Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

ΔΙΑΒΑΖΩ ΣΥΧΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟΥΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥΣ

 (… αισθάνομαι ασφαλής που περιβρέχομαι από τόσους γείτονες αριθμούς…)


Η αλφαβητική σειρά μας

ευοίωνα ρυμοτομεί εκ νέου τις αποστάσεις.

Μετακινεί τις περιοχές

ανάλογα που πέφτει τ’ όνομά μας.

Κερδίζει ύψος η Κυψέλη απ’ το Λυκαβηττό

χύνεται στη Ζέα το Γαλάτσι,  οι κατωγειτονιές

μετακομίζουν στα προάστια,  ο Διόνυσος

αρχίζει απ’ την Ομόνοια,  η Δροσιά

Βάθη αναπνέει στο μεγάλο της μπαλκόνι

κι η Ξενοκράτους έμβολο,

κάθετο βλέμμα σε κλειστά παραθυρόφυλλα

μνήμης  -  κάτω από δω που σκέπτομαι

είναι ένα πάρκινγκ χρόνου.

 

Φίλη μας η αλφαβητική σειρά.  Πολύτιμα

εξυπηρετική. Σου βρίσκει αυτόματες λύσεις:

αν δεν απαντάει ο κύριος Χι Κονφούζης

ευθύς εκείνη σε συνδέει με τον αμέσως

επόμενο συνονόματο κύριον Χι Κονφούζη.

Αρκέσου. Αυτά που ψάχνεις

διαφέρουν μόνο μεταξύ τους.

Αυτά που βρίσκεις είναι ίδια.

 

Κλείνω τους αριθμούς συνεννοήθηκα

με την πολυκοσμία  κι ανοίγω Χρυσό Οδηγό.

Να μπω λίγο στα πράγματα στις τελειοποιήσεις.

Να βγήκε εν τω μεταξύ κανένας ασφαλέστερος

χρονοδιακόπτης από κείνον  τον πρωτόπλαστο

με τους αυτορυθμιζόμενους θανάτους.

 

Καφετιέρες, σκουπιδοφάγοι, πλαστικές αναπνοές

για αθάνατες βεράντες, θεριστικά μηχανήματα

(αν έχεις σπείρει κάτι κι αν έχεις προφτάσει

να το μεγαλώσεις)  προμηθευτές ζεστού νερού

-αστραφτερά ανάκλιντρα του ήλιου στις ταράτσες

και γελωτοποιοί της συννεφιάς.

 

Ώσπου, ζαλισμένη  από το γκάζι

που άφησε ανοιχτό μια συσκευή παλιού

μοντέλου στεναχώριας

γλαρώνω ευδαιμονικά

πάνω σε μια ολοσέλιδη διαφήμιση

θερμαντικών σωμάτων νέου τύπου

με τριετή εγγύηση.

 

Θερμαντικά σώματα με εγγύηση;

Κυκλοφορούν τέτοια σώματα;

Ας τα επιχειρήσω.

Και μετά από τρία χρόνια

ποιος ζει ποιος ονειρεύεται!..

(ΕΝΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ 1998)

 



ΚΑΙ ΚΑΠΟΥ ΕΝ ΤΟ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ…

(…έλαμψε ένα διανυκτερεύον φαρμακείο…)

Κύριε,  δώστε μου ένα υπνωτικό

να κοιμηθεί λίγο η έρημος έξω.

 

Κι ως να ξεδιπλωθεί από τη νύστα του   ο φαρμακοποιός,

θαυμάζω εγώ   την ισότητα των πόνων στα ράφια

ανίατοι  και  ιάσιμοι,

όλοι   σε ζωηρόχρωμα χαρούμενα κουτάκια!..

 

Κι αίφνης σε αναγνώρισα.   Στην απομόνωση.

Ψηλά·   μόνο μάτι φόβου να σε φτάνει.

Χαρογραφία σ’ ετικέτα μπουκαλιού με δηλητήριο.

