Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΤΙ ΡΗΤΟΡΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΩΣ

 (…τι φλυαρία για τη νύχτα…)


Τα θέσμια του αγαθού και της κακίας

μεράδια της υπακοής μας

στην άπαιχτη λογική που γενικά βασιλεύει

κατάφωρα περιπλέκει το στομάχι μας.

Τι ρητορεία για το φως   τι φλυαρία για τη νύχτα…

Πληγιάσματα οπού μυρμηγκιάζει η χημεία

τραγουδώντας με πύον.

/Εμπεριέχοντας την άφιλη γλωσσολογία/

Καταλύομαι ώριμος από καθοσίωση λύπης

κι ακόμη πράττω την όμορφη δυστυχία μου.

Στα βιολογικά προάστια του τρόμου

παράδειγμα η απερπάτητη ματιά

χιλιάδες χαρακώματα - χειρονομίες

τη ζωή μου προασπίζω ενάντια στη νίκη

-δεν είναι παράξενο;

Τα νεροπούλια ξαφνικά φτεροκόπησαν

απ’ το νερένιο μυαλό μου.

Θα ήθελα να κατουρήσω επαρκώς την ευτυχία σας!..  (AB OVO)

 

(συνημμένη εικόνα)  Ο ΓΥΜΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ ΑΝΑΜΙΧΤΟΣ ΜΕ ΑΝΟΙΞΗ

Κάθε λουλούδι με τρομάζει καταστρέφοντας

το φως της λευτεριάς μου στα χώματα.

Ορώμενος από ηρεμία ο υάκινθος τι δέχεται;

την απαλότητα του κενού την κοινότητα

ή   το υλικό του προσωπείο στις ατμίδες;

 

ΛΕΖΑΝΤΑ:  Η μεγάλη μας τριανταφυλλιά στον αγριόκηπο

(…διηγείται τίποτα για τ’ άνθια όλων των εποχών;  )

Εγώ κρατώ την περιέργεια  να μάθω ο,τιδήποτε.

Τι γυρεύεις μωρ’ ομορφούλα μου εσύ

μαργαρίτα σε τούτο το παλιοχώραφο;

Καλογερεύεις  ή παντρεύεσαι στη μουσική σου;

Δεν ξέρω τιτιβίσματα κι αφήνω τη γενειάδα μου

στα γόνατα να κατηφορίζει.

Δαίμονες την απόδοση   ονομάζουν ανατολή σου

δένοντας τους συνδυασμούς με πλατίνη

κατασκευάζοντας έριδες την ανάπαυση του Σίβα.

Τύχη κι αυτή να κελαηδήσουμε…

[από τη συλλογή του Νίκου Καροούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980

Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από αυτή τη ΣΥΛΛΟΓΗ,

εδώ από το συγκεντρωτικό  Β  τόμο:

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία]

 

 


ΚΡΩΞΙΜΟ Σ’ ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Η ατελής υπόσταση του φάντη στη βρομιάρικη τράπουλα

/ζήτημα ζωολογικής διαφοράς μονάχα

τα δικά μου απ’ τα δικά σας βιώματα/

γκρινιάρα ειμαρμένη καθιστή στο μπαλκονάκι βράδυ

/κατάστιχα γυαλιστερά  του χάροντα/

βατραχοσύναξη και τούτη στου Ομήρου τα τροχίσματα

κουλτούρα θυμοληπτική στα ψευτοσαλόνια σας

χαλκοδεκάρες πεταμένες έτσι σε κωφάλαλα συρτάρια

/παραχώρηση το διάβασμα στους πονεμένους /

γονυκλισίες από κοριτσόπουλα στα θέσφατα των εφημερίδων

/ευλογία Κυρίου τα μυδράλια

η λεπταίσθητη Λούξεμπουργκ

αυτή η άγρια γυναίκα με την άγια βαρβαρότητα…/

Να ρίξεις ολάκερη τώρα τη ζωή σου

στην πλάστιγγα τ’ ουρανού την ανάστροφη στα μάτια.

Διωγμένος εγώ από κάθε προϋπόθεση να αναβλύζει το γέλιο μου

θα ’θελα λίγο δυναμίτη θα ’θελα μιαν έκρηξη

που θα σκορπίσει το χειρότερο θάνατο στα βολέματά σας.

Τυραννήθηκα την τελευταία εβδομάδα

για να βρω τη σώψυχη ειρηνοφόρα λύση.

Τα νεροπαίχνιδα στη ρεματιά-

τι ναν τα κάνω τ’ άλλα.

 

ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΑΥΞΗΜΕΝΕΣ

Τρυφερή μες στο πιάτο αρνίσια πλάτη.

