(…περιπλανιούνται όσο να βρούνε τα τοπία…)
Παίρνω ένα πράγμα και του αλλάζω
θέση.
Δεν ξέρω γιατί, ίσως κάτι δεν μου
αρέσει.
Δευτερόλεπτά μετά
το ύφασμα, το χαρτί βγάζει έναν ψίθυρο – κραυγή
καθώς αλλάζει στάση η ύλη.
Ο ανεπαίσθητος θόρυβος αυτός
άραγε να εκφράζει δυσφορία
ή ανακούφιση για τη νέα τούτη σχέση
του άψυχου με το
άπειρο;
Ή μήπως τον δικό του τόπο
το αντικείμενο νοσταλγεί;
Μια κίνηση μικρούλα τόση δα
μια ματιά, ένας σπινθήρας φως
και να π’ αναπηδάει ένας μέσα
εαυτός
που ελεύθερος κινείται
σ’ ένα αφηρημένο τώρα.
Ακούγεται τότε κάτι σαν ερωτικό
μουρμουρητό
ή σαν κλαψούρισμα σκύλου νηστικού…
Έτσι θα κάνει η ύλη μόνη, λέω
πριν με βουτήξει μια άλλη
η δική μου σιωπή,
(Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ από την ομότιτλη συλλογή
της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ που
κυκλοφόρησε το 2001
με ένα στίχο από τον ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΑΙΟ
ΟΙΣΤΡΟ,
δεύτερο ποίημα στην ίδια συλλογή)
(…δεν ήταν τόσο
κακός ο λύκος
κι η γιαγιά δεν
είχε αφανιστεί…)
α
Εχτές βρέθηκα σε
μια χώρα
που ποτέ δεν είχα
γευτεί
ήταν όμως εκεί, όλη μου
τη ζωή
σαν υπόσχεση, και μου’ στελνε γράμματα
με το φως.
Άκουγα φωνή τραγουδιστή
-λίγο τροβαδούρος ήταν,
λίγο Έλληνας –
και μπήκα στο δάσος…
Α το δάσος με τα
ξυλοπάπουτσα
σπιτάκια του!.. Τώρα θα
φανεί
η Κοκκινοσκουφίτσα,
έλεγα
κι κακός λύκος στο
κατόπι…
Μα δεν ήταν τόσο κακός
ο λύκος
κι η γιαγιά δεν είχε αφανιστεί…
Γιορτές οργάνωνε μες
στα οργιαστικά φύλλα
παραληρούσε στην αιώνια
ζωή της γυναίκας
σαν λύκαινα.
β
«Κοίτα», μου είπε «προς τι τέλος
είναι πάλι όπως στην
αρχή
όταν αραιά είναι τα πρώτα και τα τελευταία δένδρα
κι απ’ αυτά προσπαθείς
να συλλάβεις το δάσος.
Δεν ξέρεις - ή το
ξέχασες – πως ο Ευγένιος, ο ήρωας
είναι ωραίος επειδή το
θέλησε
κι όχι γιατί τον έκαναν
έτσι
οι ουράνιες δυνάμεις.
Ευθυτενής μες το
γαλάζιο
μετανιώνει αυτάρεσκα
γιατί πάτησε τον όρκο του:
υπόκυψε στην προσωπική
του γοητεία
κι αγκάλιασε άλλη
νυφίτσα.
Τα παραμύθια - σαν τους έρωτες –
περιπλανιούνται όσο
να βρούνε τα τοπία
που τους ταιριάζουν
κι ο
Κοντορεβιθούλης θα σπείρει
το πεπρωμένο του
ελπίζοντας να σωθεί απ’
ότι άφησε πίσω του
σαν χνάρι»
γ
Εδώ τ’ αστέρα λάμπουν
όπως όταν αυτόφωτα
ανέβαιναν
τα βεγγαλικά ποιήματα
κι η γη μου μουλωχτή
γλιστρούσε ως τη
θάλασσα
έμοιαζε να μην είχε
κοιμηθεί ποτέ της
με άνθρωπο.
Τα πουλιά πέταγαν προς
τη χόβολη του Νότου
με συμμετρικούς
σχηματισμούς∙
θύμιζαν μια ξεχασμένη
αλφαβήτα…
Αργότερα η Μεγάλη
Άρκτος
μεγάλη κυρία, όλο
κοσμήματα
κατέβαινε προς τη
χοροεσπερίδα
του κόσμου.
