Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ…

 (…ακάλεστος,   ύπουλος,    απαράδεκτος,  

αμέτοχος στη λύπη μας…)


Την ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα

με τους σκεπασμένους καθρέφτες

ήρθε Εκείνος, ακάλεστος, ξένος - τί ζητούσε;

Εμείς δε θέλαμε να δούμε, ν' ακούσουμε,

να τον αναγνωρίσουμε.

Το σκονισμένο του ρούχο ελεητικό –

δε ζητούσαμε εμείς ευσπλαχνία -,

τα λιωμένα παπούτσια του απαιτούσαν συμπάθεια

- δεν είχαμε εμείς να δώσουμε τίποτα -,

ξένος, ακάλεστος, αμέτοχος στη λύπη μας,

ήρθε να λυπηθεί εμάς.

Πίσω απ' τα σκονισμένα γένια του τρεμόφεγγαν

τ' αστέρια του χαμόγελου με αυτή την αυταρέσκεια της επιείκειας,

με τη συγκατάνευση της αρχαίας δοκιμασίας του,

σα να ’λεγε:

«Κι αυτό θα περάσει»,

όπως οι κεντημένες μπάντες στου τοίχους των παλιών σπιτιών

σμίγοντας μια νοικοκυρίστικη σοφία

με πολλά παράταιρα μεταξωτά λουλούδια –

τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, πανσέδες   (όχι μενεξέδες),

κι οι κορδέλες ολόγυρα οι κεντημένες κίτρινες

Τι ήθελε; 

Κι αν έχουμε δε θέλουμε να δώσουμε τίποτα. 

Ας μας αφήσουν επιτέλους

στο σεπτό, σεβάσμιο πένθος μας,  στο θάνατό μας,

στην περηφάνια μας να μη δειλιάζουμε μπροστά

στις σκιές των πραγμάτων∙    να μας αφήσουν

 να εξαντλήσουμε τη στάση της γονυκλισίας μας,

 ακούγοντας παρήγορο το ξυλοφάγο

στις γωνίες της σιωπής!..

Να φύγει,  είπαμε,  ξένος,  ακάλεστος, ύπουλος –

υποκρινόταν το φτωχό για να πιστέψουμε στον πλούτο μας,

να μη μας ταπεινώσει, 

να μας δωροδοκήσει με την ορφάνια του,

με την αχάμνια του 

(έδειχνε κιόλας τα γυμνά πλευρά του,  το φαρδύ του στέρνο)

για να αποσπάσει από μας ένα χαμόγελο πάλι, 

μια νέα μαρτυρία ζωής…

[ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958 απόσπασμα από ποίημα

του Γιάννη Ρίτσου στη συλλογή του  ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

που πραγματεύεται  τον ερχομό του θανάτου,

ο οποίος απεικονίζεται ως μια ήρεμη, φυσική διαδικασία.

Ο Ποιητής αφαιρεί το φόβο από τον ΞΕΝΟ (θάνατο),

παρουσιάζοντάς τον ως οικείο,

οδηγώντας στην αποδοχή, την αυτογνωσία

και την αιώνια νεότητα. 

Κι άλλα αποσπάσματα      αντιγραφή και επικόλληση

από την επιλογή της Χρύσας Προκοπάκη:

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, εκδόσεις Κέδρος 2000]

 

 


ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΦΩΤΙΖΟΝΤΑΝ Ο ΑΝΤΙΚΡΙΝΟΣ ΤΟΙΧΟΣ ΚΑΤΑΣΠΡΟΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΟ ΗΛΙΟ…

(αποσπάσματα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου  ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958)

τραβούσε το βλέμμα,  τραβούσε την ακοή∙

δεν ακούγαμε το ίδιο μας το κλάμα.

Εκείνα που χάσαμε  και  χάνουμε,  έλεγε,

εκείνα που έρχονται,  προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε,

είναι δικά μας,  μπορούμε να τα δώσουμε  - έτσι έλεγε –

ακάλεστος,   ξένος,   απαράδεκτος

κι ήταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε νησιώτικα παράθυρα

γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα,

θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα

κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας – θυμίζανε,

ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια,  την αρμπαρόριζα,

την ώρα  που βραδιάζει  και γυρίζουν τα ζώα από τη βοσκή

κι ο χρόνος είναι μαλακός  κι απέραντος,

διακεκομμένος μόνο απ’ τα κουδούνια των προβάτων

-διάφορα μέταλλα,  διάφοροι ήχοι,   διάφορη απόσταση,

πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε κατεύθυνση

μπροστά  ή  πίσω, απ’ το’ να  ή τ’ άλλο πλάι,  πάνω  ή  κάτω.

