Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

ΟΠΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΤΑΙ ΕΝΑ ΣΤΗΘΟΣ

 (…οι χορευτές έγιναν δένδρα

ένα  μεγάλο δάσος γυμνωμένα  δένδρα…)

Α
 Φύλλα από σκουριασμένο τενεκέ
για το φτωχό μυαλό που είχε το τέλος∙ 
τα λιγοστά λαμπυρίσματα.
Φύλλα που στροβιλίζονται με γλάρους
αγριεμένους με το χειμώνα. 
 
Β
Καίγονται τ’ άσπρα φύκια
Γραίες αναδυόμενες χωρίς βλέφαρα
σχήματα που άλλοτε χορεύαν
μαρμαρωμένες φλόγες.
Το χιόνι σκέπασε τον κόσμο.
 
Γ
Οι σύντροφοι μ’ είχαν τρελάνει
με θεοδόλιχους εξάντες πετροκαλαμήθρες
και τηλεσκόπια που μεγάλωναν τα πράγματα –
καλύτερα να μέναν μακριά.
Πού θα μας φέρουν τέτοιοι δρόμοι; 
Όμως η μέρα εκείνη που άρχισε
μπορεί δεν έσβησε ακόμη
με μια φωτιά σ’ ένα φαράγγι  σαν τριαντάφυλλο
και μια θάλασσα ανάερη στα πόδια του  θεού
 
Δ
Είπες εδώ και χρόνια:
«Κατά βάθος είναι ζήτημα φωτός»
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου 
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως
[ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ, πρώτη ενότητα
στα ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη 1966
Η ΣΥΛΛΟΓΗ έχει άλλες δύο μεγάλες ενότητες:
Β. ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ,  Ήλιε παίζεις μαζί μου 
κι όμως δεν είναι τούτο χορός    η τόση γύμνια 
αίμα  σχεδόν  γι’ άγριο κανένα δάσο∙ 
τότε…
Γ. ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ,   Ο μεγαλύτερος ήλιος από τη μια  μεριά
κι από την άλλη το νέο φεγγάρι απόμακρα στη μνήμη
σαν εκείνα τα στήθη…  
Αντιγραφή  και  επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο: 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ  ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1924 – 1946, ένατη έκδοση  ΙΚΑΡΟΣ 1974

 

 


ΠΟΙΟΣ ΒΟΥΡΚΩΜΕΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΜΑΣ ΠΗΡΕ;

(μείναμε στο βυθό…)

Ε

Τρέχει  το ρέμα πάνω απ’ το κεφάλι μας

λυγίζει τ’ άναρθρα καλάμια∙

 

οι φωνές

κάτω απ’ την καστανιά γίναν χαλίκια

και τα πετάνε τα παιδιά.

 

ΣΤ

Μικρή πνοή κι άλλη πνοή, σπιλιάδα

καθώς αφήνεις το βιβλίο

και σκίζεις άχρηστα χαρτιά των περασμένων

ή σκύβεις να κοιτάξεις στο λιβάδι

αγέρωχους Κενταύρους που καλπάζουν

ή  άγουρες αμαζόνες ιδρωμένες

σ’ όλα τ’ αυλάκια του κορμιού

που έχουν αγώνα το άλμα και την πάλη.

 

Αναστάσιμες σπιλιάδες μιαν αυγή

που νόμισες πως βγήκε ο ήλιος

 

Ζ

Τη φλόγα τη γιατρεύει η φλόγα

όχι με των σιγμών το στάλαγμα

αλλά μια λάμψη, μονομιάς∙

όπως ο πόθος που έσμιξε τον άλλο πόθο

κι απόμειναν καθηλωμένοι

ή όπως

ρυθμός της μουσικής που μένει

εκεί στο κέντρο σαν άγαλμα

 

αμετάθετος.

 

Δεν είναι πέρασμα τούτη η ανάσα

οιακισμός κεραυνού

[ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ, πρώτη ενότητα

στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966]

 

ΗΛΙΕ ΠΑΙΖΕΙΣ ΜΑΖΙ ΜΟΥ

(επτά ποιήματα ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ,

δεύτερη ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966)

Α

Ήλιε παίζεις μαζί μου

κι όμως δεν είναι τούτο χορός

η τόση γύμνια

αίμα σχεδόν

γι’ άγριο κανένα δάσο·

τότε—

 

Β

Σήμαντρα ακούστηκαν

κι ήρθαν οι μαντατοφόροι·

δεν τους περίμενα

λησμονημένη κι η λαλιά τους·

ξεκούραστοι φρεσκοντυμένοι

κρατώντας κάνιστρα τους καρπούς.

Θαύμασα και ψιθύρισα:

«Μ’ αρέσουν τ’ αμφιθέατρα».

Η αχηβάδα γέμισε αμέσως

και χαμήλωσε το φως στη σκηνή

όπως για κάποιο περιώνυμο φονικό.

 

Γ

Εσύ τί γύρευες;  Τραυλή στην όψη.

Μόλις που είχες σηκωθεί

αφήνοντας τα σεντόνια να παγώσουν

και τα εκδικητικά λουτρά.

Στάλες κυλούσαν στους ώμους σου

στην κοιλιά σου

τα πόδια σου κατάσαρκα στο χώμα

στο θερισμένο χόρτο.

Εκείνοι, τρεις

τα πρόσωπα της τολμηρής Εκάτης.

Γύρευαν να σε πάρουν μαζί τους

Τα μάτια σου δυο τραγικά κοχύλια

κι είχες στις ρώγες στα βυζιά

δυο βυσσινιά μικρά χαλίκια—

σύνεργα της σκηνής, δεν ξέρω.

