Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

ΕΓΩ, Ο ΑΝΕΣΤΙΟΣ, Ο ΑΠΕΛΠΙΣ, Ο ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΣ

 (… ένα φιλί  ή  ένας στίχος με ακολουθούσαν για χρόνια στη ζωή μου…)


Στα δεκαπέντε, ένα βράδυ

έφυγα από τον κινηματογράφο ακολουθώντας 

τη Νάταλι Γουντ  και  τον Τζέιμς Ντην,

Θυμάμαι κάτι μεγάλα δωμάτια και μέσα

άλλα μικρά δωμάτια  σαν καμαρίνια.

Σε ένα από αυτά τα μάτια της Ρίτας Χαίηγουωρθ

με παρακολουθούσαν με έκπληξη.  Αργότερα γνώρισα

τον Μάρλον Μπράντο που γελούσε με τα σπασμένα του

αμερικάνικα  και  μου χάριζε φορεμένα λευκά φανελάκια

και μαύρες μπότες παλιές.  Έμεινα χρόνια κοντά τους,

κάτι ρολάκια έπαιζα κι εγώ.  Έκανε κρύο παντού 

και μιλούσα ελληνικά δυνατά στους τοίχους,

στα δένδρα  και  στις μηχανές.  Τη γλώσσα μου 

δεν την άφησα να παγώσει  να ξεχαστεί!..

Ταξίδεψα πολύ.  Παντρεύτηκα δυο φορές.

Παιδιά δεν έχω.  Φίλους έχω.

Ζωγράφιζα πού και πού…

Κυρίως όμως έπαιζα άλτο σαξόφωνο.

Το κανονικό μου επάγγελμα αργότερα

ήτανε του κομπάρσου.  Σε χιλιάδες ταινίες:

άνοιγα πόρτες, καθόμουνα ακίνητος,

κυνηγούσα σκύλους, με κυνηγούσαν δολοφόνοι,

κολυμπούσα με τις ώρες  ή έκανα το σοφέρ

στα αφεντικά  κι άλλα πολλά της ζωής. 

Πολλές φορές έπεσα από ουρανοξύστες!..

Όχι  από απελπισία αλλά για να με γράψει

το βιβλίο Γκίννες.  Πέφτοντας έβλεπα ανάποδα

τους ανθρώπους στα διαμερίσματα,

να κάνουν τις καθημερινές τους ασχολίες.

Προσγειωνόμουνα ομαλώς στην άσφαλτο  ή  σκάλωνα

στα σύρματα του ηλεκτρικού  ή σε κοντάρια

σημαιών που κυμάτιζαν στην πρόσοψη του κτιρίου.

Λέγαν: ο Έλληνας ξέρει κόλπα,  μπορεί να πετάει.

Για μήνες έβρεχε συνέχεια  και  σε κάτι τσίγκινα

υπόστεγα έπινα παρέα μ’ άλλα ρεμάλια,

συνήθως γέρους Ινδιάνους, χωρίς ουσιαστικά

πολιτικά δικαιώματα.

Ένα φεγγάρι δούλεψα σε τσίρκο.

Καθάριζα τους ελέφαντες  και  τα φίδια.

Ακόμα δούλεψα σε ασφάλειες ζωής.

Εγώ, ο ανέστιος, ο άπελπις, ο διψασμένος.

Ένα φιλί  ή  ένας στίχος με ακολουθούσαν

για χρόνια στη ζωή μου.  Άλλες φορές

ξεχάστηκαν σαν πυροβολισμός μέσα στη νύχτα.

Μετανάστης ήμουνα,  σε υπόγεια ήμουνα,

γένια άφηνα,  σκέψεις άφηνα,  ψύλλους γύμναζα,

χωρίς ποτέ να καταφέρω τίποτα!.. 

Τώρα ασκώ το επάγγελμα του υποβολέα.

Σβήνοντας τα φώτα, δυναμώνει η φωνή μου, 

παίρνουν μπρος τα κουρασμένα σώματα

και αρχίζει η παράσταση!..

[ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ  Γιάννη Κοντού στη συλλογή του

ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992.

Συγκεντρωτική έκδοση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]

 


ΜΙΑ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΗ ΜΕΡΑ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού 

ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ  1992)

Από τα ξημερώματα άνοιξα τα φρεάτια   της σελήνης.

Έφερα το μαύρο πρόβατο   στην αυλή –

το άσπρο ακόμα το ψάχνω –

Έκτισα τοίχο ψηλό,  να προφυλάξω

το χειμώνα από το επίφοβο καλοκαίρι.

Πήγα βόλτα με τους γονείς μου   στην εξοχή

(πριν σαράντα χρόνια)

με ένα μεταξωτό πουκάμισο  και  δεν έφευγα μακριά τους.

Τώρα δουλεύω στα ορυχεία της πόλης.

Σκάβω  και  πάω πιο βαθιά, για να πάρω   το έπαθλο!..

Ένα ποτήρι νερό!..

Ξέχασα να σας πω ότι έχουμε ανομβρία.

Ασχέτως αν εγώ τραβάω την κουρτίνα

της βροχής και κάνω ότι θέλω.

Τις μεγάλες ποσότητες της σκουριάς  που μαζεύω

από τις λέξεις  και τα νεύματα

τις βάζω σε τσουβάλια  και  δεν ξέρω τι να τις κάνω…

Βλέπω από τώρα το προφίλ

της μανταρινιάς μου στο παράδεισο.

Έτσι σκοτεινιάζουν τα μάτια μου,

βαραίνουν τα βλέφαρά μου  και  κοιμάμαι

με καρφωμένο ένα γυαλί στο σκληρό χιτώνα   του βολβού μου,

να δείχνει   την ανεστραμμένη εικόνα της πραγματικότητος…

 

ΣΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΡΕΒΑΤΙΟΥ

Τι θάλασσες περάσανε  ή  χτυπήσανε   αυτό το κρεβάτι!..

Βόρειες,  νότιες,   θερμές, παγωμένες…

Με  θύελλα,  με άπνοια,  με φιλιά  ή κωπηλατώντας

μαζί σου στην ακρογιαλιά,

στην άκρη του ξύλου  του αθώου επίπλου.

