Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΟΥΡΤΑΛΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΝΟΙΓΟΥΝ…

 (… έτσι που τραύλισα  ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ

γιατί πια δεν κατοικούν τα βάσανά μας…)

Ι

Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός  ή έκρηξη

Ανάσα και χειρονομία καμιά μες στα αδειανά φωνήεντα 

κι  ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα 

κι ούτε τρέμισμα κορμιού   ή  κεριού  

και μήτε σάλεμα σκιών  στους τοίχους  

 

Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο   

βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά  

πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων 

όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά  

μιλάει μόνο με σήματα  

μες στην οχλαγωγία της ερημιάς  

στις φαντασμαγορίες του τίποτε 

 Έτσι κι εμείς αδειάσαμε  

και μας  ψεκάσαν με αναισθητικό  

έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο 

 

 Σμιλεύουμε – σμιλεύουμε πληγές  

σκαρώνοντας μνημεία  και  μπιμπελό  

Αλλά το τρομερό καραδοκεί  

 

Ό,τι δεν είναι τέχνη μες στην τέχνη  

αυτό το ανθρώπινο  

αυτό κι εμάς  κι  αυτήν θα μας ξεκάνει…    




ΙΙ

Τώρα που δεν μπορώ παρά να με θυμάμαι μόνο

ξέρω, δεν ήταν έτσι,  τίποτα δεν ήταν

αλλιώς έγιναν όλα

 

Η μαρτυρία μου ασαφής.  Τι υπεκφυγές,  τι συγκαλύψεις

σε λόγια, σε γραφτά και  σε φερσίματα…

Αλλά πώς να τα πω  και  φαντασίας καμώματα όλα αυτά

Και τα σημάδια;  και τα ερείπια; 

της  φαντασίας  κι  αυτά;

Δε γίνεται.

 

Πώς να αναιρέσω μια κατάθεση

πώς να διευκρινίσω μια ζωή;

Το ειπωμένο με εκδικείται

κι ανεξιχνίαστο μένει πάντα το υπαρκτό

 

Σίγουρα κάτι μου διαφεύγει

κάτι που λάθος το έζησα και λάθος με έζησε

κι όλο και σκοτεινιάζει γύρω μου

κι όλο και σκοτεινιάζει

 

Πού βρίσκομαι   Τι ώρα να ’ναι…

[αποσπάσματα από το ποίημα ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΡΑΥΛΙΣΑ

στη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996 

Συνέχεια με άλλα αποσπάσματα από το ίδιο ποίημα από

Συγκεντρωτικός τόμςο ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ,

ποιήματα 1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017]

 

ΚΛΑΙΣ   ΔΙΧΩΣ ΟΜΩΣ ΝΑ Σ’ ΑΓΓΙΖΕΙ ΤΙΠΟΤΕ… 

(τρίτο απόσπασμα από το ποίημα ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΡΑΥΛΙΣΑ 

στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996)

-περίπαθη βροχή πάνω από αισθηματικά τοπία

πεφτάστερα του Αυγούστου αλεξίσφαιρα παρθενικών ευχών…-

αλλά να δούμε, όταν πονέσεις, τι θα κάνεις Ουρανέ

Πώς θα δαγκώνεσαι  και  θα σφαδάζεις μες στη λάσπη σου

και φρενιασμένοι οι αστερισμοί σου θα τσακίζονται στα ηώα κάγκελα

πώς θα ξεσκίζεται το δέρμα σου  και  θα μαδάς σε σάπια φύλλα

μαύρα και σάπια φύλλα

μαύρα και σάπια λόγια

όπως μαδάει και τούτη η ποίηση

τώρα που απόμεινα εγώ  κι  εγώ

κι πόνος που με ματαιώνει

 

ΙV

Χαμένος, ξαναπαίζω τώρα μόνος την παρτίδα

Μάταια γυρεύω λάθη  δοκιμάζοντας νοερά

κινήσεις  και  φερσίματα

λόγια που ειπώθηκαν  ή  δεν ειπώθηκαν

περιπλανήσεις  σε όνειρα  και  φαντασίες

χαμένα δρομολόγια ματαιωμένες συναντήσεις

τηλεφωνήματα μπλεγμένα

με μια άγνωστη φωνή πάντα να παρεμβάλλεται και να φωνάζει

βοήθεια

γδέρνοντας το μυαλό μου

 

Αρνήθηκα τον κόσμο  και  δεν βρήκα την ψυχή μου

έχασα την ψυχή μου  και  δεν κέρδισα τον κόσμο

Στημένο το παιχνίδι

Του Θεού και των ανθρώπων οι ζαβολιές με ρήμαξαν

 

Σε φονικό σκοτάδι άστραψαν τα πελέκια

το χέρι που άπλωσαν το τσάκισαν

το χέρι που μου άπλωσαν το τσάκισα

γκρεμίστηκε το ουμανιστικό όραμα

καταπλακώθηκα στον ίδιο τον εαυτό μου

 

Ημέρα ανθρώπου  ημέρα θλίψεως

ημέρα ανήμερη

κι άλλο δεν είμαι παρά κατάρα  και  βλαστήμια

καθώς επάνω μου ξεσπάει

ξ μοχθηρία του ουρανού

και του πλησίον η μάνητα

 

V

Λοιπόν μπροστά μας έχουμε θανάτους

πέσαμε σε κακούς καιρούς  και  μέρες οργισμένες

χάνουμε τους δικούς μας  και  μας χάνουν

τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος

 

Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙

σκοπός που εκπληρώνεται  ή  (το ίδιο)  ματαιώνεται

σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του

Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας

(πώς γίνεται να ’χει συνέχεια ένα τέλος; )

