Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Η ΗΔΟΝΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΕΝΑΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ

 (…που δεν οδηγεί πουθενά…)


Κάποιος που ξαφνικά, θυμήθηκε ότι η γη κινείται,

αρχίζει να ζαλίζεται και να παραπατά.

Θέλει οπωσδήποτε, να αποβιβαστεί

από το επισφαλές ετούτο όχημα.

Πού όμως να πατήσει;

Ξερνά και βλαστημά τον Γαλιλαίο.

 

Ένας άλλος   αφηρημένος άνθρωπος

διαλέγει για ν’ ανέβει  σκάλα κυλιόμενη που κατεβαίνει. 

Όταν το αντιλαμβάνεται, είναι πια αργά,

έχει κιόλας μπει στην ηδονική διαδικασία της αέναης κίνησης

που δεν οδηγεί πουθενά,

κι αντιλαμβάνεται, βαθιά,

την ευτυχία των hamsters που διανύουν, επιτόπου,

μέσα σε κύλινδρο περιστρεφόμενο, τεράστιες αποστάσεις.

 Έτσι, παρά τις ύβρεις των κατερχομένων

και τα σκώμματα των θεατών,

αυτός συνεχίζει αμετακίνητος,

να ανεβαίνει, να φτάνει σε ύψη απροσμέτρητα,

αφού αναρίθμητα σκαλιά περνούν κάτω απ’ τα πόδια του.

Όταν, κάποτε, σωριάζεται νεκρός, η τελευταία του σκέψη είναι:

«πώς θα με κατεβάσουν, τώρα, από δω πάνω;»

 

(τρίτος  και  καλύτερος)

Ένας πεζός περιμένει ,  ώρες τώρα, στη διάβαση ενός δρόμου

Γιατί, λοιπόν, δεν περνάει απέναντι;

Έχει αχρωματοψία και δεν βλέπει ότι ανάβει, κάθε τόσο πράσινο;

Είναι υπερβολικά δειλός ή αργός και τρέμει

μήπως ανάψει κόκκινο, πριν διανύσει το οδόστρωμα;

Έχει αφαιρεθεί και έχασε την αίσθηση του χρόνου;

Τίποτε απ’ όλα τούτα δεν συμβαίνει.

Απλώς, ανακάλυψε, εντελώς ξαφνικά,

ότι είναι μάταιη κάθε κίνηση.

Το μόνο πρόβλημα, αν υπάρχει κάποιο,

είναι ότι έκανε την ανακάλυψη αυτή πάνω σε μια διάβαση

(κι άλλα ασήμαντα περιστατικά από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη

ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ   Νεφέλη/ βιβλία 2000)

 

 


ΠΩΣ ΕΦΡΑΞΕ ΕΤΣΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΤΟΥ,  ΠΩΣ ΠΑΡΕΛΥΣΕ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ;

(…για τον ομιλητή ομιλώ που, αμέτρητες φορές,

είχε προβάρει, μπρος στον καθρέφτη,

με εκπληκτική ευφράδεια, το λόγο του και τώρα,

μπρος στο κοινό, δεν λέει το στόμα του ν’ ανοίξει…)

Είναι άλλο πράγμα, πράγματι, ο καθρέφτης  και   το πρόσωπό σου,  που το κοιτάς κατάματα,  κι  άλλο αυτό το απρόσωπο κοινό   που, τυφλωμένος απ’ τους προβολείς,  δεν βλέπεις καν,   αλλά εικάζεις ότι είναι εκεί, πάνθηρας μαύρος μες τη νύχτα,  και καραδοκεί να σε αρπάξει.  Και,  ξαφνικά, ενώ έχει αρχίσει  να κυλά ποτάμι ο ιδρώτας απ’ το πρόσωπό του,  διακρίνει, ως σανίδα σωτηρίας, στην πρώτη αράδα,  τα μάτια μιας κυρίας, τόσο φωτεινά,  τόσο παρήγορα,  που αποτολμά να πει μια ψιθυριστή κραυγή:

«Σας αγαπώ»!.. 

Το κοινό, νομίζοντας πως απευθύνεται σ’ αυτό,  ξεσπά σε χειροκρότημα εκκωφαντικό!..

 

ΕΝΑΣ ΚΛΟΟΥΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΚΑΘΙΔΡΟΣ…

(…αλλά αποθεωμένος από το κοινό,  στο καμαρίνι του 

κι αρχίζει το ντεμακιγιάζ του…)

Τριάντα τόσα χρόνια κάθε βράδυ, προβαίνει στη συγκεκριμένη ετούτη πράξη, για να βγει στον έξω κόσμο ως άνθρωπος κανονικός.  Απόψε όμως, δεν βοηθά κρέμα καμία,  κανένα καθοριστικό υγρό.  Τρίβει και ξανατρίβει, στην αρχή, απαλά,  και,  στη συνέχεια, με  μανία, το πρόσωπό του, αλλά τίποτε∙  οι μαύροι κύκλοι, γύρω από τα μάτια, είναι ανένδοτοι, η μελιτζάνα μύτη  παραμένει μελιτζάνα,  και τα τεράστια, κόκκινα χείλη συνεχίζουν να γελούν από το ένα  ως το άλλο αυτί.

Ταυτίστηκε, λοιπόν, τόσο πολύ, απόψε, με το ρόλο του;

Έφτασε σε τέτοιο σημείο τελειότητας;

Τριάντα τόσα χρόνια, στη δουλειά, αυτό επεδίωκε και,  τώρα που το πέτυχε, νιώθει μια μαύρη πίκρα.

 

ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΑΡΑΤΑΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΥΞΥΛΑ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕΙ, ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ…

ούτε το σακάκι του δεν πρόλαβε να βάλει, παρά το φοβερό χιονιά.

Επείγον μήνυμα δεν έλαβε κανένα ούτε θυμήθηκε κάποια υπόθεση που δεν σηκώνει αναβολή. Του ήρθε απλώς, μια σκέψη τόσο γρήγορη, τόσο ορμητική κι ανυπόμονη που, αν δεν την ξεπεράσει, αν δεν τρέξει έστω πλάι της, αν μείνει ακόμη και έναν πόντο πίσω της, θα του τρυπήσει το κρανίο.

 

ΕΝΑΣ ΠΤΩΧΟΣ ΤΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΚΑΘΕΤΑΙ, ΜΕ ΤΙΣ ΩΡΕΣ  ΚΙ ΑΤΕΝΙΖΕΙ ΕΝΑ ΛΕΥΚΟ ΓΥΜΝΟ ΝΤΟΥΒΑΡΙ!..

Πίσω απ’ τη ράχη του, συμβαίνει η ζωή. Δεν την κοιτά. Κάποτε, βλέπει, απλώς, κάποιες σκιές της να προβάλλονται για λίγο, επάνω στη λευκή οθόνη που έχει εμπρός του, όμως, όσο κι αν είναι αρμονικές ή βίαιες οι κινήσεις τους, δεν καταφέρνουν να τον συγκινήσουν, δεν καταφέρνουνε να αποσπάσουνε την προσοχή του απ’ την προσπάθεια, ώρες τώρα, ενός μυρμηγκιού να ανεβάσει ως την κορφή του τοίχου, έναν κόκκο στάρι που όλο του πέφτει και το ξαναστέλνει στην εκκίνηση.