 

Αγνώριστη θανατηφόρα γεγυμνωμένη η μορφή σου.

Τα χέρια σου φιγούρα φοβέρας χιαστί

εκεί στην αθώα θέση

που χάζευε άλλοτε αμέριμνα ο λαιμός σου.

 

Κύριε, ξεφώνισα

ταρακουνώντας τους πόνους στα ράφια,

τι αποτρόπαια λάθη είν’ αυτά

πώς χορηγείτε στους νεκρούς κι άλλο

παραπανίσιο δηλητήριο χωρίς καινούργια

συνταγή  και  θέληση θεού;   Πώς τολμάτε, 

για να διαφημίσετε δραστικά προϊόντα χάρου,

να ξεκοκαλίζετε μορφές που εμείς δεινοπαθούμε

να  τις διατηρήσετε δραστικά ολόκληρες

μέσα σε φιαλίδια σφραγισμένης αυταπάτης;

Να μου επιστρέψετε αμέσως το πρωτότυπο.

 

Σας πιστεύω, είπε ο φαρμακοποιός, αλλά 

μετά την απομάκρυνσιν εκ του ταμείου

ουδέν λάθος αναγνωρίζεται!..

[ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988] 

 

ΥΠΕΡ  ΑΣΩΤΕΙΑΣ 

Είμαι ανεβασμένη με τα κιάλια μου

στο κατάρτι ενός αγκαθιού εξασκούμαι

στους φυσικούς πόνους τους φέρνω πιο πλησίον.

 

Δειλινά λέγονται εκείνα τα χωνάκια

που γουρλώνουν τα φύλλα τους βραδάκι στις αυλές

-τι μαζοχιστικό όνομα που διάλεξαν.

 

Αραιώνουν οι εκρήξεις των κουκουναριών

προσέχει πια η ζέστη δεν πετάει

σπίρτα αναμμένα.

 

Θεληματίας η πρόνοια.  Έζεψε τα μερμήγκια

από νωρίς  και  σπρώξε – σπρώξε έχουν σύρει

αρκετό χειμώνα κιόλας στη φωλιά τους.

 

Αποταμίευση.  Μια σεβαστή ομολογώ

μορφή χορτάτη ευθανασίας.

 

Εν μέρει καλά τα λέει ο μύθος.

Έπρεπε να λογικευτούν λίγο τα τζιτζίκια

να βάζουν στην μπάντα μισό τραγούδι για το κρύο

να εξοικονομούν ολίγην

της ύπαρξής τους ασωτεία.

 

Έξω απ’ το χορό καλά τα πάει μύθος.

Πώς αλλιώς να κάνουν τα τζιτζίκια.

Δεν αποταμιεύεται η ένταση.

Δεν θα ’θελε κι αυτή να ζει περισσότερο;

Όμως δεν αποταμιεύεται.

Μια μέρα να τη φυλάξεις χαλάει.

 

Κι είπα, έτσι που τη βλέπω

σωρηδόν να κείται  άταφη  άψαλτη

να της ρίξω ένα ολάνθιστο  Αμήν

πριν τη διαμελίσει  η κατακραυγή

πριν τη σύρουν τροφή στη φωλιά τους

κάτι τομάρια εαυτούλικα μερμήγκια. 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ

Σε κάποια ακανθώδη εντολή τότε

πιάστηκε η ωραία κουνουπιέρα μου

και με καταφάγανε τα φτερωτά βομβώδη

είμαι.

Ανέβηκα στο πρώτο φορτηγό κλάμα

που περνούσε και γεννήθηκα∙  στην Αθήνα.

 

Μεγάλο σπρωξίδι, περίμεναν πίσω από μένα

να γεννηθούν οι άλλοι ουρές εκατιμμύρια.

Πίσω από μένα  κι  όμως πρόφτασαν

όλοι αυτοί να είναι σήμερα

διαπρεπώς νεότεροί μου.

