Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΧΥΔΑΙΟ ΠΛΗΘΟΣ ΤΩΝ ΤΥΨΕΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΤΑΙΓΕ…

 (…που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε στην άκρη της γιορτής ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει…)


Και δε μιλώ γι’ αυτό που    η παιδική απελπισία επινοεί
όταν σαν από γλύκισμα κλεμμένο
τρίμματα ερήμου προσπαθείς
κάτω από τη γλώσσα σου να κρύψεις. 
 
Τις αμαξοστοιχίες με τα σβηστά βαγόνια 
πολύ μετά θα ανακάλυπτα.
 
Μιλώ για όσα προηγήθηκαν   στους κάτασπρους διαδρόμους
που βγάζουνε σ’ ανηφοριές   με οιδήματα λουλούδια
φαινόλης  και  ιωδίου ευωδιές 
και δάση   με φορητούς μεταλλικούς κορμούς
-τσαμπιά του αλουμινόχαρτου –
να στάζουν τα φαρμάκια τους    στο αφελές σου αίμα
να μάθει αυτό  που ήθελε οικειότητες 
και άλλα τραταρίσματα
μ’ αυτόν τον ψεύτη θεατρώνη
που πάνω που τα λόγια σου   φαρσί τ’ αποστηθίζεις
έρχεται και  - κακήν κακώς –
έξω σε βγάζει από το έργο!..
(ΧΗΜΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ στη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτης 2008)

 


ΣΧΟΛΙΟ:

Μπρος πίσω πηγαίνοντας στις σελίδες της συλλογής

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ    θέλεις σε κάθε στίχο και ποίημα

τον εαυτό σου  να χώσεις κάπου  μήπως και βιώσεις,

ως τρίτος βέβαια,  το απόσταγμα της εμπειρίας

της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου

που έρχεται από τη σύνθλιψη της σκέψης και της πραγματικότητας   

Να νιώσεις και κάτι το δικό σου από τον άλλο 

που καθώς βρίσκεται σε μια διέγερση αισθημάτων, 

κατέληξε σε μια έντεχνη έκφραση τους  που η στιλπνότητα του λόγου

ακόμα και στην υπαινικτική της ακρότητα  σε υποχρεώνει

να σταθείς πάνω στο πρόσωπο της ποιήτριας,

να δεις τις διακυμάνσεις της γραφής της, 

σαν να ‘ναι οι συσπάσεις της ψυχής της. 

Γίνεσαι ο καθρέφτης όπου μέσα του 

το είδωλο του δημιουργού και το είδωλο του αναγνώστη συμφύρονται...

 

Ανέκαθεν Η ΦΥΣΗ  μού ήταν απεχθής

Για την ακρίβεια

η διαρκής υπόμνηση μιας αναιδούς  αυτάρκειας

μιας άνευ λόγου υπομονής

μιας εσωστρέφειας

κάτι σαν   

γιατί ν’ αναρωτιόμαστε

-πανομοιότυπες σιωπές    καταβροχθίζουν το ξημέρωμα

κι άλλωστε άνετα συνυπάρχουνε

λερωμένα ρούχα,  χώματα

κι η στατική εναλλαγή  πολύχρωμων λεκέδων

ενώ  -  όπως γνωρίζουμε  -  η ζωή

υπήρξε επινόηση  ευφάνταστου αφηγητή

που πέθαινε τους ήρωες

μόλις ανακαλύπτανε

πως ούτε αυτό υπάρχει.

 

Στο μεταξύ η πράσινη πόρτα

δεν οδηγεί στο μάθημα της Ωδικής

αλλά σ’ ένα τραπέζι χειρουργείου

όπου βαθύτερα απ’ το απρόβλεπτο

η νοσταλγία τεμαχίζει  

[κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΞΥΛΙΝΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

Όλα θαρρείς    τ’ απορροφάει ο κραδασμός

 

-μια στιγμιαία εξαίσια οικουμένη

που ιερουργεί το θάνατο

μια πνιγερή αντιφεγγιά

που εισέρχεται στο χόρτο

με δακρυγόνα  κι  ουρλιαχτά –

 

ώσπου η συγκομιδή του ουρανού

αδιάκοπά πληθαίνει

και έντομα γεμίζουν τα κρεβάτια μας.