Εκείνοι αλάλαζαν

έμενες ριζωμένη στο χώμα,

σκίζαν τον αέρα τα νοήματά τους.

Δούλοι τούς έφεραν τα μαχαίρια·

έμενες ριζωμένη στο χώμα,

κυπαρίσσι.

Έσυραν τα μαχαίρια απ’ τα θηκάρια

κι έψαχναν πού να σε χτυπήσουν.

Τότε μονάχα φώναξες:

«Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει,

μήπως δεν είμαι η θάλασσα;»

 

Δ

Η θάλασσα· πώς έγινε έτσι η θάλασσα;

Άργησα χρόνια στα βουνά·

με τύφλωσαν οι πυγολαμπίδες.

Τώρα σε τούτο τ’ ακρογιάλι περιμένω

ν’ αράξει ένας άνθρωπος

ένα υπόλειμμα, μια σχεδία.

 

Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα;

Ένα δελφίνι την έσκισε μια φορά

κι ακόμη μια φορά

η άκρη του φτερού ενός γλάρου.

 

Κι όμως ήταν γλυκό το κύμα

όπου έπεφτα παιδί και κολυμπούσα

κι ακόμη σαν ήμουν παλικάρι

καθώς έψαχνα σχήματα στα βότσαλα,

γυρεύοντας ρυθμούς,

μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:

«Εγώ είμαι ο τόπος σου·

ίσως να μην είμαι κανείς

αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις».

[ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ, δεύτερη ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966]

 

ΠΟΙΟΣ ΑΚΟΥΣΕ ΚΑΤΑΜΕΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΣΥΡΣΙΜΟ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΚΟΝΟΠΕΤΡΑ;

(…ποιος καβαλάρης ήρθε με το προσάναμμα  και το δαυλό;  - Ε -

…καθένας νίβει τα χέρια του  και τα δροσίζει.   Και ποιος ξεκοίλιασε  τη γυναίκα  το βρέφος  και  το σπίτι;   Ένοχος δεν υπάρχει,  καπνός.   Ποιος έφυγε   χτυπώντας πέταλα στις πλάκες;   Κατάργησαν τα μάτια τους  τυφλοί.  Μάρτυρες δεν υπάρχουν πια,  για τίποτε.   ΣΤ΄ Πότε θα ξαναμιλήσεις;   Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.   Σπέρνονται  γεννιούνται σαν τα βρέφη   ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.   Όπως τα πεύκα   κρατουνε τη μορφή του αγέρα   ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί.   Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’ άστρα   που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα ο Κύκνος  ο  Τοξότης   ο  Σκορπιός  ίσως εκείνα.  Αλλά πού θα είναι τη στιγμή που θα ’ρθει   εδώ σ’αυτό το θέατρο το φως;   Ζ’  Κι όμως εκεί, στην άλλη όχθη   κάτω απ’ το μαύρο βλέμμα της σπηλιάς   ήλιοι στα μάτια  πουλιά στους ώμους   ήσουν εκεί  πονούσες   τον άλλο μόχθο την αγάπη   την άλλη αυγή  την παρουσία   την άλλη γέννα   την ανάσταση   κι όμως εκεί ξαναγινόσουν   στην υπέρογκη διαστολή του καιρού   στιγμή – στιγμή σαν το ρετσίνι   το σταλακτίτη   το σταλαγμίτη!..    [ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ, δεύτερη ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966 -  Συγκεντρωτική έκδοση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1931 -1966, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ ένατη έκδοση]

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2026

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ

 (…φανταστική  κι  αυθεντική ιστορία μιας πανάρχαιης ελληνικής οικογένειας…)


(Απ’ όλη τη φαμίλια απόμειναν μονάχα δυο αδελφές. 

Κι η μια τρελάθηκε. Φαντάστηκε πως το σπίτι τους

είχε μεταφερθεί κάπου στην αρχαία Θήβα ή μάλλον

στο Άργος  - σύγχυζε τη μυθολογία, την ιστορία 

και την ιδιαίτερη ζωή της, το παρελθόν και το παρόν,

όχι το μέλλον.  Αυτό μόνον.  Αργότερα συνήλθε. 

Κι είναι αυτή που μου μίλησε το βράδυ που τους έφερα

απ’ την ξενιτιά ένα μήνυμα του θείου τους –

αδελφού του πατέρα τους. 

Η άλλη δεν παρουσιάστηκε καθόλου.

Πότε – πότε μονάχα ακουγόταν σιγανό περπάτημα

με παντόφλες  στη διπλανή κάμαρα,

όσο μιλούσε η μεγάλη)

Εισαγωγικό σημείωμα στη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου

ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ 1959.

Αποσπάσματα από την εν λόγω συλλογή με αντιγραφή

και επικόλληση  από την επιλογή της Χρύσας Προκοπάκη:

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, εκδόσεις Κέδρος 2000

 

 

 



ΤΩΡΑ ΓΥΡΙΖΟΥΝΕ ΜΟΝΑΧΕΣ ΟΙ ΔΥΟ ΜΙΚΡΕΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΣΠΙΤΙ

(αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου  ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ 1959)

μικρές, που λέει ο λόγος  - από χρόνια γεράσαμε κι εμείς,

είμαστε οι μικρότερες της φαμίλιας  κι  οι μόνες, άλλωστε

που απομείναμε.

