Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

ΑΚΛΟΝΗΤΗ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΠΟΔΕΙΚΤΟΥ

 (… μεγάλος συκοφάντης σου  μα  και  υποστηρικτής σου…)


Κύριε, γνωρίζω

σκαμμένους δρόμους ξανασκάβω

πριν από μένα έκυψαν βαθύτερα

πολλές εξερευνήτριες αγωνίες… 

 

Ψάχνω μήπως η πίστη μας σ’ εξώθησε να γευτείς

το χυμώδες αξίωμα του Υπαίτιου

για ν’ αποδυναμώσει κάπως το  Ανεξήγητο. 

 

Ενεπλάκης  ή  όχι στης παντοδυναμίας το ολίσθημα

πάντως μένει γραμμένο στα παμπάλαια

αυθεντικά ευαγγέλια του τρόμου μας  τι αμοιβή

υπέρογκη ζητάς για την αθανασία σου: 

τη θνητότητά μας

(μεγάλος συκοφάντης  σου  μα  και  υποστηρικτής σου).

Θέλεις εσύ να είσαι ο εκβραχιστής

της σφηνωμένης μέσα μας αγάπης

για τη ζωή που ήταν όπως λες έμπνευση δική σου, 

 

Άραγε τι τον θες τον θάνατό μας

να σου φυλάει τι, δεμένος έξω απ’ το όνομά σου,

τι που φοβάσαι μην στο κλέψει η νόησή μας.

 

Με ποιο μέσον ερχόμαστε στον κόσμο

δε φαίνεται να σε πολυσκοτίζει

το αναθέτεις σε πλανόδιες αιτίες.

 

Άλλους μας φέρνει ένα φιλί

στο κρύο μέτωπο της πλήξης,  μερικούς

μας ξετρυπώνει ο έρωτας κρυμμένους

στα βάθη των κινδύνων του να σβήσει,

άλλων μια μνήμη είναι ο κομιστής

κι όλους μαζί θαρρείς πως μας γεννά

ο τρόμος του θανάτου.

 

Σκάβω μήπως δεν είσαι τόσο άθεος.

Μη στάθηκες κι εσύ πρόωρος αισιόδοξος σαν όλους: 

έπλασες τον κόσμο πριν χρειαστεί να κλάψεις.

 

Λίγο σε αθωώνει αυτή η σκέψη.

Όπως αθωώνει προς στιγμήν το φεγγάρι

μόλις φανεί

την τόση σκοτεινότητα τριγύρω.

Σχεδόν την εξυμνεί.

(ΑΘΩΟ ΤΟ ΑΝΑΠΟΔΕΙΚΤΟ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ 1998)




 

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝΕ ΠΟΘΟΙ

(…τουλάχιστον δεν είναι διόλου περαστικοί…)

Καλού κακού φοράει πάντα τις παντόφλες της

η απόλυτη ησυχία μου εντός μου.

Κάτω από μένα κατοικούνε πόθοι.

Βέβαια δηλώνουν κουφοί.

Τυφλές δηλώνουν  και  οι πλάνες

αλλά σε μυρίζονται  σε βλέπουν

πίσω απ’ τα μαύρα του γυαλιά

σε απογυμνώνουν που τις πίστεψες.

Δεν τις πίστεψες.  Τυφλά σε συγκινούν

αυτοί οι οργανοπαίχτες καθισμένοι

σε κάποιο σκιερό προσοδοφόρο πέρασμά σου

να γρατζουνίζουν τα παμπάλαια σουξέ τους,

τυφλά σε συγκινούν  ποτέ δεν πέφτει

η μόδα του ευάλωτου.

 

Γι’ αυτό καλού κακού ας φορούν

ας φορούν τις ωτασπίδες τους

οι ευσυγκίνητες κινήσεις μου.

 

Πάντως να προτιμάτε τους νεκρούς.

Να προτιμάτε τους νεκρούς

αν είναι ανάγκη να ελεήσετε μια πλάνη,

Τουλάχιστον δεν είναι διόλου περαστικοί.