Αν δεν ήτανε φτωχός τω πνεύματι, αν ήξερε το μύθο του Σισύφου, θα ’κανε, μες στη σκέψη του, ποιητικούς συνδυασμούς, θα  ’βρισκε δραματικές αντιστοιχίες. Όμως είναι, πράγματι, φτωχός τω πνεύματι και, όταν το μυρμήγκι καταφέρνει, τελικά, να φτάσει στην κορφή του τοίχου, νιώθει, απλώς, μακάριος.

 

ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΧΑΣΑΠΗΣ, ΑΥΤΟΣ ΑΣΚΟΥΣΕ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ

Σε χρόνο ελάχιστο και με απόλυτα ελεγχόμενες , κομψές κινήσεις,, μεταμόρφωνε τεράστια πτώματα, αποκρουστικά, σ’ ελκυστικές μπριζόλες και γοητευτικά μπιφτέκια, σε έπειθε, με ελάχιστη προσπάθεια, αλλά με κάμποση, είναι αλήθεια, υπεροψία, ότι ο θάνατος είναι μια άλλη, υπέροχη μορφή ζωής.

Ωστόσο, επειδή όλα εδώ πληρώνονται, και ιδίως η υπεροψία, μια μέρα, σε κατάσταση εξάρσεως, έκοψε το αριστερό του χέρι από τον καρπό, έδρεψε, μ’ άλλα λόγια τον καρπό της έπαρσής του.

 

ΤΙ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ, ΑΛΗΘΕΙΑ,  Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥ ΤΟΥ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΗ ΒΙΟΛΙΣΤΗ…

…που έχασε τα χέρια του σε ατύχημα και του μεταμόσχευσαν τα χέρια ενός νεκρού φονιά!..

Έκτοτε, η εκτέλεση μουσικών τεμαχίων  ήτανε,  όντως,   ανυπέρβλητη!..

 

ΕΝΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΠΟΥ ΜΙΑ ΖΩΗ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΕ ΓΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΕ ΧΩΡΑ ΞΩΤΙΚΗ…

φτάνει με καθυστέρηση στο αεροδρόμιο και χάνει το αεροπλάνο.

Φαντάζεσθε, βεβαίως, τη συντριβή του, ωστόσο, που σύντομα αλλάζει σε ξέφρενη χαρά, καθώς το ίδιο βράδυ, ακούει στις ειδήσεις ότι το αεροπλάνο, το δικό του, παραλίγο, αεροπλάνο, συνετρίβη σε ψηλή βουνοκορφή! Τετρακόσιοι οι νεκροί κι αυτός εκεί, ολοζώντανος και, δόξα τω θεω, πάντα υπάλληλος!..

(κι άλλα ασήμαντα περιστατικά από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη

ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ  Νεφέλη/ βιβλία 2000)

 

ΕΝΑΣ ΝΕΚΡΟΣ

(στη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ

και άλλα ασήμαντα περιστατικά 2000)

Ένας νεκρός, ενώ βρισκόταν κιόλας στο επέκεινα, θυμάται ότι άφησε κάποιες υποθέσεις αδιεκπεραίωτες,   κάποιες υποσχέσεις ανεκπλήρωτες και, συνεπής ως είναι, επιστρέφει στο εδώ για να επανορθώσει. Και, πράγματι, ταχτοποιεί, αόρατος, τα πάντα κι αναχωρεί εκ νέου στο επέκεινα.

Όσοι ωφελήθηκαν από την κίνηση αυτή τρίβουν τα χέρια ευτυχισμένοι. «Για δες η τύχη», λένε «για δες πόσο ευνοϊκά το έφερε η τύχη»!, και κανείς τους δε φαντάζεται, ούτε που τους περνά από το μυαλό, ότι υπάρχουν συνεπείς νεκροί που επιστρέφουν και ρυθμίζουνε τις εκκρεμότητές τους.

 

ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΒΟ ΜΙΑ ΔΟΡΚΑΔΑ…

τινάχθηκε τόσο μακριά, τόσο ψηλά που αναλήφθηκε στους ουρανούς.

Ο Φόβος έμεινε εδώ, στη γη, κοιτώντας άναυδος, το αθέλητο κι ωστόσο υπέροχο δημιούργημά του:  τον αστερισμό της δορκάδος.

 

ΕΣΚΥΨΕ ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΡΚΑ, ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΙΕΙ ΜΕΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

έτσι τον πήρε το Μακρύ Ποτάμι του θανάτου τον Λι Πο.

Είπαν πως ήταν μεθυσμένος, αλλά και ξεμέθυστος να ήταν, πάλι θα έσκυβε από τη βάρκα, τη σελήνη για να πιει μες το νερό, γιατί αφάνταστα βαθύς γι’ αυτήν ο έρωτάς του και, κυρίως, γιατί, ως ποιητής, πίστευε, είμαι σίγουρος, ότι μπορούσε τη σελήνη, πράγματι, να πιει μες στο νερό και το κατόρθωσε.

 

ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΡΑΦΕΙ, ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ, ΠΟΙΗΜΑ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ

Διαβάζοντάς το, αργότερα, ξεμέθυστος και υπό το φως του ήλιου, νιώθει βαθύτατη ντροπή και, δίχως δισταγμό, το σκίζει.

Όταν, ωστόσο, έρχεται ξανά η νύχτα, ακολουθούμενη από νέα μέθη, τον τρώνε οι τύψεις για το σκίσιμο αυτό, για τον αφανισμό μιας ύπαρξης, έστω λειψής, έστω χωλής, ύπαρξης όμως, και ξαναγράφει, εν είδει εξιλασμού, ένα καινούριο μεθυσμένο ποίημα που, σίγουρα, ξεμέθυστος θα σκίσει πάλι.

 

ΝΕΑΡΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΜΕΝΕΙ ΕΝΕΟΣ ΣΤΗ ΘΕΑ ΛΕΥΚΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΤΟΥ ΤΕΤΡΑΔΙΟΥ ΤΟΥ

Οι προηγούμενες  σελίδες είναι ήδη πλήρεις σημειώσεων που καταχώρισε, εκεί, χωρίς κανένα δισταγμό.  Γιατί, λοιπόν, διστάζει τώρα;  Γιατί, εξαίφνης, νιώθει τέτοιο δέος μπροστά στην άγραφη σελίδα; Γιατί, με τρέμον χέρι, γράφει, τελικά:   «Το χαρτί άσπρο σαν χιόνι, οι λέξεις μου κρυώνουν;»   Μήπως κατάλαβε ότι οι λέξεις έχουνε ζωή;   Έγινε μήπως ποιητής;

(κι άλλα ασήμαντα περιστατικά από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη  

ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ 200)

 

ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ ΤΟΥ

(στη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ

και άλλα ασήμαντα περιστατικά 2000)

