτόπια των ανθρώπων

και πάντα θυμάσαι εκείνη την ηλιόλουστη Δεκεμβριάτικη μέρα

του χίλια εννιακόσια ογδόντα,

όταν φαντάρο στον Έβρο σε ρώτησαν:  «Για πες μας ρε μαλαγχολία,

αφού δεν είναι ο σταυρός  και  το γαλάζιο της πατρίδας,

ποια είναι η πίστη σου;»

 

Κι εσύ, φαντάρος στον Έβρο αποκρίθηκες:

«Ο λογισμός και τ’ όνειρο είναι η πίστη μου,

οι ανάκουστοι κελαϊδισμοί   κι  οι λιποθυσμένοι».

 

Επειδή έτσι γίνεται και βρίσκεσαι ακόμη σε τούτο το αλωνάκι

αντικρινά απ’ το λόφο του Στράνη,

ατενίζοντας στην κορφή του τις δυο ρίζες του κόσμου,

φυλάγοντας τις δυο ανηφόρες του κόσμου στην ίδια από τότε σκοπιά.

 

Επειδή έτσι γίνεται και μέσα στου λόγου σου το άκουσμα

γυρεύεις του λόγου το ανήκουστο,

και μέσα στην κήτη της τέχνης σου ασκείται στου ονείρου το διαρκώς.

 

Κι αν υμνείς την πνοή που σηκώνει τη λύπη σου,

κι αν το πνεύμα σου ψάχνει  το φύλλο που αντιστέκεται πριν πέσει στη γη,

κι αν αυτό που ραγίζει και σπάει τ’ ονομάζεις  και πάλι ζωή,

 

είναι που στην παρτίδα σκάκι του ιππότη με τον θάνατο

δεν βλέπεις τις κινήσεις των λευκών

-που όσο κι αν αναβάλλονται, στο τέλος πάντα χάνουν απ’ τα μαύρα –

μα το απέραντο τοπίο πλάι στη θάλασσα,

τα κύματα που σκάζουνε στα βράχια κι επιστρέφουν∙

 

είναι που όταν σε επισκέπτεται ο φόβος

κι αντικρίζεις τη μορφή του στον καθρέφτη σου,

δεν σε κοιτάζει το είδωλο του φόβου σου

μα εσύ κοιτάζεις του καθρέφτη το κενό∙

 

μες στου καθρέφτη σου το εύθραυστο κενό

εσύ κολλάς τα θρύψαλα του ανθρώπου.

 

Επειδή έτσι γίνεται και βρίσκεσαι τώρα μπροστά σ’ αυτή την οθόνη,

αντικρινά απ’ τον λόφο του αματαίωτου χρόνου,

αντικρίζοντας στην κορφή του τον μακάβριο χορό

λίγο πριν σπάσει η Έβδομη Σφραγίδα,

λίγο πριν ησυχάσει από το Dies Irae  ο ουρανός.

 

Επειδή έτσι γίνεται  κι  εκείνοι που αφήνονται

να τους σέρνει ξοπίσω του ο θάνατος,

κι εκείνοι που δείχνουν στον θάνατο τα βήματα του δικού τους χορού,

είναι το ίδιο απαράλλαχτο ερώτημα:  «Ποιος είναι μέσα μου ο Θεός;

Ποια είναι η πίστη που νικήθηκε απ’ τη γνώση;»

 

Κι αν σου αρκεί στη λιακάδα μια γουλιά φρέσκο γάλα

και μια χούφτα άγριες φράουλες,

είναι που χύνεται η ψυχή σου και κυλά

και ξεγλιστρά  απαλά από τον εαυτό της.

 

ΣΕ ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΧΘΕΣ ΜΑΝΑ, ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΗ ΝΑ ΚΑΘΕΣΑΙ…

(…στο κρεβάτι του αξονικού,  με την καινούρια σου νυχτικιά…) 

με το νου σου λίγο - λίγο  να χάνεται στις λευκές φυλλωσιές του,

σε είδα και χθες.

Μια ανάσταση ακόμη  κι  έπειτα πάλι το σκήνωμα το γυμνό στον νεκροθάλαμο.

Μια ανάσταση ακόμη κι έπειτα πάλι του θανάτου ο κάματος.

 

Τώρα δεν ξέρω σε ποιον απευθύνονται τούτα τα λόγια,

αφήνοντας πίσω τους στάχτη, σαν από αναμμένο τσιγάρο

παρατημένο άρον – άρον στο τασάκι  -  ήτανε, βλέπεις,

και που δεν κάπνισα μπροστά σου ποτέ.

 

Και είναι, βλέπεις, που κάποτε περνάει ανάμεσα στις λέξεις καπνός,

όπως περνάει ανάμεσα στα κλειστά παραθυρόφυλλα το φεγγάρι

ή όπως τρυπώνουν τα πουλιά μέσα απ’ τα δάχτυλα,

καθώς σκεπάζεις με την παλάμη σου τα μάτια.

 

Είναι που κάποτε ξυπνάς και τα πουλιά

έχουν κάνει τη φωλιά τους στα μάτια σου

και το φεγγάρι υπάρχει παντού μέσα στο ποίημα  και  τότε

καταλαβαίνεις πως τίποτε από αυτά δεν είναι όνειρο

κι ότι η λιμνούλα με τα χρυσόψαρα  και  τον μικρό καταρράκτη

είναι η ίδια ξενιτειά απ’  όπου επέστρεφε,

όπου όλο αποδημούσε η ψυχή σου.

 

Επειδή έτσι γίνεται  κι  ό,τι σου κρύβει η ψυχή σου απ’ το σώμα σου

είναι αυτό που το σώμα σου δεν μπορεί να το αντέξει,

κι ό,τι σου φανερώνει, το δοσμένο από εκείνο που σ’ έχει κυριεύσει,

σου το κλέβει αυτό που σου μένει αφανέρωτο,

αυτό το αφανέρωτο,  που σ’ έχει κυριεύσει πιο πολύ.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι όσο καιρό μένεις στη γη μετρώντας τον χρόνο,

για όσο καιρό, θρηνώντας το χρόνο, μαθαίνεις τα μέτρα της γης,

είναι το κόκκινο κρασί της μακαριάς  και  ο ανάρτυτος δείπνος

η θύμηση για εκείνους που έφυγαν,

για εκείνους που έρχονται , που ρίχνουν στην παραστιά  ένα κούτσουρο

πριν φύγουνε πάλι, εκείνοι,

που ρίχνουνε ένα δεμάτι γυρισμού, να μη χαθεί η φωτιά.

 

Είναι, βλέπεις, που κάποτε η θράκα μπορεί να κρατήσει όλη τη νύχτα

και τα πουλιά τρομαγμένα να χτυπιούνται στα μάτια σου

και το φεγγάρι να φωτίζει το χνούδι  της καινούριας σου νυχτικιάς.

Και τότε καταλαβαίνεις πως όλα αυτά είναι ένα όνειρο,

όπου δεν βρίσκει τόπο η ξενιτειά σου.

 

Κι είναι που κάποτε βρίσκεσαι αιχμάλωτος μιας τελευταίας φράσης,

της τελευταίας φράσης που ακούστηκε

με το βλέμμα της στυλωμένο στην άλλη μεριά της αβύσσου,

να ψάχνει στις φυλλωσιές της αβύσσου τον άσπρο της νου∙

το τελευταίο άρθρο της που άκουσες, το τελευταίο της ουσιαστικό,

κανένα ρήμα,

οι τελευταίες λέξεις σου μάνα, που ακόμη

δεν έχω βρει κάπου να τις χωρέσω!..