Κανείς δεν είχε τίποτα
να ζ ητήσει
από κανέναν
έξω από λίγη
περισσότερη ζωή
και… ναι…
αχ!..
δ
Επειδή η νύχτα ήταν
πηχτή
και μόνο αστέρια φέγγαν
σκέφτηκα τη σκηνή
απάνθρωπη.
Το βάζο με τη θάλασσα
είχε τοποθετηθεί
στο βάθος του ορατού
κάτι σκοτεινά δένδρα
χριστουγεννιάτικα, αστόλιστα
πατούσαν την άμμο και
σιωπούσαν∙
ουράνια σώματα σε ηδονή
ελευθερίας
ούρλιαζαν με λάμψεις.
Ο αέρας μύριζε άγνωστα
λουλούδια
και κανένας λαμπτήρας
δεν μαρτυρούσε
ένα ψεύτικο ή αληθινό
«τώρα».
Α, ναι, είπα και βύθισα
την ακαλαίσθητη πατούσα μου
σε χόρτα ατροφικά, έτσι
ήταν πριν…
Πριν σηκωθεί η αυλαία
του σύννεφου
κι αρχίζει η πρώτη
πράξη
με τον πρώτο υποκριτή
να παίζει
τον πρώτο αρσενικό…
Έτσι ήταν πριν σκεφτούν
να πνίξουν
τα θηλυκά μωρά
πριν μας αλλάξει ο
Έρασμος την προφορά
πριν το πρώτο παράπονο
ακουστεί
για τη ζωή πάνω σ’ αυτή
τη γη
έτσι ήταν η ύπαρξη –
σκηνή
πριν αρχίσει το
πολύπραχτο έργο.
(από τη συλλογή
της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ 2001)
Όλα
του σώματος χάνουν το νόημά τους
ενώ
του δένδρου το άνθος πάντα κάτι σημαίνει∙
επιμένει
ν’ ανοίγει και στη γη να πέφτει
χωρίς
να περιμένει προσωπικές απολαβές
χωρίς
να λογαριάζει τι λειψή αθανασία
είναι
ο καρπός .
Κοίτα
τι οικειότητα με τον γκρεμό
έχει
το κάθε τι π’ ανθίζει.
Πώς
το λουλούδι δε λέει ποτέ
να
μην εκτελέσει τον προορισμό του;
Πώς
όντας αποκομμένο απ’ την ανθρώπινη μοίρα
τη
στεφανώνει στο τέλος;
Γιατί
η μνήμη των ματιών
που
λάτρεψα δεν με παρηγορεί
ενώ
ακάθεκτη κατεβαίνω
και
μόνο τα μυριοπέταλα γελάκια της φύσης
υψώνουν
το στήθος μου;
Α,
λέω, υπάρχουν μυστικά
που
μόνο χάνοντας τα μαθαίνεις…
Αυτό
που θέλω να μάθω απ’ έξω
είναι
οι αόρατες πλευρές του ορατού∙
το
τοπίο να δω σαν κέντρο του κόσμου
κι
όχι πια σαν το θεϊκό περίβλημα «εκείνου».
Να
μ’ αφοπλίζει αποκλειστικά το δάσος
με
τις αειθαλείς λαμπάδες του
κι
η νύχτα να προχωράει μέσα μου
άπειρους
ουρανούς βαθιά
χωρίς
κανένα υποκοριστικό…
Φως
να βγαίνει απ’ τις χλοερές χαραμάδες των φύλλων
όπως
παλιά απ’ τις ίριδες των εραστών.
Α!..
πότε η φυλλοβόλα ομορφιά
θα
μου επιβληθεί τελειωτικά
πότε
θα μάθω ότι η φύση όλη
είναι
έρωτας;
Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΜΥΓΔΑΛΙΑ
Αχ!.. η ανθισμένη μυγδαλιά, η ανθισμένη μυγδαλιά!
