Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

ΑΡΚΕΤΑ ΛΑΤΡΕΨΑΜΕ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ

 (…κι είναι καιρός να μας τον ανταποδώσει…)


Όπως όταν    
βάζουν φωτιά σ’ ένα φιτίλι τρίχινο
Τρέχοντας ύστερα μακριά οι άνθρωποι των λατομείων
Και κάνουνε σινιάλα σαν τρελοί
Και μια ριπή του ανέμου άξαφνη σέρνει στις ρεματιές
τα ψάθινα καπέλα τους
Όπως όταν    
ένα βιολί ολομόναχο παραμιλάει στα σκοτεινά,
Μελαγχολικά η καρδιά του ερωτευμένου ανοίγει την Ασία της
Οι παπαρούνες μεσ’ στη λάμψη της χειροβομβίδας
Και τα πέτρινα χέρια μεσ’ στις ερημιές
που ασάλευτα και τρομερά δείχνουν
κατά την ίδια θέση πάντα
Φωνάζουν   Σημαίνουν
Η ζωή δεν είναι ερημητήριο
Η ζωή δεν αντέχει στη σιωπή
Με θερμοπίδακες και με χιονοστιβάδες πάει ψηλά
ή κυλιέται χαμηλά και ψιθυρίζει λόγια της αγάπης
Λόγια που ό,τι κι αν πουν δε λεν ποτέ τους ψέματα
Λόγια που ξεκινούν πουλιά και φτάνουν «πυρ αιθόμενον»
Γιατί δεν έχει δυο στοιχεία ο κόσμος – δε μοιράζεται
Παύλε Πικασσό  – κι η χαρά με τη λύπη
στο μέτωπο του ανθρώπου μοιάζουν
Juego de luna y arena – σμίγουν εκεί που ο ύπνος
Αφήνει να μιλούν τα σώματα – εκεί που ζωγραφίζεις
Τον Θάνατο ή τον Έρωτα
Ίδια γυμνούς και ανυπεράσπιστους
κάτω απ’ τα τρομερά ρουθούνια του Βοριά
Γιατί έτσι μόνο υπάρχεις
 
Αλήθεια Πικασσό Παύλε υπάρχεις
Και μαζί με σένα εμείς υπάρχουμε
Ολοένα χτίζουν μαύρες πέτρες γύρω μας – αλλά συ γελάς
Μαύρα τείχη γύρω μας – αλλά συ μεμιάς
Ανοίγεις πάνω τους μυριάδες πόρτες και παράθυρα
Να ξεχυθεί στον ήλιο κείνη αχ η πυρόξανθη κραυγή
Που μ’ έρωτα παράφορο μεγαλύνει και διαλαλεί
τ’ αέρια τα υγρά και τα στερεά του κόσμου ετούτου
Έτσι που να μη μάχεται πια κανένα το άλλο
Έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλο
Να μην υπάρχει εχθρός
Πλάι - πλάι να βαδίζουνε το αρνί με το λιοντάρι
Κι η ζωή αδελφέ μου ωσάν τον Γουαδαλκιβίρ των άστρων
Να κατρακυλάει με καθαρό νερό και με χρυσάφι
Χιλιάδες λεύγες μεσ’ τα όνειρά της
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρά μας…  
[πρώτη ενότητα από την ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΣΟ,
τρίτο ποίημα στην ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ
στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]

 


ΕΤΣΙ ΜΠΑΙΝΕΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΤΗ ΣΑΡΚΑ  και  η ΑΧΝΑ ΤΟΥ ΖΕΣΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ ΕΤΣΙ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ…

(2η ενότητα  από την ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΣΟ

στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974)