Κανένας δεν ερμήνεψε το ψαχνό την άμαχη γεύση του

τι λύγισμα η αγάπη χαντακώνοντας τους απερίγραπτους…

Μεγάλη διαδρομή μου απελπισία πρώιμα βγαλμένη από τον Οίστρο

μεγάλη δοκιμή μου στην ύπαρξη με θανάτους και χιλιόχρονο πόνο

τα τύμπανα ποτέ δεν έπαιξαν οποιοδήποτε ρόλο στην ταραχή μου

δεν είχα και τόσο πολύ βέβαια υλικό για φτέρωμα

ήμουνα μονάχα κάποιο κλωναράκι στην έξω αγριότητα

γιομάτος από συναίσθηση λουλουδιών δίχως μελωδία

η μέρα ήτανε Παρασκευή με ωροσκόπιο κατά τις πέντε το απόγευμα

συνεχόμενα τηλεγραφήματα κι αναμένοντας κοντεύω να λιώσω

η πλάτη του αρνιού δε λέει τίποτα άλλο από λαμπρά μου μεσάνυχτα

ο Κρόνος ο Άρης τα δεσμά των Ιχθύων ένα σαλιάρισμα γιομάτο ρανίδες

είμαι πιασμένος στην άδολη δοτική και χαραμίζομαι μόνος

με λένε παράφρονα και λένε για δέσιμο εμένα το αηδονάκι

δεν πειράζει οι άνθρωποι τηλεφωνούν όταν έχουν ανάγκη

μα εγώ συλλογιέμαι το πρωί συνήθως την άγνωστη κηδεία μου

περισσεύοντας κι αγκαλιάζοντας της καρδιάς τα αγέρωχα σφάλματα.

 

Ο ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ

Μπροστινοί  και πισινοί να κατουρήσει η νύφη.

Δεκάδες  απαθλιωμένοι καρδινάλιοι συναγωνίζονται

τις εύκολα ακρωτηριαζόμενες τις υπναλέες παπαρούνες

τα θυσανώδη μου βήματα δαγκώναν έναν ανήφορο ασυγκίνητο

με ορφικά ελληνικά λησμονημένα στην πικρότητα συσπώντας

ανεπίστροφα σανσκριτικά, κουμπότρυπες 

τα δάκρυα στη φαντασία του Υψίστου

συστατικά μητέρας ατελετούργητα

/ τους ήχους αποθύμησα να γλεντήσω ξαναγράφοντας /

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 73

 

ΝΥΧΤΑ ΩΜΗ ΓΙΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ

Αιφνίδιες αντλίες πυροσβεστικές με τρίλιες στη λεωφόρο

σφαδάζει πάλι η γραμματική στο προσκήνιο

καθώς μέσα στον ύπνο μου απάγγελνα χθες διακοπτόμενες

εκατοντάδες ενεστώτες για το ανατρίχιασμα

σε εφτάωρη κοίμηση ρουθουνίζοντας  -Ασύλληπτο-

ή -Άπιαστο   στριφνές συστάδες από ονειρόεντα

της ερημιάς η φλεβίτιδα: τα στενά μονοπάτια.

Προσπεράστηκα απ’ το ζώο που περιέχω

βρυχήθηκα στο βρόντο τα ’κανα όλα γυαλιά-καρφιά

τα βιώματα όπου έχτισα για να φτάνω

ως επάνω στην Υψιπέτεια

για να διαβάζω δυνατά το θάνατο στα αναλόγια της αγάπης

να τον ταυτίζω βραδιάζοντας με το ρόδινο ξεφλούδισμα

σε όμορφα και αστραφτερά μπαρμπούνια σχάρας

να τον προσμένω σχεδόν ατάραχος  ωσάν χελώνα όπου τρέχει

βιαστική ν’ αποφυλακίσει κάποτε

κείθε πέρα τα κόκαλά μου.

Λεπτοδείχτες από γάργαρο μέταλλο συγκεντρώνουν τώρα

τα πυρά τους επάνω μου

βάλε την ηχώ μου σε κορνίζα δεν ξέρεις αύριο αν θα υπάρχω

στη νεκρόκασα η φωνή επεξεργάζεται τη βουβαμάρα

κι όταν χηρεύουμε από τρέλα η λογική σου τ’ ορκίζομαι

καταρρέει μ’ έναν τρόπο που ναν τη λυπάσαι.

Μπήγοντας ύστερα τα χέρια μου στη γριά Βεβαιότητα

ολομόναχος

ένα ολάξαφνο σχίσιμο του μαύρου:

φτερουγώντας έφυγαν τα νυχτοπούλια.

Ο ανοιχτόκαρδος θεός ο ορεξάτος διάβολος.

