Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ

 (4η ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ  20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026)

Δεν ωφελεί το παράπονο 

Ίδια παντού η ζωή θα ’ναι  με το σουραύλι των φιδιών

στη χώρα των φαντασμάτων (Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

 

Να που κοντεύει κι δικός σου ο καιρός για το τίποτε άλλο.

Τίποτε άλλο παρά να σου δοθεί ο χρόνος

να συμμαζέψεις αυτά που σου έχουνε απομείνει:

 

η αυλή του χαμόσπιτου και οι γύφτισσες που τις έπαιρνε,

τις σεργιάνιζε στα ψηλά ο αέρας,

τα Τετράδια της φυλακής  του Αντόνιο Γκράμσι,

η Συμφωνία του Λένινκραντ του Ντμίτρι Σοστακόβιτς  και,  ναι,

το σιωπηλό γέλιο του Φάρμα στο Παραρλάμα του Δημοσθένη Βουτυρά.

 

Τίποτε άλλο παρά να πεις γι’ αυτά που δεν ξέχασες,

σε παλιωμένους σταθμούς ξενυχτώντας

με το κεφάλι γερμένο απ’ τη νύστα  στον σάκο του νεοσύλλεκτου

ή μ’ ένα κύπελο σπαστό στιγμιαίου καφέ να σε κρατάει εκεί

όπου ακόμα παίζουν στο τζουκ – μποξ τα λαϊκά με τη φωνή του Μητροπάνου∙

 

σε παλιωμένα τρένα, καθώς ακίνητος κοίταζες

πώς βαραίνουν οι ίσκιοι στις καμένες πλαγιές την ώρα που πέφτει το φως,

πώς γεμίζει με αίμα η απόγνωση,

σαν το τραύμα που έχει ανοίξει και πάλι.

 

Επειδή έτσι γίνεται και τα δάχτυλα που γραπώνονται 

απ’ τις σχισμάδες των βράχων,

για να φτάσεις στην τελευταία κορφή,

είναι οι αχτίδες των εικοσιπέντε σου χρόνων

μια πανσέληνη νύχτα στην αμμουδιά της Σάρτης,

τα μεθυσμένα σου ασέληνα βήματα στην Ίο,  από τη Χώρα μέχρι τον Μυλοπότα.

 

Επειδή έτσι γίνεται και η τελευταία κορφή είναι η δική σου Αποκάλυψη,

το δικό σου βιβλίο με τα γραμμένα ονόματα της ζωής,

το δικό σου θηρίο που βγαίνει από μέσα σου  και μόνον εσύ

δύνασαι πολεμήσαι μετ’ αυτού∙

είναι δική σου φωνή,  οίδα σου τα έργα.

 

Τίποτε άλλο παρά να διασχίσεις ξανά τα μεγάλα ποτάμια του κόσμου,

καταπώς τα ’νιωθες να κυλούν στην παλάμη του πεπρωμένου σου,

ν’ ανταμώσεις ξανά τις νεράιδες του Άραχθου   και  τις νύχτες της Οίτης,

τίποτε παρά να μοιραστείς  και πάλι τις ίδιες αισθήσεις  μ’ εκείνους

που ασταμάτητα βάδιζαν πάνω – κάτω  στην Πατησίων,

χαράζοντας στο σώμα τους σουγιάδες τα ξεθωριασμένα συνθήματα,

μ’ εκείνους που έφτασαν μέχρι τις εκβολές  του πεπρωμένου

δίχως να ταξιδέψουνε ποτέ.

 

Επειδή έτσι γίνεται και πρέπει ως το τέλος να παραμένεις αθάνατος,

σώζοντας διαρκώς με τη γλώσσα τους μύθους σου από τον Καύκασό τους.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και  τα φτερά του αετού  που μεγαλώνουν τις λέξεις

είναι η ανάσα που αναδώνει τη φωτιά

κάθε που παραδίνεται η φωτιά στον μαρασμό της!,,

[δέκατη πέμπτη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

με εικόνες μεικτής τεχνικής και βινιέτες του Σταύρου Παναγιωτάκη

εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]




 

ΤΩΡΑ ΣΤΕΚΟΜΑΙ ΕΔΩ, ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

(δέκατη έκτη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα) 

-πού να πηγαίνουν τόσοι άνθρωποι που ξαφνιάζουν το βλέμμα μου,

κρατώντας στα χέρια τους ο ένας το πονεμένο κεφάλι του άλλου;

 

-Λισαβώνα Ιούλιος του 2004 μπαίνω στο Café A Brasileira  ρωτώ για τον κύριο

Φερνάντο Πεσσόα αυτή την ώρα φωτογραφίζεται με τους τουρίστες μου λέει

ο νεαρός σερβιτόρος παράγγειλα έναν διπλό εσπρέσο  περιμένω τον κύριο Πεσσόα

λέω στο γερασμένο γκαρσόνι έχει να φανεί εξήντα τόσα  χρόνια μου αποκρίνεται

θα του αφήσω ένα σημείωμα λέω γράφω κάθε έργο πρέπει να παραμένει ατελές

ώστε να μην μπορεί να γίνει ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο κάθομαι δίπλα στον

Φερνάντο Πεσσόα προσπαθώ να μιμηθώ την στάση του και το ύφος του φοράει

ρεπούμπλικα και φοράω γυαλιά ηλίου λίγο ψηλότερα το χέρι σου μου φωνάζει

η Ζωή διάβασα τη θαλασσινή ωδή σου του λέω δεν την έγραψα εγώ  γέμισα

εαυτούς και ονόματα κοιτάζομαι στον καθρέφτη κι αδυνατώ ν’ αποδείξω ότι

υπήρξα  όμως η αδυναμία μου αυτή είναι η μόνη απόδειξη ότι υπήρξα αν πράγματι

υπήρξα διάβασα  τον Φύλακα των κοπαδιών σου  του λέω δεν τον έγραψα εγώ

γέμισα εαυτούς και ονόματα

 

Επειδή έτσι γίνεται και τίποτα δεν υπάρχει στ’ αλήθεια,

αν η αλήθεια είναι η απόδειξη  πως υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που βαδίζουν,

κρατώντας στα χέρια τους ο έναν το πονεμένο κεφάλι του άλλου,

το πονεμένο συμπάν του άλλου.