Αλλά    Το τρίξιμο της αψηλής οξιάς

Στα βουνά που ο Κεραυνός σεβάστηκε – αλλά και

Τα πλήθη στις πλατείες που τρικυμίζουν με μαντήλια κόκκινα

Πρωτομαγιά –

Τα μεγάλα μαύρα μάτια σου ζεστοβολούν τον κόσμο

Μέσα τους λιάζεται η Μεσόγειος και τεντώνουν τον τραχύ λαιμό τους

οι αίγαγροι των βράχων

Αγερομπασιά –

Τα πλατιά μαλλιαρά στήθη σου σα θειαφισμένο αμπέλι

Και το δεξί το χέρι σου έντομο μυθικό

Πάει κι έρχεται στ’ άσπρα χαρτιά, στο φως και στο σκοτάδι

Πάει κι έρχεται βουίζοντας

Και ξεσηκώνει χρώματα και σχήματα

Όχι μόνο απ’ αυτά που βάζουν οι νοικοκυρές

το μέγα Σάββατο  στα ράφια τους

Θύμησες φεγγαριού των αρρεβωνιασμένων

Όλο πούλιες χρυσές και ρόμβους ρόδινους

Αλλά κι απ’ τ’ άλλα που μπορεί να δει κανείς όταν τον πιάνει

ένα βαθύ μεράκι

Μέσα στα καροτσάκια των παιδιών

Μέσα στις σούστες τις διπλές των ντελμπεντέρηδων

Μέσα στ’ αυγά της χελώνας

Μέσα στις όχεντρες που δέρνονται με τη φωτιά

Ή ακόμη μες στα δάση των Ηπείρων τ’ απέραντα

- Πέφτοντας η νύχτα –

Όταν οι μαύροι σταυροπόδι γύρω απ’ τη φωτιά ψάλλουν όλοι μαζί

το «αλληλούια» με τις φυσαρμόνικες…


Τ’ είναι αυτό λοιπόν που δεν καίγεται – τ’ είναι αυτό που αντέχει

Στα μεγάλα υψίπεδα του Έρωτα, στα χαμένα μνημεία των Αζτέκων

Στο λειψό φεγγάρι, στον γεμάτο ακανθοφόρο ήλιο –

τ’ είναι   αυτό που δε λέγεται

Όμως κάποτε σε στιγμές περίσσειας θεϊκής φανερώνεται

Πικασσό: με το θάμπος που ξεχύνει ο Γαλαξίας στο άπειρο

Πικασσό: με το πείσμα που γυρνάει κατά τον Βορρά

η μαγνητική βελόνα

Πικασσό: καθώς καίει ο χάλυβας μες στα χυτήρια

Πικασσό: καθώς χάνεται στα βάθη ένα θωρηκτό ανοικτής θαλάσσης

Πικασσό: μες στο ασύμμετρο της υπερρεαλιστικής χλωρίδας

Πικασσό: μες στο ευσύνοπτο της χιλιομετρικής πανίδας

Πικασσό: Παλόμα

Πικασσό: Ιπποκένταυρε

Πικασσό: Guernica

 

ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ ΤΟ ΠΙΝΕΛΟ ΣΟΥ ΣΑ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΣ

(…σα να χαϊδεύεις λύκους  ή σαν να καταπίνεις πυρκαγιές… )

Νικά η περήφανη καρδιά τα μαύρα σκότη – και τον γόρδιο

κόβει δεσμό των πραγμάτων καθώς ξίφος η περήφανη καρδιά

Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος, μόνο να το σκέφτεσαι

Τα στάχυα όταν λυγίζουνε τον ουρανό

Είναι η κοπέλα που κοιτάει μέσα στα μάτια πάλι τον αγαπημένο της

Είναι η γλυκιά κοπέλα που λέει   «σ’ αγαπώ»

Την ώρα που οι μεγάλες πολιτείες

Γυρίζοντας αργά πάνω στον άξονά τους

Δείχνουν τετράγωνα παράθυρα κακοφωτισμένα

Λείψανα παλιών ανθρώπων με τριγωνικά κεφάλια

που στριφογυρίζουν το ’να μάτι τους

Κλίμακες μες στις κλίμακες διαδρόμους μες στους διαδρόμους

ΚΙΝΔΥΝΟΣ   ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ   ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ

Ο μισός αλογάνθρωπος ο απαγωγέας καλπάζει –

κι η γυναίκα  με τη γιγαντιαία πατούσα

Στον αέρα – τεντώνει τα οριζόντια μπράτσα της

Έτη μετά Χριστόν πικρά

Παρά λίγη καρδιά θα ’ταν ο κόσμος άλλος

Θα ’τανε άλλη του κόσμου η εκκλησιά

Όμως να – ο καλός Σαμαρείτης κλαίει λησμονημένος

και στα πόδια του πάλι δένει ρίζα παμπάλαιη δρακοντιά


Την ώρα που εσύ θηρίο

Εσύ Παύλε Πικασσό

Πικασσό Παύλε που μες στ’ αμάραντα μάτια σου

Χώρεσες όσα δε μπόρεσε να χωρέσει ο Θεός μέσα σ’ εκατομμύρια

Στρέμματα φυτεμένης γης

Δουλεύεις το πινέλο σου σα να τραγουδάς

Σα να χαϊδεύεις λύκους ή σα να καταπίνεις πυρκαγιές

Σα να πλαγιάζεις νύχτα – μέρα με μια γυναίκα νυμφομανή

Σα να πετάς πορτοκαλόφλουδες στη μέση ενός γλεντιού

Ενώ εσύ θυελοχαϊδεμένε

Πικασσό Παύλε αρπάζεις τον Θάνατο από τους καρπούς των χεριών

Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κι ευγενικό Μινώταυρο

Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι

Παίρνεις περνάς αφήνεις ξαναπιάνεις

Λουλούδια, ζώα, φιλιά, ευωδιές, κοπριές, κοτρόνια και διαμάντια

Για να τα εξισώσεις όλα μέσα στο άπειρο καθώς η ίδια η κίνηση της γης

που μας έφερε και που θα μας πάρει

Και ζωγραφίζεις για σένα και για μένα

Και ζωγραφίζεις για όλους τους συντρόφους μου

Και ζωγραφίζεις για όλα τα χρόνια που πέρασαν που περνούν

και που θα περάσουν!

 [ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΟ 3η ενότητα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]

 

ΨΑΛΜΟΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ 

(πρώτο ποίημα στην ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ,

1η ενότητα στα ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ του Οδυσσέα Ελύτη 1974)

Άνοιξη   θρύψαλο μενεξεδί

Άνοιξη   χνούδι περιστέρας

Άνοιξη   σκόνη μυριόχρωμη

 

Στ’ ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία

Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι

Με τσιγγάνες που άρπαζε

Σαν   Χαρταετούς

Ψηλά

Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους

 

Άνοιξη   πίκρισμα του σκίνου

Άνοιξη   άζωτο της αμασχάλης

Άνοιξη    σουσάμι αόρατο

 

Από σύρμα που άξαφνα έσυρνε φωτιά

Στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες
Στρίβοντας

Ένα τραμ   Εστρίγγλιζε

Στ’ άδεια οικόπεδα η μασιά του ήλιου εσκάλιζε

Την τσουκνίδα  και  το σαλιγκαρόχορτο

 

Άνοιξη  μυρμηκιά της  μέρας

Άνοιξη   αίμα του βολβού

Άνοιξη  οπλοπολυβόλο απύλωτο

 

Στων ωραίων γυναικών τα χέρια

Όπου τύχει

Ριπές   Θάνατοι

Εκατομμύρια σπερματοζωάρια

Στων ωραίων γυναικών τα χέρια

Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους

 

Άνοιξη  τσίτι τσιτωμένο

Άνοιξη  σφήκα του χεριού

Άνοιξη  «μη»  «θα μας δούνε»  «τέρας»

 

Και το τέρας που γύριζε σαν τη λατέρνα

Μια παράξενη

Άλλη   Γειτονιά

Και η χούφτα η βάναυση που ακαρτερούσε:

Χάιντε η ριξιά να βρει το ζάρι της

Κι η τζαμαρία το ωραίο λιθάρι της!..

