Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΚΑΘΕ ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

 (… να μοιάζομε πότε τ’ αειθαλή  και  πότε τα φυλλοβόλα…)

Τα περισσότερα απολογίες αζήτητες και άλλα νάρκισσοι:

φριχτά επιμύθια, πληχτική διανόηση –

τα γνωστά και τα δηλωμένα.

Και όμως υπήρχε τόσος βρασμός ζωής

σ’ εκείνες τις κρίσιμες ώρες μας,

όπως τις ξεφυλλίζει τώρα ο χρονοδείκτης. 

Όχι η κρεβατοκάμαρα,  αλλά η εξαγορά της ψυχής μας

μες στην πλήθουσα αγορά με τα γυμνά της κατάστιχα.

Εκεί χτυπήθηκα με δικούς   και εκεί διασταυρώθηκα

με τους ξένους.

Κι ούτε αυτοκαθρεφτισμοί  ούτε πόζες,

για τον αναγνώστη του μέλλοντος.

Παρά το αγιάζι του χρόνου,

που μου παίρνει τα ρούχα  και  με αγλαΐζει σαν άγαλμα

ή με ερειπώνει.

Να μοιάζομε πότε τ’ αειθαλή  και  πότε τα φυλλοβόλα!..

[ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ στη  συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004]

 

ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Δεύτερος συγκεντρωτικός τόμος:  

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1988 – 2013, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ

κλείνει με τους ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ, που αναφέρονται, μεταποιητικά, στα πιο νευραλγικά  βιώματα της εποχής.

Αφήνοντας σαν δέρματα ένα – ένα πίσω μου τα σήματα

της διακεκομμένης μου πορείας που θα άρχιζε

όπως άρχισε  (Από την ύπαρξη…):

Ξημέρωνε κι ο δρόμος  μ’ έφερε στα χείλη

ενός μισοθαμένου πηγαδιού κρυφού κι αμίλητου

από χρόνια, μπορεί από τη λίθινη εποχή.

Και ξαφνικά μια βίαιη ροπή, που σάρωνε από πάνω του

σαν φύλλα φθινοπωρινά τόσες στιβάδες γεωλογικής ζωής, μου το αποκάλυψε.

Μάτι της γης που κοίταζε και πέρα απ’ τη ζωή, προς το διάστημα.

Με τη μονόπτερη πληγή ανοιχτή στην επιφάνεια,

φιλί αστεριού που κόπηκε στα δύο,

σαν ρήγμα που έσμιγε  και χώριζε το μέσα και το έξω της ζωής.

Και τότε σκύβοντας επάνω από τα φιλιατρά,

αντίκρυσα στην τρικυμία του βυθού

τα πρώτα μου χαρακτηριστικά αλλοιωμένα.

Ο σιαμαίος αδελφός σου, είπα στην ύπαρξη,

που με τη γέννηση αποκόπηκε απ’ τη μήτρα 

κι από τότε συνεχίζει εκεί κάτω την υπόγεια διαδρομή του. 

Σαν ένα σώμα την αφώτιστη σκιά του.

 

Και θα τελείωνε, περνώντας πέρα από την κρίσιμη τομή

που παρακάτω περιγράφεται, όπως και τελείωσε 

(Από την ύπαρξη στη συνύπαρξη): 

 

Γιατί  ήρθε ο μήνας ο σκληρός - ο Απρίλης δίχως λάμψη –

ξαφνικά  κι ακούστηκε ο θόρυβος συρτός κι υπόκωφος

να δυναμώνει  και  να τρίζει ο τάπητας των λεωφόρων

κάτω από τις ερπύστριες.

Σαν κροταλίες κυλιόμενοι από τα βόρεια προάστια προς το Σύνταγμα.

Κι όλη η ζωή μου σ’ ανακύκληση, με τις παλιές επισταθμίες πίσω σε ανασύνταξη…

 



ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ,  ΤΟΤΕ…

(πρώτο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα  ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004)

Στις ίδιες αφύλακτες διαβάσεις, Ισαύρων. Τσιμισκή και Βουλγαροκτόνου. Από την κορυφή του Λυκαβηττού αραιωμένες ριπές πολυβόλου.  Έλυσε τα δάχτυλα και τρέχοντας πρώτη θερίστηκε στη μέση της λεωφόρου.  Κι αυτός όρθιος να ουρλιάζει, δίπλα σε δυο τραμ από χτες πλαγιασμένα στο ύψος Ιπποκράτους – Καλλιδρομίου.  Γύρω του οι σφαίρες βροχή, αλλά καμιά δε γάζωνε τη φωνή του. Με το μπουφάν της στα χέρια του, ώσπου τον περιμάζεψε η τελευταία περίπολος.

Πέρασε καιρός από τότε και μια μέρα στην άχαρη επαρχία του ξύπνησε με τη μνήμη τους:

Ήμουν και δεν ήμουν εκεί

σ’ αυτά και τα πέρα βουνά

η καρδιά μου μια σύνθλιψη

σαν το Ζαγόρι μετέωρη

που το ’καψε η Κατοχή

κι άλλοτε πάλι σε γάζωνε

μια ριπή του Λυκαβηττού

φωνή μου της μαύρης ασφάλτου.

Φτηνός μεταπράτης η  έμπνευση, ούτε κουβέντα για δημοσίευση.

 

Τα λίγα μπουφάν τότε λάφυρα νυχτερινά απ’ τους Γερμανούς, τώρα παζαρεμένα μέρα μεσημέρι με την οκά στο Μοναστηράκι.

 

Και αυτά τα σκατόπαιδα βουίζοντας σαν τις μύγες γύρω απ’ τις πληγές μας, αλωνίζοντας σαν τα πουλάρια τ’ αδέσποτα σε ξένα λιβάδια. Άλλοτε, έκανες την αυτοκριτική σου;  λέγαμε. Τώρα, έκανες σωστά την κοινωνική σου ανάλυση;  ειρωνεύονται.  Έτσι βουίζοντας ανάμεσα σε μένα και σε μένα, ανάμεσα σε μένα και την εποχή μου. Σαν καταλύτες.  Ούτε την αδυναμία της στρατευμένης καρδιάς μου δεν σέβονται. Βγαλμένα δυο φορές απ’ τα σπλάχνα μου, τ’ άτιμα.

 

Βγαλμένα τα μέσα έξω και ξαναραμμένα με το βελονάκι της ψιλής διαλεκτικής. 

 

Σώνει και καλά να κάνει τη δήλωσή της κι η ίδια η ιστορία!..

 

Η ιστορία χωρίς εμάς χωρίς τη δική μας – τη σωματική μας -  παρέμβαση, δεν υπήρχε. Θα έμενε κοίτη ξερή χωρίς καταρράκτες και ξαφνικά τους στημένους υδατοφράχτες της.  Χωρίς την οργιώδη της βλάστηση και από την αντίπαλη όχθη τους φανατικούς υλοτόμους της. Και τότε, ακαριαία, αποχτά παρουσία και κατατρώγει τους δράστες της.  Γίνεται εκείνη ο δράστης  κι  εμείς τ’ άβουλα  ή φαντασμένα φερέφωνά της: ο βιαστής και νομέας, ακόμη και του προσωπικού μας πεδίου.  Και τέλος, το σώμα της και το σώμα μας ασύμπτωτα μεταξύ τους, σαν δυο ξένα εν ψυχρώ ενεργούμενα.

Αυτή είναι η ιστορική αλλοτρίωση, φίλε μου. Πιο πολύ από των Γάλλων υπαρξιστών του συρμού, που από παλιά ερμηνεύεις  και εξακολουθείς να παρερμηνεύεις.

 

Ας εξαιρούσες τουλάχιστον τον Καμύ, που μίλησε καθαρά για εξανάσταση.  Είπε – κι εμείς το νοιώσαμε στο πετσί μας – αλλά εσύ πώς μπορείς να το φανταστείς πως υπήρξε ευτυχισμένος εν τέλει ο Σίσυφος;

 

Παραμερίστε, έρχεται ο δεινός λαθοθήρας – ο μεθεόρτιος.  Μιλά για λάθη και προδοσίες. Και λοιπόν;  Τι είναι η νεότητα,  ο έρωτας, η καθημερινή πάλη, η ίδια η ζωή;  Προφητική ντιρεκτίβα και τέρμα: ο παράδεισος;  Ας ήσουνα Ιταλός,  ας ήσουνα Γάλλος να το παζαρέψεις  ή  να το μεθοδεύσεις.  Και πάλι μια μέρα θα σου ’χε φορεθεί ο γκωλισμός  κι  η χριστιανοδημοκρατία καπέλωμα.  Κι απάνω απ’ τη Βάρκιζα  ο ζαχαρωμένος Μπερλιγκουέρ.  Ενώ τώρα έχεις πίσω σου μια αναφαίρετη αφετηρία.  Η ιστορία για σένα τελειώνει και ξαναρχίζει από κει:

 

Ο ημεροδείκτης δείχνει Δεκέμβρης

το ρολόι σταμάτησε στο ’44.