Αλλά, καταπώς φαίνεται το τέλος έχει μόνο αρχή

και πώς να το περάσουμε  μη φτάνοντας ποτέ  και  πουθενά

 

Ήξεραν οι παλιοί  και προνοούσαν

να ’ναι ελαφρύ το χώμα τους

φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι

συγύριζαν το μέσα  τους,  στόλιζαν τις ψυχές τους

ήξεραν να μοιρολογούν

εξοικειώνονταν με τους νεκρούς  τα ΄λεγαν μεταξύ τους στ’ όνειρό τους

κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου

κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι

 

Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε  ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκαλα

της μάνας μας…

Έχουμε αποκοπεί απ’ τους πεθαμένους

δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας

δεν ξέρουμε να κλάψουμε

πώς να φερθούμε ,προς στο θάνατος  και τι να πούμε

 

Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας

άδεια χελωνοκαύκαλα

 

VΙ

Εδώ στο συνοικιακό νεκροταφείο

που μαζευτήκαμε να κεραστούμε

καφέ, παξιμαδάκι  και  κονιάκ

για τον αγαπημένο μας που χάθηκε νέος πολύ

εν αρετή  και  θλίψει

και λίγο πριν απιθώσαμε το σώμα του

-το βάρος μιας νεότητας ασήκωτο σα μεταμέλεια… -

η σύναξη ετερόκλητη

φίλοι και συγγενείς εγγύτεροι  και  απώτεροι οι συμμετασχόντες

-σε τι συμμετασχόντες

και ποιοι τώρα οι «εγγύς»  και  ποιοι οι απώτεροι… -

λόγια συμβατικά για τον νεκρό,  τριμμένα κι άλλα που σωπαίνονται

και εγκώμια σε παλιά ελληνικά  όπως συνηθίζεται

«αναλωθείς…»,  «διαπρέψας…»,  «υπερακοντίσας…»

 

Το τελευταίο αυτό με λύγισε

Τι λέξη αλήθεια  και  τι μοίρα

γι’ αυτούς που ξεπεράσανε το στόχο

κι έτσι, υπερακοντίσαντες,  αστόχησαν

 

Τι έγινε η ορμή τους

πού καρφώθηκε το ακόντιο…

Δε μέτρησε η βολή τους τίποτε δεν μέτρησε

 

VΙΙ

Δυστυχισμένε,

γιατί θέλησες τα λόγια σου αμετάκλητα

γιατί δεν φρόντισες τα ίδια αυτά να ’ναι επιδεκτικά ανακλήσεως

και ποικίλων εκφορών

να προσαρμόζονται στο πώς μιλιέται η τέχνη κι όχι η ζωή

-αυτή δε μιλιέται… -

για να μπορείς,  μαζί τους φιλιωμένος,  να κυκλοφορείς

στων αισθημάτων  και  των ιδεών την αγορά

αφού κι εσύ δεν είσαι δα αμετάκλητος…

 

Κι όχι να τ΄ αποφεύγεις τώρα,  να τους κρύβεσαι,

να σου χτυπούν τις φλέβες  και  να λες  «δεν είμαι»

 

Μνησίκακα, μια μέρα θα σ’ εκδικηθούν, σαν λυσσασμένα

σκυλιά θα πέσουν πάνω σου,  θα σε κατασπαράξουν

Στις ερημιές θα διαμελιστείς

 

σ’ αυτό που ήσουν  και  σ’ αυτό  που ειπώθηκες

 

VΙΙΙ

Τιτίβισμα του τίποτε

ήξερες τελικά πώς να επιζήσεις

Δεν μπλέχτηκες εσύ σε οράματα

και σε χαμένες υποθέσεις

ήξερες να φυλάγεσαι περίκομψα

ξέφυγες την αισθητική καταστροφή

 

Έντομο ανθεκτικό της μετατέχνης

ζουζούνι της τεχνολογίας του αισθήματος

χαζοχαρούμενο  και  χαζολυπημένο

διακοσμητικό του ανύπαρκτου

ήξερες τελικά πώς να επιζήσεις

 

-όχι σαν τη δική μου τη φωνή

που πνίγηκε    στο βόγγο του υπαρκτού!..

 

ΙΧ

Το ξέρω,  μ’ έχεις πια στους  «πεθαμένους τίτλους»

Γι’ αυτό ζητώ να βάλεις στον  «Κατάλογο Εκδόσεων»

δίπλα από τα βιβλία μου την ένδειξη  «απεσύρθη»

Το ’χω αυτό το δικαίωμα

-έτσι όπως τελειώνουν κάποτε οι παραστάσεις

και  «κατεβαίνει»  το έργο.

Τέλος πάντων,  διαλύθηκε αυτός ο θίασος της ψυχής μου

 

Άλλες σελίδες ας χαϊδεύουν τώρα στα βιβλιοπωλεία

συνεσταλμένα δάχτυλα  που τους ξεγλίστρησε η ζωή

Κι ας μη ζητούν απ’ τους νεκρούς το ελιξήριο της ποίησης

Δε θα το μαρτυρήσουν

καλέ  μου φίλε, εκδότη νεκροθάφτη!..

