Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

ΚΡΕΟΝΤΕΣ ΚΙ ΑΝΤΙΓΟΝΕΣ ΗΛΕΚΤΡΕΣ ΚΙ ΑΙΓΙΣΘΟΙ

 (…μακριά, σε απόσταση χιλιάδων μύρων  το Ειδώλων του Αιώνος…)


Τι σβηστήρας άραγες να υπάρχει
Για τη μέσα μας ασκήμια,  τι να μετα-
Στοιχειώνει τόσων χρόνων σκλαβιά,   Καίσαρες, εσείς  
Από τον άλλο κόσμο, μετανοημένοι, πέστε μας
Ποιο φύλλο,  ποιο πουλί,  ποιος κήπος μεσ’ στη θάλασσα
Σπώντας του Μαϊου τα κύματα, να ισοσταθμίσει γίνεται
Τον πόνο   Τον σωματικό
Που αν ένας μόνον τον υφίσταται, όλοι μας φωνάζουμε:
Ως πότε,  ως πότε
 
Ατραπούς πήρα  και  πάλι εμπρός τους βγήκα:
Κρέοντες  κι  Αντιγόνες   Ηλέκτρες  κι Αίγισθοι
Καθώς μ’ ένα φεγγάρι στρογγυλό στο χέρι,
Τη δική του νύχτα.
Ζούνε ακόμη, ζούνε, οδεύουν κι ολοφύρονται.
Ως κι εκείνος ο λησμονημένος τάχατες απ’ όλους
Βασιλιάς της  Ασίνης,  ως κι εκείνος ανεβαίνει,  να τος
Με σφαμένους  κι  ανέσφαχτους πίσω του
Το λόφο,  πάχρυσος
Προς τι;   Προς τι;
 
Πολιό πέλαγο  κι εσείς ακρόπρωρα μελανά στον αέρα
Πιο ψηλά, πιο ψηλά
Δώσετέ μου τη δύναμη
Ν’ αφαιρέσω απ’ τους μάντεις  το δεινό μέλλον
Και σαν άχρηστο σπλάχνο στα σκυλιά να το ρίξω.
Εγώ, που απ’ τον ήρωα να γυρίσω πίσω εδέησε
Και να κάνω δρόμο μακρύ, αποθαρρημένος
Εωσότου τέλος,  του καιούμενου από μόνο του
Μια κραυγή ζωντανή περισσώσω:
Φτάνει πια,  φτάνει πια
 
Τρέμει – τρέμει μακριά, σε απόσταση χιλιάδων μύρων
Το είδωλον του αιώνος
Μεσ’ στης πίκρας τον άργυρο,  λάμπει.
Μην γυρίσει κανείς να κοιτάξει,  παιδιά,
Μην γυρίσει κανείς να κοιτάξει.  Όστις γαρ
Εν πολλοίσιν ως εγώ κακοίς
Έζησε το γνωρίζει:  ευθεία,  μπροστά, και  τραγουδώντας μόνον
Άτεγκτοι  και  στην έξοδο προσηλωμένοι
Θα την φέρουμε την Ευρυδίκη πάλι
Στο φως,  στο φως,,   στο φως!..
[ΑΙΩΝΟΣ ΕΙΔΩΛΟΝ από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ ποιημάτων
στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974
που συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα – δημοσιευμένα ή ανέκδοτα –
που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών]

 

 


ΘΑΝΑΤΟΣ  και  ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ  του  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΚΑΙΟΛΟΓΟΥ

(κι άλλα ποιήματα από την ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ

στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974)

Ι

Έτσι καθώς εστέκονταν   ορθός μπροστά στην Πύλη

κι άπαρτος μεσ’ στη λύπη του

 

Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει

στο φάρδος Παραδείσου

Και σκληρός πιο κι απ’ την πέτρα

που δεν τον είχαμε κοιτάξει τρυφερά ποτέ –

κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα

 

Κι όποιος περνούσε με το βλέμμα του

λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους

κι έβγανε από όλους  ΄Έναν  που του χαμογελούσε

τον Αληθινόν  που ο χάρος δεν τον έπιανε

 

Πρόσεχε να  προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα

έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια

Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός

κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν’ ανεβαίνει

 

Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων

τα χρυσά να λάμπουν  και να φεύγουν

Και μια νύχτα  θυμάται σ’ ώρα μεγάλης τρικυμίας τ

βόγκηξε ο λαιμός του πόντου

τόσο που θολώθη   μα δεν έστερξε  να του σταθεί

 

Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως

για λίγη περηφάνεια το άξιζε

 

ΙΙ

Θε μου και τώρα τι   Που ’χε με χιλιάδες να παλέψει

χώρια με τη μοναξιά του   ποιος αυτός που ’ξερε μ’ ένα

λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει τι

 

Που όλα του τα ’χαν πάρει   Και τα πέδιλά του τα σταυρο-

δετά   και  τι τρικράνι του το μυτερό  και το τειχιό που καβα-

λούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον

καιρό σα ζόρικο  και  πηδηχτό βαρκάκι

 

Και μια φούχτα λουίζα   που την είχε τρίψει στα μάγουλα

ενός κοριτσιού   μεσάνυχτα   να το φιλήσει   (πώς κουρ-

ναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια

τρεις γκρεμούς πάνω απ’ τη θάλασσα…)

 

Μεσημέρι από νύχτα   Και μητ’ ένας πλάι του   Μονάχα

οι λέξεις και οι πιστές που ’σμίγαν  όλα τους τα χρώματα

ν’ αφήσουν μεσ’ στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως

 

Κι αντίκρυ   σ’ όλο των τειχών το μάκρος   μυρμηκιά

οι χυμένες μεσ’ στον γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του

 

«Μεσημέρι από νύχτα  - όλ’ η ζωή μια λάμψη!»  φώναξε

κι όρμησε μεσ’ στο σωρό    σύρνοντας πίσω του χρυσή

γραμμή ατελεύτητη

 

Κι αμέσως ένιωσε   ξεκινημένη από μακριά

η στερνή χλομάδα να τον κυριεύει.

ΙΙΙ

Τώρα   καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε  και

πιο γρήγορα  οι αυλές βουτούσαν μέσα στον χειμώνα  κι

έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ’ τα γεράνια

 

Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες

έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ’ ασήμια

που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι’ άλλων καιρών   πιο μακρινών

το εικόνισμα

 

Κόρες παρθένες   φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό   ξημέρωμα

φρέσκα βαγιόφυλλα  και της μυρσίνης της ξεριζωμένης

των βυθών σταλάζοντας ιώδιο,   τα κλωνάρια

 

Του ’φερναν   Ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγε

στη μεγάλη καταβόθρα να καταποντίζονται   πλώρες μαύρων

καραβιών   τ’ αρχαία  και  καπνισμένα ξύλα   όθε

με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες  επιτιμούσανε

 

Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα

σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα

θρουβαλιασμός  και  σκόνης άναμμα μεσ’ τον αέρα

 

Πάντοτε με μια λέξη μεσ’ στα δόντια του   άσπαστη  κει-

ταμενος

Αυτός     ο τελευταίος Έλληνας!..

 

VILLA NATACHA

Ι

Έχω κάτι να πω διάφανο  κι ακατάληπτο

Σαν κελαηδητό σε ώρα πολέμου

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 44

ΙΙΙ

Λέω: ναι πρέπει να έχουν φτάσει ο Πόλεμος στο τέρμα του και ο Τύραννος στην πτώση του και ο Φόβος του έρωτα μπρος στη γυμνή γυναίκα. Έχουνε φτάσει, έχουνε φτάσει και μόνο εμείς δε βλέπουμε…

Άνθρωπε,  άθελά σου

Κακέ – παρ’ ολίγο η τύχη σου άλλη.

Σ’ ένα έστω λουλούδι αντίκρυ αν ήξερες

Να πολιτεύεσαι

σωστά, θα τα ’χες όλα. Επειδή απ’ τα λίγα μερικές φορές

Κι από το ένα –έτσι ο έρωτας-

Γνωρίζουμε τα υπόλοιπα. Μόνο το πλήθος να:

Στο χείλος των πραγμάτων στέκει

Όλα τα θέλει και τα παίρνει και δεν του μένει τίποτα.

 

Κιόλας έφτασε το απόγεμα

Γαλήνιο σαν της Μυτιλήνης ή μιας ζωγραφιάς

Του Θεόφιλου, ως πέρα το Eze, το Cap-Estel

Κόλποι όπου σιάχνει αγκαλιές ο αέρας

Μια διαφάνεια τόση

Που τα βουνά τ’ αγγίζεις και τον άνθρωπο εξακολουθείς να βλέπεις

Που πέρασε ώρες πριν

Αδιάφορος, μα τώρα πρέπει να έφτασε.