 

Η στιγμή δεν ήταν πια ένα κλείσιμο

μα το κέντρο μιας έκτασης μ’ άπειρη περιφέρεια

πέρα απ’ τα βουνά και τον ορίζοντα

πίσω από το χτες  και  το αύριο,  πέρα από το χρόνο,  σ’ όλο το χρόνο

τον πεθαμένο και  τον αγέννητο,

πάνω απ’ τον καπνό των βραδινών καπνοδόχων

που μοσχοβολούσε ταπεινότητα,  καρτερία,   μετριοπάθεια,

πέρα,  πάνω απ’ τους λύχνους που άναβαν πριν απ’ τ’ άστρα,

πάνω απ’ τ’ άστρα που άναβαν πριν απ’ την προσοχή μας

και τη γνώση μας –

 

Ευτυχισμένα  τ’ άστρα,  πράα,   ευοίωνα,

δίχως καθόλου προαίσθημα θανάτου,

δίχως καθόλου θάνατο!..

Και τα παιδιά που υπήρξαμε,   έλεγε,

τα υπάρχουμε, απαλλαγμένα κιόλας

απ’ τη στενότητα των πρώτων μας χρόνων,

απ’ την οξύτητα της στενότητας,

απ’ την ανυπομονησία της αύξησης,

απ’ των μεγάλων την παρεξήγηση.

Τα παιδιά  κλαίγαν καταμόναχα

ανάμεσα στα θάμνα  και κανένας δεν τα ’παιρνε στα σοβαρά

γιατί τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα

απ’ τα μούρα  ή  τα βατόμουρα

κι ήταν η λύπη τους κόκκινη  και  αστεία!..

Τα υπάρχουμε,  

τα διατηρούμε τώρα  σ’ ένα φως πλατύ,

μαζί με τον απέραντο κάμπο,

μαζί μα τα στάχυα  και  τις παπαρούνες,  μαζί με τ’ αμπέλια,

μαζί με το ληνό  και  τα πόδια των αμπελουργών

βαμμένα ως τα γόνατα με το μούστο,

τότε που οι άνδρες με σκισμένα βρακιά  και  σκισμένα πουκάμισα

βρίζονταν δίχως λόγο  και  δίχως θυμό

-μεγάλες γυμνόστηθες βλαστήμιες,   δασύτριχες βλαστήμιες, 

που τον ανόητο αντρισμό τους και την ευθυμία τους

απόφευγαν τα κορίτσια  κρυμμένα

πίσω απ’ τα πελώρια τσαμπιά των σταφυλιών,

πίσω απ’ τα φαρδιά  κληματόφυλλα

και τ’ αυτιά των γυναικών  ήταν κρουστά  και  ρόδινα

σαν πρωινοί  ορίζοντες.

 

Αρκεί να σπάσουμε την πολιορκία της στιγμής,   έλεγε -  Πώς;

Πες μας!.. Δεν απάντησε.

Αρκεί να θυμηθούμε  - τότε που κόβαμε καλάμια απ’ τους όχτους

και φτιάχναμε κοντάρια   πετώντας πάνω απ’ τα ψηλά αρχοντόσπιτα,

δοκιμάζοντας τη δύναμη των χεριών μας,

του ξύλου,  του σίδερου,   της  πέτρας,   τους ανέμου,

πολλαπλασιάζοντας ανύποπτα τη δύναμη των χεριών μας,

μαθαίνοντας να κυβερνάμε όχι μόνο το στέρεο

μα και το ανάλαφρο!..


ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ, ΠΙΟ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΜΕ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΑΣ…

(…έλεγε  ο  Ξένος – πιο ευτυχισμένα…)

οι μυστικοί ελαιώνες στους μικρούς λόφους 

με τ’ αποστολικά σούρουπα,

τα καλαμένια τσαρδιά των χωρικών κουρνιασμένα στα δένδρα

που  τα φώτιζαν μόνο τα μικρά μάτια των πουλιών,

τα δεμάτια  οι λυγαριές που μαλακώναμε βδομάδες στο ρυάκι

να φτιάξουμε  καλάθια,

τα μελωμένα μαύρα σύκα,  παγωμένα απ’ την αυγή,

όταν αφήναμε τα σαντάλια μας   μπροστά στη ρίζα της συκιάς

και σκαρφαλώναμε στον ουρανό,

όχι από τη σκάλα,  μήτε απ’ τα κλαδιά,

μα απ’ τα πατήματα του αγέρα!..