 

Χ

Έτσι που τραύλισα το πεπρωμένο μου

με λέξεις ασυνάρτητες

και με την πίκρα του δαφνόφυλλου στα χείλη…

 

Χρησμός είναι το πεπρωμένο

που τον ζητάς και δίνεται απ’ τον ίδιο τον εαυτό σου

για να ξεφύγεις απ’ αυτό που δε θα το ξεφύγεις

για να εννοήσεις  το που δεν θα εννοήσεις

ήγουν λόγος ανοίκειος  και  αποτρόπαιος

που σε αποτρέπει απ’ αυτό που σε παρακινεί

σε σπρώχνει αντίθετα από κει όπου σε σέρνει

κι ο μόνος τρόπος να το εκπληρώσεις είναι να το παραβείς

 

Γι’ αυτό εξορίζεσαι απ’ τον ίδιο εσένα

και πέφτεις στο κοινότοπο

σε ποταπούς βιοτικούς αγώνες

σε δήθεν περιπέτειες  και  άθλους

να λύνεις τάχα αινίγματα  και να σκοτώνεις τέρατα της καθημερινότητας

να πράττεις τα σωστά  και  να  μιλάς τα ασήμαντα

σε αβάσταχτους εξιλασμούς  και ανώφελους

να γονατίζεις για να ζεις

 

Έτσι  κι εγώ που μου έλαχε ή πιο βαριά και μαύρη μοίρα

βρέθηκα να σηκώνω

μια τόσο απίστευτα κοινότοπη ζωή

 

ΧΙ

«Δεν είμαστε ποιητές»  σημαίνει φεύγουμε

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα

παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…

 

Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…

Ε,  λοιπόν, αυτό σημαίνει…

[αποσπάσματα από το ποίημα ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΡΑΥΛΙΣΑ

στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996]

 

ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ

(… τα ονόματά μας πού  και  πού μας βλέπουν στο όνειρο τους…)

…ψυχές περιπλανώμενες  δυστυχισμένες   χαμένες σημασίες που τις αποζητούν ακόμα   Για μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν  και έντρομα ξυπνούν  κι  ανάβουνε τα παγωμένα φώτα  κι  αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται  και  να φωνάζονται   να νιώσουν έτσι πως υπάρχουν   Γιατί,  πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν να τρέμουν οι ουρανόσκαλες  και να γεμίζει η γειτονιά  λουλούδια   πού τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε  στης νεραντζιάς τη φλούδα   Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας   δεν θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους   θα ζήσουν μια δική τους ζωή  με άλλες σημασίες σε εξώθυρες  και  εξώφυλλα   βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα  και  δε θα μας ξέρουν   Εμείς χαμένες σημασίες  κι  αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα     [από τη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996 – συγκεντρωτικός τόμος ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ Ποιήματα 1949 - 2006]

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

ΙΡΙΣ ΜΕ ΤΑ ΔΑΝΤΕΛΩΤΑ ΦΟΥΣΤΑΝΙΑ

 (…ποθώ το μικρό ζώο που κρύβεις από κάτω…)


ΕΡΟΛ

Αγαπημένη Ίρις   αστέρι του τρικυμισμένου ορίζοντα

στρίβω το μουστάκι

ανάβω την πίπα

γεμίζω το μελανοδοχείο

και με την ασημένια πένα μου σου γράφω

Τι Ποιητής άλλωστε θα ήμουν

αν δεν μπορούσα    ν’ αρθρώσω με λέξεις

την αγάπη μου   σπονδυλωτή

σκελετός δεινόσαυρου σ’ εργαστήριο

ποιος μετεωρίτης έπεσε ξαφνικά

όταν εξαφανίστηκαν τα μάτια σου

κι απόμεινα γυμνός να σε κοιτώ.

Κάθε μέρα αρωματίζω το μαντίλι μου

δένω άλλο παπιγιόν

γυαλίζω την άκρη του μπαστουνιού

αλλάζω το λουλούδι της μπουτονιέρας

μερικές φορές ο ιδρώτας  νοτίζει το κοστούμι μου

μυρίζω ξερά χόρτα και λιβάνι.

Ξημεροβραδιάζομαι πίσω από τους θάμνους

για να κρυφοκοιτάζω απ’ το θολό σου τζάμι.

Ίρις με τα δαντελωτά φουστάνια

ποθώ το μικρό ζώο που κρύβεις από κάτω!..

 

ΙΡΙΣ

Χλωμή με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια

συνήθως ξαπλωμένη σε ανάκλιντρο

τα βλέφαρα χελώνες με βαρύ καβούκι  

δάχτυλα νιφάδες   συνήθως παγωμένα

χείλη άψυχα   στην νεκροφόρα του προσώπου

όλη μέρα κεντάει την προίκα 

τραπεζομάντηλα γεμάτα κύκνους

που περπατούνε στη σειρά  από δαντέλα σε δαντέλα

ενώ το αίμα κυλάει ανάμεσα στα πόδια 

σεμεδάκια για να στολίζουν το περίτεχνο τραπέζι

με τα μυτερά πόδια

πλεκτά κουρτινάκια για να κρύβει τα παράθυρα

στο σπίτι επικρατεί πάντοτε μισοσκόταδο

στους καρπούς της έχει τυλιγμένα περιστέρια 

για να σκεπάζουν με τα πουπουλένια τους φτερά

τις χαρακιές στις φλέβες.