 

Λέω: ναι, πρέπει να έχουν φτάσει

Ο πόλεμος στο τέρμα του, και ο Τύραννος στην πτώση του

Κι ο φόβος του Έρωτα μπρος στη γυμνή γυναίκα.

Έχουνε φτάσει, έχουνε φτάσει και μόνο εμείς δεν βλέπουμε

Παρά ψαύοντας ολοένα πέφτουμε στα φαντάσματα πάνου.

 

Άγγελε συ που κάπου εδώ γύρω πετάς

Πολυπαθής και αόρατος, πιάσε μου το χέρι

Χρυσωμένες έχουν τις παγίδες οι άνθρωποι

Κι είναι ανάγκη να μείνω απ’ τους απέξω.

 

Επειδή και ο Αφανής, παρών αισθάνομαι πως είναι

Ο μόνος που τον ονομάζω Πρίγκιπα, όταν

Ήρεμα το σπίτι

Αγκυροβολημένο μεσ’ το ηλιοβασίλεμα

Βγάνει άγνωστες λάμψεις

Και σαν από έφοδο, μια σκέψη

Εκεί που για τ’ αλλού τραβούσαμε αναπάντεχα μας κυριεύει.

[VILLA NATACHA από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]

 

ΕΛΥΤΟΝΗΣΟΣ   κοινώς  ΕΛΥΤΟΝΗΣΙ

(…φερμένη απ’ τις λευκές Μαρίες των κυμάτων διακόσια μέτρα φάρδος ολοένα Παράδεισος…)

Φέγγαν οι αλατόπετρες και στη μεγάλη

Αλαλησιά του μεσημεριανού πελάγου τίποτα. Μόνο δώσ’ του ο άνεμος

Δώσ’ του με το ράντισρο. Και δύι ή τρία πουλιά

Δυνατά και ελεύθερα σαν ευτυχίες .

 

Έτσι για να ’χω ζήσει αντίθετα

Στα ερχόμενα και να μην έχω

Λάβει τίποτα  ευτυχώς

Παρεχτός από τα χέρια μου όλα

Τώρα πάλι ακουγόμουν

Καταμόνας όπως ο ασκητής

Προτού ανεβεί απ’ τα σπλάχνα του μια Νέα Καμένη.

 

Δεξιά βουτούσε ο βράχος κι από το άλλο μέρος ύψω

Νε κεφάλι να παλέψει ο αγρίμης

Μπουρμπούλες νερό στα φαγωμένα πόδια του όλο και τρίφτανε άχνη

Σπούσε πέτρες ο ήλιος και ψηλά κρώζαν οι άγγελοι

 

Χιλιετηρίδες ύστερα

Που το νερό αναπήδησε

Να γίνει κατοικήσιμη ως και η πίκρα

Φαίνονται ακόμα κοίτα

Χαμηλά βουνά ξωκλήσια φάροι

Περασμένα τωρινά μου

Από το μέρος το άγνωστο. Και τώρα;

 

Στρίβοντας τ’ ακρωτήρι σειρές κατεβατές

Τ’ αμπέλια μ’ ένα γαλαξία πρασίνων του παλιού καιρού. Και πάσπαλη

Φερμένη απ’ τις λευκές Μαρίες των κυμάτων

Διακόσια μέτρα φάρδος ολοένα Παράδεισος

 

Πώς να ’ναι τώρα οι άνθρωποι;   Άραγες

Να φοβούνται ακόμη;   Στους αγρούς τους γερτούς

Να ελπίζουνε άλλον ουρανό;

Κερασιές να υπάρχουνε;

Και ποια τώρα να κάνει

Στον ασβέστη επάνω με τις ζωγραφιές

Αγία το θαύμα της;

 

Τον θεό τον έπιανες μεσ’ τον αέρα.

Μύριζε μέλισσα και χθεσινή βροχή βουνού.

