Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

ΚΑΙ Η ΛΥΠΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΕΙ ΤΗ ΛΥΠΗ

 (…για να νοήσει τη λύπη

2η ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ  20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026)

Φτάνει ν’ ανθίσει μόνο

Λίγο σιτάρι για τις γιορτές

λίγο κρασί για τη θλίψη

λίγο νερό για τη σκόνη  (Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

 

Ξέρω πως κανείς δεν μπορεί να πιαστεί απ’ το αγίνωτο,

πως κανείς δεν μπορεί να θυμάται αυτό που δεν έχει συμβεί.

Και το πόσο της γης του ανήκει,

ξέρω πως μόνο η γη μπορεί να το πει.

 

Τώρα, σ’ ένα δωμάτιο, με τα όρια γύρω μου να τα κλείνουν οι λέξεις,

μηρυκάζοντας έως βασάνου το χορτάρι της ύπαρξης,

είναι η ηχώ μιας σιωπής μεγαλωμένης 

που τραβάει από μέσα μου τον μόχθο του ζώου,

η ηχώ μιας φωνής:

-Ας τελειώσουνε όλα.

 

Μια κι αυτά που έχεις χτίσει, μια κι αυτά που δεν άντεξαν,

απ’ την ύλη των ίδιων ονείρων ήταν φτιαγμένα.

 

Επειδή έτσι γίνεται και για μία στιγμή πώς γυρίζεις στα πίσω

τις λογιώ - λογιώ αλήθειες,

για να μείνεις μονάχα με το ελάχιστο,

μ’ ένα κουκούτσι καϊσιού που το σπας, για να γευτείς την ψίχα

ή μια νότα απ’ το  allegro  του Μότσαρτ  στη  Μικρή Νυχτερινή Μουσική του.

 

Ξέρω πως πρέπει να υπάρχει η πληγή, για να τρέξει το αίμα,

τα μονοπάτια ενός Γράμμου, για να φτάσεις στη Δρακόλιμνη του αίματος,

ότι αρκεί ένας μίσχος φωτός,  για να δεις τον χρυσό στις Μυκήνες,

της εχθράς γλώσσης  εχθρά γλώσσα τελείσθω των Χοηφόρων,

για να νιώσεις το κακό στο κακό.

 

Επειδή έτσι γίνεται και για μία στιγμή πώς γυρίζεις την πλάτη σου

σε όσα είναι ο δρόμος

και ανοίγουν περάσματα  και  κανένας τόπος δεν είναι κλειστός

και μένουν ακίνητες οι δυο Συμπληγάδες

και κόσμος πολύς κατεβαίνει τις Κυριακές τ’ απογεύματα,

ν’ ανασάνει στο λιμάνι της Αίας.

 

Ξέρω πως τα σπασμένα ξύλα στις ακτές

δεν είναι απ’ τα καράβια που ναυάγησαν, αφήνοντας ατέλειωτα ταξίδια,

μα από τα σκιάχτρα που στήθηκαν,

να σκιάζεται το σώμα απ’ την αγάπη

[έκτη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

με εικόνες μεικτής τεχνικής και βινιέτες του Σταύρου Παναγιωτάκη

εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 


ΠΡΕΠΕΙ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙΣ 

(έβδομη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα)  

Άλλοτε σαν η καμπάνα που χτυπάει στο αλειτούργητο ξωκκλήσι

επί πτερύγων ανέμων

κι άλλοτε σαν το κελάρυσμα του Βενέτικου

κάτω απ’ το πέτρινο γεφύρι του  Αζίζ Αγά∙

 

άλλοτε σαν η σαρμανίτσα του ποιητού,  που λικνίζει του θανάτου την άρνηση,

κι άλλοτε σαν ο ταμπής του «Ουράνιου Κήπου»,

ο  αυτόπτης του θανάτου των ποιητών.

 

Επειδή έτσι γίνεται και χωράνε στα μάτια σου τα ηλιοτρόπια της Δράμας

οι ελαιώνες της Μεσσαράς  και  τα κρινάκια της θάλασσας.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι ανατείνεται ο νους πέρα απ’ αυτό που του φτάνει,

πέρα από αυτό που του κρύβεται  και  τρομάζει αν το βρει.

 

Πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζεις

πως κάθε τώρα είναι η πραγματικότητα του πάντοτε,

και κανείς ουρανός δεν ξανοίγει,  αν κανείς δεν μιλά για ουρανό,

πως καμία ευχή δεν θα γίνει το Πάσχα του κόσμου,

αν το Πάσχα του κόσμου δεν είναι η ανάσταση.

 

Επειδή έτσι γίνεται και το φύλλο που πέφτει στο χώμα 

δεν επιστρέφει στη βλάστη του

και το αίμα του αμνού παραμένει ανεικόνιστο  στο ανεικόνιστο δράμα.

-Ποιο σφάγιο είναι τάχα η γη,  που  οι εκδορείς μ’ εκδορείς το μοιράζονται

η ερημιά των λαών,  που ό,τι τους δίνεται είναι αυτό που τους εξουσιάζει;

 

Το πένθος!..  Το πένθος!..

 

Και τα παιδιά κρατιούνται απ’ το χέρι στη μαθητεία του φόβου

και σφίγγουν στη φούχτα την ανεκτέλεστη ήβη τους.

Και τα παιδιά νικούν το ακατάλυτο,  που πάει να πει:

Θα έρθει η μέρα!..

