(…μακριά, σε απόσταση χιλιάδων μύρων το Ειδώλων του Αιώνος…)
Τι σβηστήρας άραγες
να υπάρχει
Για τη μέσα μας ασκήμια, τι να μετα-
Στοιχειώνει τόσων
χρόνων σκλαβιά, Καίσαρες, εσείς
Από τον άλλο κόσμο,
μετανοημένοι, πέστε μας
Ποιο φύλλο, ποιο πουλί,
ποιος κήπος μεσ’ στη θάλασσα
Σπώντας του Μαϊου
τα κύματα, να ισοσταθμίσει γίνεται
Τον πόνο Τον σωματικό
Που αν ένας μόνον
τον υφίσταται, όλοι μας φωνάζουμε:
Ως πότε, ως πότε
Ατραπούς πήρα και
πάλι εμπρός τους βγήκα:
Κρέοντες κι
Αντιγόνες Ηλέκτρες κι Αίγισθοι
Καθώς μ’ ένα
φεγγάρι στρογγυλό στο χέρι,
Τη δική του νύχτα.
Ζούνε ακόμη, ζούνε,
οδεύουν κι ολοφύρονται.
Ως κι εκείνος ο λησμονημένος
τάχατες απ’ όλους
Βασιλιάς της Ασίνης,
ως κι εκείνος ανεβαίνει, να τος
Με σφαμένους κι
ανέσφαχτους πίσω του
Το λόφο, πάχρυσος
Προς τι; Προς τι;
Πολιό πέλαγο κι εσείς ακρόπρωρα μελανά στον αέρα
Πιο ψηλά, πιο ψηλά
Δώσετέ μου τη δύναμη
Ν’ αφαιρέσω απ’ τους
μάντεις το δεινό μέλλον
Και σαν άχρηστο σπλάχνο
στα σκυλιά να το ρίξω.
Εγώ, που απ’ τον
ήρωα να γυρίσω πίσω εδέησε
Και να κάνω δρόμο
μακρύ, αποθαρρημένος
Εωσότου τέλος, του καιούμενου από μόνο του
Μια κραυγή ζωντανή
περισσώσω:
Φτάνει πια, φτάνει πια
Τρέμει – τρέμει μακριά,
σε απόσταση χιλιάδων μύρων
Το είδωλον του
αιώνος
Μεσ’ στης πίκρας
τον άργυρο, λάμπει.
Μην γυρίσει κανείς
να κοιτάξει, παιδιά,
Μην γυρίσει κανείς
να κοιτάξει. Όστις γαρ
Εν πολλοίσιν ως εγώ
κακοίς
Έζησε το
γνωρίζει: ευθεία, μπροστά, και
τραγουδώντας μόνον
Άτεγκτοι και
στην έξοδο προσηλωμένοι
Θα την φέρουμε την
Ευρυδίκη πάλι
Στο φως, στο φως,,
στο φως!..
[ΑΙΩΝΟΣ ΕΙΔΩΛΟΝ από
τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ ποιημάτων
στη συλλογή του
Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974
που συγκεντρώνει
όλα τα ποιήματα – δημοσιευμένα ή ανέκδοτα –
που έμειναν έξω από
τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών]
ΘΑΝΑΤΟΣ και ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΚΑΙΟΛΟΓΟΥ
(κι άλλα ποιήματα από την ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ
στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974)
Ι
Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη
κι άπαρτος μεσ’ στη λύπη του
Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να
λογαριάσει
στο φάρδος Παραδείσου
Και σκληρός πιο κι απ’ την πέτρα
που δεν τον είχαμε κοιτάξει τρυφερά ποτέ –
κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα
Κι όποιος περνούσε με το βλέμμα του
λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους
κι έβγανε από όλους ΄Έναν
που του χαμογελούσε
τον Αληθινόν
που ο χάρος δεν τον έπιανε
Πρόσεχε να
προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα
έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια
Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός
κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν’
ανεβαίνει
Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων
τα χρυσά να λάμπουν και να φεύγουν
Και μια νύχτα
θυμάται σ’ ώρα μεγάλης τρικυμίας τ
βόγκηξε ο λαιμός του πόντου
τόσο που θολώθη μα δεν έστερξε να του σταθεί
Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως
για λίγη περηφάνεια το άξιζε
ΙΙ
Θε μου και τώρα τι Που ’χε με χιλιάδες να παλέψει
χώρια με τη μοναξιά του ποιος αυτός που ’ξερε μ’ ένα
λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει
τι
Που όλα του τα ’χαν πάρει Και τα πέδιλά του τα σταυρο-
δετά
και τι τρικράνι του το
μυτερό και το τειχιό που καβα-
λούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια
ενάντια στον
καιρό σα ζόρικο
και πηδηχτό βαρκάκι
Και μια φούχτα λουίζα που την είχε τρίψει στα μάγουλα
ενός κοριτσιού
μεσάνυχτα να το φιλήσει (πώς κουρ-
ναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα
σκαλοπάτια
τρεις γκρεμούς πάνω απ’ τη θάλασσα…)
Μεσημέρι από νύχτα Και μητ’ ένας πλάι του Μονάχα
οι λέξεις και οι πιστές που ’σμίγαν όλα τους τα χρώματα
ν’ αφήσουν μεσ’ στο χέρι του μια λόγχη από
άσπρο φως
Κι αντίκρυ
σ’ όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά
οι χυμένες μεσ’ στον γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε
το μάτι του
«Μεσημέρι από νύχτα - όλ’ η ζωή μια λάμψη!» φώναξε
κι όρμησε μεσ’ στο σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσή
γραμμή ατελεύτητη
Κι αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά
η στερνή χλομάδα να τον κυριεύει.
