Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΠΟΙΟΣ ΡΩΤΟΥΣΕ

 (…αν προβλέπεται ποινική παρακαμπτήριος

για αθλιότητες δεδοξασμένων…)  

Σου ’λαχε να δεις τέτοιαν απανεμιά πριν το χαμό;

όπως η γόμωση μες στην οβίδα;

Κάποιος ρωτούσε: για πού θα κινούσανε τα πλοία;

Γιατί κατάπεσε ο άνεμος;

Γιατί σα χίμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της τον είπαν πετεινό;

Πού τήνε σφάξανε;

 

Οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι που

μέσα στη χούφτα νύχτωνε το κόλλυβο

Το σκυλί ακόμα καίγονταν αυτοπυρπολημένο

Στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες, είπαν:

Η ψυχή της πού έφευγε;

Και τότες - χίλιοι ταύροι  -

από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε

ούριος άνεμος

-Αχαιοί στα πλοία…

Αν όχι τίποτα άλλο, κι αν σακατεύτηκαν

κι αν δεν έμεινε σανίδα απ’ τα καράβια

κι αν η Τροία

και Πρίαμος και λαός εϋμμελίω Πριάμοιο

αν πήγαν κατ’ ανέμου

τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε

να ’ναι αλάθητος ο λόγος σου

να ’σαι και λόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη*  

[ΑΥΛΙΔΑ – ΣΧΟΛΙΟ από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987]

 

*έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας  (ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ)

 

…κι έγινε να ψάχνω για λέξεις άφοβες 

για λέξεις μάχιμες  κι  αθάνατες

για λέξεις παρατεταμένες   ανυπόμονες   πεισματικές

για λέξεις αμαζόνες απόκρημνες 

έψαχνα για τη λέξη που όλη απόγνωση

πηδάει στο κενό 

και που στην προσγείωση   χίλια κομμάτια…




 

ΦΡΕΝΟΤΕΚΤΩΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ  ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ

(κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987)

Δεν είναι γρύλος που ακούς κάθε που βουβαμός

και κάθε που πάει ν’ ανοίξει τοίχος

Είναι που η καστάνια της που μερεμετίζει η νύχτα

Υπάρχουν δύσκολα  περάσματα

όπως η παρθενία της αν έχεις ακουστά και η οσφύ της

Γι’ αυτό κουτάβι κυνηγάρικο ο λύχνος όλο στα σκιερά

κι όλο λαγνείες με τις κλειδωνιές ο νους του

 

Διόλου δεν άλλαξε γι’ αυτό το σχέδιο  Κ ρ ί τ ω ν*

Και βέβαια πεντάδραχμα και δαρεικούς ο μαθητής στους δεσμοφύλακες∙

όμως ετούτος πέρα βρέχει

Το στόμα σου αφύλαχτο λόγος αμάχητος περί ψυχής

Μην τον ακούτε

Πώς τον αντέχεις που είσαι καταπέτασμα και είναι να σχιστείς

Ο θρόμβος είναι κάπου στο αεί

Ιού ιού μην τον ακούτε μας παγιδεύει με το νυν

μην τον ακούτε

 

Δυο ώρες τώρα  η παλάμη του ορθή∙  στην κορυφή της

υπνοφόρος παπαρούνα η κοτύλη με το κώνειο

Φέγγει στο τσιγκέλι σφαγμένο δίχως την προβιά του

το σκοτάδι

Έτοιμη είναι να χτυπήσει η κόμπρα

Σ’ όλα τα μάτια χώθηκαν σφήκες

Φίλε παγετώνα που κατηφορίζεις το μηρό του Δία

βάλε καταγής αυτί στήσου ν’ ακούς

μην είναι καταδώ  «ν’αοιλλή εμάς βάι εμάς» το ποδοβολητό τους

μην είναι καταμάς τα πάθη της αβύσσου

 

Κι ω Διοτίμα οθωμανικό κιβώτιο ταχυτήτων

Πώς μεσολογγίτισσα εσύ κολλάς του βασιλιά Ριχάρδου;

Για ένα άλογο το βασίλειο του αυτός

Το κρεβάτι σου εσύ μιαν αντινομία.

Όσο είναι χαμός κορυδαλλών η σιέρα τα Κερδύλια

κανένα κατηγόρημα δεν καταδέχεται να το ριγώσεις.

Πάρε παράδειγμα  η σκούνα άγια Κυριακή – Στενήμαχος

που παρότι του άπατου βυθού είναι γραμμένη

άλλο ο Άγιονικόλας  και μεσοπέλαγα οι γλάστρες τους

κι άλλο τούτος εδώ ανάμεσό μας που

μπαλτάδες κι εικοσάεδρα βοσκάνε τα μυαλά του.