Πρόκειται για κάποιον που μόλις έχει ανακαλύψει τη ματαιότητα των πραγμάτων. Αιώνες απελπισίας έχουν προηγηθεί, αλλά αυτός ανακαλύπτει τώρα, μπροστά στο άδειο του ποτήρι, τι είναι απελπισία, κι αυτό, όχι επειδή είναι άδειο το ποτήρι του (δεν είναι αλκοολικός), αλλά επειδή ένιωσε, ξαφνικά, ότι πεθαίνει. Πεθαίνει χρόνια τώρα, βέβαια πεθαίνει από τότε που γεννήθηκε, αλλά αυτά τα πράγματα τα σκέφτεται κανείς κάποια μοναδική, ανύποπτη στιγμή και, τότε, μαυρίζει, ξαφνικά, όλος ο κόσμος. Και, έτσι που ο καθένας αντιδρά με το δικό του τρόπο, σύμφωνα με το δικό του χαρακτήρα, ο εν λόγω κύριος αρπάζει το ποτήρι του και το εκσφενδονίζει στο ντουβάρι. «Μαζί μου θα σε πάρω», αναφωνεί, συντρίβοντάς το, «μαζί μου θα σε πάρω»!, και νιώθει κάποια ανακούφιση, αφού μπορεί κι αυτός να αφαιρεί ζωή, δεν είναι δα τόσο αδύναμος, δεν είναι δα τόσο θνητός.

 

ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ

… και το ’δε ως ξένος, κι ήτανε τόσο θλιβερό και τσακισμένο, σαν αδειανό σακί, που το λυπήθηκε και είπε μέσα του πάλι να χωθεί, να στο στηρίξει ακόμα λίγο.  

 

ΧΡΟΝΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΟΙΤΟΥΣΕ…

προσμένοντας, επί ματαίω, ένα άστρο, έναν άγγελο, κάτι σπουδαίο, τέλος πάντων, να κατέβει από κει γι’ αυτόν.

Τελικά, εκείνο το μουντό του φθινοπώρου απόγευμα, ένα ξερό, κίτρινο φύλλο ακράγγιξε, για λίγο, το κρανίο του, πριν σωριαστεί στο χώμα.

 

ΕΝΑΣ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΣ ΒΛΕΠΕΙ…

από την κορυφή ενός ουρανοξυστη, το πεζοδρόμιο να ανεβαίνει προς αυτόν,  να ανεβαίνει ιλιγγιωδώς, και νιώθει ανίκανος να κάνει οτιδήποτε για να το σταματήσει.  

 

ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ…

πριν πεθάνει, πριν τον τινάξει ο Χάροντας σαν αδειανό κελύφι, τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.

Χολωμένος είναι τώρα ο Χάροντας, νιώθει καταργημένος, άχρηστος. Ωστόσο, κάθεται σε μια γωνιά του δωματίου και παριστάνει τον θλιμμένο συγγενή, ενώ ο νεκρός χαμογελάει δίχως χείλη, πονηρά, κάτω απ’ το μαντίλι που καλύπτει το ανύπαρκτο κεφάλι του.

 

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΕΝΟΣ ΓΚΡΕΜΟΥ, ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΩΡΑΙΟ ΣΑΝ ΑΠΡΙΛΗΣ…

… και μοσχοβολιστό σαν άγριο ρόδο, δρέπει άγρια ρόδα, μαργαρίτες κι ανεμώνες για να στολίσει τη ζωή του που θαρρεί πως είναι αιώνια κι όχι εφήμερη, όπως αυτή των λουλουδιών που δρέπει.  

Στο βάθος του γκρεμού, ένα κορίτσι, ωραίο σαν Απρίλης, διαμελίζεται σε χίλιες δυο ανεμώνες.

 

Σ’ ΕΝΑ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΕΥΕΞΙΑΣ…

ή, μάλλον, απουσίας πόνου, ένας καρκινοπαθής, νιώθει σφοδρή επιθυμία για φαγητό και για ποτό των υγιών ανθρώπων. Όταν αυτή εκπληρώνεται, το αλάτι, το πιπέρι, το κρασί, στέλνουν, μέσω της μαραμένης απ’ τα φάρμακα και την αρρώστια γλώσσας του, μηνύματα ζωής, στην ετοιμόρροπη ψυχή του. Έτσι, για μιαν ελάχιστη στιγμή, δε νιώθει ετοιμοθάνατος, νιώθει, απλώς, θνητός.

 

ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΟΥ, ΟΛΗ ΝΗΥΧΤΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΤΑΝΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ…

…ξυπνάει με γεύση από χώμα μες στο στόμα  κι αρχίζει να βουρτσίζει, σαν τρελός, τα δόντια του, μέχρις αιμορραγίας των ούλων.  

Στη θέα του αίματος, παίρνει κουράγιο, το καταπίνει λαίμαργα και νιώθει να του μεταγγίζεται ζωή. «Γλίτωσα παρά τρίχα» σκέφτεται, χαρούμενος, και με λατρεία κοιτά τη ματωμένη οδοντόβουρτσα.

Μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό, με ένα «αχ», το ώριμο αχλάδι σωριάζεται στο χώμα

(κι άλλα ασήμαντα περιστατικά από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη  

ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ 2000)

 

ΜΙΛΑΕΙ,  ΜΙΛΑΕΙ,  ΓΡΑΦΕΙ,  ΓΡΑΦΕΙ,  ΓΡΑΦΕΙ…

(… για κορφές,   γκρεμούς,   αιθέρες,

σύμβολα αναβάσεων, πτώσεων, πτήσεων…  εύκολα πράγματα… 

Αντιμέτωπος με το βάραθρο της ψυχής του, μένει βουβός…)

Αυτό το ελάχιστο  δενδράκι,  στην κορυφογραμμή, αυτόν το νάνο, λυγισμένο Άτλαντα  που δείχνει να κρατά τον μολυβένιο ουρανό στη ράχη του,  να μη μας πέσει στο κεφάλι,  κάποιος το βλέπει, κάθε αυγή,  και το δοξάζει που είναι ακόμη εκεί  και  αντιστέκεται στον μολυβένιο ουρανό που θέλει να μας λιώσει!..   Μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό,  με ένα  «ΑΧ»,  το ωραίο αχλάδι σωριάζεται στο χώμα!..  Στο χώμα ένα σκουλήκι, ακόμη ζωντανό,  και,  γύρω – γύρω,  πλήθος λαίμαργα μυρμήγκια που το τραβούν,  το σπρώχνουν,  το δαγκώνουν λυσσασμένα.   Σκυμμένος πάνω τους, ένα πανάγαθος θεός απολαμβάνει τη δημιουργία του!..  (κι άλλα ασήμαντα περιστατικά από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ 2000  

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2026

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

 Έπαθε μια περιφρόνηση

χύθηκε το πρόσωπό της κι έκαψε τους ώμους και το στέρνο.

Χύνονται παντού τα χλωμά του αίματα.

Τα χαρακτηριστικά της έλιωσαν σαν πέτρες.

Μεταχειρίζεται τα ξένα πρόσωπα που συναντά

κι εκείνα που θυμάται.

Με βιασύνη και με μια μικροπρέπεια

κλέβει κρυφά τους τρόπους

των ξένων ανθρώπων και των πραγμάτων.

Με νευρικό ζήλο ενστερνίζεται.

