(…φρενιασμένος για τα ενδόμυχα κι ωστόσο δεν επωμίζομαι ούτε λέξη…)
…η ψυχή σας άλλωστε δεν δείχνει φτερούγισμα
γύμνια θεοτική θα ρητορέψω
καταναλίσκοντας ερμηνείες κι αντίδια της πατρίδας μου
χορταρικό της άρρωστης μάνας μου με μπόλικο λάδι
με τυρί και νερό παγωμένο στους μονότονους ήλιους.
Πολιορκήθηκα από φτηνή διασημότητα ίσως / ή όχι; /
αισθάνομαι έτσι κι αυτό μου φτάνει
στερήσεις λαμπερές μου η στράτευση στο Απόλυτο
δεν είμαι κανένας ενσυνείδητος
διαστέλλω την Άνοιξη προς τη θλίψη με τη θέλησή της
αχ πόσο λυπήθηκα αύριο που δεν έγινα συνθέτης και εγώ
να ’γραφα άναυδες κυκλοθυμικές σελίδες
τόσο τη μίσησα τη μηχανή τα χημικά μαστιγώματα
η πλάτη μου τα ’χει καλά με την κακοκαιρία.
Μιλώντας ελληνικά προς όλες τις κατευθύνσεις
ανακαλύπτομαι ολοένα μέσα απ’ τα φωτοστέφανα όντας
ο πιο μεγάλος απερίσκεπτος μιας δικής μου Παταγονίας
κρύο τεράστιο να σου πέφτει η μύτη
δεν υπάρχω όμως ωσάν τροχός που υποφέρει τους κύκλους –
εξοργίστηκα τώρα
[ΚΥΒΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καροούζου
Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980
Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από αυτή τη ΣΥΛΛΟΓΗ,
εδώ από το συγκεντρωτικό
Β τόμο:
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία]
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΤΗΣΕΩΣ (από την ίδια συλλογή)
Ήμουνα τόσα χρόνια στο
αεροπλάνο νοσοκόμος
πυραχτωμένος επάνω σε
εκατοστά βηματίζοντας
αιώνες εκθαμβωτικός εγώ ο
ασπροκίτρινος
ο άπληστος από άνθηση
ισορροπιστής ανάμεσα
σε τροχιές γερακιών και
κοράκων
εξέχοντας ως θηλή θανάτου
κατά το άναυδο
φανοστάτης η γλώσσα πόσο
φως που μηρύκαζε
νωτιαίος θεός συγκρατούσε
τα γέλια του
με των άστρων το ρεζιλίκι
πλάνητες βαρυδαίμονες
κολλούσαμε τη μύτη μας
στα χνωτισμένα τζάμια του φλεγόμενου παράδεισου
δε βλέπαμε παρά μονάχα του
Ολύμπου τον ανάπηρο
να παίζει κλαίγοντας με το
φυσερό του
σε τσουχτερό κι αδάκρυτο
καταχείμωνο ο παλιόγυφτος
τον είδες; - πάει το σάλιο
ο γελοιοδέστατος
να πάψει να στομώσει τη
φωτιά που άναψε μόλις.
ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΜΑ
(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου
Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Κανένας απολύτως απέναντι
στην κορασίδα με τα σπιθούρια
όπου το κρέας της
αγροίκησε μουσική…
Μας λείπουν τα λιπόθυμα
τρόφιμα η πνευστή ταπείνωση
κι όμως πίνοντας ούζο
διατείνομαι φόνο της σχετικότητας
βροχθίζω συναισθήματα
υελώδη γιομάτος ανασφάλεια υπέρτερος
ασπαίρει παρονομαστής όπου
χάρηκε
την αριθμητική μου
καρέκλα.