Η κοτύλη  και  το κώνειο άγγιζε πια την οροφή

Στο κελί πλημμύρα   τα γαρίφαλά του ο θάνατος

τις επωμίδες του εφόρειε πάλι κι έφεγγε ο οσποδάρος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΚΡΙΤΩΝ: απέβλεπε στη φυγάδευση του δασκάλου μέσω γενναίας δωροδοκίας των δεσμοφυλάκων. Αλλά: πού φυγόποινος, θα κατέφευγε ο Σωκράτης; Μη και του προσφέρθηκε άσυλο σε καμιά ξένη Αυλή;  Τι;  Στα Σούσα;  Κι όχι πως θα ’χανε τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα  ΕΥΓΕ / την Αγορά, το  Θέατρο και τους στεφάνους… Ποιος Αρταξέρξης θα του ’δινε και γιατί, μια που δεν ήταν πολιτικός κατάδικος. Τι να τον κάνουνε τα Σούσα; Δεν ήταν ούτε καν σοφιστής (ίσα – ίσα μάλιστα) για να του δώσει άσυλο ο μαθητής του Γοργία, Θεσσαλοπατέρας και άρχων των Φερών, Ιάσονας… 

 

ΜΙΚΡΟ ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΜΑΦΡΟΔΙΤΟ ΣΟΦΙΣΤΗ ΦΑΒΩΡΙΝΟ

Θυμήσου οι σοφιστές

τα μεθύσια τους τα γέλια

Θυμήσου που η καρδιά τους μοσχομπίζελα

τα πέδιλά τους μπαμπακένια ελάφια

Θυμήσου πώς γελούσανε

μαχαιρωμένοι

 

ΔΟΘΙΗΝΑΣ

Είπανε ο Αριστογείτονας

-αυτός ο ανίδεος για τυραννοκτονίες –

μόνο την ομοφυλοφιλία του υπηρετούσε

Ότι πολλά γι’ αυτήν ήξερε ο Ίππαρχος

ότι τα ’παιζε στον τζόγο  κι  ότι

το πιο συχνά έχανε στις αλεκτρομαχίες

είπανε…

όμως τον τρυφερό μαστό του

πρησμένον στις δαγκωματιές τι τον υψώσανε

σολέα  ή παλινώριο

τι νεκρώσιμο γλωσσίδι;

τι σκασμό;

κι απερνώντας τον Μαλέα

τι ψευδονείρωξη να φωνάζουν:  επιλάθου!..

 

ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΞΗ ΚΕΛ[Τ]*

Ήταν που κινδύνευε βαθιά μες στις φοράδες

Για το μεγαλείο του λέω του ανέμου

Ήταν που κινδύνευε

Που παρακινούσε τα στάχυα ν’ αμαρτάνουν

Που όλος έπαρση για τη γενιά του – ότι υπεριώδης –

Έμπαινε αιρετικός ως προς τις μασχάλες  του

κι έβαζε φωτιά στα χελιδόνια

Σαν οξειδώθηκε για τα καλά μας ρίχτηκε

Όρτσα αλά μπάντα μας βρήκε το μπουρίνι

κι ήρθαμε καπάκι…

 

Σαράντα οργιές βαθιά κι ήταν κατάχρυση ακόμα η Τήνος

κι ήσουνα τόσο  αθάνατος Καλλίμαχε εκεί κάτω

που ούτε αχινό δε βρήκα να ’ναι ανέγγιχτο αγόρι…

Σαράντα οργιές βαθιά με κάρφωσε

Βόσκαε μόνη της πάνω σε λίθινη άγκυρα λέξη άφοβη

Μόλις που διαβάζω:  Κελ[τ].  Ποιος τάχα;  Πότε;

Άδικα ψάχνω για το  «χ ά ρ α ξ ε»

‘Η για κείνο το  «ηρχιτεκτόνει»

λες να ’ναι Νεαντερτάλιος;  λες να ’ναι γλώσσα;

Μη πάει να πει:  «ποτέ πια»  μη τ’ άλλο:

«μη μεπεριμένεις;»

 

Άι έρωτα είσαι αθεράπευτος

Είσαι η λέξη Κελ[τ] με τα ναυάγια…

Μεσουρανίς δυνάστευαν αχανή χταπόδια

Σαράντα οργιές του βάθους

η λέξη Κελ[τ] κι  εγώ να λυσσάω για κώδικα:

Τάχα «ποτέ πια»  ή  το άλλο  «μη με περιμένεις»;

 

Πάνω η θάλασσα στα νυφιάτικά της!..

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΞΗ ΚΕΛ[Τ], Celt: προϊστορικό λίθινο  ή και μεταλλικό εργαλείο… ΚΕΛΤΕΣ: προ-ινδοευρωπαϊκά φύλα της κεντροδυτική Ευρώπης που απωθήθηκαν προς την Γαλλία (Γαλάτες)… 

 

ΜΥΚΗΝΕΣ

Άλλαξε πάλι την αίρεση σου ο κόλπος σου

Δεν ήταν τα μαντεία που χλομιάζουν

Ούτε κι εσύ πολύ πιο πριν νεκρή

μια και δυο κι εφτά φορές σφαγμένη

μα το διπλό τσεκούρι που τώρα μόνο του

γκρέμιζε τις πύλες

κι όπως σκυλί ολόλυζε:  ολαγαμέμνονα

 

Ακράτητο χύνονταν το πάμφωτο χάος

ως αρμονική αιώρησις

ότι ακέφαλον τον ψηλαφούσες στο κρεβάτι σου

όταν αυτός πια σύννεφο

πανιά  που μίσευαν,

κατάρτια.

