Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Ω ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΜΟΥ ΑΗΤΕ ΚΑΤΑΣΠΡΕ

 (… την ανδρεία του Χάους μου έμαθε η σιωπή σου…)


Ποια έπαρση της λεωφόρου;   Του βάθρου ποιο ύψος; 

Πότε ανοίγουν επιτέλους οι ουρανοί   πότε ανοίγουν;

Στο βόρειο σέλας αιωρούνται πίθηκοι

Ποτέ δεν θα ονειρευτείς με τα κατάρτια που μισεύουν

ποτέ εμένα την κάθετη αίρεση των πάγων

 

Αν μονόφθογγο οχταήχι…

(…αν νυχιά στο μάγουλό σου η αστροφεγγιά…)

αν φλάουτο η καύτρα του Ιούνη

βγάλ’ τα πέρα

μ’ ετούτον τον κορυδαλλό του άσαρκου ουρανού

του ραγισμένου ύπνου

ή με το δεκανίκι σου  αριστερά σαν μπαίνουμε απ’ τη Ρούμελη…

 

Και να θυμάσαι όθε στεριά  όθε στροφή 

(…που ξαναμμένος παραμόνευε  που παραλίγο να σε καταπιεί ο βράχος…)   

Κανένας τους λοιπόν  ούτε  καν ο έρωτας

(ω τι ωραίος κάλλει  σαν κυνηγώντας  αγριομέλισσες

δυο δάχτυλα ψηλά απ’ την κορφούλα του φασκόμηλου ριγούσε)

κανένας λέω στη θανή σου με κηδευτικές κορδέλες

ω αδέλφι χάλκινε άνεμε

κανένας

Τι θαρρείς;  κανενού δεν του κοτάει να σκιρτά

σαν πέφτουνε αετών κεφάλια

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ  ΚΙ  ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΠΑΨΑΝΕ ΚΙ ΑΥΤΕΣ 

που το καλοκαίρι έφυγε για αιώνες 

 

Στ’ αριστερό μου ημιθωράκιο με το νοτιά

δέρνεται ο Σαβοναρόλα

Συλλαλητήριο ξοπίσω του οι αφίσες

 

Σαστισμένο ελάφι

τι ζητούσα στην ηλιοσαχάρα

όπου τόξευε ο Ακένατον

με δυσοίωνα φωτόνια  

απ’ τα μάτια σου

[ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ κι άλλες επιλογές από την τρίτη ενότητα στη συλλογή  

του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984 

συγκεντρωτική έκδοση  ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987]

 



 

ΦΕΓΓΑΡΙ ΠΟΥ ΒΑΣΤΑΣ ΜΑΧΑΙΡΙ

(…νύχτα που κίνησες με παντερίγιες κατεπάνω μου…)

Κι απ’ όλα εσύ πιο άπληστη

πιο κι απ’ το ρίγος της μανόλιας

αν είναι να μετράς τη λύπη μου

τον πεζικάριο Μακεδόνα να θυμάσαι

της σάρισας το  μήκος τη βαριά ασπίδα

την πορεία του την αμετάκλητη εντολή:

ανάμεσα των Μήδων

πέρα για πέρα το  Δαρείο

 

Ω μιας αρχής

που ήταν ακόμη ζάχαρη και ροδαμός    η  Πέλλα

στο νου την είχες τη βασιλικήν οδό

προς μιαν Αλεξάνδρεια εσχάτη

 

Δεν είναι που οι συγκυρίες   μα που το θες:

όχι το μίγνυμι

ούτε καταυγασμός σε νύχτιο ρείθρο

ή ένθετος ο έρωτας στα περιβραχιόνια

Του λύχνου εντός μη σκούξεις

μη με βουβαμένα Γιάννενα εντός

μη άφωνο πηγάδι εντός  ή  νεροκότας

που τη χτυπήσανε ως πετούσε μη εντός

ούτε πίσω από  μιντέρι σκίουρος  ή  καν  Πολώνιος μη

Πλεγμένα φίδια στην άγια πύλη

της αμπέλου μη

με τον καπνό της Ωγυγίας μη πιαστείς

με το δαδί όταν ματώνει μη

με  το σεντούκι μη

με τα ρόδια όταν πενθούνε

με τη βουή του πάγου

με το ένδον του νέφαλου

με την τρυγία της σιωπής μου μη

(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, 3η ενότητα στη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