Τραυλός κι αμέριμνος
εγκαινιάζω τύμβους αναστήματος
ερχόμενος από βροχές με
ωμά πανωφόρια
τρεχάτους παραλογισμούς
ανίκανες οθόνες βαγγελίστρες
διέξοδος ω προάνθρωποι δεν
υπάρχει απ’ αλάβαστρο
τυλιχτείτε απλά και μόνο
με το στομάχι σας ευανάγνωστο στα δάση
επανάσταση τώρα πια
σημαίνει να απουσιάζουμε απ’ όλα
διαβάζοντας διαπύηση κι
αντικρίζοντας το φως
όπως εκείνοι οι κακομοίρηδες
Λουκάς και Κλεώπας.
Τρομαχτική μας ερημότητα ο
συμφυρμός και η σύγκραση
καθώς η βλοσυρή απόστροφος
τυγχάνει θάνατος
εκείθε με τα όρνια η
άρνηση πλασμένη από όμορφο αλεύρι
ΛΕΚΤΙΚΟ ΟΙΔΗΜΑ
Φύρερ Πογλάβνικ απαράμιλλε
στην ιταμότητα Ντούτσε
Κοντουκατόρ Καουντίλιο
θεριά από τσιγαρόχαρτο που
φάγατε
μηδέν ασυνήθιστο
με βουλιμία μεγάλης
αμαξοστοιχίας
αν και αγνοούσατε
συλλήβδην την ταχύτητα
σκυλόδοντα της Ιστορίας
τενεκέδες από
μιλιταριστικά / ας πω κι εγώ την ψευτολέξη / απωθημένα
ο θάνατος ωστόσο σας
απαλαίνει
με παράσημα – λειχήνες
απάνω στο στήθος σας από Στραβίνσκυ
διωγμένος από έμορφους
στίχους και παρηχήσεις
με λάθη παχύδερμα
καρφωμένα στην παρεγκεφαλίδα σας
κι ωστόσο μοιραζόμαστε την
ανυπαρξία
με άλαλον Ιησού με Βούδα
με Σωκράτη
με όλους τους ακράτητους
πεθαμένους
ψηλαφώντας ανήξερα μάρμαρα
στα γιγαντόσωμα.
Η μουσική σας υπήρξε
υδροπλάνο
νεκρώσιμη ακρίδα οπού
ασθμαίνει ακόμη
στα μετεωρολογικά δελτία.
Σοπράνο η φιλοδοξία στο
σημαιοστόλιστο σεργιάνι.
Σήμερα είναι ήδη χτες του
πληχτικού σας μέλλοντος
ναυτίλος η ενόραση και οι
τένοντες
τα ανατομικά πεντάγραμμα
του αριθμητικού μου απείρου
ΘΝΗΣΟΥΣΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ
Έξαρση κι άκαρπη
μεταρσίωση σε πρίγκιπα
φέγγει χιτώνας από μακρινή
και συσκοτισμένη πίκρα
παμπάλαιος της ιχνογραφίας
ο κρίνος με την άσπιλη στύση
καθρέφτης η κοκκινίλα σου
θάλπει το χιόνι πάλι στα γλαυκά του
τη βέβηλη θερμή ρομφαία
σου νεανικά την καταχνιάζει
βαρέθηκα πια τις πνευστές
μου καταστάσεις έχουν ερήμωση
κι αν κάτι τώρα δα
αναπόλησα τους νόμους προσπερνώντας
του πλούτου είναι ο
θλιβερός επίλογος της φτώχειας η αφετηρία
μηδενικά ποιήματα σε
συλλαβές τα άμοιρα εγκλωβισμένα
τι θέλουν ετούτες οι
άχαρες πινελιές τον άκαρδο καιρό δε μεταδίδουν
εκκρίσεις πάνε στη φθορά
κι έρχονται στην υγεία ως φτεροκοπήματα
υποθέτω πως είμαι ο
πιστότερος των ανωτέρων μαθηματικών είλωτας
(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ
ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
ΤΟ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΜΑ
(από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ
ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Σκοντάφτοντας ενυπάρχουμε
στην άπεφθη κίνηση
και κάπου εκεί για λίγο
ευαγγέλιο
θαμποχαράζει ο καταγάλανος
Τειρεσίας
γυναικωτός αόμματος
ιερομάντης μαστοφόρος
με νότες από ηχολαλία στα
μάγουλά του
τυρβάζει σ’ ένα
χιλιόγραμμο ανάγλυφα συγκροτημένο
σέρνει τα δάχτυλά του στο
χαρτί και ψέλνει
κανένας μουσικός δεν του
συμπαραστάθηκε στα μάτια του
τον Οιδίποδα τον αγκάλιασε
μια μέρα καιόμενος
εκείνος τα ’χασε τυφλός
επίσης κι απροσπέλαστος
τυρβάζει πάντα τυχερός ο
Τειρεσίας
εκτιμημένος απ’ τους
έντρομους θιάσους ωσάν έρημος ρόλος
απώλεια όντας με σάρκα
γιομάτη φλογίτσες ακατόρθωτες
το μίασμα του έρωτα της
μάνας
απολαμβάνοντας τόσους
αιώνες πιο πριν απ’ τους ψυχιάτρους
τα σπιτικά της ανάσκελης
Θήβας τρομοκρατώντας
δολιχοδρόμος που έπαιζε
κρυφτούλι με τον Απόλλωνα
πότε - πότε έπαιζε και
κουτσό και ντρίλια.