[δέκατη τέταρτη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα]

 

ΟΥΤΕ ΠΟΥ ΣΟΥ ’ΦΤΑΝΕ Ο ΝΟΥΣ Ν’ ΑΠΟΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΤΙΑΓΜΕΝΕΣ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ…

(αφορισμοί  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ από τη 3η ενότητα  της συλλογής Σταύρου Ζαφειρίου με 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα) 

Επειδή έτσι γίνεται και μες τον καθένα υπάρχει και μια άλλη ζωή, εκείνη που αλλιώς αφηγείται…  (σελ. 38)   Κι ας έβλεπα να πέφτουν απ’ τα ύψη τους των επιθυμιών μου τα πουλιά…   Αυτό που θυμάμαι είναι…  οι λέξεις που απόμεναν, για να τα πεις αυτά…  (σελ. 38)   Πέρασε τόσος καιρός και δεν έμαθες ακόμη τα λόγια σου,  μπήκες σε τόσα μονοπάτια και ξέφωτο ακόμη δε βρήκες…  (σελ. 39)   Επειδή έτσι γίνεται κι όποιος μπει μες το δάσος δεν φοβάται το λύκο του,  κι  όποιος μείνει στο δάσος γίνεται ο λύκος που γερνάει κυνηγώντας το φόβο…  (σελ.40)   η ιστορία του κόσμου σβήνει ένα – ένα τα παλιά της φαντάσματα  για να γραφτεί απ’ τα καινούρια της φαντάσματα ξανά…  (σελ. 41)  Εσύ όμως πάντα έχεις στο μυαλό σου την ουτοπία,  αυτή την αθέατη αλήθεια του τίποτε απ’ τα γκρεμοτόπια των ανθρώπων…  (σελ.42)  Επειδή έτσι γίνεται και μέσα στου λόγου σου το άκουσμα γυρεύεις του λόγου το ανήκουστο  και  μέσα στην σκήτη της τέχνης σου ασκείται στου ονείρου το διαρκώς.   (σελ.43)   …όταν σ’ επισκέπτεται ο φόβος  και  αντικρίζεις τη μορφή του στον καθρέφτη σου,  δεν σε κοιτάζει το είδωλο του φόβου σου  μα  εσύ κοιτάζεις του καθρέφτη το κενό…  (σελ.43)  «Ποιος είναι μέσα μου ο  θεός;   Ποια είναι η πίστη που νικήθηκε απ’ τη γνώση;»  (σελ. 44)  …κάποτε περνάει ανάμεσα στις λέξεις ο καπνός,  όπως περνάει ανάμεσα στα κλειστά  παραθυρόφυλλα το φεγγάρι…  (σελ.44)   Είναι που κάποτε ξυπνάς και τα πουλιά έχουν κάνει τη φωλιά τους στα μάτια σου  και  το φεγγάρι υπάρχει παντού μέσα στο ποίημα  και  τότε  καταλαβαίνεις πως τίποτα απ’ αυτά δεν είναι όνειρο…  (σελ.45)  Επειδή έτσι γίνεται κι ό,τι σου κρύβει η ψυχή σου απ’ το σώμα σου  είναι αυτό που το σώμα σου δεν μπορεί να το αντέξει…  (σελ. 45)  Κι είναι που κάποτε βρίσκεσαι αιχμάλωτος μιας τελευταίας φράσης,  που ακούστηκε… να ψάχνει στις φυλλωσιές  της αβύσσου τον άσπρο της νου… (σελ. 45)  Και τότε καταλαβαίνεις πως όλα αυτά είναι ένα όνειρο,  όπου δεν βρίσκει τόπο η ξενιτειά σου…  (σελ.45)

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2026

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

 (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος)


Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα.

Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετο επί των χειρών,

με τους πόδας της εις τον αέραν, εσχίσθη, εν αγνοία της,

η περισκελίς της εις καίριο σημείον, εις τρόπον ώστε,

εις ωρισμένην φάσιν της ακροβασίας,

να φαίνεται το αιδοίον της ευκρινώς.

Εντεύθεν η εξαίρεσις, εντεύθεν η γοητεία…

Ο ναύαρχος, υπήρξε πάντοτε μια ελευθέρα συνείδησις

και ποιητής – αληθινός ποιητής,

καίτοι ποτέ δεν είχε γράψει ούτε έναν στίχον.

Το ποίημα του, ήτο η ίδια η ζωή του.

Εραστής των γυναικών και κορασίδων,

εραστής της στιχουργημένης και μη ποιήσεως,

εραστής της φύσεως και των σπερμαγωγών ιδεών,

πολέμιος των οικονομιστών, των ορθολογιστών και σοφιστών,

ήτο μια ισχυρά ιδιοσυγκρασία και μία αδρά προσωπικότης,

που προκαλούσε θαυμασμόν, αγάπην, μίσος και ζηλοτυπίαν.

Το ποίημα αυτό, ελέγετο ανέκαθεν, Βλαδίμηρος Βερχόυ…

(απόσπασμα από το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου

ΑΡΓΩ  ή  ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ, εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ/ βιβλία 1980:

εκτοξεύοντας το χρυσάφι όπως εκτοξεύει η σουπιά το μελάνι της,

ένας ζευγάς το σπόρο του, ένας άνδρας το σπέρμα του

ή ένας που καθαρόγραψε τις σημειώσεις του

στον κάλαθο των αχρήστων φωνάζοντας

«Δόξα, δόξα αλληλούια»

ή «Γκλόρια, γκλόρια, ιν εκζελσις Ντέο»

ή «Σκατά στα μούτρα σας, παλιοκερατάδες»]

 


Αι τελευταία προετοιμασίαι είχαν συμπληρωθεί

και η ογκώδης, ολοστρόγγυλη και πλήρης υδρογόνου σφαίρα, προσδεμένη με μίαν δωδεκάδα σχοινίων, επί ενός αναπεπταμένου πεδίου, πλησίων των προαστείων της πρωτευούσης, ανέμενε την ώραν της απογειώσεως.

Πλήθος μέγα περιεστοίχιζε το αερόστατον, και ηκούοντο πανταχόθεν πολύτονες αναφωνήσεις, που σκάζαν κάθε τόσο, σαν ώριμα μπουμπούκια υπό την επέηρειαν ηλίου φλογερού. Συνωθούμενοι μεταξύ των αναριθμήτων θεατών, πολλοί μικροπωληταί διελάλουν και προσέφεραν αντί ευτελούς αντιτίμου, διαφόρους κονκάρδας και ταχυδρομικά δελτάρια, εικονίζοντα το αερόστατον ή τους αεροναύτας ή το αερόστατον μαζί με τους αεροναύτας, καθώς και άλλα δελτάρια, εικονίζοντα τον αθλοθέτην του μεγαλυτέρου αεροπλοϊκού επάθλου, τον αμερικανόν Γκόρντον Μπέννετ, ως και ταχυδρομικά δελτάρια εικονίζοντα τον πρόεδρον της Κολομβίας.

Εις τα κράσπεδα της μεγάλης κοσμοσυρροής, ολίγοι πλανόδιοι μουσικοί και σαλτιμπάγκοι,προσεπάθουν να ελκύσουν την προσοχήν των ακραίων θεατών, με άσματα ή με ταχυδαχτυλουργικάς και ακρβατικάς επιδείξεις. Ουδείς όμως παρεκολούθει τους πλανοδίους αυτούς καλλιτέχνας, παρ’ όλον ότι, τινές εξ αυτών, δεν εστερούντο ποιητικότητος και ταλέντου, διότι, και οι πλέον μεμακρυσμένοι από το κέντρον της συναθροίσως, είχαν την προσοχήν των εστραμμένην προς την τεραστίαν σφαίραν, ήτις διεκρίνετο από παντού. Μία μόνον εξαίρεσις υπήρχε. Εις εν ακρότατον σημείον της ομηγύρεως, μία ομάς εκ δεκαπέντε περίπου ανδρών, παρετήρει, ουχί το αερόστατον, αλλά μίνα νεαράν ακροβάτιδα, ήτις, υπό τους ήχους ενός ντεφιού, που έσειε ένας νεώτερος αδελφός της, εξετέλει διάφορα γυμνάσματα με μεγάλην ευκαμψίαν και δεξιοτεχνίαν. Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετο επί των χειρών, με τους πόδας της εις τον αέραν, εσχίσθη, εν αγνοία της, η περισκελίς της εις καίριο σημείον, εις τρόπον ώστε, εις ωρισμένην φάσιν της ακροβασίας, να φαίνεται το αιδοίον της ευκρινώς. Εντεύθεν η εξαίρεσις, εντεύθεν η γοητεία. Διότι, εις το γεγονός ότι διεκρίνετο το ερωτικόν της όργανον, ωφείλετο η απόσπασις της προσοχής των δεκαπέντε θεατών από το αερόστατον. Όλοι οι άλλοι είχαν τα όμματά των εστραμμένα συνεχώς προς την μεγάλην σφαίραν.

Ενώ ταύτα ελάμβανον χώραν επί του αναπεπταμένου πεδίου, οι αεροναύται (τρεις εν όλω) φέροντες ειδικάς στολάς εξ αδιαβρόχου υφάσματος, εξήταζαν δια τελευταίαν φοράν την λέμβον και απαντούσαν εις τας ερωτήσεις των ανταποκριτών των εφημερίδων.