Παραδίνεται στις επιδράσεις των φυσιογνωμιών

κι όπως η θάλασσα που παραδίνεται στις επιδράσεις.

Με ακατάσχετες μεταμορφώσεις διαδέχεται τους ανθρώπους.

Σαν μια γύρη τη σκορπάν οι άνεμοι

που φυσάν από τα ορθάνοικτα παράθυρα…

 

Ψυχή είναι μίμηση σπουδαίου σώματος

αλλά υπάρχει μια ατέλεια, μέσα στον άνθρωπο

συμβαίνει πάντα μια απόσταση!..

 

Κόκκινη θρασεία τρίχα κατατρώγει ολόκληρο το σώμα της

και μια αισχρή ομορφιά σαν του θεού.

Σαν ένα εξάνθημα του ουρανού

και γλειμμένο από φιλήδονα ζώα εκείνο το μακρύ τρίχωμα.

Γυαλίζει και φέγγει σαν μια φωτιά

που πλαγιάζει μετά από μάχη με το νερό και με τον αέρα

και γεννήθηκε μια αύρα και βαριά ανάσα αβύσσου…

 

Ένα νησί το σώμα της κι αυτή ν’ αναρριχάται αδιάκοπα

κι ένας απερίγραπτος και βουερός οργασμός την τράνταζε…

 

Ο ουρανός ξεσκίζεται και πλατιά λέπια ουρανού

σαν του πλατάνου τα φύλλα αιωρούνται

και κατασταλάζουν γύρω από τα δυσκίνητα πόδια της…  




 

Η ΑΔΕΛΦΗ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΙΛΙΓΓΟ

(…στις άκρες της πλατείας τα σπίτια έσβηναν και μάλλον γκρεμίζονταν με μια πολύ αργή κατάρρευση… -

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ από τη συλλογή του Γιώργου Χειμωνά 

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ, πρώτη έκδοση 1975)

Η αδελφή ανεβαίνει με ίλιγγο. Με μαινόμενες σκέψεις που πληγώνουν τον κόσμο. Άλλος τρόπος να παραβιάσεις τον κόσμο δεν είναι παρά να επιβάλεις μια πράξη εν ονόματί του. Εκείνες οι κατακόρυφες πράξεις που γίνονται πάντα με μια μονάχα κίνηση. Συναισθάνεται τα φοβερά εμπόδια και συναισθάνεται πως είναι εμποδισμένη από ένα εμπόδιο βιολογικό και κληρονομικό και μάλλον μνήμη εμποδίου. Μ’ έναν εμετό αρχινά να σκοτώνει ανθρώπους. Συναισθάνεται πως οι άνθρωποι την προείδαν και την προείπαν. Σ’ όλη την ζωή την παραφύλαξαν και την περίμεναν να τους ενσωματωθεί. Ακίνητες μορφές και εξαθλιωμένες την παρακολουθούν μ’ έναν ύπουλο βήχα την περιμένουν με αιματωμένη καρτερία. Χωρίς μνησικακία και χωρίς καμιά σωτηρία και δεν τους καταλογίζει. Αλλά γνωρίζει πως είναι καταδικασμένη σε αιώνια μνήμη ανθρώπων. Αλλά ο φόνος έχει μια πατροπαράδοτη ισχύ και με τον φόνο αναγεννάται και σα να γεννιέται  από την αρχή ο δράστης κι ο κόσμος όλος και η ανατολή. Μπαίνει στο δωμάτιο που θα γίνει η σφαγή. Από την οροφή κατέβαινε μια σκάλα κι εκεί βρίσκονταν παρατεταγμένοι πολλοί άνθρωποι. Με μια συναισθηματική προσοχή την παρακολουθούν. Η αδελφή πρόσεξε πως ήταν πιασμένοι από τα χέρια σαν να χόρευαν ακίνητοι πάνω στην σκάλα. Αλλά είδε ότι δεν ήταν χορός αλλά αυτοί οι άνθρωποι ήταν ενωμένοι στα χέρια. Έλειπε το τελικό μέρος του χεριού κι οι καρποί ήταν κολλημένοι μεταξύ τους. Τα χέρια τους συνεχίζονταν από τον έναν στον άλλον. Εκεί που ενώνονταν οι καρποί υπήρχε μια κόκκινη και μια πρησμένη. Κόκκινη ουλή και τα χέρια εκείνα έμοιαζαν με σιδερένιους σωλήνες ενωμένους σαν οξυγονοκολλημένα. Στρέφεται προς τους ανθρώπους. Αλλά είδε πως βρισκόταν στο κέντρο μιας μεγάλης πλατείας. Στις άκριες της πλατείας τα σπίτια έσβηναν και μάλλον γκρεμίζονταν με μια πολύ αργή κατάρρευση. Στο κέντρο της πλατείας ήταν οι άνθρωποι εκείνοι  και  σαν να ανήκαν σε άγαλμα!.. Σαν ν’ ανήκαν σ’ έναν άθλο. Πολλοί άνθρωποι που έγερναν και χύνονταν ακράτητοι παντού σαν ένα κοίτασμα ανθρώπων. Στην κορυφή στεκόταν μια όρθια μορφή. Επιβλητική αλλά επουλωμένη μετά από άγριο βασανισμό. Οι άνθρωποι έστρεφαν και την κοίταζαν με μιαν έκσταση. Αλλά είχαν όλοι μιαν αφύσικη στάση που θα την έλεγες απάνθρωπη. Στριμμένοι και στρεβλωμένοι σχεδόν γονατισμένοι γύρω της αλλά ήταν έτοιμοι να ανασηκωθούν και να ορμήσουν προς τα εμπρός. Αλλά είχαν ανάγκη να κοιτάξουν πίσω τη μορφή για να ορμήσουν. Σαν απαγχονισμένοι και τα εξαρθρωμένα τους κεφάλια έστρεφαν να την βλέπουν απελπισμένοι αλλά εμπνευσμένοι. Μ’ έναν μάταιο και δουλικό ενθουσιασμό. Αλλά τον όφειλαν αποκλειστικά σ’ εκείνην την γιγάντια και τιμωρημένη μορφή. Έσχατοι άνθρωποι και γυρνούσαν να πάρουν τη δύναμη κι αναζωογονημένοι για τελευταία φορά. Αλλά το ξεσήκωμά τους δεν θα κρατήσει πολύ κι ήταν ένα τελευταίο λαμπάδιασμα των μυώνων. Η αδελφή σκοτώνει εκείνους τους ανθρώπους και σα να τους τιμά. Μ’ ένα τσεκούρι αποχωρίζει τα κεφάλια τους που έστρεφαν αλλού. Από τους ξεσκισμένους λαιμούς αλλά δεν βγαίνει αίμα. Ανοιχτές οι άσπρες αρτηρίες και βγαίνει ένας ελαφρός συριγμός και μυρωδιά καμένου λεμονιού. Η αδελφή αισθάνθηκε έρημη και τρόμαξε από τη θέα.