Εύθραυστή μικρή Ίρις

με την ντελικάτη υγεία  και τα μαντηλάκια αμμωνίας

χωμένα στο στρίφωμα της φούστας

έτοιμα να αναδυθούν με την πρώτη ευκαιρία

για να σκεπάσουν κάθε δυσάρεστη οσμή

πόσο σε αναστατώνει το κορμί της μαύρης υπηρέτριας

καθώς το πρωί σαπουνίζει τα μεγάλα στήθη της

 ή  η αψιά μυρωδιά του κηπουρού 

καθώς μεταφέρει στο τραπέζι φράουλες 

κι ο Έρολ   αχ ο Έρολ

με τα αστεία γυαλιά στην άκρη της μύτης

και τους σκονισμένους στίχους που σε κάνουνε να βήχεις

και τα ιδρωμένα χέρια που εισχωρούν

στο λευκό εσώρουχο    αχ ο Έρολ

όμως τι τα θέλεις

ένα κορίτσι πρέπει να έχει κάποιον ν’ ασχολείται…

(ΟΙ ΔΥΟ ΕΡΑΣΤΕΣ: ΕΡΟΛ  και  ΙΡΙΣ  στη συλλογή της

Χλόης Κουτσουμπέλη   ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2019)

 


Από   ΠΟΙΟΣ ΕΚΛΕΨΕ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΧΑΝΣ,   δεύτερη ενότητα της συλλογής είναι και τα ποιήματα που ανθολογούνται παρακάτω:  

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΥΡΙΟΣ ΜΠΑΡΥ, Απ’ όλη τη μητέρα του  κράτησε μόνο το χέρι…  

ΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΧΑΟΥΖΕΝ,  Ούτε εγώ ούτε ο αδελφός μου είμαστε φυσιολογικά παιδιά…

ΟΙ ΟΚΤΩ ΓΑΜΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΦΕΡΓΚ

Η ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΟΣ ΚΟΥΤΣ,  Θα σε κάνω ηρωίδα σ ’ένα διήγημα…

ΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΝΤΕΛ,  Στην οικογένεια μας είμαστε όλοι πορτρέτα…

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΠΡΑΟΥΝ  και  η ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΦΛΟ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ ΜΑΖΙ…

Η ΜΗΤΕΡΑ ΑΛΙΣΟΝ,  Κάποτε είχα δυο παιδιά…

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΛΜΣ  ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ…

Ο ΦΙΛΕΑΣ ΦΟΓΚ ΚΑΙ Η ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ,  Πρώτος πήγαινε ο Φιλέας Φογκ…

Ο ΧΑΝΣ ΣΤΟ ΣΑΝΑΤΟΡΙΟ, …έβηχε ξερά…

ΟΙ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΕΛΕΟΝΟΡ ΡΟΜΠΙΝ…

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΡΟΟΥΝΤ,  Εκείνο το απόγευμα στις πέντε και σαράντα δύο…

Η ΕΥΘΥΜΗ ΔΕΣΟΙΝΙΣ ΙΟΛΗ,  Πόσο μου αρέσει να χορεύω…

ΤΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΙΑ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ Ο. ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ Κ.  ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΛΟΙΠ¨ΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ… και επιμύθιο

Η ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΟΥΙΝΟΝΑ ΡΕΪΤΣΕΛ, ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ ΜΕ ΚΑΚΟ ΤΕΛΟΣ  (άλλωστε ποια ποιήτρια έχει καλό τέλος; )   

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΥΡΙΟΣ ΜΠΑΡΥ  

(κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ 2016)

Απ’ όλη τη μητέρα μου    κράτησε μόνο το χέρι.

Είχε δάχτυλα δισταχτικά

με μαξιλαράκια στις αρθρώσεις

νύχια μικρά φεγγάρια

κι ένα στόμα κατακόκκινο

που τον έκανε πάντα να ντρέπεται,

σαν η μητέρα να εξέθετε κάτι πολύτιμο δημόσια

ή να υπήρξε μία φτηνή αγοραπωλησία

για την οποία αυτός δεν είχε γνώση.

Τον έλεγε μικρό της θησαυρό.

Όταν έγινε έξι χρονών,

η μητέρα πήδησε σε ένα αστραφτερό τρένο

ή κάτω από ένα παράθυρο.

Μία από τις πολλές κουβερνάντες

που θα τον μεγαλώσουν

μίλησε ψιθυριστά για ένα άνδρα,

είχε μάντρα με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα,

η μητέρα έφυγε μαζί του σ’ άλλη πόλη.

Το χέρι της όμως έμεινε μαζί του.

Κοιμάται μ’ αυτό τις νύχτες.

Τον χαϊδεύει στοργικά.

Μ’ αυτό το χέρι γράφει.

 

ΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΧΑΟΥΖΕΝ

Ούτε εγώ   ούτε ο αδελφός μου

είμαστε φυσιολογικά παιδιά!..

Εγώ τις νύχτες μεταμορφώνομαι σε μαύρη βροχή

αυτός σε χιόνι.

Μισώ την αθωότητά του.

Βάζει το δάχτυλό του στο στόμα

συνέχεια κλαψουρίζει,

κάνει ερωτήσεις που ενοχλούν,

ποιος έφαγε την μαρμελάδα

γιατί οι γονείς μας κοιμούνται τόσα χρόνια,

γιατί η κυρία με το άσπρο γιακαδάκι

εξακολουθεί να χτυπά την πόρτα.

Όμως η πιο όμορφη στιγμή είναι

όταν περιμένουμε τον άγγελο να έρθει.

Του φυλάμε πάντα λίγο γάλα και ψωμί

γιατί σ’ αυτή τη γη

οι άγγελοι μικρών παιδιών

πάντα είναι κουρασμένοι.

 

ΟΙ ΟΚΤΩ ΓΑΜΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ και της ΚΥΡΙΑΣ ΦΕΡΓΚ

Νομίζω πως ήταν η όγδοη φορά.

Πίσω από το αυτοκίνητο,

οι φίλοι είχαν δέσει μερικές φώκιες

έκαναν θόρυβο καθώς κατρακυλούσαν.

