Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΤΗΚΕ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

 (…ενάμιση αιώνα πριν…)


 

Ο κόμης Βρόντσκι  δεν έφτασε ποτέ.

Ένα σώμα γυναίκας έπεσε στις ράγες.

Ελάφι,  ψιθύρισε ο μηχανοδηγός.

Φορούσε πολύχρωμες κάλτσες,

παράταιρες η μία με την άλλη.

Κάπνιζε ένα πούρο  και  γελούσε στραβά.

Με λένε Λέων!..  Φώναξε, 

καθώς το τρένο φιδογύριζε ανάμεσα στις σημύδες.

Λίγο πριν το σταθμό Λαρίσης   ανέπτυξε ταχύτητα.

Ξαφνικά σκόνταψε σε μία πελώρια φάλαινα – σκοτάδι.

Αυτό ονομάζεται σύγκρουση συμφερόντων,

σχολίασε ένας επιβάτης κριτικός

που καθόταν  δίπλα σ’ ένα κύριο που ροχάλιζε.

Συμφωνείς,  Μέλβιλ;   τον ρώτησε,

πριν όλα εξαφανιστούν μες στον λεπτό καπνό.

Τότε αυτή άνοιξε ξαφνικά τα μάτια,

στερέωσε τα γυαλιά στη μύτη  και  άρχισε να γράφει. 

Αγαπητέ κόμη, από τότε που,  δεν είμαι πια εδώ.

(ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ  στη συλλογή της Χλόης Κουτουμπέλη 

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: 

 

Και τώρα;   τον ρώτησε  

Αυτός  καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη

με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.

Φορούσε μαύρα γυαλιά.

Τώρα,  της είπε με βραχνή φωνή, 

είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει




 

(σχόλιο)    Οπαδός της μετάπλασης του πραγματικού στην τέχνη

(και όχι της παθητικής του αναπαράστασης)

η Χλόη Κουτσουμπέλη, συνθέτει εικόνες ενός άλογου κόσμου

μέσα τον οποίο δεσπόζει το αίσθημα του αλλόκοτου.

Ένας κόσμος φαινομενικά παράλογος

που αναδύεται και κατακλύζει τη συμβατική πραγματικότητα.

Στο σημείο τούτο τέμνεται με το έργο του Σαχτούρη

που συγχωνεύει το παράδοξο στην ποίησή του  (Λϊλιαν Τσούβα)

 

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Το ήξερα πως ήταν από τυρί. Μαλακό τυρί με τρύπες.

Βέβαια εγώ δεν ήμουν ποντίκι, αλλά όπως έλεγε η μητέρα,

φανατική τυροφάγος, έτσι σιγά - σιγά θα ροκάνιζα όλο το

παρελθόν μου.    Το πείραμα ήταν το εξής.

Έπαιρναν μία  παιδική φωτογραφία

για παράδειγμα μ΄ εμένα στην αγκαλιά του μπαμπά μου

και την τοποθετούσαν με  photoshop πάνω στο φεγγάρι,

στη συνέχεια σου την   έδειχναν  κι  εσύ υπέθετες

πρώτον ότι είχες έναν μπαμπά   που δεν φοβόταν τη σωματική επαφή,

δεύτερον ότι είχες   έναν μπαμπά  και  τρίτον

ότι εσύ με τον μπαμπά σου  αγκαλιά

είχατε βρεθεί κάποτε στο φεγγάρι.

Εγώ όπως   πάντα ανταποκρίθηκα θετικά στο πείραμα των ψυχολόγων,

ίσως γιατί είμαι ένα μαλακό τυρί με τρύπες

από τότε που  μας εγκατέλειψε η μητέρα.

Η μνήμη, όπως και το τυρί,   αλλοιώνεται εύκολα,   λένε οι ψυχολόγοι.

Μπορείς να  παραποιήσεις τις αναμνήσεις,

να ξαναγράψεις από την  αρχή τον ουρανό.

Έτσι θυμήθηκα με κάθε λεπτομέρεια.

Εμένα και τον μπαμπά μου στο φεγγάρι. Αγκαλιά.

Ο μπαμπάς μου μύριζε στρατιωτική στολή.

Βουλιάζαμε  συνέχεια και το σεληνιακό έδαφος μας απορροφούσε.

Τα δυο  σώματά μας αγκαλιά σχημάτιζαν ένα

ολοστρόγγυλο   φεγγάρι.

Είπαμε να παραποιήσεις τις αναμνήσεις,

είπε ο ψυχολόγος, όχι όμως και τόσο πολύ.

Εσύ προσποιείσαι αγάπη.

 

ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝ ΣΙΜΟΝΟΦ

 

Για τη Βαλεντίνα έγραψε το ποίημα.

Περίμενέ  με,  έλεγε.

Πόσο δεν διευκρίνιζε.