Δεν ξέρουμε  πώς να βολέψουμε τούτο το σπίτι, πώς να βολευτούμε∙

να το πουλήσουμε μας έρχεται άσκημο – μια ζωή περάσαμε εδώ μέσα –

είναι κι ο χώρος των νεκρών μας εδώ – δεν μπορείς να τους πουλήσεις

κι άλλωστε ποιος τους παίρνει τους νεκρούς; 

Μα πάλι να τους κουβαλάμε απ’ το ένα σπίτι στο άλλο,

απ’ τη μια συνοικία στην άλλη  -  πολύ κουραστικό κι επικίνδυνο∙

-βολεύτηκαν εδώ  άλλος στον ίσκιο της κουρτίνας, 

άλλος κάτω απ’ το τραπέζι,  άλλος πίσω απ’ την ντουλάπα

ή πίσω απ’ τα τζάμια της βιβλιοθήκης,

άλλος μες στο γυαλί της λάμπας – τόσο σεμνός  κι  ολιγαρκής 

όπως πάντα του,

άλλος χαμογελώντας διακριτικά πίσω απ’ τους δυο λεπτούς,

σταυρωτούς ίσκιους  που γράφουν στο μεσότοιχο οι καλτσοβελόνες

της μικρής αδελφής μου!..

 

Τα μεγάλα έπιπλα τα κλείσαμε  στο κάτω πάτωμα,

το ίδιο και τα βαριά χαλιά και τα βελούδινα 

ή μεταξωτά παραπετάσματα,  τραπεζομάντηλα, κεντητά πετσετάκια,

κρύσταλλα,  σερβίτσιά, μεγάλους δίσκους ασημένιους

που καθρέφτιζαν άλλοτε ολόκληρο το πλατύ πρόσωπο της φιλοξενίας,

κουβέρτες και μεταξωτά παπλώματα  κι  ασπρόρουχα,

μάλλινα ρούχα, τσάντες, πανωφόρια,

δικά μας  και  μαζί των πεθαμένων – όλα ανάκατα –

γάντια,  δαντέλες  και φτερά στρουθοκαμήλου

απ’ τα καπέλα της μητέρας,

το πιάνο,  τις κιθάρες,  τους αυλούς,  τα ταμπούρλα,

και ξύλινα άλογα  και  κούκλες απ’ τα παιδικά μας χρόνια,

επίσημες στολές  του πατέρα 

και το πρώτο μακρύ παντελόνι του μεγάλου αδελφού μας,

η φιλντισένια κασετίνα με τις  με τις ξανθές μπούκλες του μικρού,

το χρυσοποίκιλτο μαχαίρι,

κουστούμια ιππασίας  και σακίδια  και μανδύες  - όλα ανάκατα,

χωρίς ναφθαλίνη  ή κλωνάκια λεβάντας σε τούλινες θήκες.

 

Καρφώσαμε  και  τα δωμάτια.  Κρατήσαμε μονάχα

αυτές τις δυο μικρές κάμαρες του πάνω πατώματος,

το διάδρομο  και το κλιμακοστάσιο βέβαια,

αν χρειαστεί καμιά φορά να βγούμε το βραδάκι

να σεργιανίσουμε στον κήπο

ή να ψωνίσουμε κάτι βιαστικά  απ’ τα περίχωρα.

 

Κι ούτε να πεις πως κι έτσι ησυχάσαμε. 

Απαλλαχτήκαμε οπωσδήποτε  από κινήσεις περιττές,

ανόητα συγυρίσματα, μάταιους κόπους,

για μια τάξη ακατόρθωτη,  για μια ανεφάρμοστη οργάνωση.

Ωστόσο   το σπίτι, έτσι γυμνό και κλειστό, έχει αποκτήσει

μια τρομερή, λεπτότατη αντήχηση

σε κάθε πέρασμα ποντικού,  κατσαρίδας  ή νυχτερίδας.

 

ΚΑΘΕ ΣΚΙΑ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ…

(…κάθε τρίξιμο απ’ τα μικρά δόντια του ξυλοφάγου  ή  του σκόρου…)

συνεχίζεται απέραντα  ως τα λεπτότατα, ινοειδή αγγεία της σιωπής,

ως μέσα στις φλέβες  της πιο απίθανης παραίσθησης.

Ακούγεται ευδιάκριτα  ο χτύπος απ’ τον αργαλειό τ

ης πιο μικρής αράχνης, κάτω στα υπόγεια,  ανάμεσα στα κιούπια,

ή  το πριόνι της σκουριάς στο χέρι των μαχαιροπίρουνων

κι άξαφνα ο μέγας γδούπος  στον κάτω προθάλαμο

όταν ένα κομμάτι  από λιωμένη τσόχα  ξεκολλάει και πέφτει

σαν να γκρεμίζεται ένα αρχαίο, αγαπημένο κτίριο.

[αποσπάσματα  από τη συλλογή  του Γιάννη Ρίτσου ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ  1959)

 

ΚΙ ΟΤΑΝ, ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ, ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΣΚΟΥΠΙΔΙΑΡΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑ ΠΡΟΑΣΤΙΟ…

(αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου  ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ 1959)