Βέβαια από την επανάληψη,

το νυφικό μου είχε ξεθωριάσει

και το γαμπριάτικο κουστούμι είχε λιώσει,

όμως τα παπούτσια σου έτριζαν

στο δάπεδο της εκκλησίας.

Τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα

ήταν το 1904

και θέλαμε να προλάβουμε το 2014

η εσάρπα μου ανέμιζε στην πλάτη.

Φορούσα αθλητικά παπούτσια

αλλά εσύ φοβόσουν τα κορδόνια,

πολλές νύφες την πρώτη νύχτα

τα τύλιγαν γύρω απ’ το λαιμό τους,

μεμονωμένες περιπτώσεις θανάτου από ασφυξία.

Για να σε καθησυχάσω

έβγαλα τα κορδόνια

και τα πέταξα μακριά.

Να, είπα θριαμβευτικά, είμαστε τώρα ασφαλείς.

Μακριά από μας, είπες τότε,

εμείς είμαστε ταιριαστό ζευγάρι

άρχισες μετά να τραγουδάς για έναν Τζιμ

που έπινε πολύ

μήπως όμως εσύ ήσουν ο Τζιμ Φεργκ

αυτός που έπινε πολύ;

Τη στιγμή της σύγκρουσης,

η εσάρπα τυλίχθηκε γύρω απ’ το λαιμό

κι έπαψα ν’ αναπνέω.

Τελικά κάποιοι γάμοι όσο κι να επαναλαμβάνονται,

απλώς δεν είναι προορισμένοι να πετύχουν.

[από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ 2016]

 

Η ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΟΣ ΚΟΟΥΤΣ 

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ 2016)

Θα σε κάνω ηρωίδα    σ’ ένα μου διήγημα

υπόσχεται αυτός.

Στη μέση ενός σαλονιού   με γυάλινους καθρέφτες.

 

Θα είμαι ολόγυμνη

διακόπτει πειρακτικά αυτή

και κάθεται στην αγκαλιά του.

 

Όχι, διορθώνει ενοχλημένα αυτός,

σηκώνεται επάνω  και  βηματίζει

μπροστά στο τζάκι

που έχει ήδη εγκαταστήσει   μες στο διήγημα.

 

Θα φοράς ένα ταγιέρ   σε χρώμα υπαινιγμού

που είναι πιο ερωτικός ακόμα

κι απ’ την πράξη.

 

Κι εσύ θα είσαι εκεί μαζί μου,   χαίρεται αυτή,

όμως αυτός έχει ήδη βουτήξει

στο μελάνι για να γράψει.

 

Θα είναι ένας αντίζηλος   μονολογεί αυτός.

Θα σου φιλάει το χέρι.

Μπορώ να τον μυρίσω,

τα χείλη του βυθίζονται

στο κουκούτσι της πληγής σου.

 

Η δεσποινίς Κόουτς πήγε να διαμαρτυρηθεί,

αλλά ήταν σφηνωμένη εκεί

που την είχε αυτός τοποθετήσει,

ένας άνδρας την πλησίαζε  και  αυτή ήθελε,

πόσο πολύ αλήθεια ήθελε

κάποιος,

ο ξένος αυτός,

να την φιλήσει.

 

ΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΝΤΕΛ

Στην οικογένεια μας είμαστε όλοι πορτρέτα.

Ζούμε γαντζωμένοι από καρφιά

Με πρόσωπα χλωμά  και  μάτια μαύρα

μαλλιά σε κότσο  και  παλιομοδίτικα φουστάνια

σακάκια που μυρίζουν πράσινο σαπούνι.

Καθώς είμαστε κρεμασμένοι σε τοίχους

που χρειάζονται σοβάτισμα,

έξαφνα κάποιος ερωτεύεται

η κορνίζα του ραγίζει

και κυλάει στο πάτωμα

Στον τοίχο εμφανίζεται τετράγωνος

ο λεκές της απουσίας.

Ύστερα από λίγο κάποιοι τον ανασύρουν

τον αποκαθιστούν στην αρχική του θέση.

Μόνο τα μάτια του για λίγο αλλάζουν χρώμα.

Μπορεί όμως να ’ναι κι απ’ την υγρασία!..

 

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΠΡΑΟΥΝ ΚΑΙ Η ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΦΛΟ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ ΜΑΖΙ

Έλα να ταξιδέψουμε μαζί.

Μαχαίρι το τρένο   κόβει στα δύο

το μαλακό τυρί σκοτάδι.

Η κλινάμαξα δεν είναι για νεόνυμφους.

Στην τραπεζαρία

κάποιος Σαμ ξέμεινε μ’ ένα τρομπόνι

ενώ ο σερβιτόρος περπατά

μα μία ψητή χήνα στο κεφάλι.

Σ’ ένα βαγόνι η Αγκάθα ροχαλίζει ηττημένα,

στην πορεία ο δολοφόνος ερωτεύτηκε το θύμα.

Ένα μικρό σκυλί που κάποτε θάψαμε

γαβγίζει λυπημένα

η γιαγιά με γκρίζα νυχτικιά

ζητάει ένα τελευταίο ποτήρι

ο πατέρας γυαλίζει τα κουμπιά

απ’ τη στολή του με μανία.

 

Θα είμαστε μόνοι στο βαγόνι.

Θα βγάλω την μακριά μου φούστα

τα ψηλοτάκουνα μποτάκια

τον κορσέ το μισοφόρι

θα πετάξεις το παντελόνι, την γραβάτα, το πουκάμισο.

Θα μοιραστούμε ένα τσιγάρο

Θα ανταλλάξουμε ένα ποίημα

Θα μου πεις ότι σου έλειψα

Θα πω κι εσύ το ίδιο

Μετά θα σωπάσουμε

γιατί υπάρχει μια οικειότητα

που σέβεται το τέλος.

