Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

ΕΙΝΑΙ ΤΑΧΑ ΣΩΣΤΟ, ΝΑ ΠΑΡΙΣΤΑΝΕΙΣ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΚΑΙ ΚΕΛΑΡΙΖΟΝ ΠΟΤΑΜΑΚΙ…

 

… όταν έχεις τον Αμαζόνιο στο στήθος σου

και μέσα στ’ @ρχίδι@ σου φωτιά;

Αλήθεια, υπάρχουν τρομεροί καημοί και φοβερά δεσμά!..

Και υπάρχουν άνθρωποι για να τα φέρουν

και άνθρωποι για να τα σπαν!..

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου (δεύτερο μέρος)

Α τι ωραία που θα είναι, όλα να τα βλέπεις

και να τα απολαμβάνεις από ψηλά,

χωρίς καημούς, χωρίς δεσμά…

 


Ο ντον Πέντρο Ραμίρεθ επήρε την εφημερίδα του και την ήνοιξε. «Το αερόστατον εβαπτίσθη χθες και ωνομάσθη Αργώ…». «Όλοι αυτοί οι κύριοι», εσκέφθη ο καθηγητής, υψώνων τα μάτια του από τας γραμμάς αυτάς και ερευνών να εύρει κάτι πιο ενδιαφέρον παρά κάτω, εξακολούθησε να σκέφτεται: «Όλοι αυτοί οι κύριοι, κάνουν φιλολογίαν του χειρίστου είδους. Έπειτα, γιατί όλος αυτός ο τρομερός θόρυβος. Είμαστε στα 1906 και κάνουμε σαν να έχει εφευρεθεί μόλις χθες η αεροπλοΐα…».

«Το αερόστατον θα απογειωθεί εκ του Πεδίου του Άρεως, αύριον εις τας 10 ακριβώς. Μεταξύ των επισήμων θα παραστούν οι κ.κ….». Ο ντον Πέντρο διέκρινε και το όνομά του μεταξύ πολλών άλλων, αλλά δεν συνέχισε το διάβασμα. Τα μάτια του είχαν θολώσει. Αναμνήσεις ζωνταναί, ωσαν να είχαν λάβει χώραν μόλις χθες τα γεγονότα, φτερούγιζαν στον νουν του… Στην Έκθεσι των Περισίων του 1900, δυο χρόνια πριν πεθάνει η ντόνα Ισαβέλλα, η σύζυγός του, είχε παρευρεθεί σε άλλην ανύψωσιν αεροστάτου. Όλα αυτά, η ντόνα Ισαβέλλα, η Έκθεσις, χίλια δυο άλλα μικρά και μεγάλα γεγονότα, ήσαν τώρα τόσο μακριά, όσον και το αερόστατον εκείνο. Τόσο μακριά και εν τούτοις τόσο κοντά, αφού ήκουε πάλι την φωνήν της γυναίκας του να του λέγει ολοκάθαρα, όπως την ημέρα εκείνη, στο κοσμοπλημυρισμένο γήπεδον, έτσι καθώς ακουμπούσε στο μπράτσο του, κοιτάζοντας το ανερχόμενον στον ουρανό μπαλόνι: «Α, τι ωραία που θα είναι, όλα να τα βλέπεις και όλα να τα απολαμβάνεις από κει επάνω, χωρίς καημούς, χωρίς δεσμά!»

Χωρίς, καημούς, χωρίς δεσμά!... Η καημένη η Ισαβέλλα. Ίσως να έφταιγε αυτός, πολύ περισσότερο από όσο νόμιζε ο κόσμος, για τον πρόωρο θάνατό της. Ίσως η πάθησίς της, να μην την είχε εξολοθρεύσει, αν δεν είχε και τον άλλον, τον τόσο βαθύ καημό. Άρρωστη, φθισική όπως ήτο, πρέπει να υπέφερε πολύ περισσότερο από άλλες γυναίκες, από τη φλογερή της ζήλεια, κάτω από την αδιατάρακτη επιφάνεια μιας ψυχράς υπερηφάνειας… Από την ζήλια την δικαιολογημένη, αφού αυτός κοτζάμ δάσκαλος που εδίδασκε κλπ την απατούσε φανερά, ή σχεδόν φανερά, πότε με τη μία και πότε με την άλλη – με γυναίκες του κόσμου και με κορίτσια του λαού, με κυρίες των υψηλών τάξεων και με υπηρέτριες ή χωρικές, χωρίς να νοιάζεται πολύ  -πολύ για τα αισθήματά της… Μήπως δεν είχε μάλιστα συμβεί να τον τσακώσει επ’ αυτοφώρω δυο φορές  – την πρώτη με την γαλλίδα της Καρλόττας, τη δεύτερη με μία ωραία υπηρέτρια ινδομιγή δική της, μέσα στο σπίτι τους; Εκτός από αυτές τις περιπτώσεις, πόσες και πόσες άλλες απιστίες, δεν έφταναν στ’ αυτιά της, από τα υπονοούμενα του κόσμου, από τους καλοθελητάδες, από τους ανωνυμογράφους, και από την ιδική του στάση – όλα αυτά, τουλάχιστον κατά μέγιστον μέρος αληθινά. Και βέβαια είχε καημούς η Ισαβέλλα, καημούς τελείως άσχετους με την αρρώστια της. Καημούς που της γεννούσε αυτός – αυτός, που θα την είχε σίγουρα σκοτώσει αν παρεδίδετο ποτέ σε άλλον, αυτός ο κοπτόμενος υπέρ των ηθών και της ηθικής, ο κοπτόμενος υπέρ των ηθών και των εθίμων, αυτός ο θεσμοφύλαξ, αυτός, ο υπερηφανευόμενος για την γνησία ισπανική καταγωγή τους, ο παρουσιαζόμενος ως αναμορφωτής της Κολομβίας και ως μέλλων πρόεδρος της Πολιτείας, που εν τούτοις παρεδίδετο αμαχητί στας φιληδόνους του ροπάς, αυτός, αυτός, ο διαταράσσων την ευτυχίαν των συζύγων, ο διαφθείρων νεάνιδας και κορασίδας, αυτός που έκανε, εν τούτοις, τον σπουδαίον, τον στυλοβάτην της ηθικής, τον μεταρρυθμιστήν της κοινωνίας.

Χωρίς καημούς, χωρίς δεσμά! Τα μάτια του ντον Πέντρο Ραμίρεθ εθόλωσαν πιο πολύ και μια στιγμή ησθάνθη δια τον εαυτό του αηδίαν… Ωστόσο, εσκέφθη, όσο σκληρά και αν ήτο η τύχη της Ισαβέλλας, μπορείς να ζήσεις ολόκληρη ζωή φορώντας προσωπείον; Στέκει να υποκρίνεσαι, να λες «Σε αγαπώ», να κάνεις τον ερωτευμένο, σε μια γυναίκα που έπαυσες να αγαπάς; Είναι τάχα σωστό, να παριστάνεις το μικρό και κελαρίζον ποταμάκι, όταν έχεις τον Αμαζόνιο στο στήθος σου και μέσα στ’ αρχίδια σου φωτιά; Αλήθεια, υπάρχουν τρομεροί καημοί και φοβερά δεσμά! Και υπάρχουν άνθρωποι για να τα φέρουν και άνθρωποι για να τα σπαν! Αλήθεια, αλήθεια, τι ωραία που είναι όλα να τα βλέπεις και όλα να τα απολαμβάνεις, χωρίς καημούς, χωρίς δεσμά!

Ο ντον Πέντρο Ραμίρεθ έβλεπε τώρα να κυλά μπροστά του ένας τεράστιος ποταμός, ένας ποταμός εδώ μεν απρόσιτος εις την ναυσιπλοΐα, από την κοχλάζουσα ορμήν των νερών, ή από την ύπαρξιν μεγάλων υδατοπτώσεων, αλλού δε γαλήνιος και προσιτός, ένας ποταμός, που σε άλλα σημεία ειλίσσετο κατά τρόπον πασιφανώς ηδυπαθή και νωχελή, σε κοίτην βαθιά, διασχίζουσαν ατέρμονες πεδιάδες και πραιρίες, ενώ σε άλλα σημεία, ωρμούσε μεταξύ απορρώγων και κατακόρυφων βράχων ή δασωδών ορέων, ενίοτε κορυφουμένων εις αλληλουχίας πανύψηλων ηφαιστείων, εν μέσω βλαστήσεως τροπικής εκ πλατυφύλλων ή κωνοφόρων δένδρων παμμέγιστων, κάτω από τα οποία, τυλίσσονται και εκτυλίσσονται κόβραι και πύθωνες και βόαι, και περπατούν βελούδινα, ή στέκονται να αφουγκραστούν, μέλαιναι πούμαι, ή γοργόσκιρτοι ιαγουάροι, ενώ, υπεράνω, πετούν και διασχίζουν τον αέρα μυριόχρωμα βεγγαλικά πουλιών του παραδείσου. Και ενώ εις άλλα μεν σημεία του τεραστίου αυτού Αμαζονίου ή Μανταλένα ή Ζαμβέζη, τα νερά κυλούν σε ευδαίμονα και αδιατάρακτον αλληλεγγύην με όλα τα στοιχεία, κυματίζοντα ελαφρά, ως πέπλος νεαράς ταξιδιωτίσσης νεονύμφου επί γεφύρας γαμηλίου ατμοπλοίου, σε άλλα σημεία, εχύνοντο μέσα σε ζοφεράν και πλήρη αιμοφύρτων οιωνών ατμόσφαιραν βοώσης καταγίδος. Και, ενώ το ύδωρ έρρεεν, έτσι ή αλλιώς, χαρμόσυνον και διαυγές, ή σκοτεινόν και πλήρες πηκτής ιλύος, ανάλλαχτος πάντοτε και παντού, μέσα στις άπειρες εναλλαγές της φύσεως, δια μέσου της οποίας έρεεν, σε όλες τις όχθες του, και στις χαρούμενες και φωτεινές, και στις στυγνές και ερεβώδεις, επάνω απ’ όλα πρόβαλε, με γέλια και με ιαχές, ότε μεν χλιμιντρίζοντας, ότε δε αλαλάζων, ο Μέγας Πάνας κορυβαντιών, με το μεγάλο πέος του πάντοτε εν στύσει…