 

Ίσως γι’ αυτό να επείγει

να σκάψουμε τις σήραγγες.

Τα νυχτικά του πάνω κόσμου

φρεσκοσιδερωμένα

σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε

να συνηθίζουν τα σατέν

σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν

να μάθουνε  και  τα βαμβακερά

πώς είναι να πλαγιάζεις με αγνώστους

-γαμπριάτικα κοστούμια ντεμοντέ

και καθημερινά φορέματα για τσάι

την ύπτια αποσύνθεση 

ασάλευτα να περιμένουν.

 

Λίγη λεβάντα

πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη

αθώος μοβ υπαινιγμός

για να ευωδιάζει κήπος  στην κλεισούρα.

 

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ

(…ήτανε ολοφάνερο

ένας φόβος παράφορος  όριζε τις υποχωρήσεις μου…)

μια αποστροφή

για το αιχμηρό βλέμμα  τρυπάνι

που διαπερνά τα έπιπλα

για να επιστρέψει το σαράκι τους

κι άλλοτε θολωμένο εισχωρεί

σε ανατολίτικα χαλιά

σμήνη βηματισμών να ελευθερώσει.

 

Αργά  ή  γρήγορα θα εξατμιστούνε ,  έλεγα

τα σκοτωμένα χρώματα.

Δε θα μπερδεύονται στα πόδια μου

όλα τα ψίχουλα φιλιά

κι οι στάχτες του τσιγάρου

που στεφανώνουν διαψεύσεις.

 

Τέτοια αισιοδοξία!..

Μόνο που τα νερά απότομα  τραβήχτηκαν

και σε ασφαλές  τετράγωνο εντοιχίστηκα.

-Σταυρόλεξο  για λύτες δυνατους   μου είπανε

κι αν μάλιστα σταθείτε τυχερή

μπορεί  για κάμποσο καιρό

και ν’ αποφύγετε το μαύρο το κουτάκι

 

ΚΑΠΟΤΕ  ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ

Τους αγαπούσα

γιατί έλεγα πως δεν θα με πονέσουν.

Θα είχαν ήδη εξαντληθεί

κι οι λόγοι για εκδίκηση

τώρα που το σάπιο ευωδίαζε γύρω τους

κι από το άπληστο κορμί τους

βλάσταιναν οι πληγές

-ντροπές σημαδεμένες με κόκκινα γαρύφαλλά

κακοραμμένα επάνω τους –

απόδειξη πως κάποτε  κι αυτοί παραδοθήκαν

ας ήταν  και  με  ύπνωση.

 

Τώρα

στον καθρέφτη που βάφεται   η πεθαμένη μάνα μας

πυκνή σιωπή χιονίζει

αυτοί πετάνε τα βιβλία και τρέχουν

να φωνογραφηθούν

με της παλιάς τους γειτονιάς τη συμμορία.

 

Όμως για τη συγκόλληση του χρόνου

καμιά εκεχειρία

με την ασάλευτη επανάληψη

δε φαίνεται επαρκής

ούτε η ελάχιστη προσπάθεια

να παγιδεύσεις το σφυγμό.

 

Το απόγευμα του βλέμματος

μονάχα όταν ανάβει η νύχτα μέσα του

μπορείς να  το υποθέσεις.

 

Στο μεταξύ

ο σκορπιός κατηφορίζει τους κροτάφους τους

το σκήπτρο του κατακτητή

γίνεται μαύρο ρόδο

κι από τα γερασμένα χέρια τους

κάνοντας κρότο ηχηρό

γλίστρα στο χάρτινο κενό τους

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΟΙ ΕΤΟΙΜΟΙ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, 2008)

Ανελλιπώς αποβραδίς

ακούμε  το δελτίο καιρού

μήπως και δεν ξυπνήσουν στο κορμί

-τουλάχιστον ομπρέλες να φαντάζονται

στην τελευταία βόλτα τους με τους αγαπημέ νους.

Ή έστω    λίγη παραφορά ζωής

σαν χειμωνιάτικη λιακάδα

να ακινητεί επάνω τους

διδάσκοντας στη μέρα

του σκότους το αδιαπέραστο.