 

Η ΑΝΘΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΦΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΚΑΙ ΦΩΝΗΕΝΤΑ

Ο Αναξίμανδρος αναπαύεται στην ακάθεκτη

χιλιάδα του απείρου τη απροσμέτρητη

κρατώντας το χρυσόξυλο του νου τ’ αδράχτι

[δεν έχω τίποτα για σωστή συνέχεια]

ο άχραντος ήχος μιας άρπας όπου βουλιάζοντας

[ο ήλιος δεν μπορεί ν’ αποτελέσει τη συνέχεια]

στα κρημνώδη κι αλώβητα μύρα του έαρος

[το ’χω παρακάνει μ’ αυτό το έαρ]

ανάμεσα στους ηλιόλουστους λειμώνες η Άρτεμη

που είναι έξω απ’ τον πόνο ξεπλένοντας το άφωνο

[σημειώνω πως είναι απορριπτέος ο ήλιος]

ο απενθής κι απορριπτέος  Αναξίμανδρος

άφραστον αίμα στου ήλιου το μπαλταδιασμένο σβέρκο

κι αλησμόνητος ο βροτός αγέρας την πλάνη μας (τυραγνώντας)

έρπει σαν όμηρος του όντος

χαρίζοντας τη βοερή γενέτειρα της βεβαιότητας:   τη φύση

τα βυσσινιά λουλούδια της Μεγάλης Πέμπτης

και της άτρωτης νύχτας τη νεκροπρέπεια

[λίγος δυόσμος ίσως]

και η κακιά χωλότητα του Ηφαίστου

σημαίνοντας το μισό της αλήθειας:

την αιμάσσουσα Τεχνική

[τεχνική και μηχανόλαδο]

 

ΘΛΑΣΗ ΘΕΩΡΗΜΑΤΟΣ

Τι ερημιά φανταχτερή μ’ όλα τα αστέρια

σε έξαψη γαλάζιας αγριότητας…

Ο κόσμος θ’ ανακαταλάβει το ξημέρωμα

στους τροπικούς μεγάλους ερημότοπους

όταν ο ήλιος έρχεται  διάτορος

κι απάνω στα ουράνια ξεχειλώνει

για να μαυρίσει σκοτεινιάζοντας ακόρεστα

στου λιονταριού τον τρυφερότερον έρωτα.

 

Τι ερημιά φανταχτερή με στίλβοντα μαχαίρια

στο γέρικο σούρουπο που κοροϊδεύει την ύλη

κι η κάθετη βουτιά του παλεκάνου απ’ τα ύψη

το παντέρημο ψάρι στη βήυθιση

ξεκουμπώνοντας με το ράμφος

απ’ τα πανάρχαια νερά της ακλείδωτης μοίρας:

αστραφτερός Ηράκλειτος.

 

Ο Ποιητής δεν μπορεί να γλιτώσει απ’ τα πράγματα

σαν τον κακότυχο Αβεσσαλώμ απ’  κλαδιά τους

είν’  η μαβιά του χαίτη αξόδευτη πιασμένη

 

Ο ΤΡΥΓΗΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΘΙΑΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ

Εδώ σε τούτο το βραχύβιο άρωμα είναι η κατοικία μου

στα φωτερά κι ανάστατα εικονίσματα

τον άσπιλο κόκορα: μια περίχυτη της ζωής ανθοδέσμη

το γοερό γαϊδούρι μου με τα τεράστια ιώδη μάτια

την αμνάδα όπου πάει να φτερακίσει

την όρνιθα όπου θέλει να θηλάσει.

Στηθάτος ήλιος κλέβοντας του πετεινού το χρώμα

κρεμάμενο ειλητάρι στα γαμήλια

χέρια της βροχής που κοιμάται

φαράγγι-ήλιος κι η άφωνη ξερολιθιά

παράλυτη στην αύρα!

 

ΡΑΓΙΣΜΑΤΑ

Το Ποίημα είναι ένα κουρδισμένο παλιοπαίχνιδο

φτιαγμένο  για να  φτερουγίσει.

 

Δεν καταδέχομαι καθόλου τα ψευδώνυμα∙

χρόνος και άχρονο για μένα  παρατσούκλια.

 

Όταν ασποστηθίζουμε τα πράγματα  λέμε ύλη∙

όταν ερωτευόμαστε τα πράγματα λέμε μυστήριο.

 

Να βγω σαν ασημόγλαρος  να βγω στη ζοφεράδα

μ’ ολάκερη την αύρα τυλιγμένος ο χαρμόσυνος

ένα σταχτύ μαχαίρωμα να κάνω το τραγούδι

κι όλη τη λάμψη του ουρανού σαν ένα ιδιόμελο.

 

Τα βράχια είναι  σαν αδέλφια.

 

Χάρος του χάροντα η ψύξη του πλανήτη!..

