(… σαν τον Ελπίνορα, λίγο πριν πέσει να τσακιστεί μέσα στο σπίτι, ήτοι από αγιάτρευτον ασκίτη…)
Χλωμοί κι
αδύναμοι.
Μες στους καπνούς δες φτάνει
μας πλευρίζει κιόλας σκοτεινός
μαγνήτης,
του θανάτου το οτομοτρίς – μας
ρουφάει δυο και τρεις…
Τζακ το ξέρεις είμαι ολόκληρος οι
φλέβες μου.
Πρόσεξε Τζακ, Τζακ είναι η ζωή μου
αυτό θρομβωμένο δίχτυ.
Κι όχι άλλες νοθείες σκύλας γιε,
σου μιλάω, πρόστυχο πρεζόνι.
(Κυθέρεια – αιθέρια. Ο δικός μου Παν:
σε μια σύριγγα χώρεσε το συν-παν)
Κι η μικρή Φλέρυ… κολικοί, κράμπες και τα ρέστα…
Ούρλιαξε και
ούρλιαξε!.. Ούγιες
ούγιες σα χασές η μαρμάρινη σάρκα.
Ώσπου η Φλέρυ ξεψύχησε.
Κι όλη νύχτα έπεφτε μια βουβή βροχή
μέσα στο λούκι
που μας έστυβε τα κόκαλα.
Οκέ οκέι Τζακ σ’ αυτή τη
ξεχαρβαλωμένη στιγμή∙
φχαριστώ ήταν μια καλούτσικη
δόση
στα μέτρα μου για τώρα.
Αλλά Τζο Τζακ αιχμάλωτες φωνές αρρωστημένης σάρκας
μυρίζουν έναν έρωτα σε μακελειό.
Στην έπαυλη της Κίρκης, πόσα
μιλιγράμ…
Μέσα στην νυχτωμένη πάχνη…
δες φτάνει του ερέβους το οτομοτρίς.
Κι είμαστε νέοι, Τζακ, νέοι
ως τη σκοτεινή λάμψη του πόνου μας.
Ως την άβυσσο των στιγμών μας…
Κι η Φλέρυ Φλέρυ
Φλέρυ φλας… οβερντόζ καληνύχτα οβερντόζ…
θαμπωμένο αγρίμι στα κλαδάκια.
Κάποτε… την… σαν…
άγγελος με τα καμένα της φτερά.
Οκέ Οκέι Τζακ – Φλέρυ,
γουί γουίλ τολ
τολκ, α – α γκεν γκεν μπάι μπάι
γεια… γεια…
[επιλογή
στίχων από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη
Ο
ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006
Κι
άλλες επιλογές απ’ αυτή τη συλλογή
μ’
αντιγραφή και επικόλληση από την ανθολογία
ΕΚΛΟΓΗ
από το ΕΡΓΟ του Ποιητή, εκδόσεις Καλέντης 2014]
ΑΚΟΥΩ ΤΙΣ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΕΣ ΦΩΝΕΣ ΤΟΥΣ
(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006)
και τι πιστά που παίζουνε μέσα στην κίνηση τους ζωντανούς.
Πηδώντας βιαστικά Κουκάκι, Μετς στα τρόλεϊ ταυτόχρονα
προς την Ερμού και την Φορμίωνος.
Γωνία Τσακάλωφ δυο τρεις λέξεις ξαφνικά μου μένουνε
άφωνες κι αφήνουν έναν
εκκωφαντικό και κούφιο κρότο
στο μυαλό μας σαν αφλογιστία…
Κάτι για Μάνα, για ύποπτη σκιά στον… του λέει ο αδελφός
(οι αφορισμοί στροφόμετρο
αφηνιασμένο
φιλμ τύπου φλας - μπακ∙ φωνητικά
σαρδάμ και κόλλημα
κόλλημα, σα βραχυκύκλωμα τριζόνιπρεζόνισεζώνει.
Μια τυποποίηση. Από την ίδια πρέσα η
σκέψη σου μετρέσα).
Κι ένα πρωί, μέσα στο φως, καθώς κατέβαινε Αντίκλειας,
τον πιάνω απ’ το μανίκι (ο
αφομοιωμένος τρόμος του,
τικ ανεπαίσθητο στο βλέφαρο - σαν τσιγαρόβηχας).
Τον ακουμπάω απαλά, παλιέ συμμαθητή
του λέω.
Μένει έντρομος. Δεν σε ξέρω απαντά
κοφτά
και δύσθυμα (ίσως κάποιος , λέει
μασημένα, από τους βάλτους).