 

Επειδή έτσι γίνεται και μπροστά σ’ αυτό το παράθυρο.

κυρτωμένος,

με τόσο κάτω κόσμο να βαραίνει τα σπλάχνα μου

 

-άκουσέ με!..  Πέρασαν τόσες αλώσεις και τόσες πίστεις που αλώθηκαν,

τόσες κάθοδοι μέσα στη γλώσσα που μιλάνε στον Άδη οι νεκροί,

τόσα σύνορα που άφησα πίσω μου και τα  βρήκα πάλι μπροστά μου.

Πέρασαν τόσες συντέλειες .

 

Τώρα, στο φως του απογεύματος που ετοιμάζει τα μάτια μου,

μαρτυρώντας του μέλλοντος μιαν ακόμη εμφύλια  Άνοιξη

και τα κόκκινα γαρύφαλλα που παλεύουν να ευωδιάσουν

στις κάννες των όπλων,

εγώ, αχθοφόρος που κουβαλάει στους ώμους του τη γη της αδελφοσύνης,

τον ίσκιο της βελανιδιάς,

εγώ, τη Vila Morena εκείνων που βγαίνουν στους δρόμους

 

-Λισαβώνα Ιούλιος του 2004 α να μπορούσε να χωρέσω μες στην ψυχή μου ό,τι

μπορώ να χωρέσω μέσα στις σκέψεις μου χωρίς η ψυχή μου να ξέρει πως εδώ

κάτω στη γη αυτό που εμφανίζεται εμπρός της είναι ένα κομμάτι μοναχά της

Rua Garrett στη Bairo Chiado τ’ ουρανού α να μπορούσα την ίδια στιγμή να σας

δείξω  στον καθρέφτη του Café A Brasileira πώς ένας άλλος εαυτός φοράει

τη μάσκα ενός άλλου εαυτού του ζητώντας συγγνώμη για το παράλογο 

της πράξης του όπως παράλογο είναι να χωρά στην ψυχή σου  η μάσκα του δικού

σου εαυτού η μάσκα που   ποτέ σου δεν φόρεσες που είναι όμως σαν να την

φόραγες πάντα

 

Επειδή έτσι γίνεται και η Σφίγγα θέτει και πάλι το αρχαίο της αίνιγμα∙

η Σφίγγα που ποτέ δεν υπήρξε

έξω από τις Πύλες της Θήβας, που δεν υπάρχουν πια.

 

Επειδή έτσι γίνεται και τώρα, σ’ αυτό το αρχαίο δωμάτιο,

με τη νύχτα να δυναμώνει όπως ο αέρας πριν τη βροχή,

τώρα που μπαίνει το σκοτάδι στο βλέμμα μου και οι άνθρωποι σταματούν

να βαδίζουν, να τραγουδούν

Grandola, vila Morena, σαν να ’χουν καταλάβει ξαφνικά

πως κάτι πρέπει να διορθωθεί στο νόημα των πραγμάτων,

πως  όταν σου πονάει το κεφάλι και το σύμπαν, όχι η μεταφυσική

μα είναι η ετερώνυμη οδύνη των πλασμάτων.

 

ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΣΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΙΟ ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΑΠ’ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ  

(…όταν τ’ αηδόνια δεν σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς τις νύχτες…)

Τότε τα πράγματα έρχονται κοντά και ξεδιακρίνεις

ποιο το ελάχιστο,  ποιο το μεγαλειώδες  και ποιο πουκάμισο αδειανό

φουσκώνει ανάμεσά τους.

 

Τότε, σαν να ’ναι χείλη δροσερά  και  κυριεύεσαι

πως ξεγελάς το ανέκκλητο  και  το γυρίζεις πίσω,

που σαν νεφέλη πολεμάς για μια νεφέλη

που την πηγαίνει πέρα δώθε – τ’ ουρανού ένας άνεμος,

 

-ω τλήμον Ελένη,  δια σ’ απόλλυνται Φρύγες

-ιώ - ιώ∙  δι’ εμέν τον πολυκτόνον,

δι’ εμόν όνομα πολύπονον.

 

Επειδή έτσι γίνεται και αυτό που αφανίζεται είναι πάντοτε πιο μεγάλο

απ’ την αιτία του,

και αυτό που διασώζεται είναι ο μύθος που χτυπάει σαν αντηλιά

πάνω στο τζάμι.

 

Κι αν ποτές σου δεν έφτασες για μιαν Ελένη στην Τροία,

είναι το ίδιο το ταξίδι που σου χάραξε άλλη ρότα,

βάζοντας για σημάδι του στον χάρτη σου

εκείνη την αυλή που την αρμένιζες

απ’ τις μουριές της ως τις όχθες του Ευφράτη∙

 

είναι που έριχνε κάο το καράβι σου

σ’ εκείνη την πλινθόκτιστη γωνιά της προσφυγιάς  και  σε ξελόγιαζαν

τ’ αερικά που νύχτες ξάστερες γδέρνανε με τα νύχια το παντζούρι.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι έχοντας ζήσει τις αισθήσεις των εποχών

με ανθρώπους που υπάρχουν ακόμα σαν αισθήσεις στη μνήμη σου,

με ανθρώπους που μαζί τους μοιράστηκες το ζυμωτό ψωμί  και τη ντομάτα

στο ξαπόσταμα μιας όψιμης σποράς,

 

τίποτε δεν σου φαίνεται πιο μοναχό  και  πιο ανυπεράσπιστο από αυτόν

τον Αύγουστο μέσα σου,

από αυτή τη λαλιά των πουλιών που μελωδούν το ορατό,

για να υμνήσουν το αόρατο,

από αυτή την Ελένη που ένα είδωλο ήταν.