 

ΠΩΣ ΞΕΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

(…και πώς βολεύεις μέσα στην ίδια γλώσσα τη σιωπή…) 

Όμως, πώς αυτό που μέσα σου μοιάζει να χαμηλώνει,

πώς θα βαστάξει τόσο γκρίζο απ’ τα καμένα ανίσκιωτα χωριά,

πώς θα σηκώσει  τόση ανθρωπότητα πάνω από τα χαλάσματα του ανθρώπου;

 

Α κόσμε, πώς τώρα αυτό που βγαίνει από μέσα σου είναι μια έρημος

και απλώνεται

σαν παλιά θάλασσα που τα νερά της έχουν τραβηχτεί,

σαν εποχή όπου όσοι στήνουν σκάλες  να φτάσουν σε ουρανούς

σταυρώνονται στο πρώτο σκαλοπάτι;

 

Κι ενώ ποτίζεται με ξύδι  και  χολή η εγκατάλειψη

και ακούγεται μεγάλη η φωνή

και τα υφαντά ιμάτια μοιράζονται στους διακονιάρηδες της αυτοκρατορίας,

κανένα ιερατείο δεν δικάζει τους ληστές,

κανενός ναού δεν σκίζεται  στα δύο το καταπέτασμα.

 

Επειδή έτσι γίνεται και μένει ακόμη ανοιχτός  ο Κήπος της Γεθσημανής,

να περιφέρεται η γραφή με  λύπη έως θανάτου.

 

Επειδή έτσι γίνεται και η κόλαση μετριέται μονάχα με κόλαση

και το σκοτάδι μονάχα μ’ εκείνο που δεν θέλεις να δεις.

 

Και τώρα που αρχίζει να θαμπώνει τα μάτια σου

η απόγνωση των τρομερών καιρών σου,

τώρα που θα κρατήσεις το αγκάθι του σκορπιού

μακριά απ’ την ξυπόλυτη σου φτέρνα;

Πώς θα διασχίσεις, δίχως να ’χεις  για οδηγούς σου τους νεκρούς,

τις πένθιμες πεδιάδες των Φιλίππων;

 

Α, κόσμε, πώς ξεπληρώνει το αίμα σου όλες τις οφειλές της ιστορίας

και πώς κάθε σου πράξη τρέφει την καύτρα,  μέχρι που το τσιγάρο να σωθεί;

 

Πώς τυραννάς τη γλώσσα σου μες στις κακοτοπιές της ουτοπίας

και πώς βολεύεις μέσα στην ίδια γλώσσα τη σιωπή;

 

Επειδή έτσι γίνεται  και  ό,τι δε λέγεται ανταλλάσσεται μονάχα

με ό,τι δεν έχει λεχθεί

και η πραγματικότητα αφεντεύεται απ’ την πραγματικότητα που υπάρχει.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι εσύ Τειρεσίας γέρος τυφλός με κρεμασμένα στήθια,

καθισμένος κάτω απ’ τα τείχη  -  ποιας Θήβας;

μέσα σε μια χούφτα σκόνη δείχνεις – άραγε ποια πραγματικότητα του φόβου;

[όγδοη  παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα]

 

ΧΑΘΗΚΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΥ

(ένατη παραλλαγή  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα)

Άλλοτε   μου ήταν τόσο εύκολο να βρίσκω το δρόμο,

να φεύγω και να επιστρέφω ξανά,

τόσο εύκολο να κρύβομαι μέσα στο κέλυφος των αποχωρισμών.

Άλλοτε δεν φανταζόμουν έτσι αυτό που μένει πίσω απ’ το λυγμό του.

 

Χάθηκα μέσα σ’ αυτό που αποσώθηκε.

Και η πίστη μου κόκκαλο γυμνό,

γλειμμένο απ’ τη βροχή  κι απ’ τον ήλιο.

Κι η τέχνη μου ανίσχυρη γι’ αυτό που ποθεί,  γι’ αυτό που αποδιώχνει.

 

Μέρες  και  νύχτες που μπόρεσα να βαστάξω,

από το ίδιο παράθυρο ξανοίγοντας  τους ίδιους ανθρώπους,

εκείνους που ολοένα περίσσευαν  κι  ολοένα α λιγόστευαν

μες στη μορφή τους,  εκείνους,

γυρεύοντας να διακρίνω στα μάτια τους τη μεγάλη λύπη, 

την οδύνη ν’ ανεβάζει απ’ τα βάθη της τον αρχαίο χορό:

-Ω Μούσα

καινών ύμνων   άεισον  εν δακρύοις ωδάν επικήδειον,

 

Επειδή έτσι γίνεται  και  η λύπη πρέπει να κοιτάξει τη λύπη,

για να νοήσει τη λύπη.

 

Επειδή έτσι γίνεται και η οδύνη πρέπει να υμνήσει την οδύνη,

για να δει της οδύνης τα δάκρυα.

 

Μέρες  και  νύχτες που μπόρεσα να βαστάξω,

σαν να μου δόθηκε ίσα – ίσα τόσο σώμα,  τόση ψυχή,

εκεί όπου ενώνονται  και  παύουν να μοιάζουν μ’ εκείνο που είναι∙

σαν να μου δόθηκε τόσος χώρος, τόσος καιρός,

εκεί όπου υπάρχουν και ορίζεται η συνέχεια αυτού που δεν έχει τελειώσει,

εκεί, στη συνέχεια αυτού που είναι πάντα η αρχή

κι όπου ο καθένας καλείται να διαχειριστεί το μακελειό του,

σπρώχνοντας το καρότσι της ουτοπίας του εκει,

στο σφαγείο του έσχατου.

 

Δεν μπορώ να βρω άλλον τρόπο, για ν’ αντέξω το έσχατο,

από αυτό το γαλάζιο φεγγάρι με την άκτιστη άλω,

από αυτό το γαλάζιο πουλί που δεν ξέρει τραγούδια  και  τραγούδια λαλεί.

 

Δεν μπορώ να πιστέψω άλλη αλήθεια για το έσχατο

από αυτό το κορίτσι που σκάβει στα ερείπια,

για να θάψει τη σκοτωμένη του κούκλα,

από αυτό το αγόρι που κρατά τα ερείπια ζεστά  με την καμένη του ανάσα.

Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη αλήθεια απ’ το τέλος του γέλιου τους.

 

Πάνω στο τέλος του γέλιου τους βαδίζω.