[ΑΕΡΑΜΥΝΑ στη  συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988] 

 

ΥΠΕΡΑΝΩ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ 

Είσαι περικυκλωμένος.  Από το

στρογγυλό τραπεζάκι. Χαμηλό, μεγάλος

μπακιρένιος δίσκος η καταγωγή του.

Αιχμάλωτο ενθύμιο από ταξίδι σου.

Δούλος πιστός της επιστροφής σου.

 

Χρόνια αφοσιωμένο στη συνήθεια σου

εκεί ν’ ακουμπάς το ανοιχτήρι της μέρας

το ποτιστηράκι της αρχής∙  αλληλογραφία

εφημερίδες  -  μουτζούρικο εξώφυλλο ο κόσμος

γίνονται μαύρα των ειδήσεων τα χέρια

σα να τρύπωσαν στην καμινάδα του τυχαίου

να είσαι ανθρακωρύχος  ή  πετρελαιοπηγή

αυθαίρετη παράγκα  ή  θαλαμηγός σε δικό σου

πέλαγος,  μαύρα σα να βούλιαξαν

σε κατολισθήσεις βελτιώσεων.

 

Χαμηλό τραπεζάκι, πειθήνια

λούφαζε στα πόδια της καρέκλας σου.

Γυμνασμένο να σου φέρνει στου φωτός

το μονάκριβο καλό μας σερβίτσιο

ξέχειλο πρωινό παράθυρο.

Να βλέπεις να διαβάζεις.

 

Και ιδού πώς ανατρέπονται οι κτήσεις

και οι χρήσεις∙  έγινες τώρα εσύ

ενθύμιο του ενθυμίου∙  αιχμάλωτος

στη συνήθεια του εκεί ν’ ακουμπάς.

Γυμνασμένος να του φέρνεις

στο μοναδικό σερβίτσιο της ζωής σου

στη φωτογραφία της επάνω

ξέχειλο πρωινό παράθυρο.

 

Τι γελαστός σερβιτόρος που είσαι.

Ούτε η δουλεία σε  πτοεί

ούτε ο ανατολίτης ήλιος σε τσατίζει

έτσι καλοφαγάδικα  αργά – αργά  που γεύεται

λίο απ’ όλα της  μορφής σου.

 

Τον έχεις εσύ γραμμένο το θάνατο

στα παλιά σου τα μάτια.

 

ΔΕΛΤΙΟΝ ΑΜΜΟΥ

Εσωτερικές ειδήσεις:

Φρόνιμοι οι θόρυβοι στο σπίτι.

Έχει αρχίσει να νυστάζει

αυτή η κουρασμένη αρετή τους.

Το σώμα φόρεσε τη νυχτικιά ψυχή του

ετοιμάζεται να πέσει.

Ήπιαν οι σκιές το δυναμωτικό τους

τρόπο και μεγαλώνουν στους τοίχους.

Κάποιες ξαφνικές αναλαμπές

που είχε η καύτρα του τσιγάρου

τις κατεύνασε η ψυχίατρος στάχτη.

Τα γυαλιά σου οκλαδόν στο γραφείο

βούδας σε αυτοόραση βαθιά.

Σπουδαία ανακάλυψη του μεγεθυντικού

φακού:  κάτω από το βλέμμα του

αποθηριώνεται η σκόνη, διογκώνεται

σαν άμμος  κι  εθεάθη ερημική

να σεργιανάει ολόκληρη αμμουδιά

πάνω στα πράγματά σου.

 

Εξωτερικές ειδήσεις:

Ο καιρός ήταν σήμερα

λίγο καλύτερος απ’ τον χαμένον.

Αλλά επειδή εμένα με λιγώνουν οι μικρές

βελτιώσεις ούτε που τον δοκίμασα καθόλου.

Εορτάσθηκαν πάλι χτες τα γενέθλια

του ανυπόφορου κάθε έξι μέρες Κυριακή.

Φάρος ανευρέθη, το νόημα του απωλέσθη

μετά των υφάλων.

Έγινε δεκτή η παραίτησή σου.

Κρίμα.

Είχες πολλά ακόμα εδώ να χάσεις.

[από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988] 

 

ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΣΧΕΔΙΑ

(στη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΈ 1988)

Δεν μπορεί μέσα στο γύρο τον ατέλειωτο

του δούναι  και  μολών λαβέ

θα μου ’χεις πάρει δανεικά κάποια αισθήματα.