 

Και μόνη τους παρηγοριά το δένδρο

αυτό που παίρνουν οι νεκροί  και  ταξιδεύουν

και πια γίνεται σώμα τους

μέχρι να προσβληθεί κι αυτό

απ’ τη βαριά ασθένεια της νοσταλγίας

-πως θα ’ρθουν, λέει,  τ’ αληθινά πουλιά

με τον ασφράγιστο ύπνο

τ’ αγρίμια

με το άγιο φωτοστέφανο του τρόμου

που βεβαιώνει τη ζωή.

 

Κι αφού στο τέλος ενημερωθούν

για τις αρθριτικές μεταβολές

και τις συνέπειες γενικώς της υγρασίας

έπειτα μένουν ξάγρυπνοι

κι αδιάκοπα μονολογούν

-μια κι όσα λόγια ραθυμούν

σε κλειδωμένα στόματα

την αφασία του θανάτου διαιωνίζουν

 

ΜΑΙΡΥΛΙΝ…ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ

Αυτές οι σκάλες δεν έχουν κουπαστή

έτσι που το απρόσεκτο  να γίνει ανεπανόρθωτο

σαν δισταγμός  που 

- ανίσχυρος να αντισταθεί στα έγχορδα που ακούγονται στη σκάλα –

ανάβει εν τέλει πόθο μοχθηρό

 

γιατί δεν επισκέπτεται συχνά το πανδοχείο μας

ούτε κι αυτός ο υπαινιγμός μιας θύμησης

κάποιας αλληγορίας  ενός ιλίγγου νικημένου

από ένα φιαλίδιο φτηνό

που βιαστικές ανάσες εξαντλούνε.

 

Γι’ αυτό κι εγώ φοράω τα μποτάκια μου   και

-βαλ’  το στα πόδια κούκλα μου    φωνάζουν

την ξέρεις τη δουλειά σου εσύ

«happy birthday  Mr. President»

κι άσε για άλλους τις υποκλίσεις στο κενό.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΠΑΓΙΔΕΣ

Άκουσέ με:

…την ώρα που στα πεζοδρόμια  θα λαμπαδιάζουν οι σκιές

κι οι αρετές μες στα κουφάρια τους   θα απειλούν τα όνειρα

στην ενδοχώρα του θανάτου θα εισβάλω

ν’ αχρηστευτούν εξάπαντος  

οι ανθρωποπαγίδες

 

στην ανθισμένη ασχήμια τους

χάδια από το σκόρο φαγωμένα

και μισθωμένοι θρηνωδοί του εφήμερου

που μάλλον    δεν αγαπήθηκαν ποτέ

 

κι όταν το άρρωστο παιδί

κάψει όλα τα σπίρτα του

το μουσείο των αζήτητων αποσκευών

θα πυρπολήσω

έγγραφα επαπειλούμενων αναχωρήσεων

και πράξεις θανάτου ανυπόγραφης

κι έπειτα   ας παραχώσει κάποιος

αυτόν τον άγνωστο νεκρό

που ξενυχτά στο  στέρνο μου

θέλω να κοιμηθώ  και μ’ εμποδίζει.

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

 

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΓΥΑΛΙΑ ΚΑΡΦΩΜΕΝΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ

(…τρυπάνε τη ραχιτική ζωή μου…)

Γωνίτσες αιχμηρές οι παγοκρύσταλλοι  κι  αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν   γίνονται ηλιοβασίλεμα   πηδούν φωτιές του Άι – Γιαννιού  και  παίζουν την τυφλόμυγα   με ένα ξύλινο πόδι.    Εκείνος βέβαια προτίμησε τη στάχτη.   Χόρεψε στα υπόγεια   ένα ταγκό με πάθος    κι έδωσε μία  και  έλειωσε  με το αναπηρικό καρότσι  τη μορφή του.  Μια μάσκα ράβει έκτοτε   με αποκόμματα από εφημερίδες   φωτογραφίες μεταπολεμικές    και τα τραγούδια του Άριελ.   Όσο για μένα   τις νύχτες λαμπυρίζω  και  καμπουριάζω το πρωί.   Φυτρώνουν  τότε επάνω μου τάφοι χορταριασμένοι   μικροί ναοί  που δε μυρίζουνε λιβάνι   μα ανάβουν τα καντήλια τους   για το  θεό του φόβου   που εφημερεύει  κι αγρυπνά  και τους δικούς μου επί πίνακι γυρεύει!.. [ΣΑΛΩΜΗ  από τη συλλογή της  Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 2008]