 

Ποιος μάχεται για τη σημαία της λύπης του;

Ποιος τραγουδά τα εμβατήρια της οδύνης;

Ποιος κουβαλά το τέρας του  θριαμβικά στους ώμους;

 

-Όποιος δοξάζει το τέρας του,  δοξάζει τη λύπη του,   είπες.

 

Τώρα βρίσκομαι εδώ, καταπώς λογαριάζω τούτο τον κόσμο,

καταπώς ταιριάζω το τέρας μου μέσα στο νόημά του,

έχοντας μάθει ότι τούτος ο κόσμος είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει,

είναι αυτό που μπορεί να συμβεί.

 

Έχοντας μάθει ότι τούτος ο κόσμος είναι το ελάφι  και  ο κυνηγός,

είναι η πέτρα που κυλάει και δεν χορταριάζει,

το ριζωμένο χόρτο στην πέτρα που κυλάς.

 

Έχοντας μάθει ότι τούτος ο κόσμος είναι η αρχή και το τέλος του παιχνιδιού

-Τέλος, τελείωσε, θα τελειώσει, μπορεί και να τελειώσει.

-Αφού έτσι πάει το παιχνίδι… ας παίξουμε έτσι… κι ας μιλάμε πια

γι’ αυτό… δεν το συζητάμε πια.  Παλιοκούρελο!.. Εσένα  - σε κρατάω.

 

Επειδή έτσι γίνεται και η μποτίλια που ρίχνεις στο πέλαγος

είναι το μήνυμα που στέλνεις , για να φτάσει σ’ εσένα.

Και το μήνυμα είναι η αλήθεια  που γεννιέται μέσα στο όνειρο,

η αλήθεια  που πεθαίνει μέσα στο όνειρο∙

είναι η αλήθεια που σκοτώνει το όνειρό σου.

 

-Όποιος αντέχει την αλήθεια, αντέχει το όνειρο,   είπες.

 

Και στέκομαι εδώ,

έχοντας κιόλας αγγίξει το ξέφτι του πεπρωμένου

στο φαγωμένο ρούχο της Άτροπου,

έχοντας κιόλας δει τις τάπιες του Μεσολογγιού και το φεγγάρι

να ανατέλλει πάνω απ’ το καταράχι του βουνού που το λένε Φεγγάρι,

έχοντας κιόλας ακούσει πως τρίζει ανυπόμονα το μέσα μέρος της ζωής,

πώς τρίζει μέσα μου το τέταρτο καρφί, εκείνο  που δεν άφησε σημάδι.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι ενώ τίποτα δεν κρατάει για πάντα,  κάθε άνθρωπος

διαλέγει τη δική του σαγή, για να ιππεύσει τη ματαιότητα,

το δικό σου σημείο στον χρόνο, για ν’ αναμετρηθεί με το παρόν του,

δίχως να υποπτεύεται ότι ο δόλιος τόπος είναι η μνήμη,

ότι η μνήμη είναι η χωσιά  που στήνει ο χρόνος, για να εκδικηθεί.

 

-Όποιος ξεφεύγει απ’ τη μνήμη, ξεφεύγει απ’ το χρόνο.

Έτσι είπες.

 

ΣΤΗΝΟΝΤΑΣ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΕΣ ΣΤΙΧΟΜΥΘΙΕΣ 

(…πότε εις εαυτόν,  πότε φανταστικούς διαλόγους με άλλους ποιητές συνοδοιπόρους…)

«… ὁ Ζαφειρίου καὶ σὲ αὐτή του τὴ συλλογὴ μὲ τὸ σκοτεινὸ βάθος καὶ τὸν κουβεντιαστὸ τόνο, ξεσκεπάζει θεμελιώδη ἐρωτήματα, μετακινώντας διαρκῶς τὰ πιόνια καὶ τὰ ἀγαπημένα πρόσωπα σὲ μιὰν ἀόρατη σκακιέρα.

Ἂν θὰ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ὁρίσουμε τὰ ὅρια αὐτῆς τῆς σκακιέρας θὰ διακρίναμε τρεῖς βασικὲς ὁδοποιοὺς ἀρτηρίες:

τὸ πραγματικὸ στὴ θραυσματική του μορφὴ τῆς ἀνάμνησης ἢ ὁ παιδικὸς ἑαυτὸς ἀπέναντι στὸν καινούριο ἐνήλικα,

τὸ μὴ πραγματικὸ στὸ παρὸν ἢ ἡ σχέση μὲ τὸν χρόνο καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα τοῦ χρόνου,

καὶ τέλος, ἀνάμεσα σὲ αὐτὰ τὰ ταξίδια οἱ πυξίδες τῆς ἀναγνωστικῆς ἐμπειρίας»

«Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ ποιητὴς ἐπιστρέφει στὴν παιδική του γειτονιὰ καὶ στὰ δρομάκια πίσω ἀπ’ τὴν Καμάρα. Κλεισμένοι στὰ ἡρωικά τους τοπονύμια οἱ δρόμοι μὲ τὰ περήφανα ἐρείπιά τους, ἀπομεινάρια μιᾶς ἀνθεκτικῆς ἀστυγραφίας, ἐνεργοποιοῦν ἀντανακλαστικὰ στὴν ποίηση τοῦ Ζαφειρίου τὴ σχέση μὲ τὸ χῶρο: μιὰ σχέση ζωτικὴ ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ βίωμα, μὲ τὶς ἀρχετυπικὲς μορφὲς τῆς μάνας ἢ τοῦ πατέρα. Ὁ ποιητής, μιὰ παράξενη κατηγορία flâner, ἐπιστρέφει πεισματικὰ στὰ οἰκεῖα μονοπάτια, στήνοντας διαρκῶς σκηνὲς ἀποχαιρετισμῶν. Τὰ καινούρια φαντάσματα συνομιλοῦν μὲ τὰ παλιά, οἱ παλιοὶ λογαριασμοὶ κλείνουν «ἐπειδὴ ἔτσι γίνεται» καὶ οἱ φίλοι μᾶς συντροφεύουν γιὰ πάντα, ὅπως μᾶς συντροφεύουν καὶ μᾶς στοιχειώνουν ἀπότομα καὶ ἀκαριαῖα εἰκόνες ἀποχαιρετισμοῦ (εἶναι σπαρακτικὴ ἡ εἰκόνα τῆς μάνας «μπερδεμένη νὰ κάθεται στὸ κρεβάτι τοῦ ἀξονικοῦ μὲ τὴν κανούρια νυχτικιὰ καὶ τὸ νοῦ νὰ χάνεται λίγο-λίγο στὶς λευκὲς φυλλωσιές του…»