σου
’λεγα θυμάσαι;
(Εσένα,
που μες στο χειμώνα μου
περιπλανήθηκες
στον σιωπηλό μου κήπο…)
Πώς
μπορεί, ενώ άγρια τη μαστιγώνει ο
ουρανός
να
ξεσπάει σε λευκό
με
λίγο ροζ στο κέντρο για θεό της;
Πώς
ξεπερνάει την τόση άρνηση γύρω της
κι
ανθίζει εκείνη πρώτη;
Ώσπου
κάποιος σοφός
σε
εκπομπή σοφίας έλυσε την απορία μου.
Είναι
γιατί
(α,
κι εσύ με το χρόνο αμήχανος είσαι
δισταχτικός
με τα μάτια
ανάπηρος
στην κίνηση
χαμένος
σ’ εσωστρεφή μονοπάτια)
έχει
η μυγδαλιά το άνθος το πιο αδύναμο∙
Τα
μαμούνια δεν θα την διάλεγαν ποτέ για
βρώση
ούτε
άρωμα έχει, ούτε πέταλα γερά να δώσει.
Μια ιδέα είναι,
ένας αέρας
διόλου
διεγερτικός
καμιά
ιδιαίτερη μυρωδιά
δεν
ανακαλεί στη μνήμη
γελάκια
σε μέρη κρυφά
ούτε
των φύλλων τις πρώτες εκκρίσεις…
Ένας
αδύναμος βήχας της φύσης
το
λουλούδισμά της
μια
αχνή απόχρωση ονείρου
μια
ψευδαίσθηση γοητευτικής καρποφορίας…
Όμως,
καιρό πριν το ανώριμο ζουζούνι
διαισθανθεί
την άνοιξη
η
μυγδαλιά βρίσκεται εκεί
παρούσα
κι ανθισμένη
με
φόντο το κουρασμένο χιόνι∙
είναι
εκεί περιποιημένη, με τα κλωναράκια της
να
σκύβουν καταδεχτικά
πρώτη
αυτή με λουλούδια
να
περιμένει, να αντέχει το θαύμα.
Η
δύναμή της – έτσι έλκονται οι φτερωτοί –
είναι
που σ’ έρωτα ξέρει να μεταφράζει
τα
παγωμένα δευτερόλπεπτα.
ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΑ ΠΑΛΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Ο
λατρευτικός χώρος της νιότης μου
έγινε
μουσείο
Εκεί
που περιχυμένη κρασιά
φώναξα
τ’ άστρα με τ’ όνομά τους
«Μαρία!... Νίκο!...»
και
τα ποιήματα γατιά
τρύπωναν
κάτω απ’ το τραπέζι
εκεί
που ΄ρχόταν μαζί μας να πιει
κι
ο λόρδος Βύρων
με
μπέρτα την κληματαριά
καθαγιασμένος
απ’ το ρετσίνι
εκεί
που η μόνη θανάσιμη προσωπική προσβολή
ήταν
ενάντια στην ποίηση
τώρα
ταχτικές βιτρίνες βλέπω γύρω – γύρω
Πίσω
απ’ το γυαλί εκτίθενται τα πάθη μου
με
χρονολογία αρχής και τέλους
οι
σχέσεις μου αλφαβητικά
-πρώτα
με τους αγγέλους –
με
ημερομηνίες εισαγωγής κι εξαγωγής
απ’
την εντατική του έρωτα.
Νύχτα και
μόνη, μπερδεμένη
σ’
ένα λαβύρινθο τεχνητής μνήμης∙
καμιά
σκέψη, κανένα συναίσθημα
να
φύγω, έλεγα, να φύγω μακριά
απ’
ένα παρελθόν ακατανόητο
που
έγινε μουσείο
«ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΤΡΕΜΕΙΣ…»
Είμαστε των παλιών
ερώτων οι φωνές
όχι αυτών που σου άλλαξαν τη ζωή
και βρισκόσουν ξαφνικά σ άλλες κάμαρες
να προσκυνάς άλλα αγάλματα
αλλά εκείνων των ερώτων των μικρών
που για μια μόνο στιγμή
σ έκαναν να κοιτάς ψηλά
μ' ουράνια οικειότητα
ενώ κάτι άτακτα μονοκοτυλήδονα – το γελάκι, η ματιά -
σ' έκαναν να ξεχνάς τ’ αειθαλή αγκάθια του κάκτου χρόνου.