ΤΟ ’ΛΕΓΑ:  ΘΑ ΟΜΟΙΩΘΕΙ,  ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΟΜΟΙΟΘΕΙ

(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ 3η στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984)

θα δεις που θα σέρνεται αυπνία

που ναυάγιο θα ολοφύρεται

από την Άκρα  ίσαμε το Κάδιξ

Θα ομοιωθεί

Θα ’ναι καθώς μεταξωτό εσώρουχο

που μάταια μάτωσε   που μετάνιωσε

και πισωστρέφει  σε μεταξοσκώλυκα

σε φυλλωσιά μουριάς  με υψωμένες  κι  έτοιμες

τις πόρτες της Ιοκάστης

Των γλαρονιών θα ομοιωθεί

όταν αραδαριά στις γάμπιες ξενυχτούν τον σκοτωμένο άνεμο

κι  η σιωπή τους βάφει σκούρα τα νερά

και πετονιές τα μάτια τους στα σύννεφα

Ή των βότσαλων της μεσαυλής σε Σπέτζιες  θα ομοιωθεί

σαν  ύστερις από τον ηλιοσίφουνα

σαν ύστερις που καταγής εχύθηκε η μετάληψη

γλείφονται όπως οι γάτες  κι  είναι σκούνες

που τους μέλλεται χαμός   τα μάτια τους

Έτσι θα ομοιωθεί η ικεσία μου

που χάνει αίμα απ’ τη νυχιά σου

ω τι σύγκρυο  το  ΝΑΙ

το σκοτάδι του σαν αναρριχιέται ο τίγρης

ω άκρη που σου μέλλεται και σένα  να σαπίσεις

Στον Κυρηνάλιο μη γονυπετείς του δεηθήναι

αν φωνή μου αν

που κρώξιμο σ’ έκοψε κοράκου

αν ανάμεσα σε γαλαξίες πέφτουνε πάνω σου

οι σφήκες

Ωστόσο θα ομοιωθεί.

 

ΑΔΕΙΑΖΕ ΠΑΝΩ ΜΑΣ ΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ ΤΟΥ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

(…δίχως ναύλο δεμένο κάργιο η νύχτα  κι  ο πολωνέζος ποντικός

στη φάκα   ο κλέφτης…)

τι τ’ άφηνες ανοιχτά τα συρτάρια σου Αρίσταρχε

Το λιμάνι φουσκωμένη κύστη

έχασκε ηλίθιο στην πλώρη το φανάρι

φίδι κυλιότανε στα βρόμικα νερά το είδωλό του

δάγκανε τα καμένα λάδια

Τι εκτελεστικό απόσπασμα στον ηλεκτροφόρο αγέρα τα όρθια βίντσια

Τι άψογη παράταξη οι σιδερένιοι γερανοί

Τι ασάλευτοι οι βρεχάμενοι αριθμοί   στα ντόκια

Μεθυστικό χυνότανε  ως χρυσάνθεμο

απ’ τα λαγόνια της γλυκό το μπότζι

Στραβέντο με τη Μαχαγιάνα έχανα την ίσαλο

Σοφράνο με τον ψόφιο γλάρο

(κατάστηθα τον πέτυχε η σαϊτιά του Αντάρτη

τι του ’ρθε να χυθεί του ύψους;  )

Αυτά που εσύ…

όταν έξω στ’ ανοιχτά εγώ με πυροφάνι

τα μυαλά μου ταξιδεύω στ’ άστρα του Καρκίνου

 

Δεν ακυρώνεται   ούτε διαψεύδεται    το γεγονός:

Το ’χουνε ν’ ασελγούνε με υαλοπίνακες οι ηλιαχτίνες

πιο πολύ η χλομάδα τους

που κάποιοι μυστικοί την είπανε Λαβίνια

της πολιτείας οι εμποροϋπάλληλοι   Ουτοπία

οι ανίδεοι Πάχνη

και μόνο οι αμετανόητοι της αίσθησης

την λένε  Δένδρο   μάλιστα  Δένδρο

Όθεν ανήμερα

ή το πολύ την επαύριο των πτηνοφάγων

όσο ποτέ θα είσαι στόχος τους

ή με τον ύπνο τους καταρρακτώδης

Μη δεν είναι  φλεγμονή σου

όπως με ένθεους σε ημιώροφο;

(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, 3η ενότητα στη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

ΣΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΠΙΝΕΙΣ ΣΠΙΡΤΟ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ  ΟΥΤΕ ΜΟΥΣΤΟ ΑΠΟ ΠΕΝΤΑΛΦΕΣ

(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ 3η ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984)

μην την ακούς την ονειροκρισία τούτη

του Τζιαν Κριστόφορο, του χαρτογράφου

Από ξαρχής αυτή η κονκέστα ήταν Ισαβέλα

Να δεις οξιά να χύνεται των άστρων  που να λες:

τι σπαθιές το άρμπουρο με το Σταυρό του Νότου

τι ντέφια η θάλασσα  και  πούλιες

κι ο μπούσουλας ποια γατίσια μάτια στα μυαλά του;

και πώς να σε ξεχάσω

έτσι ζεστός του ονείρου

έτσι νυχτωμένο ατσάλι

που πέταξα στο σκοτεινό νερό

παλινώριο  κι  εξάντα;

Από ξαρχής με την κονκέσα ετούτη   τα ρεμάλια της  

τι εγκεφαλοκυνηγό Νικάνορα

τι Γοργία επόπτη παγοδρόμων

τι Βησσαρίωνα σκηνοποιό να υπακτεί

αθεραπεύτως μαλακό  το πέος του Πάπα

Κράτα λοιπόν καλού κακού ένα βαρέλι με μπαρούτι

στο κάτω – κάτω αν χρειαστεί μια  πιστολιά

να πάνε όλα μεσούρανα τ’ απάνου  ή  αλλού

αλλού από κει που ήσουν

σαν έβαζα στα ζάρια την ψυχή μου

Φτάνοντας στη στροφή έπεσα πάνω της

της γραφής ετούτης:  τι κεχαριτωμένη

σαν εσπερίζεται η Βραυρώνα

Έγινε τότες   και γδύθηκα το ταξίδι

Αλειμμένος λάδι γλιστρούσα να υπάρχω


ΣΚΥΜΝΟΣ ΠΛΑΤΑΝΟΥ ΑΘΗΛΑΣΤΟΣ

(αν και διάδοχος κρημνών δεν τεξιδεύεται ο αριθμός…)

Ο Άριελ οδηγεί το τανκ

Το ελελεύ με καυσαέρια στην οδό Ακαδημίας

Ποιος περνά το διάσελο με παραμάσχαλα την κεφαλή του;

Προσοχή στις νουνημίες:

σκορπίωνες υαλουργοί δολιεύονται τις ώρες σου  της κοσμοκρατορίας

Οι αρχιτέκτονες χειροκροτούν τη θρυλική αναπηρία του Φλεβάρη

την απέχθειά του για τις μεραρχίες

ο Άριελ οδηγεί το τανκ

Τα δεκατέσσερα ακόντια της τρέλας μου   τι παρτιζάνοι

με αστροβόρες πιθανότητες  με άλγεβρες τραγίσιες

τη στήνουνε  και  άντε να περάσεις

Ποιος διάβηκε το διάσελο  και δεν εχάθη;

Ποιος που νηστικοί περνούν απ’ τον τροχό τα σιδερένια τους σαγόνια

οι σεισμοί που απορρίχνουνε πηλήκια  επωμίδες  κιάλια

και φεύγουνε κυνηγημένοι οι αιώνες

 

Ποιος που πληγιασμένο αναστράφηκε

να βγει την ανηφόρα το νερό  και  πριν του βγει

η ψυχή πάσχιζε να μιλήσει

μα δεν ακούστηκε   μόνο κάτι σαν:

δεν είμαι δεν είμαι.

(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, 3η ενότητα στη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ

(…να γιατί ως τώρα τίποτα δεν μαθεύτηκε για την ευαισθησία μου…)