 

Ο ντον Πέντρο έβαλε το χέρι του στο πέος του. Σε αυτό, εσκέπτετο, και όχι στο μυαλό του, ώφειλε παν ό,τι είχε κάμει. Την ευτυχία του και τις χαρές του, όλες τις επιτυχίες του, τόσον στον έρωτα, όσον και στα άλλα. Σε αυτό εδώ, εσκέπτετο, ψαύων το πέος του και τους όρχεις του. Σε αυτό και αυτά. Ο Πέντρο Ραμίρεθ ησθάνετο πάλι μέσα του γαλήνην. Δεν έφταιγε αυτός καθόλου, για τον πρόωρο θάνατο της Ισαβέλλας. Έτσι τον έφτιαξε ο εν σοφία τα πάντα ποιών – δηλαδή πολύ καλά. Την Ισαβέλλα την αγάπησε πολύ. Έπειτα αγάπησε πολλές άλλες γυναίκες. Έτσι τον έφτιαξε ο Θεός. Μακάρι να ήσαν περισσότεροι άνδρες σαν κι αυτόν!... Αμήν!..

Τα δάκρυα που προ ολίγου του εθάμπωσαν τα μάτια, και που με κόπον υπεράνθρωπον κατώρθωσε να τα συγκρατήσει, τα δάκρυα αυτά, που εκείνη τη στιγμή δεν ήξευρε καλά - καλά αν θα έτρεχαν για την ντόνα Ισαβέλλα ή δια τον εαυτό του, εν τέλει τώρα τρέξανε, διότι τα άφησε να τρέξουν. Δύο μεγάλα δάκρυα. Αλλά δεν ήσαν δάκρυα θλίψεως ή μεταμελείας. Τουναντίον, ήσαν δάκρυα κατανοήσεως της ουσιαστικής εννοίας, δάκρυα ευγνωμοσύνης και απολυτρωτικού θριάμβου. Ο ντον Πέντρο έσφιξε άλλην μια φορά το πέος του, και έπειτα πήρε την εφημερίδα του και ήρχισε πάλι να διαβάζει.

Ένας χρονογράφος έγραφε: «Αυτή η αεροστατική συσκευή, είναι η Αργώ του εικοστού αιώνος!.. Η Αργώ που επιστρέφει ύστερα από περιπλάνησιν ολοκλήρων χιλιετηρίδων, υπό μορφήν μιας νέας κατακτήσεως της επιστήμης και αποτελεί…». Καθώς εδιάβαζε αυτά τα λόγια. ο ντον Πέντρο Ραμίρεθ θυμήθηκε ότι είχε βγάλει στο Παρίσι, μια φωτογραφία σε ένα περίπτερο της ιδίας Παγκοσμίου Εκθέσεως με την γυναίκα του, ιστάμενος μαζί της εντός ενός καλάθου, με ρούχα αεροναύτου, επάνω από την βελάδα του και με μεγάλας στρατιωτικάς διόπτρας στο χέρι, με το μπαλόνι ζωγραφισμένο επάνω σε πανί, ανάμεσα σε άσπρα νέφη. Ο κάλαθος αυτός είχε μιαν άγκυρα κρεμασμένη απ’ έξω, τρεις σάκκους με άμμον, ολίγο σχοινί και έναν σωσσίβιον στρογγυλό, επάνω στο οποίον ήταν γραμμένες, με μεγάλα γράμματα κτυπητά, τρεις λέξεις:

 

IE REVIENTS TOUJOURS

Ο ντον Πέντρο βαρέθηκε το χρονογράφημα. Επί τρεις ημέρας συνεχώς, έγραφαν αι εφημερίδες περί του αεροστάτου και της επικείμενης ανυψώσεώς του. Ο ντον Πέντρο, συγκινημένος όπως ήτο από την τελευταία ανάμνησιν, έρριψε μια ματιά εις τας άλλας στήλας. Κατά τας ημέρας εκείνας, εγίνετο πολύς λόγος περί πλήρους εκβραχισμού μιας ολοκλήρου περιοχής, ουχί μακράν της πρωτευούσης, περί στερεοποιήσεως κάποιας υγράς ευφλέκτου ύλης, περί τροποποιήσεως του νόμου περί διαζυγίου. Όμως, κανένα από τα ζητήματα αυτά, δεν συνεκράτησε το ενδιαφέρον του καθηγητού της ιστορίας. Ο ντον Πέντρο άφησε να πέσει η εφημερίς, επάνω στις άσπρες και κόκκινες πλάκες του εξώστου. Το βλέμμα του εστράφη προς τα μεγάλα πλατύφυλλα δένδρα και τις φοινικιές του κήπου, και ενώ τα εκοίταζε, τα μάτια του ακινητοποιήθηκαν επάνω των, με το ύφος εκείνο που πολλοί επιφυλλιδογράφοι το αποκαλούν ορθότατα ρεμβώδες, και που συχνά φανερώνει την είσοδον του ανθρώπου εις την σφαίραν του ρεμβασμού ή της φαντασιώσεως και δείχνει ότι το πνεύμα του απαγκιστρώθηκε από την εξωτερικήν, την αντικειμενικήν πραγματικότητα και εισήλθε εις την εσωτερικήν, την υποκειμενικήν τοιαύτην, που ο καθένας μας φέρει εντός του.

Σιγά - σιγά, το πρωί εκείνο, γινόταν διαφορετικό – ένα πρωί ύστερα από πολλάς μετατοπίσεις, μεταπτώσεις και διακυμάνσεις. Πριν φανούν ακόμη καθαρά οι σκοποί της ημέρας, ξεδιπλώθηκε η βεβαιότης, ότι ο χώρος του κέντρου ήτο χώρος θερμός, χώρος άναυδος, χώρος εκστατικός, χώρος ακαταμάχητος, με μυρωδιές και γεύσιν υακίνθων. Μια γυναίκα που περίμενε κάτω από τα δένδρα, με κτυποκάρδι και σχεδόν με αναφιλητό, μετά την πρώτη μετατόπισιν, ησθάνθη να πλημμυρίζει πάλι κανονικά το αίμα την καρδιά της, και αναστέναξε τόσο βαθιά, που κάθε της έγνοια διεσκορπίσθη. Μια πεδιάς ελαφρά και απαλή, με χλόην μεταξωτή, ξετυλίχθηκε στον νου της, και τα χάρτινα άνθη που έβγαλε στο παράθυρο ένα χέρι, του οποίου το σώμα παρέμεινε επιμελώς κρυμμένο πίσω από βαριά, βαρύτιμα παραπετάσματα, μόλις είδαν το φως, ζωντάνεψαν και έγιναν άνθη αληθινά, ενώ το χέρι χειρονομούσε και εκυμαίνετο με άπειρη χάρι, όμοια με εκείνη που χαρακτηρίζει, όχι μόνον τους χορούς των χορευτριών των Ινδιών και της Καμπόζης, αλλά και τα όνειρα μιας παιδίσκης κοιμωμένης, που βλέπει να πλαταγίζει από την αύραν του πελάγους, στην κορυφήν υψηλοτάτου ιστού, γαλάζιος επισείων, ή, τον πατέρα της, να την νυμφεύεται, και, έπειτα, να την παίρνει με περιπάθειαν στην αγκαλιά του, στην πιο γλυκιά στιγμή του ενυπνίου, την ώρα που ανθούν οι μυγδαλιές μες την καρδιά της. Η ντόνα Ισαβέλλα – διότι αυτή ήτο η γυναίκα που περίμενε κάτω από τα δένδρα – κατέβαινε τώρα τα σκαλιά της ηλικίας της, αντιστρόφως ανάλογα με την άνοδον μιας κορασίδος από το δέκατον έτος της τρυφεράς νεότητός της, προς μιαν νεότητα ωριμοτέραν, και αφού κατήλθε περί τα δεκαπέντε σκαλοπάτια, σταμάτησε στα δεκαοκτώ, τουτέστιν ως κόρη με ωραίους μαστούς, αρμονικούς γλουτούς και με αδιάτρητον ακόμη αιδοίον, μέσα σε χώρον ονείρου εκτάκτου γοητείας, αλλά ενός ονείρου ανθρώπου εν εγρηγόρσει διατελούντος, σε χώρον όμοιον με τα πιο πυκνά τραγούδια του έρωτος, σε κήπον θερμόν γιομάτον από μαγνόλιες, γκαρντένιες και γαζίες. Αίφνης, όπως τα ανθέμια των Ιαπωνικών χαρτίνων αθυρμάτων, που πίπτοντα εις το νερό μετατρέπουν ένα ποτήρι σε κήπον μυριόχρωμον της πρόσω ή της άπω ανατολής, έτσι και τα κλαριά των δένδρων και οι θάμνοι του χώρου τούτου, εγέμισαν τάχιστα με άνθη και φρούτα και πουλιά, και αν η δεκαοκταέτις Καρλόττα – διότι η κόρη αυτή, είχε γίνει και ήτο τώρα η Καρλόττα – όταν ακόμη ίστατο και περίμενε κάτω από τα δένδρα ως ντόνα Ισαβέλλα, δηλαδή ως η μητέρα της, (που ήτο γυναίκα τριαντατριών ετών), αν, λοιπόν, είχε αισθανθεί η Καρλόττα μόλις προ ολίγου άγχος βαθύ και τρομερόν, σαν φρέαρ απελπισμένης προσδοκίας, ωσάν να επρόκειτο να καρατομηθεί ένας μικρός κορυδαλλός, ή να σφαγή αγαπητός αλέκτωρ στην ποδιά της, τώρα λαχάνιαζε από χαράν, με την ακράδαντη βεβαιότητα, με την ακλόνητη πεποίθησι ότι αυτός ο χώρος, ο πλήρης πασιφανών σαρκοπετάλων λουλουδιών, ήτο απολύτως ιδικός της, όπως ήτο απολύτως ιδική της, η μυστηριακή, η πλήρης καρμινοχρόων κραδασμών, η βαθύκολπος, χυμώδης και θερμή, του απαλού, του γλυκυτάτου της αιδοίου χώρα.