Μια στιγμή τραγουδώντας από δίπλα σου περνούσε κείνη που είχες δει

Στον κήπο με τις αυταπάτες και όμως ούτε που άγγιζες

 

Αλλού. Είναι αλλού

Που το θαύμα το αέναο γίνεται

Πάνω από το Μεγάλο Κάστρο

Το χέρι αυτό που θα γυρίσει

Στους καιρούς πίσω τ’ άχρηστα

Θ’ ανοίξει σαν ηλίανθος

Και δρομείς με την ελληνική λαλιά παν το μήνυμα

 

Οργιές από του λόφου τα ύψη αχούσαν τα ερημόνησα

Μακριά στα βάθη σαν βαρύ θηρίο η Ασία κοιμόταν

Ένα κορίτσι μόλις κομμένο απ’ τη βερβένα

Σάλευε στ’ αεράκι και το πόδι του έλαμπε

 

Όπως οι λέξεις όταν κάνει αιθρία

Μία στην άλλη δίνονται

Νιωσμένο φανερώνεται

Το κορίστι που κρατεί ένα κάνιστρο

Γεμάτο μ’ αχινούς και βιολέτες θαλάσσης

Λες: είναι αυτές οι αγάπες σου

Μ’ ευωδιά και μ’ αγκάθι

 

Παλεμένο στ’ άγρια το πυργί των δώδεκα μηνών γυρνούσε

Στους καιρούς κόντρα κι άκουγες τα ευ των δένδρων να ευστοχούν

Περαστικός ένας Ιούλιος μοίραζε

Τους Νόμους: ο καθείς και η λυγαριά του διαλαλούσε

 

Κι η μέρα που απελπίστηκες

Επιστραμμένη σαν ηχώ αλλ΄ απέραντη

Και οι λύπες οι μικρές

Με το κρυφό τους κόκκινο λουλούδι

Σκιές τρεμάμενες άπιαστα φυλλώματα

Των ουρανών επάνω στο νερό

Που ο νους μόνον αγγίζει

 

Σήμαιναν οι καμπάνες της Αγίας Παρασκευής ανήμερα

Και κομμάτια - κομμάτια τα τετράγωνα μεγάλα σπίτια

Τα ’παιρνε το μπουγάζι. Τρεις ώρες πιο ψηλά

Μ’ ανοιχτό πανί τα καΐκια ρυμουλκούσαν τις στέγες

 

Και ας μην ένιωσε ποτέ κανείς

Του μέλλοντος αρχαιολόγος

Και των επουρανίων

Πόσα δάκρυα χύθηκαν. Όμως μάταια όχι.

Επειδή τα δάκρυα είναι κι αυτά

Πατρίδα που δεν χάνεται

Κει που γυαλίσαν κάποτε ύστερα η αλήθεια ήρθε.

 [από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]

 

ΞΥΠΝΗΣΕΣ ΑΔΑΜ  ΚΑΙ  ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ

(…φύλλωμα κισσού  στον ασβέστη περνάν   τρεμάμενα τα κύματα   μυριάδες σκιάσματα…)

Μεσ’ στ’ Απίστευτο  μετρήσου και πες   Πόσο πιάνει ο σταυρός  και  πόσο η Πλατυτέρα   Της ψυχής σου που ανάφτηκε  χρυσός αέρας   Άϊτε Θάλασσων   των ουρανών δελφίνι   Ζωή μου γλαυκή  που με μιαν αστραπή   Τα ’πες όλα  και τα ’κανες   τα ’πες όλα και  τα ’κρυψες   Εναντίον μου  να μεγαλώνουν είδα   Κορυφές του Αραφάτ  κι  ακατάληπτες γλώσσες   Όμως μόνος προχώρησα  κι  ούτε ένα δάκρυ   Δόλωμα κρυφό  στη βοή των κυμάτων   Ρίχνω κι  αγρικώ  σαν λεόντων φωνές   Τις φορές όπου αδίκησα  τις φορές όπου απάτησα   Μου κατάφαγαν  σπείρες μελισσών   Το λιγνό μου κορμί  και τη μιλιά μου πήραν   Θεές κωδωνοκρούοντας  πέλαγα μαύρα   Να πενθώ για τι;  Ποιος αυτός που προστάζει;   Ποιανού μαχητή  χαμένου στο σωρό  Άθελά του το ίνδαλμα  να ξανάρχεται μέσα μου;   Τρεις  και  τέσσερεις  φορές έγειρε ο νους μου   Με λοξά τα φτερά  πουλιού της τρικυμίας   Κι ύστερα πάλι τίποτα  - τίποτα πάλι    Έχε γεια Βοριά  μελαψέ σγουρομάλλη   Που κρυφά κρατείς  από κάτω της γης   Το ένα μου αηδόνισμα  τα πολλά μου αμαρτήματα   Εννεάστερο  τέρας φωτεινό   Ταξιδεύει ψηλά  και στην ψυχή μου ρίχνει   Τόπους – τόπους τα γράμματα  κι  ούτε μια λέξη   Τίποτα να πω  πια δε γίνεται άλλο   Μοναχά φυσώ  και  πέπλα παλαιά    Για τους άλλους αόρατα   μπρος στα μάτια μου ανοίγονται   Ανυπόταχτο  σκαρφαλωμένο γίδι   Στα ύψη μασά  των αιώνων τα φύλλα   Όπως πριν που γεννήθηκα  κι  όπως κατόπιν   Εμπρός προσκυνώ  σε την Ανθοκρατούσα   Μαβιά που κοιτάς  και  τα πέρα βουνά   Ωσάν της Αναλήψεως  καταδιάφανα   χάνονται   Ατελεύτητα   λευκό το κελί   Σαν σταγόνα νερού  καθαρού μες στον ήλιο   Με πηγαίνει κι ολόγυμνος  το θαύμα λέω!..  (ΑΠΟΣΤΙΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΟΡΘΡΟ ΣΤΟ ΑΣΚΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΟΥ από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ ποιημάτων στη συλλογή ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974, βιβλίο που συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα – δημοσιευμένα ή ανέκδοτα – που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών]

