Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΤΕΡΜΑ ΟΙ ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

 (… θα κοιμηθώ  ή  θα πεθάνω  χωρίς όνειρα…)


Να τρίψω τα μάτια μου με γυαλόχαρτο,

να πάρουν φωτιά,  για να ησυχάσω

με την περιβόητη επικοινωνία μας  και  να  μείνω μόνος!..

Μόνος, παιδί μου, στον κόσμο, χωρίς περιττά χρώματα.  

Μόνος με την αναπνοή μου. 

Και να περνάν οι μέρες γκαμήλες μαύρες 

και ν’ ακούω μόνο τις φλέβες μου  

γαλάζια  νήματα στο λαιμό!.. 

Οι ιδεολογίες στο ψυγείο 

μαζί με τα τυριά  και  τη ρωσική σαλάτα,  

μαζί με τα ποιήματα  και  την ενεργειακή πολιτική 

και  τις βλακείες για τη μόλυνση της ατμόσφαιρας!.. 

Ε, όχι άλλο.     Τέρμα τα αστεία.  

Τέρμα οι φωτοτυπίες των συναισθημάτων.  

Τέρμα  και  το θέμα πατρίδα. 

Για τελευταία φορά. Θα μείνω μόνος, 

πηγαίνοντας τα δελφίνια  μου στη βοσκή  

κάτω από την Ακρόπολη 

και όπως θα μηρυκάζουν το καμένο χόρτο,

θα κοιμηθώ  ή  θα πεθάνω χωρίς όνειρα!,, 

[ΦΩΤΟΤΥΠΙΑ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού  ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ 1977

Εδώ αντιγραφή και επικόλληση από  την ανθολόγηση ποιημάτων Γιάννη Κοντού που με τίτλο  ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ  1999]

 



ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ 1977

Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999 )

Σκουπίζω τις παλιές φωνές    από το τηλέφωνο

Μετά κουρδίζω τη μουσική

– ακόμα μπερδεύω  το τηλέφωνο με ρολόι –

Βγάζω το δέρμα μου και κάνω ένα ζεστό μπάνιο για να ξεχάσω.

Λύνω πολιτικά σταυρόλεξα.

Πέντε καθέτως.  Πέντε υποδορίως.

Λέξη με εφτά γράμματα.    Α ν α π ν ο ή.

Κάποιος μου κλείνει το στόμα.

Βλέπω όμως τον πεθαμένο   να οδηγεί ιλιγγιωδώς το αυτοκίνητο.

Κορνάρει, ελίσσεται, τρέχει να προλάβει

ανοιχτό το νεκροταφείο ή το εστιατόριο.

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΙΩΠΗ

Με φωνάζουν διάφορες φωνές.

Χρωματιστές, σιδερένιες

-φωνή σου το απόγευμα σε κίτρινη φόδρα –

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

Έρημο φως. Έρημος τόπος.

Το χέρι μου βόσκει στην κοιλιά σου.

 

Η φωτογραφία δείχνει διαδήλωση   ή αιχμαλώτους –

έστω, ανθρώπους   που θα χαθούν – στο τέλος

εκεί που σβήνουν όλα, βλέπω   τη γυναίκα μου να φωνάζει:

«πιο κάτω, πιο κάτω το χέρι σου»

ή το φοβερό: «ωραία μέρα σήμερα¨.

 

Το σταματημένο χέρι.   Το σταματημένο ποίημα.

 

Κάποιος γυρίζει το διακόπτη

και το σκοτάδι τρέχει παχύρευστος γύψος.

Όλα τα άλλα είναι ζήτημα χρόνου.

 

ΤΟΠΙΟΓΡΑΦΙΑ  (στην Κική Δημουλά)

Ψηλά δένδρα. Ψηλός ουρανός.

Γύρω πετάνε φωνήεντα. Λίγο ακόμα

και θα ξεχάσω την άλλη πλευρά μου.

 

Σκοντάφτεις σ’ ένα μισοθαμμένο πρόσωπο.