 

ΑΛΛΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ   

(…τέλος του ανθρώπου οι άνθρωποι…)

Τον καιρό που η αδελφή εκφράζεται από τον αδελφό. Ακατανίκητες βουλές να παρουσιάζεται. Ολόκληρο το αίμα της και σπλάχνα βαθιά ανέβηκαν στην επιφάνειά της. Σαν μια υπεραιμία όλη της η ψυχή αναδύθηκε και άπλωσε κάτω από την όψη της. Άλλος τρόπος από το σώμα δεν είναι. Ψυχή είναι μίμηση σπουδαίου σώματος. Έτσι συνέχεια παρουσιάζεται κι όλο ετοιμάζεται να παρουσιαστεί. Αχνός υγρός αναδίδεται από το φουσκωμένο δέρμα της. Συμβαίνει μία βλάστηση στο σώμα της αδελφής. Αδιόρατα κι από καιρό είχε αρχίσει. Η αδελφή έβγαζε ένα κόκκινο τρίχωμα. Σα να την σκέπασαν πληγωμένα φύκια. Κόκκινη θρασειά τρίχα κατατρώγει ολόκληρο το σώμα της και μια αισχρή ομορφιά σαν του θεού. Σαν ένα εξάνθημα του ουρανού και γλειμμένο από φιλήδονα ζώα εκείνο το μακρύ τρίχωμα. Γυαλίζει και φέγγει σαν μια φωτιά κι ενώνεται σπαράζοντας με το νερό και με τον αέρα και γεννήθηκε μια αύρα και βαριά ανάσα αβύσσου που διαρκώς ανακινεί εκείνο το άπληστο τρίχωμα και σαν ένας αγρός κυματισμός μακρόσυρτη παλίρροια να ζωογονεί ατελείωτα την πελώρια και τρομερή καλλονή εκείνης της αδελφής την ζωντανή και οργισμένη βάτο. Στις ιδρωμένες ρίζες των τριχών βλασταίναν ακατάπαυστα όργανα εμβρύων ζώων. Πρόγονοι του σταριού και των βοτάνων κι έβλεπες που γυαλίζαν τυφλά μάτια καβουριών και τρυφερά ράμφη άγριων πουλιών νύχια μεταξωτά αιλούρων. Λείοι εγκέφαλοι πιθήκων και ξύλινα αυγά δασών κι ήταν η αδελφή αυτή σαν ραντισμένη με σπόρους ζώων και ζωής και η θερμή της κόκκινη υγρασία τους ευνόησε.  Ένα νησί το σώμα της κι αυτή ν’ αναρριχάται αδιάκοπα κι ένας απερίγραπτος και βουερός οργασμός την τράνταζε. Στο ανώμαλό της μέτωπο φυτρώναν δυο κέρατα. Μακριά και καμπύλα και σαν από αλάβαστρο και το κεφάλι της να μοιάζει με λύρα και με όπλο. Τα κέρατα είχαν ένα συνεχές τρεμούλιασμα σαν μια αγωνία. Αγελάδα και ήπειρος κι από το τεράστιο στόμα της στάζει παχύ σάλιο σαν γάλα πικροδάφνης και στο απαλό γύρσιμο του κεφαλιού. Ο ουρανός ξεσκίζεται και πλατιά λέπια ουρανού. Σαν του πλάτανου τα φύλλα του ουρανού αιωρούνται και κατασταλάζουν γύρω από τα δυσκίνητα πόδια της. Βγάζει ένα πορφυρό φως ένα ιώδιο. Οι άνθρωποι νοτισμένοι ακολουθούν τις κόκκινες εκείνες πατημασιές. Τα ίχνη από τις τρομαχτικές οπλές του αδελφού. Η αδελφή έχει χωμένο βαθιά στον κόλπο της ένα χοντρό ξύλο κι αμάραντος φαλλός έρωτας που σαπίζει. Η αδελφή τρέφεται με ανθρώπους. Σκύβει και τα ξινά της χνώτα σκεπάζαν με όνειρο δριμύ τα πρόσωπά τους. Τρίζοντας οι άνθρωποι αφανίζονται μέσα σ’ εκείνο το σαρκοβόρο  τρίχωμα θάλασσα των σαργάσσων. Ένα απότομο τίναγμα σαν δίνη. Σαν άγριος παφλασμός μιας φυλλωσιάς κι αυτό δείχνει πως καταποντίστηκαν για πάντα μέσα στο κόκκινο αίμα της. Στις άκριες των χωραφιών αφήνει το χαλί με τον αδελφό. Φριχτά υποφέροντας βγάζει από μέσα της σφίγγεται ν’ αποβάλει κι εγκαταλείπει πίσω της τα μαλακά λείψανα των ανθρώπων σαν πολτοί. Δοξασμένο ζώο από εκείνα που γεννάν έθνη. Εξαίσιο δάσος η αδελφή και το διαπερνά σαν ένα χάραμα ο θαμπός αδελφός. υπάρχει μια ατέλεια. Μέσα στον άνθρωπο συμβαίνει πάντα μια απόσταση.  Όσα πράγματα περνάν από άνθρωπο πεθαίνουν. Οδηγεί σε αόμματες εμφανίσεις και τότε τα πράγματα που γεννούνται είναι τα αντίθετα των θαυμάτων. Η απορρόφηση των ανθρώπων δεν ήταν ο τέλειος σκοπός της αδελφής αλλά ήταν μια έμμονη πράξη αλλά μια ενδιάμεση. Εξάμβλωμα αφού η τέλεια πράξη είναι ότι απαιτείται μια ανυπολόγιστη αφθονία ανθρώπων. Αλλά μονάχα ανθρώπους μπορεί να χρησιμοποιεί ο άνθρωπος. Όποια να είναι η ιδέα κι όποια η προφητεία ο άνθρωπος θα χρησιμοποιεί πάντα ανθρώπους και πάντα με ανθρώπους θα επιστρέφει. Τέλος του ανθρώπου οι άνθρωποι.

 

ΕΠΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΕΚΟΥΝ ΣΤΙΣ ΚΑΜΑΡΕΣ ΚΙ ΑΤΕΝΙΖΟΥΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΣΑ   

(…ξαφνικά που όλα επρομηνούσαν την βασιλεία της αδελφής…)