Μια αύρα ελαφρά, έκαμνε τα φύλλα να θροϊζουν, ενώ η Καρλόττα ακουμπισμένη στον κορμόν ενός μεγάλου δένδρου, ητένιζε τον ουρανόν, με μάτια εστραμμένα προς τα επάνω, ως νεαρά μήτηρ θεού προσευχομένη με έκφρασιν ανεκλαλήτου ηδονής στο πρόσωπόν της. Ολόκληρος ο πέριξ χώρος ευωδίαζε όσον θα ευωδίαζε και εν θερμοκήπιον κατάκλειστον. με πάμπολλα και εντόνως μυροβόλα άνθη, πλημμυρίζων, όχι τόσον με φυτικόν, όσον με ζωικόν άρωμα τον αέρα, απαράλλακτα όπως θα ευωδίαζε εν τέμενος μωαμεθανικόν, εάν άτομον τι, ιστάμενον κάτω από τους λυρικούς του θόλους, και ανοίγοντας εν φιαλίδιον γιομάτο μόσχον, το άφηνε να πέσει και να χυθεί επί του τάπητος. Τρεις μόσχοι, με απαστράπτον τρίχωμα ερυθροκαστανόχρουν, έβοσκαν ηρέμα εις την πέριξ του δένδρου πρασιάν. Στην κρυσταλλίνην ησυχίαν του τοπίου, ηκούετο καθαρά η τραγανή των μάσησις, ενώ τα ζώα έτρωγαν την μεταξένια χλόη, ήτις εφύετο υπό τους πόδας των, εν μέσω των απειραρίθμων μικρών και μικροσκοπικών ανθέων, με τα οποία ήτο κατάστικτος εις το σημείον τούτο η πρασιά. Αίφνης γδούπος βελούδινος βαρύς και ποδοβολητό γοργό αλόγου ξάφνιασε τα πουλιά και αναστάτωσε την πανταχού διάχυτον γαλήνην. Ένας ίππος λευκός, λευκός στο χρώμα και λευκός απ’ τον αφρόν του δρόμου, με καβαλάρη ενδεδυμένον με λευκά υφάσματα βεδουίνου, εστάθη μονομιάς ενώπιον της Καρλόττας. Ο ιππεύς, του οποίου το πρόσωπο δεν εφαίνετο υπό τον κεφαλόδεσμον, αλλά εφαίνοντο μονάχα οι οφθαλμοί, με μίαν κίνησιν αστραπιαίαν, έσκυψε υπό τους κλάδους του πλατύφυλλου δένδρου, και αρπάζοντος την κόρην από την μέσην, την έσυρε επί του κέλητος. Κατόπιν, βυθίζων τους πτερνιστήρας του την κοιλίαν του ζώου, ετράπη εν εξάλλω καλπασμώ προς τον ορίζοντα, του οποίου η γαλανή διαύγεια εφάνη προς στιγμήν, να θολούται, απ’ τον ουρανομήκη αλλαλαγμόν, που εξέπεμπε ο απαγωγεύς από ρυτήρος ελαύνων.

Πολύ γρήγορα, ο χώρος εντός του οποίου ίστατο προ ολίγου η Καρλόττα, εχάθη εντελώς. Ο καβαλάρης, υπό μεγάλον καύσωνα, διέσχιζε τώρα μίαν έρημον εκτεταμένην, ότε μεν ανερχόμενος ότε δε κατερχόμενος λοφίσκους άμμου χρυσιζούσης, και, που και που, καλπάζων επί τι διάστημα εις εκτάσεις επιπέδους, τας οποίας διεδέχοντο πάλιν αμμώδεις πτυχώσεις και κυματισμοί του εδάφους, με κατεύθυνσιν προς ανατολάς, κρατώντας πάντοτε την Καρλότταν σφιχτά από τη μέση.

 

Πριν όμως περάσει ακόμη πολλή ώρα, και πριν εμφανιστεί η παραμικρά σκιά ή έστω και ίχνος οάσεως τινός, ο αναγωγεύς σταμάτησε το άλογό του απότομα στη μέση της ερήμου, και αφήνοντας την Καρλόττα να γλιστρήσει επί της άμμου, επέζευσε και αυτός. Έπειτα ξάπλωσε την κόρη καταγής, και αφού ανέσυρε το φόρεμά της έως τη μέση, ανέβηκε επάνω της. Μια γοερά κραυγή, που την διεδέχθη ευθύς οξύ χλιμίντρισμα του αλόγου, έσχισε τον αιθέρα. Ο καβαλάρης όμως, μη ορρωδών ποσώς, συνέχισε τας κρούσεις του με σταθεράν επιμονήν και, διαρρηγνύων εντός ολίγου τον υμένα της Καρλόττας, εβύθισε το πέος του εις το αιδοίον της. Σε λίγο η Καρλόττα έπαυσε τας γοεράς κραυγάς. Γλυκύτατοι στεναγμοί ηδονής εξέφευγαν τώρα από τα χείλη της, ενώ οι κινήσεις του ιππεύοντος αυτήν ανδρός, καθίσταντο ολονέν ταχύτεραι.

 

Αίφνης ο καβαλάρης σήκωσε ολίγον την κεφαλήν του, δια να ιδή το πρόσωπον της ασπαιρούσης νεανίδος, της οποίας η έκφρασις ήτο εκστατική, όπως και προ ολίγου, όταν, ακουμπισμένη στον κορμόν του δένδρου, ητένιζε τον ουρανόν με τα μάτια της άνω εστραμμένα. Την στιγμήν εκείνην ο ιππεύς, επιθυμών διακαώς να ασπασθεί την ηδονιζομένην κόρην, παραμέρισε εν σπουδή τον κεφαλόδεσμόν του, δια να ελευθερωθούν τα χείλη του. Έτσι απεκαλύφθη τελικώς το πρόσωπόν του…

Την ιδίαν στιγμήν, Ο Πέντρο Ραμίρεθ, διακόπτων αυθωρεί τον ρεμβασμόν του, τινάχθηκε από την πολυθρόναν και στάθηκε κάτωχρος στα πόδια. Μολονότι ποτέ δεν υπήρξε πολύ θρήσκος, έκαμε τώρα τον σταυρόν του. Η φαντασίωσίς του, του εφάνη τερατώδης. Ο ιππεύς, ο απαγωγεύς, ο εραστής της κόρης του Καρλόττας, ήτο ο εαυτός του.