Το τραβάς απότομα και οι ρίζες του

κρέμονται στον αέρα – πάει ξέχασε το χώμα –

Από παντού βγαίνουν καπνοί – λες και καίγονται

όλα τα μυστικά του κόσμου –

Κυλιόμενες σκάλες φέρνουν ομοιόμορφα τοπία.

Τα περιμένουν ίδια βλέμματα – ίδιες θήκες.

Ένα μικρό κορίτσι τρέχει σ’ όλες   τις ηλικίες του υδράργυρος.

Ανοίγω τη βρύση – τη μνήμη.

Ξεκουμπώνει το δέρμα της απαλά

και φαίνεται η γεωγραφία του απογεύματος.

Το τοπίο τώρα είναι σεληνιακό.

 

Ο καπνός με τυφλώνει και πέφτω.

 

στην πρώτη χαράδρα   στο πρώτο κενό   στον πρώτο άνθρωπο.

 

 

 

ΞΗΡΑ ΤΡΟΦΗ

Ριπές αιώνων μου σκορπάνε τα κόκαλα.

Λες, σήμερα. Ποιο σήμερα;

Λες, πολιτικός κρατούμενος.

Και είσαι ο επίσημος κρατούμενος.

 

Οι παλιές ρυτίδες   κυλάν – κατεβάζουν

τα άχυρα – λόγια   τη βροχή   τα χώματα – χρόνια.

 

Οι παλιές χαράδρες   μετακινούνται – φεύγουν

Τα δάση απογειώνονται   μαζί με τους αντάρτες.

 

Η γη είναι χθεσινή κουβέντα.

 

(Αποκλεισμένος σ’ αυτό το χαρτί χωρίς νερό…)

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ 1977

Ανθολόγηση:  ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ 1999)

 

Ο ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΟΣ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ 1980

Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999 )

Το τοπίο ξεκολλάει από πάνω μου   ματωμένος επίδεσμος.

Έχω ξεθάψει πολλά πρόσωπα.

Τα μόνα που θυμάμαι:

λίγους θορύβους   τα άσπρο να χάνεται στο στόμα σου

τη θάλασσα να γέρνει

τις πολυκατοικίες να κυματίζουν.

 

Όλα γυρίζουν τόσο γρήγορα:

πολιτικές   ποτάμια   πανικός

Όλα πολτός   - και μιλάμε για μόνιμη κατοικία –

 

Πώς πετάνε τα ορυκτά μου λόγια

Πόσο μεγαλώνουν τα νύχια μου

μέσα στο χώμα σκάβοντας.

 

Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΕΙΣΜΟΥ

Παχιά άνοιξη βιομηχανική

με ριπολίνη και πλαστικό   γέμισε το σπίτι μας.

(Είναι εκτός πραγματικότητας

οι περιγραφές με πουλιά, μαλλιά και μάτια)

 

Όλες οι αποστάσεις συγκεντρώθηκαν    σε μια τελεία –

χωρίς τρόπο διαφυγής.

Μεταφράσεις γίνονται στην ίδια γλώσσα

για να συνεννοείται ο πληθυσμός.

Εμφιαλωμένες ερωτικές κραυγές μεταφέρονται

από τα ψυγεία για τις ζεστές νύχτες.

 

Αγκαλιάζω το σώμα μου

και περιμένω να γεννήσεις   τη μεγάλη πέτρα.

 

ΠΟΛΥΩΝΥΜΟ

Να συνεννοούμεθα:  η ξανθιά

που βλέπω κάθε πρωί στο υποδηματοποιείο

 

ΜΑΥΡΑ ΣΤΟΥΠΙΑ  - ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΕΤΑΜΕΝΑ

Μ’ ένα νόμισμα στο στόμα προσπαθώ να περάσω

Στον καρπό του χεριού το ρολόι – ωρολογιακός μηχανισμός - 

έτοιμος να με ακρωτηριάσει…

Τρέχει το νερό μ’ έναν ήχο κλαρίνου βραχνιασμένου.