Δεν μπορεί, μέσα στα τόσα χρόνια των καπνών

κάποια φορά  θα ξέμεινες κι εσύ από τσιγάρα.

 

Να μου δάνειζες τώρα μιαν ανταπόδοση

για δυο τρεις μέρες μιαν αγάπη.

Είμαι καλεσμένη σε κωμωδία κυκλική

και στην πρόσκληση τονίζεται

το ένδυμα να είναι αδιαφανές

δεν πρέπει να φεγγίζει το ανυπόφορο.

Θα σ' την επιστρέψω άθικτη.

Και να μεθύσω και να χυθώ απάνω της,

μη φοβάσαι, λεκέδες δεν αφήνει

ποτέ το αιώνιο στην αγάπη.

Για μια δυό μέρες έστω.

Να πάω καλοντυμένα δανεική

φανταχτερά θρυπτή κιμωλία

κρεμασμένη ματαιόδοξα

στο μπράτσο συνοδού μου σπόγγου.

Έστω και για μια μέρα.

Όχι αυτήν δεν θέλω αυτήν, όχι

την ελεήμονα αγάπη που την ξανακερδίζει

η παλάμη σου αμέσως μόλις πέσει στη δική μου.

Την άλλην θέλω, εκείνην την άλλην την άλλη

την παράφορη που τρέφεις για κάποιον άλλον

πάλι εσύ και ικετεύεις

να σου δανείσει την αγάπη του

για μια δυο μέρες έστω όχι εκείνην,

όχι την ελεήμονα αγάπη που την ξανακερδίζει

η παλάμη του αμέσως μόλις πέσει στη δική σου,

την άλλη που ζητάς την άλλη

εκείνη την παράφορη που τρέφει,

για κάποιον άλλον πάλι αυτός

και αλυσιδωτά τον ικετεύει

να του δανείσει μιαν αγάπη

για μία μέρα έστω, όχι την ελεήμονα

και πάει λέγοντας της θηριωδίας μας το άδοξον.

Μας εξυψώνει δανειστές

αυτό το ίδιο που μας σκύβει επαίτες του.

Πάντα το ασύμπτωτο ερωτευμένο μ' ένα άλλο

πάντα εμείς μ' αυτό ερωτευμένοι.

Και πεθαίνουν ανέραστες οι συγκυρίες

 

ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ

Να τα ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα:

Εσένα,  να ξέρεις,

αν δεν σε  πέταξα αμέσως από το ναό

και σε διόρισα επιστάτη θυμιάματος

δεν ήταν επειδή μου άφησες στο κόστος

τον κρότο από τις τσιχλόφουσκες στον πάγκο σου

ούτε  πως έγινα εγώ συν τω χρόνω

πιο ανεκτική με τους εμπόρους

 

Να τα ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα:

κάποια των ματιών σου απάγκια ιδιότης

ήταν που με δελέασε  και  σ’ έχρισα

να οδηγείς ανόθευτα σμύρνα  και  λίβανον

όπου γεννιόταν φιλάσθενο άστρο.

 

Όχι το χρώμα – ρευστό

κι από πάνω περασμένο τσαπατσούλικα

ένα δυο χέρια πλαστικόν όρκο γκριζογαλάζιο,

χρώμα θνησιγενές κόβει αμέσως

μόλις χτυπηθεί απ’ το φως.

 

Όχι το χρώμα όρκου.  Το σχήμα με δελέασε.

Πεπιεσμένο. Σαν κάτι πλοία που τα σφίγγει

στην πρέσα της με πάθος η απόσταση

για να κολλήσουν στέρεα στην εντύπωση

μιας ευεργετικής ακινησίας.  Απάγκια

πλοία ουδέτερα∙  ούτε έρχονται  ούτε φεύγουν

ούτε μάταια περιμένεις  ούτε αποχωρίζεσαι.

 

Για την οφθαλμαπάτη

δεν πέταξα αμέσως έξω απ’ το ναό τα μάτια σου

κι ανέχθηκα να μου ξεθεώνουν τα λιβάνια.