 

ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ

Ο αστόχαστος∙ άφηνε λάσκα

να του περνά στο δάχτυλο τον αρραβώνα της

η νύχτα

 

Όλες οι φέτες του αγέρα είναι άσπρες

Κάτασπρα όλα∙  πώς τ’ αντέχεις;

 

Κι όταν τήνε σήκωσε ψηλά, τι άσπρη η τήβεννος

Κι όταν εσκέπασε μ’ αυτήν τα μάτια

να μην τα ιδεί που καταπάνω του χύνονταν στιλέτα

ποτές, θροΐζοντας, δεν σ’ αποσβόλωσε αφέντη αγέρα

πιο χυσοκόκκινη ούγια!..


ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΚΑΙΣΑΡΑ ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΜΟΜΦΕΡΑΤΙΚΟΥ

Καβάλα σε τζιτζίκια μηλίγγι ανοιγμένο ο Ιούλιος∙

ο αγέρας δεμένο παλαμάρι.

Μπαταρισμένος στο χαντάκι έχανε την κούρσα

και το στοίχημα ο  ήλιος.

Αιλουροειδή τετράγωνα γάβγιζαν στο μυαλό μου:

ότι σπιρούνια του Ταΰγετου μες στην αυλή της

ων τοις ωσί ηχηθείσα η Περίβλεπτος εξέστη.

Γλυκοχτυπούσε η φλέβα στο λαιμό

άχνιζαν οι πλεξούδες της μέσα της  γαλιάντρες

όμως αυτός φευγάτος.

 

Άχνα του ασημιού τα λιόδενδρα

Δικανικοί στις έδρες τους οι κάκτοι

κούρτη των αγέλαστων των υπερόντων.

Στη Λαίλια ντάπια ακουμπάει ο ουρανός

ανάστα ο λόγγος με τα βούκινα τις σαϊτιές

τ’ αγρίμι άπιαστο ξοπίσω τα σκυλιά

Γασμούλοι υπηρέτες χρυσολάβαρα

ντυμένοι σίδερο γυαλοκοπάνε οι Φράγκοι αφέντες.

 

Στη Βιθυνία δεν έχει ύπνο  ο Μιχαήλ.

Ούτε κι εγώ το όγδοο φωνήεν.

 

ΚΛΥΔΩΝΙΣΜΟΙ ΦΙΛΙΚΟΥ 

(…κάνε Θεέ να σηκώσεις πάλι ένα Μεγαλέξανδρο…)

Ώσπου να το πιάσει ο νους πρόφταινε η γραφή.

Μην πεις λοιπόν πως η τόση μάζα

πως η απώλειά της μην το πεις

δεν ομοιώνεται της σιωπής μου

κι ότι είναι άσχετοι,

κάτω για κάτω ως την άκρη του Ταινάρου,

του νεωκόρου οι δισταγμοί

και οι τύψεις…

 

Πες μου:

το’ ξερες πως ματώνει η στάχτη; 

 

ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΗ

Μην τους ακούς που τάχα ολολύζουν

που παρότι

απολοφυράμενοι απέρχονται δακρύοντες

μην τους ακούς    που μυξοκλαίνε

Το ξέρουνε καλά που ο θάνατος

όπως το δάχτυλό τους

από την τρύπια κάλτσα∙

ένας τέτοιος θρίαμβος!..

[από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987]

 

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΜΩΜΗΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

(…άκουα εντός την ακοή μου  ασώπαστο εκείνο το  «ολώλη*…»)