Άλλοτε ζέστη,  άλλοτε κρύο στο στρατόπεδο.

Στην πατρίδα έχυναν κρασί στο χώμα,

ανάβανε γι’ αυτόν κεριά.

Κοντσαντίν Σιμόνοφ,  ήδη νεκρός.

Αψήφησέ τους,  της παράγγελνε.

Μην πιείς μαζί τους άσπρο πάτο.

Ήταν βέβαια παράλογο,

γιατί αυτή κοιμόταν μ’ άλλον κάθε βράδυ,

κάποιοι από τους εραστές  της, φίλοι του.

Δεν το ’κανε επίτηδες, φοβόταν,

τις νύχτες τα μαλλιά  της μεγάλωναν,

φύκια πυκνά την έπνιγαν.

Έβαζε το σαμοβάρι στη φωτιά.

Η πυροστιά έκαιγε σάρκα.

Είναι η σκέψη σου,   της έγραφε,

που με κρατάει ακόμα στον αφρό.

Ήταν το χίλια εννιακόσια σαράντα ένα.

Από τότε γράφτηκαν πολλά ποιήματα στον κόσμο.

Κανένα όμως πιο σπαρακτικά δεν παρακάλεσε.

Ούτε κανείς τόσο πολύ χρειάστηκε.

Όμως το κορμί δεν είναι κολυμβήθρα. 

Και κανένας πόλεμος δεν έχει ταχυδρόμους.

 

ΜΑΘΗΜΑ ΖΩΟΛΟΓΙΑΣ   Ornithorhynchus anatinus 

 

Ο ορνιθόρυγχος,  αυτό το εξελικτικό ατύχημα.

Μυθιστόρημα πλατυποδία

που κατεβαίνει σκάλες  που ανεβαίνουν

με τα στενά λουστρίνια   μιας πλοκής

που δεν προχώρησε ποτέ.

Ένα  Ποίημα   που απερίσκεπτα γεννά αυγά

με σταχτιά χηνόπουλα

χωρίς την ελπίδα κύκνου που θα γίνει.

Αδέξιο  δοκίμιο   που θηλάζει τα μικρά του,

άλλο με ράμφος πάπιας,   άλλο με σώμα κάστορα,

έχιδνας  ή  σκαντζόχοιρου.

που θα ενωθούν σε ένα  τελικά

με ευδιάκριτες όμως τις ραφές.

Θα σας τοποθετήσω αλλιώς:

Οι νηστικές μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα

δεν τον βοηθούνε καθόλου να πετάει.

Γι’ αυτό αν κάποιο βράδυ

εμπρός στη συνηθισμένη άβυσσο πολτού

από κομμένα  δένδρα

συναντήσετε  ορνιθόρυγχο,

αγκαλιάστε τον όσο πιο στοργικά μπορείτε.

Όπως θα διαβεβαίωνε ο Δαρβίνος

εκατοντάδες  ορνιθόρυγχοι  πρέπει να παρεμβληθούν

πριν η ιδέα επιτέλους γίνει πράξη.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

(στη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Εκ των υστέρων σκέφτομαι

το τελευταίο βράδυ στην ταράτσα

που μια παρέα αγγέλων

πλαταγίζαμε δαιμονικά φτερά

και ξεπλέναμε τις πληγές με ουίσκι,

τα ντραμς των αστεριών   ηχούσαν ασταμάτητα

και γυμνό σαλιγκάρι   άφηνε κλωστές στον ουρανό,

ενώ την ίδια ώρα σ’ άλλη πόλη

σε κρεβάτι νοσοκομείου,

μια ποιήτρια ετοίμαζε την τελευταία πτήση.

Και θυμήθηκα πως ξαφνικά

το ποτήρι έσπασε μισοφέγγαρο

χωρίς να χυθεί το αλκοόλ.

Και νιώσαμε όλοι τη γεύση του αίματος στα χείλη.

Και κάποιος είπε

έναν μόνο στίχο να προλάβουμε ν’ αρθρώσουμε

πριν μας καταπιεί το σκοτάδι.

Και σιδερώσαμε κολλαριστή όλοι μαζί τη νύχτα.

Έτσι, φίλοι μου,  γράφονται τα ποιήματα

τις σκοτεινές νύχτες του καλοκαιριού στη Πήλιο.

 

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΘΟΡΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

 

Ο κύριος Χόθορν

μια μέρα που έψαλλε στην εκκλησία,

άρχισε ξαφνικά να αιωρείται

και πέταξε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.

Μπαμπά, μη φεύγεις!

φώναξε η μικρή Γουέντυ,

αυτός όμως μετεωριζόταν

ψάρι με πτερύγια στο ποτάμι.