Αλλά αναίτια και άθεα. Σαν την κεραυνοβόλο αρρώστια κι απότομα εκόπασε η αδελφή. Μυστικός μαρασμός και μία μελαγχολία άγνωστη την εμάρανε. Τώρα βαριά σέρνεται η αδελφή με κούραση θανάτου. Κηλίδες έσκασαν επάνω της σαν τα φριχτά σπυριά της Κρήτης και απότομα σημάδια αποκρουστικά πως πια τελείωσε η ερυθρή ζωή της Πολύ προτού συντελεστεί και πριν εκπληρωθεί εκείνο το πάθος της εντολής. Να πει το φως του αδελφού και να τον εκφραστεί. Άδικα άδικα η κόκκινη προβιά θάμπωσε και ετρίφτη Απογυμνώθηκε το κάτισχνο κορμί της και φάνηκε πόσο λιγνή έπεσε καταγής εστέγνωσε. Σαν ένα πετσί μέσα από το καμένο σώμα της ανέμιζε η ψυχή της ξεραμένη στον άνεμο μια πέτσα. Μια βαθιά κι αργή ανάσα γέρνει και σβήνει. Μ’ έναν αδύναμο βόγγο έγειρε η κόκκινη γυναίκα να τελειώσει.  Ορφανή του κόσμου όλου κι έλιωσε σαν μια μικρή Δομνή. Καμιάν ανάμνηση πως είχε για αδελφό εκείνον που χτυπήθηκε από την ανώφελη αλλά φαντασμαγορική μοίρα των ανθρώπων. Γιατί υπάρχει ένα χάρισμα που προορίζεται πάντα σ’ έναν αδελφό των ανθρώπων και όχι στους ανθρώπους. Υπάρχει η άβυσσος ανάμεσα στον αδελφό των ανθρώπων και στους ανθρώπους. Αναλύθηκε ξαφνικά και χάθηκε η αδελφή ένα μικρό νερό. Αφήνει μονάχο στο νεκρό της πλάι εκείνον τον αδελφό. Αιώνων ζωντανός αλλά ακίνητος για όλη τη ζωή του κόσμου. Αστράφτει μέσα από τη λαμπερή του σιωπή και μέσα από το μισάνοιχτο χαλί άστραφτε σαν χαράδρα.

 

παρουσιάστηκαν εφτά καμάρες σαν πύλες.  Όρθιες ή τρύπιες ημέρες κι όλες μαζί εφαίνονταν ερείπιο υδραγωγείο. Αλλά και σαν αψίδες κολλητές πάνω σε εγνατία κι ετοιμόρροπες οι αποκεφαλισμένες τιτανομαχίες και ρημαγμένες οι μάχες των λαών και σκίστηκαν οι τεντωμένες κνήμες των πολεμιστών κι ανάβλυζαν σκληρά βρύα κι εκείνος ο ταπεινός ήλιος του πηλού. Εφτά άνθρωποι στέκουν στις καμάρες κι ατενίζουν προς τα μέσα. Η αδελφή του παρατηρεί με αδιαφορία. Μ’ εκείνο το βλέμμα σαν πρησμένο των ετοιμοθάνατων. Αλαζονικά ο καθένας κατέχει την κάμαρά του κι όλοι φορούν άσπιλες ενδυμασίες πολέμου και μοιάζαν με ευαγγελιστές με τα ειδικά σημάδια. Ολόισια ακτινοβολούν όπως η αλήθεια την ώρα που πεθαίνει. Ένας πατά πάνω σε αίματα ζώων κι ο εραστής του ο μάντης τον παρακαλεί μη περνάς και του φιλά τα πόδια. Όμως αυτός λυσσομανά και ταράζεται

 

σαν κροταλίας του μεσημεριού και με κλαγγές που μονάχα ο ήλιος μπορεί και βγάζει. Τρία βουνά κουβαλά επάνω στο κεφάλι του και σειούνται οι βαθιές τους σκιές κι οι χαίτες των δασών τους και πίσω από την ασπίδα έχει κρυμμένες εκκλησίες που με τις χάλκινες καμπάνες τους βοούν κι αγγέλλουνε τον τρόμο. Η υπερκόσμια ασπίδα του έχει ένα ουρανό κι εκεί στη μέση του μάτωνε ακόμα ο κομμένος ομφαλός της νύχτας φεγγάρι το πρωτότοκο

 

Δεύτερος προβάλλει από την κάμαρα που ονομάζεται. Χειρότερος από τον πρώτο βρίζει λυσσασμένα τον θεό κι αυτός τα βάζει με το θεό κι όχι με τους ανθρώπους. Σηκώνει ψηλά χοντρό εικόνισμα όπου έχει έναν γυμνό άνδρα να κρατά φωτιά και βγάζει μια φωνή ντυμένη στο χρυσάφι θα κάψω

 

Τρίτος επάνω σε αφηνιασμένο άρμα και τον περιτυλίγει ο σφυριχτός ρόγχος των αλόγων καθώς οι ακράτητες αναπνοές τους χυμάν με αφρούς και αίματα μέσα σε σιδερένιες σάλπιγγες που είναι μπηγμένες βαθιά στα ξεσκισμένα τους ρουθούνια σαν αιδοία και στην ασπίδα που λαμποκοπά ένας πολεμιστής που σκαρφαλώνει πάνω στους τρούλους και με ολοζώντανες που τρέμουν συλλαβές ερεθίζει κι αυτός τον θεό να τον καταδιώξει αν τολμά από τα επταπύργια. Τέταρτος άλλος

 

βαστάζει στη ράχη ένα ολόκληρο αλώνι όπου μανιάζει ένας τυφώνας και βγάζει φωτιές μαύρους καπνούς και το αλώνι περικυκλωμένο φίδια σαν πλεκτάνες φιδιών

 

Τον πέμπτο λέω αγένειο παιδί κι αφίλητο. Έρχεται από τα βουνά κι έχει μαζί την θηλυκιά του μιαν αίγα που φορά αστραφτερά στολίδια αγαπημένης. Δασύς έφηβος θρεμμένος με στυφνό κι άγρια μούρα και στην ασπίδα του ένας φριχτός αρχάγγελος που ζει από το ωμό κρέας κρατά κάτω από τα νύχια του έναν άνθρωπο και τον κρατά μην κουνηθεί ώστε να τον πετύχει ο θάνατος

 

Αλλά ο έκτος κι η ασπίδα του σβηστή. Με λυπημένα μάτια σε άλλα οδηγεί

και σιωπά.

 

Τώρα ο έβδομος

 

Εκεί στις έβδομαις τις πύλες είναι ο άλλος αδελφός απαίσια μεταμφιεσμένος σε γυναίκα που παριστάνει τη Δίκη και με λάσπες βαφές στην άθλια όψη να φαίνεται γυναίκα.  Ολόκληρος σε άσπρα υφάσματα που τον σκεπάζουν από παντού   κι η αιματηρή του στύση αιμάτωνε τα γυναικεία πέπλα.   Αμίλητος υψώνει μιαν αμείλιχτη ασπίδα προς τον αποκαθηλωμένο με την άταφη σιωπή.   Επάνω στην ασπίδα είναι ένας ολόχρυσος  και τον οδηγεί μια Δίκη που σύγκορμη ακούγεται μέσα από γράμματα βαθειά.  Να μιλά κι αντηχούν οι αιώνες σαν στοές. Θα οδηγώ τον άνθρωπο αυτόν να επιστρέφει να πάρει  

Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το ΑΔΕΛΦΟ του, Κέδρος 1975  

 

ΟΠΟΙΑ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΕΑ ΚΙ ΟΠΟΙΑ Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

(…ο άνθρωπος θα χρησιμοποιεί πάντα ανθρώπους…)