Ο ναός κατάφραχτος.   Απέξω θίασος  ζόφου  κι όμως   απέρασε άφωνο το γλωσσικό ιδίωμα της λέξης αρμονίη    πήρε να μπαίνει από τον νάρθηκα.  Τότες έγινε και το θυμίαμα εστράφη οπίσω.   Αυτός που πήρε να σαλεύει ο πολυέλαιος   λυσιμέλης   Άνευ πτερύγων με δίχως τα αιμοπετάλια μου ποτέ πια αλαζόνας   εξόν ως λιμενοβραχίονας του Πόρτο Κάγιο   εξόν αμαξωτός τέσσερα μίλια δυτικά του Απρίλη   εξόν και η προτεραιότητά μου   που με θανάτωνε δεκαοκταετή  «όνομα μελλούμενο Ελπήνωρ»,  άκουα  κι  άκουα εντός την ακοή μου.   Ασώπαστο εκείνο  το  «ολώλη».   Ξάφνου φωνή από ηλιοδρόμιο   θηλή του Παγασητικού  ύαλος ευφυής  ο διάκονος:   Ανοίχτε, ιδού ο μέγας Γαβριήλ του κρίνου…  τόπο.   Ω τα μάτια σου τότες Παντάνασσα που τόνε κάρφωσες   Και ποιος να το ΄λεγε, ποιος λοβός του εγκεφάλου   πως θα λυγούσε  κι  ότι   μετά που θα ’παιρνε το μήνυμα, αυτός   αέρας…  Ω μνήσθητί του η χάρη σου   Είναι που άκουσε τα μάτια σου μέσα στα σωθικά του  και  βγήκε στους ανέμους  κι  άφαντος…  Άκουα εντός μου ασώπαστο εκείνο το  «ολώλη».  (από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987)  ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο ρηματικό τύπος ΟΛΩΛΗ αντανακλά εδώ την καταστροφή κάθε ορθολογικής ερμηνείας της σύλληψης, σε αντιπαράθεση με την Άμωμη Σύλληψη και του κλίματος μέσα στο οποίο ανελίσσεται αυτή.  Η επανάληψη του ρήματος στο τέλος του ποιήματος αναφέρεται υπαινικτικά σε μια άλλη καταστροφή: της Υπερβατικότητας αυτή τη φορά, καθώς η γήινη παρθένος αντικρίζεται κατάματα με τον ουράνιο Αρχάγγελο  κι αυτουνού σαλεύει ο νους ν’ ακούει τα μάτια της μέσα στα σωθικά του (παραλλαγή υπερρεαλιστικού στίχου από τον Κρητικό του Σολωμού: «γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου»

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2026

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2026

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ

 (4η ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ  20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026)

Δεν ωφελεί το παράπονο 

Ίδια παντού η ζωή θα ’ναι  με το σουραύλι των φιδιών

στη χώρα των φαντασμάτων (Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

 

Να που κοντεύει κι δικός σου ο καιρός για το τίποτε άλλο.

Τίποτε άλλο παρά να σου δοθεί ο χρόνος

να συμμαζέψεις αυτά που σου έχουνε απομείνει:

 

η αυλή του χαμόσπιτου και οι γύφτισσες που τις έπαιρνε,

τις σεργιάνιζε στα ψηλά ο αέρας,

τα Τετράδια της φυλακής  του Αντόνιο Γκράμσι,

η Συμφωνία του Λένινκραντ του Ντμίτρι Σοστακόβιτς  και,  ναι,

το σιωπηλό γέλιο του Φάρμα στο Παραρλάμα του Δημοσθένη Βουτυρά.

 

Τίποτε άλλο παρά να πεις γι’ αυτά που δεν ξέχασες,

σε παλιωμένους σταθμούς ξενυχτώντας

με το κεφάλι γερμένο απ’ τη νύστα  στον σάκο του νεοσύλλεκτου

ή μ’ ένα κύπελο σπαστό στιγμιαίου καφέ να σε κρατάει εκεί

όπου ακόμα παίζουν στο τζουκ – μποξ τα λαϊκά με τη φωνή του Μητροπάνου∙

 

σε παλιωμένα τρένα, καθώς ακίνητος κοίταζες

πώς βαραίνουν οι ίσκιοι στις καμένες πλαγιές την ώρα που πέφτει το φως,

πώς γεμίζει με αίμα η απόγνωση,

σαν το τραύμα που έχει ανοίξει και πάλι.

 

Επειδή έτσι γίνεται και τα δάχτυλα που γραπώνονται 

απ’ τις σχισμάδες των βράχων,

για να φτάσεις στην τελευταία κορφή,

είναι οι αχτίδες των εικοσιπέντε σου χρόνων

μια πανσέληνη νύχτα στην αμμουδιά της Σάρτης,

τα μεθυσμένα σου ασέληνα βήματα στην Ίο,  από τη Χώρα μέχρι τον Μυλοπότα.

 

Επειδή έτσι γίνεται και η τελευταία κορφή είναι η δική σου Αποκάλυψη,

το δικό σου βιβλίο με τα γραμμένα ονόματα της ζωής,

το δικό σου θηρίο που βγαίνει από μέσα σου  και μόνον εσύ

δύνασαι πολεμήσαι μετ’ αυτού∙

είναι δική σου φωνή,  οίδα σου τα έργα.

 

Τίποτε άλλο παρά να διασχίσεις ξανά τα μεγάλα ποτάμια του κόσμου,

καταπώς τα ’νιωθες να κυλούν στην παλάμη του πεπρωμένου σου,

ν’ ανταμώσεις ξανά τις νεράιδες του Άραχθου   και  τις νύχτες της Οίτης,

τίποτε παρά να μοιραστείς  και πάλι τις ίδιες αισθήσεις  μ’ εκείνους

που ασταμάτητα βάδιζαν πάνω – κάτω  στην Πατησίων,

χαράζοντας στο σώμα τους σουγιάδες τα ξεθωριασμένα συνθήματα,

μ’ εκείνους που έφτασαν μέχρι τις εκβολές  του πεπρωμένου

δίχως να ταξιδέψουνε ποτέ.