Μικρή Γουέντυ, φάε την μπουκιά,

αλλιώς θα’ σαι τόσο ελαφριά,

μια μέρα θ’ αγοράσεις μπαλόνι

θα σε παρασύρει μακριά

απ’ αυτούς π’ αγαπάς.

Μπαμπά, γιατί δεν μου μιλάς;

Ο κύριος Χόθορν λικνιζόταν επικίνδυνα

και συγκρουόταν με πουλιά.

Υπάρχει ζωή μετά θάνατο;

ρώτησε η κυρία Στίβενς τον Τροχονόμο.

Υπάρχει σίγουρα μεγάλη κίνηση

στην εναέρια κυκλοφορία,   απάντησε αυτός

κι έβγαλε το κεφάλι με το κράνος του.

Στο μεταξύ η μικρή Γουέντυ

έτρωγε, έτρωγε ασταμάτητα.

Για να μην μπορεί

να την παρασύρει κάποιο μπαλόνι.

Μακριά απ’ αυτούς που αγαπάει.

 

Η ποιητική συλλογή αποτελεί παράλληλα και έναν διάλογο με την ίδια την ποίηση, καθώς η Χλόη Κουτσουμπέλη αρέσκεται στο να παρουσιάζει μέσω των ποιημάτων της τους τρόπους με τους οποίους έρχεται η έμπνευση, να εξετάζει την έννοια της ίδιας της γραφής και να κλείνει τελικά τη συλλογή με τους στίχους  «Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή, /είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει».

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΕΝΤΟΟΥΖ

 

Κοιτάμε και οι τρεις μας τον φακό.

Ο ανεμοστρόβιλος αργεί.

Τα κόκκινα γοβάκια γυαλισμένα.

Η μαμά με μία ρόμπα

και σταγόνες ιδρώτα   στο πανωχείλι της,

έφυγε μ’ έναν πλασιέ,

μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού

που αναστέναζαν βαριά τα στάχυα.

Δεν αγόρασε ποτέ ηλεκτρική σκούπα

γι’ αυτό σφουγγαρίζουμε το πάτωμα.

Σε λίγο το σκοτάδι θα πέσει,

τα ρακούν θα μας περικυκλώσουν,

τα σκυλιά θ’ αρχίσουν να αλυχτούν,

μαύρη σκιά θα βάψει

τα σφραγισμένα βλέφαρα της νύχτας.

Κάπου κοντά στο βενζινάδικο

ένα ξανθό αγόρι χωρίς μάτια   σ’ ένα φτηνό μοτέλ.

θα γυαλίζει ένα πιστόλι.

Αύριο το πρωί ο δρόμος θα τον φέρει   απ’ το σπίτι μας.

Θα ζητήσει ένα ποτήρι γάλα.

Λευκό στεφάνι γύρω από το στόμα.

Θα μας κοιτάξει παράξενα.

Θα μας φωτογραφίσει.

Από τη φωτογραφία θα λείπουμε κι οι τρεις

-αφού δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Η ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΟΤΕΡΜΠΡΙΤΖ ΔΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ

 

Η κυρία Γουότερμπριτζ ήτο αριστοκρατικής καταγωγής.

Απόδειξη τα πορτρέτα των προγόνων στο σαλόνι,

που ίδρωναν κάτω από τις περούκες,

κανένα όμως δεν διανοήθηκε

να ξύσει δημόσια το κεφάλι.

Η κυρία Γουότερμπριτζ είχε πάντα καλούς τρόπους

και έδινε μεγάλο φιλοδώρημα στον ταχυδρόμο.

Όταν διάβασε το τηλεγράφημα,

έσπασε όλα τα βάζα στο σαλόνι.

Οι πρόγονοι άνοιξαν όλοι μαζί

σε όμικρον το στόμα τους,

ενώ η γαμψή τους μύτη γύπας

ετοιμάστηκε να επιτεθεί.

Σσσς, ούτε λέξη! τους φώναξε αυστηρά.

Σοκαρισμένοι απ’ την αυθάδεια άρχισαν

να πέφτουν ένας - ένας με το κάδρο του.

Καρφιά εκσφενδονίζονταν,

έχασκαν τρύπες

τυφλά μάτια στο ντουβάρι.

Όταν έμεινε μόνο ο υπαινιγμός στους τοίχους,

η κυρία Γουότερμπριτζ

διέσχισε την άβυσσό του δωματίου

και μόνη σέρβιρε τσάι για έναν στο μπαλκόνι

 

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΥΨΙΛΟΝ

(…πόσες καρδιές έχει μια Ντάμα Κούπα όταν κλαίει…)

 

Το σώμα της είχε πολλά μάτια

-ένα μισόκλειστο κάτω απ’ την μασχάλη

και δυο ορθάνοιχτα χωρίς βλεφαρίδες στις πατούσες –

κι ελάχιστα χείλη,

που σημαίνει ότι κατασκόπευε συνέχεια

και φιλούσε με το σταγονόμετρο.