[από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ  2004]

 

ΝΑ ΔΩΣΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΣΤΟΥΣ ΚΛΕΠΤΑΠΟΔΟΧΟΥΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

(δεύτερο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα  ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004)

Επί πρωθυπουργίας του Σκόμπυ, υπαλληλίας του Παπανδρέου  και των άλλων λακέδων.

 

Κατά μήκος της λεωφόρου Αλεξάνδρας τα χτήρια με λαβωματιές ακόμα ανεπούλωτες απ’ τις σφαίρες. Τόσα σχέδια Μάρσαλ, αυτές τις τρύπες γιατί δεν τις φράξατε;  Δεν βλέπετε που, χρόνια και χρόνια μετά, μπαινοβγαίνει από κει και τρομάζει τους μισθωτούς σας το φάντασμα της Ελευθερίας;

 

Τα ψυχοσάββατα των νεκρών, διαβατήρια εξαγοράς για τη λήθη δεινών κυβερνώντων. Οι χθεσινοί νεκροί ξεπερασμένοι απ’ τις εποχές, οι μεγάλες εποχές από τους μικρούς επιζήσαντες.

 

Ο χθεσινός Δεκέμβρης και τα αυριανά θύματά του:  αυτός ο ακαριαίος και εκείνα τυμπανιαία.

 

Από την πλευρά των Αμπελοκήπων με προτεταμένα τα στεν ανέβαινε έρποντας μια διμοιρία ιερολοχίτες, σαν τους τερμίτες της Αφρικής

 

Στις φυλακές Αβέρωφ πρόσωπα χέρια χωνιά σιδερόφραχτα.

 

Στο Κολωνάκι ένας γκαζοτενεκές του νερού δυο χρυσές.

 

Ο Τσώρτσιλ στη «Μεγάλη Βρετανία», ανάμεσα από δυο πούρα, τους μάζεψε και πάλι τους έδιωξε, ανασηκώνοντας τους ώμους του ταυρωπός, κατά το μέρος της Μεγάλης Αρκούδας.  Με τις αιμορροΐδες και το αλκοόλ μες στα μάτια, στο φόρτε τους.

 

Γύρισε τελευταίος ο ποιητής Εμπειρίκος  και  ανεξίκακος πάντα κάθισε κι έγραψε ένα ποίημα που το ονόμασε  «Ο Δρόμος». Όπως αν δεν του είχε συμβεί, θα είχε γράψει μια «Ουτοπία της Επανάστασης» κι αν είχε τραβήξει και πέρα απ’ τα Κρώρα, θα ’χε τελειώσει  και  εκείνος τη «Θηβαϊδα» του.

 

ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΩ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΩ…

(τρίτο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα  ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004)

Αυτά που ζήσαμε σ’ όλη την καύση τους τότε  κι  αυτά που ξαναλέγαμε χτες και προχτές με πεσμένη την πρώτη θερμοκρασία τους.  Κι όμως γυρεύοντας κάτι, πέρα από την ευκολία της εντολής  ή τη σιγουριά της συνήθειας.  Πέρα από τις γωνίες των κομματικών αποφάσεων – αυτά τ’ αγκωνάρια.  Κι απ’ τα σακατεμένα  τηλεφωνήματα -  αυτά τα κενά.  Συνεχίζω τ’ άλλα φύλλα πορείας μου.  Τ’ άγραφα,  τα περιττά,  τ’ ανεπίδοτα.

Αυτά συνεχίζω…

 

Τω καιρώ εκείνω, λοιπόν…  Τόσοι μυστικοί της Ασφάλειας, ξαφνικά ραβδοσκόποι. Η αξίνα τους έπεφτε διάνα, ανέβαζε μέρες και μέρες τα πτώματα.  Γύρω -γύρω τα φλας, οι ξένοι ανταποκριτές, οι ιατροδικαστές, ο κύριος Λήπερ.  Όλοι τους καλεσμένοι  και  πίσω απ’ τους κρανοφόρους με  τις ασφυξιογόνες τους μάσκες το πλήθος των αστών να ωρύεται. Ακόμη κι οι εργάτες τ’ άγρια χαράματα, τραβώντας για  τη δουλειά τους, μπρος στα περίπτερα της Ομόνοιας κρατούσαν τα ρουθούνια στις χούφτες τους απ’ τη δυσοσμία των τίτλων με τα πηχυαία τους γράμματα στα τρίστηλα και τετράστηλα των εφημερίδων.

Οι εφημερίδες με τ’ άηχα τροχισμένα γλωσσίδια τους…

 

Η αλήθεια διάτρητη από νικητές  κι  από νικημένους στις μέρες μας μύριζε πτωμαϊνη.

 

Ο Γεωργούλας, ο ριμινίτης, ήρθε και με  βρήκε σε μια χαλάρωση του ’46.  Κρατούσε δυο πάκα χειρόγραφα και τα κράδαινε, γράμματα χοντρά  κι απελέκητα  σε ό,τι στρατσόχαρτα έβρισκε.  «Όλη η Μέση Ανατολή καμωμένη σενάρια», έλεγε και μου τα ΄δειχνε. «Το Ελ Αλαμέιν, η στάση του ναυτικού, το σύρμα κι άλλα πολλά».  Πυρετός για το χρήμα και  για τη δόξα.  «Συναρπαστικά επεισόδια»!..  φώναξε. Να  τους ρίξω μια σβέλτη ματιά, να τα χτενίσω όπου χρειάζεται, να μιλήσω και σε  καμιά κινηματογραφική εταιρεία. Τον κοίταζα με θλίψη και μέσα μου αναλογιζόμουν:  Η οικογένειά του, κυνηγημένη, άφησε τα δίπατα στην πατρίδα κι ήρθε και χώθηκε δυο μέτρα κάτω απ’ τη γη στα Πετράλωνα.  Κι αυτός γιατί δραπέτευσε μες στην Κατοχή για την Αφρική  και κινδύνεψε;  Για να ’χει να εμπορεύεται;  Και τι να επενδύσει ο αγαθός και αγράμματος!..

 

Πλευρισμένος έξω απ’ το κίνημα ασκούσε αζημίως την κριτική του στο σώμα του ζωντανού μας ονείρου.  Τώρα την ασκεί απ’ την έδρα του στα φανταστικά σώματα των έργων της τέχνης.  Ευαισθητοποιήθηκε και ο κύριος Χρύσανθος…

[από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ  2004]

 

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΚΑΘΕ ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΖΟΤΑΝ ΥΠΟΠΤΟΣ 

(…κι ο κάθε ερωτευμένος κάτι σαν λιποτάχτης. 

Κι ο πρώτος αντιρρησίας αιρετικός,

ο αιρετικός δαχτυλοδεικτούμενος,

πιο βαμμένος κι από προδότης… )

Μετά τη Βάρκιζα σε κάθε γωνία και πόρτα εξόδου της Νομικής, της Φιλοσοφικής, του Χημείου, δύο – δύο οι ροπαλοφόροι.  Κι ο παθών, απ’ την εξορία του, έγραφε:

 

Πάνω στις πλάτες μας πίθηκοι σπάζουν καρύδες!..

 

Κι εμείς μπρος στα μάτια τους με τα δυο κορμιά μας χαράξαμε συνωμοτικά το σύμπλεγμα της αγάπης. Με τ’ αγκωνάρια τους  φράξαμε στα κρυφά τις δύσκολες μέρες και νύχτες μας. Κάθε εγκοπή τους και μια άφωνη γλώσσα που αραβουργούσε τοπία: κρυπτογραφήματα των κορμιών και τοπία μετά τη μάχη.

 

Δεν έβρισκες χέρι ν’ απλώσεις  και  να πιαστείς, αν δεν δήλωνες καθαρά πού ανήκεις!..

 

Η απόλυτη πίστη πώς μπορεί να οδηγεί στη μισανθρωπία,  η απέραντη ανθρωπιά να γίνεται συνενοχή για το έγκλημα;  Εκείνη φραγμός στους αποσυνάγωγος και αυτή ασυδοσία για τους εξωμότες και τους τραμπούκους…

 

Στους προθαλάμους και όχι στα παρασκήνια εκκολάπτονται τώρα καινούργιοι Ηρακλίσκοι  και  στους δρόμους υπό μάλης τα ρόπαλα και τα κλάξον δαιμονιώδη…

 

Τους «αποχίτες»!..  Τι λέξη και πώς πρόλαβε έτσι γρήγορα να σιτέψει!.. Κύριοι συντάκτες του Ιστορικού Λεξικού, μην τύχει και μείνει αθησαύριστη.

 

Ήμουν δευτεροετής όταν άρχιζε η πρώτη εποχή των προγραφών. Από τότε προγραφή και σπουδές δύο κύκλοι παράλληλοι. Και τους ένωνε, υπόγεια διάβαση, η ποίηση.