 

 

ΛΟΥΣΟ Η ΕΓΚΑΡΣΙΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Ροχαλητό δεν ακούγεται στην αιωνιότητα

η αμάχη μου καταστρέφει λαμπτήρες γνωσιολογίας

αναισθησιογόνα είναι αυτά τα ελεεινά ποιήματα

τριπλασιάζοντας το όνειδος της γλώσσας επί τέσσερα

βρακιά κωμικών και αρλεκίνων έως το γήπεδο

θα σκουριάσω βρε άτιμοι από φλόγα σε αχρηστία

με κάνατε λαχνό που δεν κληρώθηκε στην πολιτική σας ασχημοσύνη

θαν τα λέω έτσι τώρα ό,τι μου ’ρχεται θα σας ταράζω ω φιλομειδέστατοι

υπήρξαμε έλληνες  κι αυτό είναι το μεγάλο μας δυστύχημα

ο μαγνήτης το ήλεκτρο τα βελούδινα παχυλά ιδεογόνα

ειδύλλια καπνιστά συμπολίτες αριθμοί  πατριώτες άγγελοι

ριχ’ τους οξύτονα πολλά στη μούρη εσύ που αγάπησες τόσο κυρίως τα προπαροξύτονα

μην τους αφήνεις τώρα σε χλωρό κλαρί λέγονται έναστροι

στην πραγματικότητα είναι προβατίνες

Τύχη και τούτη να βλέπεις το θάνατο στα ρολόγια

παλιά ρολόγια εκκρεμή σαν τη μάνα μου…

Σάρωθρο μόλις μετενσαρκώθηκα και σαρώνω κρετίνους.

 

Μ’ ΑΕΡΑΚΙ Σ’ ΑΠΟΜΑΧΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ ΑΓΑΠΗΣ- ΤΙ ΑΛΛΟ ΝΑ ΕΚΘΕΙΑΣΟΥΜΕ 

(…φαυλότητα η ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος…)

… κι ο γνόφος της Κύπριδας αρτηριακή πολύωρη συνοφρύωση    καθώς πικραίνει τις φιλοδοξίες η  στερεομετρία των νεύρων    έκτιση νοερού περίπατου τελικά ξεμακραίνει τα νεογέννητα παπούτσια μου:    ποινικοί κατάδικοι στα ζωώδη θρησκευτικά πατήματα    σε μπουμπούκια αινιγμάτων έχοντας αλαργέψει κατά το δείλι    πάνε θνητές φασκομηλιές τον ανήφορο κι όμως    η κατακόκκινη σχοινένια κλίμακα σπαρμένη χειλεόφωνα    δε χτενίστηκε άξαφνα όπως άλλοτε από πάνω μέχρι κάτω    κι η αλυσόδετη στη θύμηση θαλασσίλα θα ’ναι εσαεί αιχμάλωτη    μαύρα θερμά κριάρια σε κωματώδη κατάσταση    με μήκωνες υπνοφόρους στα μέτωπά τους δωρεάν ευτυχήματα    νευτώνιες μετονομασίες χλοερής κι ανώφελης πεταλούδας    ω διάττοντες:  τα γλυκόλογα της ανάλαφρης Βαρύτητας    πέτσες από φιλάσθενους αριθμούς ανήθικο γαλάζιο μόλις τώρα    πνίγηκα όρθιος σ’ ένα ωμέγα - στρουθοκάμηλο    σταγόνες έρωτα στην ισκιερή παλάμη της τρίτης μου γυναίκας    φεύγει κανείς απ’ τη σύσσωμη Πεντάδα προς το Ένα;    Φαρέτρα ο ήλιος / δίχως επίθετο / κι οι αχτίνες του τη Δευτέρα στο ειρηνοδικείο μυξοκλαίγοντας.    Δεν πρόκειται να βάλω σε αθώους γαϊδαράκους τρυφερομάτηδες    τα σκληρά σας εκείνα ψυχολογικά σαμάρια.    Μ’ αεράκι σ’ απόμαχο σούρουπο αγάπης – τι άλλο να εκθειάσουμε…   [ΕΡΜΗΤΙΚΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980  - ΣΥΓΚΕΤΡΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ: ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β΄ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ]

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2026

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

ΜΕ ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ

(…υπέρμαχος των άστρων  εκτείνομαι   στην άπατη μοναξιά μου…)


Αν ήτανε τα σύγνεφα θα ήμουνα κι εγώ,

αν ήτανε τα φύλλα και το θρόισμα

και εγώ θα υπήρχα

σπινθήρες αν βγάζαμε στα χέρια μας

φωτιά θα βλασταίναμε.

Μα η ζωή δεν έχει τη δική μας περηφάνεια

υποκείμενο δεν φυτρώνει

στο ξαφνικό που διαρκεί ως το θάνατο

κι ολοένα με σπαθιές ηρεμίας

αναβρεφουργείται.

Τίποτα παλιό εδώ και τίποτα καινούργιο.

Νιάτα να πεις θολώνεις από παρανόηση

τα γερατειά ν’ αδράξεις μετερίζι δεν γίνονται!..