το μακρινό κουδούνι του αντηχεί σ’ όλα τα γυάλινα  ή μετάλλινα σκεύη

στους μπρούτζους των κρεβατιών,  στα κάδρα των προγόνων,

στα κουδουνάκια απ’ το κουστούμι του πιερότου,

που ’χε φορέσει ο μικρός αδελφός  μας

μια όμορφη νύχτα μασκαράτας – κι όταν γυρίζαμε σπίτι τραμάξαμε,

μας γάβγισαν κάτι σκυλιά, το φόρεμα μου πιάστηκε στο φράχτη,

έτρεξα να προφτάσω τους άλλους∙  το φεγγάρι κόλλησε το πρόσωπό του

τόσο σφιχτά πάνω στο πρόσωπό μου –

δεν μπορούσα πια να περπατήσω

κι οι άλλοι με  φώναζαν πίσω απ’ τα δένδρα

κι ακούγονταν σ’ έναν άλλο χώρο οι γυάλινες χάντρες

των μεταμφιεσμένων    και τα γυάλινα κρόσσια των άστρων

πέρα  μακριά, πάνω απ’ το αόρατο Μυρτώον πέλαγος,

κι όταν έφτασα τέλος με κοίταζαν όλοι σαστισμένοι

γιατί έφεγγε το πρόσωπό μου βαμμένο με χρυσόσκονη

σαν εκείνη που βάφαν τις παλιές, κρεμαστές λάμπες της τραπεζαρίας

ή  τους καθρέφτες των σαλονιών  με τις κομψές ,

χιλιοσκάλιστες κονσόλες –

 

Τις κλείναμε κι αυτές στα κάτω δωμάτια.  Μπορούσαμε, βέβαια,

να κρατήσουμε κάτι απ’ όλα αυτά για προσωπική μας χρήση,

καμιά πολυθρόνα κουνιστή, ξεκούραστη,  κανέναν καθρέφτη

να χτενίζουμε πότε – πότε τα μαλλιά μας.

Μα ποιος να τα φρόντιζε;  

Τουλάχιστον έτσι, μπορεί να τ’ ακούμε να φθείρονται,

μα δεν τα βλέπουμε.  Όλα μας παρατήσαν.

 

Κι αυτά τα δυο δωμάτια που κρατήσαμε

τα πιο ψυχρά,  τα πιο γυμνά,  τα πιο ψηλά

είναι ίσως για να κοιτάζουμε τα πράγματα από πάνω

κι από κάπως μακριά,  για να ’χουμε την αίσθηση

πως εποπτεύουμε και δεσπόζουμε τη μοίρα μας.  προπάντων

την ώρα που βραδιάζει  κι όλα σκύβουν χαμηλά στο ζεστό χώμα΄

εδώ το ψύχος είναι οξύ σαν ένα ξίφος

να κόψεις την επιθυμία μιας νέας σύμβασης  ή  την ελπίδα

για μια απραγματοποίητη συνάντηση∙  και είναι σχεδόν μια υγεία

μέσα σε τούτο το ακατάδεκτο, καθάριο κρύο.

Κι αυτά  τα δυο δωμάτια κρέμονται μες στην απέραντη νύχτα

σα δυο σβηστά φανάρια της πιο έρημης παραλίας,

μονάχα η αστραπή για μια στιγμή τ’ ανάβει και τα σβήνει,

τα διαπερνάει  και  τα καρφώνει διάφανα μες στο κενό,

κενά κι εκείνα.

 

Μα αν τύχει κάποτε να σεργιανάει κάποιος

στον απέναντι λόφο με τ’ αγκάθια,

αργά την ώρα που βουλιάζει ο ήλιος  κι  όλα είναι χλωμά,

θολά, μενεξεδένια,

την ώρα που όλα μοιάζουν σα χαμένα κι όλα σαν κατορθωτά,

τότε εκείνος ο μοναχικός που σεργιανάει στο λόφο

φαίνεται πράος και συμπαθητικός, σαν κάποιος δηλαδή

που θα  μπορούσε να ’χει για μας λίγη συμπάθεια ακόμη∙

-φαίνεται κι ο λόφος  τότε   γαλήνιος,

στο ίδιο ύψος του παραθυριού μας,  τόσο

που αν στρέψει εκείνος προς τα εδώ να δει τα κυπαρίσσια

θαρρείς πως μ’ ένα βήμα ακόμη θα περάσει το περβάζι μας,

θα μπει στην κάμαρα σα γνώριμος  παλιός,  και, λέω, μάλιστα

θα μας ζητήσει μια  βούρτσα να ξεσκονίσει τα παπούτσια του.

Μα εκείνος   σε λίγο χάνεται πίσω απ’ το λόφο

και μένει πάλι αντίκρυ στα παράθυρά  μας

η καμπύλη του λόφου σιωπηλή σα μετάνοια

και το πικρό, συμβιβασμένο δειλινό

που χαμηλώνει μες στους ίσκιους.

[αποσπάσματα  από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ 1959)

 

Μ’ ΟΛΗΝ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΞΑΙΣΙΑ, ΤΗ ΜΑΤΑΙΗ, ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

(…και, ναι, σας βεβαιώνω, αν και νεκρός τους οδήγησε αλάθευτα στην έξοδο…)