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2026

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

ΕΜΕΙΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΣΗΜΑΣΙΕΣ

 (… κι αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα…)


Τα ονόματά μας πού  και  πού μας βλέπουν στο όνειρο τους

ψυχές περιπλανώμενες  δυστυχισμένες  

χαμένες σημασίες που τις αποζητούν ακόμα  

Για μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν 

και έντρομα ξυπνούν  κι  ανάβουνε τα παγωμένα φώτα 

κι  αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται  και  να φωνάζονται  

να νιώσουν έτσι πως υπάρχουν  

 

Γιατί,  πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν

να τρέμουν οι ουρανόσκαλες  και να γεμίζει η γειτονιά  λουλούδια 

πού τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε 

στης νεραντζιάς τη φλούδα  

 

Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας  

δε θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους  

θα ζήσουν μια δική τους ζωή  με άλλες σημασίες

σε εξώθυρες  και  εξώφυλλα  

βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα  και  δε θα μας ξέρουν  

 

Εμείς χαμένες σημασίες 

κι  αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα    

[πρώτο απόσπασμα από τη  ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ

στη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996]

 

 


Η ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΙΣΣΑ

-«Να μαζευτούμε πάλι ένα βράδυ…»

-«Παλι»…  Φάντασμα του τετελεσμένου 

ή συνέχεια που τινάζει στον αέρα την αρχή της;

Κοντά τέσσερα χρόνια  που είχαμε χαθεί

και να τώρα η πρόσκλησή της αναπάντεχη

όπως όλα τα αλλόκοτα φερσίματά της από τότε

που ξέκοψε από μας για άλλα μυστήρια στέκια

και άρχισε να στέλνει γράμματα στον πεθαμένο

 Έφριξαν οι δικοί του  και  της μήνυσαν να σταματήσει

αυτό το ανήκουστο 

κι εκείνη τους απάντησε μ’ ένα στεγνό   «καλά»

και τα ταχυδρομούσε πια από τότε στη δική της διεύθυνση

 

Σαν από στεναγμό κρυφό άνοιγε κι έκλεινε η πόρτα

και τρέμιζαν για λίγο τα ματόκλαδα των φώτων

έτσι όπως  ένας – ένας φτάναμε  

Και συναχθήκαμε στη σάλα τη μεσούρανη

δένδρα θροΐζοντα μέσα στο  βραδινό κοστούμι μας 

Όλα μετέωρα έμοιαζαν τίποτε να μην ακουμπάει πουθενά

κι αυτή στητή,  περήφανη   σαν ολοκαύτωμα!..

 

Κάτι  σταματημένο στη μορφή της

και στου κορμιού της τα σαλέματα

πίσω απ’ το πτυχωτό της φόρεμα

με τα μανίκια μακριά σφιγμένα κάτω

να κρύβουν τις ουλές της στους ξυραφισμένους της καρπούς

έχοντας τα βιβλία μας μπροστά της ανοιχτά

σε τσακισμένα φύλλα  και  σημαδεμένους στίχους

[Η ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΙΣΣΑ  στη ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ ΤΗΣ

Από τη  συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996 

Συγκεντρωτικός τόμος ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ,

ποιήματα 1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017]

 


ΦΟΒΑΜΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΑΣ   ΠΟΣΟ ΘΑ ΒΑΣΤΑΞΕΙ

(…πότε συσφίγγεται  και  πότε χαλαρώνει…) 

Δεν παίζουμε την τελευταία πράξη

μα το προσωπικό μας χάος όλο μεγαλώνει

 

-Τα γεγονότα που μεσολαβήσαν  βγήκαν

στο τέλος άθλιοι μεσολαβητές  κακές μεσίτριες

 