ΙΙΙ
Τώρα
καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και
πιο γρήγορα
οι αυλές βουτούσαν μέσα στον χειμώνα
κι
έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ’ τα γεράνια
Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες
γαλάζιες
έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ’ ασήμια
που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι’ άλλων
καιρών πιο μακρινών
το εικόνισμα
Κόρες παρθένες
φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό
ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης
των βυθών σταλάζοντας ιώδιο, τα κλωνάρια
Του ’φερναν
Ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγε
στη μεγάλη καταβόθρα να καταποντίζονται πλώρες μαύρων
καραβιών
τ’ αρχαία και καπνισμένα ξύλα όθε
με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες επιτιμούσανε
Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα
σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα
θρουβαλιασμός
και σκόνης άναμμα μεσ’ τον αέρα
Πάντοτε με μια λέξη μεσ’ στα δόντια του άσπαστη
κει-
ταμενος
Αυτός ο τελευταίος Έλληνας!..
VILLA NATACHA
Ι
Έχω κάτι να πω διάφανο κι ακατάληπτο
Σαν κελαηδητό σε ώρα πολέμου
ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 44
ΙΙΙ
Λέω: ναι πρέπει να έχουν
φτάσει ο Πόλεμος στο τέρμα του και ο Τύραννος στην πτώση του και ο Φόβος του
έρωτα μπρος στη γυμνή γυναίκα. Έχουνε φτάσει, έχουνε φτάσει και μόνο εμείς δε
βλέπουμε…
Άνθρωπε, άθελά σου
Κακέ – παρ’ ολίγο η
τύχη σου άλλη.
Σ’ ένα έστω λουλούδι
αντίκρυ αν ήξερες
Να πολιτεύεσαι
σωστά, θα τα ’χες όλα.
Επειδή απ’ τα λίγα μερικές φορές
Κι από το ένα –έτσι ο
έρωτας-
Γνωρίζουμε τα υπόλοιπα.
Μόνο το πλήθος να:
Στο χείλος των
πραγμάτων στέκει
Όλα τα θέλει και τα
παίρνει και δεν του μένει τίποτα.
Κιόλας έφτασε το
απόγεμα
Γαλήνιο σαν της
Μυτιλήνης ή μιας ζωγραφιάς
Του Θεόφιλου, ως πέρα
το Eze, το Cap-Estel
Κόλποι όπου σιάχνει
αγκαλιές ο αέρας
Μια διαφάνεια τόση
Που τα βουνά τ’
αγγίζεις και τον άνθρωπο εξακολουθείς να βλέπεις
Που πέρασε ώρες πριν
Αδιάφορος, μα τώρα
πρέπει να έφτασε.
Λέω: ναι, πρέπει να έχουν
φτάσει
Ο πόλεμος στο τέρμα
του, και ο Τύραννος στην πτώση του
Κι ο φόβος του Έρωτα
μπρος στη γυμνή γυναίκα.
Έχουνε φτάσει, έχουνε
φτάσει και μόνο εμείς δεν βλέπουμε
Παρά ψαύοντας ολοένα
πέφτουμε στα φαντάσματα πάνου.
Άγγελε συ που κάπου εδώ
γύρω πετάς
Πολυπαθής και αόρατος,
πιάσε μου το χέρι
Χρυσωμένες έχουν τις
παγίδες οι άνθρωποι
Κι είναι ανάγκη να
μείνω απ’ τους απέξω.