 

Τίποτε  πιο μοναχό  και  πιο ανυπεράσπιστο

από αυτό που αφανίζεται ακόμη στην Τροία.

[δέκατη έβδομη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα,   εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΜΕΡΕΣ ΖΕΣΤΕΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΑΚΟΜΗ

(δέκατη όγδοη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα) 

τώρα τις νιώθεις πάνω στο δέρμα σου, σαν τον ιδρώτα

που μπορείς πια να αντέξεις,

πάνω στα κίτρινα χόρτα, σαν μυρωδιά του καμένου

που μπορείς πια ν’ ανασάνεις,

μέρες ακόμη ζεστές, σαν μια ρώγα σταφύλι που ωριμάζει αργά στο τσαμπί της.

 

Καθώς ο ήλιος διαρκεί όσο διαρκεί και η σκιά σου  πάνω στον τοίχο

κι ο  Κρόνος επιστρέφει στους  Ιχθείς

και το ταμένο που έχεις του δαιμόνου σου περιμένει την εκπλήρωσή του,

 

να κυριεύεις εσύ τη φθορά  κι  όχι εκείνη εσένα,

να είσαι εσύ το πανί που ποδίζει τη βάρκα σου στο κόντρα του ανέμου∙

 

καθώς ανάμεσα στην ακτή και στ’ ανοιχτά του πελάγου

παραμονεύει ο ρούφουλας, να καταπιεί ό,τι ακινητεί στην ιστορία,

παραμονεύει η Αίτνα, για να κάψει μες στο καμίνι της

τους θεούς που έχουν πάψει να βλέπουν στη μορφή τους άνθρωπο,

 

να είσαι εσύ η σαΐτα που τυφλώνει το μάτι του ρούφουλα,

να είσαι εσύ που πηδάς στο καμίνι της Αίτνας,

φυγάς θεόθεν  και  αλήτης,

εσύ που ζητάς να καείς, για να γίνεις θεός,

για να υπάρξεις εσύ στη μορφή σου  τον άνθρωπο.

 

Επειδή έτσι γίνεται  κι  αντικρίζεις τις δυο όψεις της φύσης σου,

όχι για να  πεις τι βλέπεις σ’ αυτές

αλλά για να μάθεις πώς να είσαι μέσα  σ’ αυτές,   πώς

μέσα σ’ αυτό που τελειώνει,  πώς σε αυτό που είναι αιώνιο μέσα σου.

 

Επειδή έτσι γίνεται και ακούς τα θροΐσματα στα κλαδιά της αμπέλου,

σαν το ξέπνοο λαχάνιασμα  των εφήβων την ώρα του τρύγου τους

ή σαν το γρήγορο φτερούγισμα της σφήκας που απομυζεί

το γλυκύ της ζωής  και  πεθαίνει.

 

Μέρες με το μολύβι στο χέρι, μέρες

με το μέλλον που επέσεισαν οι προφήτες,  the fate of all mankind I see is in the hands of fools,

στο διαρκώς ατελείωτο τέλος ενός  Epitaph,

I fear tomorrow  I’ll crying, I fear tomorrow  I’ll crying, I fear tomorrow  I’ll be crying…

 

στιγμές, σαν  το ανήσυχο σάλεμα στο σκοτάδι  της αίθουσας

πριν αρχίσει η ταινία και λες:

Είναι αυτός ο καιρός όπου όλα αποκτούν το νόημά τους

και η ομίχλη απλώνεται στα λιβάδια με τον ήμερο κρόκο.

 

Κι έπειτα λες:  Τι γνωρίζω εγώ απ’ το νόημα αυτών που δεν έζησα,

αυτών που έχω ζήσει;

Τι γνωρίζω απ’ τα λιβάδια του κρόκου που δεν καλλιέργησα ποτέ;

 

Επειδή έτσι γίνεται και η ανταύγεια της πόλης κρύβει το φως των αστεριών,

όπως το κρύβει η σελήνη όταν ολόγιομη καταλάμπει τη γη.

 

Επειδή έτσι γίνεται και δεν μπορείς να διακρίνεις

τι φωτίζει στ’ αλήθεια τη νύχτα,

δεν μπορείς να εξηγήσεις τι είναι στ’ αλήθεια το φως.

 

ΚΑΠΟΤΕ ΣΟΥ ΑΡΚΟΥΣΕ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

(…για να φτάνουν τα μάτια σου ως το χυμένο αίμα του Ιγνάθιο…)

στην άμμο της αρένας του Μανθανάρες,

ως το χυμένο αίμα του Φεντερίκο

στα ξερολίθια της χαράδρας του Βιθνάρ.

 

Και σου αρκούσε η φλογίτσα ενός κεριού,

για να φωτίσεις στην  «Ανάληψη» του Αντρέι Ρούμπλιωφ

την εξύψωση της ύλης σε μιαν άλλη βιογραφία,

για να δεις την τρομερή συνθηκολόγηση του σώματος

στον «Νεκρό Χριστό εν τάφω» του Χολμπάιν.

 

Κάποτε άκουγες το ουρλιαχτό του Λύκου

σαν κοντινή φωνή να σου θυμίζει

ότι  κι  αν δεν υπάρχει πια η αθωότητα, ο αμνός είναι ακόμα εδώ.