[ΠΟΙΗΜΑ ΔΙΧΩΣ ΚΑΡΠΩΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου

Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980] 

 

(συνημμένη εικόνα)  ΚΟΥΝΙΑΔΟΣ ΕΙΜΑΙ ΤΟΥ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟΥ ΒΡΑΧΜΑ

το οιδιπόδειο του γιασεμιού με τη σελήνη

κι η ανάσταση που θνήσκει πανέμορφη

τρομαχτικά διλήμματα γενέθλια των φύλλων

ενόργανες εμπειρίες από αλληλούια…  (Art by

 

ΛΕΖΑΝΤΑ:  Κροταφική Κατάσταση

Σκυλίσια κιονόκρανα στρόφιγγα

πριγκίπισσα του άρτιου αριθμού με ινδιάνικη σκυτάλη

στα νήπια κοκόρια χρυσαφίζουν

ένα πράσινο λάθος κι άλλο λάθος

με κάλτσες από μικρά φτεράκια

να ξαναλάμψει το Μάλιστα

ωσάν το αβγό στα δυο λιθάρια

ζωντανός είμ’ εγώ μες στο φαράγγι  μου

τσακισμένος ολότελα απ’ το να υπάρχω –

θα ξεπαγιάζω στο λάκκο;

Ευφρόσυνα κι αγιασμένα μηδενικά

φτερουγίζουν ένα κίτρινο

φλυαρώντας ασίγαστα με ιώδη τραππιστή

τα γλυκόλαλα φρούτα του

το οιδιπόδειο του γιασεμιού με τη σελήνη

τρομαχτικά διλήμματα γενέθλια των φύλλων

ενόργανες εμπειρίες από αλληλούια

στον ήλιο του καλοκαιριού παγωμένη

η Ιλιάδα μέσα σ’ ένα

ποτήρι που ξεφλουδίζει το γυαλί του

κι η λησταρχίνα η τρομώδης εκείνη σεξουαλικότητα

ένα τεράστιο ακροατήριο από σταγόνες

η ανόρυξη του Μεσαίωνα σε απήχηση – όχι

πέφτει η αυλαία του φλάουτου στα άνθη

οι χιλιόχρονες εβδομάδες

χύνοντας μακριά μαλλιά στο χοάνη-ψαύση

παρθένο φίδι   του κεραυνού

η αστραπιαία    ελαστικότητα

Κουνιάδος είμαι του κατάμαυρου Βράχμα.

[από τη συλλογή του Νίκου Καροούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980

Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από αυτή τη ΣΥΛΛΟΓΗ,

εδώ από το συγκεντρωτικό  Β  τόμο:

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία]

 


ΟΠΤΑΣΙΑΣΤΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΠΤΕΡΩΣΗ 

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Προπύργιο δεν είμαι κανενός διανοήματος

ανεξήγητα κι όλα τους μαζί τα εξηγούμενα

συγκομιδή και προϋπάντηση στον αέρα μυριοπόθητη

το ταύρειο των αναστενάρηδων αντίδωρο ωιμένα

μου φάνηκε στην Αγία Ελένη όπου βρέθηκα θαυμάζοντας

πεπτικό μυστήριο από μεταφυσικές πρωτεΐνες

τόπος δεν είν’ ο θάνατος μυθεύματα δεν τα συσσωρεύει

/καρδιά μου δεν αντέχω πια στη νοημοσύνη… /

δεν είμαι πάντως εγώ που συνταράζω τις ανώφελες πλειάδες

πολυδοξία μόρσιμη ποτέ μου δεν την αποδέχτηκα ο άλαλος

φιλόκαινος όχι, πανάρχαιος οπωσδήποτε.

Φιλόσοφος δεν κατάντησα γυρεύοντας βαθιά την αμυδρότητα

λιγάκι στάθηκα να ξαποστάσω στην επιστήμη

το μόνο σωστό σταυροκόπημα.

Είθε να μην είναι χοϊκός ο κ. διοικητής της χωροφυλακής

contabile στην αίσθηση για να υποφέρουμε το χρόνο

να μαζέψουμε το σκοινάκι μας ως τον τάφο.

Είδε να μην είναι δυνατός ο χαμός μας απ’ την όποια κατάληξη.

 

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΝΕΟΓΝΩΝ ΗΧΗΤΙΚΗΣ

Αναμέτρηση διψαλέων συλλαβών και προχειρότητας.

Η μέρα σώνεται στη γήινη κατάθλιψη και η νύχτα

τυχαρπάζει τ’ ανθολογήματα στους κήπους.

Μεταδίδω ένα νωθρότατο μήνυμα στις δικές μου βραχύτητες:

-Εκείνος που χαζεύει στην εγκάρσια

υγρασία των υπνοφόρων ερώτων εκείνος

οπού πολύ πιστεύει στη ζωή  – αυτός ακριβώς

ποτέ του δε ζει πραγματικά.

Τέτοια η αμφίεση η ειπωμένη λάλημα

 

17 ΙΟΥΛΙΟΥ 1979

Μακρινός ο ήχος απ’ τα πένθη

στο ακόρεστο ξέφωτο που οδεύουμε

τόσο λεπτή σαν κλωστούλα φυσαρμόνικα

στα σαρκώδη χείλη της βραδιάς η απουσία

ξετινάζοντας

όνειρα πρησκόμενα   κι αγιάτρευτα.