(αποσπάσματα από κείμενο στὸ BookPress που υπογράφει η  Μάρθα Βασσιλιάδη / Martha Vassiliadi, Καθηγήτρια νεοελληνικῆς φιλολογίας στὸ ΑΠΘ]

 

ΣΤΙΧΟΙ ΣΚΛΗΡΟΙ, ΟΤΑΝ ΑΝΑΤΕΜΝΟΥΝ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ  

(…που «σβήνει ένα – ένα τα παλιά της φαντάσματα, 

για να γραφτεί απ’ τα καινούργια της φαντάσματα ξανά…»

σαν μηχανή αέναης παραγωγής διαψεύσεων και ματαιότητας)

Καὶ στίχοι τρυφεροί, βαθιὰ συγκινημένοι καὶ συγκινητικοί, ὅταν ἡ μνήμη ἀναδιφεῖ τὴ δική του μικροϊστορία, ἀνασταίνοντας τὴ μάνα, τὸν πατέρα «μὲ τὴ γκρίζα τραγιάσκα στὰ ἐξόριστα χέρια του»  καὶ τὴν παιδική του ἡλικία.»

«Τὸ ἦθος τῆς συλλογῆς ὁρίζεται ἀπὸ τὸ δίστιχο

«καὶ στὸν βλαστὸ ὅπου βγαίνει τὸ ρόδο, / βγαίνει καὶ τὸ ἀγκάθι του».

Τὸ δίστιχο αὐτό, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν εὑρηματικὸ τίτλο ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΓΑΙ, ποὺ λειτουργεῖ σὰν μοτίβο τοῦ κειμένου, σὰν ἐπωδὸς καὶ ἐπωδὴ συγχρόνως, εἶναι τὸ σῆμα τῆς ὥριμης ἀποδοχῆς τοῦ κόσμου καὶ τῆς φρόνιμης συμφιλίωσης μαζί του.

Εἶναι λοιπὸν καὶ σῆμα τῆς ἀπαντοχῆς ποὺ ἐμφανίζεται διαυγέστερο, ἀναμφισβήτητα καταφατικό, στὴν ἀντεστραμμένη μορφὴ ποὺ προσλαμβάνει στὴν τελευταία σελίδα, σὰν καταστάλαγμα πιά:

«Ἐπειδὴ ἔτσι γίνεται καὶ καθὼς ὁλοένα κοντεύεις στὸν τόπο

ποὺ μὲ τόπο ἀλλιώτικο δὲν μπορεῖς ν’ ἀνταλλάξεις,

καὶ καθὼς τὸ ἀγκάθι τοῦ ρόδου σοῦ τρυπάει τὸ δάχτυλο

ὅσο ἁπαλὰ καὶ ἂν τὸ ἀγγίζεις,

ἀφήνεις στὸν πόνο τὰ χέρια σου, ἴσαμε γιὰ νὰ κρατηθεῖς ἀπ’ τὴν ἐλπίδα

πὼς στὸ ἴδιο βλαστάρι τοῦ ρόδου, μαζὶ μὲ τὸ ἀγκάθι φυτρώνει καὶ τὸ ἄνθος του».

(μικρό απόσπασμα από κείμενο του Παντελὴς Μπουκάλας στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ)

 

ΑΠ’ ΤΗΝ ΥΛΗ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ…

(αφορισμοί  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ από τη 2η ενότητα  της συλλογής Σταύρου Ζαφειρίου με 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα) 

Επειδή έτσι γίνεται… και ανοίγουν περάσματα  και  κανένας τόπος δεν είναι κλειστός  και  μένουν ακίνητες οι δυο Συμπληγάδες…  (σελ. 28)   Πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζεις    πως κάθε τώρα είναι η πραγματικότητα του πάντοτε…  (σελ. 29)  Και τα παιδιά κρατιούνται απ’ το χέρι στη μαθητεία του φόβου  και  σφίγγουν στη χούφτα την ανεκτέλεστη ήβη τους…  (σελ. 29)   Σαν εποχή όπου όσοι στήνουν σκάλες να φτάσουν σε ουρανούς   σταυρώνονται στο πρώτο σκαλοπάτι…  (σελ. 30)   Επειδή έτσι γίνεται και μένει ακόμη ανοιχτός ο Κήπος της Γεθσημανής, να περιφέρεται η γραφή με λύπη έως θανάτου   (σελ.30)  Πώς τυραννάς τη γλώσσα σου μες στις κακοτοπιές της ουτοπίας  και  πώς  βολεύεις μέσα στην ίδια γλώσσα τη σιωπή…  (σελ. 31)  Επειδή έτσι γίνεται κι εσύ Τειρεσίας γέρος   τυφλός  με κρεμασμένα στήθια, καθισμένος κάτω απ’ τα τείχη – ποιας Θήβας…  (σελ. 31)  Έχοντας μάθει ότι τούτος ο κόσμος είναι η πέτρα που κυλάει  και  δεν χορταριάζει,   το ριζωμένο χόρτο στην πέτρα που κυλάς…  (σελ. 33)   Επειδή έτσι γίνεται και η μποτίλια που ρίχνεις στο πέλαγος   είναι το μήνυμα που στέλνεις,  για να φτάσει σ’ εσένα… (σελ. 33)   Και στέκομαι εδώ,  έχοντας αγγίξει το ξέφτι του πεπρωμένου στο φαγωμένο ρούχο της Άτροπου,   έχοντας κιόλας ακούσει πώς τρίζει ανυπόμονα το μέσα μέρος της ζωής… εκείνο που δεν άφησε σημάδι…  (σελ. 34)   Επειδή έτσι γίνεται  κι  ενώ τίποτε δεν κρατάει για πάντα,  κάθε άνθρωπος διαλέγει τη δική του σαγή,  για να ιππεύσει τη ματαιότητα…  (σελ. 34)