Ποτέ ζωή  και  χρόνος δεν συμφιλιώθηκαν

ούτε  και  οι γέννες με τις μήτρες

 

…Της Κίρκης δεν μας έπιασαν να μάγια

Ξέμπαρκους τώρα από ιδανικά μας κυνηγούν οι μπάτσοι

Βάζουμε δυναμίτες στα ναυάγια

που στο βυθό μας έχουν κάτσει

 

…Για σκέψου,  αν παρατούσε κάποτε την   Ποίηση

κι ερχότανε να ψυχαναλυθεί ένα   Ποίημα…

Το μέσα του  έξω να γυρίσει

να δεις τι μακελειό που είναι η γραφή μας

 

«Το μέλλον των νεκρών μπορώ να λέω

Οι ζωντανοί δεν έχουν μέλλον

μόνο  μια ακολουθία  από επικείμενα

επόμενα  όχι  μελλούμενα

Αλλά γιατί δεν βλέπω τίποτα για σας;

Ποιο μίασμα ανεξιλέωτο  σέρνετε  και  σας σέρνει

και σκότος σιωπής απλώνει μέσα  μου;»

 

Και τότε κοιταχθήκαμε  μες στους τυφλούς καθρέφτες

και νιώσαμε κι εμείς κι αυτή το μίασμα μας

Δεν είμαστε ψυχές  είμαστε σώματα

«-Αχού,  δεν είστε πεθαμένοι…»   έσκουξε

«δεν είστε πεθαμένοι…»  κι άρχισε να αφρίζει να χτυπιέται

να ξεσκίζει τα γραφτά μας

κι η νύχτα γέμισε σπασμένα νύχια

 

Άπολλον,  Άπολλον   ποι ποτ’ ήγαγές με

Άπολλον,  Άπολλον   απόλλων εμός

 

ΑΓΡΙΟΜΥΡΙΚΗ ΕΝ ΤΗ ΕΡΗΜΩ

(…επικατάρατος εν γη αλμυρά…) 

Έτσι το θελησα και μη ρωτάς

Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω

 

στους πέντε δρόμους δίχως να ’χω πει

για σένα όσα σου άξιζαν  και  δίχως

να σε δοξάσει ένας μου στίχος

Τόσο βαθιά  τόσο πολύ

 

σε σώπασα μες στη ζωή μου

Δεν ήτανε για να φανερωθεί

ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί

αυτό το μυστικό που ήσουν   κι  ήμουν

 

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν

τι θα ’χεις από μένα να τους δείξεις;

Μια τέτοια αγάπη…   δίχως αποδείξεις…

Και ποιος αυτός  ο Βέρνερ Λέιο  θα ρωτούν

 

Με τι καρδιά  με  τι πνοή  είχα πάρει

τη ζωή… Μα δεν την άλλαξα∙  ούτε εσύ

Γι’ αυτό λοιπόν   «χαμένη υπόθεση»

ο ποιητής  Βύρωνας Λεοντάρης

 

Μέσα στο ποίημα σε χάνω   Έξω από μένα

άλλη ομορφιά σε παίρνει,  αγαπημένη

Τι θα γίνω  και  τι με περιμένει

σε άδειες αισθήσεις  και  χωρίς εσένα

 

που είσαι για μένα  ό,τι είμαι  και που τώρα

δεν είσαι μυστικό  και πια δεν είμαι  ό,τι είμαι

Τι να μου κάνουν νοσταλγίες  και  μνήμες

Το απτό με αρνιέται  αυτή την άχρονη ώρα

 

το απτό που ήταν η τρέλα μου  και  το άγχος

α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι…

Τι άδοξα που έχασα το στοιχη-

μα ανάμεσα  στο «υπάρχω»  -  «δεν υπάρχω»

 

Να χάνω όσα είχα  το άντεχα·  μα εσύ ήσουν

 και όσα ποτέ δεν γίναν  και δεν είχα

Αυτά,  πώς να τα χάσω  αυτά που ματαιώθηκαν;

Σε άλλη ομορφιά θα αγιάζουνε μαζί σου

 

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε

αγγίγματα  που πήραν πίσω το άγγιγμά τους

σημάδια του έρωτα  και του θανάτου

γραφές που γράφτηκαν  για να σβηστούνε

 