Όσοι μεταξύ των παρευρισκομένων ήσαν καλλίτερα πληροφορημένοι, θα ηδύναντο να αναγνωρίσουν αμέσως τους αεροναύτας, όχι μόνο από τας ενδυμασίας των, αλλά και από τα χαρακτηριστικά των, διότι είχε δημοσιεύσει επανειλημμένως, τόσον ο ημερήσιος όσον και ο περιοδικός, τας φωτογραφίας των, αναφερόμενος εις την εξέχουσαν προσωπικότητα ενός εκάστου και εις την διακεκριμένην και ενίοτε ηρωικήν των δράσιν.

Ο πρώτος εξ αυτών, ήτο ο άγγλος λόρδος, Ώλμπερτον, καθηγητής της αστρονομίας εις το Πανεπιστήμιον του Εδιμούργου, και συγγραφέας πολλών επιστημονικών έργων περί των ουρανίων σωμάτων, εκ των οποίων δύο, εθεωρούντο ήδη ως συγγράμματα κλασικά. Ο δεύτερος, ήτο ο πρώην αντισυνταγματάρχης του γαλλικού στρατού, Ερνέστος Λαρύ-Νανσύ, εξερευνητής της Κεντρικής Αφρικής και συγγενής ενός εκ των ηρώων του επεισοδίου της Φασόδα. Ο τρίτος, ένας άνδρας γιγαντιαίου αναστήματος, με μακράν ξανθήν γενειάδα και διαυγέστατα γαλάζια μάτια, ήτο ο Ρώσος ναύαρχος Βλαδίμηρος Βιερχόυ, πρόεδρος της Αυτοκρατορικής Γεωγραφικής Εταιρείας της Πετρουπόλεως και εις εκ των ελαχίστων, εν Ρωσία, πνευματικών φίλων του Ισλάμ.

Η πελωρία σφαίρα εταλαντεύετο ως μέγα εναέριον κήτος υπεράνω των κεφαλών του πλήθους κι όλος ο κόσμος έκαμνε προβλέψεις. Ο καιρός ήτο αίθριος. Μόνον εις ελάχιστα σημεία του ουρανού, ολίγα ελαφρότατα νέφη, έμοιαζαν να περιμένουν κι αυτά την ανύψωσιν του μπαλονίου, σαν μικρά σκάφη πλοηγών που αναμένουν υπ’ ατμόν επικείμενην αναχώρησιν ογκώδους ατμοπλοίου. Τέλος κατέφτασε κι ο δήμαρχος της πρωτευούσης, όστις, αφού εξεφώνησε λογίδριον πλήρες εμφάσεως και στόμφου, ενεχείρισε εις τους τρεις αεροναύτας πιστοποιητικά της εγγραφής των, τιμής ένεκεν, ως πολιτών της Σάντα Φε ντε Μπογκοτά, εις τα μητρώα της πόλεως. Κατόπιν, τιθέμενος εις τον πλευρόν των τριών αεροναυτών, ο δήμαρχος απεκρυσταλλώθη μαζί των εις οριστική στάσιν, ενώπιον μιας προ ολίγου στηθείσης επί τρίποδος φωτογραφικής μηχανής.  Ο δήμαρχος, όστις ήτο ανήρ εξαιρετικά μικρού αναστήματος και φαλακρός, παρουσίαζε οξυτάτην αντίθεσιν πλησίον των τριών αεροναυτών, ιδίως εν συγκρίσει με τον Βλαδίμηρον Βιερχόυ, προ του οποίου εστάθη. Ο αγαθός ναύαρχος, αντιληφθείς την γελοίαν θέσιν του Κολομβιανού επισήμου, έκαμε εν πλάγιον βήμα προς τα εμπρός και έλαβε θέσιν δίπλα του, δια να αμβλύνει κάπως την οξείαν και αυτόχρημα κωμικήν αντίθεσιν. Αλλά το μόνον που επέτυχε, ήτο να τον θέσει τοιουτοτρόπως, άθελά του, εις έτι γελοιωδεστέραν θέσιν. Το πλήθος παρ’ ολίγο να εκσπάσει εις γέλωτας, αντιλαμβανόμενον όμως, ότι, ούτω θα διαπόμπευε εν τω προσώπω του δημάρχου ολόκληρον τον πληθυσμόν της πρωτευούσης, συνεκρατήθη μεν, αλλά μετά μεγίστης δυσκολίας.

Ο φωτογράφος έκυψε υπό το μαύρο πανί της φωτογραφικής συσκευής, και ήρχισε να περιστρέφει τον ρυθμίζοντα τη απόστασιν κοχλίαν. Έπειτα, προβάλλων κατέρυθρος κάτω από το πανί, ωθρώθη εκ νέου και εζήτησεν απόλυτον ακινησίαν. Οι φωτογραφιζόμενοι συνεμορφώθησαν αμέσως. Ο λόρδος Ώλμπερτον, με το βλέμμα του επί του έναντι ισταμένου, μεταξύ των επισήμων θεατών Πέντρο Ραμίρεθ, ο Λάρυ-Νανσύ επί του στήθους μιας ωραίας μοιχαλίδος, που εστέκετο εις τον πλευρόν του καθηγητού της ιστορίας, ενώ ο Βλαδίμηρος Βιερχόυ, αγκάλιαζε, με τα μεγάλα γαλανά του μάτια, ολόκληρο το πλήθος. Με μίαν απότομον αλλά συνάμα χαρίεσσαν κίνησιν της χειρός του, ο φωτογράφος αφήρεσε το εσωτερικώς βελούδινον και εξωτερικώς δερμάτινον κάλυμμα του προεξέχοντος εν είδει πέους ή τηλεβόλου φακού και εμέτρησε, γεγωνυία τη φωνή, κρατών το πώμα εις τον αέρα τελετουργικώς: «Ένα… δύο… τρία…». Κατά ολίγα αυτά δευτερόλεπτα, εγένετο άκρα σιωπή πέριξ πελωρίας σφαίρας, εντός της οποίας, οι προσφερόμενοι αριθμοί, έπιπταν από τα χείλη του εξ επαγγέλματος φωτογράφου, σαν ξόρκια παραδόξου μαγγανείας ή σαν χρησμοί λακωνικοί, μπηχτοί, αρσενικής Πυθίας, ενώπιον κατεχομένου από αγωνίαν ακροατηρίου. Πριν, όμως, προφέρει ο φωτογράφος τον τελευταίον αριθμόν της πόζας, μία κραυγή που εξεπήδησε από το στόμα μιας δεκαπενταέτιδος κόρης πελιδνοτάτης, που εστέκετο πλησίον της ωραίας μοιχαλίδος και του υψηλού Ντον Πέντρο, εξέσκισε την σιωπήν και ετάραξε τα βάθη της μέχρι του απωτάτου σημείου της κοσμοσυρροής.

«Θεέ!.. Μη τους σκοτώσετε… Μη τους σκοτώσετε… Είναι αθώοι!» εφώναξε η ωχρά νεάνις και κατέπεσε σφαδάζουσα επί του εδάφους.

Ίσως η κόρη αυτή, προφανώς υστερική, τις οίδε δια μέσου ποίων συνειρμών και συσχετίσεων, συνειδητών ή ασυνειδήτων, ίσως να έβλεπεν τη στιγμή εκείνην, εν τη νοσηρά της φαντασία, ουχί φωτογράφησιν τεσσάρων ατόμων, αλλά εκτέλεσιν τεσσάρων αθώων πολιτών, και μάλιστα δια μικρού κανονίου ή δια –πολυσφαίρου αυτομάτου μυδραλλιοβόλου τύπου Μαξίμ, περί του οποίου πολύς λόγος είχε γίνει εις τας εφημερίδας την εποχή εκείνη. Ίσως –τις οίδε- να έβλεπε, ουχί τον επαγγελματίαν φωτογράφον, κύπτοντα υπό το μαύρο πανί, αλλά μέλαιναν πούμαν υπερμεγέθη, έτοιμη να εφορμήσει προς κατασπάραξιν τεσσάρων αόπλων εξερευνητών ή κυνηγών, που δεν επρόφτασαν να αρπάξουν τα επαναληπτικά των. Ίσως να έβλεπε ακόμη, την μοιχαλίδα μητέρα της (διότι, τω όντι η κόρη αυτή ήτο θυγάτηρ της κυρίας που ίστατο εις το πλευρόν του Πέντρο Ραμίρεθ), έτοιμη να υποστεί, ή υφισταμένην συνουσίαν, που εξελάμβανε, εν τη αγνοία της η κόρη, ως τρομεράν και αιματηράν βιαιοπραγίαν, αντί να βλέπει απλώς, τέσσερις άνδρας φωτογραφιζομένους, και τέλος, ίσως να έβλεπε τον ναύαρχον Βλαδίμηρον Βιερχόυ, ως αυτοκράτορα Μαξιμιλιανόν, τυφεκιζόμενον μετά τριων εμπίστων του, από τους άνδρας του Χουαρέζ, και ίσως γι’ αυτό, τώρα που εσφάδαζε επί του εδάφους με ανεστραμμένους οφθαλμούς και με το σώμα της διαγράφον μέγα τόξο, ίσως γι’ αυτό εφώναζε: «Ω, Καρλόττα!.. Δύστυχη, άμοιρη Καρλόττα!..» ταυτιζομένη, προφανώς, με την ωραίαν σύζυγον του εκτελεσθέντος άρχοντος του Μεξικού.