Ρίγος ισχυρόν συνεκλόνισε τον καθηγητήν της ιστορίας. Αλλά την στιγμήν ακριβώς, που επρόκειτο να εκσπάση εις αράς και κατάρας, μεμφόμενος εκ νέου τον εαυτόν του, ήκουσε να θροϊζουν πλησίον του τα φύλλα των δένδρων και να τρίζουν τα κλαριά, σαν να είχε σηκωθεί, αιφνιδίως, άνεμος δυνατός. Ο ντον Πέντρο έστρεψε την κεφαλήν του να δει τι συμβαίνει. Ένα πλάσμα ευρύστερνον, ένα δασύμαλλον και ηλιοκαές πλάσμα στιβαρόν, με μάτια γαλανά εκτάκτου και εκθαμβωτικής στιλπνότητος, σταμάτησε πίσω απ’ τους θάμνους, εις μικράν απόστασιν από τον εξώστην, και τον εκοίταξε καρφωτά, με ένα παράξενο πλατύ μειδίαμα στα χείλη. Ανάμεσα από τα σκέλη του, ξεφύτρωνε σαν ογκώδης ωρθωμένη ράβδος, μέσα από κόκκινες τρίχες σγουρές, ένα μεγάλο και βαρύ πέος σηκωμένο, βαρύ και ωστόσο ελαφρύ συγχρόνως, ένα μεγάλο πέος με πορφυρένια κεφαλή. Έπειτα, σαν ξαφνικό ραγάνι που ξεσπά σε πλήρη νηνεμία, ή σαν φωνή αλέκτορος που διακόπτει απότομα την σιγαλιά ενός κάμπου, ξέσπασαν γέλωτες σαν ήχοι από πνευστά και επανωτές κραυγές θριάμβου. Για ένα λεπτό σταμάτησε ο Παν. Έπειτα με ένα πελώριο πήδημα, δρασκέλισε τους θάμνους και εξηκολούθησε τον δρόμο του, με απίστευτα σκιρτήματα και αφάνταστες ιαχές.

Ο ντον Πέντρο Ραμίρεθ, που ευρέθη προ ενός λεπτού εις το μεταίχμιον της λιποψυχίας, εις το μεταίχμιον της αυτοκατηγορίας, ησθάνθη πάλι το αίμα του να σφύζη σαν σίφουνας θερμός, και ρίχνοντας γύρω του μια ματιά, με το ηράκλειον σώμα του ωρθωμένο, με το μεγάλο πέος σηκωμένο, με τα ρουθούνια του διάπλατα ανοιχτά, εκραύγασε εις την σιγήν του κτήματός του, ενώ η ψυχή του ανέβαινε στα χείλη του: «Καρλόττα μου! Καρλόττα μου! Ο μέγας Παν δεν πέθανε! Ο Μέγας Πάνας δεν πεθαίνει» και έξαλλος ώρμησε προς τα χωράφια, με γέλωτας, με ιαχάς…

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΔΕΝ ΘΑ ΑΡΓΟΥΣΕ ΝΑ ΕΛΘΗ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ…

 (…κατά την οποίαν, ο κάθε Αχιλλεύς  και ο κάθε Ιάσων θα ήσαν δέσμιοι  ή  τουλάχιστον δεσμευμένοι…)


Η ναυς  – διότι επρόκειτο περί νηός –

διέσχιζε το πέλαγος εν ώρα αγαθής συμπνοίας των στοιχείων,

ενώ ο ήλιος ανήρχετο εις το σημείον εκείνο του στερεώματος,

από το οποίον, το φως πίπτει κατά τοιούτον τρόπον,

ώστε αι σκιαί να καθίστανται βαθμηδόν βραχύταται

και εν τέλει να εκμηδενίζωνται σχεδόν ολοσχερώς.

Και ενώ οι επιβάται  –τι λέγω οι Αργοναάται –

συνήρχοντο βραδέως

από τας πρώτας ευχαρίστους εντυπώσεις της περιπετείας,

ο οιακοστρόφος, ή, μάλλον, ο πηδαλιούχος,

σαν μέσα από χοντρό κογχύλι,

έκανε να πλαταγίζουν τα πανιά με την οργή του

και εμέμφετο βουερά τους συντρόφους του,

με ύβρεις και αιτιάσεις, δια την ραστώνην και την ολιγωρίαν των,

λέγων ότι, με τέτοια καμώματα και τέτοια στάσι,

δεν θα αργούσε να έλθει μία εποχή,

κατά την οποίαν, ο κάθε Αχιλλεύς και ο κάθε Ιάσων,

θα ήσαν δέσμιοι, ή τουλάχιστον δεσμευμένοι,

ενώ θα ήσαν ελεύθεροι μόνον οι τέσσαρες άνεμοι,

υπό τας διαταγάς του πρώτου τυχόντος Οδυσσέως,

του πρώτου τυχόντος Χογέντα ή Γκοβθάλο Χιμένεθ ντε Κεσάδα

κοντολογής του πρώτου, δεύτερου ή τρίτου τυχωδιόκτου,

 ενώ τα πειρατικά σκάφη, από τας ακτάς των Φοινίκων,

μέχρι των ακραίων σημείων της Δύσεως,

θα εδήουν και θα καταδυνάστευαν

τους πληθυσμούς των παραλίων πόλεων. 

(εισαγωγική παράγραφος από το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου ΑΡΓΩ  ή  ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ, εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ/ βιβλία 1980)

 


(Επισκόπηση AI)

Το «Αργώ ή Πλους Αεροστάτου» είναι ένα εμβληματικό σουρεαλιστικό αφήγημα του Ανδρέα Εμπειρίκου, γραμμένο το 1944.

Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα και πιο φιλόδοξα έργα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Το έργο πλέκει δύο βασικές, παράλληλες ιστορίες που συνδυάζουν την ερωτική επιθυμία, το θαύμα της τεχνολογίας και το υπαρξιακό ταξίδι:

Η πτήση του αεροστάτου: Περιγράφει την εντυπωσιακή και περιπετειώδη απογείωση του αερόστατου «Αργώ» στη Σάντα Φε ντε Μπογκοτά της Κολομβίας, το 1906.

Ο μύθος της Αργούς: Το δεύτερο σκέλος λειτουργεί ως μια ποιητική, συμβολική μεταφορά βασισμένη στην αρχαία αργοναυτική εκστρατεία.

Ο Εμπειρίκος χρησιμοποιεί μαγευτικές εικόνες και τολμηρές μεταφορές, καταργώντας τα όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας.

Ο πλούσιος, λυρικός και πληθωρικός λόγος του, δοξάζει τον έρωτα, την ελευθερία και την ανθρώπινη περιπέτεια…

Η ΑΡΓΩ  ή  ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΑΛΙ το 1964 – 65

και έχει μεταφραστεί γαλλικά από τον Michel Saunier  στο περιοδικό Mercure de France το 1964

και αγγλικά από το Νίκο Στάγκο, έκδοση Allan Ross, Λονδίνο 1967)

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ  ΑΡΓΩ  ή  ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ 

(πρώτο μέρος)

Όλοι αυτοί οι άνδρες της ξηράς ή της θαλάσσης  – στρατιώται, κωπηλάται, ναύται, έμποροι, ποιηταί, ημίθεοι και ερασταί γυναικών ή κορασίδων - άλλοι μικροί, άλλοι πολύ μεγάλοι, όλοι όμως νοσταλγοί και πλαστουργοί του μέλλοντος των, συνεκλονίστηκαν σε τέτοιον βαθμόν από τα λόγια του ηλιοκαούς πηδαλιούχου, που, αρπάζοντας τας κώπας, σαν βιαστικοί λαρέμποροι λεμβούχοι, ή όπως αρπάζουν τα δόρατα οι αφυπνιζόμενοι απορόμως, εν καιρώ νυκτός, από αμέσως επικείμενον κίνδυνον, Ρωμαίοι των παραμεθορίων λεγεώνων, έτσι κι αυτοί, Αργοναυται της πρώτης στιγμής, Αργοναυται των ηρωικών χρόνων, ήρχισαν να λάμνουν γρήγορα, και επέρασαν άτρωτοι τας Συμληγάδας με βαθύτατους αναστεναγμούς ανακουφίσεως. Αλλά τα πράγματα αυτά, δεν εσταμάτησαν εδώ. Όλοι αυτοί οι άνδρες, και αυτοί που ίσταντο επί βάθρων και αυτοί που έτρωγαν ομελέτες και αυτοί που ελούοντο τακτικά και αυτοί που ερρύπαιναν τα λόγια των με σκωρ, όλοι αυτοί είχαν απογόνους. Δια μέσου των αιώνων, δια μέσου της ιστορίας, όπως ο Αμαζόνιος, όπως ο Μισσούρης, άλλοι ξανθοί, άλλοι μελαχρινοί, άλλοι πυρρότριχες (κρεατοφάγοι ή χορτοφάγοι), όλοι αυτοί, έφθαναν μέχρι των ημερών μας και εν Ελλάδι και εν Κολομβία, σαν τις σταγόνες της βροχής. Οι απόγονοι αυτοί ζουν εκτοξεύοντες το χρυσάφι των ή την φτώχεια των γύρωθέ μας, όπως εκτοξεύει η σουπιά το μελάνι της, ένας ζευγάς το σπόρο του, ένας άνδρας το σπέρμα του ή ένας που καθαρόγραψε τις σημειώσεις του, το πρόχειρο χαρτί στον κάλαθο των αχρήστων, φωνάζοντας άλλοι μεν «Δόξα, δόξα, αλληλούια» ή «Γκλόρια, γκλόρια, ιν εκζέλσις Ντέο!», άλλοι δε, «Σκατά στα μούτρα σας παλιοκερατάδες»!.. Ο λιγοστός κόσμος της αρχαιότητος, έγινε ο γιγάντιος κόσμος της σήμερον, οι παλιοί φασιανοί έγιναν αλουργίδες, οι παλιοί γυμνήται ή ελαφροντυμένοι οπλίται, έγιναν σιδηρόφρακτοι, με ή χωρίς πουλιά μες στην καρδιά των, και, τέλος, αργότερα, στα χρόνια μας, έγιναν άνθρωποι ντυμένοι με υφάσματα των κλωστοϋφαντουργείων που υψώνονται ανάμεσα σε υψικαμίνους, μέσα από την ερωτόσπαρτη χλόη των Βρετανικών νήσων, όπου φυλάσσονται εις ωρισμένους κήπους, και ιδίως εις τον μεγαλύτερον, τον επιφανέστερον και πλουσιώτερον, τον Ζωολογικόν Κήπον του Λονδίνου, λέοντες, τίγρεις, ελέφαντες και πάνθηρες, μαζί με όλα τα άλλα θηρία της Αυτοκρατορίας, απαράλλακτα όπως οι παλαιοί Ερυθρόδερμοι των δύο Αμερικανικών ηπείρων, έγιναν οι ινδομιγείς ή νεγρομιγείς κάτοικοι της Κολομβίας και των άλλων αμερικανικών χωρών.