Κάτω βράχια  και  σπασμένα κορμιά

ζωντανά που θέλουν  να ανέβουν

πάλι πάνω στο οροπέδιο,  στο αλώνι,

στα μονόχρωμα,  στα μονόχνοτα  σεντόνια,  στη φωλιά!..

Οι εποχές δεν αλλάζουν τη βλάστηση   του τοπίου!..

Τ α ίδια φυτά φύονται πάντα   χαμηλά,

κυρίως καλαμιές  και  βρύα,

σαν ξεχασμένες σκέψεις.   Βλέπω το βυθό!..

Βλέπω ταινίες   (όνειρα τα λένε άλλοι).

Οι τέσσερις γωνίες του δωματίου   τινάζουν αέρα,

ο οποίος ανακατεύει τα σύννεφα   και  το φως του ταβανιού,

και έρχεται θύελλα,  θαλασσοταραχή.

Αστραπές  αυλακώνουν τις κουβέρτες.

Το μαξιλάρι το παίρνει για λίγο το κύμα!..

Προσπαθώ να σώσω το ραδιόφωνο

(γιατί μου χρησιμεύει σαν ασύρματος)

Το κομοδίνο  και  οι καρέκλες  βουλιάζουν,

επιπλέουν τα προσωπικά μου αντικείμενα.

Σπάει και το μοναδικό κυπαρίσσι.

Ούτε φανταζόμουνα,  όταν διάβαζα γεωγραφία,

ότι θα κατοικούσα στο ακρωτήριο

της Καλής Ελπίδας  -  χωρίς ελπίδα,

ότι θα πήγαινα τόσο μακριά!..

Με αυτά  κι  άλλες αναπολήσεις μαλακώνει

ο καιρός, περνάει η θύελλα.

Τότε πιάνω το γόνατό σου,  το μισό φεγγάρι,

τη μέση σου,  χορδή τόξου,

και βαδίζω επί των υδάτων!..

 

ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΛΙ

Πως πηγαίναμε με τρένο    προς Ανατολάς.

Μάλλον Κωνσταντινούπολη.

Πως  πηγαίναμε προς τα Χριστούγενα.

Τα χωριά  και  οι πόλεις περνούσανε

από τα μάτια μας γραμμή μολυβιού.

Στην αρχή μιλούσαμε ελληνικά κοίλα,

όπως η κούπα που πίνουμε νερό.

Όχι ασημένια, αλλά ξύλινη  και  σκαμμένη με τα νύχια

για να επιβιώσουμε.

Ύστερα βρεθήκαμε αγκαλιά   στο πάτωμα του βαγονιού,

βγάζοντας ρούχα  και  ψιθύρους  από ασημόσκονη.

Την ίδια στιγμή όμως κοιτούσες   τα συμβαίνοντα

έξω από το τζάμι.

Με έκπληξη,  λες και ήτανε άλλοι

αυτό το φλεγόμενο κουβάρι.

Περάσαμε πολλά τούνελ,  πολλές εποχές,

είδαμε ανθρώπους  και  ανθρώπους.

Μετά ντυθήκαμε  και  καθίσαμε στις θέσεις μας,

στην αφάνεια,  στο πλάγιο φως!..

Όταν είδαμε τους πρώτους μιναρέδες,  τις πρώτες φωτιές,

μάλλον πηγαίναμε   προς Κυριακή…

 

ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΛΥΠΗ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

(κοντάκιο  -  στον Λουκιανό Κηλαηδόνη)

Δεν πρέπει να μην κοιτάζω πίσω

τα σώματα που ήμουν κάποτε.

Κάνω την αμαρτία να βλέπω 

κάθε φορά το νέο δέρμα  που  εμφανίζεται τα απογεύματα

και πάει σε μεγάλο βάθος χρόνου.

Ξυπνάω απροετοίμαστος για τη νύχτα.

Δεν προσεύχομαι,  δεν ασκούμαι

στα φρούτα, στα νερά,  στο χώμα.

Δεν ακουμπάω τα γένια του Θεού,

δεν φιλάω τα πόδια των προφητών

Τραβάω όμως την κλωστή της νυχτός,

να την ξηλώσω,  να την ξεθωριάσω,

να φέρω τη φωνή σου κοντά  μου,

να δω το σώμα μου να φέγγει  και  να φεύγει!..

Οι λέξεις γίνονται άμμος,

έρημος και βαδίζω στα τυφλά.

Με την αφή προσπαθώ να βρω

τη ζεστή πέτρα του μοναστηριού…

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]

 

ΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΗΛΙΚΙΕΣ  -  ΠΑΛΙΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ 

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992

Θα μπορούσε να ήμουνα ωραία,

αν δεν έχανες το συγκεκριμένο βλέμμα.

Ας πέρασαν τα χρόνια,  ας άσπρισαν  οι ρίζες των μαλλιών σου,

ας μάζεψε  το άσπρο δέρμα,

με κείνες τις πανάδες του ουρανού!..

Κυρίως όμως τα πόδια σου   με τους κιρσούς

και τους πρησμένους αστραγάλους!..

τα φιλούσα κάποτε  και  κοκκίνιζε το δωμάτιο

και τα λόγια σου ήτανε κόκκινο μπαμπάκι.

Οι τοίχοι βγάζανε στη θάλασσα,

στον ορίζοντα τα μεσημέρια.

Ούτε φανταζόμουνα ποτέ  - όπως είναι φυσικό –

τις αλλαγές των χρωμάτων,  τις αλλαγές των συναισθημάτων,

τις αλλαγές των σπιτιών…

Την ίδια μονότονη μουσική   τους σώματος,

όταν αλλάζεις χέρι  την τσάντα με τα ψώνια

και δεν σκέπτεσαι τίποτα,

και κοιτάζεις αδιάφορη    τα αυτοκίνητα να περνάνε…

 

ΠΡΟΣΕΧΤΕ ΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ,  ΘΑ ΣΑΣ ΣΚΟΤΩΣΕΙ

Εισέρχεται στο δέρμα και στο αίμα   όπως η ψείρα!..