Πέφτουν τα φιλιά σου στο χώμα –

αυτό το μωβ που βγαίνει από τη γλώσσα, όταν ο άνθρωπος προσεύχεται –

Υπάρχει το στήθος, το ελικοειδές τόξο της αφής

και ο εγκέφαλος κάρβουνο όταν σε σκέφτομαι!..

Υπάρχει αυτό το ποίημα που δεν σε θέλει

και αντιδρά με χίλιους τρόπους και πυρετό.

Υπάρχει η νύχτα με τα πορτοκάλια   και το ύφασμα του λόγου!..

Υπάρχει πάντα το θέμα πατρίδα!..

 

Έτσι έγινε με τις βροχές, χωρίς δένδρα!..

Κατά τα άλλα τα ίδια και τα σπίτια   κολλημένα στη θέση τους.

Μόνο μια διαδήλωση περνούσε   πάνω από τη βροχή με σιδερένιες φωνές!..

 

ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ

Το σώμα σου κάπου κάνει μια τεθλασμένη

γραμμή και ξαναφεύγει από την τροχιά του.

Χάνεται στα σεντόνια, βουλιάζει στο κρεβάτι.

Τα δευτερόλεπτα – τσιγάρα τελειώνουν

στο άψε – σβήσε. Σκέφτομαι αυτούς που δουλεύουν

σε υπόγειες στοές χωρις οξυγόνο, χωρίς μουσική

και μετακινούν τη νύχτα.

 

Με περιμένουν μεγάλοι έρωτες πλατύφυλλοι

με περιμένουν μεγάλες σιωπές!..

 

Πίνω καφέ κάτω από τον ίσκιο του ταβανιού

και πλάι τα ρούχα σου με δαγκώνουν.

Κτυπάνε τηλέφωνα, τρέχουν βρύσες, βαράνε κουδούνια

δεν είμαι πουθενά. Βάζω αυτί στο πάτωμα

και ακούω που έρχεσαι με πόδια διψασμένα.

 

Κρέμομαι από μια βομβαρδισμένη γέφυρα

και έχω ξεχάσει πώς πετούν!..

 

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Κάθε πρωί με πονάνε οι ώμοι.

Είναι που κωπηλατώ στον ύπνο μου

για να σε φτάσω!..

Η ιστορία είναι πάντα ίδια.

Αδειάζει η λίμνη   πηγαίνω στον πάτο, στη λάσπη.

Βγαίνουν αλλεπάλληλα εκμαγεία

της λύπης μου. Με σημαδεύουν

ελεύθεροι σκοπευτές στο κεφάλι.

Περνάνε χρόνια. Επιτέλους σε πιάνω.

Γυρίζεις το πρόσωπο, δεν έχεις μάτια.

Κανονικά έπρεπε να με καταλάβει μέγας φόβος

αλλά γελάω, γιατί βλέπω ένα ζαρκάδι

στην άσφαλτο να μηρυκάζει την ομορφιά του.

 

-Στα όνειρά σου, υπάρχουν ακόμα   υπολείμματα τροφών -

 

Η ΛΥΠΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Σ’ ακούω μ’ όλους τους πόρους μου

να τρέχεις σε ξένες πόλεις, με ρούχα

χάρτινα κάνοντας ένα θόρυβο

που προμηνύει μεγάλη θάλασσα.

 

Επιστρέφω στο κλειστό κύκλωμα

της ζωής μου.  Στο κανάλι σιωπή!..

 

Ταριχευμένες κινήσεις:

μια καρέκλα μετακινείται χωρίς λόγο,

ένα κρεβάτι κυλάει στο δρόμο.

Στον τοίχο προβάλλεται η ίδια

μαγική εικόνα – δεν μπορώ

να ξεχωρίσω τον κυνηγό –

 

Κοιμάσαι με στόμα γεμάτο

μυστικά και βροχές!..

 

Η ΠΟΜΠΗΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Κοιτάζω τα πόδια μου

που περπάτησαν πολύ στο δωμάτιο.