Κάθε βράδυ  -  θυμάσαι;

το μέγα αστέρι σαν το μάτι του παντοκράτορα επιτηρούσε

τον ύπνο των βοσκών  και  των ψαράδων,

και τα πόδια των γυναικών, όταν βγάζαν τις κάλτσες τους,

ήταν πλατιά  και  φωτεινά – φώτιζαν τις μεγάλες ταράτσες

όπου λιάζαν τη μαύρη σταφίδα,

φώτιζαν τα σκαμνιά  και  τις πόρτες∙

πριν κοιμηθούν οι γυναίκες χτένιζαν τα μακριά μαλλιά τους

με ιερατικές κινήσεις    σα να συνομιλούσαν μ’ έναν άλλο έρωτα,

ενώ οι άνδρες  είχαν κιόλας κοιμηθεί  κι  η τραχιά αναπνοή τους

έκανε να θροϊζουν τα σγουρά μουστάκια τους

σαν τα ξερά στάχυα στον κάμπο.

Οι γυναίκες,  μεγάλες,  μυστικές,  μονάχες,

σχεδόν  αυθύπαρκτες  κι  αυτάρκεις,  συνέχιζαν

μια αόρατη συνομιλία,  ενώ χτενίζονταν,

σαν να υπαγόρευαν μια συμμαχία με τα υψηλά στρώματα της νύχτας

επικυρώνοντας  ένα – ένα τ’ άρθρα των άστρων

με  μια ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού,

μια συμμαχία με τις κορφές των πλατανιών, των ευκάλυπτων,

της λεύκας,   με τις βουβές πηγές, 

με τις περίπλοκες ρίζες του νερού –

και τα βατράχια συνεννοημένα στους πράσινους όχτους

ξεχείλιζαν τη στεφάνη της νύχτας

κάνοντας μια βαθύσκιωτην αντιμετάθεση

για να καλύψουν τη σιωπή των γυναικών,

να καλύψουν το βλέμμα τους,  την έπαρσή τους

την ερήμωσή τους!..

 

Μια κουκουβάγια πετρωμένη στη στέγη τις κοιτούσε

μα τα δυο ολοστρόγγυλα φώτα της,

έκανε πως δεν τις έβλεπε  κι  αυτές πως δεν την έβλεπαν,

μα κάτω απ’ την προαιώνια τους σκλαβιά

μεσ’ απ’ τις δυο μικρές υπόγειες σήραγγες

τους μεταβίβαζε ως τις φλέβες τους το στυλωμένο φως της

[αποσπάσματα  από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958)

 

ΑΠΡΟΣΙΤΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ,  ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ,  ΑΥΤΑΡΧΙΚΕΣ, ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΕΣ…

(αποσπάσματα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου  ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958)

φιλενάδες της νύχτας,  φιλενάδες της μουγκής βλάστησης,

-είχαν συναντηθεί με τις μάγισσες

μες στις βαθιές  πέτρινες σπηλιές  γεμάτες τυφλές νυχτερίδες,

κι όταν έριχναν το αλάτι στο φαϊ,

ποτέ δεν ήξερες τι προετοιμάζανε∙

το τσακάλι,  το καζάνι,   το τηγάνι

φορούσαν μια προσωπίδα καπνιά∙

δεν μαρτυρούσαν τα μυστικά της γυναίκας∙

δε μαρτυρούσαν τα κρυφά τους βότανα,

τους συνδυασμούς της μαγειρικής τους,

τη μοναξιά  τους όταν ψηλοκόβουν το μαϊντανό,

όταν σιδερώνουν στην κάμαρα ως αργά

και τις προφταίνει το φεγγάρι στο ανοιχτό παράθυρο

κι αυτές προσέχουν μην πατήσουν

το τετράγωνο του φεγγαριού στο πάτωμα

την ώρα που τα σιδερωμένα εσώρουχα, στοίβα στο τραπέζι,

είναι σαν άκοπα φύλλα βιβλίων που εκείνες τα διάβασαν

και ξέρουν όλα τα μυστικά του σώματός μας.