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2026

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Ο,ΤΙ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ, ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΤΙΓΜΗ

 (…τι άλλο μένει για μια θέση στο ένδοξο μάταιο   σ. 16)

Είμαστε η  μνήμη της πρώτης κοσμικής ελευθερίας…

εκείνης που δεν κερδήθηκε ολόκληρη σε κανένα καιρό  (σελ.16) 

 

Και τώρα ξανά, σαν η επανάληψη ενός μελοδράματος,

ανεβαίνοντας πάλι στην πυρά του ενεστώτα…  (σελ.17)

 

Ψυχή, ψυχή μου, με όλο το ρίγος σου και το ανέμισμά σου…

ψυχή μου σιωπή, ποιος θα φωνάξει

ότι το φως των αστεριών δεν είναι τ’ άστρα…  (σελ.18)

 

Κι οι άγγελοι όλοι μακριά,

σαν με ανήμπορα φτερά σε ανάποδο αέρα.   (σελ. 19)

 

Επειδή έτσι γίνεται και η πτώση δεν είναι παρά

το φρόνημα της σάρκας προς τα έξω…   (σελ. 19)

 

Τώρα ζητώ να κρατήσω στα μάτια μου τούτο το φως

τη λυρική αλληγορία που μας ενώνει…   (σελ. 20)

 

…κατηφορίζοντας το μονοπάτι προς των γερόντων τη βρύση,

 άφησέ με να νιώσω πόσο άφθαρτο είναι αυτό το φθαρτό… (σελ.21)

 

Επειδή έτσι γίνεται και όποιος γυρεύει το φως…

βάζει φωτιά στην ψυχή του και καίγεται!..  (σελ.21) 

 

Ό,τι προσθέτει κορυφές,  προσθέτει κι αβύσσους!..

Κι ας πηδάς στα γκρεμνά, για να φτάσεις στα αμπόρετα  (σελ.22)

 

Είναι που παίρνει όψη το κακό

πίσω από την κερκόπορτα που ξέχασαν να κλείσουν…  (σελ.22)

 

Κι αν θυμάσαι τ’ αλώνια που παιδί ξεχνιόσουνα,

είναι που εκείνο το αχυράκι σου έχει μείνει από τότε στα δόντια (23)

(ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΒΛΑΣΤΟ ΟΠΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΤΟ ΡΟΔΟ,  ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΘΙ

επιλεγμένοι αφορισμοί  από την 1η ενότητα στη συλλογή του

Σταύρου Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ,  

20 + 1 παραλλαγές  σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026)




 

(σημείωση)

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ – αποκωδικοποιώντας τον τίτλο:

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ  για κάποιου είδους αποδοχή των τελουμένων; 

ΚΑΤΙ ΣΑΝ:   «έτσι είναι τα πράγματα,  έτσι γίνεται  και τι να κάνουμε τώρα»;

Ή πίσω από την εμφανή κατάφαση παραμονεύει η ειρωνεία…

ΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ίσως λύσει εύλογες απορίες  ίσως τις κάνει περισσότερες

κάτι που άλλωστε μπορεί να συμβεί διαβάζοντας τις 21 + 1 παραλλαγές

σε ένα θέμα  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ

Αλλά στο κάτω – κάτω αυτό δεν είναι η Ποίηση;

Μια διαρκής απορία,  ένα εκκρεμές που κινείται από τις βεβαιότητές μας

στις αναιρέσεις τους  και  πάλι πίσω!..

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ:

Τα ποιήματα του βιβλίου αυτού, χωρισμένα σε τέσσερις ενότητες, συγκροτούν μια ενιαία αφήγηση, με προτασσόμενους και πάλι, σε κάθε ενότητα, στίχους από την εμβληματική Αμοργό του Νίκου Γκάτσου.

Πρόκειται για μια περιπλάνηση, όπου μέσα από παραστάσεις της φύσης νοηματοδοτούνται εσωτερικές μεταβάσεις βεβαιοτήτων προς τις αναιρέσεις τους, ταυτίσεων προς τις αντιφάσεις τους, ενώ σηματοδοτούνται περάσματα, από την καταγωγική πρώτη έξωση στη στροφή για το επόμενο whisky bar, από τα ρόμπολα και τις οξιές της Valia Calda στους θαμπούς καθρέφτες του Cafe A Brasileira, απ' το χυμένο αίμα του Φεντερίκο, στη μνημειώδη Ανάληψη του Αντρέι Ρουμπλιώφ. Ή, αλλιώς, πρόκειται για διαδρομές στον χρόνο, στη μνήμη και στην ιστορία, όπου ο άνθρωπος συναντάει τον άνθρωπο, τις πράξεις της ζωής και τη θνητότητα, και όπου διαρκώς παραλλάσσεται το ίδιο ερώτημα, παραλλάσσεται η ίδια απάντηση:

- Πώς αυτό που μέσα σου μοιάζει να χαμηλώνει, πώς θα σηκώσει τόση ανθρωπότητα πάνω από τα χαλάσματα του ανθρώπου;

- Επειδή έτσι γίνεται... Μα και επειδή, εντέλει, μπορεί να μην γίνεται έτσι. (Από τον εκδότη)

 

ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΒΛΑΣΤΟ ΟΠΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΤΟ ΡΟΔΟ, ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΘΙ ΤΟΥ    (1η ενότητα συλλογής)

Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας 

(Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

Να ’ρθουν οι λέξεις άνεμος να σείσουν τα κλωνάρια,

να μολογήσουν τ’ άκριτα, να πούνε τα κρυμμένα

να ’ρθουν  και  τ’ αγριολούλουδα με τις μοσκοβολιές τους

καταμεσής της άνοιξης  ν’ ανιστορήσουν το αίμα…  (ΔΗΜΩΔΕΣ)

 

 

Και αφού όλα αυτά δεν γίνονται παρά μονάχα για μια ένδοξη θέση στο μάταιο,

και αφού το μάταιο είναι το τελευταίο οχυρό  της θνητότητας,

εκεί όπου το εφήμερο υπερασπίζεται την αιωνιότητα του,

και αφού αυτό που σου μένει είναι πια να επιλέξεις

ποιος θεός σου ανήκει  και  ποια από τα πάθη του,

ποιον Χελμό θ’ ανέβεις, για να πιείς της Στυγός το έσχατον ύδωρ,

 

ίσως είναι ο καιρός τους νεκρούς που κράτησες  μέσα σου να τους ελευθερώσεις

-τις νέκυιες σκιές που κατέχουν το μέσα σου.

 

Ίσως είναι ο καιρός τούτο  το αγκάθι που σκλήρυνε  μέσα σου

να το αγγίξεις με την ίδια απαλότητα που αγγίζεις το άνθος.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και υπάρχουν στο χώμα δυο χνάρια

που αφήνει το ίδιο πάτημα,

ένα σαν να ’χει απομείνει στη γη η αρχή των αθώων βημάτων

κι ένα που πάει προς το πέρασμα από την αθωότητα στο σφαγείο της πίστης∙

 

όπως υπάρχουν δυο φεγγάρια μέσα στην ίδια νύχτα,

αυτό που δείχνεις με το δάχτυλο, καθώς ξεμακραίνεις

απ’ το λιμάνι της Σύμης

κι ένα λαμπρό φεγγαράκι που σου φέγγει να μη χάνεις το δρόμο

ανάμεσα στα ραψίματα  και  τα κεντήματα των παλιών θελημάτων.

 

Τότε είδα απ’ τη Φλέγγα τις πηγές του Αώου  και  είπα

πως είναι αυτό το παλιό θέλημά μου,

ένας κόκκος μέσα στα θρεμμένα στάχυα του κόσμου,  και  είπα:

 

Τι άλλο μένει για μια θέση στο ένδοξο μάταιο,

απ’ τον κόκκο αυτόν που κρύβει την ασκήμια του πεπρωμένου;

Τι άλλο μένει, για ν’ αφήσεις ελεύθερους τους νεκρούς 

που συντρίβουν το μέσα σου,

από τούτο το αλώνι που λιχνίζει τη σοδειά του ο θάνατος;

 

Επειδή έτσι γίνεται κι εκεί όπου μεστώνει το στάχυ,

φουντώνει και το αγριόχορτο,

το δώρο που έλαβες   και  το δώρο που κάνεις.

 

Επειδή έτσι γίνεται   και  στον βλαστό όπου βγαίνει το ρόδο,

βγαίνει και το αγκάθι του

η τέχνη του ρόδου που ανοίγει ως το αίμα του το άνθος

[πρώτη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

με εικόνες μεικτής τεχνικής και βινιέτες του Σταύρου Παναγιωτάκη

εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΙΑΣ ΕΞΩΣΗΣ 

(…είμαστε η μνήμη της πρώτης κοσμικής ελευθερίας…)

…εκείνης που σε καιρούς μακρυσμένους την είπαν κατάρα 

και δορά  της νεκρώσεως

εκείνης που δεν κερδήθηκε σε κανένα καιρό.

 

Είμαστε η παύση του Λόγου  και ό,τι απ’ το  Λόγο διασώθηκε.

Και τώρα ξανά,  στις αποστάσεις της ζωής πεζοπορώντας,

όχι για να φτάσουμε κάπου αλλά για να  μη σταθούμε πουθενά,

έχοντας μάθει ότι το βέβαιο είναι μια διαδρομή που διαρκώς μεταβάλλεται

ότι το μόνο που μένει αμετάβλητο είναι το Μέγα Δάσος με τη γαλάζια αχλύ του.

 

Α Μέγα  Δάσος,  ρόμπολα και πυκνόφυτες οξιές της Βάλια Κάλντα,

δένδρα μαρτυρημένα  από τα κύματα του χρόνου στη φλούδα σας,

δένδρα στο γνέμα του ανέμου  που ξέρει  πώς να ησυχάζει τη μοίρα

-vimtu!.. vimtu,  άνεμε εσύ!.. πώς γαληνεύεις την αντάρα της μοίρας!

 

Α νούφαρα εξεδίψαστα,  έτσι καθώς γεννηθήκατε

τη στιγμή που είχαν στρέψει αλλού τη ματιά τους οι νύμφες,

κι εσείς μικροί καταρράκτες με το άφρισμα του ήχου σας,

με το ρο σας που ξέρει πώς να ρομβίζει τις βάθρες,

ρέμα που σκύβει η αρκούδα τ’ όμορφο πρόσωπό της,

το χρησμό των υδάτων στη γλώσσα της γης ερμηνεύοντας.

 

Α  υψηλή φωνή της πρωθιέρειας που προσεύχεται

να επιστρέψει η αγνή θεά στο ιερό της.

 

Και τώρα ξανά, σαν η επανάληψη ενός  μελοδράματος,

ανεβαίνοντας  πάλι στην πυρά του ενεστώτα,

όχι για να μας κάψουν οι λέξεις  αλλά για να μας κάψει ο Ιούλιος,

για να γίνει στάχτη η σκιά μας στην κατακόρυφο του ήλιου,

γέρνοντας την ανάσα μας στη δρόγη του ανθισμένου σπαθόχορτου,

στις βραγιές της λεβάντας.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και είναι άλλη η θέα  και είναι άλλη η όψη της.