Ανέβηκαν στις χαράδρες των τοίχων

γλιστρήσανε στα χιόνια το παρκέ

τσακίστηκαν στα βράχια του νεροχύτη…

 

ΚΑΘΕΣΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΚΡΕΒΑΤΙΟΥ

(…σπασμένο φως  και  χλόη  και πετάγονται

στάχτες της ομιλίας σου  και  σε σκεπάζουν…)

Περιγράφεις  με τα χέρια, γέφυρες και δάση.   Ανεβαίνω και ξεχνιέσαι στα μισά.   Γυρίζεις στο σώμα – γενικά  στο σώμα – δεν θέλω να βλέπω, να ακούω τα σημάδια που   κάνει ο γύψος στο λαιμό σου.   Οι κοιλιές μας φωτισμένες  από έντερα «νέον», το σεντόνι   έτοιμο για την αποκαθήλωση,  τα μαλλιά ήδη στον γκρεμό.   Πεφιλημένη νύχτα η σπηλιά  της μασχάλης.   Η φλέβα τινάζει  εικόνες και φωνές. Τα μάτια ανοιχτά   κοιτάνε πέρα από το χρόνο   το σκελετό – το σκάφανδρο   (Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΣΜΟΥ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού  ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ 1980 – Ανθολόγηση ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ 1999)

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2026

ΕΠΙ ΣΚΟΠΟΝ: ΠΥΡ

 (… τα μάτια σου αιωρούνται εντός μου…)


Συνηθισμένο τοπίο.

Λίγη θάλασσα, μια μικρή κίτρινη πόλη να την ακουμπά

κι ένα γονατισμένο βουνό

να κρατά με δυσκολία τον ουρανό  μην πέσει πάνω μας!..

Ήλιοι μας ακινητοποιούν

πάνω στα συρματοπλέγματα.

Τα σπίτια βυθίζονται  αργά – αργά

μέσα στη θάλασσα… 

 

Βρέχει…

Δένδρα, στρατιώτες,  λάσπες,  εμβατήρια

στήνουν ένα μνημείο για τη Σελήνη που ξεχάστηκε 

μπρος σε δυο κλειστά μάτια.

-Μια αρβύλα συνθλίβει τη σύνθεση –

Πόσο αλλοιώθηκαν τα χαρακτηριστικά μας.

Οι ίσκιοι μας καρφωμένοι

μ’ ένα μοβ λουλούδι

στον τοίχο του Φλεβάρη.

Πόσο αλλάξαμε!..

Βρέχει…

 

Ανυπόταχτος θα σε περιμένω σ’ αυτή την πόλη.

Θα σου βγάλω το φόρεμα,  και  πίσω από 

τους ώμους σου θα βλέπω έναν κήπο από καμπάνες

να ευωδιάζουν ανάσταση!..

Οι δρόμοι γεμάτοι πέτρες  και  οδοφράγματα

από νεανικά όνειρα.

Μας λιθοβολούν.  Μας λιθοβολούν χωρίς ντροπή.

Μάτι – μάτι έφτασε το μαντάτο ως εδώ.

«Στην Εγνατία στήσανε τους φίλους

στον τοίχο με τα χέρια ψηλά»!.. 

Τα φώτα χαμηλά.   Για να μη φαίνεται   η καρδιά.

Να μην ακούγεται το τραγούδι.

Τελευταία επιθυμία του Κώστα:

«Σαν πεθάνω, άσε το μπαλκόνι ανοιχτό» 

Και το άταφο κορμί του Λόρκα

πνίγηκε μες στους πανσέδες  και  στο  βασιλικό. 

 

Στο δωμάτιο μου σήκωσα τα χέρια

και, ακουμπισμένος στην πόρτα, περίμενα!..

[ΠΕΔΙΟ ΑΣΚΗΣΕΩΝ,  ΒΡΕΧΕΙ και ΑΝΥΠΟΤΑΧΤΟΣ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ,

από τη συλλογή Γιάννη Κοντού  ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ 1970  

Εδώ αντιγραφή  και  επικόλληση από την ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ

που με τίτλο ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ κυκλοφόρησε

από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ το Νοέμβρη του 1999]

 

 


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ 1970

Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999 )

Τα ρεμπέτικα πέφτουν στ’ αυτιά μου

κι από τα μάτια

η νοσταλγία τρέχει για τη Σμύρνη.