 

Και άκουγες μέσα στο ίδιο δωμάτιο το κλάμα εκείνου που όλο γεννιέται,

το ρόγχο αυτού που διαρκώς ξεψυχά.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και καθώς ολοένα κοντεύεις στον τόπο

που με τόπο αλλιώτικο δεν μπορείς ν’ ανταλλάξεις,

και καθώς το αγκάθι του ρόδου σου τρυπάει το δάχτυλο

όσο απαλά κι αν το αγγίξεις,

αφήνεις στον πόνο τα χέρια σου, ίσαμε να κρατηθείς απ’ την ελπίδα

πως στο ίδιο βλαστάρι του ρόδου,  μαζί με τ’ αγκάθι φυτρώνει και το άνθος του.

 

Κάποτε σου έφτανε  μία μικρή ασκητική,

για να βάζεις σε τάξη τα μεγάλα σου χρέη,

για ν’ αντέχεις το αβάσταχτο  κι  όση λαχτάρα σου κρύβεται εκεί.

 

Και σου έφτανε ένα τραγούδι του Κουρτ Βάιλ με τη φωνή της Λόττε Λένυα

show me  the way to the next whisky bar  -  ω μη με ρωτάς

αν είναι η άνοδος  ή  αν είναι η πτώση της πόλης Μαχαγκόνυ

η ιστορία που θα μας παραδοθεί.

 

Επειδή έτσι γίνεται και αρχίζει ξανά αυτό που έχει τελειώσει

κι εσύ πρέπει μόνος να βρεις τη στροφή για το επόμενο ουίσκι μπαρ,

μόνος σου πρέπει ν’ αποχαιρετήσεις το φεγγάρι.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι εκείνο που έχεις αφήσει δεν είναι  πια πίσω σου

μα στη μεριά  που δεν κοιτάζει κανείς,

στη μεριά της ζωής που μένει έξω απ’ τον χρόνο,

στο στενό όπου θα βρεις το επόμενο ουίσκι μπαρ.

[τελευταία παραλλαγή στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα,   εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΜΟΝΑΧΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΟΘΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

(αφορισμοί  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ από τη 4η ενότητα  της συλλογής Σταύρου Ζαφειρίου με 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα) 

Επειδή έτσι γίνεται και τα δάχτυλα που γραπώνονται απ’ τις σχισμάδες των βράχων,  για να φτάσεις στην τελευταία στροφή…  (σελ.49)  …εκεί όπου ακόμη παίζουν στο τζουκ – μποξ τα λαϊκά με τη φωνή του Μητροπάνου…  (σελ. 49)   Επειδή έτσι γίνεται και η τελευταία κορφή είναι η δική σου Αποκάλυψη,  το δικό σου βιβλίο με τα γραμμένα ονόματα της ζωής… (σελ.50)  Τίποτε άλλο παρά να διασχίσεις ξανά τα μεγάλα ποτάμια του κόσμου,  καταπώς τα ’νιωθες να κυλούν στην παλάμη του πεπρωμένου σου…  (σελ.50)   Επειδή έτσι γίνεται και πρέπει ως το τέλος να παραμένεις αθάνατος,  σώζοντας διαρκώς με τη γλώσσα τους μύθους σου από τον Καύκασό τους…  (σελ. 50)   Πέρασαν τόσες αλώσεις και τόσες πίστεις που αλώθηκαν,  τόσες κάθοδοι μέσα στη γλώσσα που μιλάνε στον Άδη οι νεκροί,  τόσα σύνορα που άφησα πίσω μου και τα βρήκα πάλι μπροστά μου…  (σελ.51)  Επειδή έτσι γίνεται και η Σφίγγα θέτει και πάλι το αρχαίο της αίνιγμα  η Σφίγγα που ποτέ δεν υπήρξε έξω απ’ τις Πύλες της Θήβας, που δεν υπάρχει πια…  (σελ.52)   Επειδή έτσι γίνεται και αυτό που αφανίζεται είναι πάντοτε πιο μεγάλο απ’ την αιτία του,  και  αυτό που διασώζεται είναι ο μύθος που χτυπάει σαν αντηλιά πάνω στο τζάμι  (σελ. 53)   Επειδή έτσι γίνεται κι έχοντας ζήσει τις αισθήσεις των εποχών  με ανθρώπους που υπάρχουν ακόμα σαν αισθήσεις στη μνήμη σου,  τίποτε δεν σου φαίνεται πιο μοναχό κι ανυπεράσπιστο  από αυτή τη λαλιά των πουλιών που μελωδούν το ορατό,  για να υμνήσουν το αόρατο… (σελ.54)   Επειδή έτσι γίνεται  κι  αντικρίζεις τις δυο όψεις της φύσης σου,  όχι για  να πεις τι βλέπεις σε αυτές αλλά για να μάθεις πώς να είσαι μέσα σε αυτό  που είναι αιώνιο μέσα σου…  (σελ.55)   Επειδή έτσι γίνεται κι ακούς τα θροΐσματα  στα κλαδιά της αμπέλου,  σαν το ξέπνοο λαχάνιασμα των εφήβων  την ώρα του τρύγου τους  ή  σαν το γρήγορο φτερούγισμα της σφήκας που απομυζεί το γλυκύ της ζωής  και  πεθαίνει…  (σελ. 55)   Είναι αυτός ο καιρός όπου όλα και πάλι αποκτούν το νόημά τους  κι η ομίχλη απλώνεται στα λιβάδια με τον ήμερο κρόκο…   (σελ. 56)   Επειδή έτσι γίνεται και δεν μπορείς να διακρίνεις τι φωτίζει στ’ αλήθεια τη νύχτα, δεν μπορείς να εξηγήσεις τι είναι στ’ αλήθεια το φως…  (σελ. 56)  Κάποτε σου έφτανε μία μικρή ασκητική,  για να βάζεις σε τάξη τα μεγάλα σου χρέη…  (σελ. 57)    Επειδή έτσι γίνεται κι εκείνο που έχεις αφήσει πίσω σου  στη μεριά της ζωής που μένει έξω απ’ το χρόνο,  στο στενό όπου θα βρεις το επόμενο ουίσκι μπαρ   και  Επειδή έτσι γίνεται  κι  αρχίζει ξανά αυτό που έχει τελειώσει…  (σελ. 57)

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΕΙ ΜΕΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΛΥΚΟ ΤΟΥ

 (3η ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ  20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026)

Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς

βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο

να στεγνώνει (Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

 

Αυτό που θυμάμαι είναι οι ξάστερες νύχτες με παγωνιά

και τα ρούχα που ξύλιαζαν κρεμασμένα στο σύρμα,

η μυρωδιά τους κι ο ήχος τους όταν τα ’πιανες κι έκαναν κρακ!..

