(… θα κοιμηθώ ή θα πεθάνω χωρίς όνειρα…)
Να
τρίψω τα μάτια μου με γυαλόχαρτο,
να
πάρουν φωτιά, για να ησυχάσω
με
την περιβόητη επικοινωνία μας και να
μείνω μόνος!..
Μόνος,
παιδί μου, στον κόσμο, χωρίς περιττά χρώματα.
Μόνος
με την αναπνοή μου.
Και
να περνάν οι μέρες γκαμήλες μαύρες
και
ν’ ακούω μόνο τις φλέβες μου
γαλάζια νήματα στο λαιμό!..
Οι
ιδεολογίες στο ψυγείο
μαζί
με τα τυριά και τη ρωσική σαλάτα,
μαζί
με τα ποιήματα και την ενεργειακή πολιτική
και τις βλακείες για τη μόλυνση της
ατμόσφαιρας!..
Ε,
όχι άλλο. Τέρμα τα αστεία.
Τέρμα
οι φωτοτυπίες των συναισθημάτων.
Τέρμα και το
θέμα πατρίδα.
Για
τελευταία φορά. Θα μείνω μόνος,
πηγαίνοντας
τα δελφίνια μου στη βοσκή
κάτω
από την Ακρόπολη
και
όπως θα μηρυκάζουν το καμένο χόρτο,
θα
κοιμηθώ ή θα πεθάνω χωρίς όνειρα!,,
[ΦΩΤΟΤΥΠΙΑ
από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού
ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ 1977
Εδώ
αντιγραφή και επικόλληση από την ανθολόγηση
ποιημάτων Γιάννη Κοντού που με τίτλο
ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1999]
ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΗΝ
ΑΘΗΝΑ
(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού
ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ 1977
Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999 )
Σκουπίζω τις παλιές φωνές από το τηλέφωνο
Μετά κουρδίζω τη μουσική
– ακόμα μπερδεύω το τηλέφωνο με ρολόι –
Βγάζω το δέρμα μου και κάνω ένα ζεστό
μπάνιο για να ξεχάσω.
Λύνω πολιτικά σταυρόλεξα.
Πέντε καθέτως. Πέντε υποδορίως.
Λέξη με εφτά γράμματα. Α ν α π ν ο ή.
Κάποιος μου κλείνει το στόμα.
Βλέπω όμως τον πεθαμένο να οδηγεί ιλιγγιωδώς το αυτοκίνητο.
Κορνάρει, ελίσσεται, τρέχει να προλάβει
ανοιχτό το νεκροταφείο ή το
εστιατόριο.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΙΩΠΗ
Με φωνάζουν διάφορες φωνές.
Χρωματιστές, σιδερένιες
-φωνή σου το απόγευμα σε κίτρινη
φόδρα –
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
Έρημο φως. Έρημος τόπος.
Το χέρι μου βόσκει στην κοιλιά σου.
Η φωτογραφία δείχνει διαδήλωση ή αιχμαλώτους –
έστω, ανθρώπους που θα χαθούν – στο τέλος
εκεί που σβήνουν όλα, βλέπω τη γυναίκα μου να φωνάζει:
«πιο κάτω, πιο κάτω το χέρι σου»
ή το φοβερό: «ωραία μέρα σήμερα¨.
Το σταματημένο χέρι. Το σταματημένο ποίημα.
Κάποιος γυρίζει το διακόπτη
και το σκοτάδι τρέχει παχύρευστος
γύψος.
Όλα τα άλλα είναι ζήτημα χρόνου.
ΤΟΠΙΟΓΡΑΦΙΑ
(στην Κική Δημουλά)
Ψηλά δένδρα. Ψηλός ουρανός.
Γύρω πετάνε φωνήεντα. Λίγο ακόμα
και θα ξεχάσω την άλλη πλευρά μου.
Σκοντάφτεις σ’ ένα μισοθαμμένο
πρόσωπο.
Το τραβάς απότομα και οι ρίζες του
κρέμονται στον αέρα – πάει ξέχασε το
χώμα –
Από παντού βγαίνουν καπνοί – λες και
καίγονται
όλα τα μυστικά του κόσμου –
Κυλιόμενες σκάλες φέρνουν ομοιόμορφα
τοπία.
Τα περιμένουν ίδια βλέμματα – ίδιες
θήκες.
Ένα μικρό κορίτσι τρέχει σ’ όλες τις ηλικίες του υδράργυρος.