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΩΝ

Χωμένοι στα φοιτητικά σπουδαστήρια διαβάζαμε πλατωνικούς διαλόγους και απόκρυφα κείμενα. Όπως παλιότερα, τη Γυναίκα της Ζάκυθος  και τον Μακρυγιάννη…

 

Ξημέρωνε με ανακοινωθέντα και νύχτωνε με σήματα μορς 

(…στους μεσότοιχους  και κρυφούς φωτισμούς από καύτρες τσιγάρων άγνωστων φίλων…)

Ψηλά σκοτείνιαζε ο εμφύλιος για όλους μας… Χαθήκαμε, βρεθήκαμε, ξαναβρεθήκαμε, σκορπίσαμε.  Σε κάμαρες φοιτητικές, σε στέκια λογοτεχνικά  ή  σε καμιόνια.  Οι νύχτες άσπρες και  οι μαύρες τρύπες μας. Αυτός που έφευγε άφηνε στη συντροφιά τη μαύρη τρύπα του. Κι όπου στραφούμε βλέμματα ξεφεύγοντας το βλέμμα μας  και βήματα πίσω  από το βήμα μας, ταχύνοντας κοφτά και παρατεταμένα…

 

Κάθε επιζών και μια περγαμηνή καρβουνιασμένη  κι άλαλη  και τα ποιήματά μας κολοβά  κι ακρωτηριασμένα σαν φραγκμέντα.

 

Ένας ακόμη χρονοδείκτης φυλλοβόλος.

 

Ένας Λεβιάθαν της μισής Ελλάδας είχε καταντήσει η πρωτεύουσα.  Ένας Λεβιάθαν από κατακόμβες, που κατάτρωγε τ’ απόκληρα παιδιά της. Σε κάθε πολυκατοικία στοιβαγμένες οικογένειες κυνηγημένων από την επαρχία. Σε ημιυπόγεια και υπόγεια με την οσμή του πετρελαίου στα ρουθούνια, δίπλα στο καζάνι του καλοριφέρ τις νύχτες να ζεσταίνονται. Τη μέρα οι άντρες περιπτεριούχοι και οι γυναίκες θυρωροί σε πολυκατοικίες.  Και τότε οι ρόλοι πότε -πότε, στα μουγκά, να αντιστρέφονται. Κατέβαινε απ’ το ρετιρέ του τέταρτου ο αστός να πάρει τη «βαμμένη» εφημερίδα του  ή  την κρυφή αλληλογραφία με τη «φίλη» του  κι ένιωθε τώρα απ’ τις αριστερές αλύγιστες ματιές τους να στυνομεύεται…

 

«Ο παλαιοστιχουργός που γύρισε από τα βουνά», κάπως έτσι σε χαρακτήρισε σε μια λογοτεχνική του επισκόπηση ο Καραντώνης.

 

Κι όμως δεν τους ξεχνούσες τους προπολεμικούς ομοτέχνους σου…

 

«Αλλ’ ας περνούμε γρήγορα: προς θεού όχι συγκινήσεις κι υπερβολές  κι απελπισίες», όπως διαβάσαμε μετά στο Μπολιβάρ. Ένα ποίημα που μας μιλούσε άμεσα και μας περνούσε ελληνικότητα στην άλλην εποχή και γλώσσα.  Που για πολύ διάστημα απέφυγε να θεσμοθετηθεί  και να ενταχθεί με τ’ άλλα κεκραγάρια στις εθνικές  γιορτές και επετείους.  Κάτι που δεν απέφυγε το Άσμα… του Ελύτη.

 

Το allezretour του χρόνου, η μόνη γραμμή της μνήμης που μας ταξιδεύει.  Ο ίδιος φάρος περιστροφικά για ναυαγούς του χθες και μελλοντικούς ναυτιλομένους… 

[αποσπάσματα από την τέταρτη, πέμπτη και έκτη ενότητα  στη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ  2004]

ΟΙ ΣΥΓΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ ή  Η ΦΡΕΝΑΠΑΤΗ ΤΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ;

(…αλλά ποιος μπήκε τότε να εξερευνήσει τα άδυτα…)

Σε κάθε δόγμα μέσα κι έξω ένας πειρασμός, μες στις ιδέες μας διπλά δοκιμασμένοι. Εκεί που φύτρωνε η καινούργια μας  φωνή  και  ποίηση…      Σε μια διάλειψη του χρόνου ανταμώσαμε τρεις τέσσερις φορές σ’ ένα πατάρι ο Αργυρίου, ο  Κατσαρός, ο Πολυδούρης  (αδελφός της άμοιρης ποιήτριας, μα μαθηματικός αυτός)  και εγώ.  Στόχος, και όλης της γενιάς την εποχή εκείνη, η έκδοση ενός περιοδικού.  Να γράψουμε του Κλείτου να μας στείλει μεταφράσεις – έστειλε ποιήματα του Σπένσερ.  Μέσω του Παπαδίτσα να βρεθεί ο Κακναβάτος.  Μας έδωσε απόσπασμα   απ’ το Τετραψήφιο.  Τα «Σημειώματα» τα γράφαμε εγώ, ο Αργυρίου και ο Πολυδούρης.  Πρότεινα μάλιστα να τα ονομάσουμε «Σαρδόνια». Ο Κατσαρός το επικρότησε ενθουσιωδώς  - δεν εισακούστηκε…       Ο Ελυάρ, πριν δύο χρόνια στην Αθήνα… Θυμάμαι, η σάλα του «Αττικόν» κατάμεστη κι ο κόσμος ως τα πεζοδρόμια της Σταδίου.  Τον προσφωνούσε ο Σικελιανός ως πρόεδρος της «Εταιρείας».  Κι αυτός για ποια ερχόμενη ευτυχία του «εμείς» μέσα από  την ποίηση μιλούσε;   Η συντεχνία όλων των τάσεων εκεί παρούσα… Θυμάμαι ακόμη τον Βιγιόν, τους τροβαδούρους και τον Ραμπελαί στην πρώτη συγκεντρωτική μετάφρασή τους.  ΄τσι αναγνωρίσαμε τις απαρχές, πίσω  απ’ τη μόνιμη λατρεία μας ως τότε του Μπωντλαίρ  ή  του Ρεμπώ  και των λοιπών «καταραμένων».  Θυμήθηκα και πάλι τον Βιγιόν, όταν δοκίμασα κι εγώ να μεταφράσω ύστερα από χρόνια Ιαμβογράφους: εκείνον τον αλήτη της Λυδίας, τον Ιππώνακτα. Ξαναθυμήθηκα τους τροβαδούρους, με τα προβηγκιανά ποιήματα του Πάουντ. Κι αργότερα πάλι τον Ραμπελαί…  Σαν να ταξίδευα σε κάποια μαγικά, πρωτοφανέρωτα για μένα,  ορμητήρια!..  Στο μεταξύ από πολύ νωρίς – τα οφέλη της αγγλοκρατίας μας!.. άρχισε να εισάγεται αθρόα και η αγγλοσαξονική λογοτεχνία, μεταφρασμένη τώρα από τους μεταπολεμικούς, τον Σπάνια και τον Κύρου…   Ο Ιανός της ποίησής μου από τότε προπομπός με δύο πρόσωπα,  τον Μαγιακόφσκι  και τον Έλιοτ…  [από το όγδοο απόσπασμα στη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΚΤΕΣ 2004 -  εδώ με αντιγραφή και επικόλληση από το δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο: ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1988 – 2013, εκδόσεις Νεφέλη]

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

ΠΩΣ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΞΕΡΩ ΝΑ ΓΕΝΝΑΩ ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 (… μικρά μεγάλα πάντα πρόωρο γεννιέται ένα μικρό Ποίημα…)


Μου τα στερεί ο  πολυλόγος τρόπος μου.

Εσκεμμένος σαν προφυλακτικό

ν’ αποφύγει την επώδυνη σύλληψη

μη γίνει έναυσμα  και  αυτουργός

μιας ακόμα συντομίας. 

 

Με υποβάλλει σε τόσο χαμένο ποδαρόδρομο

ξυπόλυτον νομίζοντας πως έτσι επιμηκύνει

την ορισμένη της ζωής ηδονικότητα.

 

 Ένα μικρό ποίημα.

Μωρό σχεδόν κι όμως ετοιμόλογο.

Λίγο ανασηκωμένη προς τα πάνω

η μυτούλα του αρχή

λέξεις μάτια καρφωμένα στη συμπύκνωση

μορφασμός στα χείλη ερμαφρόδιτος

δεν ξέρεις ονειρεύεται πεινάει

–έμφυτα συσπάται το ασαφές.

Οι μικρές γροθίτσες του στο τέλος

αρτιμελείς  -  σφιγμένες.

 

Ένα μικρό ποίημα.

Αβέβαιο ακόμη ανασαίνει στη θερμοκοιτίδα

ο εντατικός θάλαμος γεμάτος

μικρά μεγάλα ποιήματα κλεισμένα

στα διαφανή πλαστικά τους κουκούλια. 

 

Μικρά μεγάλα πάντα πρόωρο

γεννιέται αν θα ζήσουν.

 

Ένα μικρό ποίημα.  Κι αν ο μη γένοιτο

δεν επαρκέσει τελικά το οξυγόνο

παρηγοριέσαι λες τουλάχιστον απέφυγε

εκείνον τον χαμένο ποδαρόδρομο

που φάγανε στη μούρη τα  μεγάλα

ξυπόλυτα δονκιχωτικά.

(ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988)




 

ΠΟΛΥΜΗΧΑΝΟ ΤΑΞΙΔΙ Η ΦΩΝΗ ΣΟΥ

(…συστήθηκες εκφωνητής γραμματοσήμων…)

Περνούσα καλά στο Λησμονητήριο.

Σαν επιδόρπια θάλασσα η γαλήνη

κι ο αυτοεγκλεισμός

βαρκάκι που κωπηλατείται ανάποδα

-ας λάμνει η κίνηση και θα φανεί

κάποιας ακτής η μνήμη.

 

Το ’σκασα για λίγο από το Λησμονητήριο

όπου με είχαν κλείσει αποφάσεις   σωφρονιστικές

για να θυμάμαι μόνο εσάς

του κάτω κόσμου άλιωτες αγάπες

και να ξεχνώ εμένα.

 

Ξέφυγα μια μέρα που η τύψη

πήγε να πιεί αμέριμνο νερό

τρεχούμενο  υπάρχω – υπάρχω

ξεχνώντας με ανοιχτή.

 

Έφυγα μόλις άκουσα το σύνθημα

εκείνη τη διασχιστική σαν κανιβάλου   φωνή

που μπήζει ο χρόνος   έχοντας βαρεθεί   έχοντας βαρεθεί

και που τη γνωρίζουμε κάθε έξαφνα.

 

Και τώρα είναι πάλι εδώ

λυμένη σε πολλήν ελευθερία

δεμένη στον ελάχιστο καιρό

με το ’να πόδι μου σε σας

του κάτω κόσμου άλιωτες αγάπες

και το άλλο πού;

 

Λίγο με ψύλλιασαν τα βήματα

της γάτας που φορούσες

πως ήσουνα χαφιές βαλτός απ’ το Λησμονητήριο.

Αλλά είχες κιόλας αποθέσει – να ξεπιαστώ –

το μετέωρο πόδι μου προσεκτικά στους πέπλους.

 

Συστήθηκε εκφωνητής γραματοσήμων.

 

Αχνά  μιλάς

ίσα που προλαβαίνουν να ριγούν

της ακοής τα νέα φυλλαράκια.

Ξεκουμπώνω το απάνω κουμπί

-κλειστό ως το λαιμό Λησμονητήριο

έχω θεέ μου σκάσει.

 

Εκφωνείς γραμματόσημα.  Λες:  μέτριο το καινούργιο

βέβαια κάτι ηδονικό μες στην αιμοβορία της σκηνής

(λέων ξεσκίζει δορκάδα),  με χρώματα πολύ ονειρικά

τι ανεξήγητα που εμπλέκεται η κερασφόρος κεφαλή

στους κλάδους – άκρως τρυφερής ακούγοντάς σε – αμπέλου

και υμνείς πολύ ένα παλιό;

 

Ο Οδυσσέας στην Κίρκη.

 

Πολυμήχανο ταξίδι η φωνή σου.

Σαλιώνει μεταχειρισμένες λέξεις

και τις κολλάει στο ξάφνιασμά μου

ενώ τις έχω σωθικά μου ξανακούσει

εκ στόματος πολλών ταχυδρομείων.

Βρίσκω την ύφανσή τους λεπτεπίλεπτη   εποχιακή.

Τη φορώ   κρεμώντας το κλειστό Λησμονητήριο

σ’ ένα χαμηλό κλαδί της εκπομπής σου

 

η οποία τελειώνει

με προβολή επιμορφωτικών σλάιντς

από τ’ αξιοθέατα της επιστροφής μου

στο Λησμονητήριο.

Καθαρά διακρίνομαι πίσω από τα κάγκελα

καθώς παλεύω να ξεμπλοκάρω το πόδι μου

απ’ τους χαφιέδες πέπλους.

[ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΠΟΥ στη  συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988] 

 

ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ 

Μια κόκκινη τελεία.  Που κλείνει μαύρη φράση.

Κι από τελεία πιο απόλυτη.  Δεν θα την ανοίξει

καμιά αρχή καινούργιας.   

Ένα πλεόνασμα έχει τρέξει γύρω – γύρω.  Έπεσε

στο καλούπι μεγαλύτερη δόση εντελέχειας.

Είναι σα να φοράει στο λαιμό της η παύση

κόκκινο ξηλωμένο δαντελάκι.

Ίχνος κόκκινου.  Θυμίζει πρώτο βήμα απόδρασης

που χτυπιέται εν τη γενέσει.  Άτυχο βήμα

κόκκινου.  Σκαλάκι της ανάσχεσης.

Δεν πρόφτασε να γίνει ούτε σταγόνα.

Έτρεξε μόνο ως το αδιόρατο.

Ένα ωάριο μνείας∙  ξέφτι ροής -  τόπια ολόκληρα

στων αρτηριών  τα ράφια.

Χαρακίρι σημείου.  Εκεί στην άκρη των χειλιών.

Σα να σε φίλησε προτελευταίο αγκάθι.

 

Μια σταλιά παράσημο ανδρείας∙  του πρώην θνητού.

Σου το απένειμε με τιμές κόψης

βιαστικό καθώς σε καλλώπιζε

το απρόσεκτα ύστατο χτες σου.

 

ΑΡΜΕΝΙΚΗ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Μπαίνεις

ένα κεφάλι πιο ψηλός από το σύμβολο.

Σου φτάνω ως το  κρέμομαι.   Όμως

σε  υποδέχομαι απερίκοπτον.

Εξομαλύνω την επίφοβο αυτή διαφορά

ανεβαίνοντας στο ετοιμόρροπο  είμαι.

 

Ανοίγει η αυλαία, ο ωραίος ζογκλέρ

-το χέρι σου -  υποκλίνεται  κουλουριάζεται

μεταξωτά μαντίλια οι κινήσεις

ρέουν τα δάχτυλα όπως νερό με αρθρώσεις

στο μαγικό ποτάμι της προετοιμασίας.

Αναμονή,  τι περιστέρια  τι φτεροκόπημα

από φλόγες θ’ ακουστεί μόλις ξεπεταλώσεις

το μυστικό κενό που ταλαντεύεις.

Και τότε από της μπλούζας σου το καλοκαιρινό

τσεπάκι ανασύρθηκε κατάχλομη

μια οικογενειακή γαρδένια

λιπόθυμη στην αγκαλιά αλουμινόχαρτου.

 

Βάζω αμέσως

το διανθισμένο χέρι σου

στο κρυστάλλινο περίοπτο νερό.

Φέρνω καφέ.  Ξέχειλη, το φλιτζάνι

τρέμει  χορεύει κλακέτες στο πιατάκι.

 

Οι περιπόθητες φυσαλίδες έχουν σπάσει  και  φοράει

μαύρο κρέπι γύρω – γύρω η κεραμική

στιλπνότης.  Εν τω μεταξύ

ωριμάζουν στο βυθό τα κατακάθια.

 

Σκώπτεις το ξεχείλισμα

και βγαίνεις πάλι στη σκηνή

σωστά να μου το παίξεις∙

υποκλίνεσαι   ζυγιάζεσαι

με κοιτάζεις   με κοιτάζεις   με κοιτάζεις

κι αλήθεια δεν κοβόταν  ούτε μα μαγικό πριόνι

το ατσάλινο καϊμάκι των ματιών σου.

 

Έδρεψες

λίγους ξηρούς καρπούς απ’ το μπαλκόνι

κι έκανες κρυφά νόημα στην ώρα σου

πως είναι ώρα να πηγαίνετε.

 

Κι όπως σηκώθηκες κομψός, σύγχρονος

με τους εφαρμοστούς σου λεπτοδείχτες,

είδα τότε τα καινούργια σου μάλλον

αθλητικά παπούτσια

-αρχαίο, γηραιό του νεάζειν το άθλημα.

 

Ω, με γεια την αναχώρηση ευχήθηκα

και βγήκες.

Μερικός από την  πόρτα

λίγος από τα θαύματα

και ο υπόλοιπος κανονικά – από τα κατακάθια.

Ώριμα στο φλιτζάνι.

 

ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ

(…σε τρελαίνει η ζέστη  συν  η ασφυξία

της δικής σου εποχής…)

Φυλάς σκοπιά  - ποια εδάφη;

Σε χτυπάει κατακέφαλα το ντάλα άγνωστο χρέος.

Και περνάει δίπλα σου ξυστά

όπως σφαίρα κάποιο αδέσποτο αεράκι.

Θα ’χει ξεφύγει από την άγρια μάχη

μεταξύ ευχής και εκπλήρωσης.

 

Το συλλαμβάνεις ανακρίνεις ερευνάς

φύλλο πορείας – ταχυτάτη.

Εν τω μεταξύ κάπως διευκολύνεται η αναπνοή

παρατάς τη σκοπιά  -  ποια εδάφη;

αρχίζεις ψου  ψου  ψου  τα μύχια

-πρόσεχε διαρρέεις μυστικό

πουλάς το έθνος για ένα  δε συμφέρει.

 

Κράτα.  Ψηλά το δέλεαρ

Μην  παζαρεύεις δοσίλογη δροσιά.