Έχει τα ίδια συμπτώματα:

Φαγούρα, μολύνσεις,  εκτεταμένη καταστροφή   των ιστών,

που τις περισσότερες φορές φτάνει   μέχρι το  κόκαλο.

Ο ασθενής πέφτει σε μεγάλη λύπη.

Κοιτάζει τις πλάτες των ανθρώπων

και πιστεύει ότι το περαστικό πρόσωπο

είναι το δικό του,  το φευγάτο, το χαμένο.

Κάθεται σε καρέκλα  με τα χέρια  στα γόνατα,

σε προχωρημένη σήψη – ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται τίποτα –

και προσπαθεί να μπαζώσει το κενό

με αυτές τις σκέψεις – μέδουσες.

Προσέχτε,  δεν είναι παρελθόν,  υπάρχει ουσιαστική διαφορά.

Τον υπνωτίζει ύπουλη μουσική πνευστών

και συνομιλεί  και  μονολογεί με μαλλιά,  χείλη,  αυτιά και χέρια

ή ολόκληρα σώματα γυναικών  που βγαίνουν από τοίχους

ή αναδύονται απότομα   από το πάτωμα

και τα διάφορα έπιπλα του σπιτιού.

Αν συνεχίσει έτσι,  θα καταλήξει

πεταμένη εφημερίδα με παλιές ειδήσεις   στο δρόμο!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]


ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ – ΤΑΠΕΤΣΑΡΙΕΣ - ΟΥΡΑΝΟΙ

Οι αφές που αφήνουμε κάθε μέρα

δημιουργούν ένα τοπίο δικό μας!..

Εξάλλου μας παιδεύει η έμμονη ιδέα

να βλέπουμε τη μυρωδιά μας παντού.

Έτσι ένα παλιό κρεβάτι, ποτισμένο

από τα χρόνια  και  από εσένα

βαθιά μέσα στους ρόζους του,

έχει κάτι από τα μάτια  και  τα μαλλιά σου.

Και στο σιδερένιο κρεβάτι το ίδιο συμβαίνει.

Ασχέτως αν το σίδερο είναι κακός αγωγός

του έρωτα!..  Όταν ταξιδεύουμε, εκείνο

το φτηνό πλαστικό κρατάει

το σχήμα, τον ιδρώτα, τη διάρκεια

του κορμιού!.. Μπορεί το τρελό

αυτοκίνητο να θυμάται  και  να σκέπτεται

τους τρόπους  και  τους ρυθμούς σου.

Ο μαλακός ουρανός του κάθε σχήματος,

που στις λακκούβες τον φτάνεις , σκέπη

της ζωής,  των ονείρων, της σκόνης σου.

Τέλος, ο καναπές ξέρει καλύτερα

την πίεση του αίματος  και  την καρδιά σου,

από κάθε σύγχρονο μηχάνημα.

 

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΕΝΤΙΜΟΥ ΒΙΟΥ

Για να τελειώνουμε με τους ισολογισμούς.

Τι μας έμεινε;  Η μουσική του τοπίου,

εσύ και πίσσες  στο μυαλό  (για να ξεχνάω εύκολα)

και λίγοι θάμνοι που με ακολουθούν

υπάκουα.  Δεν ξέρω τι ρόλο παίζουν στην ιστορία

αυτοί οι θάμνοι, αλλά ένα είναι βέβαιο:

ότι συμμετέχουν στη διαδικασία του απογεύματος.

Μεγάλη υπόθεση για μένα αυτή η διαδικασία.

Το φως διαλύεται, σκουραίνει, γίνεται σκιά,

πέτρες, πουλιά σε φεγγίτη, γυαλιά σπασμένα γαλάζια,

το χέρι τραβώντας μετάξι  και  φιλί,

εμφανίζεται η φωνή σου από παλιές φωτογραφίες,

τα βουνά φεύγουν με ένα τραγούδι,

ένα θάμβος αιωρείται.

Έτσι κατεβαίνει η στάθμη της μέρας

και έρχεται η νύχτα που ενώνει ανόμοια υλικά,

τα υφαίνει σε ένα πέπλο μυστηρίου:

ξύλο – σίδερο – νερό – κάρβουνο – σώμα.

Ποτάμι που έσπασε τα αναχώματα

και πάει να ποτίσει τα ξερά, τα φρυγμένα,

τα μακρινά όνειρα, τα ξεχασμένα χώματα.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]


ΟΥΤΕ ΠΟΥΛΙ ΠΕΤΟΥΜΕΝΟ

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992 – μνήμη Τάκη Παπατσώνη)

Α!.. Όταν σε σκέφτομαι,

ανοίγουν χαράδρες έξω από το σπίτι μου.

Απομονώνομαι από τον έξω και τον μέσα  κόσμο.

Γίνομαι είδος πουλιού που ζυγίζεται στο κενό.

Εκείνες τις στιγμές θυμάμαι  τον πατέρα μου

να μου λέει:  «τα χέρια είναι για να τρώμε

και να κάνουμε δουλειές,  όχι να πετάμε»!..

Επέμενα όμως  και αργότερα  έβγαλα φτερά

και έφευγα μακριά,  χανόμουνα για μέρες.

Με ψάχνανε.   Μη κοιτάτε που τώρα έχω

περιοριστεί σε αυτά  τα λίγα τετραγωνικά.

Οχυρωμένος πίσω από τον ουρανό σου,

έριχνα διάφορα αντικείμενα στον κόσμο.

Αυτά δεν πετούσαν,  αλλά  έκαναν ένα

φοβερό γδούπο στο χώμα,   μετά

πετούσα το παρελθόν μου.

Λαστιχένιο  όπως ήταν γυρνούσε σε μένα

και στο μέλλον μου!..  Αξεδιάλυτα πήγαινα

και δεν πρόλαβα τον καιρό…

 

ΟΤΑΝ Ο ΠΑΙΚΤΗΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Πλάι του η μουσική

απλώνεται σαν κάψιμο,  σαν μαύρο.