Παρουσιάστηκαν επτά καμάρες σαν πύλες. Όρθιες ή τρύπιες ημέρες κι όλες μαζί εφαίνονταν ερείπιο υδραγωγείο. Αλλά και σαν αψίδες κολλητές πάνω σε εγνατία κι ετοιμόρροπες οι αποκεφαλισμένες τιτανομαχίες και ρημαγμένες οι μάχες των λαών και σκίστηκαν οι τεντωμένες κνήμες των πολεμιστών κι ανάβλυζαν σκληρά βρύα κι εκείνος ο ταπεινός ήλιος του πηλού. Εφτά άνθρωποι στέκουν στις καμάρες κι ατενίζουν προς τα μέσα. Η αδελφή του παρατηρεί με αδιαφορία. Μ’ εκείνο το βλέμμα σαν πρησμένο των ετοιμοθάνατων. Αλαζονικά ο καθένας κατέχει την κάμαρά του κι όλοι φορούν άσπιλες ενδυμασίες πολέμου και μοιάζαν με ευαγγελιστές με τα ειδικά σημάδια. Ολόισια ακτινοβολούν όπως η αλήθεια την ώρα που πεθαίνει. Ένας πατά πάνω σε αίματα ζώων κι ο εραστής του ο μάντης τον παρακαλεί μη περνάς και του φιλά τα πόδια. Όμως αυτός λυσσομανά και ταράζεται σαν κροταλίας του μεσημεριού και με κλαγγές που μονάχα ο ήλιος μπορεί και βγάζει. (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Ο ΑΔΕΛΦΟΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ πρώτη έκδοση 1975)

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2026

ΤΙ ΕΙΝΑΙ

 (…δεν ήξερες αν είναι σκιρτήματα τρόμου

ή εκείνο το αργοκίνημα της μοίρας

που τίναζε το πρόσωπο προς τον ήλιο…)


Η ζωή του αδελφού ζούσε μ’ ένα βαθύ πάθος δειλίας.
Σκεπασμένος με παλάμες και πίσω από τις λειτουργίες, πίσω από τους ανθρώπους τον ακούν.
Μέσα σε αφώτιστα δωμάτια κι άκουες ένα σύρσιμο γονάτων
και οι μικρές του αναπνοές σα μαλακά φύλλα
τα τρυπούσε ένα - ένα το σίδερο της σιωπής και σκιζόταν πνιχτά.
Ντυμένος με πλατειά ρούχα για να κατορθώσει ένα θρόισμα.
Στο πρόσωπο πάντα οι δυο παλάμες του μη το δεις.
Ζώο κιονόκρανο εκείνο το μεγάλο κεφάλι σαν τρισμέγιστο
με τα δυο ορθάνοιχτα χέρια σαν σκελετοί βλεφάρων
που επί χρόνια τα έγλειφαν οι βροχές και τα κατάφαγαν.
Από τις σχισμές των τεντωμένων δαχτύλων ξεχείλισαν
και στάζουν τα φραγμένα μάτια.
Άκουες σαν μια υπόκωφη επιληψία της γλώσσας
και όταν κατάπινες άκουες σα να θρυμματιζόταν
κι έσπανε ο λαιμός.
Η δειλία του αδελφού εμπνέει μιαν έντρομη δειλία.
Οι καταστάσεις των ανθρώπων είναι δαμασμένες.
Ο άνθρωπος οφείλεται.    Ο άνθρωπος είναι μικτός.
Ο άνθρωπος είναι εκθαμβωτικά καθαρός.
Η δειλία του αδελφού λες πως προέρχεται
από μια απραγματοποίητη αλλά αλησμόνητη ταπείνωση.
Καταλήγει σ’ ένα είδος καταχθόνιας ντροπής.
Έλεες πως ο αδελφός δεν υπάρχει ακόμα
κι όλο μαζεύεται και αποτραβιέται
και με λυπητερούς μικρούς σπασμούς αποτραβήγματος.
Εκεί στις απόκρημνες άκριες
όπου χύνονται όλες οι ζωές των ανθρώπων
κι εκεί αντιστέκεται μ’ ένα ένστικτο σύμπαντος.
Όπου κατακαθίζουν αργά και απλώνοντας βυθίζονται αργά
και κυματίζοντας σαν αργά χέρια
και κατακάθονται οι βαριές ζωές των ανθρώπων.
 
Ο αδελφός φυλά εκείνη την πύλη του προσώπου.
(αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά
Ο ΑΔΕΛΦΟΣ, εκδόσεις Κέδρος πρώτη έκδοση 1975)

 

 


ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΙΩΓΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ

(κι άλλα αποσπάσματα από το ΑΔΕΛΦΟ του Γιώργου Χειμωνά, 1975)

Η οικογένεια έμενε πίσω να τον περιμένει κι η αδελφή με αναφιλητά τον περίμενε. Εκείνος τους ακολουθεί από μεγάλη απόσταση και τα χέρια συνέχεια στο πρόσωπο. Απότομα τίναζε το κρυμμένο του πρόσωπο προς τη φυλή και προς τον ήλιο. Τα μακριά του ρούχα σαν ράσα ξεσκίζονται και πέφτει. Οι αγκώνες του πληγωθήκαν και ράγισαν. Τα υψωμένα χέρια του που φύλαγαν το πρόσωπο αγκυλώθηκαν και δεν άντεχαν. Τότε ξάπλωνε και σερνόταν με τους ώμους και την κοιλιά. Σήκωνε από καταγής το πρόσωπο κι ανάμεσα από τα δάχτυλα έβλεπε τη φυλή να σβήνει μακριά σαν ένα θυμίαμα. Ο λαός άφηνε πίσω πεθαμένους σαν μικρές ράχες που επιπλέουν στο χώμα. Του φάνηκε πως αναγνώρισε τον πατέρα του πεθαμένο. Ακόμα φορούσε ένα μακρύ και μπεζ παλτό. Ήταν ένας συνεσταλμένος και συναισθηματικός άνθρωπος και τότε θυμήθηκε μιαν ώρα που ο πατέρας του ανέβαινε κλαίοντας τη σκάλα. Από χαμηλά ο πατέρας τον κοίταζε με μια λύπη αγριεμένη σαν έχθρα. Γονάτισε πλάι στον πεθαμένο κι αρχινά να κουνιέται δεξιά αριστερά μ’ εκείνο το αργοκίνημα της μοίρας και τα χέρια όλο στο πρόσωπο. Ξαφνικά ο πατέρας άνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε τρομαχτικά. Τα μάτια του κατακόκκινα σαν από τράχωμα κι ακτινοβολούσαν μ’ έναν υπερφυσικό κόκκινο φωσφορισμό. Ο πατέρας ανασηκώθηκε κι αγωνιζόταν να δαγκάσει γαύγιζε σαν εξαγριωμένο σκυλί και το κεφάλι του ήταν από σκύλο.

 

Τι είναι

Επαληθεύθηκαν οι κατακλυσμοί σαν μια άνοιξη είχαν αρχίσει. Μια τεράστια άνοιξη έγειρε ξαφνικά πάνω από τη γη κι έγερνε σαν ιτιά. Με κόπο διέσχιζε την ακόλαστη βλάστηση με τα χέρια στο πρόσωπο να δει. Γιατί τα δάχτυλα εμπόδιζαν να δει και το κεφάλι του από σκυμμένο τιναζόταν απότομα ψηλά. Όπως το κεφάλι του αρπαχτικού πουλιού που με απότομα κινήματα του κεφαλιού ταιριάζει τα μάτια του για να δει. Δεν ήξερες αν είναι σκιρτήματα τρόμου ή άρπαζε με το στόμα μικρές και σπάνιες τροφές με δυσεύρετη σόγια.

(αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Ο ΑΔΕΛΦΟΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1975)

 

ΞΑΦΝΙΚΑ ΗΡΘΕ ΚΑΙ ΣΑ ΝΑ ΕΣΚΑΣΕ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ  

(…ο αδελφός ερράη…)

Τα χέρια του χαμηλώσαν μ’ έναν επιθανάτιο πτερυγισμό και τα ενδύματα σκίσθηκαν σε δυο από πάνω ως κάτω μ’ έναν τραχύ τρόπο. Εγεννήθηκε ο αδελφός και προκλητικά υπάρχει. Κάθε γέννηση γεννιέται δίδυμη με τον εχθρός της. Για πολύν καιρό επικρατεί και πολεμά ν’ αποτρέψει. Ύστερα ο εχθρός αποκτά μια σκοτεινή αγαθότητα που προκαλεί φόβο κι ασάλευτος παρακολουθεί με μιαν αλύπητη ευγένεια. Ό,τι γεννιέται είναι μια τελευταία γέννηση. Νευρικά και κρυφτά γεννιώνται οι σκέψεις και τα συναισθήματα μέσα στις ανήλιες διακοπές του κόσμου. Φαίνεται πως άβυσσος δεν υπάρχει κι είναι γεμάτη ιστούς. Μια εντατική ησυχία τον κατέλαβε σαν μια ατέλειωτη γνώση που αντηχεί ατέλειωτα ως τα σιωπηλά βάθη της ακοής. Αφού γνώση είναι μια απέραντη ερημία της ψυχής. Παραδόθηκε με μιαν επηρμένη ακινησία. Το σώμα του ακούμπησε ήρεμο πάνω στον αιώνιο τοίχο των προσευχών. Επάνω στον αιώνιο τοίχος του χάους κι αναπαύτηκε. Έθρεψε πάνω στον κρύο τοίχο. Η ανθρώπινη ψυχή του αντικαταστάθηκε. Μια τρομαχτική τόλμη τον περιβάλλει τώρα αλλά δεν λέγεται και δεν δρα. Σαν μία χάρη αποτρόπαιη σαν στυγερή χάρη τον περιβάλλει. Η αποκορύφωση του ανθρώπου είναι να μην χρησιμοποιεί. Τόσον καιρό αυτή την τόλμη την αντίσκοβε εκείνη η δειλία αλλά και με τριξίματα την προανάγγελνε κι ετοίμαζε. Στο τέλος των συναισθημάτων υπάρχει πάντα ένας απέραντος κόπος που οδηγεί στα αντίθετα συναισθήματα. Γιατί αντίθετα συναισθήματα δεν υπάρχουν. Ο φανερωμένος αδελφός είναι αβάσταχτος και καταστροφικός για τους ανθρώπους. Η ερεθισμένη αδελφή με μια φανατισμένη συγγένεια. Διαισθάνεται την εκτυφλωτική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον αδελφό και στον κόσμο. Με την ψυχή στο στόμα η αδελφή αναλαμβάνει να τον εκδηλωθεί και να τον ενσαρκωθεί στους ανθρώπους. Με μια τυφλή εκφραστική μανία να παραδέρνει σαν χορεία. Μέσα σε βαρύ χαλί τον μεταφέρει με τα χέρια της τραβώντας σαν ανακομιδή. Να διασχίσει ολόκληρους τους ανθρώπους.

 

Η ΑΔΕΛΦΗ. Η αδελφή ανοίγει αργά. Βρωμάει!

(…κι από τον κόλπο της κατεβαίνουν ακάθαρτα αίματα

και γυρίνοι κι εκείνο!..)

…το ακίνητο ιερό οστούν σα να γεννά τεντώνει προς τα πίσω σπα κι όλο το έντερο βγαίνει από πίσω και σέρνεται στο χώμα σφύζει φριχτά η γεννημένη για τα καθαρά συναισθήματα. Σε ατίθασους ανθρώπους την δέσαν κι έπειτα μαστιγώνουν. Σκισμένη γλείφει τα χυμένα της αίματα για να ξαναενωθεί. Χαίνει η τρυφερή λεκάνη της κι αχνίζει και καθισμένη εκεί σαν με τη βία στημένη και καθηλωμένη. Αντίκρυ σ’ έναν ήλιο που είναι κόκκινος σαν γιουγκοσλαβικός. Αφού όλα τα συναισθήματα των ανθρώπων στέκονται μαζεμένα στην ίδια όχθη και συναθροισμένα. Σταματημένα και μέσα σε μια παραζάλη και σ’ έναν σπαραχτικό συνωστισμό πεθαίνουν μέσα στην αγωνία να περάσουν. Αλλά τα προλαβαίνουν και τα τρων ένα είδος προϊστορικά συναισθήματα που πλαταγίζουν σαν προϊστορικά.

 

ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ  ΚΙ  ΑΥΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΜΙΑΝ ΑΦΥΣΙΚΗ ΑΝΘΗΣΗ

(…ο ύπνος της ταράζεται από τις σημασίες…)

 Κατανικά και αψηφά.   Στην αρχή χρησιμεύει το σώμα της  για να προσανατολιστεί προς τον αδελφό.  Γιατί άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει.   Ψυχή είναι  ένα ακατάπαυστο σώμα που δεν καταλήγει.  Τανύει το σώμα της  κι  όσο ποτέ δεν το άνοιξε  το ανοίγει επάνω στον αδελφό. Απομυζά τον παραμικρό ιδρώτα  τρώει τα σκύβαλά του.   Όμως δεν φτάνει ως το βυθό  του σώματος του αδελφού  κι  εκτεθειμένη στον ελεύθερον αέρα.   Έπαθε μια περιφρόνηση  χύθηκε το πρόσωπό της  κι  έκαψε τους ώμους  και  το στέρνο.   Χύνονται παντού τα χλωμά του αίματα.   Τα χαρακτηριστικά της έλιωσαν σαν πέτρες.   Μεταχειρίζεται τα ξένα πρόσωπα που συναντά  κι  εκείνα που θυμάται.   Με βιασύνη  και με μια μικροπρέπεια  κλέβει κρυφά  τους τρόπους των ξένων  ανθρώπων  και  των πραγμάτων.  Με νευρικό ζήλο ενστερνίζεται.  Παραδίνεται στις επιδράσεις των φυσιογνωμιών  κι  όπως η θάλασσα που παραδίνεται στις επιδράσεις.  Με ακατάσχετες μεταμορφώσεις διαδέχεται τους ανθρώπους.  Σαν μια γύρη την σκορπάν οι άνεμοι  που φυσάν από τα ορθάνοιχτα πρόσωπα!..   [Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το ΑΔΕΛΦΟ του 1975]

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2026

Η ΗΔΟΝΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΕΝΑΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ

  (…που δεν οδηγεί πουθενά…) Κάποιος που ξαφνικά, θυμήθηκε ότι η γη κινείται, αρχίζει να ζαλίζεται και να παραπατά. Θέλει οπωσδήποτε, ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