Ω κάποτε θα καταλάβεις  που τίποτα πιο σπάνιο δεν είναι από μια πέτρα   που λίγο πριν ήταν έρωτας δυο μαχαιριών  σαν σμίγαν του χαμού  και  της αλόης    Που κι απ’ τοψωμί καθώς γονάτιζε  κι επικαλιόταν το σκοτάδι του   ανάθρωσκε καπνός  η προσευχή  τα ίσια πάνω   Ο Ήλιος ήταν στον Καρκίνο   ΤΟΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ:  Ακόμα  κι  ακόμα  το μηδέν  τρέχει ξοπίσω από την έννοια του   Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Οιηματίας των τόνων   Οι εφτά ψυχές του στη φωτιά   Τελικά αφέθηκε στην κομπορρημοσύνη των οστράκων   ότι παροιμιώδης στη θανή του   Ω κάποτε θα καταλάβεις  που τίποτα πιο σπάνιο από μια πέτρα  να σε  κοιτάζει   να χύνει εντός σου τη σιωπή της   Ύστερις νεκρόν τον κόψανε στα δυο  αντιθέτως του Απείρου   Ο ήλιος ήταν στον Καρκίνο   Ο Ήλιος είναι στην Άβυσσο  Η μύγα απελεύθερη σύρριζα στο ταβάνι ξοπίσω της λέξη αμφίστομη του Ηράκλειτου   Καθόλου δύσκολη η κλειδωνιά  γδύθηκε υπάκουη  χύθηκαν τα κάλλη της  σαν ρίχθηκε να τη βιάζει ο ήλιος  σπίθε του χρώμιου οι σειρήνες   Κι όταν στα ουρλιαχτά του ανέβηκε ο οργασμός  βρήκε καιρό να συνταχτεί με τις Κυκλάδες  το ερμάρι μέχρι που το νερό χλόμιασε στο ποτήρι   κι έμεινε ασάλευτο εκεί ως αργά  κι έγινε νυχτερίδα  κι όταν έγινε έπεσεσε κώμα   Κλώνος πια της φεγγαροϊτιάς   μόλις που άγγιξε το τζάμι η ψυχή του  ίσια που να πεις:   ω Κυθέρεια  Μετά που ο αγέρας έριξε την πόρτα κι έφυγε    δεν ξαναγεννήθηκε σ’ όλη τη χώρα ταχυδρόμος    Έψαχνα για σπίρτα  να κάψω τα μυαλά μου     [ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, τρίτη ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984  αντιγραφή και επικόλληση από το Β Τόμο: ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987 εκδόσεις ΑΓΡΑ]. 

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2026

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΚΛΕΙΤΟΣ, ΕΝΑ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟ ΠΑΙΔΙ

 (…περίπου είκοσι τριώ ετών…)


με αρίστην αγωγή, με σπάνια ελληνομάθεια –

είν’ άρρωστος βαρειά.  Τον ηύρε ο πυρετός

που φέτος θέρισε την Αλεξάνδρεια.

 

Τον ηύρε ο πυρετός εξαντλημένο κιόλας ηθικώς

απ’ τον καϋμό που ο εταίρος του, ένας νέος ηθοποιός,

έπαυσε να τον αγαπά  και  να τον θέλει. 

 

Είν’ άρρωστος βαρειά,  και τρέμουν οι γονείς του.

 

Και μια γρηά υπηρέτρια που τον μεγάλωσε,

τρέμει κι αυτή για τη ζωή του Κλείτου.

Μες στην δεινήν ανησυχία της

στον νου της έρχεται ένα είδωλο

που λάτρευε μικρή, πριν μπει αυτού,  υπηρέτρια,

σε σπίτι Χριστιανών επιφανών  και  χριστιανέψει.

Παίρνει κρυφά κάτι πλακούντια  και κρασί  και  μέλι.

Τα πάει στο είδωλο μπροστά.  Όσα θυμάται μέλη

της ικεσίας ψάλλει∙  άκρες, μέσες.  Η κουτή

δεν νοιώθει που τον μαύρον δαίμονα λίγο τον μέλει

αν γιάνει  ή  αν δεν γιάνει  ένας Χριστιανός.

 

Ανθολογούνται παρακάτω κι άλλα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη

που είναι γραμμένα το 1926  από την πρώτη πλήρη  έκδοση

των Ποιημάτων του Καβάφη,  ΗΡΙΔΑΝΟΣ 1935 

ΤΙΤΛΟΙ και πρώτοι στίχοι:

ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΑΠΗΛΕΙΑ  και  τα χαμαιτυπεία της Βηρυτού κυλιέμαι

ΣΟΦΙΣΤΗΣ  Δόκιμε σοφιστή που απέρχεσαι εκ Συρίας 

ΕΝ ΔΗΜΩ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ  Η Ειδήσεις για την έκβασι της ναυμαχίας, στο Άκτιον, ήσαν βεβαίως απροσδόκητες… 

Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ  και  οι ΑΝΤΙΟΧΕΙΣ  Ήτανε δυνατόν ποτέ ν’ απαρνηθούν την έμορφή τους διαβίωσι…

ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΕΞ ΙΕΡΕΩΝ ΚΑΙ ΛΑΪΚΩΝ  διέρχεται οδούς, πλατέες  και  πύλες της περιωνύμου πόλεως Αντιοχείας… και

ΙΕΡΕΥΣ ΤΟΥ ΣΕΡΑΠΙΟΥ  Τον γέροντα καλόν πατέρα μου, τον αγαπώντα με το ίδιο πάντα…

 

 


ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΑΠΗΛΕΙΑ

(κι άλλα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη γραμμένα το 1926)

Μέσα στα καπηλειά   και τα χαμαιτυπεία

της Βηρυτού κυλιέμαι.   Δεν ήθελα να μένω

στην Αλεξάνδρεια εγώ.   Μ’ άφισεν ο Ταμίδης∙

κι επήγε με του Επάρχου   τον υιό για ν’ αποκτήσει

μια έπαυλι στον Νείλο,   ένα μέγαρον στην πόλιν.

Δεν έκανε να μένω   στην Αλεξάνδρεια εγώ –

Μέσα στα καπηλειά  και  τα χαμαιτυπεία

της Βηρυτού  κυλιέμαι.   Μες σ’ ευτελή  κραιπάλη

διάγω ποταπώς.  Το μόνο που με σώζει

σαν εμορφιά διαρκής,   σαν άρωμα που επάνω

στην σάρκα μου έχει μείνει,   είναι που είχα δυο χρόνια

δικό μου τον Ταμίδη,   τον πιο εξαίσιο νέο,

δικό μου όχι για σπίτι  ή  για έπαυλι στον Νείλο

 

ΣΟΦΙΣΤΗΣ ΑΠΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΕΚ ΣΥΡΙΑΣ

Δόκιμε σοφιστή  που απέρχεσαι εκ Συρίας

και περί Αντιοχείας   σκοπεύεις να συγγράψεις,

εν τω έργω σου τον Μέβη   αξιζει ν’ αναφέρεις.

Τον φημισμένο Μέβη   που αναντιρρήτως είναι

ο νέος ο πιο ευειδής   κι ο πιο αγαπηθείς

σ’ όλην την Αντιόχεια.   Κανέν’ από τους άλλους

του ιδίου βίου νέους,   κανέναν δεν πληρώνουν

τόσο ακριβά ως αυτόν.   Για νάχουνε τον Μέβη

μονάχα δυο τρεις μέρες   πολύ συχνά τον δίνουν

ως εκατό στατήρας. -  Είπα,  στην Αντιόχεια∙

μα και στην Αλεξάνδρεια   μα και στην Ρώμη ακόμη,

δεν βρίσκετ’ ένας νέος   εράσμιος σαν τον Μέβη

 

ΕΝ ΔΗΛΩ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

Η ειδήσεις για την έκβασι της ναυμαχίας, στο Άκτιον,

ήσαν βεβαίως απροσδόκητες.

Αλλά δεν είναι ανάγκη να συντάξουμε νέον έγγραφον.

Τ’ όνομα μόνον ν’ αλλαχθεί. Αντίς, εκεί

στες τελευταίες γραμμές, «Λυτρώσας τους Ρωμαίους

απ’ τον ολέθριον Οκτάβιον,

τον δίκην παρωδίας Καίσαρα,»

τώρα θα βάλουμε «Λυτρώσας τους Ρωμαίους

απ’ τον ολέθριον Αντώνιον».

Όλο το κείμενον ταιριάζει ωραία.

 

«Στον νικητήν, τον ενδοξότατον,

τον εν παντί πολεμικώ έργω ανυπέρβλητον,

τον θαυμαστόν επί μεγαλουργία πολιτική,

υπέρ του οποίου ενθέρμως εύχονταν ο δήμος,

την επικράτησι του Αντωνίου»

εδώ, όπως είπαμεν, η αλλαγή: «του Καίσαρος

ως δώρον του Διός κάλλιστον θεωρών —

στον κραταιό προστάτη των Ελλήνων,

τον έθη ελληνικά ευμενώς γεραίροντα,

τον προσφιλή εν πάση χώρα ελληνική,

τον λίαν ενδεδειγμένον για έπαινο περιφανή,

και για εξιστόρησι των πράξεών του εκτενή

εν λόγω ελληνικώ κι εμμέτρω και πεζώ·

εν λόγω ελληνικώ που είν’ ο φορεύς της φήμης,»

και τα λοιπά, και τα λοιπά. Λαμπρά ταιριάζουν όλα.