 

ΜΗΠΩΣ ΜΕ ΕΙΔΕ ΚΑΝΕΙΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΔΡΟΜΟ ΜΕ ΜΕΝΑ  

(…είναι κοινός ο δρόμος μου με άλλον οδοιπόρο; )

Χάθηκα   ή  κρύφτηκα;

Μήπως με απήγαγε κανένας βιαστής φαντασμάτων;

Να είναι ίσως μεταμφίεση αυτή η απώλεια μου

μια μυστική αυτοφυής έξοδος κινδύνου;

 

Χάθηκα στην τρομερή ακαταστασία εδώ μέσα.

Μπρούμυτα κρεβάτια,  λευκοπλάστες φωτός

πεταμένα στις γρίλιες

σώματα στο πάτωμα κουβάρι με το βάρος,

χύνεις αυτό που είσαι κατά λάθος

σ’ αυτό που ωριμάζεις δεν έχεις

ούτε πριν ούτε τώρα ούτε άγνωστο

καθαρό να  φορέσεις.

 

Ψάχνεις, βρίσκεις το ένα βήμα μόνο,  το άλλο

άλλο νούμερο από μεγάλο βήμα,

παράταιρες οι λύσεις   πού τόλμη να δαμάζεις

παράταιρα μεγέθη,  δεν θα ξαναπείς ποτέ

βρήκα μια πόρτα κάτω από το γράμμα.

Τώρα πιστεύεις μόνο όσα γίνονται.

Πάει εκείνη η πίστη θεότρελη που έτρεχε

φορώντας ένα μεγάλο βήμα της δικό της

κι ένα μικρό του κόσμου.

 

Κάθε πρωί,  κάθε που ξημερώνει αυτή

η περιουσιαστική μας λέξη όλη  κι  όλη

βρίσκει τουλάχιστον στρωμένο το κρεβάτι σου.

Νοικοκυρά η απόφαση να λείπεις.

 

Εκτός πια αν όνειρο το ξέστρωσε

να κοιμηθεί κατάκοπο απ’ όσα του  ζητούσα.

Ή  αν κοιμήθηκα εγώ.   Συχνά

είναι το άδειο πιο ζεστό από το μόνο.

Και μάλιστα αν τύχει

πριν από μένα να κοιμήθηκε σ’ αυτό

όνειρο ζεστασιάς ν’ αποκοιμήθηκε

κατάκοπο  απ’ όσην του ζητούσα.

 

Ηδονοβλεψίες οι φωτογραφίες σου τριγύρω

ανώτατοι υπάλληλοι σε ανθηρή εταιρεία τοίχων

[ΦΩΣ ΑΠΟΣΤΗΘΙΣΗ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988] 

 

 

ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΕΔΑΦΟΣ

Ι

Ήρθα εδώ να μορφωθώ ερείπια.

Αλλά η δυνατή βροχή

με κράτησε μέσα κλεισμένη ημιμάθεια.

Ήθελα να ξαναδώ τον ωραίο αγωγιάτη

του εκτροχιασμού

θα με πέταγε μια στιγμή ως τη σαρκοφάγο

έχω νέα να της πω.

 

Ας πρόσεχε η Ηνίοχος. Μπορούσε να κάνει

τον αμαξά μιας άλλης πιο υπάκουης

ανάγκης μας για ήλιο αφηνιασμένο

μιας έντασης λιγότερο αμφίθυμης

απ’ όσο είναι η λάμψη  και  η θερμότης.

Το φως δεν οδηγείται οδηγεί.

 

Κλεισμένη στο δωμάτιο ακούω

την προφητική διάρκεια της μέρας

Εποχή κυνηγών επισήμως.

Κελαηδισμών κατολισθήσεις στον γκρεμό.

Βόλια   οδηγούν φτερά στο μαντείο της ευστοχίας.

Σκύλος τρέχει η ακοή μου και μαζεύει   νεκρότητες.

Μικροταυματισμοί του ήχου της βροχής

προς στιγμήν κουτσαίνει.

Ανδρών αναδιπλώσεις στις κορφές

και στις πλαγιές της Κίρφης.