 

Τότε δεν ήταν λέξεις για να τα πεις αυτά,

για ήχους και μυρωδιές και για τ’ άλλα που ένιωθες,

για τις γωνιές του υπογείου όπου έβρισκε τόπο και τρόπο η φύση σου∙

τότε δεν ήταν έγνοια γι’ αυτά.

Άκουγες μόνο και οσφραινόσουν  και  λαχτάριζες

κι ούτε που σου ’φτανε ο νους ν’ απορήσεις από τι είναι φτιαγμένες

αυτές οι στιγμές

να λογιάσεις τα σημάδια που θ’ άφηναν μέσα σου.

 

Σε αγρύπνιες αφώτιστες περιμένοντας τον πατέρα να έρθει – από πού;

Απ’ το ’47,  απ’ το ’48,  απ’ το ’49 πολύς ο δρόμος∙

ο πατέρας όμως ήταν εκεί με τη γκρίζα τραγιάσκα  στα εξόριστα χέρια του,

άνοιγε η πόρτα  και  ήταν εκεί,  μα εμείς περιμέναμε όλο να έρθει.

 

«Κοίτα μην πάθεις τα ίδια κι εσύ»,  μου ΄λεγε η μάνα μου χρόνια μετά.

Δεν έπαθα τα ίδια.

 

Επειδή έτσι γίνεται και μες τον καθένα υπάρχει και μια άλλη ζωή,

εκείνη που αλλιώς αφηγείται,

σαν για ν’ αρνείται αυτή την οποία ομολόγησε πατώντας στη γη

ή, σαν για να βρίσκει μισοσβησμένο στα τείχη

το αμνημόνευτο όνομα του βασιλιά της Ασίνης,

ψηλαφώντας στην πέτρα ό,τι δεν χάθηκε απ’ ό,τι έχει χαθεί.

 

Επειδή έτσι γίνεται και απόψε που τόσο γαλήνια δύει ο ήλιος

και αφήνει το φως του στα μαλλιά των ωραίων παιδιών,

κάπου στο ανάμεσα της χαράς  και  της ήρεμης λύπης, απόψε

ποια ζωή αφηγείσαι;

 

Ήμουν παιδί όταν άκουγα εμβατήρια στο ραδιόφωνο,

διαγγέλματα για ιδανικά και για την αναγέννηση του έθνους.

 

Κι ήμουν ο έφηβος που κλωθογύριζε άπραγος έξω

απ’ το ημιυπόγειο της Φωφώς,

όπου μετριόνταν ανδρισμοί  και  ριμαδόροι μαθητές  θα το πω,

θα το πω στην πουτάνα τη Φωφώ,

παραφονούσαν.

 

Ήμουν ο νέος που βάδιζε αστοίχιστος μες στους σχηματισμούς της ιστορίας,

Κι ας βάραινε στον δρόμο η ψυχή μου κι έπαιρνε ν’ αποκάμνει.

Κι ας έβλεπα να πέφτουν απ’ τα ύψη τους των επιθυμιών μου τα πουλιά.

 

Αυτό που θυμάμαι είναι το Τμήμα Μεταγωγών

με το ατσάλινο πλέγμα στα χαμηλά του παράθυρα,

τη μάνα να σταλιάζει μπροστά στο φυλάκιο με το ψωμί και τ’ αυγά

τυλιγμένα στην άσπρη πετσέτα,

τις λέξεις που απόμειναν για να μας πεις αυτά.

[δέκατη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

με εικόνες μεικτής τεχνικής και βινιέτες του Σταύρου Παναγιωτάκη

εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 


ΑΝ ΕΣΤΩ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΡΑΤΟΥΣΕΣ ΠΑΛΙ ΣΤΗ ΧΟΥΦΤΑ ΣΟΥ ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ ΕΚΕΙΝΟ…

(ενδέκατη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα) 

…προτού του σφίξεις λίγο παραπάνω το λαιμό∙

αν γύριζες πίσω έστω και μία απ’ τις πέτρες που έριξες  έως θανάτου

σ’ εκείνη τη χελώνα στον θαμνότοπο, καταμεσήμερο μιας άρρωστης σκοπιάς∙

αν έμενες πλάι της  εκείνο το βράδυ, έστω και που δεν το’νιωθε

πως είσαι κοντά της, 

 

τότε δεν θα σε τρόμαζε η σκέψη ότι αυτό που τώρα θυμάσαι

είναι σαν το γρατσουνισμένο σημείο όπου πηδάει πάντα η βελόνα

σε έναν δίσκο βινυλίου τριάντα τριών στροφών

ή σαν το μονόλογο του ηθοποιού που γυροφέρνει πάνω στη σκηνή,

παγιδευμένος στο σκηνικό ενός  δάσους που δεν ξέρει πώς να διασχίσει.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και οι τοίχοι σου ολοένα στενεύουν

και ολοένα βαραίνουν στο στήθος σου όσα έργα σου αλάφραινε ο νους,

και μέσα σε τούτο το δάσος ακούγονται οι ψίθυροι

που ξεκολλούν απ’ τις φτέρες:

 

«Πέρασε τόσος καιρός και δεν έμαθες ακόμη τα λόγια σου,

μπήκες σε τόσα μονοπάτια  και  ξέφωτο ακόμη δεν βρήκες».