 

Άνοιξη  κρύσταλλο  και νίκελ

Άνοιξη  παραπάτημα των κήπων

Άνοιξη  «μήνιν άειδε…»

 

Θεά!..  Και το σγουρά τα σκοτεινά τα μέρη!

Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!

Και τι κηπάκι

Τα λυτά   Νωπά   Μαλλιά

Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι !

 

Άνοιξη   μισοζαλισμένο ερείπιο

Άνοιξη  κεφαλή Διός και πέλαγος

Άνοιξη  Mercuri Air Sedan

 

Οι καμπάνες ανοίγανε μακριά

Στο κενό του γλαυκού κάτω απ’ τα βλέφαρα

Μια ρουφήχτρα

Που κατάπινε   Άσπρα   Πούπουλα

Οι ορμόνες της μουριάς κυρίευαν τα ύψη

 

Άνοιξη  μούρο αδάγκωτο

Άνοιξη  βιδωτό φιλί

Άνοιξη  χάσμα της λιποθυμίας

 

Το ντουβάρι ορέγονταν κι άλλα καρφιά

Στην ώχρα μέσα η μνήμη του Νοσοκομείου ξυπνούσε

Το τραγούδι που άστραφτε από τις χρυσόμυγες

Κι έφερνε

Γύρους   Χαμηλά

Στην αυλή με το κόκκινο και άσπρο πλακάκι

 

Άνοιξη  βούισμα στους κροτάφους

Άνοιξη  αμόνι και σφυρί

Άνοιξη  πρόσθια καταβύθιση

 

Κάποιος απ’ το ανοιχτό παράθυρο έριχνε

Λόγια που σπούσαν σαν αμύγδαλα

Κάκτος

Κάστωρ   Κόνδωρ   Ιέραξ

Ενώ στ΄αντικρινό Παρθεναγωγείο

 

Άνοιξη  37  και  2

Άνοιξη  Love  Amour  και Liebe

Άνοιξη  no mein και non

 

Τα κορίτσια δάγκωναν τη γομολάστιχα

Και τινάζανε πίσω το κεφάλι

Σα   Να τραβούσαν

Έξω

Του σφαγμένου πετεινού τα σπλάχνα

Τα κομμάτια τα σπλάχνα μες στα δόντια τους.

 

Άνοιξη  δόντι λυσσαλέο

Άνοιξη   φούξια του παροξυσμού

Άνοιξη   αρτεσιανόν  ηφαίστειο

 

Κι άλλα κρυμμένα πίσω απ’ το φεγγίτη

Που πάλευαν τις ρόδινες κορδέλες

Μια στιγμου-

λα μόνο

Τα γυμνά στήθη

Τα τρεμάμενα σπάρτα μεσ’ στους κάμπους

Όπου ευφραίνονται οι ακρίδες

 

Άνοιξη  σάλτο της ακρίδας

Άνοιξη  μήτρα σκοτεινή

Άνοιξη  πράξη ακατανόμαστη

 

Στ’ ανοιχτά χαρτιά  και  στα βιβλία

Μια κηλίδα

Μωβ

Πήγαιν’   Ερχότανε

Τα χυμένα νερά τα γυμνωμένα μέλη

Λάμπανε  πίσω απ’ το παντζούρι

 

Άνοιξη  άνοιξη σαλπάροντας

Άνοιξη   άνοιξη σημαιοστόλιστη

Άνοιξη   «αντίο αντίο παιδιά»

 

 

ΕΡΜΗΣ ΚΑΙ ΧΕΛΙΝΟΔΡΟΜΟΣ ΠΟΙΟΣ 

(…το πρωί με φοινικιάς Ροδίτισσας  Κλωνάρι τον αιθέρα καίοντας χύνεται…)