 

Επειδή έτσι γίνεται και πρέπει ως το τέλος να παραμένεις αθάνατος,

σώζοντας διαρκώς με τη γλώσσα τους μύθους σου από τον Καύκασό τους.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και  τα φτερά του αετού  που μεγαλώνουν τις λέξεις

είναι η ανάσα που αναδώνει τη φωτιά

κάθε που παραδίνεται η φωτιά στον μαρασμό της!,,

[δέκατη πέμπτη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

με εικόνες μεικτής τεχνικής και βινιέτες του Σταύρου Παναγιωτάκη

εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]




 

ΤΩΡΑ ΣΤΕΚΟΜΑΙ ΕΔΩ, ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

(δέκατη έκτη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα) 

-πού να πηγαίνουν τόσοι άνθρωποι που ξαφνιάζουν το βλέμμα μου,

κρατώντας στα χέρια τους ο ένας το πονεμένο κεφάλι του άλλου;

 

-Λισαβώνα Ιούλιος του 2004 μπαίνω στο Café A Brasileira  ρωτώ για τον κύριο

Φερνάντο Πεσσόα αυτή την ώρα φωτογραφίζεται με τους τουρίστες μου λέει

ο νεαρός σερβιτόρος παράγγειλα έναν διπλό εσπρέσο  περιμένω τον κύριο Πεσσόα

λέω στο γερασμένο γκαρσόνι έχει να φανεί εξήντα τόσα  χρόνια μου αποκρίνεται

θα του αφήσω ένα σημείωμα λέω γράφω κάθε έργο πρέπει να παραμένει ατελές

ώστε να μην μπορεί να γίνει ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο κάθομαι δίπλα στον

Φερνάντο Πεσσόα προσπαθώ να μιμηθώ την στάση του και το ύφος του φοράει

ρεπούμπλικα και φοράω γυαλιά ηλίου λίγο ψηλότερα το χέρι σου μου φωνάζει

η Ζωή διάβασα τη θαλασσινή ωδή σου του λέω δεν την έγραψα εγώ  γέμισα

εαυτούς και ονόματα κοιτάζομαι στον καθρέφτη κι αδυνατώ ν’ αποδείξω ότι

υπήρξα  όμως η αδυναμία μου αυτή είναι η μόνη απόδειξη ότι υπήρξα αν πράγματι

υπήρξα διάβασα  τον Φύλακα των κοπαδιών σου  του λέω δεν τον έγραψα εγώ

γέμισα εαυτούς και ονόματα

 

Επειδή έτσι γίνεται και τίποτα δεν υπάρχει στ’ αλήθεια,

αν η αλήθεια είναι η απόδειξη  πως υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που βαδίζουν,

κρατώντας στα χέρια τους ο έναν το πονεμένο κεφάλι του άλλου,

το πονεμένο συμπάν του άλλου.

 

Επειδή έτσι γίνεται και μπροστά σ’ αυτό το παράθυρο.

κυρτωμένος,

με τόσο κάτω κόσμο να βαραίνει τα σπλάχνα μου

 

-άκουσέ με!..  Πέρασαν τόσες αλώσεις και τόσες πίστεις που αλώθηκαν,

τόσες κάθοδοι μέσα στη γλώσσα που μιλάνε στον Άδη οι νεκροί,

τόσα σύνορα που άφησα πίσω μου και τα  βρήκα πάλι μπροστά μου.

Πέρασαν τόσες συντέλειες .

 

Τώρα, στο φως του απογεύματος που ετοιμάζει τα μάτια μου,

μαρτυρώντας του μέλλοντος μιαν ακόμη εμφύλια  Άνοιξη

και τα κόκκινα γαρύφαλλα που παλεύουν να ευωδιάσουν

στις κάννες των όπλων,

εγώ, αχθοφόρος που κουβαλάει στους ώμους του τη γη της αδελφοσύνης,

τον ίσκιο της βελανιδιάς,

εγώ, τη Vila Morena εκείνων που βγαίνουν στους δρόμους

 

-Λισαβώνα Ιούλιος του 2004 α να μπορούσε να χωρέσω μες στην ψυχή μου ό,τι

μπορώ να χωρέσω μέσα στις σκέψεις μου χωρίς η ψυχή μου να ξέρει πως εδώ

κάτω στη γη αυτό που εμφανίζεται εμπρός της είναι ένα κομμάτι μοναχά της

Rua Garrett στη Bairo Chiado τ’ ουρανού α να μπορούσα την ίδια στιγμή να σας

δείξω  στον καθρέφτη του Café A Brasileira πώς ένας άλλος εαυτός φοράει

τη μάσκα ενός άλλου εαυτού του ζητώντας συγγνώμη για το παράλογο 

της πράξης του όπως παράλογο είναι να χωρά στην ψυχή σου  η μάσκα του δικού

σου εαυτού η μάσκα που   ποτέ σου δεν φόρεσες που είναι όμως σαν να την

φόραγες πάντα

 

Επειδή έτσι γίνεται και η Σφίγγα θέτει και πάλι το αρχαίο της αίνιγμα∙

η Σφίγγα που ποτέ δεν υπήρξε

έξω από τις Πύλες της Θήβας, που δεν υπάρχουν πια.