Εμείς δεν γνωρίζουμε   τα ξόρκια τους

όταν γυαλίζουν στην αυλή με χώμα τα χαλκώματα

κι αστράφτουν τα χαλκώματα στον ήλιο

σαν επίγεια ουράνια σώματα   κι  αστράφτουν

κι οι γυναίκες μες στον θρίαμβο της ηγεμονίας τους

μπροστά  απ΄ τις βουβές  στρατιές των κλεισμένων  πραγμάτων…

 

 ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ  - είπε ο Ξένος – ΟΛΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ…

(…και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας  

χωρίς ο χώρος να στενεύει,  χωρίς να βαραίνουμε…)

συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθιές στοές  και τις έρημες ρίζες,   τη δική τους ζωή,  τη δική μας ακέρια μες τον ήλιο.  Τότε ακριβώς είναι που γίνεται μια μεγάλη ησυχία, μια μεγάλη διαφάνεια,   διακρίνονται πέρα τα γαλανά νησιά και τα νησίδια που ποτέ ως τότε δεν φάνηκαν   κι ακούγεται ευδιάκριτα η χορωδία των μικρών κοριτσιών  απ’ την αντίπερα όχθη   των μικρών κοριτσιών που φύγανε νωρίς, αφήνοντας μισοτελειωμένη την πρώτη τους συνομιλία με μια μαργαρίτα.   Σας έλεγα, λοιπόν,  πως δεν υπάρχει θάνατος  -  τέλειωσε ο Ξένος ήμερα, απλά, τόσο που εμείς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό∙   δε φοβηθήκαμε τους σκεπασμένους καθρέφτες.   Ένας τρίγωνος ήλιος στον απέναντι τοίχο  είχε επιμηκυνθεί  φωτιζόταν ολόκληρο το βορινό δωμάτιο   από μια μόνιμη αντανάκλαση.   Μας πήρε το άρωμα  από βουνά καρπών   που ξεφορτώναν στα μανάβικα.   Ακούσαμε τους χτύπους στο γειτονικό σιδεράδικο  και τα τραμ που έστριβαν  δίπλα στα κρεοπωλεία.   Είχαμε την ισόρροπη αίσθηση μιας αφάνταστης, ειρηνικής συγκομιδής   από μεγάλες,  τετράδιπλες, ζαχαρωμένες ντομάτες, τοποθετημένες    με προσοχή  και  τάξη σε ορθογώνια καφάσια  που μεταφέρονταν  απ’ τις αγροτικές περιοχές ίσα στις αγορές των πόλεων  και  στα πολύβουα λιμάνια.   Πελώρια αυτοκίνητα τρέχαν στους ηλιόλουστους δρόμους  σα μυστικά,  ολοπόρφυρα βουνά.   Σηκωθήκαμε,  ξεσκεπάσαμε τους καθρέφτες,  κοιταχθήκαμε κι ήμασταν νέοι πριν από χιλιάδες χρόνια,   γιατί ο χρόνος  κι  ο ήλιος έχουν την ίδια ηλικία – την ηλικία μας∙   κι αυτό το φως   δεν ήταν καθόλου αντικατοπτρισμός  μα το δικό μας φως φιλτραρισμένο μέσα σ’ όλους τους θανάτους!..  Κι αυτός ο  Ξένος,  ήταν ο πιο δικός μας…  Οι γυναίκες του ζέσταιναν νερό να πλυθεί,  οι άνδρες βγαίναν να ψωνίσουν για  το τραπέζι.   Το πιο μικρό κορίτσι του σπιτιού έφερε παστρικές πετσέτες,   ένα μικρό ρόδινο μοσχοσάπουνο  ένα κύπελο ζεστό νερό…  και τ’ ακούμπησε πλάι  στον ολόγυμνο καθρέφτη   Ο ατμός απ’ το ζεστό νερό χνώτιζε  λίγο – λίγο τον καθρέφτη  σάμπως να τον έντυνε και πάλι  και το πρόσωπο του Ξένου  που άρχισε να ξυρίζεται  μεσ’ απ’ τις σαπουνάδες  θαμποφαίνονταν μες στο όρθιο κρύσταλλο   αγαθό,  νεανικό  και μειλίχιο σαν πρωινό φεγγάρι!..(αποσπάσματα  από το ποίημα  του Γιάννη Ρίτσου ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958 στη συλλογή ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ)

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2026


Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

ΧΛΩΜΟΙ ΚΑΙ ΑΔΥΝΑΜΟΙ

 (… σαν τον Ελπίνορα, λίγο πριν πέσει να τσακιστεί μέσα στο σπίτι, ήτοι από αγιάτρευτον ασκίτη…)


Χλωμοί  κι  αδύναμοι.