Γυμνάσιο Ιεράπετρας τον σκουντώ, τρίτη τάξη, τέταρτο κύμα αριστερά
με τη Φωφώ (κάτι σαν ν’ άστραψε).
Τι λες άνθρωπέ μου ψελλίζει,
σαράντα χρόνια τώρα στον πνιγμό…
παρά νηυσίν ταμίας, σίτοιο δοτήρ,
ένας αποθηκάριος , ολεσθείς τηλόθεν οίνοπα πόντον.
Δεν έχω όνομα ούτε παρελθόν…
Κι ούτε κατάγομαι… ως αυτήν εδώ την ξέρα έσυρα
το ναυάγιο μου – αυτό είναι το σπίτι μου∙
ο Κανένας με τον Πουθενά.
Δεν έχω μνήμη και δεν είμαι… Νύχτα στην πρύμνη
σπρώχνοντας με ένας άλλος πέρασε στο
πόδι μου…
και στο δικό σου.
Κοίτα το αφανισμένο πλήθος.
Ένα πλήθος φλύαρα βαμπίρ μέσα στα
φώτα,
χωρισμένα από τους ίσκιους τους…
ΕΞΑΒΑΛΒΙΔΟΣ Ο ΦΟΒΟΣ ΣΕ ΞΕΦΡΕΝΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ
(…η συνείδηση – μινιατούρα – ενέχει πλέον θέση κοπρόμυγας…)
Ρωτά. Πλανιέται.
Οι μέρες της νάιλον σακούλες με σκουπίδια ριγμένες σε κοντέινερς.
Ξυπνά στην κάμαρα του πανικού.
Στου τρόμου τη σουίτα.
Κόβει τη σάρκα που γερνά σαν ξινισμένη πίτα.
Σπαρταρά στο δίχτυ.
Σκοτεινός κισσός αναρριχάται
στο πρωί της η θρομβοφλεβίτιδα.
Ληξιπρόθεσμα και τα ρέστα.
Το μαύρο δεσπόζει πίσω από τη φιέστα.
Ρευστοποιεί κι εκταμιεύει το πιο ακριβό της ορυχείο.
Ώσπου στην άμπωτη, έντρομη, βλέπει
και βακχεύεται με το κενό της.
Σε κακόφημη ώρα γυρεύει πίστωση απ’ το θάνατο.
Κυματόφερτη κάποτε (στάζοντας
ταξίδι)
Στολισμένη τους ωκεανούς – πέντε γάγγραινες ο νους.
Της πετά ο εραστής: σκατόγρια, σβήσε τα φώτα.
Παρά τα τόσα λίφτινγκ σου δε βλέπεσαι.
Οι μαστοί σου σαν του γέρου Τειρεσία – σου πουλώ υπηρεσία –
τα βυζιά. Κρέμονται σαν
καπνοσακούλες
- μου την πέφτουν τρεις μικρούλες.
Πλήττω στο αρχαίο σου ερείπιο.
Μυρίζει χώμα και σκουριά.
Και πού ’σαι, πες στην ανηψιά:
Καν’ του γέρου κόλπα
στο φεγγάρι - θέλει τάλιρα
η Φεράρι.
Με άυλους τίτλους χρεωμένη.
Της ψυχής τα όσια σε προσημείωση
έως πέμπτη γενιά!..
Μηρυκάζει το πράσινο στο πάρκο.
Το μαύρο γαβγίζει στο σαλόνι
Σαν κωφάλαλο μάτι.
Σα δένδρο που του φύγανε οι κλώνοι.
Ακούω την ηχώ από ένα ζοφερό φαγοπότι.
Δεν ξέρω πια πού μένω.
Καθένας ξεκληρίζει τον τόπο του.
Καθένας αμαυρώνει αυτό που αγάπησε.
Των ρημάτων η ψυχή σε διαπόμπευση, δεν θάλλει
-μπροστά μου ένας μαυροπίνακας από αιθάλη.
Ακούω του δασκάλου τη φωνή.
Πίσω από την πόρτα του γέρου χρόνου το τραύλισμα.
Ακούω του παιδιού που υπήρξα τα αναφιλητά
που τώρα αδιάφορο με προσπερνάει.
Καθένας λεηλατεί αυτό που κυριεύει.
Καθένας διαφθείρει εκείνο που του
εμπιστεύτηκαν.