…όσο κι αν ξέρουμε πως κι η έξοδος,  τις πιο πολλές φορές,  είναι ένα άλλος, αναγκαίος, πονηρός  κι αναπότρεπτος θάνατος.   Πες τε λοιπόν στο θείο να μην ανησυχεί για μας   πέρα, στη θαυμαστά  πειθαρχημένη Σπάρτη του.   Καλά τα περνάμε κι εμείς εδώ στο Άργος.   Μονάχα που δεν έχει άλλο πιο πέρα -  να το ξέρει.   Αυτό να το ξέρει.   («Ναι, ναι»,  έκανα μηχανικά  και σηκώθηκα.  Δεν κατάλαβα τίποτα. Ένα αίσθημα μαγικού τρόμου με είχε κυριεύσει,  σαν να βρέθηκα με μιας μπροστά σ’ όλη την παρακμή  και  τη γοητεία ενός πανάρχαιου πολιτισμού.   Ήταν νύχτα πια.  Με έβγαλε ως τη σκάλα  και μου ’φεξε να κατέβω με μια παλιά λάμπα πετρελαίου.  Τι εννοούσε;  Κι αυτός ο νεκρός που τους οδήγησε στην έξοδο;  Μήπως…  Όχι, βέβαια,  ο Χριστός.  Και το σπίτι – όχι του Αγαμέμνονα.  Κι ο μικρός αδελφός  με τις καλλιτεχνικές τάσεις;  Ποιος;  Μα δεν υπήρχε δεύτερος αδελφός.  Τότε;  Τι χρειάζονταν τούτο το σπίτι;  Κι εγώ τι προσπαθούσα να  ξεδιαλύνω απ’ τα λόγια μιας τρελής;   Είχα βγει έξω.  Περπατούσα γρήγορα κι  ακούγοντας το βήμα μου σταμάτησα.  Κάτι στυφό  κι  ανικανοποίητο μου ’μενε στο στόμα, διαλυμένο στο σάλιο μου μ’ όλη  αυτή τη μελανή αοριστία, σα να ’χα  δαγκώσει ένα κυπαρισσόμηλο.  Κι όμως, ταυτόχρονα, ένιωθα κάτι στερεό, πλούσιο, καθαρό, που μου ’δινε μιαν ιδιαίτερη ευφορία και μ’ έκανε να σκέφτομαι με μαθηματική ακρίβεια  πόσο εύκολα θα ξεπερνούσα τις αυριανές δυσκολίες της δουλειάς μου  που ως τώρα μου φαίνονταν ανυπέρβλητες.  Ανάμεσα στα κυπαρίσσια είχε βγει ένα πελώριο φεγγάρι.  Πίσω από την πλάτη μου ένιωθα το σκοτεινό όγκο εκείνου του σπιτιού σαν ένα επιβλητικό, αρχαίο τάφο.  Κι αν όχι τίποτα άλλο, είχα μάθει τουλάχιστο τι πρέπει ν’ αποφύγω  και ν’ αποφύγουμε  - αποσπάσματα  από τη συλλογή   του Γιάννη Ρίτσου ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ 1959)

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2026

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Ο,ΤΙ ΑΓΝΟΩ ΜΕ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ και Τ’ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

 (… ό,τι αγνοώ είναι πηγή όπου λούζεται ένα μικρό αγόρι που με ψάχνει…)


Με τα πολύχρωμα βεγγαλικά τσαπράζια του∙

με τα φωσφορικά ακανόνιστα φτερά του∙

που την ηλιόλουστή μας όραση διασκεδάζει.

(Σαν αρλεκίνος σε οθόνη ατμόσφαιρας

που του λασκάρανε αιφνίδια οι σπάγκοι) 

Σαν χάχανο με τα τρελά λοφία του

σε φανταστική ανεμοζάλη.

Πέφτει και πέφτει  σαν παρδαλό πολύφωτο∙ 

σαν κόκκινο φύλλο – φτερό  τεφτέρι,

που τρεμοσβήνει άτσαλα ως κάθεται στη χλόη.

Χαλώντας την τάξη, μας μαγεύει∙

του ονείρου διαβατάρικο,  του ανέμου καντηλέρι:

ο ξεχασμένος τσαλαπετεινός.

Πίνει με απροσδόκητες βουτιές 

της ερημιά τους τις εκτάσεις,   ξεροσφύρι. 

Σαν μεθυσμένο ξωτικό στο πένθος της αυγούλας. 

(Μην είναι ο πρίγκιψ – σαρκασμός;

Μην είναι ο Χατζατζάρης;  ) 

 

Και τώρα ακόμη,

παιδάκι καθισμένο σε αμμουδιές Μυρτώες,

κοιτάζω των κυμάτων το αναρίθμητο γέλιο∙

ανάλλαχτο∙

δεν μ’ αφήνει να μεγαλώσω…  

 

Θαλασσινή, μη μεγαλώσεις.   Είναι πένθος.

[απόσπασμα  από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη

ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008

Κι άλλες επιλογές  απ’  αυτή τη συλλογή

μ’ αντιγραφή και επικόλληση από την ανθολογία

ΕΚΛΟΓΗ από το ΕΡΓΟ του Ποιητή, εκδόσεις Καλέντης 2014]

 


ΤΟ ΣΟΦΑΚΙ

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη   ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008)