Ο φωτογράφος εστράφη προς την κόρην κάτωχρος και αυτός, ωσάν να είχε πιστεύσει, προς στιγμήν, ότι είχε μεταβληθεί πράγματι, εις αρχηγόν εκτελεστικού αποσπάσματος, και το κάλυμμα του προτεταμένου φακού της συσκευής του έπεσε από το χέρι του. Σάλος, ουχί χαρμόσυνος και πανηγυρικός, όπως πριν, αλλά βαρύς και αγχώδης, και χλαλοή φουρτουνιασμένη, σαν ξέσπασμα θυέλλης αδοκήτου, διαδέχθησαν εις άκραν γαλήνην και σιωπήν, που είχε εξαπλωθεί παντού, προ ολίγου, κατά τα πρώτα δευτερόλεπτα της λήψεως της τελικώς αποτυχούσης φωτογραφίας. Οι αεροναύται και ο δήμαρχος της Μπογκοτά εγκατέλειψαν την πόζα των και έδραμον όλοι μαζί προς την ήδη σπασμοδικώς τινασσομένην επί της χλόης νεανίδα. Η μητέρα της, καθώς και ο ντον Πέντρο, όστις από τριμήνου ήδη ήτο εραστής της, έκυψαν επάνω της και την εξώρκιζαν να ησυχάσει. Όλοι προσεπάθουν να βοηθήσουν την κόρην να συνέλθει, πλην του απουσιαζόντος πατρός της, όστις ήτο αρχιμηχανικός εις τας ηλεκτροτεχνικάς εγκαταστάσεις των μεγάλων υδατοπτώσεων του Rio Bogota. Αλλά όλαι αι προσπάθειαι απέβησαν εις μάτην. Η κόρη περιέπεσε μετ’ ολίγον εις την ημικωματώδην εκείνην κατάστασιν, που οι ψυχίατροι της γαλλικής σχολής αποκαλούν ποιητικώτατα aura ή etat crepuskulaire και τέλος, ο δήμαρχος διέταξε να προσέλθει η άμαξά του, ίνα μεταφερθεί επ’ αυτής η πάσχουσα νεάνις στην κατοικία της. Η κόρη ετοποθετήθη επ’ αυτής, υπό του ντον Πέντρο Ραμίρεθ, και αφού έλαβε θέσιν δίπλα της η ωραία μοιχαλίς, συνοδευομένη και από μίαν φίλη της, η άμαξα του δημάρχου έλαβε την άγουσαν προς την πόλιν.

Ευθύς μετά την αναχώρησιν της συνοδείας, ο εναγώνιος σάλος εκόπασε. Οι αεροναύται μετά του δημάρχου, ολίγον ωχροί εκ της συγκινήσεως (πλην του λόρδου Ώλμπερτον, όστις, καίτοι συγκινημένος, διετήρει, εντούτοις, απόλυτον ψυχραιμίαν), επανήλθαν όλοι ομού εις τας θέσεις των, προ της λέμβου του αεροστάτου. Ο φωτογράφος επανέλαβε την χειρονομίαν του, επιτυχώς την φοράν ταύτην. Αλλά ενώ έγινε πάλι σιωπή πέριξ των ηρώων της ημέρας, καθ’ ην στιγμήν ούτοι εφωτογραφίζοντο, εντούτοις δύναταί τις να είπει, ότι επί τινα λεπτά ακόμη, η ατμόσφαιρα εξηκολούθει να είναι βεβαρυμένη. Μια διάχυτος βωβή νευρικότης έγινε αισθητή πέριξ του αεροστάτου, και εις τα κράσπεδα της μεγάλης κοσμοσυρροής εψιθυρίζοντο και διεδίδοντο τερατώδεις φήμαι –π.χ. ότι έλαβε χώραν απόπειρα κατά του δημάρχου, ότι Ισπανός αναρχικός επετέθη δι’ αμφιστόμου μαχαίρας ή εγκειριδίου κατά του Ρώσου ναυάρχου και μυστικοσυμβούλου του Τσάρου, Βλαδιμήρου Βιερχόυ, ότι ένας παράφρων ερωτομανής, πάσχων από πριαπισμόν, απεπειράθη να βιάση, ενώπιον όλου του κόσμου, μια νεάνιδα Κολομβιανής αριστοκρατίας, ότι η κόρη του μεγάλου αρχιμηχανικού των υδατοπτώσεων του Rio Bogota ηυτοκτόνησε, και μάλιστα εξ έρωτος δια τον διάσημον καθηγητήν και μέλλοντα υποψήφιον πρόεδρον της δημοκρατίας ντον Πέντρο Ραμίνεθ, και τα τοιαύτα. Εις την σοβούσαν ακόμη νευρικότητα, μεταξύ των πολλών ινδομιγών και ολίγων γνησίων λευκών της ομηγύρεως άλλοι μεν προοιωνίζοντο τύχην κακήν δια τους αεροναύτας, άλλοι δε δεινά και συμφοράς δια την Δημοκρατίαν, και μια ηλικιωμένη γυναίκα, μαστροπός το επάγγελμα, έφθασε μέχρι του σημείου να προαναγγείλη, κατά τρόπον καταπληκτικώς ακριβή, ότι εντός μιας δεκαετίας το πολύ, μέγας σεισμός θα κατέστρεφε εξ ολοκλήρου την ωραίαν πρωτέυουσαν Σάντα Φε ντε Μπογκοντά – όπως πράγματι συνέβη αργότερον, εν έτει 1914.  

Όμως άπαντα ταύτα, γρήγορα ελησμονήθησαν. Το μέγα πλήθος, αποτελούμενον από παντοειδείς εκπροσώπους ενός λαού θερμοαίμου και υγειούς, από λευκούς, μιγάδας εξ ερυθροδέρμων, μιγάδας εκ νέγρων και από ολίγους γνησίους και αμειγείς ερυθροδέρμους, ήδη επάλλετο και εδονείτο, όπως και προ του τραγικού επεισοδίου που διετάραξε την τελετήν. Εντός ολίγου, ο ενθουσιασμός έφτασε εις το κατακόρυφον. Ο κόσμος έξαλλος εβόα συνωθούμενος: «Επιβιβάζομαι, επιβιβάζομαι!.. Ζήτω ο λόρδος!.. Rule Britannia.. Ζήτω ο απόγονος του Ναπολέοντος, του μεγάλου Λιμπερταδόρ!.. Ζήτω ο Ρώσσος Μωυσής!.. Ζήτω το μέγα αερόστατον!.. Ζήτω οι τρεις Κονσοθισταντόρες του αέρος!»