 

Επειδή έτσι γίνεται και τώρα, σ’ αυτό το αρχαίο δωμάτιο,

με τη νύχτα να δυναμώνει όπως ο αέρας πριν τη βροχή,

τώρα που μπαίνει το σκοτάδι στο βλέμμα μου και οι άνθρωποι σταματούν

να βαδίζουν, να τραγουδούν

Grandola, vila Morena, σαν να ’χουν καταλάβει ξαφνικά

πως κάτι πρέπει να διορθωθεί στο νόημα των πραγμάτων,

πως  όταν σου πονάει το κεφάλι και το σύμπαν, όχι η μεταφυσική

μα είναι η ετερώνυμη οδύνη των πλασμάτων.

 

ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΣΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΙΟ ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΑΠ’ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ  

(…όταν τ’ αηδόνια δεν σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς τις νύχτες…)

Τότε τα πράγματα έρχονται κοντά και ξεδιακρίνεις

ποιο το ελάχιστο,  ποιο το μεγαλειώδες  και ποιο πουκάμισο αδειανό

φουσκώνει ανάμεσά τους.

 

Τότε, σαν να ’ναι χείλη δροσερά  και  κυριεύεσαι

πως ξεγελάς το ανέκκλητο  και  το γυρίζεις πίσω,

που σαν νεφέλη πολεμάς για μια νεφέλη

που την πηγαίνει πέρα δώθε – τ’ ουρανού ένας άνεμος,

 

-ω τλήμον Ελένη,  δια σ’ απόλλυνται Φρύγες

-ιώ - ιώ∙  δι’ εμέν τον πολυκτόνον,

δι’ εμόν όνομα πολύπονον.

 

Επειδή έτσι γίνεται και αυτό που αφανίζεται είναι πάντοτε πιο μεγάλο

απ’ την αιτία του,

και αυτό που διασώζεται είναι ο μύθος που χτυπάει σαν αντηλιά

πάνω στο τζάμι.

 

Κι αν ποτές σου δεν έφτασες για μιαν Ελένη στην Τροία,

είναι το ίδιο το ταξίδι που σου χάραξε άλλη ρότα,

βάζοντας για σημάδι του στον χάρτη σου

εκείνη την αυλή που την αρμένιζες

απ’ τις μουριές της ως τις όχθες του Ευφράτη∙

 

είναι που έριχνε κάο το καράβι σου

σ’ εκείνη την πλινθόκτιστη γωνιά της προσφυγιάς  και  σε ξελόγιαζαν

τ’ αερικά που νύχτες ξάστερες γδέρνανε με τα νύχια το παντζούρι.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι έχοντας ζήσει τις αισθήσεις των εποχών

με ανθρώπους που υπάρχουν ακόμα σαν αισθήσεις στη μνήμη σου,

με ανθρώπους που μαζί τους μοιράστηκες το ζυμωτό ψωμί  και τη ντομάτα

στο ξαπόσταμα μιας όψιμης σποράς,

 

τίποτε δεν σου φαίνεται πιο μοναχό  και  πιο ανυπεράσπιστο από αυτόν

τον Αύγουστο μέσα σου,

από αυτή τη λαλιά των πουλιών που μελωδούν το ορατό,

για να υμνήσουν το αόρατο,

από αυτή την Ελένη που ένα είδωλο ήταν.

 

Τίποτε  πιο μοναχό  και  πιο ανυπεράσπιστο

από αυτό που αφανίζεται ακόμη στην Τροία.

[δέκατη έβδομη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα,   εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΜΕΡΕΣ ΖΕΣΤΕΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΑΚΟΜΗ

(δέκατη όγδοη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα) 

τώρα τις νιώθεις πάνω στο δέρμα σου, σαν τον ιδρώτα

που μπορείς πια να αντέξεις,

πάνω στα κίτρινα χόρτα, σαν μυρωδιά του καμένου

που μπορείς πια ν’ ανασάνεις,

μέρες ακόμη ζεστές, σαν μια ρώγα σταφύλι που ωριμάζει αργά στο τσαμπί της.

 

Καθώς ο ήλιος διαρκεί όσο διαρκεί και η σκιά σου  πάνω στον τοίχο

κι ο  Κρόνος επιστρέφει στους  Ιχθείς

και το ταμένο που έχεις του δαιμόνου σου περιμένει την εκπλήρωσή του,

 

να κυριεύεις εσύ τη φθορά  κι  όχι εκείνη εσένα,

να είσαι εσύ το πανί που ποδίζει τη βάρκα σου στο κόντρα του ανέμου∙

 

καθώς ανάμεσα στην ακτή και στ’ ανοιχτά του πελάγου

παραμονεύει ο ρούφουλας, να καταπιεί ό,τι ακινητεί στην ιστορία,

παραμονεύει η Αίτνα, για να κάψει μες στο καμίνι της

τους θεούς που έχουν πάψει να βλέπουν στη μορφή τους άνθρωπο,

 

να είσαι εσύ η σαΐτα που τυφλώνει το μάτι του ρούφουλα,

να είσαι εσύ που πηδάς στο καμίνι της Αίτνας,

φυγάς θεόθεν  και  αλήτης,

εσύ που ζητάς να καείς, για να γίνεις θεός,

για να υπάρξεις εσύ στη μορφή σου  τον άνθρωπο.