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2026

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

ΤΟΣΟ ΜΟΥ ΟΜΟΡΦΗΝΕΣ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ – ΠΟΥ ΞΕΡΩ:

 (…μόνο σε σένα θα το πω παλιά θαλασσινή Σελήνη μου…)

Ήτανε στο νησί μου κάποτες κει που αν δε γελιέμαι
Πριν χιλιάδες χρόνους  η Σαπφώ κρυφά
Σ’ έφερε μεσ’ στον κήπο του παλιού σπιτιού μας
Κρούοντας βότσαλα μεσ’ στο νερό ν’ ακούσω 
Πως σε λένε  Σ ε λ ά ν α  και πως εσύ κρατείς
Επάνω μας και παίζεις τον καθρέφτη του ύπνου
 
Πώς ανάσκελα θυμάσαι βγαίνοντας ο Ιούλιος
Μεσ’ από τις μαγνόλιες του Παραδείσου
Σ’ έβλεπα να κατεβαίνεις κει που έλαμπε η χαβούζα
Και γυναίκα πάνου από τα σαπισμένα φύλλα
Μυριάδες φωσφόριζες!..  Πώς μετέωρα όλα!..  Και βαθύς
Ο θόρυβος της ρόδας μεσ’ στη νύχτα… 
 
Ή φορές που μου έφερνες την κουκουβάγια
Ως μέσα στη μοναχική μου κάμαρα
Σηκώνοντας σκιές από τα έπιπλα
Να με τρομάξεις.  Όμως τι θα πει νεκρός δεν ήξερα
 
Τι θα πει Καιρός  τι  Ουτοπία
Τι το ασήμωμα της Παναγίας επάνω στα νερά
Τα μεγάλα ιερογλυφικά στην όψη σου
Η Αγάπη κι ο Θάνατος -να πω δεν ήξερα…
 
Κι ήμουν τόσο θλιμμένος!..  Μόνο που ήταν νύχτα
Μόνο που έσταζαν τα φύλλα μόνο που ανεξήγητα
Είχα μεσ’ στη Μητέρα κατεβεί
Της ηχώς το βάθος το άπατο
Και το μαύρο κομμάτι που αποσπούσε
Από μέσα μου κι έριχνε μεσ’ στο πηγάδι
Και το χώμα που έθρυβε κάτω απ’ το πέλμα μου
Σαν παγόνι φουσκώνοντας το δενδρολίβανο
Μόνο που αδημονούσαν μόνο που πίεζαν το στήθος μου
Ένιωθα ν’ αναβλύζουν δάκρυα… 
 
Μακριά στα σπίτια με την ασημένια στέγη
Τ’ άλλα παιδιά τ’ ανέβαζε η φωνή
Τ’ ανέβαζε η φωνή τους με τη φυσαρμόνικα
Μόνος εγώ στα σκαλοπάτια σα διωγμένος έκλαιγα
Και σε παρακαλούσα:  πάρε με πάρε με στην αγκαλιά σου
Και παρηγόρησέ με  που γεννήθηκα!.. 
 
