Δώσε, Κύριε, να ’μαστε πάντοτε έτοιμοι,
και μαζί με
τη βροχή σου στάλαξε στ’ αμπέλια
την
ευσπλαχνία να λησμονάμε,
σπίτι ποτέ
δεν χτίσαμε και ζήσαμε έξω απ’ τη θλίψη μας
για να μην
μας βρίσκουν,
πλάι στους
φράχτες κοιμηθήκαμε
σκεπασμένοι
μόνο με το μυστικό μας,
και πάντα
από σιωπηλούς δρόμους πηγαίνουμε
έρημοι,
γυμνοί,
ενώ κάποιος
που πεθαίνει αυτήν την ώρα περπατάει,
με τον
μανδύα του αυτός, μαζί μας…
Πολλά
χρόνια πέρασαν.
Μάχες
χαμένες κι άλλες που τις κερδίσαμε
χωρίς ποτέ
να το μάθουμε,
και πάντα η
λησμονιά και τα φύλλα που έπεφταν.
Αλλά θα
’ρθει μια μέρα
που θα
κλείσουμε ειρήνη με το όνειρο,
αιώνια κυνηγημένοι
–
ώσπου τη
νύχτα ήταν αδύνατο να μην τους συγχωρήσεις.
Κι αχ, μόνο
μ’ αυτό ζήσαμε,
μ’ αυτό που
δε θα βρει κανείς ποτέ μέσα στις ιστορίες μας.
[κι άλλα αποσπάσματα
από τη συλλογή ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ, χορικό 1974 με ΚΛΙΚ στην εικόνα των λέξεων του
Τάσου Λειβαδίτη]
ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ, ΑΛΗΘΕΙΑ,
ΝΑ ΔΙΗΓΗΘΩ ΚΑΠΟΤΕ ΟΤΙ ΠΑΝΤΑ ΠΕΡΙΜΕΝΑ…
και
συχνά μ’ έπιανε πανικός, πως έχω ευθύνη για όλους και πως έπρεπε εγώ να το δω,
αλλιώς είμαστε μάταια φερμένοι στον κόσμο,
ένα ποτήρι ράγιζε τότε ή έτριζε η σκάλα, κι αυτό ήταν η μόνη
ανταπόκριση, τα βλέμματά μας, ωστόσο, δεν έμειναν πολύ πάνω στη νεκρή, γιατί το
μυστικό ήταν αλλού, σ’ εκείνη τη νύχτα που μικρό κορίτσι ακόμα είχε χάσει το
δαχτυλίδι της ανεξήγητα, και το βλέπαμε τώρα στο χέρι της, το ίδιο ανεξήγητα, ή
ίσως για να το καταλάβουμε πως πάντοτε έλειπε, και το ανείπωτο καθόταν στην
παλιά κάμαρα,
ώρα,
λοιπόν, να προσευχηθούμε: Κύριε, μη μας εγκαταλείψεις, ιδιαίτερα την ώρα που
βραδιάζει και πηγαίνουμε σχεδόν με προφύλαξη πίσω απ’ τη σκιά μας, που πιο ξένη
κάθε μέρα κάποιον άλλον κι εκείνη ακολουθεί.
ΘΑ ’ΠΡΕΠΕ, ΙΣΩΣ, ΝΑ
ΚΑΝΩ ΕΝΑΝ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ
να
βάλω, έστω, λίγη τάξη σ’ όλες αυτές τις σκιές, όμως εκείνη η συνάντηση είχε
καθοριστεί από την πρώτη μέρα, βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο άξαφνα, φυσικά δεν
μίλησα, εξάλλου πώς να συνεννοηθείς, και με ποιον, κι όπως ύστερα οι άλλοι
οπισθοχωρούσαν τρομαγμένοι, έσκυψα και μάζεψα τα κομμάτια της σπασμένης λάμπας,
σαν να ’πρεπε να τα πάρω όλα επάνω μου, και μόνον όταν είσαι παιδί φθείρεσαι
ακίνδυνα από τα όνειρα,
μα
είναι κάποιοι που μια μέρα θα τρομάξουν μπροστά στον πλούτο που μάζευαν, χωρίς
να το ξέρουν, αφού η ασήμαντη ζωή τους άφησε ανέπαφο το πιο σημαντικό, και ο
λόγος είναι μάταιος, αν δεν κρατάει μέσα του τη σιωπή, που μας άρχισε
ΑΙΩΝΙΑ, ΣΚΟΤΕΙΝΗ
ΑΠΟΔΗΜΙΑ, ΛΑΟΙ ΠΟΥ ΠΛΑΝΙΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ
πουλιά
που διασταυρώνονται με το ποτέ ή το πουθενά.
Κι ίσως τα δένδρα στάθηκαν μαντεύοντας το
άσκοπο του δρόμου.