Το φυτό που ακουμπάει   το προφίλ του

και στη σκάλα κατρακυλά αέρας

και πίσω όνειρα,  νερά  και φύλλα,  πολλά φύλλα…

Κατεβαίνει αργά τις σκάλες   μέσα στο άψογο σμίκιν.

Κρύβει το πολύτιμα χέρια του   στις τσέπες του σακακιού.

Από τα  μεγάλα τζάμια βλέπει

έξω τα απροσδιόριστα κτίρια

και τη χωρίς πλοκή πλατεία,

με τα σταματημένα σύννεφα

και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα.

Στη σάλα,  η τσόχα,  τα καρέ

συμπληρωμένα περιμένουν.

Κάτι γυναίκες χαμογελούν  βελούδινα   καπνίζοντας!..

Μένουν  τρία τέσσερα σκαλοπάτια,

όταν η ύπουλη αλλαγή  του καλοκαιριού

προς φθινόπωρο τον χτύπησε στο στομάχι   μαχαιριά…

Έπεσε απότομα   σαν ψέμα   στα μάρμαρα.

Τα τζιτζίκια  συνέχισαν  να βάφουν κίτρινο

τον αέρα…

 

Ο ΥΠΝΟΣ ΠΗΡΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Θερμή η πόλη έρχεται κοντά μας.

Νευρικά με λίγο φως τα κοντινά πλάνα

της ζωής μου.  Κοιτάζω το κλιμακοστάσιο

της ημέρας και ακούω φωνές, προσταγές

και τα βήματα των συμπολιτών μου,

να πηγαίνουν στις δουλειές,  στις οικογένειες,   στα χαμένα.

Ένα χρώμα σάπιου μήλου καλύπτει τους δρόμους.

Επιτέλους η πόλη σκούριασε,  έχασε το ρυθμό της

πηγαίνει  πίσω   σαν χαλασμένο ρολόι.

Όλα γίνονται πιο αργά,  ξεχασμένα,  

με μουσική έρπουσα   και  βαθιά πράσινη.

Φθόγγοι και πέτρες δημιουργούν  ένα στρώμα  μονωτικού.

Κοιμάμαι στο τόξο της μασχάλης σου

και έξω μαίνεται η θύελλα.

Κοιμάμαι ως παις εις την κάμινον

του φθινοπώρου με ένα ακορντεόν.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]


Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992 –  στον Γιάννη Ψυχοπαίδη)

Άφησα το ζεστό σου κρεβάτι

τα λευκά σεντόνια,  τα ήσυχα νερά

και πήγα σε κείνες τις πλατείες

του Ντε Κίρικο, στο υποσυνείδητο,

με τα κυλιόμενα φεγγάρια.

Φυσάει νοτιάς  και μου σαρώνει τα νεύρα,

τα αρθριτικά,  τις αναμνήσεις.

Βάδιζα σ’ ένα πεζόδρομο  και  πήγαινα

και δεν πήγαινα,  λες και πατούσα

τεντωμένο σύρμα στο κενό.

Άλλο και τούτο,  τα μισά τα ζω

και τα άλλα  μισά τα φαντάζομαι.

Επιστρέφω σπίτι μαζί με τα σύννεφα.

Βλέπω εσένα γυμνή   από τη μέση

και πάνω,  τυλιγμένη σ’ ένα δέρμα

μεταξωτό,  να πλένεις λαχανικά,

με χέρια πράσινα.

Ο αέρας γύρω  σου επίσης

πράσινος,  ένα γαλάζιο φέγγιζε

στο ταβάνι.  Μύγα κάθισε στο στήθος,

τη διώξαμε μαζί με τη μέρα.

Προτού κλείσουν όλα, άνθρωποι,  χρώματα

αισθήσεις,   έσκυψες  και  μου είπες:

«κοιμήσου, αύριο θα σου στολίσω

το χριστουγεννιάτικο δένδρο»,

και άρχισες ψιθυριστά ένα νανούρισμα,

λερωμένο,  μεταχειρισμένο  από τα παλιά!..

 

Η ΝΟΣΟΣ ΤΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ

Οι στατιστικές δείχνουν  ότι ημικρανίες καταλαμβάνουν

τους διευθυντές στις ΗΠΑ  και γενικώς στις προηγμένες

χώρες!..  Ανεξηγήτως, όταν προάγονται στην ανώτερη θέση,

το σχεδόν ήσυχο κεφάλι τους  αρχίζει να συγκρατεί

την άμμο των κομπιούτερ,  των τηλεφώνων, των τέλεξ,

και αρχίζει να βαραίνει.   Όταν κολυμπάνε,

πάνε κατευθείαν στο βυθό.   Όταν περπατάνε,

έχουν απόκλιση προς τα δεξιά  και κάτω!..

Δεν τολμούν να κοιτάξουν από μπαλκόνι,

τους περιμένει η άσφαλτος!..

Νιώθουν ασφαλείς μόνο πίσω από τους γυάλινους τοίχους

του κτιρίου.   Με κεφάλι σφιγμένο από καλώδια

και μουδιασμένο  από προγραμματισμούς   μπαίνουν

στο ασανσέρ του ουρανοξύστη  και  ανεβαίνουν.

Αριθμοί,  υπογραφές,   φωνές,  και  ψοφάνε

τα ψαράκια στη βιτρίνα του γραφείου τους.

Κοιτάζουν στις οθόνες τα χρώματα να αναβοσβήνουν

και βλέπουν ηλιοβασιλέματα!..  Βγάζουν τα παπούτσια

και ατενίζουν τα πόδια τους για ώρες.

Τώρα τους πνίγουν οι καπνοί των πούρων

και όλα είναι μόνο χθεσινά.

Ούτε θυμούνται εκείνο το απόγευμα,

που σαν πεπόνι ανοιγμένο έμοιαζε η αγκαλιά της.

Με κουμπί γίνεται ο απέναντι τοίχος κρεβάτι.

Μέσα σ’ αυτή την απομόνωση,  νομίζουν

ότι κατευθύνουν τη ροή των γεγονότων!..