Πράγματι, εν μέσω των φωνών και των αλαλαγμών, εν μέσω των φλογερών επευφημιών, οι τρεις αεροναύται επεβιβάζοντο. Η φανφάρα του δήμου ανέκρουε εν εμβατήριον του Σούζα. Αι κυρίαι έραιναν με πέταλα ανθέων τους αεροναύτας, και οι άνθρωποι του λαού έρριπταν τους μεγάλους και πλατυγύρους πίλους των εις τον αέρα. Πρώτος επεβιβάσθη ο λόρδος Ώλμπερτνον. Δεύτερος, ο Γάλλος αντισυνταγματάρχης Λαρύ-Νανσύ και τρίτος ο γιγαντιαίος ναύαρχος Βιερχόυ. Την στιγμήν εκείνην, μία ωραία σοκολοτόχρους ινδομιγής κόρη, έως δεκαπέντε ετών, κορυφαία μαθήτρια του δημοτικού ορφανοτροφείου της πρωτευούσης, διέσχισε τον αμέσως προ του αεροστάτου κενόν χώρον, όπου ίσταντο μόνον οι επίσημοι, και προσέφερε με χαρίεσσαν ζέσιν, εις τους τρεις αεροναύτας, εκλέγουσα αυθορμήτως τον ξανθόν ναύαρχον δια την επίδοσιν, ένα νεαρόν ψιττακόν εκπάγλου κάλλους, εντός μικρού ψάθινου κλωβού, εκ μέρους όλων των κορασίδων του ευαγούς ιδρύματος. Οι αεροναύται, γοητευμένοι, ηυχαρίστησαν θερμώς, ο δε ναύαρχος Βλαδίμηρος, καταφανώς συγκινημένος, εσήκωσε την παιδίσκην, ωσάν να ήτο πουπουλένιο άθυρμα ή μικρόν παιδίον τριών ή τεσσάρων ετών, και την ησπάσθη, όπως ασπάζονται οι Ρώσσοι, επί των δύο παρειών και επί του στόματος. Την στιγμήν εκείνην ο λαός, έξαλλος εκραύγασε: «Ζήτω των τριών παληκαριών!» Ο Ναύαρχος οιστρηλατούμενος από το φίλημα και από την συγκίνησίν του, εσήκωσε την κόρην υψηλά εις τον αέρα, και ανεφώνησε με στεντορείαν φωνήν ισπανιστί, αλλά με ισχυράν ρωσικήν προφοράν: «Ζήτω τα ωραία κορίτσια! Ζήτω ο λαός της Κολομβίας!» και αφού ακούμβησε την σοκολατένια κορασίδα επί της χλόης απαλά, ανέσπασε από τον θύλακα του γιλέκου του το βαρύτιμον εξ ερυθρωπού χρυσού των Ουραλίων ωρολόγιόν του, και το εδώρησεν εις την ωραίαν ινδομιγή παίδα, ενώ το πέος του υπό την περισκελίδα του επάλλετο εν πλήρει στύσει. Μετά την ζητωγραυγήν αυτήν και τας χειρονομίας του ναυάρχου, το πλήθος μαινόμενον από τον ενθουσιασμόν του, διέσπασε τον αβαθή κλοιόν της δημοκρατικής φρουράς, και περιέβαλε τους επισήμους και τον προ του αεροστάτου χώρον, και, κατακλύζον τον χώρον αυτόν, προέβη εις αλλόφρονας εκδηλώσεις λατρείας προς τα τρία είδωλα, που ίσταντο έκθαμβα προ του μεγαλειώδους θεάματος ενός λαού κορυβαντιώντος.

Ο λόρδος Ώλμπερνον δεν είχε παρευρεθή εις τίποτε παρόμοιον, από την εποχήν του εορτασμού του αδαμαντίνου ιωβηλαίου της γηραιάς βασιλίσσης, και ενθυμούμενος, τώρα τι συνέβη, όταν, κατά την αλησμόνητον εκείνην ημέραν, η κυρτωμένη από τα χρόνια σεπτή άνασσα, ενεφανίσθη ενώπιον του λαού της, εν μέσω των τέκνων της και των τέκνων των τέκνων της, εν μέσω των λαών και των λαβάρων του Ηνωμένου Βασιλείου και όλων των υπερποντίων Κτήσεων, εις τον υψηλό εξώστην των ανακτόρων, θρυλική, σχεδόν μυθική, αληθινή προσωποποίησις ισχύος και ολοκληρωμένου κλέους υπό τα κάτασπρα μαλλιά της, που τα είχε ασπρίσει ουχί ο χρόνος, αλλά η δόξα. Δια δευτέραν φοράν εις την ζωήν του ησθάνετο ο λόρδος Ώλμπερνον να υγραίνονται τα μάτια του, τουτέστιν όπως την ημέραν εκείνην, όταν η ανθρωποθάλασσα των πιστών υπηκόων της Βικτωρίας, ετίμα δια βοής ισχυροτέρας από την ταυτόχρονον εκπυρσοκρότησιν όλων των τηλεβόλων του βρετανικού στόλου την Βασίλισσαν Νίκην, κραυγάζουσα, εκ βαθέων, την ιαχήν και προσευχήν «God save the Queen».

Δίπλα του ίστατο ο Ερνέστος Λαρύ-Νανσύ, ωσαύτως συγκινημένος. Μια μυρωδιά από ιδρώτα και αίμα ανήρχετο μέχρι των ρωθώνων του, όπως την ημέραν που παρευρέθη, προ ετών, εις μίαν ταυρομαχίαν εξαιρετικώς αιματηράν, εις την αρέναν της Νίμης. Αλλά την στιγμήν εκείνην, δεν επρόκειτο περί ταυρομαχίας. Ο χώρος που έβλεπε μπροστά του, εις των οπίων τα παράθυρα και τους εξώστας, ένας κόσμος αλλόφρων, συνωθούμενος, εφώναζε, έψαλλε και εβωμολόχει. Εις την πλατείαν κάτω, άνθρωποι του λαού φρενήρεις, εκραύγαζαν, εχόρευαν και εποδοπατούντο, άδοντες άσματα αιματηρά, και εκστομίζοντας αδράς εκφράσεις. Πολλοί άνδρες εχαράκωναν φανερά τις γυναίκες. Οι περισσότεροι ήσαν ρακένδυτοι, και πολλοί εξ αυτών φορούσαν κόκκινους σκούφους. Πολλές γυναίκες ιδρωμένες και αναμαλλιάρες, ωρχούντο επί του βρωμερού λιθοστρώτου και εκραύγαζον μαζί των. Πολύ συχνά, οι γυναίκες αυτές, έμοιαζαν με μαινάδες, ή με σκύλες εν ώρα οργασμού. Μια γυναίκα, αρκετά ωραία, αλλά τελείως μεθυσμένη και εν εξάλλω διεγέρσει διατελούσα, όχι μόνο από το κρασί αλλά και από τα αίματα, μια γυναίκα με τους μαστούς της γυμνωμένους, σήκωσε τα φουστάνια της και κραυγάζουσα καυλωμένη έδειχνε το αιδοίον ης και τα βυζιά της, εις τον υψηλόν δήμιον, που ίστατο επί του ικριώματος, με το ένα του χέρι επί της αιμοσταλάχτου λαιμητόμου, και με το άλλο εις την μέσην του, ανατριχιαστικά γαλήνιος.

«Άκουσε εδώ, μεγάλε ψωλαρά μου!..» του έλεγε, «σου ομιλεί η Μαριάννα… πώς σου φαίνονται τούτα εδώ;.. Με όλα τα τριψίματα που έχουν φάει, στέκουν ακόμα όρθια σαν να ’μουν κοριτσάκι και οι ρώγες τους, όταν πλακώνουμαι, πετάνε γάλα… Αμ τούτο εδώ!.. Θες να το δεις; Θες να το δεις και παρά μέσα; Κοίταξε, ανοίγω τα χείλη του, ώστε να ρίξεις μέσα μια ματιά… Χαμήλωσε λίγο το κεφάλι σου να δεις… είναι κόκκινο, κατακόκκινο, σαν τους λαιμούς των ευγενών όταν τους κόβεις τα κεφάλια… Μόλις μπεις μέσα στάζει μέλι… Άκου, λοιπόν, λεβέντη πουτσαρά μου – Θα ’ναι δικό σου απόψε το μουνί μου αν κάνεις ό,τι σου ζητήσω… Θέλω να σφάξεις σήμερα για μένα δυο γκουνιώτες της πιο ψηλής αριστοκρατίας… Ακούς; Για μένα… για το χατίρι μου… Θα τις βάλω σφαγμένες να μου γλείψουν το μουνί κι έπειτα θα στο χαρίσω. Όποιος γαμά τη γλυκομούνα Μαριάννα, δεν έχει ανάγκη από θεούς ή αφεντάδες… Το ένα ξανθό, το άλλο μελαχροινό –χωρίς περούκες… Δυο κεφάλια από δυο όμορφες γκουνιώτες για να τους δείξω τι θα πει αληθινό μουνί… Έπειτα θα ’ρθεις, εσύ, λεβέντη μου και πουτσαρά μου, με όλο σου το ψωλόχυμα να με ΓΑ-ΜΗ-ΣΗΣ!»