ΠΟΙΟΣ
ΕΙΝΑΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΩΜΟ ΜΑΣ…
(…Πανάρχαιο, σκοτεινό παιχνίδι, όπου ο Ποιητής
ξέρει να χάνει με μιαν απρόβλεπτη κίνηση…)
συγκατανεύοντας
σε κάποιον άλλον, πίσω μας, και συνεννοούνται έτσι, χωρίς εμάς, γύρισα τότε να
δω, αλλά ποιο μυστικό φυλάχθηκε ποτέ με τόση πανουργία, κι όλα τ’ άλλα είναι
εικασίες μέσα στις μαύρες σκιές, «όχι, εδώ δεν έμενε ποτέ κανείς» είπα, κι όταν
τέλος το αμάξι σταμάτησε στην πόρτα, κανείς δεν κατέβηκε, γιατί το ακατανόητο
ήταν κιόλας μέσα στο σπίτι, κι ο γέρος στην πόρτα φορούσε ένα μαύρο φαρδύ ρούχο
για τα υπόλοιπα,
σαν
τους φτωχούς, που όταν πεθάνουν είναι ανάλαφροι στο φέρετρό τους, αφού η Μοίρα
τους ξόδεψε, και μόνο για την ψυχή τους δε βρήκε αγοραστή, κι όταν οι άλλοι
γυρίζουν στην πόλη και τελειώνουν τη μέρα, οι φτωχοί νεκροί απορούν άξαφνα, που
ενώ περνάει η ώρα δεν έρχεται κανείς να τους διώξει.
Ή ΚΑΠΟΤΕ, ΑΞΑΦΝΑ,
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΥΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΚΟΙΤΑΕΙ,
σαν
να ’ρθατε γι’ αυτό στον κόσμο, δε μιλάτε, όμως το βλέμμα του, περνώντας, έχει
ξανά στο αναπάντητο γυρίσει, απ’ όπου η θεία χάρη ή μ’ ατέλειωτους πόνους σου
δόθηκε, κι άλλοτε καθώς ένα λαγήνι πλάθεις ή γράφεις μια λέξη στην άμμο, ο
χωρισμός κιόλας στέκεται ανάμεσά σας, κι εκείνος που σηκώνεται και φεύγει, τώρα
ξέρουμε πού πάει, μόνο μας πρόλαβε, όπως οι μητέρες – που, αν το βράδυ
σκοτεινιάζει, είναι που κουρασμένες αποκοιμήθηκαν για λίγο.
Ο ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ
ΠΥΡΕΤΟΣ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ, ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΠΝΟΙΕΣ ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ,
και
πάλι παλιές διηγήσεις, ενώ το ήρεμο αδράχτι των γυναικών οδηγούσε μυστικά τις
ώρες. Κανείς δεν μας αναγνώρισε όταν γυρίσαμε,
καθίσαμε
κι εμείς μες την ανωνυμία μας, σαν τον ξυλοκόπο
μες
στη συγγνώμη των δένδρων, ώσπου σιγά-σιγά μας ξέχασαν,
δεν
είχαμε ούτε όνομα, ούτε προσδοκία. Όπως τ’ αγάλματα είναι αθάνατα,
συντηρώντας
μια θνητή μας ώρα.
ΚΙ ΙΣΩΣ ΑΥΤΟ, ΠΟΥ
ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΜΕ, ΗΤΑΝ ΟΤΙ ΕΜΕΙΝΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΔΙΚΟ ΜΑΣ
γιατί
ποιος κέρδισε ποτέ τη νύχτα ή το όνειρο, και μες στο σπίτι ο ένας για τον άλλον
ένα
απλό κειμήλιο είμαστε, και μόνος του καθένας θα πεθάνει,
έτσι
μέσα στο ανήσυχο βράδυ, αλλόκοτα φωτισμένο απ’ τους πυρσούς,
είμαστε
πάντοτε απροετοίμαστοι. Κι ήταν αυτή η συγκομιδή μας.
ΜΕΓΑΛΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ
ΔΡΟΜΟΙ, ΣΤΙΣ ΑΥΛΕΣ ΕΣΦΑΖΑΝ Τ’ ΑΚΑΚΑ ΖΩΑ,
πίσω
απ’ τις κολόνες οι δανειστές κοίταζαν χαιρέκακα την πόλη,
έμποροι
και πλανόδιοι μάντεις, πάντα κακών, και γυναικόπαιδα μαύρα στην αγορά,
την
ώρα που μες το κύπελλο, που σήκωνε ο συνεπαρμένος να πιει, έπεφτε άξαφνα,
το
κλειδί της βασιλείας
ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ
ΗΤΑΝ ΑΚΟΜΑ ΦΤΩΧΟΣ…
«Κύριε» του λέω, φυσικά δεν είχα άλλους
συγγενείς κι έπρεπε να τον φροντίσω, «είμαι ο νέος συγκάτοικος» είπε, για να μη
δείξει πως ξέρει,
σήκωσα τότε με
ταπεινοφροσύνη την πέτρα και την ακούμπησα απαλά, μη μας το πάρει ο αέρας,
«σε περιμένει η
Μαρία», του λέω, μα εκείνη στεκόταν λυπημένη πίσω του, γιατί δε θα γνώριζε ποτέ
το Θεό,
αφού τον έφερνε
κιόλας μέσα της, κι όταν φάνηκαν οι τρεις γυναίκες, τους έδειξα τον τάφο, απ’
όπου έβρισκε πάντα τον τρόπο να βγαίνει, είχαν αρχίσει μάλιστα, να μυρίζουν τα
ροδόδενδρα, και στη στροφή του δρόμου, πάνω απ’ τη σπασμένη στάμνα, η μικρή
υπηρέτρια δεν έκλαιγε πια.