 

Επειδή έτσι γίνεται και κάτω από τούτα τα δένδρα

που σκιάζουν τη γλώσσα σου,

πώς να μπορέσεις να μιλήσεις για τα κομμάτια του σπασμένου σου αγγέλου,

που δεν κατάφερες να ενώσεις ξανά,

 

για μια θητεία που σε ακολούθησε,  απεκδυμένη τη στολή του εαυτού σου,

τότε που μέτραγες τη γύμνια για στολή,

για το στόμα που έμεινε ορθάνοιχτο,  σαν ένα στρογγυλό μικρό παράθυρο,

ίσα – ίσα, λες, για να φωτίζεται ο δρόμος του θανάτου.

 

Αν έστω για μία φορά ξόδευες την ψυχή σου στην πίστη

πως το ποτάμι δεν κυλάει μονάχα προς τη θάλασσα

κι ότι μπορείς να πιείς νερό από το διάτρητο πιθάρι των Δαναΐδων,

αν έστω για μία φορά σκόρπιζες την ψυχή σου κατά τους δαίμονές της,

 

τότε πώς θα σου έμοιαζε δικό σου εκείνο το παιχνίδι της Ναστάσιας Φιλίπποβνα,

να ομολογήσει ο καθείς μες στο σαλόνι της  την πιο ένοχη πράξη της ζωής του!..

Πώς θα σε σπάραζε, σαν να ’τανε δική σου,

η απροστάτευτη αλήθεια του άδολου πρίγκιπα Λέοντα Νικολάγιεβιτς!..

Τότε πώς θ’ άφηνες να γίνουνε στο τζάκι πυρκαγιά

τα εκατό χιλιάδες ρούβλια του Ραγκόζιν!..

 

Επειδή έτσι γίνεται  κι  όποιος μπει στο δάσος  δεν φοβάται το λύκο του,

κι όποιος μείνει στο δάσος γίνεται ο λύκος που γερνάει κυνηγώντας τον φόβο.

 

ΓΙΑ ΘΥΜΗΣΟΥ ΤΟ ΒΡΑΔΥ,  ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΣΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ…

καθισμένοι με τα πόδια να κρέμονται στο ακαγκέλωτο ακόμη μπαλκόνι

του πλαϊνού γιαπιού,

πόσο σπουδαίο ήταν που στο τζαμπαντάν  χαζεύαμε

τους Γενναίους του Μπρανκαλεόνε 

στο θερινό  Σινέ «Άλεξ» της γειτονιάς!..

 

Για θυμήσου τα γιούργια μας στ’ οχυρωμένο ύψωμα του Βουλγαρικού,

που πάντοτε επιστρέφαμε μες τα αίματα,

με ρημαγμένα τα σπαθιά και τις ασπίδες∙

για θυμήσου Μιχάλη!..

 

Κι αν τότε δεν ξέραμε ποιος είναι ο Βιτόριο Γκάσμαν

κι ο αστείος Τζιάν Μαρία Βολοντέ

κι ότι οι γενναίοι του Μπρανκαλεόνε είμαστε εμείς

στις στιγμές της δικής μας επικής εκστρατείας,

ξέραμε όμως  πως ο τυφλός με το ακορντεόν στην Εγνατία

δεν είχε δει, και δεν θα έβλεπε ποτέ του, τ’ αστικά  λεωφορεία

που έκαναν στάση δυο βήματα μόλις μπροστά του,

ούτε το θρυλικό «Μαγαλέξανδρο»  του ΠΑΟΚ Γιώργο Κούδα

που στεκότανε δίπλα του

στην είσοδο του προποτζίδικού του .

 

Κι αν γυρέψαμε περισσότερα παραμύθια απ’ όσα μπορέσαμε να πιστέψουμε,

είναι που ο χωματόδρομος της Στρατηγού Μακρυγιάννη στρώθηκε με άσφαλτο

κι η υδροφόρα του Δήμου  δεν κατάβρεχε πια

και το παλιό διώροφο του Σωτήρη δόθηκε αντιπαροχή∙

 

είναι που ο θυρωρός μας ο κυρ-Θόδωρος

πιάστηκε κλέβοντας βαλίτσες στον Σταθμό

κι ο Στέλιος με τον Άκη γύρισαν το πρωί απ’ την Ασφάλεια

με σκισμένα τα χείλη  και  πρησμένα τα πρόσωπα.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι ενώ τώρα γύρω μας πυκνώνει το πένθος

κι οι στρατιώτες του κόσμου σημαδεύουν με τα όπλα τους τα παιδιά

που δεν έχουνε ακόμη γεννηθεί,

κι ενώ η ιστορία του κόσμου σβήνει ένα – ένα τα παλιά  της φαντάσματα

για να γραφτεί απ’ τα καινούργια της φαντάσματα ξανά,

 

έρχεται από ψηλά ένα αεράκι που φέρνει μαζί του

τις μυρωδιές του ανθόκηπου απ’ την αυλή του σχολείου μας,

το χειροκρότημα στη γιορτή της 25ης Μαρτίου,

τότε που εσύ έπαιζες τον ήρωα Οδυσσέα Ανδρούτσο στο Χάνι της Γραβιάς

κι εγώ – για θυμήσου Μιχάλη –

όχι, δεν ήμουν ο «Ωραίος ως Έλλην» στρατηγός Σιμόν Μπολιβάρ

μα ο βοηθός που ανοιγόκλεινε την αυλαία,

τραβώντας πίσω απ’ τις κουΐντες τα σχοινιά.

 

Για θυμήσου Μιχάλη τους ιππότες που θέλαμε να ’μαστε.

Κι ας μη φτάναμε ποτέ,

ας μην κινούσαμε ποτέ για τους Αγίους Τόπους.