Όχι που ήμουν άτυχος – θέλω να πω
Που τα χρόνια επάνω μου δεν έπιαναν σαν το νερό
Και τα λόγια μου μέσα στο φως πηδώντας
Όμοια ψάρια να φτάσουν λαχταρίζανε
Μεσ’ στον άλλο ουρανό – Μα που πια κανείς – κανείς
Ν’ αναγνώσει δε γνώριζε  Παράδεισο
 
Παλιά θαλασσινή Σελήνη μου μόνο σε  Σένα θα το πω
Γιατί μου ομόρφηνες τη δυστυχία – και ξέρω: 
 
Το παλιό μου σπίτι ακόμη κατοικώ
Και στα ίδια τριξίματα τρομάζω 
Και τις νύχτες πάλι βγαίνοντας ο Ιούλιος 
Τυλιγμένος τη μαύρη πρασινάδα σου παραμιλώ
 
Έφυγαν -έφυγαν ένας αέρας οι άνθρωποι
Στους βαθείς κρυφούς κυπαρισσώνες 
Έν’ αργό ανατρίχιασμα η συρτή που η Νύχτα
Μεσ’ στα φύλλα τραβάει όλο σπιθίσματα
 
Όμως πού το «χάρμα»;  Πού  η «νέα ζωή»;
Αλλά μάρτυς ήμουνα όταν στα τρίτα ύψη
Ένα – ένα ξυπνούσαν τα λιόφυτα του αέρος
Κι ο μισός έμενα έξω απ’ τον Καιρό
Την κοιλάδα που μούκρυψεν ο Θάνατος
Πάλι ν’ αντικρίσω.  Τον σαπφείρινο γύρω μου Ζωδιακό.
 
Έτσι μακριά στη γη.  Ροές της θάλασσας
Και βασκανίες του καπνού των κήπων.  Αλλά τι
Κόπος ο ποιητής με τ’ αδειανά του χείλη
Ολοένα πίσω από τη θλίψη του:  το Ανείπωτο.
Πάρε με πάρε με  στην αγκαλιά σου
Και παρηγόρησέ με που γεννήθηκα.
 
 Ότι τόσο ελαφρύ στα φρύγανα το πάτημα ήταν
Τόσο μπλάβα τα λουλούδια.  Τόσο η στάλα των ματιών
Ωραία  μετά που η ευτυχία χάθηκε
Μακριά μεσ’ στα θαλασσινά χαράματα
Το φιλί που εκράτησα όσο το αστέρι μου έσχιζε
Την πλαγιά του Αυγούστου τόσο καθαρό
Τόσο πικρή στη φούχτα μου η γαλήνη
Τόσο οι άνθρωποι μαύροι και μικροί
Με το πόδι εμπρός που ολοένα παν
Παν κατευθείαν  για τον Κωκυτό 
και τον  Πυριφλεγέθοντα!..
[ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ, Παλιά και Νέα Ωδή
τέταρτο ποίημα στην ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ
στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]

 

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

(κι άλλα ποιήματα από την ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ

στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974)

Θ’ ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός

Μήπως και μυριστείς  πατρίδα και γυρίσεις

Μεσ’ απ’ τα δένδρα που σε γνώριζαν και που γι’ αυτό

Τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάζανε άνθος

 

Εμάς τους γύφτους άσε μας

Τους «οικούντας εν τοις κοίλοις»

Τι δε νογάγαμε από γιορτή

 

Και τα πουλιά δε βάνουνε προσάναμ-

Μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει

Δώθε από τη φθορά πλέκομε τους κισσούς

Μακριά σου πιο κι απ’ το  Α  του Κενταύρου

 

«Ως εν τινι φρουρά εσμέν»

Μαργωμένοι μεσ’ στον χρόνο

Κι από τραγούδι αμάθητοι

 

Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ’

Ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα

Τόλμησες.  Κι οι ποιμένες σ’ είδανε της Πρεμετής

Μεσ’ στης άλλης χαράς το φως να οδοιπορείς πιο νέος

 

Τι κι αν ο κόσμος μάταιος

Έχεις μιλήσει ελληνικά

Ως  «εις τον έπειτα χρόνον»

 

Κι από την ομιλία σου ακόμη

Βγάνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι

Και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σε

Μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου.