Παρ΄όλα αυτά, θα ήταν φυσιολογικό,

αν δεν είχε μνήμη προβοσκίδα.

[Ως γνωστό κάθε σώμα έχει μνήμη.]

Το δικό της θυμόταν το ανέγγιχτο.

Τις ημερομηνίες θανάτου, ενώ ξεχνούσε τα γενέθλια.

Τους φίλους που έχασε,

και όχι τους εραστές που κέρδισε.

Αναμφίβολα είχε ύπουλο σώμα.

Κρυβόταν τις νύχτες

κάτω απ’ τα χρυσάνθεμα,

κυνηγούσε βατράχους με κορώνα στη λιμνούλα,

γρύλιζε μες τα νούφαρα.

Το κλείδωνε συνέχεια στην ντουλάπα

τόσο που ξεθώριασε απελπιστικά.

Στο τέλος το φορούσε μόνο Κυριακές.

Μια μέρα το είδε να γεμίζει στόματα.

Έτρωγαν με βουλιμία τον χρόνο.

Ασύμφορο, γιατί θα τον κατάπιναν ολόκληρο.

Όταν έγινε πενήντα εφτά το αντάλλαξε.

Μ’ ένα ζευγάρι κόκκινες γαλότσες.

Για να γράφει ζεστά ποιήματα.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΞΕΡΩ ΤΙ ΚΑΝΑΤΕ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 

(…μη το αρνείστε.  Δεν ωφελεί να υπεκφεύγετε…)

 

Νομίσατε ότι η ξαφνική εξαφάνιση των στρουθοκαμήλων   θα περνούσε απαρατήρητη;   Τα παρατημένα φτυάρια στην παραλία;   Τα αφύσικα εξογκώματα στην άμμο;   Ναι, σύμφωνοι.   Δεν υπήρξε ποτέ αυτόπτης μάρτυς  να βεβαιώσει ότι εσείς ακονίσατε τα μαχαίρια στην κουζίνα.   Το μητρώο σας πλύθηκε πολλές φορές  και  κάποιος  το είδε να στεγνώνει στο μπαλκόνι.  Επιπλέον όταν ερωτευτήκατε πώς νιώθετε,  απαντήσατε είμαι καλά ευχαριστώ,   εμένα όμως δεν με κοροϊδέψατε.   Βλέπετε,  εγώ ήμουν το πτώμα.   Υποθετικά πάμτα φυσικά.   Λογοτεχνία είπαμε ότι κάνουμε,  ποτέ δεν ερωτευόμαστε στ’ αλήθεια.   Που φυσικά σημαίνει πως,  όχι, δεν υπήρξε κουφάρι από σάρκα.   Αν υπήρξε έγκλημα  δεν είμαι εγώ αυτός που θ’ αποφανθεί.   Υπήρξε όμως συγκάλυψη.   Σαν να μην έγινε.   Σαν να μην.   Και τελικά  τι έγινε  πραγματικά;   Φτερά ήταν πεταλούδας.   Κάτι καθαρό.  Τρυφερό όπως μάτι ελαφιού.   Κάτι σπάραξε.   Κάτι τρέχει ακόμα.   Ίσως νερό.  Και τελικά τι συνέβη πέρσι το καλοκαίρι;   Τι παραπάνω από ό,τι φέτος  ή  του χρόνου;   Αγαπητέ μου, πάρτε το απόφαση.   Όσο κι αν προσπαθήσετε,  ποτέ δεν θα διαπράξετε τον φόνο της ανίας σας!..  (από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, ΠΟΛΙΣ 2018)

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2026

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΜΕΡΑΣ ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ

 (…όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό 

τι άραγε θα έχει απομείνει από μας σ’ αυτή τη γη…)

 

Τα πρωινά   νησιά Αιγαίου, 

νιφάδες καλαμποκιού σε γάλα.

Τα μεσημέρια   Αφρική  

μπάρμπεκιου με μπιφτέκια από καμήλα.

Φορώ το φόρεμα με τις πιτσιλιές,

επάνω του τα ίχνη των χεριών    που υπήρξες.

Τα απογεύματα   αραιοκατοικημένη Αυστραλία,

ώρες που διαμένουν σε μεγάλη απόσταση

η μία από την άλλη,

εκτάσεις που δεν διανύονται

όσο και να καλπάζει μια μνήμη που ασθμαίνει.

Τα βράδια όμως   Θεσσαλονίκη πάλι,

ομίχλη – ατμός απ’ τα παράθυρα,

ένας Βαρδάρης ανακατεύει τα μαλλιά μου,

κόκκοι καφέ ξεχύνονται από πελώρια τσουβάλια

στο Καπάνι, 

κι εκεί  κάπου στην Ασία   ένα κοριτσάκι

αφήνει το ρύζι να γλιστρήσει

ανάμεσα στα δάχτυλά του   

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Με λένε Τζέιν. Τζέιν Μποντ.