Ο λαός εκάγχαζε κι εβόα. Ένα τραγούδι άγριο αντηχούσε. Εις τα παράθυρα, άλλοι εζητοκραύγαζαν κι άλλοι χειροκροτούσαν. Όμως εκείνη την ημέρα η επιθυμία της Μαριάννας δεν εξεπληρώθη. Το κάρο έφτασε πάλι μετά λίγα λεπτά, αλλά τούτη τη φορά με διαφορετικόν φορτίον. Επάνω του στεκόταν ένας άνδρας με τα χέρια του δεμένα πίσω. Ήτο λιγνός και πελιδνός. Τα άψογα ρούχα του ήσαν κατάμαυρα, και φορούσε μιαν άσπρη φρίλια στο λαιμό του. Σε λίγο το βαρύ λεπίδι κατρακύλησε με γδούπο τρομερό στην κατηφορική του τροχιά, στην τροχιά της μοίρας, και από τον χαίνοντα λαιμό, τον όλο αίματα, του καρατομηθέντος, έπεσε στην κεφαλή του.  Ο δήμιος την σήκωσε ψηλά. Το πλήθος εσιώπησε για μια στιγμή, και μέσα σε μια νευρική σιγή, εκοίταξε για τελευταία φορά την κάτωχρον μορφήν του Ροβεσπιέρου. Έπειτα, εξηκολούθει να αλαλάζη και να χοροπηδά. Ένα τραγούδι αντηχούσε από παντού: Ca iraca irasa ira

Ο Ερνέστος Λαρύ-Νανσύ ανατρίχιασε κι έκλεισε τα μάτια του για ολίγα δευτερόλεπτα. «Είναι δυνατόν», εσκέφθη «είναι δυνατόν να βγήκαμε από εκεί; Εμείς, οι πολιτισμένοι Γάλλοι, οι Γάλλοι της Τρίτης Δημοκρατίας, που εκτείνεται από την Μάγχη έβς το Τιμπουκτού, και από τον Ατλαντικό έως την Ινδοκίνα;» Για ένα, για δυο δευτερόλεπτα, καμία απάντησις δεν αντήχησε μέσα του, και τα δευτερόλεπτα αυτά, του εφάνηκαν βαριά σαν πυραμίδες, ατέλειωτα σαν αιώνες. Έπειτα, μονομιάς, πρώτα σαν ψίθυρος και έπειτα σαν λαγαρός παιάν, ήρθε η απάντησις: «Απ’ τις κορφές αυτών των πυραμίδων, σαράντα αιώνες σας θωρούν!» Ο Ερνέστος Λάρυ-Νανσύ ήνοιξε τα μάτια του. Καθώς αντίκρισε το πλήθος που αγαλλιούσε γύρω από το μπαλόνι, του φάνηκε πως είδε, επάνω από τη θάλασσα των κεφαλών, σαράντα μεγάλους αετούς να πετούν προς ανατολάς, και από κάτω, του φάνηκε πως διέκρινε, μέσα σε ηχηρό ποδοβολητό και τύμπανα που κροτούσαν δυναμώνοντας ολοένα, μια μεγάλη στρατιά να προχωρεί, με τρίχρωμες σημαίες διάτρητες από σφαίρες, τις σημαίες που πάντα πλαταγίζαν, επάνω από τις κεφαλές των γρεναδιέρων και κάτω από τη σκέπη των αετών. Επί κεφαλής, καβάλα σε λευκό φαρί, ένας μικρόσωμος άνδρας, με υψηλό και πλατύ μέτωπο, κάτω από ένα δίκωχο καπέλο με κονκάρδα, επροπορεύετο, κοιτάζοντας εμπρός, πολύ μακριά… Ο πρώην αντισυνταγματάρχης του γαλλικού στρατού και νυν εξερευνητής της Κεντρώας Αφρικής, ησθάνθη το αίμα του να ανάβει, και μία φωνή μέσα του, πολύ βαθιά, του εψιθύρισε ευκρινώς: «Είσαι κι εσύ, θέλεις δεν θέλεις,  γιος του Αετού, παιδί του Βοναπάρτη»! Ο Ερνέστος Λαρύ-Νανσύ, εσείσθη ολόκληρος από ένα ρίγος πατόκορφο, και εστάθη ευθυτενής, εις θέσιν προσοχής, μέσα στην λέμβον του αεροστάτου. Έπειτα, ενώ εζητοκραύγαζε τριγύρω του το πλήθος των Κολομβιανών, εφώναξε δυνατά, κοιτάζοντας το δίκωχο με την κονκάρδα, που απεμακρύνετο με τους μεγάλους που το συντρόφευαν στον ουρανόν μιας δόξης ανεσπέρου: «Vive lEmpereur»

Μέσα στο ίδιο πλήθος των Κολομβιανών, που αλάλαζαν από ενθουσιασμόν γύρω από την λέμβον του αεροστάτου, ο ναύαρχος Βλαδίμηρος Βιερχόυ συνεταράσσετο και αυτός από αισθήματα βαθιά και επανωτά ρίγη. Μαζί με όλα αυτά, ήτο συνυφασμένη, σαν φωτογραφία παρμένη στην ίδια πλάκα με μίαν άλλη, η εικών της ωραίας ενδομιγούς κορασίδος που είχε φιλήσει μόλις προ ολίγου.

Ναι, ανέκαθεν συγκινούσαν τον ναύαρχον Βλαδίμηρον Βιερχόυ τα πλήθη –ιδίως σε στιγμάς μεγάλου ενθουσιασμού, όταν το ρήμα γίνεται λόγος, και ο λόγος σπόρος πλούσιος και ευεργετικός, όταν η κίνησις και η χειρονομία γίνονται σύμβολα δυναμικά, και ο ηγέτης γίνεται προφήτης, τουτέστι κρίκος συνδετικός με τας ασυλλήπτους δυνάμεις που μας διαπερνούν, μας περιβάλλουν και μας περιέχουν, και ονομάζονται, είτε το θέλουμε είτε όχι, με χίλια επίθετα, αλλά με ένα μόνον ουσιαστικόν – Θεός.

Εν τούτοις, πολλοί φίλοι του Βλαδίμηρου Βιερχόυ, τον θεωρούσαν άθεον. Αυτός όμως, πάντοτε το ηρνείτο και έλεγε: «Δεν είμαι χριστιανός, ούτε είναι δυνατόν ποτέ να γίνω, αλλά δεν είμαι άθεος. Για μένα υπάρχει παντού και πάντοτε ο Θεός». Ίσως η παρεξήγησις αυτή να ωφείλετο στο γεγονός ότι ο ναύαρχος, υπήρξε πάντοτε μια ελευθέρα συνείδησις και ποιητής – αληθινός ποιητής, καίτοι ποτέ δεν είχε γράψει ούτε έναν στίχον. Το ποίημα του, ήτο η ίδια η ζωή του. Εραστής των γυναικών και κορασίδων, εραστής της στιχουργημένης και μη ποιήσεως, εραστής της φύσεως και των σπερμαγωγών ιδεών, πολέμιος των οικονομιστών, των ορθολογιστών και σοφιστών, ήτο μια ισχυρά ιδιοσυγκρασία και μία αδρά προσωπικότης, που προκαλούσε θαυμασμόν, αγάπην μίσος και ζηλοτυπίαν. Το ποίημα αυτό, ελέγετο ανέκαθεν, Βλαδίμηρος Βιερχόυ.

Ο ναύαρχος αγκάλιαζε τώρα με τα μάτια του ολόκληρο το πλήθος. Για μια στιγμή εχάθη από μπροστά του η Κολομβία. Ήτανε πανηγύρι στη νότιο Ρωσία, εις το Μπαχτσί-Σεράι. Εδώ ευρίσκοντο τα πάντα, Οι Ρώσοι, οι Τάταροι, οι κάτοικοι του Καζακστάν, οι Έλληνες, οι Καυκάσιοι, οι Πέρσαι και οι Εβραίοι. Εδώ ήταν τα αλόγατα, οι τάπητες τα χαϊμαλιά. Εδώ οι τσιγγάνοι, τ’ άρματα και τα βιολιά. Και πρώτα απ’ όλα, ήταν εδώ τα ωραία κορίτσια, με τα ωραία των μάτια, τα ωραία των στήθη και τους ωραίους τους γλουτούς. Εδώ ήταν τα πάντα. Εδώ κτυπόυσε η καρδιά της οικουμένης. Τριγύρω θρόιζαν τα ψηλά κατάξανθα στάχυα, η πρώτη αυτή θάλασσα που γνώρισε στη ζωή του, πολύ πριν από την άλλη, την μπλάβα με τα μπουρίνια και τις τρικυμίες, αλλά και τις μεγάλες ηδονές, και τα συνταιριασμένα με τα ρίγη των σταχυών κύματα της άχραντης Σβομπόντας, που μοιάζαν με τα αισθήματα που του γεννούσαν τα ωραία λευκά χέρια της μητέρας του, όταν τον χάιδευε στα γόνατά της, ως παιδί, και του έλεγε για τον Μαζέππα, για τους μεγάλους Αταμάνους και για τα όμορφα κορίτσια του Νίζνι – Νόβγκορόντ…

Αίφνης ο Βλαδίμηρος Βιερχόθ διέκρινε το εξαίσιον κορίτσι που είχε φιλήσει προ ολίγου, να ξεχωρίζει μέσα στα άλλα, ενώ μια χορωδία από ανδρικές φωνές ξέσπαζε σε τραγούδι:

Γιέχαλ κόζακ ζα Ντουνάι

Σκάζαλ ντέφτσινε πραστάι

Πραστάι, πραστάι, μπουτ ζνταρόβα

Μαγιά κράλια τσισρναμπρόβα.