 

Ισχύουν ακόμη οι παλιοί μου στίχοι:

«Ακόμα δεν πραγματοποιήθηκε

το παιδικό μου όνειρο.

Η ομαδική εκτέλεση των διευθυντών»

 

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΟΥ

Κάποια  Άννα μου έφερε τα μαντάτα σου.

Άλλαξες,  έγινες ξανθιά.  Έβαλες τελεία

και παύλα στις παλιές σου συνήθειες.

Δεν ανοίγεις την πόρτα με την παλάμη,

αλλά με το παράμεσο.

Ο κήπος μπροστά από το σπίτι

τσαλαπατημένος,  λες και ξύπνησε

από κοπιώδη ύπνο.

Οι γραμμές του προσώπου σπασμένες

από την πίεση των φιλιών.

Καφέδες παντού ν’ αχνίζουν   σαν ηφαίστεια, 

και είσαι έτοιμη να πέσεις μέσα.

Ό,τι έγραψα για σένα,  τα έχεις κρεμασμένα

στους τοίχους,  δέρματα άγριων ζώων

που προϋποθέτουν  κυνήγια μεγάλα

για χρόνια.  Μόνο το απογευματάκι

σε ξεγελάει ακόμα  και  κοιτάζεις

το φως,  τους  ίσκιους,   τα πατήματα,

τη φαντασία  και  το σφύριγμα του νεαρού

στην απέναντι πολυκατοικία.

Τις μικρές,  τις μεγάλες,   τις χαμένες ώρες

μετατρέπεις  σε βελόνες  και  ράβεις

αερόστατα,  νύχτες  και  ψέματα!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]

 

 

ΤΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΑ,  ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ

(… γενική κάτοψη του συναισθήματος…)

Δεν μπορεί,  τα σκοτάδια  και  η επαναλαμβανόμενη ιστορία του προσώπου σου, αυτή η ησυχία των λέξεων  μέσα από τις άγνωστες γωνίες των χεριών,   δεν μπορεί, θα μας σώσουν!..  Θέλω να πω ότι είμαστε σε μια σκακιέρα,  όπως στα εξώφυλλα των παλιών αστυνομικών μυθιστορημάτων.  Μέσα στις σελίδες, τις ώρες από τις δύο  έως τις πέντε μετά μεσημβρία,  ο πληθυσμός χωρίζεται σε υτρεις κατηγορίες  ή  ομάδες:  η μία κάθετα πλάι στο τζάκι και κοιτάζει τη στάχτη.  Η άλλη κοιμάται  προσπαθώντας να εντοπίσει τα όνειρα των άλλων.   Η Τρίτη αγναντεύει στη λίμνη τους κωπηλάτες  σφυρίζοντας ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού!..  Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό  για τις εκλείψεις της σελήνης  και  τη χαμένη νεότητά τους!..  Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας!..  Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται,  προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της.   Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει το επόμενο θύμα,  χαμογελώντας στις κάμερες της τηλεόρασης.    Ένα φως μοβ   του σφαγείου φωτίζει την περιοχή  και  σπασμένοι καθρέφτες  γύρω αυξάνουν τις εικόνες  και  την αγωνία των παρισταμένων!..  Τα κρεμασμένα πουκάμισα στους τοίχους  δεν είναι φαντάσματα του παρελθόντος,  αλλά  υπενθυμίσεις   του σώματος  μερικές ώρες πριν. Καθαρά  την πρώτη φορά αγκαλιάζουν την ύπαρξή μου με πάθος  και  μανία!..  Πάμε μαζί παντού.  Ακούνε  και  πλησιάζουν:  αντικείμενα, ανθρώπους,  και  καταστάσεις.   Τα καυσαέρια  και  η επαφή τα σκουραίνουν λίγο.  Τρόπον τινά συμμετέχουν στις διαδικασίες της ζωής.   Τα μεσημέρια φτάνουν μαζί μου,  κατάκοπα,  σπίτι  και γαντζώνονται ακέφαλα στην κρεμάστρα  μαζί με άλλα ρούχα.   Μοιάζουν με πουλιά σε δένδρο.   Φυσικά δεν κελαηδούν,  αλλά χασμουριούνται κουρασμένα  και  κοιμούνται.   Ξέρουν τις ώρες μου.  Τις εποχές.  Πάντα είναι έτοιμα.  Υποδέχονται με χαρά τα χέρια μου να μπαίνουν μέσα τους  και  όλο αγαλλίαση με τυλίγουν.   Ξεχωρίζουν τα βήματά σου.  Όταν με ξεκουμπώνεις και με φιλάς  στο λαιμό, παίρνουν κι αυτά μέρος,  υποχωρώντας όπως το χώμα,  για να μπει το φιλί στη θέση του,  να φυτρώσει!..  Μετά από όλα αυτά, την άλλη φορά, οδηγούνται για το πλυντήριο αδιαμαρτύρητα.  Για πολλούς μήνες επαναλαμβάνονται τα ίδια.   Κάποια μέρα όμως λιγοστεύει το φως, χάνουν τη στιλπνότητά τους, φθείρονται ανεπανόρθωτα στους γιακάδες,  στα μανίκια,  σπάνε τα κουμπιά  και  φτάνουν στο στάδιο της ανακυκλώσεως!..  Δηλαδή γίνονται πολλά  κομμάτια για τις ανάγκες του σπιτιού!..   [δυο ποιήματα σε ένα από τη συλλογή   του Γιάννη Κοντού  ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992 – Συγκεντρωτικός τόμος: Γιάννης Κοντός ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΠΙΣΩ ΤΟΥ ΤΟΝ ΕΣΠΡΩΧΝΕ ΕΞΩ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΣ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

 (…έμβρυο του βυθού   πολλά αλλόκοτος δεν έστεργε να γεννηθεί…)


Δίδυμό του αερικό   Να τον ξεράσει; 

Κι η διαφάνεια ήταν η μόνη αστέρινη

που τον έταξε των αρχαγγέλων  δηλαδή του ύψους

Οι άλλοι βλέπανε τη ρίζα μέσα του 

Σκύβανε κρυφομιλούσαν: 