Έρωτα Μικρέ της τελευταίας στιγμής
ακούμπα σ' έναν ώμο φανατικά θνητό
ακούμπα στο κενοτάφιο των ονείρων
ΑΣΦΑΛΗΣ
Μη φοβάσαι
δεν κινδυνεύεις πια
τ’ απερίσκεπτα δάχτυλα
του έρωτα
να χωθούν στις παλιές
πληγές
και να πονέσεις πάλι.
Ηρέμησε
δε θα ξαναφωτιστεί
με κλεφτοφάναρα οράματα
της μόνιμης πια νύχτας ο ουρανός.
Δε θα μπλέξουν τα
μαλλιά σου
στ’ αγριόχορτα… (Α, τι τέλεια δικαιολογία
για να μένεις κάτω εκεί
και ν’ αγκαλιάζεις!)
Ο τρόμος έρχεται με το παχύ του σώμα
και θα’ ναι πια η μόνη
γνήσια συγκίνηση της
μέρας.
Δε θα καταστραφείς
υπακούοντας σ’ ένα πολύγλωσσο «έλα»
παίρνοντας για
λιβάδια τους κοφτερούς γκρεμούς.
Είσαι τώρα ασφαλής
στο κέντρο μιας
αστόλιστης ζωής
(από τη συλλογή της Κατερίνας
Αγγελάκη Ρουκ Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ 2001)
ΤΟ ΝΕΟ ΠΑΘΟΣ
(από τη συλλογή
της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ 2001)
Έρχεται σαν το ξαφνικό
άνεμο του καλοκαιριού∙
όμως δε δροσίζει
μόνο φουσκώνει τα καυτά κύματα του νου.
Το σώμα ακολουθεί
σαν τρελαμένος
σαλτιμπάγκος∙
χειρονομεί αφύσικα
για να πείσει το κοινό
πως θριαμβεύει…
«Τι είναι; Τι σου λείπει;»
ρωτά τα διάφορα μέρη
του προσώπου
με την ειρωνεία που
παράγει
η πίκρα της πείρας
η πίκρα της απεριόριστης απώλειας.
Απαντώ: Κοιτώ τη θάλασσα
κι όλο μου αφαιρείται η
έννοια της
αφού όλα τα γαλάζια
ξεχάστηκαν
κι εγώ λησμόνησα τα
μπλε
Ζητώ εξηγήσεις από την
πλάση
μα με στέλνουν αλλού
σε άλλη υπηρεσία
συναλλαγών∙
καμμιά σχέση με το μέλλον.
Λέω: θα ’μαι γλυκιά
θ’ αποδείξω πόσο μακάρια
είναι η καλοσύνη
πόσο μακρόβια η
γενναιοδωρία…
Μου απαντάει μια φωνή
στεγνή
αποθηκευμένη στο αμπάρι
της στέρησης:
«Τι θες; Σου ζήτησε κανείς τίποτα;»
Και τότε έρχεται
-όπως παλιά η επιθυμία
ερχόταν –
ένας αέρας, ένα κρύο κύμα
ένα μαύρο φως, ένα τυφλό πάθος
χωρίς μάτια αστραφτερά
στο τέλος του σπασμού
μ’ ένα αγκίστρι μπηγμένο
στο στομάχι
που ματώνει όλο και πιο
βαθιά
μεταλλάζει τις θρεπτικές
ουσίες
ασχημίζει τα ιερά πρόσωπα
του γάμου, της φιλίας
ενώ σε κάποια κρυφή
αυλή της ύπαρξης
μαζεύονται τα σκουπίδια
γέλια
τα σπασμένα λάστιχα
της κίνησης.
Έρχεται, ανεβαίνει , δεν επιβαίνει
γιατί είναι ανάπηρος,
πεζός
δεν επιβάλλεται σαν
επιθυμία
γιατί δεν υπάρχει επι-
είναι μόνο θυμός…
ή μήπως Θεός που έχει
κακοφορμίσει;
Η ΑΛΦΑΒΗΤΑ ΜΙΑΣ
ΖΩΗΣ
(…πάνω σε 24
πίνακες του Roland Drescher με θέμα το ελληνικό αλφάβητο… )
ΑΛΦΑ: Η αγριάδα είναι τόση
που δε φαίνεται το σχήμα της αρχής ΒΗΤΑ:
Η βοή της ψυχής πνίγεται μες στα τσαλακωμένα κόκαλα. ΓΑΜΑ:
Γέρος κρέμεται στην αγχόνη της ζωής. Τα πόδια μόλις αγγίζουν τα
αγριόχορτα των αναμνήσεων ΔΕΛΤΑ: Δε θα ’μια ποτέ το δένδρο της ζωής∙ δε θα δώσω ποτέ
καρπό στο δένδρο αυτό. Τελευταία μου απαγόρευσαν και τον περίπατο στο δάσος.