Ανοίγω τη βρύση – τη μνήμη.
Ξεκουμπώνει το δέρμα της απαλά
και φαίνεται η γεωγραφία του
απογεύματος.
Το τοπίο τώρα είναι σεληνιακό.
Ο καπνός με τυφλώνει και πέφτω.
στην πρώτη χαράδρα στο πρώτο κενό στον πρώτο άνθρωπο.
ΞΗΡΑ ΤΡΟΦΗ
Ριπές αιώνων μου σκορπάνε τα κόκαλα.
Λες, σήμερα. Ποιο σήμερα;
Λες, πολιτικός κρατούμενος.
Και είσαι ο επίσημος κρατούμενος.
Οι παλιές ρυτίδες κυλάν – κατεβάζουν
τα άχυρα – λόγια τη βροχή
τα χώματα – χρόνια.
Οι παλιές χαράδρες μετακινούνται – φεύγουν
Τα δάση απογειώνονται μαζί με τους αντάρτες.
Η γη είναι χθεσινή κουβέντα.
(Αποκλεισμένος σ’ αυτό το χαρτί χωρίς
νερό…)
(από τη συλλογή
του Γιάννη Κοντού ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ 1977
Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ 1999)
Ο ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΟΣ
(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΗ
ΔΙΑΛΕΚΤΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ 1980
Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999 )
Το τοπίο ξεκολλάει από πάνω μου ματωμένος επίδεσμος.
Έχω ξεθάψει πολλά πρόσωπα.
Τα μόνα που θυμάμαι:
λίγους θορύβους τα άσπρο να χάνεται στο στόμα σου
τη θάλασσα να γέρνει
τις πολυκατοικίες να κυματίζουν.
Όλα γυρίζουν τόσο γρήγορα:
πολιτικές ποτάμια
πανικός
Όλα πολτός - και μιλάμε για μόνιμη κατοικία –
Πώς πετάνε τα ορυκτά μου λόγια
Πόσο μεγαλώνουν τα νύχια μου
μέσα στο χώμα σκάβοντας.
Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΕ
ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΕΙΣΜΟΥ
Παχιά άνοιξη βιομηχανική
με ριπολίνη και πλαστικό γέμισε το σπίτι μας.
(Είναι εκτός πραγματικότητας
οι περιγραφές με πουλιά, μαλλιά και μάτια)
Όλες οι αποστάσεις συγκεντρώθηκαν σε μια τελεία –
χωρίς τρόπο διαφυγής.
Μεταφράσεις γίνονται στην ίδια γλώσσα
για να συνεννοείται ο πληθυσμός.
Εμφιαλωμένες ερωτικές κραυγές μεταφέρονται
από τα ψυγεία για τις ζεστές νύχτες.
Αγκαλιάζω το σώμα μου
και περιμένω να γεννήσεις τη μεγάλη πέτρα.
ΠΟΛΥΩΝΥΜΟ
Να συνεννοούμεθα: η ξανθιά
που βλέπω κάθε πρωί στο υποδηματοποιείο
ΜΑΥΡΑ ΣΤΟΥΠΙΑ -
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΕΤΑΜΕΝΑ
Μ’ ένα νόμισμα στο στόμα προσπαθώ να περάσω
Στον καρπό του χεριού
το ρολόι – ωρολογιακός μηχανισμός -
έτοιμος να με
ακρωτηριάσει…
Τρέχει το νερό μ’
έναν ήχο κλαρίνου βραχνιασμένου.
Πέφτουν τα φιλιά σου
στο χώμα –
αυτό το μωβ που
βγαίνει από τη γλώσσα, όταν ο άνθρωπος προσεύχεται –
Υπάρχει το στήθος, το
ελικοειδές τόξο της αφής
και ο εγκέφαλος
κάρβουνο όταν σε σκέφτομαι!..
Υπάρχει αυτό το
ποίημα που δεν σε θέλει
και αντιδρά με
χίλιους τρόπους και πυρετό.
Υπάρχει η νύχτα με τα
πορτοκάλια και το ύφασμα του λόγου!..
Υπάρχει πάντα το θέμα
πατρίδα!..
Έτσι έγινε με τις
βροχές, χωρίς δένδρα!..
Κατά τα άλλα τα ίδια
και τα σπίτια κολλημένα στη θέση τους.
Μόνο μια διαδήλωση
περνούσε πάνω από τη βροχή με
σιδερένιες φωνές!..
ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ
Το σώμα σου κάπου κάνει μια τεθλασμένη
γραμμή και ξαναφεύγει από την τροχιά του.
Χάνεται στα σεντόνια, βουλιάζει στο κρεβάτι.
Τα δευτερόλεπτα – τσιγάρα τελειώνουν
στο άψε – σβήσε. Σκέφτομαι αυτούς που δουλεύουν
σε υπόγειες στοές χωρις οξυγόνο, χωρίς μουσική
και μετακινούν τη νύχτα.
Με περιμένουν μεγάλοι έρωτες πλατύφυλλοι
με περιμένουν μεγάλες σιωπές!..
Πίνω καφέ κάτω από τον ίσκιο του ταβανιού
και πλάι τα ρούχα σου με δαγκώνουν.
Κτυπάνε τηλέφωνα, τρέχουν βρύσες, βαράνε
κουδούνια
δεν είμαι πουθενά. Βάζω αυτί στο πάτωμα
και ακούω που έρχεσαι με πόδια διψασμένα.
Κρέμομαι από μια βομβαρδισμένη γέφυρα
και έχω ξεχάσει πώς πετούν!..
ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ
Κάθε πρωί με πονάνε οι ώμοι.
Είναι που κωπηλατώ στον ύπνο μου
για να σε φτάσω!..
Η ιστορία είναι πάντα ίδια.
Αδειάζει η λίμνη πηγαίνω στον πάτο, στη λάσπη.
Βγαίνουν αλλεπάλληλα εκμαγεία
της λύπης μου. Με σημαδεύουν
ελεύθεροι σκοπευτές στο κεφάλι.
Περνάνε χρόνια. Επιτέλους σε πιάνω.
Γυρίζεις το πρόσωπο, δεν έχεις μάτια.
Κανονικά έπρεπε να με καταλάβει μέγας φόβος
αλλά γελάω, γιατί βλέπω ένα ζαρκάδι
στην άσφαλτο να μηρυκάζει την ομορφιά του.
-Στα όνειρά σου, υπάρχουν ακόμα υπολείμματα τροφών -
Η ΛΥΠΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Σ’ ακούω μ’ όλους τους πόρους μου
να τρέχεις σε ξένες πόλεις, με ρούχα
χάρτινα κάνοντας ένα θόρυβο
που προμηνύει μεγάλη θάλασσα.
Επιστρέφω στο κλειστό κύκλωμα
της ζωής μου.
Στο κανάλι σιωπή!..
Ταριχευμένες κινήσεις:
μια καρέκλα μετακινείται χωρίς λόγο,
ένα κρεβάτι κυλάει στο δρόμο.
Στον τοίχο προβάλλεται η ίδια
μαγική εικόνα – δεν μπορώ
να ξεχωρίσω τον κυνηγό –
Κοιμάσαι με στόμα γεμάτο
μυστικά και βροχές!..
Η ΠΟΜΠΗΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Κοιτάζω τα πόδια μου
που περπάτησαν πολύ στο δωμάτιο.
Ανέβηκαν στις χαράδρες των τοίχων
γλιστρήσανε στα χιόνια το παρκέ
τσακίστηκαν στα βράχια του νεροχύτη…
ΚΑΘΕΣΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΚΡΕΒΑΤΙΟΥ
(…σπασμένο φως
και χλόη και πετάγονται
στάχτες της ομιλίας σου και σε
σκεπάζουν…)
Περιγράφεις με τα
χέρια, γέφυρες και δάση. Ανεβαίνω και
ξεχνιέσαι στα μισά. Γυρίζεις στο σώμα –
γενικά στο σώμα – δεν θέλω να βλέπω, να ακούω
τα σημάδια που κάνει ο γύψος στο λαιμό
σου. Οι κοιλιές μας φωτισμένες από έντερα «νέον», το σεντόνι έτοιμο για την αποκαθήλωση, τα μαλλιά ήδη στον γκρεμό. Πεφιλημένη νύχτα η σπηλιά της μασχάλης. Η φλέβα τινάζει εικόνες και φωνές. Τα μάτια ανοιχτά κοιτάνε πέρα από το χρόνο το σκελετό – το σκάφανδρο (Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΣΜΟΥ από τη συλλογή του
Γιάννη Κοντού ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
1980 – Ανθολόγηση ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ 1999)
Δευτέρα,
27 Απριλίου 2026