Δεν είχε στην ψυχή του
πλάνημα σαλέματα στα φρένα
πλάνης με ράκη από φως
υμνούσε το περήφανο σκοτάδι
βροτός που δεν τον χάρηκαν
τον κοκκαλιάρη τα σκουλήκια
μ’ ένα παλιόραβδο στα
χέρια του φαγκότο
σαρίδια δεν τα
συλλογίστηκε (του Δαμοκλή την αιτιοκρατία)
ο ίδιος είχε μελανιάσει
από έλλειψη διαιρέτη
τσακώθηκε πολλές φορές με
την ευκλείδεια γεωμετρία
-το πιστεύετε;-
ω τλάμον ω τλάμον
ιώ των θνητών γενεές
όπου εγώ με τηλεοπτικό nihil
εσάς εξισώνω.
ΦΩΝΑΣΚΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ
Αυτός ο αγέρωχος
Αύγουστος…
Φρικώδης του μεγάλου
θέρους αναφώνηση
ο τέττιγας που γίνεται
ελέφαντας κοινοτοπίας
προβοσκίδα η υπνώττουσα
σκιά μεσ’ στο χορτάρι
τις νύχτες τρέχουν οι κομήτες
που δεν είδαμε
διάττοντες πότε-πότε
χαλαλίζουν το φως από πλήξη
κανένα σχίσμα δεν υπήρξε
τρομερότερο –
είναι ο άνθρωπος και η
φύση.
Ας αυτοσχεδιάσουμε ας
πίνουμε καφέδες κάνοντας: Α!..
ΤΥΜΒΟΣ
Εκείθε πέρα στην
άξεστη γενέτειρα
στ’ ανοιξιάτικα ξέφωτα
της ηρεμίας
δεν την αντέχεις
εύκολα την άνθηση
της Ήρας οπού δεν
κρατιέται τη νυμφομανία –
πας να πεθάνεις από
το άρωμα των πορτοκαλιώνε.
Εκείθε πέρα
θυμόμουνα μια μέρα περιδιαβάζοντας
ωσάν άρρωστος απ’
αρίφνητην ύπαρξη
τα φιλιά της
αβύσσου μη χορταίνοντας: τις πνοές με τα μύρα,
θυμόμουνα την παλιά
συγχωριανή μου την Τελέσιλλα
όπου σκάμπαζε η
θεότρελη να συναλλάζει
τη λαμπράδα του
στίχου με μιαν άτρομη σπάθα
τέτοια βαθιά κι
ακόρεστη γυναίκα μες στο ένδοξο Άργος
τηνέ θυμόμουνα θρυμματίζοντας
το ρόδι της ομιλίας
κι έλεγα μέσα μου
πόσος έρωτας άραγε ναν της έλειψε
μη γνωρίζοντας τους
πλημμυριστούς
μ’ ένα αήττητο
πράσινο πορτοκαλιώνες…
Κι ωστόσο τίποτα
κανείς δεν χάνει (το πιο σπουδαίο).