Όπου να ’ναι θα κοπάσει πια ο πόλεμος των οίστρων

θα συνθηκολογήσει ήρεμος ο μεταβολισμός

νικητές οι ανεμιστήρες – ποιος μας πιάνει.

 

ΕΝΑ ΜΑΤΣΑΚΙ ΩΧΡΟΤΗΤΑ

Με συνοδεύει φιλικά ένας μοναχικός περίπατος.

Για καλή μου τύχη

πηγαίνουμε κι οι δυο μας προς τα εκεί.

 

Παλιά σχέση ψυχραμένη.

Αστείες παρεξηγήσεις περί Άλλων

που διαλύονται.

Κουτσομπολιά των ονείρων οι άλλοι.

 

Στεκόμαστε στις βιτρίνες μου.

Είναι αλλαγή της εποχής μου.

Θα φορεθώ πολύ.  Κανένα σχέδιο.  Ίσια γραμμή.

Λαιμόκοψη. Κεφάλι να σκεπάζει το γόνατο.

Χέρια ντραπαρισμένα στο στήθος χαλαρά.

Ανεξίτηλα χρώματα εισαγωγής∙  από μέσα.

 

Ψηλά είναι κατακόκκινο το βράδυ.

Αιματοχυσία εμφυλίου στερεώματος.

 

Τα κίτρινα χρυσάνθεμα υπαίθριου ανθοπώλη

σε διπλή τιμή με πικραίνουν

-ένα ματσάκι ωχρότητά σου.

 

Είμαι στα ίχνη μιας βροχής.

Περίεργης. Σα να έβρεχε είναι∙  άλλοτε.

 

Απόρρητα βρέχει, κρυφά απ’ τη βεβαιότητα

σχεδόν κρυφά κι από την ίδια τη βροχή.

Το ξέρει μόνο η γοητεία του δισταγμού

η τσίγκινη τραγιάσκα κάποιου ήχου

και το συμβούλιο των σταγόνων ψηλά

γύρω από τη στρογγυλή λάμπα του δρόμου.

 

Απόρρητα βρέχει.

Σα να ’ναι εμπιστευτικό το φανερό.

Όπως και είναι. Πόσες φορές κρυφά από μας

δεν έχουμε συμβεί κρυφά από τις πράξεις μας –

πάντα τελευταίες το μαθαίνουν∙  από τις συνέπειες

που το γνωρίζουν εξ αρχής.

 

Ακόμα κι από τη νεότητα σχεδόν κρυφά γερνάμε.

Σα να ’ναι εμπιστευτικό το ολοφάνερο.

Πάντα τελευταία το μαθαίνει – απ’ την νεότητα των άλλων.

 

Μήπως μαθαίνουμε ποτέ ότι δεν ζούμε;

Κρυφό μας το κρατάει για πάντα ο θάνατος μας.

Το ξέρει μόνο η ζωή που συνεχίζεται των άλλων.

Κουτσομπολιά ονείρων παρεξήγηση οι άλλοι.

 

PASSE - PARTOUT

Ανοίγω τα παράθυρα της φωτογραφίας

ν’ αεριστεί.  Έμεινε καιρό κλεισμένη

όπως πολλά εξοχικά παρελθόντα.

 

Είσαι στο μπαλκόνι.  Με την καλή παλιά σου

στάση∙  όρθιος∙  φοράς την έγχρωμη επίγεια

εφαρμοστή στολή των επιπέδων:  μια κεραμιδένια

στέγη το φουσκωτό μπουφάν του πεύκου,

μπαλωμένο μ’ ενδιάμεση θάλασσα

στα μέρη που σκιστήκαν τα κλαδιά

παίζοντας με δυνατούς ανέμους.

Είναι σε παλίρροια τα περιβόλια

έχουν ανέβει ως τα τηλεγραφόξυλα

και κρέμονται λεμόνια στα καλώδια

άγουρα εορταστικά γλομπάκια.

 

Κάνεις υποστολή ηλίου,

Ανεβάζεις την τέντα συνθλίβοντας

πάνινα λουλούδια.  Ανυπόμονος περιστρέφεις

την κίνηση σα να ’ναι ο ίσκιος το δυσεύρετο.

 

Ως εδώ λογικά συμπεριφέρεται η φωτογραφία.

 

Ώσπου εμφανίζομαι εγώ, παρανοϊκά νεοφερμένη

στην εικόνα∙  σαν με πλαστική αφαίρεση.

 

Ενώ ήμουν μαζί σου εξ αρχής

κοινοκτήμων  της παλίρροιας και των περιβολιών

λίγο πιο πίσω από σένα καθισμένη

σ’ ένα πολύ αναπαυτικό  pliant  μειδίαμά μου

μοιάζει τώρα

σαν μόλις να προστέθηκα στη φωτογραφία.

Με σημερινό το πρόσωπό  μου, μαύρο βλέμμα

μακρύ σέρνεται η ουρά του χάμω στο μπαλκόνι

λες πως κάλεσε εμένα το επίσημο σκοτάδι.

Τείνομαι άπνους σα να θέλω

να σε απομακρύνω από την τέντα

μη σου πέσει κι άλλο

νταμάρι ίσκιου απάνω σου.

Αρκετά ανήλιος έγινες.

 

Πώς ενημερώθηκε η φωτογραφία.

Χρόνος αληθινός σε χρόνο χάρτινο πώς μπήκε.

Με ποιαν οικειότητα η οδύνη

μίλησε στην απάθεια των αψύχων.

Άραγε τι βαθύτερο να είναι αυτά τα άψυχα.

Μήπως τίποτα ζωές προηγούμενες εμψύχων

που με την πρώτη επώδυνη ευκαιρία

υποτροπιάζουν;

 

ΠΡΟΠΟΡΕΥΣΟΥ

Ολόιδιος με ζωντανόν ξεπρόβαλες

υποκύπτοντας σε πιέσεις φωτογράφου ύπνου

και σε καλοπιάσματα διπλής μου επιθυμίας.

 

Καταπονημένος έδειχνες∙  ότι περίμενες πολύ.

Σα να μου είχε ορίσει ώρα τακτή συνάντησης

το θέμα του ονείρου κι άργησα εγώ κατάφωρα.

 

Έγερνες λίγο προς το πλάι

Ή καπνό αγκάλιαζες χαμηλότερό σου

ή έσκυβες ν’ ακούσεις

μια μεγάλη χάρη που σου ζήταγε το άδηλον.

 

Είχες σταθεί εκεί, στο περιλάλητο απέναντι.

Και μου ’γνεφες να ΄ρθω.

Κατάκοπο το χέρι σου από το βαρύ σινιάλο

-να καλείς τον άλλον να χρειάζεσαι,

κίνηση εξαντλητική ακόμα και για όνειρο

που κάνει πάντα τα στραβά

μάτια στις ταπεινώσεις.

Έσειες πάνω κάτω το βαρύ σινιάλο

-αντλία που ανέβαζε πειθώ

ένα στεγνό πηγάδι.

Μου ’γνεφες να ’ρθω.  Ό,τι μας χώριζε δεν ήταν

εκ πρώτης όψεως άβατο, φοβιστικό:

ευχάριστα βραχάκια διάτρεχαν την απόσταση

και στις ρηχά αθώες τους κοιλότητες

αδιαφανές πλατσούριζε κατάλευκο νερό

σα να μπανιαριζότανε σε γάλα.

 

Αυτό ήταν όλο που μας χώριζε.

Τη ζωντανή ευθυμία τα λευκότητας

είχα μόνο να αψηφήσω και να ΄ρθω.

 

Όμως τι μαλθακή αποδείχθηκε

η τολμηρή μου επιθυμία να περάσω.

Κάθε τόσο έβαζε το πόδι της, άκρη

στην παγωμένη απόφαση και το αποτραβούσε

τσιρίζοντας.

Προπορεύσου έλεγε στο θάρρος  κι  έρχομαι.

 

Και να σκεφτείς, επί μακρά σειράν ονείρων

περίμενα να μου ταχυδρομήσει η εμφάνισή σου

αυτή την επείγουσα πρόσκληση.

Σε θάνατό μου πράγματι

ή μόνο σε δική σου στιγμιαία ζωή;

 

Το άδηλον ρούφηξε με την ηλεκτρική του σκούπα

αστραπηδόν την ερμηνεία.

Προς μέγιστη χαρά και ανακούφισή της.

 

Η ΤΑΧΕΙΑ ΑΝΑΡΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ

Ακούω μεσημεριάτικα τον λαχειοπώλη

να προσκαλεί αγοραστές στο γέλιο της τύχης.

 

Σπρώχνω πιο πέρα την εγρήγορση

μου πιάνει όλο το χώρο και το ρίχνω

σε μια τρελή ονειροπόληση,

αμύθητα πώς θ’ άλλαζε η ζωή μου

αν κέρδιζα  ένα

ανισόρροπο λαχείο.

 

Θα ξαναέχτιζα την πείρα μου με θέα

τους απέραντους κατάφυτους ξενώνες.

Επικλινείς σκεπές να μη λιμνάζουν

θέατρα και δάκρυα κακοκαιρίες ρόλων.