 

ΜΙΚΡΟΝ ΑΝΑΛΟΓΟΝ

(για τον Ν. Χατζηκυριάκο Γκίκα)

Τόσο μόνον

Όσο χρειάζεται για να λειάνει ένα χαλίκι ο ρόχθος

Ή ν’ αποτυπωθεί χαράματα το ψύχος τ’ ουρανού

Στο δέρμα ενός μενεξεδένιου σύκου

 

Κι εκεί

Μακριά στην πούντα του καιρού

Όπου μαίνεται από τη νοτιά το μαύρο ερημονήσι

 

Τόσο μόνον κι εκεί:  ευδοκιμεί το Αόρατο!

 

Αλλ’ εμείς  το χτίζουμε αλλ’ εμείς το κηπεύουμε

Αλλ’ εμείς νύχτα – μέρα το ιστορούμε

 

Και συχνά την ώρα που από τη λέπρα της ηπείρου

Ξεχωρίζει ανεβαίνοντας

Θεομητορική

 

Γη με το φρύδι δριμύ και την άκανθα του ήλιου

 

Σαν σε όνειρο μέσα πάλι εμείς του προσφέρουμε

Ποιος το λίθο  ποιος τη δρόσο  ποιος το ουράνιο κονίαμα

 

Ω γαιώδη άνθρωπε

 

Ιδές που ο τοκετός της νύχτας έφερε

Κύανο  και  κινναβάρι  πορφύρα  και  ώχρα

 

Στείλε το βλέμμα σου ψηλά καθώς μια σκέψη οξεία

Να διασχίσει το εμπόλεμο στερέωμα

 

Και πες εμείς οι ασύμμετροι πως είμαστε

 

Τ’ αχνάρια που άφησαν – και που ακολούθησες –

Η άγρια μέλισσα  κι  ο αμνός ο πενθοφόρος.

 

MOZARTROMANCE

(από το κοντσέρτο για πιάνο αρ. 20, KV 466)

Όμορφη λυπητερή ζωή

Πιάνο μακρινό υποχθόνιο

Το κεφάλι μου ακουμπάει στον Πόλο

Και τα χόρτα με κυριεύουν

 

Γάγγη  κρυφέ της νύχτας πού σε παίρνεις;

Από μαύρους καπνούς βλέπω δορκάδες

Μεσ’ στο ασήμι να τρέχουν  να  τρέχουν

Και δε ζω  και  δεν έχω πεθάνει

 

Ούτε ο έρωτας  ούτε και η δόξα

Ούτε το όνειρο ούτε δεν ήταν

Με το πλάι κοιμούμαι  - κοιμούμαι

Κι ακούω τις μηχανές της γης που ταξιδεύει

 

Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ  ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΪ

(κι άλλα ποιήματα από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ

στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974)

Να ’ταν η στεναχώρια να γεννούσε καν ένα πουλί

σκισιματιά που θα τραβούσε   πάνου ως κάτου

μεσ’ στου μέσα κόσμου τη μαυρίλα   κι αψιθιά

με τι δριμύτη απ’ τα βουνά της Κρήτης

θ’ άναβε μεσ’ στον Άδη  σαν αηδονολαλιά!..

 

Πόρπη ασημένια Ελένη

 

Βρέξε βασιλικό τα χέρια σου να δροσιστώ

σα να’ χω  μεσ’ στα χάδια σου διαβάσει

τις επιστολές του Παύλου

 

(Σήκωσε το κλουβί  

μια – δω   μια – κει

κι ο ήλιος πήγαινε απ’ την άλλη

ν’ ανάψει τ’ όμορφο κεφάλι

μια – δω   μια – κει

ο ήλιος κάθε Κυριακή)

 

Πήραν τους τρεις ανέμους οι βοσκοί

κι εσύ τον τέταρτο τραβάς  και  φέγγεσαι

που να θωρώ πίσω απ’ το σώμα σου

να τρέχουν όρη  και  νησιά

του γραίγου  όλα τα ερημόλογα

και τα κατσούλια της αυλής όπου μεγάλωσες

παραδεισένια

 

Ελένη χώρα του Ηδυπνου

 

Που λέω αλήθεια πόσο πρέπει να υπόφερε ο ουράνιος κηπουρός

για να ’βγει  τέτοια μέντα η ομορφιά σου

 