Το σοκολατόχρωμο κορίτσι ήρχισε να κλαίει. Ο Βλαδίμηρος έκαμε ορμεφύτως μίαν κίνησιν δια να το πλησιάσει, αλλά τον ημπόδισε η κουπαστή της λέμβου του αεροστάτου. Το κορίτσι αυτό ήσκει επάνω του μια τεράστια γοητεία. Η χορωδία εξακολουθούσε το τραγούδι…

Το κορίτσι σήκωσε το χέρι του και με ένα μικρό μαντήλι τον χαιρέτησε. Το τραγούδι έπαυσε αποτόμως. Ο ναύαρχος Βλαδίμηρος Βιερχόυ ησθάνθη να χτυπά πιο δυνατά η καρδιά του, ενώ το πέος του εν πλήρει στύσει, επάλλετο υπό το παντελόνι.

«Θε μου, τι να κάνω;» εσκέφθη ο ρώσος αεροναύτης και εκοίταξε επάνω τον ουρανό.

Τότε, για πρώτη φορά στη ζωή του, είδε κάτι που έμοιαζε με τον Παντοκράτορα. Αλλά η πρώτη του εντύπωσις ήτο εσφαλμένη. Η μορφή αυτή, δεν ήτο του Θεού. Ήτο ο εαυτός του εκεί πάνω, ντυμένος απαράλλαχτα όπως ο Μωάμεθ. Στο κεφάλι του φορούσε ένα μεγάλο σαρίκι. Στο ένα του χέρι κρατούσε μια σπάθα κοφτερή, και στο άλλο, ένα φιαλίδιον με μύρα. Στα γόνατά του ήτο καθισμένη μια παιδίσκη ωραιοτάτη, απαράλλαχτη με τη σοκολατένια ορφανή…

Ο Λόρδος Ώλμπερνον εκοίταξε το ωρολόγιο του, και έκαμε νεύμα εις τον διευθύνοντα τα της απογειώσεως αξιωματικόν, δίδων εις αυτόν να εννοήσει ότι το αερόστατον έπρεπε να απογειωθεί. Ο αξιωματικός διέταξε τους στρατιώτας της φρουράς να παραμερίσουν όσον ήτο αναγκαίον το πλήθος, ώστε να γίνουν οι απαραίτητοι μανούβραι. Το πλήθος υπεχώρησε και, αντιλαμβανόμενον ότι επέστη η στιγμή της απογειώσεως, γρήγορα εσιώπησε. Η σιγκίνησις ήτο γενική. Από την μικρά ομάδα των επισήμων, επροχώρησε ο επίσκοπος της Σάντα Φε ντε Μπογκοτά. Η ωραία ινδομιγής νεάνις, εις την πρώτην πρώτην γραμμή, όπισθεν των στρατιωτών της δημοκρατικής φρουράς, έσειε το μαντήλι της και εκοίταζε τον γιγαντιαίον ναύαρχον, ενώ τα δάκρυα έρρεαν από τα μάτια της. Αλλά ο Βλαδίμηρος Βιερχόυ είχε ακόμη τους οφθαλμούς του εστραμμένους προς τον ουρανόν, και όλος ο κόσμος ενόμιζε ότι προσηύχετο. Μια φοβερά τρικυμία ανεστάτωσε την ψυχήν του. Εντός ολίγων λεπτών της ώρας, ο θερμόκαρδος αυτός άνδρας, είχε ερωτευθεί εμμανώς την ινδομιγή κορασίδα, της οποίας ούτε το όνομα εγνώριζε. Μετά τρία, μετά πέντε λεπτά το πολύ, το αερόστατον θα εγκατέλειπε το έδαφος. Τι έπρεπε να κάμει;

Ο Λόρδος Ώλμπερνον έκαμε εκ νέου νεύμα εις τον αξιωματικόν. Ο αξιωματικός διέταξε τους άνδρας να λύσουν μερικά σχοινιά. Ο Ερνέστος Λαρύ-Νανσύ ήδη ετοιμάζετο να ρίψει δυο σάκκους άμμου έξω από την λέμβον. Ο επίσκοπος της Σάντα Φε ντε Μπογκοτά ύψωσε τον σταυρόν και απηγγειλε μιαν ευχήν. Ο Βλαδίμηρος Βιερχόυ έπαυσε να ατενίζει τον ουρανόν. Τώρα ητένιζε την ωραίαν ινδομιγή παίδα ήτις ακόμη έσειε το μαντήλι της κλαίουσα. Ο αξιωματικός διέταξε να λύσουν οι στρατιώται τα υπόλοιπα σχοινιά και να κρατήσουν, εις τα χέρια των μόνον τα δύο τελευταία, μέχρι νέου παραγγέλματος, οπότε, τέλος, θα ηλευθερώνετο οριστικώς η πελωρία σφαίρα. Οι στρατιώται συνεμορφώθησαν, και τριάντα περίπου άνδρες συνεκράτουν τώρα επί της γης το αερόστατον, εν αναμονή του τελευταίου παραγγέλματος.

Οι επίσημοι και το πλήθος περίμεναν εναγωνίως. Ο λόρδος Ώλμπερνον έκαμε άλλο εν νεύμα. Ο αξιωματικός εστράφη προς τους άνδρας και ήρχισε να μετρά. Ο δήμαρχος εσήκωσε το υψηλόν του πίλον, ο αξιωματικός όμως, δεν επρόφτασε να πει το τρία, όταν όλος ο κόσμος, αίφνης, εξέβαλε κραυγήν εκπλήξεως… Ο ναύαρχος Βλαδίμηρος Βιερχόυ διέκοψε την μέτρησιν του αξιωματικού, αλαλάζων: ΑΚΑΝΤΟΥ ΑΝ ΛΑ, ΙΛΛΑ ΑΛΛΑ -  ΑΚΑΝΤΟΥ ΑΝΝΑ ΜΩΧΑΜΜΑΝΤΑΝ ΡΕΣΟΥΛ ΑΛΛΑ!»

Το πρώτον μέρος της μεγαλειώδους αυτής Μωαμεθανικής επικλήσεως εξεφωνήθη υπό του ναυάρχου εντός της λέμβου, αι  ενδιάμεσαι λέξεις, ενώ δρασκέλιζε εν σπουδή τον κάλαθον, και αι τελευταίαι, όταν επάτησε τον πόδα του επί της γης. Διανύων εντός έξη δευτερολέπτων το διάστημα που τον εχώριζε από την ινδομιγή παιδίσκην, ο Βλαδίμηρος Βιερχόυ, αφού έφτασε ως αστραπή εις το σημείον όπου ίστατο η ωραία ορφανή, την ήρπασε από τη μέση, και επιστρέφων εις την λέμβον του αεροστάτου, επεβιβάσθη εκ νέου, μαζί με τον τρυφερόν του φορτίον.

Ιδού, λοιπόν, που υπήρχε παντού και πάντοτε ο Θεός! Διαπιστώνων τούτο άλλη μία φοράν ο Βλαδίμηρος ανέσπασε από την ζώνην του δίστομον καυκασιανόν εγχειρίδιον και απέκοψε τα δύο τελευταία σχοινιά του μπαλονίου, που επρόκειτο να απολύσουν οι στρατιώται, όταν διεκόπη η μέτρησις του αξιωματικού από τον αλλαλαγμόν και την αδόκητον έξοδόν του.