Να ’ναι τάχα του στοιχειού;   και ξεμακραίναν 

Λέγανε πως είναι κάτι ανάμεσα στα μάτια του

μα μόλις που πάει να φανεί

κάτι που πάει να σαλέψει

που όμως κι ύστερα απ’ όλους τους καιρούς

θα είναι ακόμα απάτητο  

θα ’ναι απλησίαστο

για πάντα

 

Σαν τι ανάμεσα στα μάτια του;    Τι κάτι; 

Τι να ’τανε του νέφαλου  

που να κλωσσάει εντός του τον αντικυκλώνα; 

Φεύγανε μακριά του    να τον περιμένουνε αλλού: 

πίσω από το ψωμί

πιο πίσω κι από το όνειρο  κι  ακόμα πέρα 

κορφούλα δυόσμου  που να ευωδά  στ’ αυτί του θανάτου

Και τι αμίλητος

Με το αψύ φαρμάκι μέσα του πέρασε πλάι τους

και θα περνά    έτσι που γράφτηκε

όμως ανέγγιχτος  

για πάντα 

 



ΤΙ ΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΑΧΑ ΔΡΟΜΟΣ; 

(…τι πάει να πει σ’ ακούω;  πόσο μετρά που είσαι εντός μου   που μιλάς;…)

Κι όχι πως είναι να πάρει απάντηση   παρά στο έτσι:

μόνο για αιώρηση πάνω απ’ την άβυσσο

Έτσι για τη ροή ανάμεσα στην κόρη    του ματιού

και για τη λέξη αγρίμι  την ανεύρετη

που τις ξέρει αν τονε χωρέσει  κι  αν τονε δεχθεί…  

 

Πού είναι εκείνος ο βυθός   εκείνο το άπεφθο

ότι εγώ είμαι εσύ; 

εσύ    για πάντα

 

ΛΕΖΑΝΤΑ: Κι ακόμα τους αδένες τους που εκκρίνανε τις σημασίες   

(…εκείνες τις ανείπωτες που ξεσήκωναν τα αιδοία των Βακχών…)

Και πώς του παραδίνονταν

λες και τα μαύλιζε τα πράγματα

Ρίχνανε στα πόδια του τις νικημένες του σημαίες 

τα όπλα τους   τα διάσημα της αρχοντιάς τους…

 

τόσο που

πια δεν έπαιρνε άλλο  κι  έκανε πανιά για την αλάλητη

για τη γυμνή βερυκοκιά   να την κοιτάζει έφηβος

Αντίνοος των βοστρύχων

Στράφι – στράφι οι νίκες

Μα το ποτάμι τον ακολουθούσε 

τον περίμενε όλο ρουφήχτρες

Κι αυτός ανύποπτος   τι ανισόπεδος

τι με το πλάσμα της βαρύτητας σημαδεμένος

τι εραστής κατάνακρος   μες στην αστροφεγγιά

στην αγγελοκρουσία

Τι με τον άμωμο αγέρα αχόρταγος

τι μόνος   μόνος   καταμόναχος

για πάντα

[στίχοι από ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ,  πρώτη ενότητα στη συλλογή

του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984  

συγκεντρωτική έκδοση

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987]

 

ΚΑΙ ΔΕΝ ΓΙΝΟΤΑΝ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙ   ΤΟΝ ΒΛΕΠΑΝΕ

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984)

Δεν ήταν δα πρώτη φορά που τα νερά 

τραβιόντουσαν μπροστά του    που κάναν πίσω

που οι δρόμοι στένευαν   τον κλείνανε

που η παγωνιά βουβή  όπως το μπαμπάκι

σαν πιαστεί σε ξόβεργες    αυτόνα μελετούσε

Μη και το άλογο σαν ξεψυχά αυτόνα δεν κοιτά ίσα στα μάτια;

Μη και το δένδρο;  όταν κείτεται κατάχαμα από πριόνι;

Κι εσύ   όταν γδύνεσαι το σίδερό σου

εσύ το τραύμα του

ω διάνοια που την ψυχή του δίνει να σε κάνει λάμψη;

Μα ο ποταμός κοράκι πίσω του αδίστακτο

πίσω του πάντα πεινασμένο

Σκύλες  σαν τον βλέπανε αλυχτούσαν οι καμπάνες

και λυσάγανε  και  δεν νοιάζονταν

που τα κουτάβια τους  ακέφαλα τ’ ανέβαζε

η αιωνιότητα απ’ τα σπλάχνα της

κίτρινα του θειαφιού

κι αυτός αθώος ρωτούσε  κι είναι πάλι

και πάλι να ρωτά

για πάντα

 

Έτσι

Μη δεν είναι μόνη της και η κίνηση;

όχι το όχημα

με δε σέρνεται στη μοναξιά της;

Το ποτάμι   Μόνο εκείνο δεν αναρωτιότανε

Ήξερε ελόγου του

ήξερε που τάχθηκε να τον κωφεύει

Κι ετούτος σαν το φίδι μάθαινε

ν΄αστρονομεί το βυζί της Πούλιας

Τέτοιος έρωτας  η δίψα του για  όλα

για το καθετί    τέτοια χωσιά για άγγιγμα

για χάδι

Η φωνή του νότιος άνεμος

ξεσηκωμός του υδρογόνου

όχι ανάβλεμμα θεού   ούτε  κι ο χτύπος του

μα σαν τη φλέβα που όταν νυχτωθεί

πλαγιάζει με τους ίσκιους

έτσι ορφάνεψε

κι είναι πια για όλα να σκιρτά

για πάντα

 

ΚΑΙ ΟΙ ΦΡΟΝΙΜΟΙ:  ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥΤΟΣ Ο ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΑΣ

(ο δρόμος που χαράχτηκε περνάει απ’ τις αστραπές…)

Που όχι μονάχα δε φυλάχθηκε  ο άμυαλός

μα που τραβούσε καταπάνω του ο μαυλισμένος

δρομολόγιο της κόλασης

Και πώς να είναι η θάλασσα ασπρόρουχο;

μα τι λέει ο τρελός;

Πώς τ’ άπαρτο οδόφραγμα  ξέστηθος ήλιος;