Μέσα στο ποίημα σε χάνω  και  δεν ξέρω

εσύ μου φεύγεις  ή  εγώ σου φεύγω;

Πώς σκοτεινιάζω  απ’ το δικό σου φέγγος…

Και δε με θέλω πια  και  δε με ξέρω

 

Σε άλλη ομορφιά φριχτή  και  δίχως έλεος

θα ’σαι  για πάντα, έξω από μένα, ωραία – ωραία

τόσο άδικα  τόσο άσπλαχνα ωραία…

Και δε με ξέρω πια  και  δε με θέλω

(στροφές ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑΣ Βύρωνα Λεοντάρη

στη συλλογή του ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996) 


ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΣΟΥ ΜΕ ΣΕΡΝΟΥΝ ΜΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

(αποσπάσματα από τη ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη  ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996) 

Απ’ τα μαλλιά με σέρνουν απ’ τα μάτια

στον κουρνιαχτό  και  στην καταλαλιά του κόσμου

 

Πως εξαγνίζεσαι θαρρείς  με τα ερωτικά σου ποιήματα

μα άλλο δεν κάνεις   παρά να κρύβεσαι

απ’ αυτό που είμαστε

το που δε φανερώνεται  κι  ούτε σημαίνεται

γιατί αυτό δεν ξέρει από συμβολικά  φερσίματα…

 

Πού οδηγούν και πού μας παν  οι προσηλώσεις

Ολόκληρες ζωές  σα δάκρυα κρεμάστηκαν από ερωτικά ενθύμια

μιας στιγμής

δεσμοί   εξαρτήσεις   καταπίεση

και το κακό μια νύχτα ξαφνικά χτυπάει τα μαραμένα σώματα

Έτσι τη βρήκαν στο κατώφλι

με τα σταχτιά μαλλιά της  να σφουγγίζει

τα αίματα απ’ τον μπαλτά που γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο

δεν είχε καταλάβει τι έκανε στον άνδρα της

κι άλλα των άλλων έλεγε

 

η κοίτη ανέβηκε άξαφνα

φουσκάλιασε  κι έσκασε η πέτσα του νερού τρύπα σεντόνι

ανοίξανε τα στόματά τους   τα σεντούκια ξέρασαν

κεντήματα   μαλάματα

αφρός κιτρινιασμένος  το μακρύ το νυφικό

τα στέφανα ρούφουλες στην κατεβασιά 

που σέρνει κούνιες  και  παλιά μωρουδιακά

παιδιών που μου αρπάξαν τα σωθικά   και  χάθηκαν

ποια πέθαναν  ποια  ξενιτεύτηκαν  δεν τα ξανά είδα

Μ’ άφαγε η λάτρα της αγάπης

το άδειο να συγυρίζω  κι  ασυγύριστο όλο να ’ναι

 

Το ξέρεις  δεν αγιάζονται οι αισθήσεις

μη κρύβεσαι απ’ αυτό που είμαστε

το που δε φανερώνεται  κι  ούτε σημαίνεται

Άσε τα ποιήματα  και  τους λατρευτικούς  σου στίχους

Πίσω από τις τελετουργίες των λέξεων σφάζονται οι ψυχές

Ζήτα το δάκρυ  να ελεήσει τα ξερά σου μάτια

κλάψε να πλύνεις το κορμί μου  από τις λάσπες  και  τα εγκώμια

 

μάζεψε ξύλα  να καούμε στη φωτιά


ΙΔΕΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΟΠΤΕΥΟΜΑΣΤΑΝ ΤΟ ΠΟΣΟ ΤΙΠΟΤΕ ΗΤΑΝ

(…ο εσωτερικός μας κόσμος  ο τάχα πλούτος της ψυχής…)

Οριστική πια η διάστασή μου με το μέσα μου

Το ’ξερα, κάποτε θα με εγκατέλειπε

Αλλά δεν άντεχα ψευτοπερήφανο  έτσι να το βλέπε τώρα

να τα μαζεύει και  να φεύγει

και να πασχίζει πώς  και  πώς να μη φανεί η μιζέρια του

 