Μες στους  καπνούς δες φτάνει  

μας πλευρίζει κιόλας σκοτεινός μαγνήτης,

του θανάτου το οτομοτρίς – μας ρουφάει δυο και  τρεις…

Τζακ το ξέρεις είμαι ολόκληρος οι φλέβες μου.

Πρόσεξε Τζακ,  Τζακ είναι η ζωή μου

αυτό θρομβωμένο δίχτυ.

Κι όχι άλλες νοθείες  σκύλας γιε,

σου μιλάω, πρόστυχο πρεζόνι.

(Κυθέρεια – αιθέρια.  Ο δικός μου Παν:

σε μια σύριγγα χώρεσε το  συν-παν)

Κι η μικρή Φλέρυ…  κολικοί, κράμπες και τα ρέστα…

Ούρλιαξε  και  ούρλιαξε!.. Ούγιες

ούγιες σα χασές η μαρμάρινη σάρκα.

Ώσπου η Φλέρυ ξεψύχησε.  

Κι όλη νύχτα έπεφτε μια βουβή βροχή μέσα στο λούκι

που μας έστυβε τα κόκαλα. 

Οκέ οκέι Τζακ σ’ αυτή τη ξεχαρβαλωμένη στιγμή∙

φχαριστώ ήταν μια καλούτσικη δόση 

στα μέτρα μου για τώρα.

Αλλά Τζο  Τζακ αιχμάλωτες φωνές αρρωστημένης σάρκας

μυρίζουν  έναν έρωτα σε μακελειό.

Στην έπαυλη της Κίρκης, πόσα μιλιγράμ…

Μέσα στην νυχτωμένη πάχνη…

δες φτάνει του ερέβους το οτομοτρίς.

Κι είμαστε νέοι, Τζακ, νέοι

ως τη σκοτεινή λάμψη του πόνου μας.

Ως την άβυσσο των στιγμών μας…

Κι η Φλέρυ   Φλέρυ  

Φλέρυ φλας… οβερντόζ  καληνύχτα οβερντόζ…

θαμπωμένο αγρίμι στα κλαδάκια.

Κάποτε… την…  σαν…

άγγελος με τα καμένα της φτερά.

Οκέ  Οκέι Τζακ – Φλέρυ,

γουί γουίλ  τολ  τολκ, α – α γκεν γκεν  μπάι μπάι

γεια… γεια…

[επιλογή στίχων από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006

Κι άλλες επιλογές  απ’  αυτή τη συλλογή

μ’ αντιγραφή και επικόλληση από την ανθολογία

ΕΚΛΟΓΗ από το ΕΡΓΟ του Ποιητή, εκδόσεις Καλέντης 2014]

 


ΑΚΟΥΩ ΤΙΣ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΕΣ ΦΩΝΕΣ ΤΟΥΣ

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη   Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006)

και τι πιστά που παίζουνε μέσα στην κίνηση τους ζωντανούς.

Πηδώντας βιαστικά Κουκάκι, Μετς στα τρόλεϊ ταυτόχρονα

προς την Ερμού και την Φορμίωνος.

Γωνία Τσακάλωφ δυο τρεις λέξεις ξαφνικά μου μένουνε

άφωνες  κι αφήνουν έναν εκκωφαντικό  και  κούφιο κρότο

στο μυαλό  μας σαν αφλογιστία…

Κάτι για Μάνα, για ύποπτη σκιά στον… του λέει ο αδελφός

(οι αφορισμοί στροφόμετρο  αφηνιασμένο

φιλμ τύπου  φλας - μπακ∙ φωνητικά σαρδάμ και κόλλημα

κόλλημα, σα βραχυκύκλωμα τριζόνιπρεζόνισεζώνει.

Μια τυποποίηση.  Από την ίδια πρέσα η σκέψη σου μετρέσα).

Κι ένα πρωί, μέσα στο φως, καθώς κατέβαινε Αντίκλειας,

τον πιάνω απ’ το μανίκι  (ο αφομοιωμένος τρόμος του,

τικ ανεπαίσθητο στο βλέφαρο  -  σαν τσιγαρόβηχας).

Τον ακουμπάω απαλά,   παλιέ συμμαθητή του λέω.

Μένει έντρομος.  Δεν σε ξέρω απαντά κοφτά

και δύσθυμα  (ίσως κάποιος , λέει μασημένα, από τους βάλτους).

Γυμνάσιο Ιεράπετρας τον σκουντώ, τρίτη τάξη, τέταρτο κύμα αριστερά

με τη Φωφώ  (κάτι σαν ν’ άστραψε).