 

Εκείνη η μάνα – μέρα μου πέθανε

στη γέννα δεν με γνώρισε.

 

Ξαναγεννήθηκα μετά

σε διάφορες πρωτεύουσες

ανάλογα πού μ’ έσπερνε κάθε φορά

το πάμφωτο κάποιας πυγολαμπίδας.

Κι άντε πάλι να σαλτάρω σε όποιο φορτηγό

κλάμα νεογέννητη ξανά.

 

Μίλησα νωρίς∙  είπα:  θυμάμαι∙

φουρκίστηκε η μάνα μου, μη βάζεις

όλα  τα παλιοπράματα από χάμω στο στόμα σου.

 

Μεγάλωσα αυτοδίδακτα ακούγοντας το κύμα

τι φυσικά μετακινεί τα βότσαλα

κρυφακούγοντας τον κρότο

της εύκολης σύνθιψης

προηγούμενων θέσεων.

 

Μετέφρασα ηχώ σε πολλά ξένα λάθη.

Δαπάναις μου ασφαλτόστρωμα το ανώφελο

για να κυκλοφορεί ασκόνιστος ο χωματόκοσμος.

 

Εκλαΐκευσα το ένα σε πολλά.

Απέδειξα μαθηματικώς

πως με τη μέθοδο των δύο είναι αδύνατο

το μέτρημα των άστρων.  Ο καθένας βγάζει

διαφορετικό αποτέλεσμα απομάκρυνσης.

 

Έλαβα μέρος σε  πολλές παραδοχές.

Έκανα τατουάζ με λεπτοδείχτες

και άκουσα το γήρας των σειρήνων

χωρίς να δεθώ σε  κατάρτια.

Το μερτικό μου από το θαύμα

το παραχώρησα στο θαύμα.

 

Μετά τη δωρεά του σώματός σου στο  θυμάμαι

σ’ αυτά τα παλιοπράματα που έβαζα στο στόμα μου

από χάμω και θύμωνε η μάνα μου

ζήσανε εκείνα καλά κι  εσύ θαρρώ ακόμα  καλύτερα!..

[από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988] 


ΑΦΗΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΊΑ ΗΣΥΧΑ

Εθνική εορτή.  Παρέλαση Μαρτίου.

Επέτειος βελτίωσης λιγάκι του καιρού.

Μπλε ποδίτσες άσπρα συννεφάκια φοράει

η αιθρία από μια σκοπιά ημέρα.

Σημαιοφόρα πράσινα φύλλα,  σημειωτόν το έαρ.

Νικητήρια παιδάκια κρατούν

χάρτινες σημαιούλες κυματίζουν

υπερήφανες μάνες.

 

Κάθομαι στο άδειο παγκάκι με μιαν ηλιαχτίδα.

Παλιά μου συμμαθήτρια,

όμως αυτή πώς τα κατάφερε

και μένει από τότε, όλο στην ίδια ωραία τάξη.

 

Ομοβροντίες σχολείων.   Επέτειος νεότητος.

Τιμές σε ανδριάντα.  Όρθιος ο πυρπολητής

στη μισή του βάρκα.  Οικονομία στο μάρμαρο

σπατάλη ηρωισμού  ή κόπηκε η έμπνευση στη μέση;

ποιος ξέρει,  πολλές των εκδοχών οι ναυμαχίες.

 

Ευτυχώς,  η λέξη  ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ χαραγμένη

στο σώο ήμισυ της βάρκας

ευανάγνωστα επιπλέει  και βυθίζει

τα εχθρικά τεράστια κύματα της ακινησίας.

 

Καθηγητής στεφανώνει το άγαλμα

κι εγώ το προεόρτιον∙  μαθητή.

 

Υποκειμενικό και το ένδοξο.

 

ΚΑΤΑΝΥΞΗ ΑΦΡΩΝ

Κάτι αρχές Ιουνίου με παρέσυραν εδώ

πρωτοετείς φοιτήτριες της άμμου.