Παρ’ όλην όμως την πάροδον του χρόνου, από καιρού εις καιρόν, καμιά φορά την ώρα του μεσημεριού, καμιά φορά την ώρα του μεσονυκτίου, ακούεται ακόμη η φωνή του ποδηλιούχου, επάνω από τα δώματα και τας στέγας των σπιτιών, ακούεται να φωνάζει, σαν μέσα από χοάνην τηλεβόα: «Γαμόσταυροι, γρηγορείτε! Υπάρχουν φάλαινες από σταβέντο, υπάρχουν ογκόπαγοι από σοφράνο, υπάρχουν σπηλιάδες, μανδαγόρες, δόκανα… Γρηγορείτε!... γρηγορείτε!... Άλλοιώς ο κάθε Ιάσονας, ο κάθε Αχιλλέας, θα πέσει θύμα του πρώτου τυχόντος Οδυσσέως…».  Μερικοί εκ των ολιγορούντων (σαράφηδες ως επί το πλείστον ή επιπόλαιοι σοφισταί) καμιά φορά κουνούσαν τα κεφάλια των και λέγαν: «Μα δεν μπορεί επιτέλους να συμβεί, να πέσει θύμα ο δύστυχος ο Οδυσσέας, του πρώτου τυχόντος Ιάσονος ή Αχιλλέως;». Αυτοί όμως, όχι δεν εγίνοντο πλέον ακουστοί, αλλά εξωστρακίζοντο και εστέλλοντο εις νήσους αιχμηράς, βραχώδεις, άνευ οάσεων και άνευ γυναικών, διότι κάποτε, που ένας εξ αυτών κατόρθωσε να πείσει τους συμπολίτας του, η πόλις εις την οποίαν ζούσε, εκάη μέχρι των θεμελίων, και ο πληθυσμός της, ωδηγήθει εις την σκλαβιά. Έκτοτε, σχεδόν κανείς λαός, δεν θέλησε να πέσει μια παρομοία συμφορά επάνω του, και γι’ αυτό κανείς δεν ήκουε αυτούς τους σοφιστάς ή τοκογλύφους. Έτσι οι Αργοναυται, εξηκολούθουν το ταξίδιόν των, κοπιάζοντες και αναπαυόμενοι, δρέποντες καρπούς και ηδονιζόμενοι, και κάθε τόσον καλούμενοι πίσω στα κουπιά δι’ εξαιρετικάς κωπηλασίας, και τούτο κατά διαστήματα σχεδόν κανονικά, (θα ημπορούσε να πει κανείς, σχεδόν εκ των προτέρων κανονισμένα) από τον εκάστοτε πηδαλιούχον, τον οποίον αγαπούσαν και μισούσαν, ετίμων και ύβριζον, αλλά τον οποίον διετήρουν εις την θέσιν του διότι κατά βάθος, ό,τι και αν έλεγαν, άνευ αυτού, ήτο αδυνατον να πορευτούν, να προχωρήσουν. Άρα, το συμπέρασμα είναι ότι…

Αλλά εις το σημείον τούτο, ο ρεμβασμός του ντον Πέντρο Ραμίρεθ, καθηγητού της ιστορίας εις το Πανεπιστήμιον της Σάντα Φε ντε Μπογκοτά, διεκόπη από την φωνήν μιας ωραίας νεάνιδος που έσπευδε προς αυτόν, σχεδόν τρέχουσα μέσα εις το πλατύ και φλοισβίζον φουστάνι της, με μίαν ανθοδέσμην στο χέρι.

«Πατέρα, πατέρα, αύριο θα ξεκινήσει η Αργώ…»

«Ποια Αργώ, Καρλότα;»

«Το αερόστατο, πατέρα… Έτσι το ονομάζουν σήμερα οι εφημερίδες».

Ο ντον Πέντρο εκοίταζε την κόρη του με άπειρη τρυφερότητα. Αλλά καθώς την παρετήρει, το βλέμμα του καρφώθηκε στα λουλούδια που κρατούσε στο χέρι της, και αμέσως έγινε αυσηρό και δύναμαι να προσθέσω, χωρίς φόβο μήπως πέσω έξω, έγινε συνάμα ζηλότυπον, διότι ο ντον Πέντρο Ραμίρεθ, ήτο όχι μόνον ικανότατος εραστής και φιλόδοξος άνθρωπος, αλλά καίτοι το απέκρυπτε επιμελώς από τον εαυτόν του και τους άλλους, με χιλιάς εκλογικεύσεις και χίλια τεχνάσματα, ήτο συγχρόνως βαθιά μέσα του, άκρως εγωιστής και ζηλότυπος άνδρας. Και όχι μόνον όταν ήκουε άλλους να επαινούν εξέχοντα έργα επιφανών ανθρώπων, αλλά ακόμη περισσότερον, όταν εμάνθανε τα ερωτικά κατορθώματα άλλων γνωστών ή αγνώστων εις αυτόν ανδρών, η ψυχή του συνεταράσσετο, η καρδία του συνεσπάτο και το αίμα του ανακυκλιζόμενον ιλιγγιωδώς εις το ηράκλειον κορμί του, του εθόλωνε προς στιγμήν τα φρένα. Και όμως σε κάθε τέτοια περίπτωσι, έτσι και τώρα που εκοίταζε τα άνθη, τα οποία κρατούσε στο χέρι της η κόρη του, ήρχισε να μανίζει μέσα στα στήθη του, σαν σπρωγμένη από πνεύμονας δράκοντος μαινομένου, μια θύελλα ολολύζουσα, με τετράψηλα άγρια κύματα λυσσωδώς αφρόεντα και με βαθυτάτας δίνας, ως βάραθρα χαοτικά, κάτω από το προσωπείον της αυστηράς και παγεράς αταραξίας άρχοντος θερμόαιμου του φλογερού Βαλλαντολίντ, ή της παλαιάς Γρανάδας, που φοβούμενος μήπως χάσει σύζυγον ή ερωμένην προσφιλή, ή, που έχων ήδη χάσει μάχην επί σημαντικού πεδίου, εν τούτοις, ουδόλως, δέχεται να φανερώσει το χαίνον τραύμα του έρωτος ή της τιμής του, παρουσιάζων, αλύγιστος εν μέσω της οξείας αλγηδόνος, όψιν γαλήνης και άψογον επιφάνειαν αυτοκυριαρχίας.

 

Με αυτόν τον τρόπο εκοίταζε τώρα ο ντον Πέντρο τα λουλούδια που εκτράτει στο χέρι της η κόρη του. Και τα λουλούδια αυτά, του εφαίνοντο ερωτικά, παρμένα αναντιρρήτως «από χέρι». Και άλλα μεν, τα πιο κλειστά, του εφαίνοντο σαν γεννητικά όργανα σφιχτά και σχεδόν άτριχα, ηδυπαθών παρθένων κορασίδων, άλλα δε, τα πιο ανοιχτά, σαν όργανα γεννητικά ερωτευμένων γυναικών και λάγνων διακορευμένων νεανίδων, με όλην την απαλήν, αλλά συγχρόνως δονουμένην τρυφερότητα των πετάλων συγκλίνουσαν, όπως τα χείλη του γυναικείου ερωτικού οργάνου, όπως οι κραδασμοί και οι πόθοι των ανδρών, όπως τα ορμέφυτα και οι λογισμοί των εραστών, προς την ροδαλήν ή κοκκινωπή ή ζωηρώς κατέρρυθρον βαθύτητα του ασπαίροντος κέντρου της ηδονής των ακραιφνών θηλέων, σε προσδοκίαν δεκτικήν, σε προσδοκίαν φρίσσιυσαν, εμπρός εις την απάντεχη είσδυσι, την λυρικήν και γαυριώσα, των παλλομένων, δυνατών και ολόρθων, πορφυρών σπερμαγωγών στημόνων.

 

Χωρίς να χάσει ούτε προς στιγμήν την ψυχραιμίαν του, με το βλέμμα του όμως σκοτεινόν και ακόμη αυστηρότερον, ο ντον Πέντρο ηρώτησε:

-      Καρλόττα, ποιος σου ’δωσε αυτά τα άνθη;

-      Τα έκοψα στο περιβόλι, απήντησε η νεανίς ερυθριώσα.