Ήταν ακόμη προνήπιο.  Πώς βιάζονταν να μεγαλώσουν.  Βλέποντας τ’ άλλα παιδιά δημοτικό γυμνάσιο, ατίθασους εφήβους,  Όλο βιάζονταν  και μόνο η Σοφία αργοπορημένη πάντα.  Έγραφε μέρες ολόκληρες την έκθεση των ιδεών  και  γέλαγαν.  Όλοι μεγάλωναν γύρω της  και  βιάζονταν να μεγαλώσουν.  Κι εκείνη ανέκαθεν μια τόση δα σταλίτσα, πρωταθλήτρια βραδυπορίας, λίγο έξω από τις εποχές. Έσερνε τη χλόη των αγρών στο σπίτι της για τάπητα.   Κι αλληλέγγυο  και  απορροφητικό το σώμα της.  Παρέμενε μικρή,  τη φώναζαν Σοφάκι  και  άλλα υποκοριστικά.  Όλο μεγάλωνε, τέτοιο καμάρι,  επικερδείς και καρποφόρες ασχολίες σαν κοινωνικά παράσημα.   βουτηγμένοι  σε κλειστά στείρα κλαμπ αποκλεισμών.  Φευγάτοι μακριά, κοιτάζοντας με έκφυλο οίκτο το ελλιποβαρές Σοφάκι.  Όλοι τους βιαστικοί  για το άγριο θυμωμένο μέτωπο  που τους τραβά με τους μαγνήτες του. Γέμιζαν λίγο – λίγο τρίχες, μάγουλα κι εφηβεία, πώς καμάρωναν.  Να φύγουν απ’ αυτή την κωμική νηπιοσύνη.  Ποζάτοι κι επηρμένοι στα διασωληνωμένα σπίτια τους.  Και το Σοφάκι ξεχασμένο πίσω, αμέριμνο κι αθώο σαν άκοπο απ’ τα δένδρα  και  τον ουρανό.  Πέντε, καν έξι ενιαυτών  η παρουσία  και μετά ο χρόνος άφαντος.  Αν και μακρύφυλλη ωραία κοπέλα,  στο θρανίο αιώνια πρώτη δημοτικού, με συνειρμούς αχτένιστους.   Με τις μακριές μενεξεδένιες της πλεξίδες.  Το μπλε πνευστό φορεματάκι αυτολεξεί σχεδιασμένο στο ιθαγενές υφαντουργείο της θάλασσας.  Και κάποτε οι άλλοι γύριζαν  από τις πόλεις τους τυφλοί μες στην τυφλή μάζα  που πλατάγιζε στους θρομβωμένους  δρόμους.  Πείραζαν το Σοφάκι  και  γελούσαν:  τόση βλακεία  και  αφέλεια. Αλλά χωρίς χολή σαν περιστέρι μες τις φυλλωσιές. Το βλέμμα, όλο ευγένεια, συνομιλούσε με το καθετί που κοίταζε∙  με ορυκτούς ιριδισμούς.  Ό,τι ανόθευτο κι ωραίο σ’ αυτό το αμέριμνο παιδί έχει τις ρίζες∙  μα οι φριχτοί καρποί τους σ’ άλλους κόσμους.  Μια κάποια  τρυφερή συμπόνοια τους χτυπούσε∙  κάτι άστραφτε σε μακρινά  νερά.  Γιατί όσο μεγαλώνοντας, σκυθρώπιαζαν.  Μια θλίψη και κρυφή νοσταλγία επιστροφής. Όλο κάτι μέρες παραπάνω έμεναν με πληρωμένες γνωματεύσεις.  Σχεδίαζαν το άλλο καλοκαίρι κάτι σαν εθελούσια έξοδο.  Αναπολούν τις πρώτες τους πατημασιές, την πρώτη φωταψία στη σπηλιά, βάφοντας τριανταφυλλένια τα τοιχώματα. Όλοι τους τώρα εδώ να επιστρέψουν σ’ αυτή την τρυφερή χαμένη αυτοκρατορία.

Το Σοφάκι τους έγινε έμμονη ιδέα.  Σαν παμπάλαιο σκηνικό που αίφνης βρήκαν ξεχασμένο σε βουνά  ή  σε όνειρα.  Τι πελώριο στα μάτια τους αυτό το πίκολο.  Σαν πυκνωμένη άχνη αισθημάτων.  Ένα καθαρό συννεφάκι ανέπαφο από την οξείδωση και τη σκουριά των ημερών.  Και οι χρόνοι μέσα της ευλύγιστοι όπως στα όνειρα.  Και τι κρυφό μυστήριο να χωράει σ’ εκείνη την ελάχιστη παιδούλα όλη η αυγή  και  οι ξυπνημένοι λόφοι γέρνοντας από πάντοτε στα πόδια της. Το σώμα της τέτοια διαύγεια, ίδια ο βυθός του πόντου σαν κοιτάς με το γυαλί – δηλητήριο, ψεύδος, υποχθόνια μηχανή της σκέψης, τίποτα. Όλοι προς εκείνο το σπιτάκι – δίκταμος, δυόσμος, μαντζουράνα, η φούξια βασιλεύουσα  και  το Σοφάκι ανάμεσα. Σαν λες από κάποιο ακατανόητο θαύμα και κίναγε όλο αυτό το τσούρμο για να λάβει δόξα το ασήμαντο.  Αλλά μεγαλόσωμοι και τερατώδεις δεν χωρούσαν∙  και όλο έσκυβαν από τον ασπρισμένο φράχτη, νεύοντας να στρέψει και σ’ αυτούς το πρόσωπο για να φωτίσει όλα όσα είχαν κατά μήκος του χρόνου αποχωριστεί∙  μια στάλα ανυπόκριτου χαμόγελου, να μην τους έβρει σε μικρότητα ο θάνατος. 

Από μια  βλάβη του χρόνου στο ψυχοσυναισθηματικό της χαρτοφυλάκιο.  Ένα είδος επιστημονικού μπλακ άουτ, καθώς στο ερευνητικό πεδίο το Σοφάκι άνοιγε μιαν άλλη, ως τώρα αδιανόητη και αταυτοποίητη λειτουργία οργανισμού:  μια πλήρη αναστολή ενηλικίωσης.  Παρά την οξύνοια και το ενορατικό της βάθος.  Σαν ένα μεγαλοφυές και συνάμα αφελές κοράσιο.  Βαθυστόχαστο μ’ εκείνη την αγγελική ελαφρομυαλιά.  Δηλαδή μια εντελώς άλλου είδους ύπαρξη,  που δεν παγίδεψε ποτέ  τις φυσικές προτεραιότητες, ζώντας μονάχα τη θεία ευχαριστία των στιγμών∙  το σιωπηλό της φύσης ψίθυρο στις εφήμερες  και  αιώνιες φυλλωσιές. 