 

Στους κήπους διάχυτα αγάλματα

κομμωτές της ποικιλίας και της πρόβλεψης.

Αγάλματα νεράκια με την πετονιά ροή τους

να ψαρεύουν όσο θέλουν σιντριβάνια.

Μάκρος μυστηριώδες βουβός θαυμαστής

θα παίρνει από πίσω τις αλέες

άηχα θα τις ακολουθεί πατώντας

μέσα στον ίδιο θόρυβο βημάτων που αδειάζουν

εκείνες καθώς προχωρούν.  Ώσπου

να τις χάσει ξαφνικά∙  θα του κρυφτούν

σε κάποιο άλλο σχέδιο περιπάτου.

 

Θ’ αγόραζα λιμάνια αυτοκίνητα ρολόγια ιλιγγιώδη

την κάθε ώρα μου θα ’ρχόταν ο δικός της

σωφέρ να την παίρνει∙  θ’ αγόραζα

όλη την άγονη γραμμή επιπλωμένη

με καινούργιους επιβάτες

και πολυτελέστατους καπνούς∙  θα δρομολογούσα

το πρώτο μακρινό μου εκείνο τρένο,

νεόνυμφη που ήμουν με ταξίδι

άμαθη στα χάδια των συνόρων

στην αγρυπνία των σταθμών και ξένων τόπων

που τίναζαν απρόσεκτα της ονομασίας τους

την καύτρα στα μάτια της ταχύτητας και φεύγαν.

Wagon lit∙ τότε που πρωτοβλέποντας

τον καναπέ να γίνεται κρεβάτι

ταξίδεψα πως όλα μετατρέπονται

από αναπαυτικό σε αναπαυτικότερο.

 

Θ’ άρπαζα θα έδιωχνα   θ’ ανέβαζα

θα ποδοπατούσα  θα φοβέριζα  θα σκόρπιζα  θα νόμιζα

θα γκρέμιζα  και  σε τρεις μέρες  θα ξανάχτιζα

θα με τρέμαν οι στερήσεις.

 

Για να μπορέσω έτσι θρασύτατα ισχυρή

ν’ αγοράσω πια την ανάστασή σου.

 

Σωστά το άκουσες, μη μελαγχολείς,

την ανάστασή σου.

 

Είδες ποτέ του θαύμα να χάλασε χατίρι

παραμυθένιας τύχης;

 

Χωρίς παζάρια θα ’δινα πίσω όσα  κέρδισα

και θα γυρίζαμε πεζή, απίστευτοι στο σπίτι.

 

Θα ξάπλωνες εκεί,  στη συνέχεια σου.

Θα’ γερνα κι εγώ, διπλανή αμύθητα.

Κι αφού βεβαιωνόμουνα πως έχεις προσδεθεί

καλά πάνω στο σώμα σου

πως κούμπωσες καλά την ασφαλή επιστροφή σου

θα το ’ριχνα σιγά – σιγά

σε μια τρελή ονειροπόληση,

αμύθητα πώς θ’ άλλαζε η ζωή μου

αν κέρδιζα ένα

ανισόρροπο λαχείο!..

 

ΝΑ ΚΛΕΙΝΕΙΣ ΤΟ ΣΦΥΓΜΟ ΣΟΥ ΟΤΑΝ ΣΥΝΔΙΑΛΕΓΕΣΑΙ 

(…αυτόματος τηλεφωνητής∙  ο μίμος του ζητούμενου…)

Με ηρεμεί αυτή η ακουαρέλα της φωνής.

Ψύχραιμα μου υπαγορεύει τι σύντομο πρέπει

να είναι αυτό που χρειάζομαι.

Με χαϊδεύει η μελωμένη διαβεβαίωση

πως μόλις επιστρέψει η πολυάσχολη φωνή

θα επικοινωνήσει ευθύς με την αργόσχολη δική μου.

 

Αφήνω ένα σύντομο μήνυμα της αναμονής μου

όνομα  διεύθυνση   θρήσκευμα   ύψος   επάγγελμα

χρώμα αντοχής   έτος γεννήσεώς της.

 

Όσο περιμένω η σκέψη ότι εμπιστεύτηκα

σ’ ένα ευπαθές μηχάνημα την περιγραφή μου

ανακουφίζει κάπως

έχουν και οι συσκευές τα απρόοπτά τους

λες μπορεί ν’ αρρώστησε

από κατάχρηση ίδιου τόνου να πήγε

στην κηδεία κάποιας μακρινής της αλήθειας

ίσως να εκφωνήθηκε ανάποδα το μήνυμα

διαβάζεται και η αναμονή από το τέλος

μη μόνον όψιν

ή από πάθος ανίας να τυλίχθηκε η κορδέλα

στο λαιμό της φωνής μου.

 

Το πιθανότερο

να μ’ έπνιξε το ίδιο μου το μήνυμα.

 

Β’  ΠΡΟΒΟΛΗΣ

Φορώ γυαλιά ιλίγγου;

 

Αυτό το μπλε γυαλάκι κάτω στον γκρεμό

θραύσμα από θάλασσα

του Μαραθώνα μάλλον – δωσ’ μου το κομμένο

χέρι σου Κυνέγειρε να αποκαλύψω Πέρση.

Θραύσμα από θάλασσα  ή  ερημοκλησάκι

κάποιας προστάτιδας δίψας – κοίτα

πού πάει και χτίζεται η ηχώ μας.

 

Βροχή στα βόρειά μου του Μαΐου.

Ένα δάσος εκφωνεί τον πανηγυρικό

κίνδυνο της πυκνότητας.  Παπαρούνες

ντυμένες το παραδοσιακό τους

δηλητήριο χορεύουν τοπικό κατακόκκινο.

Συγκινημένο το άγαλμα της απορίας μου:

τι θα πει Μάιος σιγά – σιγά

με την πάροδο των λέξεων;

 

Βροχή στα βόρειά μου του Μαΐου.

Τα φύλλα  των δένδρων

κανιβαλικά χοροπηδούν πάνω στον ήχο.

Ανακινείται δυνατά το σφραγισμένο χώμα

πετάγεται με πάταγο ο φελλός του στεγνού

πίδακες νωπότητας καταβρέχουν

την ντροπαλή αρχή των αρωμάτων.

Χλόη δοκιμάζει τα φτερά της

στους χαμηλούς του χαρακτήρα της ανέμους.

 

Παίζουν κρυφτό τα βόρειά μου

με τα μικρότερά τους χαμομήλια

και η ψυχή κυνηγητό με λάθη

πάντα μεγαλύτερά της  -  η αιώνια

άνοιξη του αταίριαστου.

 

Βροχή στα βόρειά μου του Μαΐου.

Και τι θα πει Μάιος σιγά – σιγά

με την πάροδο των λέξεων

και ποιος μ’ έφερε εδώ σ’ αυτήν

την τόσο απομακρυσμένη ερώτηση

απ’ το σώμα μου  και  τώρα πώς

-θέλω τη μάνα μου   θέλω τη μάνα μου

να με κουμπώσει στην αρχή μου.

 

Στο διάολο πα’  να φύγω

το ’χω ξαναδεί αυτό το έργο

κάποιος παρατάει κάποιον

σε μιαν απομακρυσμένη ερώτηση

ειδοποιούν τα δένδρα τις αρχές τους

πιστολίδι σειρήνες  πυροσβεστικές στιγμές

αλλόφρον πλήθος λέξεων κυνηγάει

έναν έρωτα,  πιάστε τον   πιάστε τον.

 

Τελικά ο άνθρωπος ήταν αθώος

αφέθηκε ελεύθερος

απλή συνωνυμία αποδείχθηκε

-όλοι οι έρωτες έρωτες λέγονται.

Κι έτσι καθώς γκρο πλαν απομακρύνεται

ο τύπος μάγκικα λιγάκι αθωωμένος

στραβά ριγμένο το σφύριγμα στις τσέπες

πιάνει εντελώς ξεκρέμαστα κουλτουριάρικα

τελείως ακαταλαβίστικα

μια φυλλοποντή

μα μια φυλλοποντή!..

 

ΛΥΟΜΕΝΟ

Ένα  ελαφρύ ξεβαφτικό

περνιέται μόνη της η θάλασσα

πέφτουν εκείνα τα σκληρά

λέπια του βαθυγάλαζου.

 

Των βουνών οι κορυφές έχουν πιαστεί

στα δίχτυα της αχλής.

 

Βρίσκεται ο ουρανός σε αμηχανία

πώς να ξεκολλήσει από πάνω του

το αίσθημα της γης που τον κρατάει.

 

Γύρισε κι ο  Σεπτέμβρης από τις διακοπές.

Τελευταίος. Με το τελευταίο δρομολόγιο

του κατάφορτου Αυγούστου:  τσουμπλέκια

ποδήλατα  ψησταριές  ψυγεία  ονόματα

ξεφούσκωτα κυμάτων αφρολέξ  κελαρύσματα

ορεινών χωριών δεμένα σε πτυσσόμενα πλατάνια.

Και πολλά δέρματα. Τέλεια κατεργασμένα

στον ήλιο.  Για εξαγωγή.