Επειδή και ο Αφανής,
παρών αισθάνομαι πως είναι
Ο μόνος που τον ονομάζω
Πρίγκιπα, όταν
Ήρεμα το σπίτι
Αγκυροβολημένο μεσ’ το
ηλιοβασίλεμα
Βγάνει άγνωστες λάμψεις
Και σαν από έφοδο, μια
σκέψη
Εκεί που για τ’ αλλού
τραβούσαμε αναπάντεχα μας κυριεύει.
[VILLA NATACHA από τη συλλογή του Οδυσσέα
Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]
ΕΛΥΤΟΝΗΣΟΣ κοινώς
ΕΛΥΤΟΝΗΣΙ
(…φερμένη απ’ τις λευκές Μαρίες των κυμάτων διακόσια
μέτρα φάρδος ολοένα Παράδεισος…)
Φέγγαν οι αλατόπετρες
και στη μεγάλη
Αλαλησιά του
μεσημεριανού πελάγου τίποτα. Μόνο δώσ’ του ο άνεμος
Δώσ’ του με το
ράντισρο. Και δύι ή τρία πουλιά
Δυνατά και ελεύθερα σαν
ευτυχίες .
Έτσι
για να ’χω ζήσει αντίθετα
Στα
ερχόμενα και να μην έχω
Λάβει
τίποτα ευτυχώς
Παρεχτός
από τα χέρια μου όλα
Τώρα
πάλι ακουγόμουν
Καταμόνας
όπως ο ασκητής
Προτού
ανεβεί απ’ τα σπλάχνα του μια Νέα Καμένη.
Δεξιά βουτούσε ο βράχος
κι από το άλλο μέρος ύψω
Νε κεφάλι να παλέψει ο
αγρίμης
Μπουρμπούλες νερό στα
φαγωμένα πόδια του όλο και τρίφτανε άχνη
Σπούσε πέτρες ο ήλιος
και ψηλά κρώζαν οι άγγελοι
Χιλιετηρίδες
ύστερα
Που το
νερό αναπήδησε
Να
γίνει κατοικήσιμη ως και η πίκρα
Φαίνονται
ακόμα κοίτα
Χαμηλά
βουνά ξωκλήσια φάροι
Περασμένα
τωρινά μου
Από το
μέρος το άγνωστο. Και τώρα;
Στρίβοντας τ’ ακρωτήρι
σειρές κατεβατές
Τ’ αμπέλια μ’ ένα
γαλαξία πρασίνων του παλιού καιρού. Και πάσπαλη
Φερμένη απ’ τις λευκές
Μαρίες των κυμάτων
Διακόσια μέτρα φάρδος
ολοένα Παράδεισος
Πώς να
’ναι τώρα οι άνθρωποι; Άραγες
Να
φοβούνται ακόμη; Στους αγρούς τους
γερτούς
Να
ελπίζουνε άλλον ουρανό;
Κερασιές
να υπάρχουνε;
Και
ποια τώρα να κάνει
Στον
ασβέστη επάνω με τις ζωγραφιές
Αγία
το θαύμα της;
Τον θεό τον έπιανες
μεσ’ τον αέρα.
Μύριζε μέλισσα και
χθεσινή βροχή βουνού.
Μια στιγμή τραγουδώντας
από δίπλα σου περνούσε κείνη που είχες δει
Στον κήπο με τις
αυταπάτες και όμως ούτε που άγγιζες
Αλλού.
Είναι αλλού
Που το
θαύμα το αέναο γίνεται
Πάνω
από το Μεγάλο Κάστρο
Το
χέρι αυτό που θα γυρίσει
Στους
καιρούς πίσω τ’ άχρηστα
Θ’
ανοίξει σαν ηλίανθος
Και
δρομείς με την ελληνική λαλιά παν το μήνυμα
Οργιές από του λόφου τα
ύψη αχούσαν τα ερημόνησα
Μακριά στα βάθη σαν
βαρύ θηρίο η Ασία κοιμόταν
Ένα κορίτσι μόλις
κομμένο απ’ τη βερβένα
Σάλευε στ’ αεράκι και
το πόδι του έλαμπε
Όπως οι
λέξεις όταν κάνει αιθρία
Μία
στην άλλη δίνονται
Νιωσμένο
φανερώνεται
Το
κορίστι που κρατεί ένα κάνιστρο
Γεμάτο
μ’ αχινούς και βιολέτες θαλάσσης
Λες:
είναι αυτές οι αγάπες σου
Μ’
ευωδιά και μ’ αγκάθι
Παλεμένο στ’ άγρια το
πυργί των δώδεκα μηνών γυρνούσε
Στους καιρούς κόντρα κι
άκουγες τα ευ των δένδρων να ευστοχούν
Περαστικός ένας Ιούλιος
μοίραζε
Τους Νόμους: ο καθείς
και η λυγαριά του διαλαλούσε
Κι η
μέρα που απελπίστηκες
Επιστραμμένη
σαν ηχώ αλλ΄ απέραντη
Και οι
λύπες οι μικρές
Με το
κρυφό τους κόκκινο λουλούδι
Σκιές
τρεμάμενες άπιαστα φυλλώματα
Των
ουρανών επάνω στο νερό
Που ο
νους μόνον αγγίζει
Σήμαιναν οι καμπάνες
της Αγίας Παρασκευής ανήμερα
Και κομμάτια - κομμάτια
τα τετράγωνα μεγάλα σπίτια
Τα ’παιρνε το μπουγάζι.