 

Επειδή έτσι γίνεται  κι  αντικρίζεις τις δυο όψεις της φύσης σου,

όχι για να  πεις τι βλέπεις σ’ αυτές

αλλά για να μάθεις πώς να είσαι μέσα  σ’ αυτές,   πώς

μέσα σ’ αυτό που τελειώνει,  πώς σε αυτό που είναι αιώνιο μέσα σου.

 

Επειδή έτσι γίνεται και ακούς τα θροΐσματα στα κλαδιά της αμπέλου,

σαν το ξέπνοο λαχάνιασμα  των εφήβων την ώρα του τρύγου τους

ή σαν το γρήγορο φτερούγισμα της σφήκας που απομυζεί

το γλυκύ της ζωής  και  πεθαίνει.

 

Μέρες με το μολύβι στο χέρι, μέρες

με το μέλλον που επέσεισαν οι προφήτες,  the fate of all mankind I see is in the hands of fools,

στο διαρκώς ατελείωτο τέλος ενός  Epitaph,

I fear tomorrow  I’ll crying, I fear tomorrow  I’ll crying, I fear tomorrow  I’ll be crying…

 

στιγμές, σαν  το ανήσυχο σάλεμα στο σκοτάδι  της αίθουσας

πριν αρχίσει η ταινία και λες:

Είναι αυτός ο καιρός όπου όλα αποκτούν το νόημά τους

και η ομίχλη απλώνεται στα λιβάδια με τον ήμερο κρόκο.

 

Κι έπειτα λες:  Τι γνωρίζω εγώ απ’ το νόημα αυτών που δεν έζησα,

αυτών που έχω ζήσει;

Τι γνωρίζω απ’ τα λιβάδια του κρόκου που δεν καλλιέργησα ποτέ;

 

Επειδή έτσι γίνεται και η ανταύγεια της πόλης κρύβει το φως των αστεριών,

όπως το κρύβει η σελήνη όταν ολόγιομη καταλάμπει τη γη.

 

Επειδή έτσι γίνεται και δεν μπορείς να διακρίνεις

τι φωτίζει στ’ αλήθεια τη νύχτα,

δεν μπορείς να εξηγήσεις τι είναι στ’ αλήθεια το φως.

 

ΚΑΠΟΤΕ ΣΟΥ ΑΡΚΟΥΣΕ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

(…για να φτάνουν τα μάτια σου ως το χυμένο αίμα του Ιγνάθιο…)

στην άμμο της αρένας του Μανθανάρες,

ως το χυμένο αίμα του Φεντερίκο

στα ξερολίθια της χαράδρας του Βιθνάρ.

 

Και σου αρκούσε η φλογίτσα ενός κεριού,

για να φωτίσεις στην  «Ανάληψη» του Αντρέι Ρούμπλιωφ

την εξύψωση της ύλης σε μιαν άλλη βιογραφία,

για να δεις την τρομερή συνθηκολόγηση του σώματος

στον «Νεκρό Χριστό εν τάφω» του Χολμπάιν.

 

Κάποτε άκουγες το ουρλιαχτό του Λύκου

σαν κοντινή φωνή να σου θυμίζει

ότι  κι  αν δεν υπάρχει πια η αθωότητα, ο αμνός είναι ακόμα εδώ.

 

Και άκουγες μέσα στο ίδιο δωμάτιο το κλάμα εκείνου που όλο γεννιέται,

το ρόγχο αυτού που διαρκώς ξεψυχά.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και καθώς ολοένα κοντεύεις στον τόπο

που με τόπο αλλιώτικο δεν μπορείς ν’ ανταλλάξεις,

και καθώς το αγκάθι του ρόδου σου τρυπάει το δάχτυλο

όσο απαλά κι αν το αγγίξεις,

αφήνεις στον πόνο τα χέρια σου, ίσαμε να κρατηθείς απ’ την ελπίδα

πως στο ίδιο βλαστάρι του ρόδου,  μαζί με τ’ αγκάθι φυτρώνει και το άνθος του.

 

Κάποτε σου έφτανε  μία μικρή ασκητική,

για να βάζεις σε τάξη τα μεγάλα σου χρέη,

για ν’ αντέχεις το αβάσταχτο  κι  όση λαχτάρα σου κρύβεται εκεί.

 

Και σου έφτανε ένα τραγούδι του Κουρτ Βάιλ με τη φωνή της Λόττε Λένυα

show me  the way to the next whisky bar  -  ω μη με ρωτάς

αν είναι η άνοδος  ή  αν είναι η πτώση της πόλης Μαχαγκόνυ

η ιστορία που θα μας παραδοθεί.