Είμαι πικρός κι επώδυνος   από αρχαϊκότητα

ωσάν το στρουθί που ραμφίζει

τα μικρά του ευρήματα

Είμαι σήμερα κλειδωμένος στην ευτυχία.

Τη μουσική μου δεν τη θέλω πια

σας τη χαρίζω.

 

LAHOUT

Αναδεύουμε κατάλοιπα της μυθιστορίας

ποίμνιο από φυσαλίδες τα νοήματά μας

κι ο ποιμένας

κανένας.

Ενορία μου δεν σ’ έχω πια στην καρδιά μου.

Συνέχεια αιμορραγεί το Άπειρο κριθαρένιο

κι η ποίηση όλο κι όλο

η σφιχτή εξάρτηση της υγείας μου.

Χαράχθηκαν ένα - ένα τώρα στου πόνου μου το κρατίδιο

τα βαρβαρικά μου δάκρυα.

Η ώρα είναι ένατη κι αχνοτρέμει η αδειοσύνη

μεροκαματιάρηδες  οι άνεμοι αλφαδιάζουν ορίζοντες

εδάφια με κρέας απ’ το ευαγγέλιο η οσμή τους

καθαγιάζει πάντοτε

τις αναφαίρετες γιορτάδες

κι η αγωνία μου παγκοσμίου φήμης παγιδεύοντας

τα ξυπνητά μου ονειρώδη

νωθρότητα με δίχως ναργιλέδες.

Το μπόλι της αγάπης δεν το δέχθηκε ο κόσμος

υστέρημα η Άνοιξη

ανύπαρχτο πουγγί

μπλόφα χοντρή η Άνοιξη το θαλασσί

εγγύηση χωρίς εγγυητή.

Καλά βρε αδελφέ μην κάνεις έτσι, δε μας βλέπεις;

Επισκευάζουμε τώρα την κοσμοθεωρία.

 

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΠΩΣ ΑΡΠΑΧΤΙΚΑ

Θα προκαλέσουμε συγκινήσεις ή θα συνθέσουμε λογισμούς;

Αδιάφορο. βρισκόμαστε πάντα στην αντίφαση: την ακρόπολη της λογικής.

Πρέπει να χαιρόμαστε στο ανοιξιάτικο ύψος της Μεγάλης Τετάρτης

τη γλυκιά μελανότητα. Να λοιπόν ένα συμμέτοχο σκουλήκι.

Προέλευση και απόληξη-: δυο πελώριες ηλιθιότητες.

Τι να προσθέσουμε την ώρα τούτη στο συγκεκριμένο σκουλήκι;

Να προσθέσουμε άραγε το θάνατό του;   Τι ναν τον κάνει;

Ναν το ξέρεις άλλωστε-: χειρότερος απ’ όλους τους δρόμους το αυτοσυναίσθημα.

Στου στήθους θα ’λεγα την απανωσιά, στου νου τη βάρβαρη σοροκάδα.

Μικρή πατουλιά – μεγάλος λαγός η φεύγουσα αλήθεια.

Ταμείο της φωνασκίας ο άνεμος, τους ποιητάδες νοσηλεύει.

Χάνομαι στα πορτοκαλιά ματογυάλια.

Κάτσε στ’ αυγά σου κι ας’ τονε στην τρέλα του

τον κάθε μουχλιασμένο επαναστάτη –

να επωάζει του μέλλοντος τη διαφάνεια σαν πάπια με γαμήλιο πτέρωμα.

Για πάρε λιγάκι το μονοπάτι. Σαν ν’ ακούω κάτι βήματα.

Να ’ναι κάποιος; Όχι, δεν είναι ξυλοκόπος, είναι ο Διάπυρος,

αυτός που λευκαίνει το αίμα του στα νερένια προσκυνητάρια:

τα ρυάκια,  θυμούμενος αδιάκοπα τις απόκοτες ομορφάδες

απάνω σ’ ένα μεταξωτό δευτερόλεπτο

Βιαστική εξουσία του Πλήθους και ίσως η πράσινη του Φεδερίκο νύχτα,

οπού την έχει ασβεστώσει το θνησιμαίο φεγγάρι.

Για να τηράξουμε λοιπόν εμείς οι ενεοί

την άλγεβρα της τρυφερότητας  με άλλα μάτια.

Να διακηρύξουμε τα ορατά δικαιώματα της νυχτοσύνης

αντίκρυ στην οντολογική της ημέρας επισημότητα.

Για να ιδούμε, πούθε κλάνει η κότα;

Να φανερώσουμε άχραντοι πώς νιώθουμε την υπόσταση

να στεγάζεται κάτω απ’ τα ομοιοκατάληκτα βλέφαρα…

Μα εσένα  ποιοι είναι τώρα το ποσοστό σου στο μυστήριο;

Μήπως εκείνο το κίτρινο φελονάκι της φιλέρημης γαζίας;

Το αρνί που φεύγει το μπουλούκι-: ή του λύκου ή του μαχαιριού.