Και που μαθές το βρήκε να ’ναι το κάθε αλώνι μας

του Χάρου  και  του Διγενή;

τι λέει ετούτος;

Κι αν ήτανε  ως το πε σμίλη

δεν θα ’γλυφε την πέτρα να βγάλει άνεμο;

Μην κάποτε δεν ρώτησε  μια θαλασσοσπηλιά

αν είναι κόρη μέλισσας;

Κι εκείνη παραλοϊσμένη:  αχ να ’σουνα  ο καλός μου

Κι όμως της γύρισε τις πλάτες κι έφυγε

Τι να ζητούσε;

Τώρα πάλι κοπάδια ελάφια η λύπη του:

η αστρομάτα που τον μάτιασε μια  παναγιά λαφίνα

του ’ταξε να τονε κάνει του θολού νερού

για πάντα

 

ΑΚΟΥΓΕΣ ΤΟ ΠΑΛΕΜΑ ΠΟΥ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΝΑΝΕ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

(…ίσα που ’βγαινε καπνός απ’ τις σιωπές του…)

Πώς τον κανάκευαν οι στέγες

πώς η βροχή του ’δινε το γάλα της

πώς τον χουχούλιζε

πώς με το χνούδι της του στόλιζε  αχαμνά    μασχάλες

Και πώς η νύχτα  όλο παρακάλια

να της εσήκωνε λέει τη φούστα της

να του ’δινε λέει  την παρθενιά της

να τον ταξίδευε σε    κέλευθα υγρά

που δεν τα ’σχισε καρίνα

ρότες αχάραγες του πόθου

του αγύριστου χαμού  κι αυτός

κατάνακρη ακτή   του σχήματος

τι ανέγγιχτος

τι ρίγος πρωινού νερού   ν’ αναρουφάει τη λαλιά

τις φόρμιγγες της όρασης

για πάντα

 

Άκουγες το πάλεμα που εντός του κάνανε οι λέξεις

ίσαμε που ’βγαινε καπνός απ’ τις σιωπές  του

Να ’τανε κολασμένος;

ή που λιγόστευε  ή  που πλήθαινε

ή που αρνιότανε τους ίσκιους

το ερπετό τους δίκιο  που τάχα ήτανε να κρίνουν

έτσι του ’λεγε η καλή του   να κρίνουν τι;

γιατί;   για ποιο;

που σαστισμένο κι άχραντο απόθεσε στα χέρια της

κι εκείνη   του ζητούσε

η άμοιρη να τ’ αρνηθεί

κι ο ίδιος να χαθεί   ν’ αφανιστεί

για πάντα

 

ΟΛΟΣ Ο ΧΩΡΟΣ ΑΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΟΥ

όλος ο χρόνος πάνω μου   αναβάτης φρενιασμένος

κι εσύ να φεύγεις   εσύ να χάνεσαι

ανύποπτε   αόμματε   ακριβέ μου

Αν είναι να λάμπεις  πώς να σ’ έχω

η θαμπωμένη;

Πώς φέγγεις χωρίς κάτι να χαθεί;

Τίνος το ’λεγε;   Του σκοταδιού;   ή του χωμάτου;

Πού παράχωνε τα μάτια της   τσάγαλα του πρωινού

Πού καταβόλιζε;

Κι εκείνος τι;

σε τι που δεν του είχε ειπωθεί να γίνει ηλιοτρόπι;

Και τι να νιώσει  κι ας φτεροκοπούσε ως

του ’λεγε  χρόνια τώρα γύρω του

μιας κι ήταν όλος έξω του αγέρα

μιας κι ήταν πέρα;

Ένας – ένας βουτούσανε στο αίμα της

οι αετοί

πήγαιναν άφαντοι   χαμένοι

[από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984]

 

ΑΝΑΣΤΙΞΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ  ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΦΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

(από ομότιτλη συλλογή Έκτορα Κακναβάτου  1981  )

Από τότε που η ερώτησή μου

μπήχτηκε λοξά στα νεφρά της πολιτείας

από τότε που έγινε κομμάτια η θάλασσα

καθώς στάμνα χωματένια

από τότε  που άρχισαν να παρακμάζουν οι χειρονομίες σου.

να διαλύεται η φωνή σου όμως ομίχλη σε παράθυρο,

ν’ αποδημούν τα χρώματα και μόνο το νερό

όπως κουρτίνα ν’ αγαπάει τα μάτια μας…

ε… από τότες ακολούθησα  κείνη την ξαφνική σπαθιά

κάτω απ’ το μέτωπό σου, ν’ αστράφτει θανάσιμα

όπως συνωμοσία μισθοφόρων.

Η Δαμασκός,  εσκέφτηκα,  η Δαμασκός.

Μα πώς έγινε αμέσως κούκουτσο έτοιμο να γεννήσει;

 

Στο στήθος μου ένα δάσος σαλεύοντας φούσκωνε,

ικέτευε μια ζεστή μασχάλη

μακριά απ’ τα μάτια των βέβηλων

να λουστεί, να μετασχηματιστεί στο άψε – σβήσε,

ν’ αλλάξει σε πετρέλαιο,

σε αφιέρωμα στην Παναγιά της Τήνου

σε ξεχασμένο εμπόρευμα στο τελωνείο,

σε  αχ  μαχαιρωμένου

μα μη μπορώντας να ξεφύγει το μοιραίο

να γίνεται άλλη μια φορά  η ερώτησή μου

λοξά μπηγμένη εκεί:  στα νεφρά της πολιτείας.

Μ’ αυτό τον κύκλο ένα οκτάχρονο αγόρι έπαιζε το τσέρκι

τ’ απάνου τρέχοντας στο δρόμο του ορυχείου:

δε θα πεθάνουμε λοιπόν.

Έτσι ξαναρχίζω απ’ την τελευταία λέξη σου.

Μαζεύω τα μαδημένα μαλλιά σου σ’ όλα τα πλάτη της γης.

Απ’ την τελευταία βροχή

μου λείπουν μόνο τέσσερα κομμάτια!..