 

Ξέρω, η πρόσκλησή μου δεν είναι

καμιά σπουδαία ευκαιρία.

Αυτό είναι το νυχτερινό τρένο.

Κανείς δεν είδε ποτέ τον οδηγό του.

 

Όμως εδώ και χρόνια μάτια μου

δεν υπάρχει άλλο όχημα για μας.

[από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ 2016]

 

Η ΜΗΤΕΡΑ ΚΥΡΙΑ ΑΛΙΣΟΝ 

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ 2016)

Κάποτε είχα δυο παιδιά.

Δεν βγήκαν απ’ τη μήτρα μου.

Ξύπνησα μία μέρα  και   τα είδα στο σαλόνι.

Αθώα πρόσωπα, νύχια καθαρά.

Έπιναν γάλα σε γυάλινα ποτήρια,

ύστερα ένα άσπρο στεφάνι

τους κύκλωνε το στόμα.

Στο χαμόγελο έλειπαν δυο δόντια μπροστινά.

Το αγόρι ήταν πάντα λυπημένο.

Το κοριτσάκι έλπιζε.

Έψαχνε για γονείς.

Τη νύχτα έμπαινε σε άγνωστα αυτοκίνητα

και γυρνούσε το πρωί

Στην αρχή δεν τα ήθελα.

Ήταν συνέχεια πεινασμένα.

Τι θα φάμε τώρα μαμά,

συνέχεια με ρωτούσαν.

Το πρωί έβλεπα σημάδια

απ’ τα δόντια τους στα μπράτσα.

Όσο αυτά γίνονταν ροδαλά,

τόσο μου λιγόστευε το αίμα.

Δεν μεγάλωσαν ποτέ.

Ζουν ακόμα στο καθιστικό.

Το κοριτσάκι πίνει βότκα και γελάει.

Το αγοράκι καταπιάνεται με κατασκευές,

παιδικά τρενάκια με βαγόνια

που γράφουν επάνω πότε,  τότε  και  γιατί.

Με έχουν κλειδωμένη στην αποθήκη.

Εγώ γράφω και κάτω από την πόρτα

τους γλιστράω τα χειρόγραφα.

Το αγόρι τα δένει με δέρμα και αριθμεί.

Είναι τα ημερολόγια της ζωής που δεν έζησα.

 

 

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΛΜΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

-Κυρία μου, αναγνωρίζετε αυτόν τον άντρα;

 

-Ναι η πλάτη και το καπέλο κάτι μου θυμίζουν.

Είχαμε μοιραστεί κάποτε ένα μήλο.

Όμως ξαφνικά εμφανίστηκε ένας ψευδομάρτυρας

και μας κατηγόρησε για καταπάτηση ξένης περιουσίας.

Αυτός με άφησε έκθετη μπροστά στον Δικαστή.

 

-Αγαπητή κυρία, αυτός ο άνδρας σας έκλεψε τον Χρόνο.

 

Σ’ αυτό κάνετε λάθος.

Του τον είχα δωρίσει.

 

-Μα κυρία μου χρόνος

δεν είναι μόνο το ρευστό υγρό ανάμεσα στα πόδια,

η σπαρακτική ανάσα του πλάσματος στα τέσσερα

που αγκομαχάει να φτάσει στο ίδιο του το τέλος,

δεν είναι τα μυστικά μηνύματα

τα σκαλισμένα πάνω στις σπηλιές,

αυτός ο βουβός χάρτης πορείας,

χρόνος είναι η ίδια η προσδοκία,

βλέπετε αυτός ο άνδρας

έκλεψε την προσδοκία ότι υπάρχει,

γιατί απλούστατα ποτέ του δεν υπήρξε.

 

-Μα τον θυμάμαι κύριε Χολμς.

Τις νύχτες ξεκλειδώνει τα όνειρό μου,

τον ακούω να βαριανασαίνει στην ομίχλη.

 

-Στοιχειώδες αγαπητή μου.

Μπερδεύετε πάλι τον Έρωτα με τον Θάνατο.

 

Ο ΦΙΛΕΑΣ ΦΟΓΚ  ΚΑΙ  Η ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ

Πρώτος πήγαινε ο Φιλέας Φογκ,

που είχε χάσει τρεις φορές το στοίχημα

«Φίλοι»,  λέει στους άλλους δύο

και κατεβάζει την ομπρέλα.

«Δεν έχει σημασία πια»!..

Αυτοί σταμάτησαν απότομα

και σκόνταψαν επάνω του

«Ώστε κι εσύ»;   τον ρώτησαν ταυτόχρονα.

«Ειδικά εγώ»,  απάντησε αυτός, κάνοντας αγχωμένα το ρολόι.

«Κι ο γύρος του κόσμου»;  ρώτησε ο Σάντσο Πάντσα,

που ήθελε πάντα απαντήσεις.

«Γύρω από τον εαυτό μου γύριζα»,  είπε ο  Φιλέας

έστρωσε την γραβάτα του

και βγήκε από μία πόρτα

που αιφνίδια άνοιξε στο σύμπαν!..

 

Ο ΧΑΝΣ ΣΤΟ ΣΑΝΑΤΟΡΙΟ

Στο σανατόριο ο Χανς έβηχε ξερά

και η ρωγμή βάθαινε στον τοίχο.

Αυτό που ζητάς εσύ είναι δύσκολο

κι αυτό που ζητώ εγώ αδύνατο,   του είπε.