Απόφοιτος εγώ. Με άριστα λυπήθηκα

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 337

 

ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΙ ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΟΥ  ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ…

(…που σου στέλνω  απόψε  και χαίρε – χαίρε

του αποκλείεται  η θεία προθυμία να στους δώσει…)

Λιπόθυμα σωριάζονται βιολέτες   από το σφιχταγκάλιασμα του χλιαρού καιρού το δικαιολογημένο   έχει από πέρσι να τις δει.   Χαίρε συνέπεια λουλουδιών   προς την τακτήν επιστροφή σας   χαίρε συνέπεια του ανεπίστρεπτου   τήρησες κατά γράμμα τους νεκρούς.   Χαίρε του σκοταδιού τα σφιχταγκάλιασμα  που δέχεται το δικαιολογημένο  έχει να σε δει πριν τη γέννησή σου.   Χαίρε των ματιών σου η ανοιχτοφοβία  χαίρε κεχαριτωμένη υπόσχεση του ανέλπιστου   πως βλέμμα σου θα  ξεθαρρέψει πάλι κάποτε   να ξανοιχτεί προς έντρομο δικό μου.   Χαίρε των ματιών σου η ανοιχτοφοβία - της μνήμης το «ελευθέρας» να πηγαίνει  όποτε θέλει να τα βλέπει    αυγή χαμένης μέρας.   Όσο για σένα κόσμε   που καταδέχεσαι να ζεις  όσο έχει την ανάγκη σου η τύχη  για να καρπούνται τα δεινά    την εύφορη αντοχή σου,  που εξευτελίζεσαι να ζεις   για να σου πει μια καλησπέρα το πολύ  κατά τον διάπλου  ένα εγγαστρίμυθα ολόγιομο φεγγάρι   τι να σου πω   χαίρε κι εσύ   [ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ από την ομότιτλη συλλογή της Κικής Δημουλά 1988]

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2026

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

ΘΕΣΗ: ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΕΙΛΗΜΜΕΝΗ, ΘΕΕ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΞΕΝΟ

 (…αυτό το αφύλαχτο μαντρί θα τον ξεκάνει…)


Έμποροι οφειλέτες άνθρωποι υπερήμεροι

ναυτικοί της ξηράς   συνταξιούχοι της θάλασσας

 καλλονές σε απαρχή κατεδάφισης

παντοδύναμοι  σε φάση διαδοχής    πιστοί

πιστοί που πολύ πικραθήκατε 

άνθρωποι εν γένει στα πρόθυρα  

 

σημαίνει, σήμανε η παύση των πληρωμών

αφήστε τον σύνδικο της πτωχεύσεως

να κάνει τη δουλειά του

ακούστε πάνω στα μαλλιά σας

αυτό μου το χάδι: 

 

Περιουσία μας είναι   ό,τι έχουμε χάσει!..

[ΠΡΙΓΚΙΨ  και  ΠΤΩΧΟΣ   από  τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη  ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 


(συνημμένη εικόνα)  ΘΑ ΣΑΣ ΒΡΑΒΕΥΣΟΥΝ ΚΟΥΚΟΙ, ΠΕΤΕΙΝΟΙ  

(…θα επαινεθείτε από τις προθεσμίες…)

Θα σας φεισθούν παραγραφές.

Είναι η ώρα

περιφρόνηση

και δεν οπλοφορεί   (Art by

 

 

ΛΕΖΑΝΤΑ: Γιατί μας έδιωξαν απ’ την πατρίδα

(… διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι αφές.…)

Έρπουν διστακτικές ως τα κουμπιά

Συνοφρυωμένα εκείνα εντέλλονται

νυν υπέρ πάντων οι κουμπότρυπες

το σώμα μόνο επ’ ουδενί μην αρνηθεί

ιερή κλεισούρα.  Θυρωροί τετραπέρατοι

κάτι περισσότερο θα ξέρουν τα κουμπιά

 

Όμως και ποιος δεν έσκυψε

στην ευωδιά μασχάλης ξάγρυπνης

στο φούντωμά της το νυχτερινό. 