Μέχρι το ύστατο καρφί στο φέρετρό μου
των παιδιών που υπήρξα τα φαντάσματα
θα με τρελαίνουν
(ό,τι είναι σίγουρο έχει κιόλας ταφεί)
Τραβάτε μπρος, ταξιδιώτες στης πληροφόρησης τις λεωφόρους.
Σε τροπικούς και σε πόλους
ξαπλωτοί στις πολυθρόνες σας!..
Πίσω από κάθε γυαλιστερή Μερσεντές ακολουθεί μια αόρατη
εκφορά!.. Μια θλιμμένη πομπή
φαντασμάτων
Η φήμη άλλο δεν είναι από ένας πολλαπλασιαστής
πένθους. Ένας προαγωγός προόδου
που γυαλίζει τη θλίψη μας με μηχανέλαια!..
ΜΙΚΡΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ Σ’ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΖΑΜΙΝ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ
ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ ΚΛΕΕ «ANGELUS NOVUS»
(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006)
Θέλει να απομακρυνθεί από κάτι που
κοιτάζει επίμονα.
Τα μάτια κοιτάζουν ορθάνοιχτα.
Το στόμα ανοιχτό. Τα φτερά του
ανοιγμένα.
Το πρόσωπό του στρέφεται στο παρελθόν.
Το παρελθόν πιστό σκυλί ακολουθεί
Εκεί που εμείς βλέπουμε μιαν αλληλουχία γεγονότων
αυτός βλέπει μια και μόνη καταστροφή
που στοιβάζει
συντρίμμια πάνω σε συντρίμμια και τα
σαρώνει στα πόδια του.
Βλέπει την αιώνια κατάρρευση σε μια συμπυκνωμένη στιγμή.
Θα ήθελε να παραμείνει να ξυπνήσει τους νεκρούς.
Να ενώσει τα θρύψαλα σε ακέραιο αγγείο.
Να συγκολλήσει τα γρέζια του χρόνου στον αστραφτερό τους άξονα.
Όμως η ορμή μιας θύελλας που φυσά
έχει πιαστεί
μες στα φτερά του και ο
Άγγελος δεν μπορεί πια να τα κλείσει.
Η θύελλα τον σπρώχνει με ορμή προς το μέλλον
στο οποίο έχει στραμμένη την πλάτη του
όπου άθελά του οπισθοχωρεί!..
Δεν μπορεί να κλείσει τα φτερά
και οπισθοχωρεί.
Ενώ τα συντρίμμια μπρος στα πόδια στοιβάζονται ως τον ουρανό.
Αυτή την ανυπόφορη θύελλα της καταστροφής ονομάζουμε Πρόοδο!..
Των ονείρων την ονείρωξη Εξέλιξη!..
ΠΕΡΠΑΤΑ ΠΙΟ ΑΡΓΑ… ΚΑΝΕ ΕΡΩΤΑ… ΣΤΟΧΑΣΟΥ ΠΙΟ ΑΡΓΑ…
(…αργοπόρησε στις αργόσυρτες οδοιπορίες… πατώντας
φρένο )
Σπρώξε στο χώρο των αχρήστων το επάρατο στεφάνι της πρωτιάς.
Βράδυνε λίγο τα γρανάζια που μασάνε της ύπαρξης τη φόδρα
πριν μείνει βρόμικο κουρέλι στα χέρια σου
(γρασάροντας τις μηχανές).
Είν’ εκεί το πλήθος που έχασε το τρένο,
μυξοκλαίγοντας πώς κλαψουρίζει!..
Όμως ολοένα κάτι τρέμει σα λάμψη ανέμελων πανσέδων
στη χρονοτριβή!..
Μες στη βραδύτητα. Είναι ένα
ξέφωτο. Ένας καρπός.
Σαν ζώα κουρασμένα που πίνουνε στο ασήμισμα του απογεύμαος.
Περπάτα πιο αργά. Βράδυνε, βράδυνε…
Και κόψε ταχύτητα σαν πλοίο που πλευρίζει ήσυχα στο μόλο.
Η βιασύνη πάντοτε νηστεύει την απόλαυση.
Πολύ συχνά ψευδίζει.
Πολύ συχνά την πιάνει συχνουρία!..
Μπερδεύει τα ρούχα με τα λόγια.
Τις δικές σου εφευρέσεις με τα κλοπιμαία.
Κατεβάζει αναφομοίωτα ολόκληρα καρβέλια ξένων ιδεών.
Και να, σου κάθεται μια πέτρα στο στομάχι.