 

Όλα θα τ’ ανασυνθέσω με υπομονή.

Βρήκα στην τύχη μερικές σελίδες

εδώ  κι  εκεί απ’ το στήθος σου.

Μικρά κορίτσια  ζωγράφισαν επάνω τους

παράξενα χρυσόψαρα.

Ένα κουρέλι απ’ το μάγουλό σου, απόκομμα θύελλας,

κρεμότανε στα σύρματα στιγμή τη στιγμή να πέσει.

Το πήρα τρελός από χαρά κι αυτό,

έκανα την πρώτη δοκιμή να  τ’ ανασυνθέσω,

μα πάλι νάτην η ερώτησή μου, έλασμα στραβό,

λοξά μπηγμένη εκεί:  στα νεφρά της πολιτείας.

Τι να ’ναι πάλι τούτο θεέ μου;

 

Πόσος καιρός επέρασε να βρω ένα μικρό κομμάτι

απ’ την απολιθωμένη σκέψη σου σε κοιμητήριο ελεφάντων;

Ύστερα σφιγμένα τα τρία δάχτυλά σου πάλι

όπως μέσα στη στάχτη μιας βρισιάς,

στη γλώσσα των Λατίνων, κάποτε το σταυρό μας.

Χαραγμένη πίσω του η χρονιά του σύγκρυου,

τ’ απόγιομα των Πράσινων  των  Βένετων

του Ιππόδρομου η χλαλοή,  η αντάρα.

Κι εχτός μια σχίζα πια από νευριασμένο τηλεφώνημα,

που έκοβε στα δυο το βαθύ μπουνέντη

και φαίνονταν που άχνιζαν στον πάτο της πληγής

τα εντόσθια του Νοέμβρη

τίποτ’ άλλο δεν εβρήκα.

Τίποτ΄άλλο

αφού καταναλώθηκες μην ξεραθούμε τα οστά μας,

μη σπάσουν  και χυθεί πηχτός υδράργυρος.

Κάθισα πάλι να τ’ ανασυνθέσω.

Πάσχιζα να σχηματίσω το πρόσωπο σου

μα πάντα το ίδιο,  πάλι το ίδιο:  η ερώτησή μου

μπηγμένη εκεί:  στα νεφρά της πολιτείας!..

 

Τι γίνεται τώρα;

Αν μια φορά ακόμα;   Αν δοκίμαζα μαζεύοντας

κομμάτι το κομμάτι τη σπασμένη στάμνα

να φτιάξω πάλι τη θάλασσα;

Αν άρπαζα απ’ τα δόντια του σκύλου

το ιερόν οστούν της μάνας μου;

Αν έδενα πάλι τα βαγόνια

αν σφύριζαν τα τρένα πάλι

λερώνοντας τα χαμομήλια δίπλα στις ράγες;

Κι αν ύστερα γινόμουνα μια ζωγραφιά πολύχρωμη

στο μαξιλάρι του αγοριού καθώς κοιμάται τώρα

και τα βλέφαρά του ανθίζουν;

Χριστέ μου… επιτέλους άρχιζε η γάγγραινα.

(απόσπασμα από την ποιητική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου

ΑΝΑΣΤΙΞΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ  ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΦΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ 1984)

 

ΜΑ ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΒΑΛΩ ΚΑΤΩ ΕΤΣΙ ΕΥΚΟΛΑ…

(…η πολιτεία πεθαίνει απ’ την ερώτησή μου…

Εσύ ήσουν η ερώτησή μου…)

Μένει ακόμα η αναποδιά μου με τα φυσεκλίκια σταυρωτά.   Θα κάψω και το τελευταίο φυσέκι,   αφού ανεβαίνει στα οστά μου ο υδράργυρος   όπως σε θερμόμετρο.   Κάμποσες μέρες  θα τρέφομαι απ’ την τελευταία σου λέξη.   Ύστερα θα φάω και τη μεσίστια σκέψη μου.   Ύστερα ό,τι θέλει ας γίνει.   Τα τρία δάχτυλά σου φύγανε τρομαγμένα:   άλλο κατά το βοριά,  άλλο τη Μεσόγειο,  το τρίτο παραδόθηκε στη Μικρασία.   Μα η βρισιά, των Βένετων πιστή,  έμεινε στο πλευρό μου.   Να λοιπόν:  το στήθος σου ένα χρυσόψαρο  σε βιβλίο με χοντρά ψηφιά για μικρά κορίτσια.   Η θύελλα να κυρτώνεται, να γίνεται το μάγουλό σου, ν’ ανοίγω με  βρόντο το παράθυρο,  η φωνή σου μισόγυμνη να πετιέται στο δρόμο τρέχοντας   για το βάραθρο του Ζάλογγου   στάσου  για το θεό:   στάσου να σε σημαδέψω,  να σε πετύχω στο μεσόφρυδο.   Απ΄ τα κομμάτια σου  μου λείπει μόνο η τελευταία βροχή,  δεν προφταίνω.   Απ’ το πετρέλαιο,  απ’ το παράλυτο εμπόρευμα,   απ’ το τηνιακό ακρωτήρι,  απ’ το αχ του μαχαιρωμένου   αναδύεται πάλι το πευκόδασος.   Φρικιά  κι  αναπνέω.   Ένας λόχος με τα τουφέκια υπό μάλης,   η θάλασσα κομμάτια  όπως η στάμνα πίσω του λείψανου   η πολιτεία πεθαίνει απ’ την ερώτησή μου!..  Εσύ ήσουν η ερώτησή μου!..  [ΑΝΑΣΤΙΞΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΦΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ αντιγραφή και επικόλληση από το Β Τόμο: ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987 εκδόσεις ΑΓΡΑ]. 

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2026

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2026

ΕΓΩ, Ο ΑΝΕΣΤΙΟΣ, Ο ΑΠΕΛΠΙΣ, Ο ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΣ

  (… ένα φιλί  ή  ένας στίχος με ακολουθούσαν για χρόνια στη ζωή μου…) Στα δεκαπέντε, ένα βράδυ έφυγα από τον κινηματογράφο ακολουθώντας...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