Αυτό ήταν το
πρώτο θαύμα.
ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ, ΑΝ ΜΠΟΡΩ
ΝΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΩ, ΕΣΤΩ ΚΑΙ Μ’ ΕΠΙΜΟΝΗ, ΠΩΣ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΕΓΙΝΑΝ…
πού
να πάω; αναρωτήθηκα, σαν να ’σαι τάχα
εσύ που διαλέγεις,
ωστόσο
συγύριζα ακόμα τις κάμαρες, κι ήταν βέβαιο πως θα ’ρχόντουσαν, αν δεν τους
είχαμε θάψει σε μέρες βροχής
(κι
η τελευταία μέρα του νεκρού συνεχίζεται αδιάκοπα),
«ποιον
ζητάτε;» ρώτησα, «τον οικοδεσπότη», μου λένε,
αναστέναξα
και τους έδειξα αντίκρυ, μες στη σκιά,
ώσπου
κατάλαβα ότι αυτό ήταν η δική μου ιδιοκτησία, που την αποταμίευα κάπου αλλού,
σιγά-σιγά και με πόνο,
γι’ αυτό κι όταν βρουν τίποτα φτωχούς πεθαμένους στο δρόμο,
μιλάνε για ζητιάνους που θησαύρισαν, χωρίς να ξέρουν, κάτω απ’ το τριμμένο
πανωφόρι τους, πόσο τους είχαν πονέσει εκείνα τα φτερά.
ΧΛΩΜΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ
ΑΛΛΟΥ ΘΡΙΑΜΒΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ,
πένθος
πιο υψηλό απ’ το θάνατο – πολύ παιδευτήκαμε στη ζωή μας, με το φόβο του
απρόσμενου στο δρόμο,
με
τον κίνδυνο του γνώριμου στο σπίτι, τι γυρεύαμε,
ενώ
τις νύχτες άγνωστοι πρόγονοι, διπλωμένοι στα μαύρα κόκαλά τους,
ακολούθησαν
το χνάρι του ύπνου μας,
έτσι που το πρωί
φροντίζαμε να μη φαίνεται το πέταγμα των πουλιών
καθώς σκυμμένοι δέναμε τα ποδήματά μας.
ΑΥΤΟ ΓΙΝΟΤΑΝ
ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ, ΟΤΑΝ Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ Μ’ ΕΡΙΧΝΕ ΚΑΤΩ,
εκεί
που δεν περνάει το μάταιο, κι ο νεκρός αμαξάς ανεβασμένος στα κάγκελα κρατούσε
τ’ άλογα, μακριά μέσα στ’ ατέλειωτο, αφού ποτέ γυρισμός δεν υπήρξε,
μόνο
παμπάλαια λόγια, μιλημένα ξανά, σ’ ένα άλλο μέρος, ή άξαφνα σωπασμένα,
γιατί είμαστε ξένοι εδώ, απλοί ενοικιαστές, κι εκείνο που έγινε
θα ξαναγίνει πάλι, κι οι μέρες μας είναι το επαναλαμβανόμενο σινιάλο για κάτι
που ποτέ δεν καταλάβαμε…
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΑΠΕΙΝΟΙ από τη
«Σκοτεινή Πράξη» του Τάσου Λειβαδίτη ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΑ ΛΟΓΟΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ
Οι μέρες είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, όταν ήρθαν αυτοί
που ξέρουν να περιμένουν σαν την
παρθενία, οι γυναίκες ταράχθηκαν κι έγειραν άξαφνα όπως η υπομονή μες στον πολύ καιρό, εμείς
ακουμπισμένοι στα αμόνια κοιτάζαμε την
πόλη ερημωμένη, κι α, τι φριχτές σκηνές από πανάρχαιο γεγονότα, κι όταν στο γέρμα του ήλιου εκείνοι
ξανάφυγαν και τα γαβγίσματα των σκυλιών όλο και πιο πολύ μεγάλωναν την απόσταση, δεν
έμεινε παρά το μοναχικό άστρο και η
μυρουδιά που είχε το άχυρο στην παιδική ηλικία. [αποσπάσματα από τη συλλογή του Τάσου
Λειβαδίτη ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ, χορικό 1974]
Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2026