 

Επειδή έτσι γίνεται και αρχίζει ξανά αυτό που έχει τελειώσει

κι εσύ πρέπει μόνος να βρεις τη στροφή για το επόμενο ουίσκι μπαρ,

μόνος σου πρέπει ν’ αποχαιρετήσεις το φεγγάρι.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι εκείνο που έχεις αφήσει δεν είναι  πια πίσω σου

μα στη μεριά  που δεν κοιτάζει κανείς,

στη μεριά της ζωής που μένει έξω απ’ τον χρόνο,

στο στενό όπου θα βρεις το επόμενο ουίσκι μπαρ.

[τελευταία παραλλαγή στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα,   εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΜΟΝΑΧΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΟΘΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

(αφορισμοί  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ από τη 4η ενότητα  της συλλογής Σταύρου Ζαφειρίου με 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα) 

Επειδή έτσι γίνεται και τα δάχτυλα που γραπώνονται απ’ τις σχισμάδες των βράχων,  για να φτάσεις στην τελευταία στροφή…  (σελ.49)  …εκεί όπου ακόμη παίζουν στο τζουκ – μποξ τα λαϊκά με τη φωνή του Μητροπάνου…  (σελ. 49)   Επειδή έτσι γίνεται και η τελευταία κορφή είναι η δική σου Αποκάλυψη,  το δικό σου βιβλίο με τα γραμμένα ονόματα της ζωής… (σελ.50)  Τίποτε άλλο παρά να διασχίσεις ξανά τα μεγάλα ποτάμια του κόσμου,  καταπώς τα ’νιωθες να κυλούν στην παλάμη του πεπρωμένου σου…  (σελ.50)   Επειδή έτσι γίνεται και πρέπει ως το τέλος να παραμένεις αθάνατος,  σώζοντας διαρκώς με τη γλώσσα τους μύθους σου από τον Καύκασό τους…  (σελ. 50)   Πέρασαν τόσες αλώσεις και τόσες πίστεις που αλώθηκαν,  τόσες κάθοδοι μέσα στη γλώσσα που μιλάνε στον Άδη οι νεκροί,  τόσα σύνορα που άφησα πίσω μου και τα βρήκα πάλι μπροστά μου…  (σελ.51)  Επειδή έτσι γίνεται και η Σφίγγα θέτει και πάλι το αρχαίο της αίνιγμα  η Σφίγγα που ποτέ δεν υπήρξε έξω απ’ τις Πύλες της Θήβας, που δεν υπάρχει πια…  (σελ.52)   Επειδή έτσι γίνεται και αυτό που αφανίζεται είναι πάντοτε πιο μεγάλο απ’ την αιτία του,  και  αυτό που διασώζεται είναι ο μύθος που χτυπάει σαν αντηλιά πάνω στο τζάμι  (σελ. 53)   Επειδή έτσι γίνεται κι έχοντας ζήσει τις αισθήσεις των εποχών  με ανθρώπους που υπάρχουν ακόμα σαν αισθήσεις στη μνήμη σου,  τίποτε δεν σου φαίνεται πιο μοναχό κι ανυπεράσπιστο  από αυτή τη λαλιά των πουλιών που μελωδούν το ορατό,  για να υμνήσουν το αόρατο… (σελ.54)   Επειδή έτσι γίνεται  κι  αντικρίζεις τις δυο όψεις της φύσης σου,  όχι για  να πεις τι βλέπεις σε αυτές αλλά για να μάθεις πώς να είσαι μέσα σε αυτό  που είναι αιώνιο μέσα σου…  (σελ.55)   Επειδή έτσι γίνεται κι ακούς τα θροΐσματα  στα κλαδιά της αμπέλου,  σαν το ξέπνοο λαχάνιασμα των εφήβων  την ώρα του τρύγου τους  ή  σαν το γρήγορο φτερούγισμα της σφήκας που απομυζεί το γλυκύ της ζωής  και  πεθαίνει…  (σελ. 55)   Είναι αυτός ο καιρός όπου όλα και πάλι αποκτούν το νόημά τους  κι η ομίχλη απλώνεται στα λιβάδια με τον ήμερο κρόκο…   (σελ. 56)   Επειδή έτσι γίνεται και δεν μπορείς να διακρίνεις τι φωτίζει στ’ αλήθεια τη νύχτα, δεν μπορείς να εξηγήσεις τι είναι στ’ αλήθεια το φως…  (σελ. 56)  Κάποτε σου έφτανε μία μικρή ασκητική,  για να βάζεις σε τάξη τα μεγάλα σου χρέη…  (σελ. 57)    Επειδή έτσι γίνεται κι εκείνο που έχεις αφήσει πίσω σου  στη μεριά της ζωής που μένει έξω απ’ το χρόνο,  στο στενό όπου θα βρεις το επόμενο ουίσκι μπαρ   και  Επειδή έτσι γίνεται  κι  αρχίζει ξανά αυτό που έχει τελειώσει…  (σελ. 57)

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΠΟΙΟΣ ΡΩΤΟΥΣΕ

  (…αν προβλέπεται ποινική παρακαμπτήριος για αθλιότητες δεδοξασμένων…)   Σου ’λαχε να δεις τέτοιαν απανεμιά πριν το χαμό; όπως η ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