Τρεις ώρες πιο ψηλά
Μ’ ανοιχτό πανί τα
καΐκια ρυμουλκούσαν τις στέγες
Και ας
μην ένιωσε ποτέ κανείς
Του
μέλλοντος αρχαιολόγος
Και
των επουρανίων
Πόσα
δάκρυα χύθηκαν. Όμως μάταια όχι.
Επειδή
τα δάκρυα είναι κι αυτά
Πατρίδα
που δεν χάνεται
Κει
που γυαλίσαν κάποτε ύστερα η αλήθεια ήρθε.
[από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ
ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]
ΞΥΠΝΗΣΕΣ ΑΔΑΜ
ΚΑΙ ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ
(…φύλλωμα κισσού
στον ασβέστη περνάν τρεμάμενα τα
κύματα μυριάδες σκιάσματα…)
Μεσ’ στ’ Απίστευτο
μετρήσου και πες Πόσο πιάνει ο σταυρός και
πόσο η Πλατυτέρα Της ψυχής σου
που ανάφτηκε χρυσός αέρας Άϊτε Θάλασσων των ουρανών δελφίνι Ζωή μου γλαυκή που με μιαν αστραπή Τα ’πες όλα
και τα ’κανες τα ’πες όλα
και τα ’κρυψες Εναντίον μου
να μεγαλώνουν είδα Κορυφές του
Αραφάτ κι ακατάληπτες γλώσσες Όμως μόνος προχώρησα κι ούτε
ένα δάκρυ Δόλωμα κρυφό στη βοή των κυμάτων Ρίχνω κι
αγρικώ σαν λεόντων φωνές Τις φορές όπου αδίκησα τις φορές όπου απάτησα Μου κατάφαγαν σπείρες μελισσών Το λιγνό μου κορμί και τη μιλιά μου πήραν Θεές κωδωνοκρούοντας πέλαγα μαύρα
Να πενθώ για τι; Ποιος αυτός που
προστάζει; Ποιανού μαχητή χαμένου στο σωρό Άθελά του το ίνδαλμα να ξανάρχεται μέσα μου; Τρεις
και τέσσερεις φορές έγειρε ο νους μου Με λοξά τα φτερά πουλιού της τρικυμίας Κι ύστερα πάλι τίποτα - τίποτα πάλι
Έχε γεια Βοριά μελαψέ σγουρομάλλη Που κρυφά κρατείς από κάτω της γης Το ένα μου αηδόνισμα τα πολλά μου αμαρτήματα Εννεάστερο
τέρας φωτεινό Ταξιδεύει
ψηλά και στην ψυχή μου ρίχνει Τόπους – τόπους τα γράμματα κι
ούτε μια λέξη Τίποτα να πω πια δε γίνεται άλλο Μοναχά φυσώ
και πέπλα παλαιά Για τους άλλους αόρατα μπρος στα μάτια μου ανοίγονται Ανυπόταχτο
σκαρφαλωμένο γίδι Στα ύψη μασά των αιώνων τα φύλλα Όπως πριν που γεννήθηκα κι
όπως κατόπιν Εμπρός
προσκυνώ σε την Ανθοκρατούσα Μαβιά που κοιτάς και τα
πέρα βουνά Ωσάν της Αναλήψεως καταδιάφανα
χάνονται Ατελεύτητα λευκό το κελί Σαν σταγόνα νερού καθαρού μες στον ήλιο Με πηγαίνει κι ολόγυμνος το θαύμα λέω!.. (ΑΠΟΣΤΙΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΟΡΘΡΟ ΣΤΟ ΑΣΚΗΤΗΡΙΟ
ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΟΥ από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ ποιημάτων στη συλλογή ποιημάτων του Οδυσσέα
Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974, βιβλίο που συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα – δημοσιευμένα
ή ανέκδοτα – που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών]
Δευτέρα, 18 Μαΐου 2026