 

Μερικοί ξέχασαν τελείως να γυρίσουν.

Οψόμεθα.

Θα μάθω απ’ την ηχώ τους τι ακριβώς συνέβη

-τίποτα πονάκια πάλη η συνέπεια

πάλι ανεμογκάστρι.  Προς το παρόν οφείλω

να ειδοποιήσω τη μικρή απώλεια.

Με τρόπο.  Δεν θέλω να το μάθει

από κανένα άγαρμπο αίσθημα

από καμιά τερατολόγο διάσταση.

 

Μικρή απώλεια δυστυχώς.

Μόνο οι σκαλωσιές είχαν στηθεί

μια ασθενής περίφραξη – με φρύγανα –

της οικοδομήσιμης μορφής

κι είχα παραγγείλει τα υλικά

τσιμέντο άμμο κάποιο φως  και δυναμίτη΄

 

Όμως ας αναβάλουμε.

Είναι ένας πόνος που καθόλου δεν επείγει.

Φέγγει ακόμα, βλέπει η μέρα ν’ απωθήσει.

 

Θα ’ρθουνε βράδια πιοκατάλληλα

φτιαγμένα αποκλειστικά για χειμωνιάτικα.

Αντιηχητικα. Ας αναβάλουμε για τότε

την εκκωφαντική όσο να’ ναι ανατίναξη.

 

Καλό παιδί το τέλος. Πρόθυμο

αυτοδημιούργητο αυτεπάγγελτο ταχύ επινοητικό.

Εσύ βάζεις μόνο το κεφάλαιο

 

ΑΝΑΛΑΜΠΕΣ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ

Νοτιάς. Υγρός καιρός  αστέγνωτος

έξω στο πέρασμά του απλωμένος μέρες.

Στάζοντας ξημερώνει  ή  κλαίγοντας

όπως αρέσκεται να λέει

περιαυτολογώντας το συνηθέστερο.

 

Κάθε πρωί το φως τα πρώην φύλλα όλα

οι σιδεριές στ’ ουρανού  τα παράθυρα

μη και του φύγει η μανιακή

συνήθεια να υπάρχει

όλα σαν αν είναι καμωμένα

από σπυριάρικο νερό.

 

Παλιά αυτό λεγόταν δροσοσταλίδες

πάχνη στα φύλλα όλα.

Ύστερα ονομάστηκε υγρασία.

 

Υγρασία. Πονούν θανάσιμα οι αρθρώσεις.

Την περισσότερη ώρα μένεις καθηλωμένος

στην κουνιστή σου μνήμη.

 

Τι έγινε;  Έσπρωξες μονολόγους

αυτή την κλασική βαριά επίπλωση του χρόνου;

Μήπως σήκωσες γεμάτο το απροχώρητο;

 

Νοτιάς.  Πονούν θανάσιμα τα κόκαλα.

Εννοώ εκείνες τις ατομικές μας κρεμάστρες

να ταξιδεύει ατσαλάκωτο το σχήμα  μας

πλασιέ εδώ  εκεί της διάρκειας μας.

 

Η διάρκειά μας∙  έργο ανεπίγραφο

περίφημου ανώνυμου διακόπτη

τύψη επιδερμική της ανυπαρξίας

ψευδώνυμό της εύηχο πολύ αβανταδόρικο

όταν πρωτοδημοσιεύει σώματα

-μια εντελώς ατάλαντη ερασιτεχνική αιωνιότης.

Η διάρκειά μας: μειοδότης της διάρκειας.

 

Γι’ αυτούς τους πόνους λένε πως υπάρχει

μια πολύ θαυματουργή

σκόνη που γινόμαστε

 


ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΟΡΙΑ

Πολλά  τσιγάρα καταχρήσεις ηλικίας

πότης αναμολόγητων η φωνή μου

επόμενο ήταν να κλείσει

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 390

 

ΔΩΡΟΝ ΑΔΩΡΟΝ

Οποία του βίου τρυφή εξαιτίας του

και με τι αυτοθυσία

όνειρα θρησκεία   κι  άλλες επινοήσεις

πέφτουν στην αφρισμένη μη ζωή τους

να σώσουν το επίμονο.

 

Πένητες δρόμοι  και  δρόμοι βασιλείς

στην ίδια φυγή συνωστίζονται

από την ίδια μνήμη καταδιώκονται

πως είμαστε θνητοί.

Μια κρυψώνα η λήθη σκιάς ασθενέστερη.

Διαδίδεται εύκολα ο άνθρωπος στη μοίρα του

ένθα, όπως μας το υπόσχονται οι ψαλμοί,

εξαίρετες συνθήκες∙  ουκ έστι πόνος.

 

Ω, τι ακατοίκητη ανακούφιση.

Ώστε μας αποχωρίζεται η λύπη, πάει

βουβαίνεται αυτός ο εθνικός

ύμνος της ύπαρξης μας;

Κι ο στεναγμός αποδρά ο θρασύδειλος;

Πάει κι αυτό το φεγγαράκι των πνευμόνων

ο ανεμιστήρας της σιωπής;

Ο στεναγμός

όνομα ανακούφισης  κι επώνυμο ασφυξίας

οδοντωτός στο απόκρημνο βάρος μας

αναπνευστήρας των βασάνων  και 

ωκεανός εν τη σταγόνα που είμαστε.

 

Αλήθεια χάνονται όλα αυτά;

Και τότε, με τι μαχαιροπίρουνα, ποια γεύση

θα περιδρομιάζουμε

όλες εκείνες τις εξαίρετες συνθήκες.

 

Τι κοσμωδία   τι κοσμωδία!..

 

ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ

Σκορπίζουν

των δακρύων οι μεγάλες συγκεντρώσεις.

Μνήμη και παρόν ψάχνουν να κρυφτούν

απ’ τη διαύγειά τους

 

Αραιά και πού καμιά τουφεκιά

πότε από κείνο το ευκρινές

χαράκωμα η λύπη πότε από αμυδρότερο.

Στρατηγική να δείξει τάχα

ότι έρχονται ενισχύσεις.

 

Έχει σχεδόν επικρατήσει η φωτογραφία σου.

Εξαπλώθηκε όπου βρήκε άμαχη επιφάνεια

αποδεκατισμένη αίσθηση  πρόθυμη για γαλήνη.

Ανεμίζει στων βλεμμάτων τα υψώματα

όχι σαν έθιμο αδρανές μελαγχολικό

μα ως γενναίος συκοφάντης της απώλειάς σου.

Μέρα τη μέρα πείθει πως τίποτα δεν άλλαξε

ότι ήσουν πάντα έτσι, από χαρτί

εκ γενετής  φωτογραφία σε συνάντησα

ανέκαθεν πως έτσι σ’ αγαπούσα γυρολόγα

από εικόνα σε απεικόνιση

κι από απεικόνιση  σε εικόνα σου αρκέστηκα.

 

Μνήμη και παρόν πρέπει να κρυφτούν

από τη διαύγειά τους.

 

Αραιά και που καμιά τουφεκιά αμυδρή

μαρτυρία υπέρ σου η λύπη

ας παραδοθεί

Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε

είναι η απουσία μας!..

 

ΓΡΑΨΕ ΛΑΘΟΣ

Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων

ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

 

Κατ’ επανάληψη λες, μ’ έπιασες να γράφω

συνδιάζω   αντί  συνδυάζω   που σημαίνει

συν – δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο

τα δυο μαζί ενώνω – το ζω το αφήνουμε έξω

για μετά, αν πετύχει ο συνδυασμός.

 

Δεν είναι λάθος φίλες μου.

Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας

Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον

που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.

Συνδυασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν

τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

 

Απ’ τη σκοπιά του καθενός  ορθογραφία.

Πάρε παράδειγμα

τι κινητά που γράφεται το ψέμα:

όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον

σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.

Όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα

τότε το γράφεις  ψαίμα.

Ρωτάς από πού ως πού

γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.

 

Ποιος ξέρει  θα με παρέσυρε η άπνοια

ο ανοίκειος   το  ποίημα   η  οίηση

το κοιμητήριο  η οικουμένη  το οικτρόν

και η αοιδός επιθυμία.

απ’ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

 

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια

πρωτογράφτηκε λάθος από το Θεό.


ALLER RETOUR

Ω περιττά όλα αφηγηθείτε

σκορπίστε λίγες φρέσκιες λεπτομέρειες

πάνω σε τούτο το ελαφρό χαρτί – ας τον σκεπάζει.

 

Αθόρυβη έξοδος.  Όσο θροεί ένα μυστικό

καθώς πηδάει βαθιά στη διάσωσή του.

 

Έφυγε πριν εγκλωβιστεί

στην άγρια απροθυμία της να φεύγει.

Η θηριώδης που έτρεφε αγάπη για το σώμα σου

της κάθε αγάπης την κοινή θνητότητα μιμήθηκε:

σε κάτι πιο απρόφταστο κι από στιγμή πατώντας

την απεριοριστία της ανέμισε κι ερρίφθη.