-      Καρλόττα, λες ψέμματα, είπε ο Ραμίρεθ και σηκώθηκε από την ψάθινη πολυθρόνα του. Πες μου, ποιος σούδωσε αυτά τα άνθη;

Η Καρλόττα κοκκίνησε ακόμη πιο πολύ και εψέλλισε:

-      Ο Πάμπλο Γκοντζάλεθ

-      Ποιος; Αυτός ο χυδαίος ζωέμπορος; Πάλι αυτός ο άνθρωπος! Καρλόττα, δεν σου είπα ότι δεν θέλω να του ξαναμιλήσεις. Αν το ξανακάνεις θα σε στείλω πίσω στις καλόγριες. Δεν ντέπεσαι… Εσύ μια κόρη γνησίων Ισπανών, μια κόρη της παλιάς Γρανάδας, να κουβεντιάζεις με ένα τέτοιο χυδαίο υποκείμενο… Τι θα πει ο κόσμος; Τι θα έλεγε η μητέρα σου, αν ζούσε; Καρλόττα, αν δε θέλεις να πας πίσω στις καλόγριες, πρόσεχε, μη ξαναμιλήσεις, ούτε από μακριά, σε αυτόν τον άνθρωπο… Ακούς;

Ο ντον Πέντρο έκανε λίγα βήματα εις τον εξώστην της θερινής επάυλεως του και προσέθεσε:

-      Καρλόττα, πέταξε αμέσως αυτά τα άνθη, και φέρε μου την εφημερίδα από μέσα.

Ο Πέντρο Ραμίρεθ έκανε ολίγα βήματα και έπειτα εκάθησε πάλι στην πολυθρόνα του. Μόλις εκάθησε, επέρασε εμπρός από την κιγκλιδόπορτα του κτήματός του, ο γείτων του Πάμπλο Γκοντζάλεθ, ο πλούσιος ινδομιγής ζωέμπορος διιευθύνων μόνος του εν απαστράπτον «τίλμπουρυ» και τον χαιρέτησε. Ο ντον Πέντρο, δεν ανταπέδωσε τον χαιρετισμόν. Τουναντίον έστρεψε αλλού την κεφαλήν του και εμουρμούρισε: «Κακό ψόφο να ’χεις, μπάσταρδο παληόσκυλο»

Εντός ολίγου επέστρεψε η Καρλόττα με την εφημερίδα. Ο ντον Πέντρο την κοίταξε πάλι αυστηρά και είπε:

-      Για να μάθεις, άλλη φορά να μ’ ακούς, δεν θα έλθεις μαζί μου αύριο στην τελετή της ανυψώσεως του αεροστάτου… Και κάτι άλλο… Σε τρεις μέρες θα επιστρέψουμε στην πόλι. Άρχισε λοιπόν να ετοιμάζεις τα πράγματα. Δεν είναι ανάγκη όμως να κουραστείς… Πήγαινε τώρα να βρεις τις φίλες σου και μη ξεχνάς αυτά που σούπα.

Η Καρλόττα, κοντοστάθηκε και έγινε κάτασπρη. Της ήλθαν δάκρυα στα μάτια και έμεινε άναυδος επί τινα λεπτά, ενώπιον του πατρός της, όστις την παρετήρει αμίλητος και ανοικτίρμων, αυτός που ήτο άλλοτε τόσον καλός και τρυφερός μαζί της. Τα δάκρυα της Καρλόττας κόντευαν να ξεχειλίσουν. Έξαφνα η νεάνις εστράφη προς τα σκαλιά και έφυγε τρέχουσα, δια να κρύψει τα κλάμματα και τους λυγμούς της, που της ήτο αδύνατον να συγκρατήσει.

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου

Α τι ωραία που θα είναι, όλα να τα βλέπεις και να τα απολαμβάνεις από ψηλά, χωρίς καημούς, χωρίς δεσμά

 [η ανάγνωση του Πρώτου μερους, μπορεί να συνοδεύεται από το τραγούδι ΑΕΡΟΣΤΑΤΟ που ερμηνεύει η Ελένη Πέτα]

http://www.youtube.com/watch?v=4GOIIOTta58&feature=colike

 

[ΑΡΓΩ ή ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ εκτοξεύοντας το χρυσάφι όπως εκτοξεύει η σουπιά το μελάνι της, ένας ζευγάς το σπόρο του, ένας άνδρας το σπέρμα του ή ένας που καθαρόγραψε τις σημειώσεις του στον κάλαθο των αχρήστων φωνάζοντας «Δόξα, δόξα αλληλούια» ή «Γκλόρια, γκλόρια, ιν εκζελσις Ντέο» ή «Σκατά στα μούτρα σας, παλιοκερατάδες»]

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2026

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

ΚΡΕΟΝΤΕΣ ΚΙ ΑΝΤΙΓΟΝΕΣ ΗΛΕΚΤΡΕΣ ΚΙ ΑΙΓΙΣΘΟΙ

 (…μακριά, σε απόσταση χιλιάδων μύρων  το Ειδώλων του Αιώνος…)


Τι σβηστήρας άραγες να υπάρχει
Για τη μέσα μας ασκήμια,  τι να μετα-
Στοιχειώνει τόσων χρόνων σκλαβιά,   Καίσαρες, εσείς  
Από τον άλλο κόσμο, μετανοημένοι, πέστε μας
Ποιο φύλλο,  ποιο πουλί,  ποιος κήπος μεσ’ στη θάλασσα
Σπώντας του Μαϊου τα κύματα, να ισοσταθμίσει γίνεται
Τον πόνο   Τον σωματικό
Που αν ένας μόνον τον υφίσταται, όλοι μας φωνάζουμε:
Ως πότε,  ως πότε
 
Ατραπούς πήρα  και  πάλι εμπρός τους βγήκα:
Κρέοντες  κι  Αντιγόνες   Ηλέκτρες  κι Αίγισθοι
Καθώς μ’ ένα φεγγάρι στρογγυλό στο χέρι,
Τη δική του νύχτα.
Ζούνε ακόμη, ζούνε, οδεύουν κι ολοφύρονται.
Ως κι εκείνος ο λησμονημένος τάχατες απ’ όλους
Βασιλιάς της  Ασίνης,  ως κι εκείνος ανεβαίνει,  να τος
Με σφαμένους  κι  ανέσφαχτους πίσω του
Το λόφο,  πάχρυσος
Προς τι;   Προς τι;
 
Πολιό πέλαγο  κι εσείς ακρόπρωρα μελανά στον αέρα
Πιο ψηλά, πιο ψηλά
Δώσετέ μου τη δύναμη
Ν’ αφαιρέσω απ’ τους μάντεις  το δεινό μέλλον
Και σαν άχρηστο σπλάχνο στα σκυλιά να το ρίξω.
Εγώ, που απ’ τον ήρωα να γυρίσω πίσω εδέησε
Και να κάνω δρόμο μακρύ, αποθαρρημένος
Εωσότου τέλος,  του καιούμενου από μόνο του
Μια κραυγή ζωντανή περισσώσω:
Φτάνει πια,  φτάνει πια
 
Τρέμει – τρέμει μακριά, σε απόσταση χιλιάδων μύρων
Το είδωλον του αιώνος
Μεσ’ στης πίκρας τον άργυρο,  λάμπει.
Μην γυρίσει κανείς να κοιτάξει,  παιδιά,
Μην γυρίσει κανείς να κοιτάξει.  Όστις γαρ
Εν πολλοίσιν ως εγώ κακοίς
Έζησε το γνωρίζει:  ευθεία,  μπροστά, και  τραγουδώντας μόνον
Άτεγκτοι  και  στην έξοδο προσηλωμένοι
Θα την φέρουμε την Ευρυδίκη πάλι
Στο φως,  στο φως,,   στο φως!..
[ΑΙΩΝΟΣ ΕΙΔΩΛΟΝ από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ ποιημάτων
στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974
που συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα – δημοσιευμένα ή ανέκδοτα –
που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών]

 

 


ΘΑΝΑΤΟΣ  και  ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ  του  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΚΑΙΟΛΟΓΟΥ

(κι άλλα ποιήματα από την ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ

στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974)

Ι

Έτσι καθώς εστέκονταν   ορθός μπροστά στην Πύλη

κι άπαρτος μεσ’ στη λύπη του

 

Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει

στο φάρδος Παραδείσου

Και σκληρός πιο κι απ’ την πέτρα

που δεν τον είχαμε κοιτάξει τρυφερά ποτέ –

κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα

 

Κι όποιος περνούσε με το βλέμμα του

λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους

κι έβγανε από όλους  ΄Έναν  που του χαμογελούσε

τον Αληθινόν  που ο χάρος δεν τον έπιανε

 

Πρόσεχε να  προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα

έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια

Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός

κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν’ ανεβαίνει

 

Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων

τα χρυσά να λάμπουν  και να φεύγουν

Και μια νύχτα  θυμάται σ’ ώρα μεγάλης τρικυμίας τ

βόγκηξε ο λαιμός του πόντου

τόσο που θολώθη   μα δεν έστερξε  να του σταθεί

 

Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως

για λίγη περηφάνεια το άξιζε

 

ΙΙ

Θε μου και τώρα τι   Που ’χε με χιλιάδες να παλέψει

χώρια με τη μοναξιά του   ποιος αυτός που ’ξερε μ’ ένα

λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει τι

 

Που όλα του τα ’χαν πάρει   Και τα πέδιλά του τα σταυρο-

δετά   και  τι τρικράνι του το μυτερό  και το τειχιό που καβα-

λούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον

καιρό σα ζόρικο  και  πηδηχτό βαρκάκι

 

Και μια φούχτα λουίζα   που την είχε τρίψει στα μάγουλα

ενός κοριτσιού   μεσάνυχτα   να το φιλήσει   (πώς κουρ-

ναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια

τρεις γκρεμούς πάνω απ’ τη θάλασσα…)

 

Μεσημέρι από νύχτα   Και μητ’ ένας πλάι του   Μονάχα

οι λέξεις και οι πιστές που ’σμίγαν  όλα τους τα χρώματα

ν’ αφήσουν μεσ’ στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως

 

Κι αντίκρυ   σ’ όλο των τειχών το μάκρος   μυρμηκιά

οι χυμένες μεσ’ στον γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του

 

«Μεσημέρι από νύχτα  - όλ’ η ζωή μια λάμψη!»  φώναξε

κι όρμησε μεσ’ στο σωρό    σύρνοντας πίσω του χρυσή

γραμμή ατελεύτητη

 

Κι αμέσως ένιωσε   ξεκινημένη από μακριά

η στερνή χλομάδα να τον κυριεύει.