Μάταια όλα. Με των δαχτύλων το ξεθάρρεμα

αμέσως στέφανοι  και  άνθη 

κι ευειδείς πλαγγόνες από κερί

κι ομοιώματα εδεσμάτων χόρτασαν την όραση

ενώ κερί της μέλισσας απ’ τα κορμιά μας

κύλησε,  κυλούσε προς το χώμα.

 

Ποιος κηροπλάστης, ω, ποιος ζοφερός 

στην ύλη αυτή ψιθύρισε

να ζούμε εδώ

μισοί κεριά  και  μισοί φλόγα;

[ΩΣ ΤΗΚΕΤΑΙ ΚΗΡΟΣ  από  τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη  

ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001,

πρώτη συλλογή  στη συγκεντρωτική έκδοση:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Β’  2001 - 2013]

 

 

ΣΙΝΕΦΙΛ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Το διπλανό θερινό σινεμά

είναι χτισμένο με την πλάτη προς εμάς

κι έτσι χωρίς να βλέπουμε, δωρεάν

ακούμε τους διαλόγους απ’ το μπαλκονάκι

 

Στα διαλείμματα

που ο κόσμος τρώει τυρόπιτες

διάλειμμα κι εμείς

με ό,τι βρεθεί.

 

Πέφτει ο χειμώνας

κλείνει το σινεμά

γέροι θεατές χτυπούν

με τις ταινίες στα μάτια

τα κουδούνια  μας.

 

 

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΜΕ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ

Εδώ τις Κυριακές ίδια ταινία

«Ο Τζέιμς Μποντ εργάζεται στα ξένα».

 

Στο πρώτο μέρος ο ήρωας

κοιτάζει πεταλούδες κι αεροπλάνα θυμάται

φοράει πολύχρωμα φουστάνια

δεν του πολυπάνε

μ’ αυτά πετάει ψηλά  και  μας πυροβολεί

γυναίκες κλαίνε από χαρά

εκείνος τους φωνάζει τ’ όνομά του

«Είμαι ο Μπόντ»

όταν ανάψει διάλειμμα

μοιράζει σοκολάτες στους διαβητικούς

μετά σβήνει το φως

στο μέρος Βον  και πάλι μας πυροβολεί

εμείς είμαστε αθάνατοι

THE END.

 

Δευτέρα ξημερώματα

βάζει την άσπρη μπλούζα

σκίζει τα πρόχειρα πανιά

τη μαύρη οθόνη

μέχρι την άλλη Κυριακή

σκουπίζει το αίμα.

 

ΜΕΧΡΙ ΔΑΚΡΥΩΝ

Έτσι – έτσι να γυρίζει μες στις συντροφιές

τα κλάματα σε γέλια  και  πειράγματα να τα γυρίζει

έτσι να διασκεδάζει όσους δεν γέλασαν ποτέ

και  ω  του κλάματος  εκείνοι να γελάνε

σίγουρος για ένα χρέος που εκπληρώνεται

χωρίς να υπάρξει δάνειο ούτε γι’ αστείο

από ποιον ζήτησε αστείο αυτός

και ποιος μπήκε στον κόπο

να γελάσει με τον κόπο του

που πάει τα κλάματά του μες στις νύχτες

και ποιον ηλιόλουστο να πρωτοβρέξει

 

αλλά θα βρέξει κάποτε για τα καλά

και δε θα ξεχωρίζει ούτε αυτός

το κλάμα του από τη βροχή του κόσμου

μούσκεμα θα γυρίσει σπίτι αλλά στεγνός

ούτ’ ένα δάκρυ δε θα του ’χει μείνει πια

για να πιστέψει

πως πεθαίνει από τα γέλια,

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΣΤΑ ΞΕΝΑ;