Πώς περνάς, φτωχέ Ρογκότη, μ’ ένα ζευγάρι

παλιά παπούτσια στο χέρι.

Ξυπόλυτος∙  περπατώντας ώρα δώδεκα και είκοσι

στου Γιουσουρούμ.

Οι καμπάνες χτυπάνε, χτυπάνε – στο παλιό γραμμόφωνο –

και η Ακρόπολη μας πιέζει τους ώμους.

 

ΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟΝ ΑΝΗΚΕΙ   ΕΙΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝ

 

-Εμείς δεν ανήκουμε  πουθενά,   της είπα

Κι αυτή ζήτησε να έχει ένα ακροκέραμο!..

Στην οδό Πολυγνώτου γονατίσαμε,

με τον ήλιο να μας καίει το σβέρκο.

 

Ο ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΣΟΥ ΩΜΟΣ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΤΟ ΧΡΟΝΟΜΕΤΡΟ 1972

Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999 )

Πίσω από τον αριστερό σου ώμο

είναι ένα φαράγγι γεμάτο πέτρες

και χαμόγελα από μετάξι

σκαλωμένα σ’ αγριοπούρναρα.

-Στον ώμο π’ ακουμπάει

το κομμένο μου κεφάλι –

Μικραίνεις.  Μικραίνεις  τόσο

που γίνεσαι ένα λεκές στο πάτωμα.

Αρχίζουν οι μοναχικοί περίπατοι 

στο δωμάτιο.

Πιάνω το κεφάλι μου  και  το πετάω

σ’  ένα  οποιονδήποτε δημόσιο χώρο,

σαν χειροβομβίδα.

 

Μετά, τίποτα!..

ΙΙΙ

Της χάιδεψα το χώρισμα   του στήθους

-φούντωσε   βασιλικός  και  μύρισε ο αέρας –

 

Σιδερένιες τανάλιες  οι πρωτεύουσες

μου χαμογελούν χωρίς δόντια.

 

Μη βάφεις τα νύχια σου.

Φοβάμαι!..

 

ΤΟ ΧΡΟΝΟΜΕΤΡΟ

Όπως γυρίζει η νύχτα μέσα μου

φέρνει πνιγμένους στην επιφάνεια.

-Το στήθος κλείνει για να κρατήσει

ό,τι προλάβει –

 

Έρχεται η μέρα

Αλλά τι μέρα – τυλιγμένη  σαν μπαμπάκι

γύρω στα δένδρα,   σε μια γη

κρεμασμένη από κλωστή που είναι

έτοιμη  να σπάσει

 

ΤΟ ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟ  ήτα

Σπάσαν τα ελατήρια μου

και σέρνομαι  πάνω στον τεντωμένο 

χρόνο.

Ή

αν προτιμάτε:

Φωτεινή επιγραφή είμαι,  που της

κόψανε το ρεύμα  ενώ σε διαφήμιζε

σαν το καλύτερο προϊον κατά της

κακοσμίας των ονείρων!..

 

Σπάσαν τα ελατήρια μου

όχι στην ανάκριση,   αλλά από καθημερινά

ρήματα  ξεκοιλιασμενα  που εξατμίζονται

μια σπιθαμή από τα δόντια…

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΤΟ ΧΡΟΝΟΜΕΤΡΟ 1972

Ανθολόγηση ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ 1999]

 

Η ΣΚΑΛΑ  

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΤΑ ΑΠΡΟΟΠΤΑ 1975

Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999 )

Όπως κατεβαίνεις σκάλα βαθιά

που τρίζει  και  το σκοτάδι

είναι υγρό και  κολλάει πάνω σου.

 

Άξαφνα   παραπατάς.

Γκρεμίζεσαι.

Γύρω πορτοκάλια, ρολόγια  κι  άλλα

είδη καθημερινής χρήσεως.

 

Ανάβουν φώτα  και  φωνές

από διάφορες μνήμες.