[δωδέκατη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα]

 

ΕΣΥ ΟΜΩΣ ΕΧΕΙΣ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ ΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ…

(δέκατη τρίτη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα) 

…αυτή την αθέατη αλήθεια  του τίποτε απ’ τα γκρεμοτόπια των ανθρώπων

και πάντα θυμάσαι εκείνη την ηλιόλουστη Δεκεμβριάτικη μέρα

του χίλια εννιακόσια ογδόντα,

όταν φαντάρο στον Έβρο σε ρώτησαν:  «Για πες μας ρε μαλαγχολία,

αφού δεν είναι ο σταυρός  και  το γαλάζιο της πατρίδας,

ποια είναι η πίστη σου;»

 

Κι εσύ, φαντάρος στον Έβρο αποκρίθηκες:

«Ο λογισμός και τ’ όνειρο είναι η πίστη μου,

οι ανάκουστοι κελαϊδισμοί   κι  οι λιποθυσμένοι».

 

Επειδή έτσι γίνεται και βρίσκεσαι ακόμη σε τούτο το αλωνάκι

αντικρινά απ’ το λόφο του Στράνη,

ατενίζοντας στην κορφή του τις δυο ρίζες του κόσμου,

φυλάγοντας τις δυο ανηφόρες του κόσμου στην ίδια από τότε σκοπιά.

 

Επειδή έτσι γίνεται και μέσα στου λόγου σου το άκουσμα

γυρεύεις του λόγου το ανήκουστο,

και μέσα στην κήτη της τέχνης σου ασκείται στου ονείρου το διαρκώς.

 

Κι αν υμνείς την πνοή που σηκώνει τη λύπη σου,

κι αν το πνεύμα σου ψάχνει  το φύλλο που αντιστέκεται πριν πέσει στη γη,

κι αν αυτό που ραγίζει και σπάει τ’ ονομάζεις  και πάλι ζωή,

 

είναι που στην παρτίδα σκάκι του ιππότη με τον θάνατο

δεν βλέπεις τις κινήσεις των λευκών

-που όσο κι αν αναβάλλονται, στο τέλος πάντα χάνουν απ’ τα μαύρα –

μα το απέραντο τοπίο πλάι στη θάλασσα,

τα κύματα που σκάζουνε στα βράχια κι επιστρέφουν∙

 

είναι που όταν σε επισκέπτεται ο φόβος

κι αντικρίζεις τη μορφή του στον καθρέφτη σου,

δεν σε κοιτάζει το είδωλο του φόβου σου

μα εσύ κοιτάζεις του καθρέφτη το κενό∙

 

μες στου καθρέφτη σου το εύθραυστο κενό

εσύ κολλάς τα θρύψαλα του ανθρώπου.

 

Επειδή έτσι γίνεται και βρίσκεσαι τώρα μπροστά σ’ αυτή την οθόνη,

αντικρινά απ’ τον λόφο του αματαίωτου χρόνου,

αντικρίζοντας στην κορφή του τον μακάβριο χορό

λίγο πριν σπάσει η Έβδομη Σφραγίδα,

λίγο πριν ησυχάσει από το Dies Irae  ο ουρανός.

 

Επειδή έτσι γίνεται  κι  εκείνοι που αφήνονται

να τους σέρνει ξοπίσω του ο θάνατος,

κι εκείνοι που δείχνουν στον θάνατο τα βήματα του δικού τους χορού,

είναι το ίδιο απαράλλαχτο ερώτημα:  «Ποιος είναι μέσα μου ο Θεός;

Ποια είναι η πίστη που νικήθηκε απ’ τη γνώση;»

 

Κι αν σου αρκεί στη λιακάδα μια γουλιά φρέσκο γάλα

και μια χούφτα άγριες φράουλες,

είναι που χύνεται η ψυχή σου και κυλά

και ξεγλιστρά  απαλά από τον εαυτό της.

 

ΣΕ ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΧΘΕΣ ΜΑΝΑ, ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΗ ΝΑ ΚΑΘΕΣΑΙ…

(…στο κρεβάτι του αξονικού,  με την καινούρια σου νυχτικιά…) 

με το νου σου λίγο - λίγο  να χάνεται στις λευκές φυλλωσιές του,

σε είδα και χθες.

Μια ανάσταση ακόμη  κι  έπειτα πάλι το σκήνωμα το γυμνό στον νεκροθάλαμο.

Μια ανάσταση ακόμη κι έπειτα πάλι του θανάτου ο κάματος.

 

Τώρα δεν ξέρω σε ποιον απευθύνονται τούτα τα λόγια,

αφήνοντας πίσω τους στάχτη, σαν από αναμμένο τσιγάρο

παρατημένο άρον – άρον στο τασάκι  -  ήτανε, βλέπεις,

και που δεν κάπνισα μπροστά σου ποτέ.

 

Και είναι, βλέπεις, που κάποτε περνάει ανάμεσα στις λέξεις καπνός,

όπως περνάει ανάμεσα στα κλειστά παραθυρόφυλλα το φεγγάρι

ή όπως τρυπώνουν τα πουλιά μέσα απ’ τα δάχτυλα,

καθώς σκεπάζεις με την παλάμη σου τα μάτια.

 

Είναι που κάποτε ξυπνάς και τα πουλιά

έχουν κάνει τη φωλιά τους στα μάτια σου

και το φεγγάρι υπάρχει παντού μέσα στο ποίημα  και  τότε

καταλαβαίνεις πως τίποτε από αυτά δεν είναι όνειρο

κι ότι η λιμνούλα με τα χρυσόψαρα  και  τον μικρό καταρράκτη

είναι η ίδια ξενιτειά απ’  όπου επέστρεφε,

όπου όλο αποδημούσε η ψυχή σου.