Το αερόστατον, ελαφρόν και χαρίεν, παρά τον όγκον του, ήρχισε ανυψούμενον εις το άπειρον υπεράνω διάστημα. Η έκπληξις και η αίσθησις που επροξένησε η έξαλλος και ραγδαία ενέργεια του ρώσου ναυάρχου, άφησε το πλήθος και τους επισήμους εμβρόντητους επί τινα δευτερόλεπτα. Κατ’ αρχάς, ουδείς εγνώριζε πώς έπρεπε να ερμηνευθή το γεγονός. Αλλά ο λαός της Κολομβίας, θερμόαιμος και υγιείς όπως ήτο, παρά τας προσπαθείας του κλήρου, πολύ γρήγορα κατόρθωσε να ερμηνεύσει, και να ερμηνεύσει ορθώς, το συναρπαστικόν γεγονός. Ουσιαστικώς, επρόκειτο περί απαγωγής. Η κόρη ήτο ωραιοτάτη. Ο ναύαρχος ήτο ανήρ σφριγηλός και, παρά τα πενήντα χρόνια του, ήτο ακμαιότατος, ικανότατος και πλήρης ημερών. Η πράξις του ήτο όχι μόνον συμπαθής, αλλά και ωραία. Μακάρι να έκαμαν περισσότεροι άνθρωποι παρόμοιες! Επί πλέον, η κόρη ήτο οργανή. Το μέλλον της εν Μπογκοτά, δεν θα ημπορούσε να είναι καλλίτερον. Εκτός τούτου, μήπως τόσον σφοδρόν ερωτικόν πάθος, προκαλούμενον από ένα πλάσμα ανήκον εις την πολυπληθεστέραν και πλέον χαρακτηριστικήν τάξιν της χώρας ταύτης, την τάξιν των ινδομιγών, μήπως δεν εκολάκευεν ολόκληρον τον λαόν; Εντός δεκαπέντε δευτερολέπτων, η λαϊκή ετυμηγορία είχε εκδηλωθεί. Πραγματική θύελλα εξέσπασε εκ νέου, και αι επςυφημίαι του πλήθους έφθαναν μέχρι του ελευθερωθέντος αεροστάτου και το προέπεμπαν κατά την πρώτην ταύτην φάσιν της ανώσεώς του. Σπανόως ο ενθουσιασμός του λαού αυτού είχε φτάσει εις τοιαύτην έντασιν. ΤΥο πλήθος, δύναται τις να είπει, εζητωγραύγαζε τώρα, όπως και κατά τας ημέρας που επλάθοντο εν Κολομβία και εις τας ομόρους επικρατείας, οι θρύλοι και η δόξα των χωρών αυτών, γύρω από τα έργα και τας πράξεις του ελευθερωτού και εν θριάμβω θεμελιώσαντος τας πολιτείας αυτάς και το αγλαόν των μέλλον, γύρω από τας πράξεις του Μπολιβάρ, του ενδόξου τούτου ήρωος της Νοτίου Αμερικής και προγόνου του μεγάλου ημών Ελληνοαλβανού ποιητού και ζωγράφου Νικολάου Εγγονόπουλου.

Και όπως μια θάλασσα που τρικυμιωδώς κοχλάζει, σηκώνεται, φουσκώνει και ουρλιάζει, μαστιζομένη από άνεμον ισχυρόν, που πνέει με πάθος ταύρου επιπίπτοντος κατά πανίου ερυθρού, ή κατά κοιλίας ίππου ή ταυρομάχου, εν ώρα κορρίδας λαμρυνομένης από τους σιεομένους και ριπτομένους πίλους και από τας ιαχάς των εξάλλων θεατών, υπό τα όμματα και τις μαντήλες των εν στύσει παλλομένων αρρενωπών ανδρών και των εν διεγέρσει δονουμένων γυναικών και νεανίδων, έτσι και η θάλασσα του πλήθους εκόχλαζε και εβόα, κυματίζουσα με αφρούς χεριών και ρινομάκτρων, που εσείοντο και χαιρετούσαν, κατά την αλησμόνητον ταύτην στιγμήν, τους τολμηρούς αεροναύτας.

Και ενώ ταύτα συνέβαιναν επί του ανεπεπταμένου πεδίου, εκ του οποίου ανυψώνετο η τεραστία σφαίρα, ο Δον Πέντρο Παμίρεθ μετανοούσε που επέβαλε εις την Καρλότταν την τόσον σκληράν τιμωρίαν να μην παρευρεθεί σε μια τελετή, σ’ ένα τέτοιο θαύμα – το θαύμα της ανυψώσεως εις το στερέωμα ενός υπερόχου τέρατος υδροκεφάλου, που ανυψούμενον, μετεβάλλετο και μεταμορφώνετο εις άψογον αίνον, εις άσπιλον ύμνον επουρανίων πλασμάτων, εις ξέσπασμα αγαλλιάσεως και ευφροσύνης αγγέλων και αρχαγγέλων.

Κι ενώ ταύτα συνέβαιναν, ο Ντον Πέντρο ελυπείτο βαθύτατα που δεν ευρίσκετο πάλιν ακουμπισμένη εις τον βραχίονά του η ντόνα Ισαβέλλα στην θέσιν που κατείχε προ ολίγου η ωραία μοιχαλίς, για να πιέσει πάλιν το χέρι του και, κοιτάζοντάς τον στα μάτια να του πει: «Α, τι ωραία που θα είναι, όλα να τα βλέπεις και όλα να τα απολαμβάνεις από εκεί επάνω, χωρίς καημούς, χωρίς δεσμά!» όπως του έλεγε εκείνη την ημέρα, κατά την στιγμήν της ανυψώσεως της άλλης αεροσφαίρας, προ έξη ετών, εις το Παρίσι, την ιδίαν ημέραν της λήψεως εκείνης της φωτογραφίας επί του ψευδοαεροστάτου, «Je reviens toujiours».

Κι ενώ ταύτα συνέβαιναν επί του αναπεπταμένου πεδίου, ο ντον Πέντρο Ραμίρεθ έβλεπεν την παλαιάν Γρενάδα, την απωτέραν πατρίδα του, να γίνεται η Νέα Γρενάδα, να γίνεται η Κολομβία, τουτέστιν η πραγματική πατρίς του, και τον εαυτόν του κατερχόμενον από έναν κατάλευκον ίππον θυμοειδή, και ανερχόμενον εις τον θώκον του προέδρου της Δημοκρατίας, για το καλόν της χώρας του, για το καλόν της σήμερον, για το καλόν της αύριον και των επερχομένων γενεών. Και έβλεπε τον εαυτόν του ηγέτην ολοκληρωμένον, ταγόν ανδρών και γυναικών, με ένα πηδάλιον στο χέρι, με περικεφαλαίαν στο κεφάλι, με μία σιταρήθρα στην καρδιά του και μια κραυγή στο στόμα του: Αδέλφια μου γρηγορείτε! Καλλίτερα ένας Αχιλλεύς, από σαράντα Οδυσσείς και λαοπλάνους!» ενώ το πλήθος αλαλάζον, θα εζητοκραύγαζε και θα εβόα: «Δόξα εν υψίστοις Θεω και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».  

 

 

«Αργώ ή Πλους Αεροστάτου»:

ένα εμβληματικό σουρεαλιστικό αφήγημα του Ανδρέα Εμπειρίκου, γραμμένο το 1944.

Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα και πιο φιλόδοξα έργα της νεοελληνικής πεζογραφίας.  Το έργο πλέκει δύο βασικές, παράλληλες ιστορίες που συνδυάζουν την ερωτική επιθυμία, το θαύμα της τεχνολογίας και το υπαρξιακό ταξίδι:    ΠΡΩΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (Η πτήση του αεροστάτου): Περιγράφει την εντυπωσιακή και περιπετειώδη απογείωση του αερόστατου «Αργώ» στη Σάντα Φε ντε Μπογκοτά της Κολομβίας, το 1906.    ΔΕΥΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (Ο μύθος της Αργούς): Το δεύτερο σκέλος λειτουργεί ως μια ποιητική, συμβολική μεταφορά βασισμένη στην αρχαία αργοναυτική εκστρατεία.   Ο Εμπειρίκος χρησιμοποιεί μαγευτικές εικόνες και τολμηρές μεταφορές, καταργώντας τα όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας.  Ο πλούσιος, λυρικός και πληθωρικός λόγος του, δοξάζει τον έρωτα, την ελευθερία και την ανθρώπινη περιπέτεια…  Η ΑΡΓΩ  ή  ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΑΛΙ το 1964 – 65   και έχει μεταφραστεί γαλλικά από τον Michel Saunier  στο περιοδικό Mercure de France το 1964   και αγγλικά από το Νίκο Στάγκο, έκδοση Allan Ross, Λονδίνο 1967)

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΕΙ ΜΕΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΛΥΚΟ ΤΟΥ

  (3 η ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ   20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026) Μέσα στους κλώνους...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