Τι λες άνθρωπέ μου   ψελλίζει,

σαράντα χρόνια τώρα στον πνιγμό…

παρά νηυσίν ταμίας,  σίτοιο δοτήρ,

ένας αποθηκάριος , ολεσθείς τηλόθεν οίνοπα πόντον.

Δεν έχω όνομα   ούτε παρελθόν…

Κι ούτε κατάγομαι… ως αυτήν εδώ την ξέρα έσυρα

το ναυάγιο μου – αυτό είναι το σπίτι μου∙

ο Κανένας με τον Πουθενά.

Δεν έχω μνήμη  και  δεν είμαι… Νύχτα στην πρύμνη

σπρώχνοντας με ένας άλλος  πέρασε στο πόδι μου…

και στο δικό σου.

Κοίτα το αφανισμένο πλήθος.

Ένα πλήθος φλύαρα βαμπίρ   μέσα στα φώτα,

χωρισμένα από τους ίσκιους τους…

 

ΕΞΑΒΑΛΒΙΔΟΣ Ο ΦΟΒΟΣ ΣΕ ΞΕΦΡΕΝΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ

(…η συνείδηση – μινιατούρα – ενέχει πλέον θέση κοπρόμυγας…)

Ρωτά.   Πλανιέται. 

Οι μέρες της νάιλον σακούλες με σκουπίδια ριγμένες σε κοντέινερς.

Ξυπνά στην κάμαρα του πανικού.

Στου τρόμου τη σουίτα.

Κόβει τη σάρκα που γερνά σαν ξινισμένη πίτα.

Σπαρταρά στο δίχτυ.

Σκοτεινός κισσός αναρριχάται

στο πρωί της η θρομβοφλεβίτιδα.

Ληξιπρόθεσμα και τα ρέστα.

Το μαύρο δεσπόζει πίσω από τη φιέστα.

Ρευστοποιεί  κι  εκταμιεύει το πιο ακριβό της ορυχείο.

Ώσπου στην άμπωτη, έντρομη, βλέπει

και βακχεύεται με το κενό της.

Σε κακόφημη ώρα γυρεύει πίστωση απ’ το θάνατο.

Κυματόφερτη κάποτε  (στάζοντας ταξίδι)

Στολισμένη τους ωκεανούς – πέντε γάγγραινες ο νους.

Της πετά ο εραστής:  σκατόγρια,  σβήσε τα φώτα.

Παρά τα τόσα λίφτινγκ σου δε βλέπεσαι.

Οι μαστοί σου σαν του γέρου Τειρεσία – σου πουλώ υπηρεσία –

τα βυζιά.   Κρέμονται σαν καπνοσακούλες 

- μου την πέφτουν τρεις μικρούλες.

Πλήττω στο αρχαίο σου ερείπιο.

Μυρίζει χώμα  και σκουριά.

Και πού ’σαι, πες στην ανηψιά:

Καν’ του γέρου κόλπα

στο φεγγάρι  -  θέλει τάλιρα  η Φεράρι.

Με άυλους τίτλους χρεωμένη.

Της ψυχής τα όσια σε προσημείωση

έως πέμπτη γενιά!..

 

Μηρυκάζει το πράσινο στο πάρκο.

Το μαύρο γαβγίζει στο σαλόνι

Σαν κωφάλαλο μάτι.

Σα δένδρο που του φύγανε οι κλώνοι.

 

Ακούω την ηχώ από ένα ζοφερό φαγοπότι.

Δεν ξέρω πια πού μένω.

Καθένας ξεκληρίζει τον τόπο του.

Καθένας αμαυρώνει αυτό που αγάπησε.

Των ρημάτων η ψυχή σε διαπόμπευση, δεν θάλλει

-μπροστά μου ένας μαυροπίνακας από αιθάλη.

Ακούω του δασκάλου τη φωνή. 

Πίσω από την πόρτα του γέρου χρόνου το τραύλισμα.

Ακούω του παιδιού που υπήρξα τα αναφιλητά

που τώρα αδιάφορο με προσπερνάει.

 

Καθένας λεηλατεί αυτό που κυριεύει.

Καθένας  διαφθείρει εκείνο που του εμπιστεύτηκαν.

 

Μέχρι το ύστατο καρφί στο φέρετρό μου

των παιδιών που υπήρξα τα φαντάσματα

θα με τρελαίνουν

(ό,τι είναι σίγουρο έχει κιόλας ταφεί)

 

Τραβάτε μπρος, ταξιδιώτες στης πληροφόρησης τις λεωφόρους.