 

Επειδή έτσι γίνεται  κι  ό,τι σου κρύβει η ψυχή σου απ’ το σώμα σου

είναι αυτό που το σώμα σου δεν μπορεί να το αντέξει,

κι ό,τι σου φανερώνει, το δοσμένο από εκείνο που σ’ έχει κυριεύσει,

σου το κλέβει αυτό που σου μένει αφανέρωτο,

αυτό το αφανέρωτο,  που σ’ έχει κυριεύσει πιο πολύ.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι όσο καιρό μένεις στη γη μετρώντας τον χρόνο,

για όσο καιρό, θρηνώντας το χρόνο, μαθαίνεις τα μέτρα της γης,

είναι το κόκκινο κρασί της μακαριάς  και  ο ανάρτυτος δείπνος

η θύμηση για εκείνους που έφυγαν,

για εκείνους που έρχονται , που ρίχνουν στην παραστιά  ένα κούτσουρο

πριν φύγουνε πάλι, εκείνοι,

που ρίχνουνε ένα δεμάτι γυρισμού, να μη χαθεί η φωτιά.

 

Είναι, βλέπεις, που κάποτε η θράκα μπορεί να κρατήσει όλη τη νύχτα

και τα πουλιά τρομαγμένα να χτυπιούνται στα μάτια σου

και το φεγγάρι να φωτίζει το χνούδι  της καινούριας σου νυχτικιάς.

Και τότε καταλαβαίνεις πως όλα αυτά είναι ένα όνειρο,

όπου δεν βρίσκει τόπο η ξενιτειά σου.

 

Κι είναι που κάποτε βρίσκεσαι αιχμάλωτος μιας τελευταίας φράσης,

της τελευταίας φράσης που ακούστηκε

με το βλέμμα της στυλωμένο στην άλλη μεριά της αβύσσου,

να ψάχνει στις φυλλωσιές της αβύσσου τον άσπρο της νου∙

το τελευταίο άρθρο της που άκουσες, το τελευταίο της ουσιαστικό,

κανένα ρήμα,

οι τελευταίες λέξεις σου μάνα, που ακόμη

δεν έχω βρει κάπου να τις χωρέσω!..

[δέκατη τέταρτη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα]

 

ΟΥΤΕ ΠΟΥ ΣΟΥ ’ΦΤΑΝΕ Ο ΝΟΥΣ Ν’ ΑΠΟΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΤΙΑΓΜΕΝΕΣ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ…

(αφορισμοί  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ από τη 3η ενότητα  της συλλογής Σταύρου Ζαφειρίου με 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα) 

Επειδή έτσι γίνεται και μες τον καθένα υπάρχει και μια άλλη ζωή, εκείνη που αλλιώς αφηγείται…  (σελ. 38)   Κι ας έβλεπα να πέφτουν απ’ τα ύψη τους των επιθυμιών μου τα πουλιά…   Αυτό που θυμάμαι είναι…  οι λέξεις που απόμεναν, για να τα πεις αυτά…  (σελ. 38)   Πέρασε τόσος καιρός και δεν έμαθες ακόμη τα λόγια σου,  μπήκες σε τόσα μονοπάτια και ξέφωτο ακόμη δε βρήκες…  (σελ. 39)   Επειδή έτσι γίνεται κι όποιος μπει μες το δάσος δεν φοβάται το λύκο του,  κι  όποιος μείνει στο δάσος γίνεται ο λύκος που γερνάει κυνηγώντας το φόβο…  (σελ.40)   η ιστορία του κόσμου σβήνει ένα – ένα τα παλιά της φαντάσματα  για να γραφτεί απ’ τα καινούρια της φαντάσματα ξανά…  (σελ. 41)  Εσύ όμως πάντα έχεις στο μυαλό σου την ουτοπία,  αυτή την αθέατη αλήθεια του τίποτε απ’ τα γκρεμοτόπια των ανθρώπων…  (σελ.42)  Επειδή έτσι γίνεται και μέσα στου λόγου σου το άκουσμα γυρεύεις του λόγου το ανήκουστο  και  μέσα στην σκήτη της τέχνης σου ασκείται στου ονείρου το διαρκώς.   (σελ.43)   …όταν σ’ επισκέπτεται ο φόβος  και  αντικρίζεις τη μορφή του στον καθρέφτη σου,  δεν σε κοιτάζει το είδωλο του φόβου σου  μα  εσύ κοιτάζεις του καθρέφτη το κενό…  (σελ.43)  «Ποιος είναι μέσα μου ο  θεός;   Ποια είναι η πίστη που νικήθηκε απ’ τη γνώση;»  (σελ. 44)  …κάποτε περνάει ανάμεσα στις λέξεις ο καπνός,  όπως περνάει ανάμεσα στα κλειστά  παραθυρόφυλλα το φεγγάρι…  (σελ.44)   Είναι που κάποτε ξυπνάς και τα πουλιά έχουν κάνει τη φωλιά τους στα μάτια σου  και  το φεγγάρι υπάρχει παντού μέσα στο ποίημα  και  τότε  καταλαβαίνεις πως τίποτα απ’ αυτά δεν είναι όνειρο…  (σελ.45)  Επειδή έτσι γίνεται κι ό,τι σου κρύβει η ψυχή σου απ’ το σώμα σου  είναι αυτό που το σώμα σου δεν μπορεί να το αντέξει…  (σελ. 45)  Κι είναι που κάποτε βρίσκεσαι αιχμάλωτος μιας τελευταίας φράσης,  που ακούστηκε… να ψάχνει στις φυλλωσιές  της αβύσσου τον άσπρο της νου… (σελ. 45)  Και τότε καταλαβαίνεις πως όλα αυτά είναι ένα όνειρο,  όπου δεν βρίσκει τόπο η ξενιτειά σου…  (σελ.45)

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ

  (4 η ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ   20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026) Δεν ωφελεί το παρά...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