…Πάνω απ’ της Ανατολής την ορασιά   Στέγες κατάρτια  δώματα  καμπαναριά   Μ’ ιριδόστιχο πέδιλο μόλις   Αγγίζοντας   Ποιος – όταν μέσα από του πόντου   τις  Αμπελοβραγιές πηδώντας τα δελφινοκόριτσα    Βγάζουν κρυγιές φωνές αγριοπερίστερων   Πίσω απ’ το ψάρι τ’ αέρος  το ακαμάκιστο   Και με την πελαγίδα  ή  τ’ αρσινάκι στο – Λίζουνε τα γαλάζια γένια του Άι – Νικόλα   Του θαλασσάχραντου   Ραδινά τότε  -  ποιος της Χαλκης γιος   Το κολασμένο του «καμένου σπήλιου» λύνοντας   Κράτος ψηλά πηγαίνει τα τιμιότατα   Δώρα Θεού που οι χρόνοι δεν κατέλυσαν   Πάει πετάει – κι ο νους του αγάλλει σαν   Ήλιου αχτιδωσιά στης μνήμης των αρχαίων   Το χάλκωμα   Πάει πετάει – μα στις ψυχές χτυπά   Καμπάνα σηκωμού  και  αρνάδας λύτρωση   Βράχια που του νερού τα ξαναλέει ο αντίλαλος   Κοπάδια – σπίτια που τα πάει Δάφνις γυμνός   Μαϊστραλίζουν οι μανταρινιές της Κάλυμνος   Κι ακούν μισάνοιχτα της Κάσος   Τα όστρακα   Θύρσου  Σταυρού  ή  Σπαθιού   Της Καλοσύνης λάμπος  και  ύπνισμα!..  Για να ’ναι γλυκό χείλι του μέλλοντος   Πάντα στης νέας γερή κοπέλας  το βυζί   Γάλα νυμφαίο μυθικό στάχυ μαζί   Πάτμος της πράξης  και  του ονείρου   Νίσυρος   Κως   Λέρος   Σύμη  Αστροπαλειά   Κάρπαθος   Τήλος  Κατσελλόριζο…  Ποιος τώρα βουτηχτής αργοσιμώνοντας   Τον ουρανό βυθού που ανάβει τα σφουγγάρια του   Άξαφνα νιώθεται άγγελος  και  Πανορμίτης  του  Μυστικού που ξεχύνεται «χρυσέαις  Νιφάδεσσι»   Πάει ψηλά μ’ ένα κηρύκειο φως   Πάνω από ρημοκλήσια  και  ανεμόμυλους   Μαντάτο ελευθεριάς ν’ αντιχτυπήσει    Κατά των Αθηναίων το κάστρο που ριγά -  Ποιος με  σπιλιάδας τάχος πάει γοργά   Και ξεδιπλώνει τη σημαία της αφρισμένης    Θάλασσας   (ΔΩΔΕΚΑ ΝΗΣΩΝ ΑΓΓΕΛΟΣ, δεύτερο  ποίημα στην ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ,  1η ενότητα στα ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ του Οδυσσέα Ελύτη 1974  -  Με το γενικό τίτλο ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, η συλλογή αυτή συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα – δημοσιευμένα  ή  ανέκδοτα – που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών του Οδυσσέα Ελύτη]

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2026


Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΤΟ ΑΚΡΟΝ ΑΩΤΟΝ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ: Η ΑΓΑΠΗ

 (…του άκρου άωτου της ευαισθησίας; Πάλε η Αγάπη…)


Βέβαια και η ατέρμονη προσδοκία, στη ζωή, της έρημης χαράς.
Βάλε και τα μάτια, σωροί ματιώνε, άπειρα ζεύγη ματιών,
με τη γοητεία τους το καθένα,
το χρώμα τους,  το βλέμμα τους,   τη γλώσσα τους
και το γλωσσάριο τους,
το γέλιο τους,   τα δάκρυα και τη θλίψη τους,
τον έρωτά τους ή και την αδιαφορία τους ακόμη.
Μάτια ορθάνοιχτα, σφαλιχτά,
μάτια που κρατούνε κρυφά, φανερά, μυστικά,
μέσα στα ίδια μας τα μάτια, πάντα, πάντα.
Μάτια γυναικών,  πουλιών,   παιδιών,
μάτια όπου δεν είδαμε, κι όπου μας είπανε πολλά γι’ αυτά.
Μάτια γλαρά, νυσταγμένα, μάτια γιομάτα πόθους:
άσπρα σπινθηροβόλα, υπέρλαμπρα, ατέλειωτα
πάνω στον στοργικό ατέλειωτο νυχτερινό μας ουρανό.
 