ΙΙΙ

Τώρα   καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε  και

πιο γρήγορα  οι αυλές βουτούσαν μέσα στον χειμώνα  κι

έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ’ τα γεράνια

 

Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες

έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ’ ασήμια

που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι’ άλλων καιρών   πιο μακρινών

το εικόνισμα

 

Κόρες παρθένες   φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό   ξημέρωμα

φρέσκα βαγιόφυλλα  και της μυρσίνης της ξεριζωμένης

των βυθών σταλάζοντας ιώδιο,   τα κλωνάρια

 

Του ’φερναν   Ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγε

στη μεγάλη καταβόθρα να καταποντίζονται   πλώρες μαύρων

καραβιών   τ’ αρχαία  και  καπνισμένα ξύλα   όθε

με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες  επιτιμούσανε

 

Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα

σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα

θρουβαλιασμός  και  σκόνης άναμμα μεσ’ τον αέρα

 

Πάντοτε με μια λέξη μεσ’ στα δόντια του   άσπαστη  κει-

ταμενος

Αυτός     ο τελευταίος Έλληνας!..

 

VILLA NATACHA

Ι

Έχω κάτι να πω διάφανο  κι ακατάληπτο

Σαν κελαηδητό σε ώρα πολέμου.

 

Εδώ, σε μια γωνιά που κάθισα

Να καπνίσω το πρώτο ελεύθερο τσιγάρο μου

Αδέξιος μεσ’ στην ευτυχία, τρέμοντας

Μήπως σπάσω ένα λουλούδι,  θίξω κάποιο πουλί

Και σε δύσκολη θέση, εξαετίας μου, βρεθεί ο Θεός

 

Κι όμως όλα μου υπακούουν

Και οι όρθιες καλαμιές  και  το γερτό καμπαναριό

Και του κήπου το στερέωμα όλο

Αντικαθρεφτισμένο μεσ’ στο νου μου

Ένα – ένα ονόματα που ηχούν

Παράξενα μέσα στη ξένη γλώσσα:  PhloxAsterCytise

Eglantine,  Rpervenche,  Colchique

Alise,  Fresia,  Rivoine,  Myoporone….

 

και τα σχήματα όλα

Καθαρογραμμένα μεσ’ στα φρούτα:  ο κύκλος, το τετράγωνο

Το τρίγωνο και ο ρόμβος

Όπως τα βλέπουν τα πουλιά, να γίνει απλός ο κόσμος

Ένα σχέδιο Πικασσό

Με γυναίκα, παιδάκι  και  ιπποκένταυρο.

 

Λέω:  κι αυτό θα ’ρθει.  Και τ’ άλλο θα περάσει.

Πολύ δε θέλει ο κόσμος.  Ένα κάτι

Ελάχιστο.  Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα

Όμως

Ακριβώς

Προς   Την αντίθετη κατεύθυνση

 

Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει

 

Ονειρεύομαι μιαν επανάσταση από το μέρος του κακού και των πολέμων

σαν αυτή που έκανε, από το μέρος του σκιόφωτος και των αποχρώσεων,

ο Matisse  

ΙΙ

Όμως εκεί που δύο φίλοι

Μιλούν  ή  και σωπαίνουν – προ παντός τότε –

Τρίτο τίποτα δε χωρεί

Κι όπως οι φίλοι, φαίνεται,

Και οι θάλασσες από μακριά επικοινωνούνε

Φτάνει λίγος αέρας, μια σταλιά τριμμένης

Μεσ’ στα δάχτυλα, σκούρας λυγαριάς  και να:

Το κύμα;   Είναι αυτό;

Είναι αυτό που σου μιλάει στον ενικό  και λέει

«Μη με  ξεχνάς»  «Μη με ξεχνάς»;  Είναι η Ανακτορία;

Ή μήπως όχι;  Μήπως το νερό μόνον που τρέχει

Νύχτα – μέρα στης Αγίας Παρασκευής το εκκλησάκι;

Να ξεχάσεις τι;  Ποιος;  Τίποτα δεν ξέρουμε.

 

Όπως αποβραδίς που κάτι σου έσπασε

Μια φιλία παλαιή,  μια θύμηση από φάρφουρο

Ξανά πόσο άδικα ήξερες να κρίνεις

Βλέπεις τώρα που ξημέρωσε

Κι έχεις πικρό, πριν από τον καφέ, το στόμα

Χειρονομώντας άσκοπα, μιας άλλης,

Ποιος το ξέρει, ζωής, κάνεις ηχώ κι είναι απ’ αυτό που

(Ή μπορεί κι απ’ τη σκέψη

Κάποτε τόσο δυνατή, που προεξέχει)

Αντικρύ σου, μεμιάς, πάνου ως κάτου ο καθρέφτης ραγίζεται.

 

Λέω: τη μια στιγμή, τη μόνη που

Εάν φτάνει δεν γνωρίζεις

Τα Γραμμένα ραγίζονται

Κι αυτός που δίνει, παίρνει.  Επειδή  εάν όχι τότε θα

Πρέπει κι ο θάνατος να θανατώνεται και η φθορά

Να φθείρεται και το μικρό

Τριανταφυλλί που κάποτε

Στην παλάμη σου κράτησες, βότσαλο κι αυτό

Κάπου, χιλιετηρίδες μακριά, ν’ ανασυντίθεται

 

Με σοφία και θάρρος.  Picasso και Laurens,

Να πατήσουμε πάνω στην Ψυχολογία, στην Πολιτική,

στην Κοινωνιολογία,

ηλιοκαμένοι μ’ ένα σκέτο άσπρο πουκάμισο.

 

ΙΙΙ

Άνθρωπε,  άθελά σου

Κακέ – παρ’ ολίγο η τύχη σου άλλη.

Σ’ ένα έστω λουλούδι αντίκρυ αν ήξερες

Να πολιτεύεσαι

σωστά, θα τα ’χες όλα.  Επειδή απ’ τα λίγα μερικές φορές

Κι από το ένα – έτσι ο έρωτας -

Γνωρίζουμε τα υπόλοιπα. Μόνο το πλήθος να:

Στο χείλος των πραγμάτων στέκει

Όλα τα θέλει και τα παίρνει και δεν του μένει τίποτα.

 

Κιόλας έφτασε το απόγεμα

Γαλήνιο σαν της Μυτιλήνης ή μιας ζωγραφιάς

Του Θεόφιλου, ως πέρα το Eze, το Cap-Estel

Κόλποι όπου σιάχνει αγκαλιές ο αέρας

Μια διαφάνεια τόση

Που τα βουνά τ’ αγγίζεις και τον άνθρωπο εξακολουθείς να βλέπεις

Που πέρασε ώρες πριν

Αδιάφορος, μα τώρα πρέπει να έφτασε.

 

Λέω:  ναι, πρέπει να έχουν φτάσει

Ο πόλεμος στο τέρμα του, και ο Τύραννος στην πτώση του

Κι ο φόβος του Έρωτα μπρος στη γυμνή γυναίκα.

Έχουνε φτάσει, έχουνε φτάσει και μόνο εμείς δεν βλέπουμε

Παρά ψαύοντας ολοένα πέφτουμε στα φαντάσματα πάνου.

 

Άγγελε συ που κάπου εδώ γύρω πετάς

Πολυπαθής και αόρατος, πιάσε μου το χέρι

Χρυσωμένες έχουν τις παγίδες οι άνθρωποι

Κι είναι ανάγκη να μείνω απ’ τους απέξω.

 

Επειδή και ο Αφανής, παρών αισθάνομαι πως είναι

Ο μόνος που τον ονομάζω Πρίγκιπα, όταν

Ήρεμα το σπίτι

Αγκυροβολημένο μεσ’ το ηλιοβασίλεμα

Βγάνει άγνωστες λάμψεις

Και σαν από έφοδο, μια σκέψη

Εκεί που για τ’ αλλού τραβούσαμε αναπάντεχα μας κυριεύει.