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Πού τήνε  βρήκε  αυτός την αγαλλίαση

 

πως τάχα δεν τον κυνηγάνε τα σκυλιά

πως το ποδάρι του δεν είναι πια στο δόκανο

πως έχει πια, ελεύθερος ερήμου

μπουχτίσει το νερό

πώς έγινε  - δήθεν για ν’ ανθρωπέψει πάλι –

και τα νοστάλγησε όλα αυτά

σκυλιά  και  δόκανα  και δίψες –

υπαρκτά∙

 

μεγάλη ελπίδα να νοσταλγείς

ένα μαρτύριο ενώ δεν έχει λήξει!..

 

ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥ

Απ’ τις στοές των ορυχείων

εκεί που το αίμα ολημερίς σφυρηλατεί

παράνομη πατρίδα

άκουσε κάποτε

όπως παλιά να ξεκαρδίζονται στηθόδεσμοί

να φουρφουρίζουνε προικιά τρεχάματα φροντίδες

κι άκουσε μες την κολυμπήθρα

βρεγμένο τ’ όνομά του συνονόματο

να το σηκώνουνε ψηλά να το βυθίζουν

ψηλότερα κι από το παρελθόν.

 

Καλή γιορτή

όμως απότομα διελύθη

όταν οι καλεσμένοι αντίκρισαν

του αμφίρροπου νεκρού το φρέσκο βάδισμα.

Ίσιο πεσμένα φύλλα,  σαν και πριν,

Σκυφτό, κατωφερές, ανθρώπινο.

 

ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΣΤΑ ΞΕΝΑ

Όσοι σε ακολούθησαν   στο ταξίδι

είναι πιο ξένοι

απ’ όσο στην πατρίδα.

 

Βλέπεις στα μάτια τους τη νοσταλγία σου

βλέπεις στα μάτια τους τη νοσταλγία τους

στο τέλος βλέπεις

ότι στα μάτια των ανθρώπων

πρωτοκουράζεται η αγάπη.

 

Δικούς δεν έχει εδώ

δικοί είναι οι ξένοι

μόνο επιστήθιους έχει

 

είναι οι άγνωστοι!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

 

ΩΔΗ ΣΤΗ ΧΑΡΑ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Τους φίλους σας να  σκέφτεστε

χωρίς αιτία και μνήμη, έτσι

αμίλητους σκυφτούς να περπατούν

έντονα να τους σκέφτεστε να κλαίτε

μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν  και δεν ξέρετε

πώς τον κοιτούν τον κόσμο αυτή την ώρα.

 

Αυτή η ώρα που δεν κάνετε άλλο

παρά μονάχα σκέφτεστε τους φίλους

είναι όπως απερίσπαστοι

ακούτε μουσική:

αλλά όταν σκέφτεστε τους φίλους απερίσπαστοι

χωρίς να κάνετε άλλο

ακούγεται σιγά

μουσική.

 

ΠΕΡΒΑΖΙ

Τι πληκτικό που είναι σήμερα ένα ποίημα.

Πλήττει όταν το διαβάζουν γιατί ξέρει

πως όλοι πλήττουν πια διαβάζοντας ποιήματα.

 

Έτσι από την ανία πέφτει στην άνοια

κοιτάζει από το παράθυρο τον κόσμο

κανένας δεν κοιτάει προς το παράθυρο.

 

Μα δεν το νοιάζει,   ξέρει

πως έτσι γράφτηκε

πως έτσι γράφονται τα ποιήματα

 

από ανία για την άνοια

που τα περιμένει

ΚΡΑΥΓΗ ΣΕ ΦΑΚΕΛΟ

Έφτασες ως εδώ μέσα σε φάκελο    μετά από χρόνια.

Ένα βιβλίο μικρό  λιγνό  κι όμως κομψότατο

έτοιμο λες να ορμήσει στα άκρα:

για πέταμα  ή  για  διάβασμα.