Και να, η μαύρη τρύπα σαν αλληγορία
πλοίου
που κιόλας αρχίζει να βυθίζεται…
Όχι θραύσματα θεάς , θρύψαλα εικόνων στου βίου το ταξίδι.
Όχι στη ρύπανση του κάθε φυσικού από την επιτάχυνση.
Η ταχύτης: η ακαριαία εκλογή.
Ως συρρίκνωση της βούλησης αγεληδόν!..
Ως χύτρα ταχύτητος που κάνει τη σκέψη μας παστίτσιο!..
Ως αμετακίνητο κινούν στη στείρα ξενοδόχηση.
Απόλαυσε το χρόνο που κοιμάται ξαπλωτός
στα αμέριμνα βαμβακάκια του!..
Περπάτα στην ήρεμη συμπόρευση με
δροσερά τρεχαλητά
στις ολάξαφνες καταιγίδες!..
Μιμήσου την ακίνητη δράση μπαίνοντας
«στο όχημα του παντός»!..
Φεύγεις «ανέμελος» στη σέλα μεγάλου κυβισμού.
Κρύβεσαι στον ίλιγγο.
Μα ο ίλιγγος είναι ο διάβολος του καβαλάρη.
Το ξέφρενο μέλισμα στου γκρεμού το
ακούραστο κρεοπωλείο.
Στάσου για λίγο, εκεί που βιαστικός βαδίζεις με το ένα πόδι μετέωρο
κι αφουγκράσου της σιγής τα εξόριστα ειωθότα
(υπαινίσσομαι ανακατάληψη της χαμένης άγνωστης πατρίδας∙
δηλονότι όλα όσα έχουμε αποχωριστεί)
Ακινήτησε το σώμα σου στην κρέμαση∙
ως του γκρεμού τ’ ανώφυλλο που
δίκταμος φυτρώνει.
Ως να νιώσεις της αν – άπηρης παύσης το απρόβλεπτο φέγγος,
με ατραπές α – συνέχειας υφασμένο
, στου μεγάλου
Τε τον αργαλειό.
Επιτέλους κλείσε για σήμερα τις βρύσες.
Περισσεύουν τα πένθη!..
(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ
2006)
ΣΠΑΕΙ ΤΩΡΑ ΤΟ ΦΤΕΡΟ. ΧΑΛΑΕΙ ΤΟ ΦΡΕΝΟ…
(… Γεμίζει σίδερα ο χρόνος!.. Γίνεται βίδες η αιωνιότητα!..)
Μετρητές όπως όλα τα δόντια στη σάρκα. Όπως όλα τα βγαλμένα φτερά των αγγέλων στην
καρδιά. Οπιομανή μυαλά γέρνουνε σαν ιτιές στα χαμαιτυπεία της δόσης
τους. (Μυρίζει η σκέψη χαλασμένη
κονσέρβα) Είδα τα σαστισμένα πλήθη σε
πανικούς – περίπατους. Κονσερβηδόν στα
καταφύγια με προβοσκίδες. Ολόκληρες
αγέλες πολεμικά Λαντ – Ρόβερ, έξω από στρατόπεδα εργασίας προσμένουν τους
Κυρίους τους. Ταχύπλοα μεγάλου κυβισμού
στης Στυγός τις επαύλεις. Είναι όλοι
βιαστικοί σα γορίλες νηστικοί. Σα δρομείς ντροπιασμένοι κάνουν κύκλους
κουρδισμένοι. Μια χαώδης απληστία
- για δυο χάπια μια ληστεία. Χρόνος
χρήμα ευκαιρίες - πώς τσιμπάνε οι κυρίες!.. με χειλάκια ευπρεπή και λαρύγγια χαμερπή!.. Υπνωτίζοντας το νου με την ξελογιάστρα
σκόνη θα σε δω σα χιμπατζή στου θανάτου το μπαλκόνι!.. Οβερντόζ υλοφροσύνης στο μυαλό της αφροσύνης!.. Το σόπινγκ ως επιτομή μιας εφήμερης
δόσης ως το ωστικό κύμα της επόμενης
ώσης… Προμηθεύεσαι τη δόση απ’ την
τράπεζα∙ η καημένη ξελαιμιάστηκε να μας δανείσει!.. Αχ να
βρούμε τη συναίνεση με μιαν ωραία ένεση!..
Όταν έμποροι και χρήστες έχουν
όλοι τους φτιαχτεί κάνοντας την
αρπαχτή!.. (ΕΠΙΛΟΓΕΣ
από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006 – συγκεντρωτική
έκδοση: ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ ΕΚΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, Καλέντης 2014)
Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2026