 

Κατ’ άλλους, σ’ έναν τρίσβαθο θεό

κατ’ άλλους, εκεί που λέμε στα παιδιά

για να μην κλαίνε, στον ουρανό.

 

Δοκιμαστική έξοδος. Κάτι σαν πείραμα

να ξεφύγει απ’ τη συνέπεια της φυγής της

μήπως και σπάσει το ζοφερό της αλληλένδετο

με τη συνέχεια της ζωής.

 

Όμως ποια συνέχεια εύκολα θυσιάζει

τις γόνιμες ωραίες διακοπές της

που της προσφέρει δωρεάν  aller retour

ο θάνατός μας

για να διαιωνίζει μιαν άψυχη ροή της;

 

Ω περιττά όλα

αυτό το αποτυχημένο πείραμα

θέλει μόνο ένα δεκάδραχμο χαρτόσημο.

Αλλά είναι η γνωστή γραφειοκρατία  του θρήνου

που σας καθυστερεί τόσο, περιττά.

 

Εσύ, τελευταίο φιλί, είσαι

απ’ όλα όσα κοσμογύρισα το μόνο

αύταρκες αυταπαρνητικό χωρίς

της ανταπόδοσης το κερδοσκόπο κίνητρο.

Σε παραδίνω

στη μόνη αθώα απ’ όσες  κοσμογύρισα

ταπεινωμένη  παγερότητα.

Ανίδεη, πικρότατα άθελή της

η απάθεια που σε δέχεται.

 

Ω περιττά όλα  μην κλαίτε.

Στον κόσμο αυτόν μονάχα σεις ζείτε αιώνια.

 

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΘΑ ’ΡΘΩ ΑΥΡΙΟ

Στο διπλανό σπίτι κάποιος μαθαίνει πιάνο

Αρχάριος ακόμα,  νοερά τον διδάσκω

τη μουσική αξία του επαναλαμβανόμενου.

 

Έπαιζα κι εγώ κάποτε πλήκτρα

αλλά μόνο μεταξύ στενότατων κύκλων.

Σε τίποτα βαφτίσια ανησυχίας

κανένα γάμο βιαστικά εγκύου πάλι

ελπίδας με  πολύφερνο ίσως

και σε πανηγύρια πολιούχων χωρισμών.

 

Δίπλα ο μαθητής δεν φαίνεσαι τόσο ερασιτέχνης.

Κάθε μεσημέρι επίμονα ασκείται στη μονοτονία.

Οι ίδιες  νότες στις ίδιες σκάλες

ηδύτατα επανέρχεται

της επανάληψης η υπόγεια μελωδία.

 

Κάθε μεσημέρι ανεφοδιάζει ο μαθητής

της μνήμης μου την κλίμακα

με  υποτιμημένη επιστροφή θείας μονοτονίας:

 

Πρώτα της κάτω πόρτας το νιαούρισμα

-η σκουριασμένη δοξαριά του μεντεσέ της –

ύστερα τα βήματα στις ίδιες  νότες των σκαλιών

-διακριτικά μην και προϊδεάσεις

την πολύ ευέξαπτη μαρμάρινη υφή της –

και με το πενάκι του κλειδιού

να προανακρούεις την άφιξη  και  να δονείς

τα τέλια της εισόδου σου στο σπίτι.

Κάθε μεσημέρι.   Σε κάθε «κάθε».

 

Μια μουσική που όσο παίζεται

αμελείς ν’ ακούς όπως δεν ακούς το ψωμί

όταν ζυμώνει κάθε μέρα την προϋπόθεσή σου

όπως ουδέποτε προσέχεις

τη μέρα όταν φεύγοντας κάθε φορά σου λέει

δεν ξέρω αν θα’ ρθω αύριο.

Δεν την ακούς και παραλείπεις

να πεις μισό ευχαριστώ

σ’ αυτή τη μέρα που ήρθε και αύριο ωστόσο

παρά τη βάσιμή της επιφύλαξη που διέτρεχες.

 

Με τον καιρό

χάνει το μουσικό αυτί της η συνήθεια

λεωφόρος φάλτσα  το κελάρυσμά της.

Το καθημερινό σιγά – σιγά απελπίζεται

πως είναι αιώνιο – άρρωστο –

τρέχει σε κομπογιανίτες γάμους πανηγύρια

να γιάνει τάχα πίνοντας εφήμερο νερό.

 

Κάθεται η μονότονη επανάληψη στο πιάνο

όταν κοιμόμαστε  ή  λείπουμε να γράψει

τα μελωδικά απομνημονεύματά της.

Τα υστερόφημα.

 

ΧΑΜΕΝΑ ΠΑΝΕ ΕΝΤΕΛΩΣ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

(Ένα ποίημα όπου η μνήμη αναλαμβάνει

να αναπληρώσει την απώλεια

βρίσκοντας καταφύγιο σε μια παλιά φωτογραφία –

θέμα αγαπημένο στην ποίηση της Κικής Δημουλα )

 

Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει

-έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.

Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό   του ανώφελου.

Σιγά  - σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη

να δίνει ωραίες συμβουλές  μακροζωίας

σε ό,τι έχει πεθάνει.

 

Ας σταθούμε στο πλευρό ετούτης της μικρής

φωτογραφίας

που είναι ακόμα στον ανθό του μέλλοντός της:

νέοι ανώφελα λιγάκι αγκαλιασμένοι

ενώπιον ανωνύμως ευθυμούσης παραλίας.

Ναύπλιο Εύβοια Σκόπελος;

Θα πεις

και πού δεν είναι τότε θάλασσα.

[ΚΟΝΙΑΚ ΜΗΔΕΝ ΑΣΤΕΡΩΝ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά

ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988)

 

ΓΟΠΑ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΦΟΥΓΑΡΩΝ 

(τελευταίο ποίημα στη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988)

Μετακινούμαι προς λιγότερη.   Κάποτε λήγει το συμβόλαιο με τη γέννησή μας.  Όσο ζούσε και η μάνα μας όλο και το ανανέωνε   καθώς μας έντυνε παιδιά στο βλέμμα της ακόμα  - ταμένα στο αμετάβλητο μας είχε.   Σιγά – σιγά αδειάζω όσα μπόρεσα  κουρελαρίες.  Να φύγω φορτωμένη ελαφρότερα.   Σκίζω το ημερολόγιο που έγραφε η έκβαση  πού να κουβαλάω τώρα πέτρες.   Μπαούλα  γεμάτα ηχεία, διπλώματα αεροπειρατείας   δωράκια που ανταλλάσσαμε με το επιστήθιο ψέμα  - όποιος δίνει και το παίρνει  το άλλο Σάββατο πεθαίνει -  πιάστικα στον μπουφέ   δωδεκάδες στοίβες καλεσμένοι   τόσοι του κύριου φαγητού   του γλυκού  του τσαγιού  του καφέ  του αμανέ.   Να κρατήσω μόνο ένα δυο συστατικές επιστολές   - πρέπει να βγάζει το ψωμί της η φυγή μου -  πως ξέρω να νταντεύω την αλυσιτέλεια   να συνοδεύω γέροντες ξεχασμένους στα παγκάκια   σε πλατείες και σημεία οριακά, εκεί ακριβώς   που έρχονται τα πούλμαν – τούνελ  κι αδειάζουν τα παιδάκια απ’ τα σχολεία.   Πως ήμουν συνεργάσιμη με τις νερομπογιές.   Θα προτιμήσω βέβαια να μπω   θερμαστής ανάμνησης   χρόνος αργός να γίνω ποταμόπλοιων   τότε που τα κοιτάζαμε μαζί να πλατιάζουν   κάτω από δαγκωμένες γέφυρες, μισοφαγωμένες   όπως τις πέταγε στις όχθες η ομίχλη.   Είμαι έτοιμη;  Να σφίξω καλά τη δειλία μου   μην πλημμυρίσει λόγια και τούτη η απόφασή μου.   Ξεκρεμιέμαι από το θάρρος μου.  Το καρφάκι ας μείνει εκεί – ψίχουλο τροφή για το ίχνος μου.   Τα πήρα όλα;  Έδωσα πίσω τη μεζούρα;   Εκείνα που αγάπησα μου επιστρέψανε το πόσο;   Όλα που δεν κατάλαβα   σε ποια  συγνώμη που δεν δίνω θα χωρέσουν;   Να ρίξω μια ματιά συγκομιδιστική   μην ξέχασα κανένα απαραίτητο ασυγχώρητο.   Τέλος πάντων, ό,τι λησμόνησα να ζήσω   το χαρίζω σε ξένη παράλειψη.   Όλα δεν μπορώ να τα σηκώσω μ’ ένα χέρι.   Το άλλο μου το κράτησες εσύ για ενθύμιο.   Της στιγμή που αιώνια το ξέσφιγγες  (από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΈ 1988 – Συγκεντρωτική έκδοση ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1956 -1994)

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2026

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΚΑΘΕ ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

  (… να μοιάζομε πότε τ’ αειθαλή  και  πότε τα φυλλοβόλα…) Τα περισσότερα απολογίες αζήτητες και άλλα νάρκισσοι: φριχτά επιμύθια, πληχτι...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