 

Και καθώς έπιασα στα χέρια μου το σώμα του

και καθώς ήσουνα ποιητής

ακμαίος κάτοικος αισθήματος και μνήμης

το εξώφυλλο, το σχήμα, ο όγκος, το όλο

ενός βιβλίου που από σένα ερχόταν

γέννησε μια άλλη διάσταση, καινούργια, Τρίτη

πριν σε πετάξω  ή  πριν να σε διαβάσω:

 

τα χέρια μου ήδη αγγίζανε

το μέτρο της κραυγής σου

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΛΕΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΧΑΙΡΩΝΕΙΑΣ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Βρε τι μαθαίνω εδώ μακριά

πώς καταλήξανε τα είδωλα

οι ένδοξοι αθληταί που αποθεώναναμε:

 

προπονηταί σε περιφερειακές ομάδες

και πωληταί αθλητικών, μπουνιέρηδες

για τα νυχτερινά

 

συχνά θυμούνται κλέη

δεν τους ακούει κανείς∙

 

αθλούνται πια   κανονικά.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Άκυρα γράμματα   σκληρά ταχυδρομεία

Τα χρόνια που έλειψες

δεν ξέρεις ποιοι γεράσανε

και ποιοι γεράσαν.

Τους έκλαψες ερήμην

όλους ανεξαίρετα.

Στα ξένα όλοι μπερδεύονται

και πιο πολύ

η νοσταλγία με το πένθος.

 

Τώρα που γύρισες

για όποιους δεν βρεις

θλίψη δεν έχεις.

Τους έχεις κλάψει

μ’ όση χαρά δεν έχεις

για όσους βρήκες.

 

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΑΙΜΑ

Την είχα φέρει τότε από την πατρίδα

νομίζω πως την λέγαν νοσταλγία

Τώρα όπως -  όπως τη στοιβάζω στη βαλίτσα

και προτού φύγω τρέχω στο παράθυρο να δω

το δρόμο,  τους αγνώστους, τα φανάρια

που τόσα χρόνια εδώ στα ξένα με στηρίξαν

χωρίς αισθήματα ευτυχώς

ή έργα  ή λόγια.

 

Βλέπεις της ξενιτιάς εφόδιο είναι το αίμα

επειδή πάντα γίνεται νερό.

Αφού σε ταπεινώσει η δίψα

ως το άκρο χείλος

τότε μονάχα το νερό

ξαναγυρίζει σε αίμα.

 

Ξαναγυρίζει αλλά μαζί

με την κατάρα του νερού:

πατρίδα πια

η νοσταλγία της εξορίας.

 

ΠΕΣ ΜΟΝΑΧΑ ΓΙ’ ΑΝΑΨΥΧΗ

Πες μονάχα γι’ αναψυχή

και βέβαια με εισιτήριο επιστροφής

ξαναγυρίζεις κάποτε

στα ξένα.

Έχουν ριζώσει εκεί

κομψότεροι μισοί στο νέο τους χώμα

στο πρόσωπό τους καταπράσινες οι ελπίδες

θριαμβεύει

ήττα γλυκύτατη

η λήθη της πατρίδας.

 

Ξένος εξ αίματος

δε γίνεται να τους μιλήσεις.

Συντετριμμένος βλέπεις

να βλέπουνε στα μάτια σου

τη νίκη,

 

ΤΙ ΝΟΣΟΣ

Τι νόσος

τα μάτια σου να βλέπουν περιβόλια

και να μη φτεροκοπάν

 

τα γόνατα τα πριν τρεμάμενα

τις γόησσες ν’ αντικρίζουνε

με ήπιο πένθος

 

εκεί που η θάλασσα μεσημεριάζει μες στο ασήμι

εσύ να τήνε λες

νομίσματα

 

να ’χει στο στρώμα σου κάθε κορμί

τη γεύση συννεφιάς

 

κι η συννεφιά πάντα να μοιάζει σαν ν’ ανήκει

στη μέρα  και  στη νύχτα το ίδιο

 

Θα ’πιαν πολύ τα αισθήματα χθες βράδυ

και κοιμούνται

 

ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΝΥΧΤΑ

Ήπιες απόψε λόγια και φωνές

μοιάζουν με ουίσκι . Το σώμα

της παλιάς αηδόνας σου τραγούδησε

το πόσο πόνεσε και τώρα

άλλο δεν γίνεται να τραγουδήσει.