 

Μακριά ακούγεται σειρήνα.

 

Βέβαια δεν έρχεται κανείς!..

 

ΟΝΕΙΡΟ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

-Πόσα μεσημέρια κοιμήθηκα μόνος   με το δέρμα μου –

 

Ξεκοιλιασμένες πέτρες  κι  από κει

να περνούν λωρίδες κήπων.

Στο βάθος μια κοπέλα   μόλις διακρίνεται,

μ’ ένα πνευστό όργανο παίζει το σιωπητήριο.

Ένας νεκρός πέφτει από τον ουρανό,

ελαφρύς σαν πούπουλο.

Σκαλώνει στη στέγη.

 

«Τώρα τους θάβουνε βαθιά  και  βρέχει»

 

Βρέχει.

Σκούριασε το φως.

Σταμάτησε.

Μόλις που προλαβαίνει η κοπέλα

να καταπιεί το όργανο.

 

Σβήσανε όλα.

 

Μια καμπάνα βαράει δαιμονισμένα.

 

(Μεσημέρι γεμάτο μελάνι  και  πέτρες)

 

Η ΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Μισοφωτισμένοι διάδρομοι.

Χτισμένες πόρτες.

Κυνηγάς έναν άνθρωπο για να μιλήσεις.

Τσαλαβουτάς στα νερά.

Ανάβουν εκατομμύρια  φώτα

πάνω απ’ το κεφάλι σου.

Σβήνουν.

Μετά σημαδεύουν τον πλαϊνό σου

και πέφτουν πάνω του σαν κοράκια.

………………………………

Βέβαια ωραία είναι η φιλοσοφία

και τα καλοβαλμένα πάρκα,  ακόμη και οι αρχαιότητες

-δεν λέω – αλλά εδώ η ζωή βρίσκεται στα τελευταία της.

Όπως χάνεται μια λίμνη όσο προχωρούν τα αποξηραντικά έργα.

 

Και άρχισε να μας σκεπάζει ένα βουβό

λευκό χρώμα,  σκληρό σαν πέτρα!..

 

ΧΩΡΙΣ ΧΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ

Άρχισε να μυρίζει το σκοτωμένο απόγευμα.

Μύρισε  και  το καλοκαιράκι.

 

Διαμπερές τραύμα ο ήλιος

και ούτε συζήτηση για την αγάπη μου.

Έχω ένα κενό στη μνήμη μου.

Ένα χωράφι, ας πούμε, κι εκεί βρίσκονται

τα πιο περίεργα πράγματα.

Άδειες κονσέρβες, μέχρι όνειρα.

 

Κατά τα άλλα, ζω  κανονικά.

 

Μόνο που, μερικές φορές, ο φόβος

αυτό το κατοικίδιο ζώο,

μπερδεύεται στα πόδια μου τρίζοντας

 

Η ΣΙΩΠΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Η άλλη μέρα είναι  ένας άλλος θάνατος   κομμένος  και  ραμμένος στα μέτρα σου.   Ένας θάνατος ηλεκτρικός  χωρίς πριν και μετά.   Όπως εκεί που τελειώνει   ο  ώμος  και δυο δάχτυλα κενό   σε χωρίζει από τις φωνές.   Με το φασματοσκόπιο βάζω  κάποια τάξη στην ομορφιά σου   που διαθλάται  και  ρίχνει    τοίχους και ταβάνια.   Παγώνω με το λευκό παντού,   το φως να με σημαδεύει   και τη σιωπή να τρίβεται στον ουρανίσκο μου   βογκώντας…  [από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΤΟ ΧΡΟΝΟΜΕΤΡΟ 1972   Ανθολόγηση ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ 1999]

Κυριακή, 26 Απριλίου 2026Απριλίου 2026

ΤΕΡΜΑ ΟΙ ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

  (… θα κοιμηθώ  ή  θα πεθάνω  χωρίς όνειρα…) Να τρίψω τα μάτια μου με γυαλόχαρτο, να πάρουν φωτιά,   για να ησυχάσω με την περιβόητη ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