Σκιές  και  απόηχοι

φθαρμένες σκέψεις  πολυκαιρισμένα αισθήματα

βάσανα που είχαν γίνει πια συνήθειες…

 

Όλα θα πεταχτούνε τώρα   στην ανάμνηση

 

Δεν  άντεχα   Και στράφηκα προς τα έξω

Ήταν κι αυτό φευγάτο,  αλλού δοσμένο

τίποτε δεν περίσσευε για μένα

 

Στη ζητιανιά θα βγω

για λίγο μολυσμένο αέρα  λίγο θόρυβο της πόλης

για μια βρισιά  ένα τσαλαπάτημα  μες στο συνωστισμό

μια επαφή με το υπαρκτό

κι ας είναι η πιο εξευτελιστική μου απόρριψη…

 

Μεσάνυχτα σ’ έβγαλε απ’ το κλουβί της  η Κυρά σου

και χύθηκε γυμνή  ξέφρενη  στο Όνειρο

με γύρευε   την γύρευα  σαν πεπρωμένο

ποιον έρωτα   ποιο φόνο προαιώνιο ποθώντας –

φυλλωσιές κι αγκάθια…

Θρόισμα είμαι   φλοίσβος μες  το χαλασμό του κόσμου

επάνω ο ουρανός  σκασμένο ρόδι   κι ολόγυρα

μας παραπλέουν τα πέτρινα καράβια

 

Τι θα γίνουμε εδώ  σε τούτη τη νησίδα

νησίδα σωτηρίας   του χαμού νησίδα

τόπος του δισταγμού  και  της αυτοκαθήλωσης

κι ούτε καν τόπος    σημείο

στίξη  και  στίγμα του Αρχιπελάγους  της  Οδού

σημείο  του μη   του δεν   των που δεν θα διαβούν ποτέ

δια ξηράς  εν μέσω της θαλάσσης

τι κι αν εσχίσθη    το ύδωρ

τι κι αν επάγη   τα κύματα

και ύδωρ  τείχος  εκ δεξιών   τείχος εξ ευωνύμων

 

 

Έξοδος   αδιέξοδος

Η σωτηρία είναι σωτηρία  ψυχών  όχι  σωμάτων

 

Τι θα γίνουμε εδώ αποκλεισμένοι

να μοιραζόμαστε  φταίξιμο  καιμετάνοια

 

Ένα ολόκληρο θάνατο   πώς θα τον περάσουμε;

 

ΘΑΝΑΤΟΣ  ΤΗΣ  ΠΟΙΗΣΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ

(… μόνο αν υπήρχε ένας μεταθανάτιος λόγος  θα μπορούσα

να σου πω   αυτά που τώρα εδώ κάθομαι  και  ψελλίζω…

περίληψη των επομένων     που συνωστίζονται  να  βρουν συνέχεια  και  τέλος στο παρόν…)

Θνητός της Ποίησης ο Λόγος   

αλλά από ανάξιο φόβο την αθανασία ζητάει  

φαντασιώνει τα αισθητά  ως προαισθήματα  

και  τα  μελλούμενα ως τετελεσμένα   

νεκρώνει τα παρόντα  για να τα πενθεί 

κι  αυτή η νεκρότητα είναι  η αθανασία  

Προς τι λοιπόν ν’ απλώσω τη σαγήνη  

και να ανασέρνω απ’ την απέραντη σιωπή 

μορφές  και  εικόνες μιας ζωής από τα πριν χαμένης 

Κι εσύ τι μου ζητάς να  γράφω;   

Σχεδιάσματα αδιέξοδα στη λευκή τρέλα  

δρόμοι χειρόγραφοι  όπου θα χαθείς 

όπως εγώ κι εσύ παντέρμη   

Το περιθώριο   δεν με έσωσε  

γκρεμίστηκε έξω απ’ τις σελίδες…

 

Άγος  και  άγος  

Το δεύτερο αντιθέτου σημασίας προς το πρώτο…  

 