Σε τροπικούς  και  σε πόλους

ξαπλωτοί στις πολυθρόνες σας!..

 

Πίσω από κάθε γυαλιστερή Μερσεντές ακολουθεί μια αόρατη

εκφορά!..  Μια θλιμμένη πομπή φαντασμάτων

Η φήμη άλλο δεν είναι από ένας πολλαπλασιαστής

πένθους.  Ένας προαγωγός προόδου

που γυαλίζει τη θλίψη μας με μηχανέλαια!..


ΜΙΚΡΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ  Σ’ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΖΑΜΙΝ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ ΚΛΕΕ «ANGELUS NOVUS»

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη   Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006)

Θέλει να απομακρυνθεί  από κάτι που κοιτάζει επίμονα.

Τα μάτια κοιτάζουν ορθάνοιχτα.

Το στόμα ανοιχτό.  Τα φτερά του ανοιγμένα.

Το πρόσωπό του στρέφεται στο παρελθόν.

Το παρελθόν πιστό σκυλί ακολουθεί

Εκεί που εμείς βλέπουμε μιαν αλληλουχία γεγονότων

αυτός βλέπει μια και  μόνη καταστροφή που στοιβάζει

συντρίμμια πάνω σε συντρίμμια  και τα σαρώνει στα πόδια του.

Βλέπει την αιώνια κατάρρευση σε μια συμπυκνωμένη στιγμή.

Θα ήθελε να παραμείνει να ξυπνήσει τους νεκρούς.

Να ενώσει τα θρύψαλα σε ακέραιο αγγείο.

Να συγκολλήσει τα γρέζια του χρόνου στον αστραφτερό τους άξονα.

Όμως η ορμή μιας θύελλας που φυσά   έχει πιαστεί

μες στα φτερά του  και  ο  Άγγελος δεν μπορεί πια να τα κλείσει.

Η θύελλα τον σπρώχνει με ορμή προς το μέλλον

στο οποίο έχει στραμμένη την πλάτη του

όπου άθελά του οπισθοχωρεί!..

Δεν μπορεί να κλείσει τα φτερά  και  οπισθοχωρεί.

Ενώ τα συντρίμμια μπρος στα πόδια στοιβάζονται ως τον ουρανό.

Αυτή την ανυπόφορη θύελλα της καταστροφής ονομάζουμε Πρόοδο!..

Των ονείρων την ονείρωξη   Εξέλιξη!..

 

ΠΕΡΠΑΤΑ ΠΙΟ ΑΡΓΑ… ΚΑΝΕ ΕΡΩΤΑ…  ΣΤΟΧΑΣΟΥ ΠΙΟ ΑΡΓΑ…

(…αργοπόρησε στις αργόσυρτες οδοιπορίες… πατώντας φρένο )

Σπρώξε στο χώρο των αχρήστων το επάρατο στεφάνι της πρωτιάς.

Βράδυνε λίγο τα γρανάζια που μασάνε της ύπαρξης τη φόδρα

πριν μείνει βρόμικο κουρέλι στα χέρια σου  (γρασάροντας τις μηχανές).

Είν’ εκεί το πλήθος που έχασε το τρένο,

μυξοκλαίγοντας  πώς κλαψουρίζει!..

Όμως ολοένα κάτι τρέμει σα λάμψη ανέμελων πανσέδων

στη χρονοτριβή!..

Μες στη βραδύτητα.   Είναι ένα ξέφωτο.  Ένας καρπός.

Σαν ζώα κουρασμένα που πίνουνε στο ασήμισμα του απογεύμαος.

Περπάτα πιο αργά.   Βράδυνε,  βράδυνε…

Και κόψε ταχύτητα σαν πλοίο που πλευρίζει ήσυχα στο μόλο.

Η βιασύνη πάντοτε νηστεύει την απόλαυση.

Πολύ συχνά ψευδίζει.

Πολύ συχνά την πιάνει συχνουρία!..

Μπερδεύει τα ρούχα με τα λόγια.

Τις δικές σου εφευρέσεις με τα κλοπιμαία.

Κατεβάζει αναφομοίωτα ολόκληρα καρβέλια ξένων ιδεών.

Και να, σου κάθεται μια πέτρα στο στομάχι.

Και να,  η μαύρη τρύπα σαν αλληγορία πλοίου

που κιόλας αρχίζει να βυθίζεται…

Όχι θραύσματα θεάς , θρύψαλα εικόνων στου βίου το ταξίδι.

Όχι στη ρύπανση του κάθε φυσικού από την επιτάχυνση.