Την παρακολουθούσε να στριμώχνει

όπως – όπως το βράδυ τους

τσαλακωμένο σε μια βαλίτσα.

Καταλαβαίνω,  της απάντησε.

Έξω ερήμωνε…

[από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ 2016]


ΟΙ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΕΛΕΟΝΟΡ ΡΟΜΠΙΝ 

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη  ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ 2016)

Η μητέρα αέρισε το σαλόνι και μάζεψε τα λευκά πανιά   που σκέπαζαν τα έπιπλα.

Το ρολόι του τοίχου λειτούργησε ξανά ύστερα από πολύ καιρό για μία ολόκληρη ώρα, από μέσα βγήκαν ξεθυμασμένοι κούκοι  που πέταξαν για λίγο  και  ύστερα τσακίσθηκαν πάνω στον μπουφέ.

Σε λίγο άρχισαν να καταφτάνουν οι καλεσμένοι,  ο παππούς με την καπνιστή ρέγκα στο χέρι κάθισε σε μια πολυθρόνα,  η γιαγιά μ’ ένα ασπρόμαυρο καπέλο  που έπεφτε λοξά στο ένα της μάτι στην απέναντι, φέρνοντας επιδεικτικά ένα δαντελένιο μαντηλάκι  στην μύτη  για να τονίσει τη δυσοσμία,  ύστερα μπήκε μέσα μια κουβερνάντα  που τρέκλιζε,  με μια άδεια  μπουκάλα στο ένα χέρι,  ενώ με το άλλο έσερνε ένα καρότσι με δύο αδιαμόρφωτα έμβρυα πάνω σε μια ροζ κουβερτούλα.

Είναι και τα δυο κορίτσια,  είπε και χαμογέλασε στραβά!..

Ύστερα πάλι χτύπησε η πόρτα  και  μπήκες εσύ, πράγμα παράξενο, αφού δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ.

Εξοικειώθηκες αμέσως με τους καλεσμένους, γελούσαν με τα αστεία σου, σε συμπαθούσαν  και  σε χτυπούσαν στην πλάτη.

Εγώ έκλεισα τα μάγια και σ’ ονειρεύτηκα ξύπνια!..

Ζούσαμε σ’ ένα σπίτι με πολλά βιβλία, κοιμόμασταν σ’ ένα στρώμα ανάμεσά τους, μαγειρεύαμε ομελέτα με μανιτάρια σ’ ένα μαυρισμένο τηγάνι και  είχαμε ένα σκυλί που το έλεγαν  Χήθκλιφ.

Ξάφνου άκουσα μια πόρτα να κλείνει και  ένιωσα ένα ρεύμα αέρα να με διαπερνά.

Οι καλεσμένοι έπιναν το τσάι που σέρβιρε η μαμά  και  εσύ είχες ήδη φύγει.

Αυτό εξηγεί μάλλον δεν θα σε γνωρίσω ποτέ.

Είπα την ιστορία στους καλεσμένους.

Διασκέδασαν πολύ.

Λατρεύουνε τις ιστορίες με φαντάσματα.

 

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΡΟΟΥΝΤ

Ι

Εκείνο το απόγευμα

στις πέντε και σαράντα δύο

οι γυναίκες της οδού Ρόουντ

βγήκαν από το σπίτι

ανέβηκαν στο λόφο

έπλεξαν τα χέρια

κι άρχισαν να στροβιλίζονται

αντίθετα απ’ τους δείκτες

ενός χρόνου που δεν όριζαν,

δαχτυλοδεικτούμενες  κι  αθώες,

ώσπου τα φορέματα τους ξεκουμπώθηκαν

οι κολλαριστές ποδιές ξελύθηκαν

τα μεσοφόρια φούσκωσαν στον αέρα,

γυμνές τότε  και  ελεύθερες,

συνέχισαν να περιστρέφονται

ώσπου το έδαφος έλιωσε κάτω από τα πόδια τους

κι οι ίδιες έγιναν μια σταγόνα ζυμάρι

στο ξύλινο τραπέζι.

ΙΙ

Μα τι περιμένουν οι γυναίκες

με τα λευκά σκουφάκια

τα μαύρα φουστάνια,  τις άσπρες ποδιές,

ποια άφιξη,  ποια επιστροφή;

Μόνο το θρόισμα θα μείνει απ’ τον ποδόγυρό τους

ίσως κι ένα όνειρο βαμβακερό

που να σκαλώσει πρόλαβε στο ράμφος πελαργού.

ΙΙΙ

Κάθε απόγευμα συνέβαινε κάτι περίεργο.

Λες και άκουγαν τον ήχο μυστικής καμπάνας

οι σκιές των γυναικών της οδού Ρόουντ

πλημμύριζαν τα καλντερίμια

κι ενώ οι ίδιες  έστρωναν το τραπέζι για το δείπνο,

καθάριζαν φασολάκια,

φλυαρούσαν στις αυλές,

πότιζαν τα λουλούδια,

οι σκιές τους κατευθύνονταν στον λόφο.

Μα πού παν οι σκιές των γυναικών της οδού Ρόουντ;

ρώτησα κάποτε έναν  Άντρα  που  έπαιζε  Αυλό.

Ν’ αγαπηθούν, μου απάντησε

και χαμογέλασε μελαγχολικά!..

 

Η ΕΥΘΥΜΗ ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΙΟΛΗ

Πόσο μου αρέσει να χορεύω Τσάρλεστον

με τις ψηλές  μου γόβες

κι αυτή την τιάρα στα μαλλιά

και πόσο ευγενικοί  και  ευφυείς

οι κύριοι που μου προσφέρουνε το μπράτσο

που μου ανοίγουνε την πόρτα

που μου κρατούν τη γούνα να φορέσω.