Από τότε που τυφλώθηκε ο εργοδότης

παίρνω επίδομα ανεργίας

για παραστρατημένες γκουβερνάντες.

Στους άγριους βάλτους του Θόρνφιλντ

αποκαΐδια,

παραμορφωμένες πεταλούδες    στα δέντρα.

Κρατώ ομπρέλα.

Γεννήθηκα το 1846.

Γράφω ακόμα.

(Υπογραφή:  Χλόη Κουτσουμπέλη 

Συλλογή: ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018

Το Ποίημα που έδωσε τον τίτλο  στη συλλογή): 

 

Αγαπημένε,

όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό

το μελάνι θα ’χει πια στεγνώσει,

η ζάχαρη θα ’χει μουχλιάσει,

ένα σύκο θα σαπίζει   στο κρεβάτι.

Σε μια γαβάθα θα βρεις υπολείμματα τροφής.


Στην πραγματικότητα δεν ξέρω

αν θα το έχω γράψει εγώ   ή κάποια άλλη

με όνομα παράξενο όπως

Αδελαίδα,   Εριφύλη  ή  Περσεφόνη.

Αγαπημένε,

ήσουν απελπιστικά αθώος,

ανυπεράσπιστα ένοχος,

τις νύχτες ζωγράφιζες ελάφια,

έκλαιγες μετά καθώς τα σκότωνες,

γέμιζαν σκάγια τα σεντόνια.

Μια μέρα ενώ σου ετοίμαζα καφέ

είδα μες στο φλιτζάνι ένα δέντρο.

Τότε κατάλαβα πως έπρεπε να χαθώ στο δάσος.

Αγαπημένε,

όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,

τι άραγε θα έχει απομείνει από μας σ’ αυτήν τη γη;

Σκόνη στα δάχτυλα κάποιου θεού που θα φυσήξει.

Ξένε, όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,

θα γίνεις λαθραναγνώστης.

Κανίβαλος θα τραφείς από τη σάρκα μιας αγάπης.

Θα σου θυμίσει μια δική σου.

Καμία σχέση.

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι αυτούς

που αφήνουν σημειώματα.

Εννιά στις δέκα φορές επινοούν.  

 


(σχόλιο)    ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ είναι ένας ατελείωτος μαγευτικός κόσμος, γεμάτος σουρεαλιστικές εικόνες, λογοτεχνικούς ήρωες και συγγραφείς, που στέκονται σαν βιτρίνα μπροστά από το συναίσθημα της απώλειας και της εγκατάλειψης για το οποίο προσπαθεί να μιλήσει η ποιήτρια.   Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι ιδιαίτερα τολμηρή στη γραφή της, καθώς βουτάει στον κόσμο του υπερβατικού και του φανταστικού και δίνει φωνή σε δεκάδες λογοτεχνικά και μη πρόσωπα με έναν ευφάνταστο τρόπο. Από τους στίχους της παρελαύνουν συγγραφείς, βιβλικά και μυθολογικά πρόσωπα, ήρωες μυθιστορημάτων, που καταθέτουν την ιστορία τους, όπως αυτή διασταυρώνεται με την αλήθεια της ποιήτριας   (Χρυσάνθη Ιακώβου)

 

ΟΙ ΦΗΜΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΙΠΤΑΜΕΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ 

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Κάποιος είπε σε κάποιον

που είπε σε κάποιον άλλο

ότι οι κάργες τρελαίνονται το βράδυ

-γι’ αυτό πρέπει

να τους δένεις τα μάτια

με τυφλό μαντίλι  -,

ένα όχι τρέχει πιο αργά

από ένα σαλιγκάρι,

για ν’ αγαπήσεις πεταλούδα

πρέπει πρώτα ν’ αποδεχθείς την κάμπια.

Κάποιος είπε σε κάποιον

και αυτός συναίνεσε με ζέση

πως τα κοάλα είναι υπερτιμημένα

και το καλύτερο κατοικίδιο είναι

η αυτολύπηση,

με την προϋπόθεση

να τη γυρνάς ανάποδα

όταν βήχει.

Κάποιος είπε σε κάποιον

κι αυτός στο φίλο του

πως μια μέρα,

μια στιγμή,

κάποτε μ’ αγάπησες.

 

Μα ξέρεις τώρα

πόσο μοιάζει η φήμη με τη σκόνη

ή τους υδρογονάνθρακες.

Κάποιος είπε κάποτε σε κάποιον

ότι ο καλύτερος τρόπος

να ψιθυρίσεις

κάτι αυστηρά προσωπικό

είναι να φωνάξεις σε χωνί

στο μέσον της πλατείας

και, κάπως έτσι,

κάποιος, κάπου, κάποτε,

έγραψε τον πρώτο στίχο.