(Φώναζε στην αυλή   ψι -ψι   ψι – ψι

κι ο γάτος σήκωσε ποδάρι

μεσ’ απ΄τα μάτια της να πάρει   ψι – ψι

την αστραπή της τη χρυση)

 

Κι  όπως παντού νυχτώνει  κάποτε  όμως  (ίδια μες την αγάπη)

ένα φωσάκι καταμόναχο φωνάζει   «εγώ»  «εγώ»

κι ούτε τ’ ακούει κανένας    μόνο

μια θύμηση ανεβαίνει σα λευκή μορφή

καταθαλάσσης  γυρισμένη

έτσι κι εσένα

 

Σελήνη  Ελένη  αναβρυτή

 

Κάποιου το δάκρυ που δεν έδειξες

τη σκοτεινή καρδιά θα τιμωρεί

και δεν αντέχει

κοίτα    στο λιγούλι γιασεμί

της νύχτας όλο το δαιμονολόγι

 

(Κάτασπρο γιασεμί

και μυ  -  και  μυ –

και μυστικέ μου  Αποσπερίτη

πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη

και μη   και  μη

και μη ρωτάτε το γιατί)

 

ΑΠΟΨΕ ΒΡΑΔΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΟΧΤΩ

(…ναυαγισμένο στα ρηχά των άστρων  το παλιό μου σπίτι

με τα σαμιαμίθια…)

Και το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω   Πόρτες  παράθυρα ανοιχτά Το παλιό μου σπίτι αδειάζοντας Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα     Σαστισμένες φωνές κι  άλλες που ακόμη   Τρέχοντας μες τις φυλλωσιές  αστράφτουν σαν   Μυστικά περάσματα πυγολαμπίδας   Από βάθη ζωής αναστραμμένης   Μεσ’ στο κρύο ασπράδι των ματιών   Εκεί που ακινητεί ο καιρός   Κι η σελήνη με το αλλοιωμένο μάγουλο   Απελπιστικά σιμώνει το δικό μου   Ένα θρόισμα σαν από χαμένης   Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:   «Μη»  κι ύστερα πάλι  «Μη»  «Μωρό μου»   «Τι σου ’μελλε»  «Μια μέρα θα το θυμηθείς»   «Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά»   «Εγώ που σ’ αγαπώ»  «Πες πάντα»  «Πάντα»   Κι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου   Που ανοίγεται στα δυο περιβολιού   Σβηστό απανθρακωμένο   Πάει  και  καταποντίζεται όλο το έχει σου   Ανεβαίνει απ’ τη ψυχής τ’ απόνερα ένα   Κύμα θολό που οι φυσαλίδες του είναι   Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα   Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού   Μια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία   Σαν τραγούδι όπου κρύφθηκε μήπως το δεις   Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι -  Όλα της αγκαλιάς τα ιερά  και του όρκου   Τίποτα  -  τίποτα δεν πήε χαμένο   Απόψε βράδυ   Αυγούστου οχτώ   Μεσ’ απ’ τη χλώρη του βυθού και πάλι   Το ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα   Μονοθροεί  και  συνθροεί τα φύλλα   Μονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:   «Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά»   «Σου ’μελλε  να χαθείς εδώ  για να σωθείς μακριά»   Κι άξαφνα σαν τα πριν  και  τα μετά  ιδωμένα   Βατές όλες οι θάλασσες μ τα λουλούδια   Μόνος αλλά όχι μόνος  όπως πάντα   Όπως τότε νέος που προχωρούσα   Με κείνη τη θέση στα δεξιά μου   Και ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Βέγας   Των ερώτων μου όλων ο Πολιούχος!.. (Ο ΦΥΛΛΟΜΑΝΤΗΣ από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ ποιημάτων στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974, βιβλίο που συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα – δημοσιευμένα ή ανέκδοτα – που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών του]

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2026

ΚΡΕΟΝΤΕΣ ΚΙ ΑΝΤΙΓΟΝΕΣ ΗΛΕΚΤΡΕΣ ΚΙ ΑΙΓΙΣΘΟΙ

  (…μακριά, σε απόσταση χιλιάδων μύρων   το Ειδώλων του Αιώνος…) Τι σβηστήρας άραγες να υπάρχει Για τη μέσα μας ασκήμια,   τι να μετα- Στ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