[VILLA NATACHA από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]

 

ΕΛΥΤΟΝΗΣΟΣ   κοινώς  ΕΛΥΤΟΝΗΣΙ

(…φερμένη απ’ τις λευκές Μαρίες των κυμάτων διακόσια μέτρα φάρδος ολοένα Παράδεισος…)

Φέγγαν οι αλατόπετρες και στη μεγάλη

Αλαλησιά του μεσημεριανού πελάγου τίποτα. Μόνο δώσ’ του ο άνεμος

Δώσ’ του με το ράντισρο. Και δύι ή τρία πουλιά

Δυνατά και ελεύθερα σαν ευτυχίες .

 

Έτσι για να ’χω ζήσει αντίθετα

Στα ερχόμενα και να μην έχω

Λάβει τίποτα  ευτυχώς

Παρεχτός από τα χέρια μου όλα

Τώρα πάλι ακουγόμουν

Καταμόνας όπως ο ασκητής

Προτού ανεβεί απ’ τα σπλάχνα του μια Νέα Καμένη.

 

Δεξιά βουτούσε ο βράχος κι από το άλλο μέρος ύψω

Νε κεφάλι να παλέψει ο αγρίμης

Μπουρμπούλες νερό στα φαγωμένα πόδια του όλο και τρίφτανε άχνη

Σπούσε πέτρες ο ήλιος και ψηλά κρώζαν οι άγγελοι

 

Χιλιετηρίδες ύστερα

Που το νερό αναπήδησε

Να γίνει κατοικήσιμη ως και η πίκρα

Φαίνονται ακόμα κοίτα

Χαμηλά βουνά ξωκλήσια φάροι

Περασμένα τωρινά μου

Από το μέρος το άγνωστο. Και τώρα;

 

Στρίβοντας τ’ ακρωτήρι σειρές κατεβατές

Τ’ αμπέλια μ’ ένα γαλαξία πρασίνων του παλιού καιρού. Και πάσπαλη

Φερμένη απ’ τις λευκές Μαρίες των κυμάτων

Διακόσια μέτρα φάρδος ολοένα Παράδεισος

 

Πώς να ’ναι τώρα οι άνθρωποι;   Άραγες

Να φοβούνται ακόμη;   Στους αγρούς τους γερτούς

Να ελπίζουνε άλλον ουρανό;

Κερασιές να υπάρχουνε;

Και ποια τώρα να κάνει

Στον ασβέστη επάνω με τις ζωγραφιές

Αγία το θαύμα της;

 

Τον θεό τον έπιανες μεσ’ τον αέρα.

Μύριζε μέλισσα και χθεσινή βροχή βουνού.

Μια στιγμή τραγουδώντας από δίπλα σου περνούσε κείνη που είχες δει

Στον κήπο με τις αυταπάτες και όμως ούτε που άγγιζες

 

Αλλού. Είναι αλλού

Που το θαύμα το αέναο γίνεται

Πάνω από το Μεγάλο Κάστρο

Το χέρι αυτό που θα γυρίσει

Στους καιρούς πίσω τ’ άχρηστα

Θ’ ανοίξει σαν ηλίανθος

Και δρομείς με την ελληνική λαλιά παν το μήνυμα

 

Οργιές από του λόφου τα ύψη αχούσαν τα ερημόνησα

Μακριά στα βάθη σαν βαρύ θηρίο η Ασία κοιμόταν

Ένα κορίτσι μόλις κομμένο απ’ τη βερβένα

Σάλευε στ’ αεράκι και το πόδι του έλαμπε

 

Όπως οι λέξεις όταν κάνει αιθρία

Μία στην άλλη δίνονται

Νιωσμένο φανερώνεται

Το κορίστι που κρατεί ένα κάνιστρο

Γεμάτο μ’ αχινούς και βιολέτες θαλάσσης

Λες: είναι αυτές οι αγάπες σου

Μ’ ευωδιά και μ’ αγκάθι

 

Παλεμένο στ’ άγρια το πυργί των δώδεκα μηνών γυρνούσε

Στους καιρούς κόντρα κι άκουγες τα ευ των δένδρων να ευστοχούν

Περαστικός ένας Ιούλιος μοίραζε

Τους Νόμους: ο καθείς και η λυγαριά του διαλαλούσε

 

Κι η μέρα που απελπίστηκες

Επιστραμμένη σαν ηχώ αλλ΄ απέραντη

Και οι λύπες οι μικρές

Με το κρυφό τους κόκκινο λουλούδι

Σκιές τρεμάμενες άπιαστα φυλλώματα

Των ουρανών επάνω στο νερό

Που ο νους μόνον αγγίζει

 

Σήμαιναν οι καμπάνες της Αγίας Παρασκευής ανήμερα

Και κομμάτια - κομμάτια τα τετράγωνα μεγάλα σπίτια

Τα ’παιρνε το μπουγάζι. Τρεις ώρες πιο ψηλά

Μ’ ανοιχτό πανί τα καΐκια ρυμουλκούσαν τις στέγες

 

Και ας μην ένιωσε ποτέ κανείς

Του μέλλοντος αρχαιολόγος

Και των επουρανίων

Πόσα δάκρυα χύθηκαν. Όμως μάταια όχι.

Επειδή τα δάκρυα είναι κι αυτά

Πατρίδα που δεν χάνεται

Κει που γυαλίσαν κάποτε ύστερα η αλήθεια ήρθε.

 [από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]

 

ΞΥΠΝΗΣΕΣ ΑΔΑΜ  ΚΑΙ  ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ

(…φύλλωμα κισσού  στον ασβέστη περνάν   τρεμάμενα τα κύματα   μυριάδες σκιάσματα…)

Μεσ’ στ’ Απίστευτο  μετρήσου και πες   Πόσο πιάνει ο σταυρός  και  πόσο η Πλατυτέρα   Της ψυχής σου που ανάφτηκε  χρυσός αέρας   Άϊτε Θάλασσων   των ουρανών δελφίνι   Ζωή μου γλαυκή  που με μιαν αστραπή   Τα ’πες όλα  και τα ’κανες   τα ’πες όλα και  τα ’κρυψες   Εναντίον μου  να μεγαλώνουν είδα   Κορυφές του Αραφάτ  κι  ακατάληπτες γλώσσες   Όμως μόνος προχώρησα  κι  ούτε ένα δάκρυ   Δόλωμα κρυφό  στη βοή των κυμάτων   Ρίχνω κι  αγρικώ  σαν λεόντων φωνές   Τις φορές όπου αδίκησα  τις φορές όπου απάτησα   Μου κατάφαγαν  σπείρες μελισσών   Το λιγνό μου κορμί  και τη μιλιά μου πήραν   Θεές κωδωνοκρούοντας  πέλαγα μαύρα   Να πενθώ για τι;  Ποιος αυτός που προστάζει;   Ποιανού μαχητή  χαμένου στο σωρό  Άθελά του το ίνδαλμα  να ξανάρχεται μέσα μου;   Τρεις  και  τέσσερεις  φορές έγειρε ο νους μου   Με λοξά τα φτερά  πουλιού της τρικυμίας   Κι ύστερα πάλι τίποτα  - τίποτα πάλι    Έχε γεια Βοριά  μελαψέ σγουρομάλλη   Που κρυφά κρατείς  από κάτω της γης   Το ένα μου αηδόνισμα  τα πολλά μου αμαρτήματα   Εννεάστερο  τέρας φωτεινό   Ταξιδεύει ψηλά  και στην ψυχή μου ρίχνει   Τόπους – τόπους τα γράμματα  κι  ούτε μια λέξη   Τίποτα να πω  πια δε γίνεται άλλο   Μοναχά φυσώ  και  πέπλα παλαιά    Για τους άλλους αόρατα   μπρος στα μάτια μου ανοίγονται   Ανυπόταχτο  σκαρφαλωμένο γίδι   Στα ύψη μασά  των αιώνων τα φύλλα   Όπως πριν που γεννήθηκα  κι  όπως κατόπιν   Εμπρός προσκυνώ  σε την Ανθοκρατούσα   Μαβιά που κοιτάς  και  τα πέρα βουνά   Ωσάν της Αναλήψεως  καταδιάφανα   χάνονται   Ατελεύτητα   λευκό το κελί   Σαν σταγόνα νερού  καθαρού μες στον ήλιο   Με πηγαίνει κι ολόγυμνος  το θαύμα λέω!..  (ΑΠΟΣΤΙΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΟΡΘΡΟ ΣΤΟ ΑΣΚΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΟΥ από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ ποιημάτων στη συλλογή ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974, βιβλίο που συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα – δημοσιευμένα ή ανέκδοτα – που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών]

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2026

ΕΙΝΑΙ ΤΑΧΑ ΣΩΣΤΟ, ΝΑ ΠΑΡΙΣΤΑΝΕΙΣ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΚΑΙ ΚΕΛΑΡΙΖΟΝ ΠΟΤΑΜΑΚΙ…

  … όταν έχεις τον Αμαζόνιο στο στήθος σου και μέσα στ’ @ρχίδι@ σου φωτιά; Αλήθεια, υπάρχουν τρομεροί καημοί και φοβερά δεσμά!.. Και υ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