Κι όμως: φιλιά στα μάτια δεν είναι χωρισμός!..
 
Η ζωή,   η γνώση,
η γνώση της ζωής (των ματιών πάντα)
να ’ναι τροφή ονείρου απαλού,
ή μήπως παραλήρημα;
 
Λέω,    για τις κληρομαντείες,
 υπόλογοι θα ’ναι οι υποφήται του Ναού
της ζωής  (της δόξας)  των ματιών.
[Η ΑΔΕΛΑΪΣ ΤΩΝ ΥΠΟΦΗΤΩΝ (η μεγάλη ιέρεια του φετιχισμού)  
κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου
ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978
με ένα πίνακα από τον ίδιον τον ποιητήν για τη συνέχεια]



 


Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ-ΣΙΔΕΡΗ-ΣΤΕΪΚΟΒΙΤΣ

ο Σιδερής –Ισίδωρος –Στέικοβιτς

ήταν «καβάσης» στο γονικό το σπίτι του πατέρα του

και παρέμεινε έτσι πιστός

κοντά του

σ’ όλη του τη ζωή

(μόνο που κάποτε –μα ελαφρότατα – κακοκαρδίζανε γι’ ασήμαντα μικρο-ζητήματα ηλικίας:

ποιος από τους δυο τους ήταν μεγαλύτερος)

 

ο Σιδερής «χαρβάτης» - κροάτης – την καταγωγή

βέρο Ρωμιό ελόγιαζε – και ήτανε – τον εαυτό του

σωρούς εφημερίδες δικές μας έφερνε

στο σπίτι κάποιος να τις διαβάσει

καθώς ο ίδιος

γρυ δεν σκάμπαζε από γράμματα

 

με τα δικά τους χιόνια τα χρόνια

τον αναγκάζανε τον Σιδερή

στο μουστάκι – μόνο – να περνάει κάθε τόσο μπογιατζάρα

-οι αγαθοί Πολίτες το λεν «πάει» στο Μπογιατζίκιοϊ» (= το Βαφεοχώριον)

 

κούτσαινε κιόλας από το δεξί του πόδι

καθώς επίστεψε στις επαγγελίες για δικαιοσύνη και λευτεριά

των Νέο-τούρκων

και νέος έλαβε μέρος

στα σχετικά ματοκυλίσματα

 

για να εξασφαλίσει τα προς τα ζην

έκανε όλες τις δουλειές

ντουβαρτζής ασπριτζής συγκολλητής

πολυτεχνάς εν ενί λόγω

πολλές φορές και θυρωρός σε πολυκατοικία

 

όμως τις Κυριακές με την καλή το φορεσιά εφάνταζε

έλαμπε

πατούσε δω βρισκόταν κει

περεχυμένος πατσουλιά

(λάτρης ως ήταν του ωραίου φύλλου)

με τ’ άλικο φεσάκι του

που το ’βγαζε

σαν έμπαινε στην εκκλησιά

 

έλεγε πως η βουργάρα η μάνα του ήτανε μάγισσα

κάτι που μου είναι φυσικά αδύνατο

εγώ να βεβαιώσω

ένα όμως μπορώ να πω

μετά μεγίστης πεποιθήσεως:

ο Σιδερής ο Στέικοβιτς ο ίδιος

ήτανε

μάγος από τους μεγάλους

 

τι παραμύθια ατέλειωτα τι ιστορίες

του Ναστραδίν Χότζα

και δεν ήξερε

άλλοτε πάλι με το στόμα έκαμε τις φανφάρες

τα εμβατήρια του τακτικού στρατού

με τους «παθητικούς» σκοπούς τους

άλλοτε περιέγραφε γεγονότα καταπληκτικά

της… τρεχούμενης ζωής

με άρτια τεχνική commedia dellarte

 