 

ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΥΣ

(…στη στεγνή γνώση που αποξενώνει…)

Τους παλιούς τρόπους της φιλίας.  Χάνοντας το όνειρο του σώματος, έχασα την ομορφιά.  Και  την άνοιξη.  Στην απληστία το χρυσάφι  «του να μην έχουμε τίποτα».  Εκεί που άλλο δρόμο γυρίζουν πάλι όλα με το μέρος μας.  Ό,τι ήταν όνειρο πριν γίνει σκόνη…  Ω Μάνα, δεν μπορώ πια να σ’ ακούσω∙  γιατί η φωνή σου μες στα τερματικά δύο κόσμων  φτάνει ως εδώ παραλλαγμένη.  Πεθαίνοντας μέσα μου πάλι  και  πάλι.  Παίρνοντας κάθε φορά κι ένα κομμάτι απ’ αυτό που ονόμαζα «ζωή»,  «μυστική μου περιουσία».  Κάθε φορά που εμπόδιζα το χέρι σου  στην ασπρισμένη κάμαρα να με ξυπνήσει.  Κάθε φορά που φεύγω κι αφήνω έναν Άλλον στο πόδι μου για να πενθήσει.  Μ’ ένα κάλπικο θρήνο, ταξιδεύοντας αστόχαστα σε τροπικούς  και  σε πόλους.  Ψάχνοντας τάχα, μην ψάχνοντας απολύτως τίποτα.  Από τότε που είδα πως ήταν στέφανος θανάτου του παιχνιδιού μας το τσέρκι.

Τα παιδιά, τα παιδιά!..  Δεν ακούνε πια των αγρών την ορχήστρα.  Δεν ακούνε τη φωνή της φλογέρας στα φτωχά καλάμια που μάσα μας κάποτε σκύβουνε και κλαίνε.  Φύγανε τα παιδιά…

Ξεράθηκαν τα λόγια.  Οι πέτρες φράξανε την κοίτη της φωνής .  Δεν σκάβω πια.  Δεν έχω χώμα. Το σώμα μου κούφιο μαυσωλείο ζωντανών να φυτέψω ένα σπόρο.  Το αλέτρι σάπιο.  Το κόσκινο και το θρινάκι.  Τα γελάδια του ήλιου, σφαγμένα από νήπιους, ανόητους συντρόφους, κείτονται καταγής μέσα στο αίμα. Κι η τρελή να πετά  πέτρες στα στείρα σύννεφα για να βρέξει στους άνυδρους τόπους μας.

Φύγανε τα παιδιά!..  


ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΩΣ ΘΑ ’ΤΑΝ Η ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

(…μπορεί πιο άδεια…)

Βαδίζουν στο προαύλιο του ορφανοτροφείου.  Κάθονται σε πάγκους για το πρωινό.  Τρώνε ψωμί.  Αλλά δεν είδανε ποτέ να κυματίζουνε τα στάχυα. Σαν την αφή που δεν ανακαλεί κανένα χάδι. Σαν τη μορφή της μέριμνας που στέκει στο χολάκι κούφιο έπιπλο.  Μέσα στον αφομοιωμένο τρόμο τους θυμούνται τον πάταγο μιας πόρτα καθώς κλείνει.  Την κραυγή – κύμα που αφρίζει στα σίδερα του κρεβατιού.  Κομμένα χέρια του εφιάλτη τα γυρόφερναν στις αλυκές.  Ύστερα η σιωπή -πρώιμο πένθος που δεν ξέρει να πενθήσει.  (Κοτσύφι που το ντύσανε από νωρίς στα μαύρα).  Κάθονται πίνουνε το γάλα∙  από νωρίς εξόριστα του στήθους.  Μιλούν∙  μάθανε να φτύνουν τις ακαθαρσίες μέσα από τις λέξεις.  Μια ησυχία∙  σαν αθόρυβα φτερά  νεκρού θιάσου. Οι πόρτες ένα είδος μακρινής φωνής των επισκεπτηρίων∙  τα πέτρινα παράθυρα της ακοής.  Είναι μια πείνα πιο κάτω απ’ το ψωμί. Βαδίζουν στην αυλή κάτω απ’ τα δένδρα του χειμώνα.  Και πιο πέρα, πίσω, κατά μήκος του φράχτη.  Σε θλιβερή αόρατη πομπή πηγαίνουν τα φαντάσματα εκείνων που τα εγκατέλειψαν.  Προχωρούν και σκούζουν στον καμένα αέρα.  Δεν βρίσκει να πλεχθεί ο ζόφος τους ένα κλαδάκι.  Και μια νύχτα.  Μια άγρια νύχτα τα παιδιά εκείνα παραμόνεψαν τους εφιάλτες τους.  Με βλέφαρα κλειστά τους παραφύλαξαν.  Κι όταν παρουσιάστηκαν, φύγετε,  φύγετε, δεν σας γνωρίζουμε, καταραμένα ζόμπι. . Φευγάτοι, πάτε με τους πεθαμένους.  Φύγετε, φύγετε∙  νεκροί με τους νεκρούς.  Δεν ήξεραν εκείνα  πως τους έχουν μέσα τους θαμμένους.  Όπου κι αν παν, με σκοτεινούς μαγνήτες τους τραβάνε.  Κάθε στιγμή ξυπνούν στο αίμα  τους και τους τρομάζουν.  Όταν τα αερικά αργοπορούν, ανησυχούν, τα προσκαλούνε.  Δεν ξέρουνε πώς θα ’ταν η ζωή  χωρίς φαντάσματα. Μπορεί πιο άδεια.