 

Επειδή έτσι γίνεται και όπου υπάρχει ιερό, υπάρχει μαζί και θυσία.

 

Είμαστε η μνήμη μακρυσμένων καιρών.

Και πέρα μας, σαν λαφιάτες ακίνητοι οι αιμασιές της Οφιούσας,

οι φλογισμένες πέτρες όπου καθίσαμε κάποτε

να συντροφέψουμε το φως την ώρα που σβήνει.

 

Και πέρα μας η μεριά όπου κραυγάσαμε κάποτε:

-Πάτερ,  πάτερ ημών,  ποιο είναι το όνομά σου;

[δεύτερη παραλλαγή στην πρώτη ενότητα της συλλογής:

Σταύρος Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΕΓΩ ΕΙΜΙ,  ΕΓΩ ΕΙΜΙ, ΟΔ’ ΕΚΕΙΝΟΣ ΕΓΩ!..

(…ακολούθησέ με αυτή τη μουντή Κυριακή

σε αυτή τη θνητότητα που κρατάει για πάντα…)

Κι ούτε που ξέρω τι σημαίνει είμαι εκείνος εγώ,

πλάνητας ξένος  ή  έγχωρος∙  κι ούτε που ξέρω

αν είμαι εγώ ο καθ’ οδόν

ή εγώ η οδός όπου πλανιέται ο ξένος.

Όταν σκοντάφτει το αλέτρι στο χώμα που οργώνει,

ούτε που ξέρω τι σημαίνει το επάνω  και  το μέσα της γης.

 

Ψυχή, ψυχή μου, με όλο το ρίγος σου  και  το ανέμισμά σου,

με όλο τον πόνο του σώματος, που τον κάνεις και πόνο δικό σου,

ψυχή μου γυμνή,

φορώντας μονάχα το κόκκινο μαντήλι του κλήδονα

στη μεγάλη νύχτα του θέρους,

ψυχή μου σιωπή,

ποιος θα φωνάξει ότι το φως των αστεριών δεν είναι τ’ άστρα;

 

Κι όταν έρθει η στιγμή οι φωτιές του Άι – Γιαννιού θα γίνουν η απάντηση,

ποιος θα ανοίξει το αγγειό με το αμίλητο νερό που θα σε ορίσει;

 

Και οι άγγελοι όλοι μακριά,

σαν με ανήμπορα φτερά  σε ανάποδο αέρα.

 

Ακούσατε οι καταλελειμμένοι  κι  οι οδυρόμενοι,

εσείς που εκδιωχθήκατε  κι οδοιπορείτε μαζί μου, εσείς,

με την έγνοια για εκείνους που ακόμη απορούν  πότε νυξ,  πότε ημέρα.

με τον Λόγο γι’ αυτόν που καθαίρεσε τον φράχτη του Κήπου 

και που τώρα καλεί:

Ακολούθησέ με εσύ,

 

ο απομένων στη δούλεψη ενός αδειανού παραδείσου, εσύ,

ο φύλακας που δεν έχει πια τι να φυάξει

πέρα από τα αποφάγια ενός μήλου που πέταξε χάμου ο άνθρωπος,

πέρα από ένα ξεραμένο φιδίσιο πουκάμισο

-το ρούχο που άφησε πίσω του ο άνθρωπος στην πανάρχαιά του πτώση.

 

Επειδή έτσι γίνεται και η πτώση δεν είναι  παρά το φρόνημα

της σάρκας προς τα έξω,

η νίκη του ανθρώπου στη μάχη του με την υπακοή.

Κι αν δεν μπορείς να πιστέψεις στην πτώση του ανθρώπου,

δεν μπορείς να πιστέψεις στη νίκη του.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και  μένει άπαρτη η μέσα σου όχθη

και η ζωή είναι ακόμη ζωή.

 

Ακολούθησέ με αυτή τη μουντή Κυριακή,

σε αυτή τη θνητότητα που κρατάει για πάντα!..

[τρίτη παραλλαγή στην πρώτη ενότητα της συλλογής:

Σταύρος Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΤΩΡΑ, ΚΑΤΗΦΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΤΗ ΒΡΥΣΗ,

(…με τις βελόνες των πεύκων να τρίζουν κάτω απ’ τα πόδια μου…)

…σε τόπο όπου δεν πάει χαμένη ούτε μια ανάσα ζωής,

ακούγοντας στο ζευγάρωμα της χελώνας τη θέληση κάποιου ουρανού

ν’ ανεβαίνει ψηλά σερνάμενο,

να ηχήσει ψηλά η εκπλήρωση,  σαν το μαρς της Ενάτης,

 

τώρα ζητώ να κρατήσω στα μάτια τούτο το φως,

τη λυρική αλληγορία που μας ενώνει

με τον τρόπο που είδε τη θάλασσα ο Όμηρος   ως οίνοπα πόντον,

με τον τρόπο που είδε ισόθεο της Ελένης το κάλλος

αυτός ο τυφλός!..

 

Τούτο το φως

 

Και να το αγόρι ξυπόλητο,  κάνοντας συμφωνία με την άγρια μέντα,

με την ανάλαφρη σκέπη του αμανίτη στο χώμα,

με της τσουκνίδας το κέντημα να το δροσίζει η μολόχα.

 

Να οι κωλοφωτιές, νύχτα παραμονή του Αγίου Πνεύματος

-σβήνουν – ανάβουν,  σβήνουν – ανάβουν στο μεταξύ του ορατού

και της πιο πάνω πλάνης,

στου τέμπλου το ανάμεσα και της επιχρισμένης Πλατυτέρας.