αλλά προ πάντων ήτανε ζωγράφος από τους πιο δυνατούς

 

τι θαυμάσιες μορφές και σχέδια με το Φάμπερ Νο 2

βγαίναν απ’ τα χέρια του

-σάλιωνε με τη γλώσσα και τη μύτη του μολυβιού

για τους «πλέον μαύρους» τόνους του –

με λαμπερές λαδομπογιές  ζωγράφιζε στο σατέν άπειρης καλλονής

ευμορφάδας

λουλούδια

και γοργόνες

(αυτές δα ήτανε το μεράκι του)

και ρήμαζα – κρυφά – τα επισκεπτήρια των γονέων μου:

το χαρτί πάντα μας ερχόταν λιγοστό

 

παιδάκι οσάκις τύχαινε να με πηγαίνουνε στη Βασιλεύουσα

με τι λαχτάρα έτρεχα

να βρω τον Σιδερή

και να χαρώ

τα μαγικά του

τα υπέροχα χαρίσματα

 

γιατί ο σεμνός και πολλά θαυμαστός

αυτός Σιδερής

υπήρξε πράγματι ο μεγάλος Δάσκαλός μου

μαζί με τον Παρθένη και τον Κόντογλου

κι έπρεπε

ναν το πω

 

Ο ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ

σα βόγγαε η άγια αυτοκρατορία

από τα δεινά

όταν το έθνος λύγαε από

τις επιθέσεις των Βαρβάρων

κι η επικράτεια ολόκληρη γονάτιζε με τ’ αλλεπάλληλα

των εχθρών χτυπήματα

πάντα σ’ αυτόν προσφεύγαν

για ν’ απαλλάξει τη χώρα από τα βάσανα

απ’ αυτόν πάλι επροσδοκούσαν

την απολύτρωση

τη σωτηρία

 

κι έπειτα

έπειτα: πού τον ξέραν

πού τον είδανε;

 

έτσι

στους τελευταίους ακριβώς χρόνους της φθίνουσας περιόδου  «του ’30»

αναμεσίς

στους φιλόδοξους με τ’ ακαθόριστα σχέδια

τους άγρια λυσσαγμένους – παρ’ όλο το ισχνότατο των εφοδίων τους –

για μιαν όσο μπορούσαν πλατύτερη επικράτηση

τους άγρυπνους – σαλιάρηδες – διακονιαρέους και κλέφτες  της δόξας

ξεκίνησε νεώτατος ο Βελισσάριος

παρέα με τον Ανδρέα τον Εμπειρίκο

να δημιουργήσει

και να ζήσει.

 

ΠΑΡΑΦΑΣΙΣ  ή  Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ

τι είναι στη ζωή που να μην είν’ αίνιγμα γρίφος;

μα κι η ζωή η ίδια δεν είναι γρίφος αίνιγμα;

 

τι δυστυχία οι τεχνοκράτες

μέσα στην τύφλα απ’ ολούθε που τους περιζώνει

να παραμένουνε

στις κούφες πεποιθήσεις (;) τους

ισχυρογνώμονες

πεισματωμένοι

γινατζήδες

 

του ποιητή

πια μόνη – θεόθεν – σωτηρία λύσις

παρηγόρηση

μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές

ο εστί

μεθερμηνευόμενο

η κοιλάδα των ροδώνων

 

ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ 

(…με τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής…)

ΕΠΙΛΟΓΕΣ  λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων… (αλλά) Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύβεται η Ερινύα βαθιά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν την νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό!..

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2026

ΑΡΚΕΤΑ ΛΑΤΡΕΨΑΜΕ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ

  (…κι είναι καιρός να μας τον ανταποδώσει…) Όπως όταν     βάζουν φωτιά σ’ ένα φιτίλι τρίχινο Τρέχοντας ύστερα μακριά οι άνθρωποι των λατ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