 

Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ  και  οι ΑΝΤΙΟΧΕΙΣ

Ήτανε δυνατόν ποτέ ν’ απαρνηθούν

την έμορφή τους διαβίωσι∙  την ποικιλία

των καθημερινών τους διασκεδάσεων∙  το λαμπρό τους

θέατρον όπου μια ένωσις εγένονταν της Τέχνης

με τες ερωτικές της σάρκας τάσεις!..

 

Ανήθικοι μέχρι τινός – και πιθανόν μέχρι πολλού –

ήσαν.  Αλλ’ είχαν την ικανοποίησι που ο βιος τους

ήταν ο περιλάλητος βίος της Αντιοχείας,

ο ενήδονος, ο απόλυτα καλαίσθητος.

 

Να τ’ αρνηθούν αυτά, για να προσέξουν κιόλας τι;

 

Τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του,

τες ανιαρές περιαυτολογίες∙

την παιδαριώδη του θεατροφοβία∙

την άχαρι σεμνοτυφία του∙  τα γελοία του γένεια.

 

Α βέβαια προτιμούσανε το Χι,

α βέβαια προτιμούσανε το Κάππα∙  εκατό φορές.

 

ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΕΞ ΙΕΡΕΩΝ ΚΑΙ ΛΑΪΚΩΝ

Εξ ιερέων και λαϊκών μια συνοδεία,

αντιπροσωπευμένα πάντα τα επαγγέλματα,

διέρχεται οδούς, πλατέες, και πύλες

της περιωνύμου πόλεως Αντιοχείας.

Στης επιβλητικής, μεγάλης συνοδείας την αρχή

ωραίος, λευκοντυμένος έφηβος βαστά

με ανυψωμένα χέρια τον Σταυρόν,

την δύναμιν και την ελπίδα μας, τον άγιον Σταυρόν.

Οι Εθνικοί, οι πριν τοσούτον υπερφίαλοι,

συνεσταλμένοι τώρα και δειλοί με βίαν

απομακρύνονται από την συνοδείαν.

Μακράν ημών, μακράν ημών να μένουν πάντα

(όσο την πλάνη τους δεν απαρνούνται). Προχωρεί

ο άγιος Σταυρός. Εις κάθε συνοικίαν

όπου εν θεοσεβεία ζουν οι Χριστιανοί

φέρει παρηγορίαν και χαρά:

βγαίνουν, οι ευλαβείς, στες πόρτες των σπιτιών τους

και πλήρεις αγαλλιάσεως τον προσκυνούν —

την δύναμιν, την σωτηρίαν της οικουμένης, τον Σταυρόν.—

 

Είναι μια ετήσια εορτή χριστιανική.

Μα σήμερα τελείται, ιδού, πιο επιφανώς.

Λυτρώθηκε το κράτος επιτέλους.

Ο μιαρότατος, ο αποτρόπαιος

Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια.

 

Υπέρ του ευσεβεστάτου Ιοβιανού ευχηθώμεν

 

ΙΕΡΕΥΣ ΤΟΥ ΣΕΡΑΠΙΟΥ

(… τον γέροντα καλόν πατέρα μου, τον αγαπώντα με το ίδιο πάντα…)

…τον γέροντα καλόν πατέρα μου θρηνώ   που πέθανε προχθές,  ολίγο πριν χαράξει.   Ιησού Χριστέ, τα παραγγέλματα   της ιεροτάτης εκκλησίας σου να τηρώ   εις κάθε πράξιν μου,  εις κάθε λόγον,   εις κάθε σκέψι είν’ η προσπάθεια μου  η καθημερινή.  Κι όσους  σε αρνούνται   τους αποστρέφομαι.   Αλλά τώρα θρηνώ   οδύρομαι,  Χριστέ, για τον πατέρα μου   μ’ όλο που ήτανε  - φρικτόν ειπείν – στο επικατάρατον Σεράπιον ιερεύς    [Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ]

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2026

Ω ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΜΟΥ ΑΗΤΕ ΚΑΤΑΣΠΡΕ

  (… την ανδρεία του Χάους μου έμαθε η σιωπή σου…) Ποια έπαρση της λεωφόρου;    Του βάθρου ποιο ύψος;   Πότε ανοίγουν επιτέλους οι ουραν...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