 

Κι  οι πετράδες της Βούρμπιανης  κι  οι χτιστάδες της Άρτας,

οι μαστόροι που ιστόρησαν  την ανήμπορη γη,

σαν για να γεύονταν ψωμί στων μαρτύρων το ξυλόγλυπτο δείπνο.

 

Και να η μητέρα στο φευγαλέο της πέρασμα,

πάλι αυτό το κορίτσι ντυμένο στα μαύρα,

ακόμη κρατώντας στον κόρφο της τον σωσμό που δεν ξοδεψε,

την αμάραντη πίκρα.

 

Και τα δόντια του αδέσποτου,  να,  τη στιγμή που δαγκώνουνε

ό,τι  του πέταξαν απ’ την επαγγελία.

 

Τούτο το φως.

 

Επειδή έτσι γίνεται και τώρα που τ’ αγριμάκια περισσεύουν στον Λύγκο

και σκιρτούν μες στις φλέβες μου, σαν να ’ναι οι φλέβες μου τα περάσματά τους,

 

τώρα, κατηφορίζοντας, το μονοπάτι προς των γερόντων τη βρύση,

άφησέ με να νιώσω πόσο άφθαρτο είναι αυτό το φθαρτό

ή δος μου έναν στίχο, σαν εκείνους του ποιητή Ηλία Λάγιου,

έναν στίχο μικρό μπορντέλο πλάι στον Άραχθο.

Κι ας μη μοσκοβολάνε γλάστρες με γεράνια στα γαλάζια παράθυρα,

κι ας μην είναι χωματένια η αυλή του πλυμένη απ’ τη βροχή.

 

Ένα μικρό μπορντέλο πλάι στον Άραχθο.

 

Επειδή έτσι γίνεται και όποιος γυρεύει το φως   φτιάχνει το φως.

Και όποιος γυρεύει να φτάσει ως τη στάχτη

βάζει φωτιά στην ψυχή του και καίγεται!..

[4η   παραλλαγή στην πρώτη ενότητα της συλλογής:

Σταύρος Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΚΑΘΕ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ Η ΣΤΑΧΤΗ ΤΗΣ

(…κάθε εποχή κι όπου σκορπάει τη στάχτη της ο αέρας…)

Δεν είναι μόνο ο Απρίλης ο μήνας ο σκληρός.   Δεν είναι μόνο η Άνοιξη που διαμελίζεται το σώμα των θεών.   Ό,τι καίγεται κάτω απ’ τον ήλιο,  καίγεται και κάτω απ’ το σύννεφο.   Ό,τι μετριέται στο άπειρο, μετριέται στη στιγμή.   Κι αν αγριεύεσαι στον ύπνο σου τις νύχτες,  είναι που ακούς   το ψεύτικο ποδάρι του κάπταιν  Έιχαμπ,    καθώς το σέρνει πάνω – κάτω στην κουβέρτα   κι αν καρδιώνεσαι,  είναι που οι αμετάνιωτες βλαστήμιες του   μοιάζουν ευχή για τη μεγάλη μάχη με τη μοίρα.   Επειδή έτσι γίνεται  και αυτό που βαραίνει ολοένα   είναι το άδειο κοχύλι,  καλώντας της νιότης σου το μακρινό πανί,   είναι οι φτερούγες του γλάρου  που αντρειεύουν στη θύελλα,   το καμένο απ’ το αλάτι βυζί  της γοργόνας στο ακρόπρωρο.   Κάθε αλυσίδα κι ο σκλάβος της.  Κάθε πραιτώριο  κι  ο άνθρωπος που πάνω από τον άνθρωπο γίνεται εκείνο που είναι.   Και ας, εμπαίζοντας  αυτόν ως βασιλιά, γονυπετούν και του φορούν την πορφυρή χλαμύδα.   Και του Ακάκιου  Ακακίεβιτς ας του αρπάζουν κάθε βράδυ το καινούριο του παλτό.   Ό,τι αφαιρείται απ’ τη γη,  αφαιρείται κι από τα ύψη της.   Ό,τι προσθέτει κορυφές,  προσθέτει κι αβύσσους.   Κι αν πηδάς στα γκρεμνά,  για να φτάσεις στ’ αμπόρετα,   στις μεριές του ουρανού όπου τίποτε τ’ ουρανού δεν υπάρχει,   κι αν θερίζεις αυτά που οι εμφύλιοι εμφύλια έσπειραν,   φλάμπουρα και πομπές, λιτανεύοντας τα χρυσοκέντητα τσαγγία του αυτοκράτορα,   των αλώσεων τα λείψανα και  των αλώσεων τους θρήνους,   είναι που παίρνει όψη το κακό   πίσω από την κερκόπορτα που ξεχασαν να κλείσουν,   είναι που όλα τα σήμαντρα ηχούν   ν’ αϊλί εμάς και βάι εμάς στο «πάρθεν» των πραγμάτων.   Επειδή έτσι γίνεται και κάθε φορά που παραπλέεις τις ακτές   βγαίνουν στα βράχια η άμια Ελένη  και  ο Χούλος  κι  ο Ζίζης,   ο Χαϊβασίλ, η Τουρβαντά και  η Κιμπάρα,   βγαίνουν από το θάνατο με το άσπρο μαντίλι στους ώμους,   άλλοι με  μάτι απετάριστο,  σαν να γυρεύουν ακόμη πατρίδα  κι  άλλοι εξορκίζοντας:  «γιαβρουμ, γιαβρούμ,   μονάχους μη μας αφήνεις».   Κι αν θυμάσαι τ’ αλώνια που παιδί ξεχυνόσουνα,   είναι που εκείνο το αχυράκι σου έχει μείνει από τότε στα δόντια!..   (5η ΠΑΡΑΛΑΓΗ από την πρώτη ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ , 20 +1 παραλλαγές σε ένα θέμα)

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2026

ΚΑΙ Η ΛΥΠΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΕΙ ΤΗ ΛΥΠΗ

  (…για να νοήσει τη λύπη 2 η ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ   20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 202...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