Η ταχύτης:  η ακαριαία εκλογή.

Ως συρρίκνωση της βούλησης αγεληδόν!..

Ως χύτρα ταχύτητος που κάνει τη σκέψη μας παστίτσιο!..

Ως αμετακίνητο κινούν στη στείρα ξενοδόχηση.

Απόλαυσε το χρόνο που κοιμάται ξαπλωτός

στα αμέριμνα βαμβακάκια του!..

Περπάτα στην ήρεμη συμπόρευση  με δροσερά τρεχαλητά

στις ολάξαφνες καταιγίδες!..

Μιμήσου την ακίνητη δράση μπαίνοντας

«στο όχημα του παντός»!..

Φεύγεις  «ανέμελος»  στη σέλα μεγάλου κυβισμού.

Κρύβεσαι στον ίλιγγο.

Μα ο ίλιγγος είναι ο διάβολος του καβαλάρη.

Το ξέφρενο μέλισμα  στου γκρεμού το ακούραστο κρεοπωλείο.

 

Στάσου για λίγο, εκεί που βιαστικός βαδίζεις  με το ένα πόδι μετέωρο

κι αφουγκράσου της σιγής τα εξόριστα ειωθότα

(υπαινίσσομαι ανακατάληψη της χαμένης άγνωστης πατρίδας∙

δηλονότι όλα όσα έχουμε αποχωριστεί)

Ακινήτησε το σώμα  σου στην κρέμαση∙

ως του γκρεμού τ’ ανώφυλλο  που δίκταμος φυτρώνει.

Ως να νιώσεις  της αν – άπηρης  παύσης το απρόβλεπτο φέγγος,

με ατραπές  α – συνέχειας υφασμένο ,  στου μεγάλου

Τε  τον αργαλειό.

Επιτέλους κλείσε για σήμερα τις βρύσες.

Περισσεύουν τα πένθη!..  

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006)

 

 

ΣΠΑΕΙ ΤΩΡΑ ΤΟ ΦΤΕΡΟ. ΧΑΛΑΕΙ ΤΟ ΦΡΕΝΟ…

(… Γεμίζει σίδερα ο χρόνος!..  Γίνεται βίδες η αιωνιότητα!..)

Μετρητές όπως όλα τα δόντια στη σάρκα.  Όπως όλα τα βγαλμένα φτερά των αγγέλων στην καρδιά.   Οπιομανή μυαλά  γέρνουνε σαν ιτιές στα χαμαιτυπεία της δόσης τους.   (Μυρίζει η σκέψη χαλασμένη κονσέρβα)   Είδα τα σαστισμένα πλήθη σε πανικούς – περίπατους.   Κονσερβηδόν στα καταφύγια με προβοσκίδες.   Ολόκληρες αγέλες πολεμικά Λαντ – Ρόβερ, έξω από στρατόπεδα εργασίας προσμένουν τους Κυρίους τους.  Ταχύπλοα μεγάλου κυβισμού στης Στυγός τις επαύλεις.   Είναι όλοι βιαστικοί    σα γορίλες νηστικοί.   Σα δρομείς ντροπιασμένοι κάνουν κύκλους κουρδισμένοι.   Μια χαώδης απληστία -  για δυο χάπια μια ληστεία.   Χρόνος   χρήμα   ευκαιρίες -  πώς τσιμπάνε οι κυρίες!..  με χειλάκια ευπρεπή  και λαρύγγια χαμερπή!..  Υπνωτίζοντας το νου με την ξελογιάστρα σκόνη  θα σε δω σα χιμπατζή  στου θανάτου το μπαλκόνι!..  Οβερντόζ υλοφροσύνης  στο μυαλό της αφροσύνης!..  Το σόπινγκ ως επιτομή μιας εφήμερης δόσης  ως το ωστικό κύμα της επόμενης ώσης…   Προμηθεύεσαι τη δόση απ’ την τράπεζα  η καημένη ξελαιμιάστηκε να μας δανείσει!..  Αχ  να βρούμε τη συναίνεση με μιαν ωραία ένεση!..  Όταν έμποροι  και χρήστες έχουν όλοι τους φτιαχτεί  κάνοντας την αρπαχτή!..     (ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006 – συγκεντρωτική έκδοση: ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ ΕΚΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, Καλέντης 2014)

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2026

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ…

  (…ακάλεστος,   ύπουλος,    απαράδεκτος,   αμέτοχος στη λύπη μας…) Την ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα με τους σκεπασμέ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