Τ’ ανθρώπινα είν’
ανέκαθεν πλήρη.
Στην Ελευσίνα
σήμερα οργιάζουν από λάμψεις
τα βιομηχανικά
μυστήρια.
Βακχεύει η πολιτική
και λάμπει η σελήνη.
Πεθαίνουμε
γεννιόμαστε μπαινοβγαίνουμε στο Κοσμικό Κλάμα.
Γι’ αυτό κι εγώ μ’
ένα τσεκούρι τα ’χω ρημάξει τα νοήματα
κρεουργημένα κι
άταφα τ’ αφήνω μες στα έρημα δάση.
Σταφύλι λέω ναν την
κάνω την πραγματικότητα –
έμπα σ’ αυτό το
ιερό δευτερόλεπτο, ρίξε κλαριά
κι άλλα κλαριά στην
ανεξέλικτη φωτιά
ρίξε μ’ αυτά στη
φλόγα της
και τον πελώριο
βλάκα τον Προμηθέα.
Η οπλή του
Κένταυρου τα μεσάνυχτα
σπιθίζει στο φυτρωμένο
στερέωμα.
Είναι ώρα να
διώξεις όληνε τη σκέψη απ’ το κορμί σου·
είναι ώρα τα
κατάμαυρα κι ανύπαρχτα φτερά σου να βλαστήσεις.
Το φως είναι μόνο
εικόνισμα
η τραχηλιά της
νύχτας :το φεγγάρι
Πάρε χαμό στα χέρια
σου και πλάσε
τη ζωή που σε
θάνατο δεν πλαγιάζει
Της σιγής το
μονοπάτι μοιάζει να ’ναι ο φαλλός του Βούδα.
Στον κόσμο που
βαθιά υπάρχουμε διάδημα η φρίκη.
Η ΚΟΥΦΙΑ ΠΥΡΚΑΓΙΑ
Τι ημέρες κι εκείνες της
αγάπης…
Κάθε σου τηλεφώνημα
γλυκόλαλο
τι ομορφιά μεγάλη ο χρόνος
περιμένοντας
να κουδουνίσει ξαφνικά η
συσκευή
να πλημμυρίσει η μαυρίλα
της απ’ τη φωνή σου
στα ευρύχωρα δευτερόλεπτα
στο δικό σου βραδάκι.
Μα είναι ο χαλασμός
ανείπωτος ήρθε το τέλος
γυρίζουμε στην κλειστή
μοναξιά του ο καθένας
τα φουστάνια σου θ’
αγγίξουν το πολύ μέχρι αύριο
άλληνε σάρκα.
(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ
ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
ΤΡΙΣΑΓΙΟ ΣΤΟ ΘΩΡΑΚΑ ΜΟΥ
(από τη συλλογή του Νίκου
Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Τεκμηριώνουμε χαλάσματα η
μετάληψη στοιχίζει
πεθαίνω κάθε μέρα από ζωή
κι όχι από θνητότητα
η πλάση με κατακορόιδεψε
στιγμα χυτής παλινωδίας
κι εγώ οικτίρω ο
δαρβίνειος τα ωδικά σκουλήκια
/ τραγούδι τους τα σπλάχνα
μου θρήνος εσώτερα
στην ωμοπλάτη /
Κακόφωνος ο άνεμος απ’ τα
πιο πέρα κορφοβούνια που καίνε
η ώρα του άρτου τιμημένη
ανάλωση σε γλώσσα υλική
φεύγουμε κάποτε προς την
Άνω Ασία για ξεκοκάλισμα αλήθειας
δεν καταγόμαστε από καμιάν
εξομοίωση δεν επιπλώνουμε
οι φιλόσοφοί σας το φώναξα
είναι αγριόσκυλα – απάνω τους,
τα οστά τους εγώ θα τα
κάνω καυσόξυλα για το χειμώνα
θα πέσει τεράστιο γέλιο
που ν’ ακούσει κι η Ανταρκτίδα.