 

ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

 

Σπάνια έχει αντικείμενο και σχεδόν ποτέ της υποκείμενο.

Αφού η ίδια ύπαρξή μας εμπεριέχει την παγίδα.

Κάποιος ρίχνει εμάς τους ίδιους

ζάρια στο τραπέζι.

Η ζωή μάς προετοιμάζει για πουτίγκα

και μας σερβίρει χελωνόσουπα.

Είστε αγριόχηνες, μας λεν,

εσείς ορίζετε τη μοίρα,

για καλό και για κακό όμως

μην πετάτε τις νύχτες γύρω απ’ το φεγγάρι.

Πολλοί μετεωρίτες έχουν πυρακτωθεί από ανυπακοή.

Μια μέρα πάνω σε μαξιλάρι από βελούδο

κάποιος μας απονέμει ένα κλαδί.

Νομίζουμε μεγάλη πύλη,

αλλά το μόνο που ανοίγει

είναι δοχείο από σανδαλόξυλο

στα μέτρα του κορμιού μας.

Γι’ αυτό σου λέω, Μαρία,

σήμερα που έχει ήλιο

άπλωσε τα δάκρυα σου

μπουγάδα να στεγνώσουν.

Κανείς θνητός

δεν πέθανε ποτέ

από θνησιγενές φιλί.

 

ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΑΞΗ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ

 

Κόρακας κοράκου μάτι βγάζει,

μαύρα φτερά πάνω στον πάγκο.

Το ψέμα πάλι,

που ως γνωστόν έχει κοντά ποδάρια,

αλευρώνεται πρόβατο φίλος

για να κρύψει τον λύκο από κάτω

η θλίψη  όμως, αχ!... η θλίψη

έχει βάλει το κεφάλι της στο φούρνο

προσφέρει τα χέρια της κουλούρια

μαζί με τον καφέ παρηγοριάς.

Η ελπίδα γυαλίζει τα ποτηράκια του κονιάκ

σαν κάποιος να επρόκειτο,

όσο για το γνωστό το Γιάννη,

λίγες μέρες πριν τα γενέθλια,

μόνος του κερνά  και  μόνος πίνει.

Τα αυγά της γειτόνισσας

αισθητά πάντα πιο μεγάλα

τσιτσιρίζουνε με μπέικον.

Στη Μόσχα, αδελφές μου, στη Μόσχα,

ενθαρρύνει το ένα το άλλο

μέσα στο τηγάνι.

Έτσι φουσκώνει το πρωί της Κυριακής,

αρχή Νοέμβρη, μες στο σπίτι της,

σε σβώλους μες την κατσαρόλα.

Πάλι έκαψες τη μέρα σου,

λέει η γιαγιά που μπαίνει στην κουζίνα

με ένα πανέρι μήλα

που φιλοξενούν οικόσιτο σκουλήκι,

αφού όπως όλοι ξέρουμε,

το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΓΥΝΑΙΚΑ ΛΑΖΑΡΟΣ

(στη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Ανάστησέ με, του φωνάζει.

Τυφλό μάτι το φεγγάρι,

μαύρο τηγάνι η νύχτα καίγεται.

Έλα και ανάστησέ με, του φωνάζει.

Αυτός κάτω από το χώμα ακούει ήρεμα,

με τα χέρια στο στήθος σταυρωμένα.

Τόσο εξοικειωμένοι πια

οι νεκροί με το παράλογο,

καθόλου δεν απόρησε

που αν και ζωντανή

απεγνωσμένα του ζητά

συμβόλαιο αναστήσλωσης

για ένα κορμί

που έχασε το σώμα του.

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΛΑΖΑΡΟΙ

 

Τότε μίλησε η Πρώτη Λάζαρος

«Το νυφικό μου ήταν από αλεύρι και με ανέστησε πάνω σ’ έναν πάγκο στην  κουζίνα.

Ήταν, μου είπε, ο ταχυδρόμος.  Χτύπησε όμως μόνο μια φορά.

Ύστερα δεν τηλεφώνησε ξανά.

Έμαθα πως κάποιος αργότερα τον φίλησε στο στόμα,  αλλά εγώ είχα προδοθεί»

«Εμένα πάλι»,  πήρε το λόγο η Δεύτερη, «όλο με φώναζε, Δεύρο έξω, Δεύρο έξω,

μα όταν βγήκα απ’ τα εσώρουχα,  αυτός απέστρεψε το βλέμμα.

Δεν είμαι, είπε, και Θεός να παραβλέπω το ελάττωμα.

Σε ήθελα πιο αδύνατη»

«Εγώ τι να πω»,  είπε τότε η Τρίτη,  που την ονόμαζαν Βραχύβια.