Δεν έχει άλλη διαζευκτικότητα.

Κι αποπάνω σεληνόφωτο καταυγάζει τυχαίως αλογίσια μεγάλα κόκαλα.

Δίπλα τους ακατάδεκτος θάμνος.

Αυτά τα κόκκαλα ωσάν απόρρητα δώρα στην Περσεφόνη.

Κι αποθυμήθηκα να ’ναι ακανόνιστο στην έκταση το χώμα.

Η ορφική κατάρτιση του σκούληκα δίχως τη σκέψη

κι ο θαυμαστής της ολότητας, ο αγέρας,

την ώρα τούτη βοριάς μαχαιροβγάλτης.

Ένα καλοσαπουνισμένο εγώ, είναι εκείνο που θα ’λεγα-:

το πιο βρόμικο πράμα.

 

ΛΥΧΝΑΡΑΚΙ ΣΤΟ ΑΠΕΡΙΝΟΗΤΟ

Να μην τα ’βλεπα αυτά τα αιματωμένα κι ασάλευτα κυνήγια

η γκόμενα του έαρος Αρτέμιδα δεν κάνει σαββατιάτικη πολιτική

καταλάμπει φιλήδονα τα ψεύτικα φλουριά της αντηλιάς μου

τα ανταλλάζει με γλυκιά φθαρτότητα μεσημεράκι

καθώς ο χρόνος είναι μάρτυρας πως έσεται η μαύρη νύχτα

όπου φιμώθηκε από Εφτά Μελλούμενα της λάμψεως ο τρίποδας

του βύσσινου Φωτός ο ανθηρότατος γιόκας

το στόμα του δεν ξανοίγει πια στις αγέλαστες Φαιδρυάδες.

Μαλαματένια όσφρηση του λάγνου φεγγαριού στους γιασεμόκηπους

καλώς ορίσατε όλοι σας απόψε στην κατακόκκινη αμηχανία.

Εγώ ετοιμάζω σιγά-σιγά τα τελευταία μου αστραπόβροντα.

Σαν βγεις στον πηγαιμό για το ρυάκι

να μην εύχεσαι τίποτα

μονάχα το νεράκι να ξαναδοξάζεις.

 

ΤΑΥΤΟΦΩΝΙΑ

Χρείες του κόσμου χρείες της ζωής τα κελαηδήματα.

Κυνηγόσκυλο είναι ο ήλιος ‘η μακελειό από υδρογόνο;

Τρίτος στίχος δεν υπάρχει.

 

ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Ήδη αυτή η γενική μου κάθεται στο στομάχι

(Πώς να την χτίσω τώρα την αρχή και τη συνέχεια –

εκείνο το υποχθόνιο κίτρινο

και του άγαμου έαρος η μαβιά τυραννίδα

θηλάζοντας από τη άρρωστη καθημερινότητα

στριφογυρίζει ώρα στο κεφάλι μου η λέξη ανθοσύνη… ).

Επιτέλους: το ράδιο έτριζε ωσάν

τα ξύλα όπου καίγονται στο τζάκι.

Βαθμός αγέλης το άριστα   (μα η αγκάλη-λάμψη;

τι γίνεται τώρα με τη λάμψη…).

Βρώσις και πόσις η παντέρημη διαύγεια

κι ο όσιος νους αποτίοντας

αυτό που ονομάζουμε χαρόντισσα ή αλλιώς ποίηση

ακόμη κι ο πιο πήλινος Ευριπίδης

είναι μια άγουρη φωτιά στο στόμα. 

(Ωραίος εδώ πέρα θα ερχότανε με οχταράκια Λειψίας ο Επίχαρμος,

εκείνη η ολομόναχη βρυσούλα

η φρασούλα όπου βαλιλεύει το φωνήεντο

εκείνος ο πεσμένος σπόνδυλος από λέξεις …)

Αλήθεια, μάνα μ’ ,  ό,τι και να ειπείς  ό,τι και ναν το κράξεις

οι λέξεις είναι απλώς ανεμομάσημα

οι λέξεις είναι λάγνες κουταμάρες.

Φυλλώματα ορατά και διάτορα (μην τα συνεχίζεις).

Φαίνεται το χωράφι το απότιστο,

φαίνεται και το ποτισμένο.  

Άειντε ωρέ παλιοζωή  εσύ τσαλακωμένη βρομοτράπουλα

οπού μας έμαθες  του λαθεμένου το μεγαλείο:

πως είναι τούτο το σωστό απ’ την ανάποδη –

σε τούτηνε τη θεονίστικη Πληρότητα

υπάρχοντας το Μέγα Χαλάλι.

Κι όπως αρώτησα τι είναι αυτό το ξεροτράχαλο;

- Ο κόσμος,   μ’ αποκρίθηκε η νεάνιδα Περσεφόνη,

Μια φλόγα κουρευάμενη με των ομματιώνε το αέναο ψαλίδι.