Έτσι είναι.  Στην κάτω νύχτα

όλα  σωπαίνουνε.

Τα πίνει ο θόρυβος   που πίνει.

Λίγη φωνή

βγαίνει μονάχα το ξημέρωμα

κι είναι η δική της

καθώς γλιστράει στο πάλκο της λεωφόρου

κι εκεί πρωτοσφυρίζει το τραγούδι της

μαρμαρωμένη κίτρινη της πάχνης

θεά αποτρόπαιη μουσικής της μέρας.

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΙ

Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.

 

Δεν μας παρηγορεί η υγεία:

μια πλήξη πια,  υγιείς εμείς

μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

 

Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα:

έχουμε τόσα

που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

 

Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:

μας παραδίδονται αφειδώς

γιατί το σφρίγος πάντοτε

ποθούσε τη σοφία.

 

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.

Μεγαλώσαμε κι είμαστε πολύ πικραμένοι.

 

Αυτό μονάχα μας παρηγορεί!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΑΛΑΚΑ

(…που τονίζεται στη λήγουσα…)

Και για ν’ αλλάξω τόνο εδώ στα ξένα

λέω να μιλήσω τώρα και για σένα

συνθέτοντας, καθόλου όμως για πλάκα

αυτό το ρέκβιεμ, δίχως μουσική, για έναν μαλάκα. 

 

Δε σε ξεχνάω, ξέρεις εσύ, εσένα λέω

κι ας πέρασαν τα χρόνια  κι  ας μην κλαίω

πια για όσα μου έκανες.  Εδώ στα ξένα

με το αίμα εξόριστο, εγώ θυμάμαι εσένα.

 

Και τρέμω μην πεθάνω πριν πεθάνεις

και δεν σε κυνηγάει ως να πεθάνεις

πλάκα στο στήθος σου  κι  επιγραφή στην πλάκα

γραμμένο αυτό το ρέκβιεμ – ενώ ζούσες!..

 

LUPUS IN ANOREXIA

Τα δυο ανήμερα λυκόσκυλα   αμέριμνα μαυρίζουνε στην ηλιοθεραπεία   έτσι μαυρίζει σταδιακά  κι  η δική του ψυχή    Στης πολιτείας τις πιο χουχουλιαστές κρυψώνες  πλαταγίζει αλκοόλ και  πλιατσικολογεί   τα πιο λευκά τα θηλυκά ο τσοπάνης   έτσι ακριβώς αλλ’ αντιθέτως  λιώνει αυτός   από πηχτή  anorexia nervosa.  Ολημερίς τα τροφαντά τα πρόβατα  και  τα ζωηρά κατσίκια   για  την ξερή αμιλλώνται  και  βροντούν   με πάθος τραπουλόχαρτα  στη γης   έτσι στη μαύρη γης κι αυτός   σα σκάρτα φύλλα   βρέχει το τρίχωμά του   φθινοπωρινό.   Πράος, κανέναν δεν αναγνωρίζει πια   αυτό το αφύλαχτο μαντρί  θα τον ξεκάνει!,,  [ από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001, εδώ από τη συγκεντρωτική έκδοση ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Β  2001 - 2013, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ] 

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2026

ΔΙΑΒΑΖΩ ΣΥΧΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟΥΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥΣ

  (… αισθάνομαι ασφαλής που περιβρέχομαι από τόσους γείτονες αριθμούς…) Η αλφαβητική σειρά μας ευοίωνα ρυμοτομεί εκ νέου τις αποστάσεις....

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