«Μου έλεγε πως είμαι η Μοίρα του,  Κλωθώ με αποκαλούσε, 

Γυναίκα Λάζαρος του έλεγα είναι το όνομά μου, 

δεν μπορώ, μου είπε τότε,  δεν το βλέπεις, δεν μπορώ να σ’ αναστήσω,

όταν ένα κομμάτι μου λαχταράει τόσο να πεθάνει»

 

ΜΥΡΙΑΜ Η ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ -  ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΛΟΤ

 

Όταν ο άγγελος μήνυσε στον Λοτ να φύγουν,

αυτή φόρεσε το ’να πάνω στ’ άλλο τα φορέματα,

δεν ήξερα τι να πρωτοσώσει,

άφησε ανοιχτή την πόρτα,

ο μεσημεριανός χυλός άχνιζε στο τραπέζι.

Έναν μπρούτζινο καθρέφτη άρπαξε μόνο,

χάρτη στις ίδιες τις ρυτίδες της.

Όμως οι μηροί, το υπογάστριο, οι αστράγαλοι

όλα γη προγονική.

Από άμμο πλασμένο το κορμί.

Πώς ν’ αρνηθεί καταγωγή;

Πέταξε τα φορέματα.

Ολόγυμνη στη μέση της ερήμου.

Τ’ όνομά της ανάβλυσε νερό,

στήλη από δάκρυα,

μόνη, πιο μόνη κι από ξένο,

νοστάλγησε.

Αργότερα οι μελετητές θα διαλέξουν πτώση γενική.

Ή μήπως κτητική.

Γυναίκα του Λοτ

Νεκρή θάλασσα οι αναμνήσεις

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΡΑΣΤΕΣ 

ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΧΛΟΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ:

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, Πόλις 2018 

(Ιούλιος Βερν,   Αστρονόμος και αστρομέτρης με νόμιζε αστερισμό…

Κάρολ Λιούις,  Μου φορούσε λευκά καλτσάκια με φωτογράφιζε γυμνή

Φραντς Κάφκα,   Μου υποσχέθηκε γάμο δι’ αντιπροσώπου…)

 

1.    ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ

Αστρονόμος  και  αστρομέτρης   με νόμιζε αστερισμό.

Κάναμε μαζί τον γύρο του κόσμου

σ’ ογδόντα νύχτες μ’ αερόστατο.

Λευκός γάμος.

«Φιλέα,  Φιλέα Φογκ,   ποιο είναι τελικά  το στοίχημα;»

φώναζε τις νύχτες στο κρεβάτι.

Όταν για να συντονίσουμε ρολόγια,

«τι ώρα είναι;»   κάποτε με  ρώτησε,

«ώρα να γίνω καπνός»,  του απάντησα

και καταδύθηκα είκοσι χιλιάδες λεύγες

στον πυρήνα μου!..

«Είσαι σκέτη λογοτεχνία»,   μου πέταξε τότε θυμωμένα!,,

 

2.    ΚΑΡΟΛ ΛΙΟΥΙΣ

Μου φορούσε λευκά καλτσάκια,

με φωτογράφιζε γυμνή,

έπεφτα στη μαύρη τρύπα του φακού.

Σιεσωλαγεμ αν ωλεθ νεδ   Δεν θέλω να μεγαλώσεις,

έλεγε συνέχεια.

Φοβάσαι τον χρόνο; τον ρωτούσα.

Είναι λαγός,  μου απαντούσε.

Δεν τον προλαβαίνω.

Τα βράδια  παίζαμε κροκέ με φασιανούς

και τρώγαμε μικρά γουρουνόπουλα  μωρά.

Μαζί του αυξομειωνόμουνα συνέχεια

γι’ αυτό έραβα και ξαναέραβα κουμπιά

κι άλλαζα φερμουάρ.

Μια μέρα κατάλαβα ότι για να ενηλικιωθώ

έπρεπε να σπάσω τον καθρέφτη του.

Φάε με,  πιες με,  φώναξε απεγνωσμένα

από τη μια όχθη του γυαλιού,

αλλά εγώ στην άλλη ήδη

έτρωγα μανιταρόσουπα

και κάπνιζα πίπα με  μια κάμπια.

 

3.    ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Φορούσε ολόσωμες σκιές  μέχρι το γόνατο.

Μου υποσχέθηκε γάμο δι’ αντιπροσώπου.

Μου έγραφε κιτρινισμένα γράμματα.

Αγαπημένη Μιλένα,  με  προσφωνούσε.

Ειλικρινά δικός σου, ο μικρός σου  Φραντς.

Κάθε πρωί ξέπλενα τα μάτια μου,

έσταζαν πηχτό  μελάνι μες στη σκάφη.