Για τους λεξικογράφους  τέτοιες διακρίσεις  

όχι για  μας  που κύλησε η ζωή μας όλο συμφυρμούς 

που  εδασύνθημεν  και  εψιλώθημεν  αμέτρητες φορές  

που όποιες σημασίες κι αν πήραμε 

καμιά τους δε μας ταίριαζε  

Και δια τούτο ακριβώς  για μας  

και  άγος  και  άγος  και αγίασμα  κι  αγιάζι   

το ίδιο άγχος  και  Άουσβιτς του λόγου  και  της ύπαρξης  

Ποια τώρα απ’ τις ψυχές που παραδέρνουν στον τεφρό ουρανό  

ποια τώρα απ’ τις ψυχές θα συγχωρέσει  το σώμα της

που χάθηκε θέλοντας να την σώσει… 

 

Για χάρη της ψυχής μαζί της βασανίζεται το σώμα  

σε αγώνες  σε μαρτύρια και  οράματα 

αλλά στο έσχατο άλμα την εγκαταλείπει…  

 

Έτσι λοιπόν ο ειπωμένος λόγος  

έτσι ο γραμμένος χρόνος  -  ιστορία…  

 

Είναι ένας λόγος αυτός το λογικό να χάσει το μυαλό του  

το φως να τυφλωθεί  απ’ το φως του  

η φωνή να πνιγεί  μες σ τη φωνή της  

αλλά η ψυχή πώς να χάσει την ψυχή της!..

 

ΚΛΕΙΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΚΡΑΤΑΣ

(…αλλιώς θα ανοίξει.  Όπως ανοίγει σφαλιστή δίφυλλη πόρτα… )

Από τη μέση.   Στο στάχωμά τους θα χωρίσουνε τα φύλλα  και  με  τις έξω άκρες τους στα δάχτυλά σου τρίζοντας   αργά σαν σε ρεζέδες θα περιστραφούν.   Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό  -  γιατί,  ποιο άνοιγμα χωρίς κενό;   Έτσι  κι όραν ανοίγω την ψυχή μου   Για το κενό του ανοίγματος και μόνο   Όλα τ’ άλλα είναι γνωστά.   Σαν «ανοιχτό»  βιβλίο.   Έτσι όπως έγειρε στην τελική του πτώση   αρπάχθηκε από την οθόνη που έπεσε κι αυτή  μαζί από πάνω του μανδύας διάτρητο σκοτάδι.   Τρέξαμε τον σηκώσαμε  και  στα κρυφά περάσανε στην έξοδο κινδύνου   έμπαζε από παντού αναφιλητό   η νύχτα της Αθήνας ξέβραζε ναυάγια τραγουδιών  και  σάπια φώτα   κι  η σκάλα φρέαρ στο πουθενά.   Ίλιγγοι  και  στροφές  η κάθοδος.   Χυμούσε   από ψηλά να μας τον πάρει ο ουρανός  και  πάνω μας  λυσσομανούσαν υποχθόνια πνεύματα   κάθε σκαλί μας σκαμπανέβαζε σαν κύμα   -  κι η σκάλα  ανέβαινε;   κατέβαινε;   μα εμείς γερά κρατούσαμε  παλιοί της συντεχνίας   μανουβραδόροι σε λιμάνια  και  σταθμούς    σε αναχωρήσεις  και  σε αφίξεις   για τα μεγάλα βάσανα  και τα βαριά τα πένθη   βαστάζοι των αβάσταχτων  κι ασήκωτων του κόσμου.   Αγέρωχος αγαλματένιος  μες στην πίκρα του    άσπρα κοράλλια  οι ξεραμένοι αφροί στα χείλη του   η θάλασσα απ’ τα μάτια του φευγάτη   ολόσωμος μέσα στη νύχτα  φωσφορίζων   σήματα κρυπτογραφικά  απόκοσμα μηνύματα…  [αποσπάσματα από το ΜΕΞΘΥΣΙ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ  στη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996 – συγκεντρωτικός τόμος ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ Ποιήματα 1949 - 2006]

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2026

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΧΥΔΑΙΟ ΠΛΗΘΟΣ ΤΩΝ ΤΥΨΕΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΤΑΙΓΕ…

  (…που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε στην άκρη της γιορτής ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει…) Και δε μιλώ γι’ αυτό που     η παιδική απελπισία επι...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