Μια φλόγα μεγαλόχαρη και πικροπαινεμένη

που ’χει ανταρίτσα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα –

το λένε στο κρασάκι τους οι έρμοι ελληνάδες

όπ’ έχουν φως για σάβανο οι πολυβασανάδες.

Κι όποιος λαλεί την ερημιά στις μέρες μας απόδιαβος

κι ο θάνατος ολημερίς των σκοταδιών εργάτης

(ε, άντε στο διάολο το ’χεις πια παραχέσει…).

Διεκδικώ τα γερατειά μου∙  δεν το κατορθώνω.

Κι ο ασπρογάλαζος αϊτός στα σύρματα επιάσθη∙

για ιδές πώς κουρελιάστηκε

(εικόνα μεσ’ στο σούρουπο της θλίψεως-:

ο σπαραγμός ανυπεράσπιστος

κι ο πόνος που βραδιάζει προ του Διαστήματος)

Εβγάτε όξω, ρε μανάρια, απ’ τις λέξεις

εβγάτε όξω δίχως πουκάμισα

στους μεγάλους αγώνες της ορατότητας.   

[ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ στη συλλογή του Νίκου Καρούζου

Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980

Συγκεντρωτική έκδοση:  ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  Β΄ (1979 – 1991)

ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ]

ΚΑΛΑ ΒΡΕ ΑΔΕΛΦΕ ΜΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΕΤΣΙ, ΔΕΝ ΜΑΣ ΒΛΕΠΕΙΣ  ΕΠΙΣΚΕΥΑΖΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ (καλώς ορίσατε όλοι σας απόψε στην κατακόκκινη αμηχανία):

Δαγκωματιές τα κύματα μαινόμενα της απριλιάτικης θάλασσας απάνω στα αγριάνθρωπα βράχια. Δίχως ενήλικα μιλήματα μαθαίνουμε καλύτερα την αλήθεια λογχίζοντας τον τρόμο της ζωής μ’ ένα άγραφο βλέμμα, πεισματάρα μαυρίλα στη θλίψη μου πιασμένη στο δόκανο του ενδόμυχου, δεν έβγαλε ποτέ του δόντια ο καιρός μα είναι αμετάπειστος ξυλοκοπώντας ο μεγάλος μαστροπός την ατίθαση αιωνιότητα  / λέξη να σου πετύχει / Ζαλώθηκα τους χωρισμούς κι αναπνέω λυπηρά συμπεράσματά μην τυραννιέσαι σκίσ’ το γρήγορα το εξώφυλλο της ειμαρμένης, μαράθηκα λέει μόνη της η νύχτα δείχνοντας με το δάχτυλο τ’ αστέρι της πρησμένο, τον ωτακουστή, και μόνη της η μαύρη ξεχειλίζει από χρησμούς υδραργύρου, δεν είναι όπως λένε φόνισσα είναι μονάχα η φιλαρέσκεια του απείρου, θηράματα βοερής απουσίας τα πράγματα τσέπες από τίποτα, γκέμια γερά του Φαέθωνα οι αόρατες κλωστές των σωματιδίων ένα τέτοιο πλήγιασμα στην υπεξαίρεση του πειράματος, η αιμόφυρτη σφαδάζει επιδερμίδα / βάραθρα που ανοίγουν έρημα οι νηφάλιες κι αδίκαστες μαχαιριές…/ το μαθηματικό μας μονόπραχτο. Κι όμως εγώ χαιρόμουνα την αναστάτωση κλονίζοντας την κοπριά της αγωνίας που θέλει κάποτε να ευνουχίσει την άνθηση για να μην επανέλθει / κανένας τίποτα δεν καταβροχθίζει, ματαιοπονία / Ο κύκλος είναι λυτρωτής εξολοθρεύει την κακούργα αιτιότητα ο κύκλος τριχιά στο λαιμούδι του φιλόσοφου δυόσμος στα ρουθούνια του φωτισμένου διανύοντας υποδιαιρέσεις πικραινόμουνα δεκάδες απογεύματα, δεκάδες γοερά τηλεφωνήματα οι αναρίθμητες γόπες απ’ τα τσιγάρα στους επαιρόμενους καταρράχτες τα στομφώδη νερά της γεωγραφίας καθημαγμένη κι ανώνυμη μέλισσα στα χώματα… Ο φριχτός εφιάλτης θεραπεύει τις οκάδες. Εωσφόρος και Έσπερος τα ενώτια του Ερέβους – χαλάρωση, χαλάρωση…  (Η ΒΙΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 – Συγκεντρωτικός Β΄ΤΟΜΟΣ: ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 - 1991)

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2026

ΤΙ ΡΗΤΟΡΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΩΣ

  (…τι φλυαρία για τη νύχτα…) Τα θέσμια του αγαθού και της κακίας μεράδια της υπακοής μας στην άπαιχτη λογική που γενικά βασιλεύει κ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