Πιάσε το ξυράφι και κόψε
το λαιμό στα γρήγορα του Έγελου
δεν υποφέρεται μα το
Χριστό η λογική του φαντασίωση
δεν ξέρει από δυστυχία ο
έρημος είναι τρομερά κακομούτσουνος
παίζει αρνούμενος το
παιχνίδι κι όταν το παιχνίδι ανυψώνεται
βαθιά μες τη συνείδηση,
δεν παίζει τότε
Τι γλυκιά Φυσική που μας
έρχεται από την άχρονη ωριμότητα
ολόιδια με κόλαση
χρωματιστών διαστάσεων…
Ένα παλτό γυρεύω που να μη
λέγεται όμως επενδύτης.
BASSO CONTINUO
Το γιασεμί ωραίζει τα
οπτικά μυρωδικά μας
αποστρέφεται στ’ αλήθεια
το δημοτικό τραγούδι
μαρτυρεί αφόρητα την
αυτοκτονία του Άγιου Δημητράκη
που έπεσε απ’ το αδιάβροχο
ύψος μ’ ένα βιβλίο μυστήριο
στον ορφανό του κήπο
κυριακάτικα
είναι ερωτευμένη η ρίζα
του άνθους με τα απογεύματα
η ανάπνια του ντάρμα
συσσωρεύεται στον τενόρο της αεράκη
κάπως έτσι τρελάθηκα και
εγώ διαστέλλοντας εφύπνια
γαντζωμένος απ’ την
απρόσιτη μετοχή θεασάμενοι
δεν είναι όμως δυνατό να
συνθλιβόμαστε εμείς οι ανελέητοι
ανάμεσα σε απόλυτη και
σχετική υπερξαία
οσφράδιον που δεν
αποτείνεται στη βαθμολογία η σολωμική ποίηση
μα οι φονιάδες έραναν τις
εβδομάδες άφρονες όσο δε γίνεται άλλο
θυμόμαστε το Τρεις
Χιλιάδες εξαποστειλάρια ή και ιδιώνυμα
καταστρέφουμε τα
πολυμήχανα γεγονότα σημαιοστόλιστα.
ΓΗΡΑΣΚΩ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ
ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΚΛΙΜΑΚΑ
(…με λύσσα ξεσκίζοντας τα σκουτιά
της χαρμολύπης…)
Ν’ αποδίνουμε δίκαιο: η χειρότερη
ανοησία μας – κολατσίζω πρωινό απόλυτο Μηδέν ακουμπισμένος
απάνω στη συμφορά μου να υπάρχω. Σ’
αυτό δεν έχω συντροφιά δεν έχω σπάργανα για τον Υιό του Φανταχτερού Ζώου, δεν εξυμνώ κροκόδειλους λυτρώνω σαχλαμάρες
πέρυσι στην Ταγκανίκα κι όπως το είπα κι άλλοτε η βλακεία είναι
απολύτως αναγκαία, είναι η αποπάτηση
του νου με ανακούφιση. Κάθε γλώσσα
σημαδεύει περιπέτειες απ’ το δεινόσαυρο έως εμένα μέχρι τη γάτα της γειτόνισσας την
αχρωμάτιστη κάθε πρόσωπο ιδρύει το χαμόγελο στα πιότερο ηλίθια χείλη, κάθε
αντίλαλος και μυστικισμός, κάθε γυναίκα και βασιλεία κοφίνια με θάλασσα
κουβαλημένα στον κατάμαυρο σκύλο. Θ’
αγιάσουμε γονατίζοντας αντίκρυ στα νωπά γιασεμάκια ταραγμένα συνέχεια απ’ τα
έμορφα μύρα τους τιποτένια διάτορα καθόλου πρακτικά κι ασυλλόγστα τρομερό κι
απέριττο μεγαλείο [ΓΛΑΦΥΡΟ ΤΟΥΦΕΚΙ από
τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 και
άλλα ποιήματα από αυτή τη συλλογή.
Συγκεντρωτική έκδοση: ΝΙΚΟΣ
ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β’ τόμος 1979 - 1991]
Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2026