Ομίχλη ερμηνεύεται.  Για μένα

είναι κόχλασμα  υπόγειο από ιαματικές

ψυχές.  Για κάθε αθεράπευτο.

 

Λαθρέμπορες εικόνες  αρχαιοκάπηλες

κινούν από μακριά προς το μέρος μου

τρεμουλιαστή προειδοποίηση πως φέρνουν

ορατότητα κλεμμένη απ’ το στιγμιαίο:

αστραφτερή πατημασιά στην άκρης της Ιτέας∙

κραυγή  ναυπηγώ  - η θάλασσα

Και παρακεί μουντό πειθαρχημένο

ένα πολύ λεβέντικο  κυπαρισσιών στρατόπεδο.

Κοιμητήρι θα είναι, εν δυο  ένα δυο.   Ανάπαυση.

 

Μη θυμώνεις δεν σου κάνω διαφήμιση.

Απλά  ξαναπικραίνομαι που βλέπω

πως και τα κυπαρίσσια ακόμα

πατάνε επί πτωμάτων για ν’ ανέλθουν∙

λυγερόκορμα!..

 

ΑΝΑΕΡΕΙΠΩΣΗ

ΙΙ

Κα   φοβμαι κόμη τν χεριν μου

τ γγιγμα στς πέτρες τοτες

μν πιτείνει τ φθορά, μν πισπεύδει

τν ρειπίων τν ρείπωση.
ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Πότε μ εχες φέρει δ

ν μ ξεναγήσεις στος χρησμούς;

Ν ρωτήσω τ μάντιδα Μνήμη.

λλη, διπλαν έρεια Λήθη,

χει πολ κόσμο πνίγεται στ δουλει

μάσητα καταπίνει τ καπνώδη φύλλα

τν λησμονητέων.

 

Βρέχει π χτές.

,τι βλέπω π᾿ τ παράθυρο το στιατορίου

θέλει ν χαθε. Μ τ ζόρι συγκρατ ντίκρυ

τος κίονες μν πέσουν τς θηνς Προναίας

προσέξω ταν θ καθαρογράφω ατ τ θέα

μ μ παρασύρει δαίμων τς συνήχησης

κα γράψω Προνέας. Θ πον πς ξεναγ

στ ρείπια καθρέφτη.

 

Βρέχει. Καταφεύγουν στ στιατόριο

μεγάλες παρέες θορύβων.

Συντοπτες, ραστς τς στορίας, ζευγάρια

ρωτευμένα –σπουδαστς το μέλλοντός τους

περιηγητικο συνταξιοχοι,

ναπαλαιωτς τς νίας οκογένειες

σωματεα πρόεδροι μιλήτριες νθοδέσμες.

 

Ρέουν ξένες γλσσες σ ποτηράκια τς δικς μας

ξιφομαχε μ τ μαχαιροπήρουνα βροχ

καταβροχθίζοντας μερίδες συζητήσεων, μπουκάλια

κρασιο ξελαιμιάζονται ν διηγονται

νέκδοτα στεα σπνε γέλια.

Ο σερβιτόρες ντυπώσεις πηδον κστασιασμένες

π τραπέζι σ τραπέζι

κραυγαλέα πιδόρπια παραγγέλνει συντροφικότης.

 

ν γ σέβομαι – συντρώγω χαμηλόφωνα

μ τ να πολλώνειο κουβέρ μου.

 

 

ΓΑΣ ΟΜΦΑΛΟΣ

ΙΙΙ

(…αναστηλώνεται Νοέμβρης των Δελφών…)