Ήταν συνέχεια υπόδικος,

διάδικος  και  δικαστής ταυτόχρονα

σε μια δίκη με  κατηγορούμενο

πάντα τον εαυτό του!..

Δικαστική πλάνη,  μουρμούριζε συνέχεια.

Γιατί πάντα ανεξάρτητα από την έκβαση,

οι ένορκοι τον καταδίκαζαν

σε κατ’ οίκον περιορισμό,

σ’ ένα πύργο χωρίς ασανσέρ.

Κάποτε σε μια επιστολή εσώκλεισε σκαθάρι.

Αγάπησέ το.  Είναι η ζωή μου,   μου έγραψε.

 

ΣΧΟΛΙΟ: η Χλόη Κουτσουμπέλη μοιάζει να προσπαθεί να χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο, με την επίγνωση πως είναι εύθραυστος και διαλυμένος εξαρχής, και βρίσκεται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση με τους ήρωες της, καθώς άλλοτε φαίνεται σαν να προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από αυτούς και άλλοτε σαν να μιλάει μέσω αυτών. Το σίγουρο είναι ότι καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας δε φοβάται ούτε στιγμή.  (Ιακώβου Χρυσάνθη)

Όταν κάποτε ρώτησαν το Μίλτο Σαχτούρη «τι είναι ένα ποίημα», εκείνος απάντησε πως «το ποίημα είναι ένα όνειρο κακό που όμως ντύθηκε τα καλά του».

Σε συνέντευξή της η Χλόη Κουτσουμπέλη είπε πως η ποίηση, «είναι μία απόδραση από τα περιοριστικά καθημερινά δεσμά της ανθρώπινης ύπαρξης». «Η ποίηση είναι μία επαναστατική διαδικασία. Σπάει τον φλοιό, την τάξη, την ευνομία των πραγμάτων και επανασυστήνει τον κόσμο και εμάς τους ίδιους»

Ο στίχος της Χλόης Κουτσουμπέλη διακρίνεται από ιδεατή λεκτική λιτότητα και αυστηρότητα. Στην κλειστή ποιητική της μονάδα παρατηρούμε αφαιρετικές και ευσύνοπτες διατυπώσεις. Η συνειρμική παράθεση των εκρηκτικών της εικόνων καταλήγει σε έναν ποιητικό ιστό πυκνοϋφασμένο πάνω στον οποίο συγγραφείς και λογοτεχνικοί ήρωες επικοινωνούν άλλοτε υπόγεια και άλλοτε φανερά, πάντοτε όμως γόνιμα, προς όφελος του ποιήματος.  Στη διαχρονική αυτή και υπεριστορική φαντασμαγορία συγγραφέων και λογοτεχνικών ηρώων πρωτοστατεί η ξένη λογοτεχνία, αλλά και η αρχαιοελληνική  μυθολογία και τέχνη.  (Λίλιαν Τσούβα)

 

Η ΑΛΙΚΗ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙ

(…πόσες καρδιές έχει μια Ντάμα Κούπα όταν κλαίει…)

 

Με λένε Αλίκη και είμαι καλά.   Κάθε πρωί ξυπνώ με χαρά,   παίρνω μια ασπιρίνη   για το αφόρητο ράγισμα   που χωρίζει σε ημισφαίρια το κρανίο.   [Το άλλο όνομά μου είναι Χάμπτι Ντάμπτι   και όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά   παλεύουν να με συναρμολογήσουν ξανά,  μετά από κείνο το φοβερό πέσιμο απ’ το φράχτη]   Έχω ερωτευτεί τον Καπελά.   Κάθε μέρα μου χαρίζει ένα καπέλο,   το σημερινό είναι μαύρο και ψηλό,   χασμουριέται συνέχεια   από μια τρύπα στον πάτο.   Τι είναι αυτό που γυαλίζει τα πόμολα, ρωτάει,   που στραγγίζει τα φακελάκια του τσαγιού,   που σφίγγει τη γραβάτα του συζύγου κόμπο.   Τι κάνει τικ τακ μέσα στο στόμα του κροκόδειλου   πόσες καρδιές έχει μια Ντάμα Κούπα όταν κλαίει.   Τι είναι αυτό που σε κρατάει ζωντανή;    Η Κάμπια τινάζει τα στρώματα στο απέναντι μπαλκόνι.    Τα λουλούδια μπλα  μπλα.   Η Άνοιξη σφαιρική   Η γη επίπεδη    Βαρέθηκα τις εποχές, λέει η Αλίκη,  στη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, ΠΟΛΙΣ 2018

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΤΗΚΕ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

  (…ενάμιση αιώνα πριν…)   Ο κόμης Βρόντσκι   δεν έφτασε ποτέ. Ένα σώμα γυναίκας έπεσε στις ράγες. Ελάφι,   ψιθύρισε ο μηχανοδηγός. ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