Ρίχνω το κεχριμπαρένιο ποτό

στο κρυστάλλινο ποτήρι.

Προσοχή όμως.

Δυο δάχτυλα είναι η κατάλληλη δόση.

Το πιο πολύ είναι έρωτας,

πιο λίγο είναι ανία!..

[από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ 2016]

 

ΤΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΙΑ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ Ο.  και της  ΑΝΝΑΣ Κ.  ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Ώστε Άννα Ο.  και  Άννα Κ.   Η ίδια γυναίκα

Δεν θα το φανταζόμουνα αυτό.

Γιατί ποια φωτογραφία  αιχμαλωτίζει

την πρόσκαιρη τριβή

καθώς μετάξι  σε  λευκό μηρό;

Κι ύστερα υπάρχει διαφορά αιώνων.

Η  Άννα Κ.   φοράει άσπρα

ποτέ όμως μακριά φουστάνια.

Σπάνια συστήνεται με το όνομά της.

Μιλάει συχνά με αινίγματα.

Ζει στη ραφή μιας δαντέλας.

Τρελαίνεται.

Όμως το κυριότερο

Σχεδόν ποτέ της δεν υπήρξε

Αφού δεν αγαπήθηκε ποτέ!..

 

Η ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΟΥΙΝΟΝΑ ΡΕΪΤΣΕΛ, ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ ΜΕ ΚΑΚΟ ΤΕΛΟΣ

(…άλλωστε ποια ποιήτρια έχει καλό τέλος;)

Ο μπαμπάς μου είχε κακό γούστο στα σπίτια, στα αυτοκίνητα και τις γυναίκες.   Έτσι όταν μέναμε μόνοι, αφού μας εγκατέλειψε η μητέρα, ήμασταν αναγκασμένοι να αλλάζουμε διάφορα σπίτια, το ένα πιο αλλόκοτο από το άλλο.   Άλλα είχαν την καμινάδα στην μέση του σαλονιού, σε άλλα το τζάκι ήταν μέσα στην τουαλέτα και κάπνιζε, υπήρχαν σπίτια με οδοντοστοιχίες στα παντζούρια που ανοιγόκλειναν επικίνδυνα και άλλα που μας ρουφούσαν μέσα στους μαλακούς τους τοίχους.   Για τα αυτοκίνητα έχω να πω τα εξής:  ο μπαμπάς ποτέ δεν μπόρεσε να εξημερώσει αυτοκίνητο, παρέμεναν όλα άγρια και μας δάγκωναν όταν καθόμασταν  στα καθίσματα ή κλωτσούσαν όταν ανοίγαμε την πόρτα.   Μάλιστα ένα από αυτά, μία παλιά Κάντιλακ, απογειώθηκε μέσα στη νύχτα και χάθηκε μες στην ομίχλη.   Θα μπορούσα ωστόσο να του συγχωρήσω τις κακές επιλογές στα σπίτια και στα αυτοκίνητα, έτσι κι αλλιώς εκείνη την εποχή μεγάλωνα και μίκραινα όλη την ώρα, με αποτέλεσμα να έχω άλλες μπλούζες για το πρωί και άλλες για το βράδυ και δεν υπήρχε τίποτα σταθερό, αφού και ο Μάκης, ένα χρόνο μεγαλύτερός μου, σπάνια μου χαμογελούσε, όταν διασταυρωνόμασταν στο τούνελ, παρόλο που θα έγραφα τουλάχιστον τρία ποιήματα γι’ αυτόν και ένα από αυτά θα έμπαινε αργότερα στην πρώτη ποιητική μου συλλογή, ενώ αυτός θα έφευγε στην Αμερική χωρίς να μάθει τίποτε ποτέ.   Αυτό όμως που με παίδευε πιο πολύ απ’ όλα ήταν οι γυναίκες που διάλεγε ο μπαμπάς μου.   Ήταν καλές γυναίκες, σχεδόν κανονικές, υπερβολικά όμως συναισθηματικές, στα όρια της υστερίας, ένιωθαν συμπόνια συνήθως για μένα και προσπαθούσαν να είναι φιλικές, όμως όλες είχαν κάτι στραβό, άλλες φορούσαν πολύ στενά φορέματα που σκίζονταν συνέχεια με θόρυβο, άλλες έβαφαν πολύ έντονα τα μάτια και τα χείλη τους και όταν ζεσταίνονταν η μπογιά κυλούσε στο πρόσωπό τους και το μουντζούρωνε ολόκληρο, άλλες ήταν πολύ παχιές και αγκομαχούσαν στα σκαλιά και άλλες πολύ αδύνατες και έτρωγαν μόνο ένα παξιμάδι βουτηγμένο στο νερό.   Ο μπαμπάς  μου παντρεύτηκε την τελευταία στη σειρά και δεν έκανε παιδιά μαζί της. Νομίζω πως έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα ως τη στιγμή που κάποιος έκοψε μ’ ένα ψαλίδι το νυφικό και όλα της τα φορέματα στην ντουλάπα.   Δεν ξέρω λεπτομέρειες γιατί είχα ήδη μεγαλώσει και εγκατασταθεί στο τωρινό μου σπίτι, το πιο αλλόκοτο, το πιο αφύσικο, το πιο απρόβλεπτο από όλα,   την ποίηση.   [κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΟΙ  ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2016]

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2026

ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΟΥΡΤΑΛΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΝΟΙΓΟΥΝ…

  (… έτσι που τραύλισα  ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ γιατί πια δεν κατοικούν τα βάσανά μας…) Ι Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός   ή έκρη...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