Ἀπόβροχο στὶς μετῶπες τῆς ἀπορρόφησής του.   Σύννεφα ποὺ δὲν θὰ φύγουν μοιράζονται θρόνους.   Ζωφόροι φύλλων κίτρινων κοσμοῦν   Ἀντισεισμικὰ ἀνάκτορα ἀνέμων.   Πομπὴ σκαλοπατιῶν.   Προπορεύονται οἱ ἀρχὲς τοῦ τόπου, σαρκοφάγοι.   Ἀκολουθοῦν βασιλεῖς, προσκυνητὲς τῆς προφητείας   ἀρχηγοὶ πολέμων μὲ δῶρα ποὺ στέλνει ἡ φιλοδοξία   στοὺς μάντεις της, αἰῶνες κοιλαράδες βραδυκίνητοι   μὲ τὶς ἐπαναλήψεις παλλακίδες τους.   Φρουρὰ τῆς ροῆς σωματοφύλακες ἑκατέρωθεν,  σαρκοφάγοι πάλι μὲ τὶς περικνημίδες τους   -τσουκνίδες καὶ ξερόχορτα.   Καθ᾿ ὁδόν, στέψη σκέψης   ποὺ ἔκανα γιὰ σένα, ἐπ᾿ ἀνδραγαθία:   μὲ τὴν ἀπουσία σου μεγάλωσες   ἐξάπλωσες   τῶν ἀφανῶν τὶς κτήσεις. Ταξιθέτριες πέτρες στὸ θέατρο.   Στὴ σειρὰ τῶν ἐπισήμων κάθονται θυμάρια.   Τζαμπατζῆδες θεατρόφιλοι βράχοι τριγύρω   κρέμονται σκαρφαλωμένοι στὸν ἀπόηχο.  Στὸν κορυφαῖο ρόλο της ἡ τραγῳδὸς αὐλαία.   Ἐνθουσιώδους παρακμῆς χειροκροτήματα,   μπιζάρουν μέλισσες κι ἄλλα βομβώδη  μελιστάλακτα   κεντριά, αἰώρησης κάνιστρα   μὲ φρεσκοκομμένες πεταλοῦδες  ραίνουν τὴν πρωταγωνίστρια ἑρμηνεία μας.   Ψηλά, ἀπὸ τὸ στάδιο,   ἐξακοντίζονται ἰαχὲς   κύκλοι δρομεῖς ἐπευφημοῦνται
νικητὴς ἀνακηρύσσεται   ἕνας ἕνας ποὺ κλείνει.   Ἐπακολουθῶ. Στέρνες βωμοὶ ἄδυτα θυσιῶν   ὑδραγωγεῖα κινήτρων, ἡ ἀρχαιότερη Πυθία:     σαρκοφάγος πάλι. Ἀλλὰ ἡ ζωὴ   τὸν ἀποφεύγει τὸν χρησμό της.   Στάση σκέψης ποὺ κάνω γιὰ ὅλες   τὶς σπασμένες ἀρτιότητες: «στὸ κάτω μέρος  μαρμάρινης τρεχούσης γυναικός»,   βῆμα ἀβοήθητο ποδιοῦ πρὸς χαμένο σῶμα,   μόνο ἡ κουλουριασμένη κίνηση   ἀνώνυμου νεκροῦ πολεμιστῆ   δίπλα σὲ ἀπόστρατη ἀσπίδα  καὶ «δούλης νεαρᾶς τὸ σπασμένο κάτοπτρο»   -τώρα πῶς θὰ καλλωπίζεται ἡ ὑποδούλωση.
Σφὶγξ καθρεφτίζει τὸ ἀναπάντητο.   Καντίνες. Κάτι γιὰ τὸ δρόμο. Σάντουιτς,   ἀναψυκτικά, ἐμφιαλωμένο λάλον ὕδωρ.   Μάρμαρα πάλι,   ἀφιερώματα σὲ πέτρες  χαραγμένες. Δύσκολα διαβάζω.  Τὸ σκληρὸ ἔμαθα πὼς χαράζει   ἀλλὰ ὄχι πῶς χαράζεται.   Ἀργὰ συλλαβίζοντας ἀναστηλώνω   μόνον τὴ λέξη ΕΠΤΟΗΘΗ. Μόνο; Ὄχι καὶ μόνο.   Ἀκουστὸ ἀνὰ τὸν κόσμο τὸ Ἐπτοήθη.   Μαντεῖο.  Γᾶς ὀμφαλός.   Δελφοί

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2026

ΑΚΛΟΝΗΤΗ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΠΟΔΕΙΚΤΟΥ

  (… μεγάλος συκοφάντης σου  μα  και  υποστηρικτής σου…) Κύριε, γνωρίζω σκαμμένους δρόμους ξανασκάβω πριν από μένα έκυψαν βαθύτερα π...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