Και τα φαντάσματα, έξω απ’ αυτά τα ορφανά, άλλη δεν έχουνε πατρίδα.

(αποσπάσματα από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικακη ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008)


Ένα παιδί πάντοτε μέσα σου θα κλαίει

Και να ’σαι πάντα μίλια μακριά.

Να μην μπορείς να το παρηγορήσεις

 

ΦΩΝΑΞΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΟΡΑΤΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη   ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008)

Εδώ. Τώρα. Γονάτισε μες στα χαλάσματα.  Με καπνισμένες πέτρες χτίσε το τελευταίο μνημείο της συγχώρεσης  και της συμπόνιας.  Για τα θύματα  και για τους θύτες.

 

Α, πρόσωπο αλλόκοτο∙  μ’ εκείνη την κρυφή απέχθεια στο πρόσωπό σου για τη χαμένη αθωότητα:  τη μόνη μας περιουσία.  Αλλόκοτο πλάσμα αυτοκαταστροφής, έχοντας διαφθείρει την ουσία που σου εμπιστεύτηκαν.  Συναντημένοι κάποτε σ’ ένα εγκαταλελειμμένο  πεδίο στη μεθόριο, όπου ο αέρας στροβιλίζει έναν κουρελιασμένο στρατιωτικό χάρτη για νικητές και νικημένους.

 

Τότε με τα νερένια μέλη μου ανοίγω χώρο προς το άγνωστο εκείνο μέρος του προσώπου που μας υπερβαίνει και μας ονειρεύεται.

 

Μέσα από  κείνη τη ρωγμή φανερώνω την οχτάχρονη.

 

Για μια στιγμή σηκώνω την οχτάχρονη στην ορατότητα.

 

Έμενε άφωνη.

Σαν αστραπή πέρασαν μπρος όλα τα στάδια.

 

Μόνο η στριγκιά φωνή ενός έρημου γλάρου με τα φτερά του μπερδεμένα καραβόπανα στη θύελλα.

 

Μια γηραιά κυρία ενώ πλησιάζει προς εμένα   απομακρύνεται.

 

Κι αρχίζει τους ακατανόητους θρήνους στους αιώνες.

 

14

Της φρίκης γόνιμα φτερά, είστε παιδιά μου.

Φως απ’ το σώμα  μου άστραψε η κάθε μας φυγή

αυτό που με θανάτωνε μετρά το ανάστημά μου

και μ’ ένα βέλος μου ’δειχνε τη θέση μου στη γη.

 

Τα παιδιά έχουν βγάλει κιόλας το μάνταλο.  Τ’ ακούω  με τις άγουρες φωνές  τους  την παλιά σκάλα ν’ ανεβαίνουν.  Και με έκπληξη ψιθυριστή να λένε:  Σε μια μικρή λησμονημένη κάμαρα πώς να χωρέσει τόσο πλήθος.

 

Με το μικρό κορμί τους αφηγούνται τα έργα μας∙  μέσα στον άνεμο που φωσφορίζει.

 

Προς τα εκεί κοίταξα.  Το αναρίθμητο γέλιο των κυμάτων του πόντου ήταν τώρα ένα με των παιδιών το γέλιο. 


ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝ ΑΚΟΥΝΕ ΠΙΑ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ ΤΗΝ ΟΡΧΗΣΤΡΑ

(… δεν ακούνε τη φωνή της φλογέρας στα φτωχά καλάμια που μέσα τους κάποτε σκύβουνε και κλαίνε…)

Φύγανε τα παιδιά.  Κι όμως.  Όποιος μ’ ακούει  τ’ ακούει.  Έρχονται από εκεί που πηγαίνω.   Πάνε τρυπώντας τον ορίζοντα,  πώς να τα φτάσω.   Κάθε φεγγίτης είναι των φτερών τους άνοιγμα.   Οι λέξεις που φυτρώνουν στο στήθος μου  είναι δικές τους.   Με την πνοή τους κυματίζει το αυριανό μας σπαρμένο.   Όποιος μ’ ακούει, τ’ ακούει.  Στο βήμα μου μπερδεύονται  τα βήματά τους.   Στο κάθε μονοπάτι  μητρική συνομιλία η σάρκα τους με τη μυρτιά.   Σ’ όποια αλάνα κι αν περάσεις  θα περπατήσεις πάνω τους.  Έρχονται κρυμμένα στο μελτέμι.   Φύκια αλμυρά μυρίζουν τα φτερά τους.   Μιλάω με το στόμα τους  που έφυγε χωρίς να φύγει.   (Είναι δικό σου μόνο το χαμένο.  Ό,τι χάθηκε χτίζει μια  φωλιά μόνον σ’  εκείνον που εμπιστεύτηκε το μέσα ρήγμα)   Και μια νύχτα σιωπηλή  κάτω από τ’ άστρα   σκαλίζοντας αμέριμνα την άμμο  άγγιξα το βιολετί μου αγένειο σώμα   με δάχτυλα μικρών παιδιών  που με γυρεύαν   στο πέλαγο μπροστά  στον πυκνωμένο χρόνο.   Κοίταξα γύρω.  Είχα ξεκλειδώσει την έρημο!..    (ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008 – συγκεντρωτική έκδοση: ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ ΕΚΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, Καλέντης 2014)

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2026

ΟΠΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΤΑΙ ΕΝΑ ΣΤΗΘΟΣ

  (…οι χορευτές έγιναν δένδρα ένα  μεγάλο δάσος γυμνωμένα  δένδρα…) Α  Φύλλα από σκουριασμένο τενεκέ για το φτωχό μυαλό που είχε το...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