ΕΨΙΛΟΝ: Ο Έρωτας ζάρωσε σε
προθεσμία και έγινες ΕΩΣ ΖΗΤΑ: Λέει η ζητιάνα ύπαρξη: Δε ζητώ πολλά, ένα δευτερόλεπτο απ’ τη ζωή
σας να το κολλήσω στην ελάχιστη δική μου.
ΗΤΑ: Άρθρο θηλυκό: Σαν μπάρα
μπαίνει μπροστά μου πάντα ο προσδιορισμός μου σ’ αυτή τη γη. Όμως ό,τι άλλο θα
’ταν λάθος ΘΗΤΑ: Μήπως κι είναι θηλυκός ο θάνατος τελικά; Θα δούμε.
ΙΩΤΑ: Η πιο λεπτή κραυγή πόνου…
αλλά και αηδίας. ΚΑΠΑ: Βούλιαξε το αρχικό μου γράμμα κάτω απ’ το βάρος των αντιφάσεων
του προσώπου μου. ΛΑΜΔΑ: Πάλι λαλώ το τέλος. Πάλι ελάχιστα φαίνομαι, ένας λεκές τα
λεγόμενά μου. ΜΙ: Μέρες που σηκωνόσουνα εσύ μετά τον ήλιο και έδινες πριν απ’ αυτόν . Μέρες μανιώδους έρωτα μουγκού. ΝΙ:
Ναυάγιο τώρα, χωρίς αναβολή. Κι ας σχεδιάζαμε νυφίτσες να μας νανουρίζουν, νάζια στο ναό
της νηστείας. ΞΙ: Ξένες και η ασφυξία και η δίψα. Κι όμως μας ξανακέρδισαν. ΟΜΙΚΡΟΝ:
Ονειρεύτηκα ότι το περίλαμπρο κορμί του μέλλοντος κατάργησε το τέλος ΠΙ:
Πέτρα είναιό,τι αντιστέκεται στον ήλιο
Πέτρα είναι ό,τι αντιστέκεσαι στον πάγο
Πέτρα είναι ό,τι αντιστέκεται
στην οργή μου Δε θέλω να ξαπλώσω από
κάτω ΡΟ: Τι ρέει χωρίς να με ρωτά; Τι σταματάει να ρέει
και δεν μπορώ να ρωγτήσω γιαγτί; ΣΙΓΜΑ:
Άκου αυτό το συριστικό φίδι που κουλουριάζεται κάτω από μια σιωπηλή ζωή… Κάνει ένα θόρυβο που θυμίζει εκείνο το παλιό
σσσς… «σ’ αγαπώ» ΤΑΥ: Τέλος!.. Φράξανε τα σπήλαια που χανόμαστε για
να ζήσουμε μια ιδέα παραπάνω, τα καταφύγια της αγάπης. Τάφος!..
ΥΨΙΛΟΝ: Το σώμα του ύφους
παραμένει ασύλληπτο. ΦΙ: Φως, ας είναι
αεικίνητο το φως, γιατί αν μαρμαρώσει σε τρώει το σκοτάδι. ΧΙ:
Χαρά, χαράχτηκε μια στιγμή κάπου, πριν πέσει ακόμα πιο χαμηλά στο χάος ΨΙ:
Ψέματα, ψέματα είναι όλα!.. Μην κοιτάτε τις ζωγραφιές, μην ακούτε τα
λόγια. Η ψυχή μόνο στον άνθρωπο τον ζωντανό μένει πιστή, σαν σκύλος!.. ΩΜΕΓΑ:
Ώστε έτσι; Ω, Ναι!.. [κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Κατερίνας
Αγγελάκη Ρουκ Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ 2001 – συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ
ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011, εκδόσεις Καστανιώτη]
Παρασκευή, 7 Αυγούστου
2026

