(…ένα φως απ’ τον άλλο αιώνα…
αν μιλήσεις κανείς δεν θ’ ακούσει…)
Και τα βήματα που
ακούγονται πέρα απ’ τη μνήμη.
Ένα φως απ’ τον άλλο
αιώνα ξενυχτάει στα φανάρια των δρόμων.
Όταν όνειρα τάγματα παρελθόν
και παρόν
εντοιχίζουν τη σκόρπια
ζωή.
Δε θα μείνω εδώ σου το
είπα. Ένα μάτι κοιτάζει
καρφωμένο σα μάτι πίσω
απ’ τον τοίχο.
Τα πουλιά
συνοδεύουν σημαδεύουν γη νύχτα.
Το μικρό κοριτσάκι.
Το μικρό κοριτσάκι που το φωνάζαν Παύλα.
Το μικρό ξυλαράκι που
λεγόταν Ιζέλ.
Η μικρή μηχανή των
οδόντων.
Και το χέρι σπασμένο.
Και το πόδι το μαύρο
περπατώντας στο άδειο παπούτσι.
Ακούστε μου λέει ο Κωνσταντίνος.
Υπάρχει εκείνος
ο κοντακιανός που
πιάσαμε προχθές.
Τον έχουν δέσει πάνω στο
κρεβάτι.
Ήταν ο καταδότης με τη
μάσκα στο στρατόπεδο.
Ρίχτου λίγο νερό στο
μελανοδοχείο να πιει
και μην τονε
χτυπήσεις.
Αργότερα τον
τουφεκίζουμε χαμηλά στα χορτάρια.
Υπήρχαν τ’
αποσπάσματα. Στον Παρμενίδη
τον Εμπεδοκλή και
τον Ηράκλειτο.
Μάχεσθαι χρη τον δήμον.
Τα όπλα μου είπες η σκιά τους ο φόβος.
Ένα στόμα ραμμένο στη
σιωπή
όχι εκείνη η τρύπα που
μιλούσες κι έμπαζε αέρα.
Οι ασβέστες εξέφτιζαν
από μέσα απ’ το πρόσωπο.
Κι οι σπασμένες
εικόνες καθεμία αλυσίδα πίσω απ’ την
άλλη.
Και χιλιάδες πακέτα
σκατωμένες αλήθειες
σε κατάλληλα δέματα σχήματα
και με ρίμες ποιήματα.
Συνελήφθη ο Πέτρος.
Είχαν πάρει τον Πέτρο ως τα νύχια με τ’ άσπρο σεντόνι.
Και σου είπα το αίμα.
Και μου είπες δομές
συστημάτων.
Αν μιλήσεις κανείς δεν
θ’ ακούσει.
[ΝΥΧΤΕΣ τρίτη ενότητα
στη συλλογή του
Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ 1975
και άλλες επιλογές με αντιγραφή και επικόλληση
από τη συγκεντρωτική έκδοση
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ 1965 – 1980 εκδόσεις ΕΡΜΗΣ
1997]
ΚΥΚΛΟΤΕΡΕΣ ΠΕΡΙ ΓΑΙΑΝ ΕΛΙΣΣΕΤΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΟΝ ΦΩΣ
(από τη τρίτη ενότητα στη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ 1975)
ΙΙ
Ένα φως από - περιστέρια πολλά στην
απάνεμη στέγη.
Τότε έβγαλε τη διάτα ο Κρούταγος να σκοτωθούνε πεντακόσιοι στο
στρατόπεδο. Χαράματα τους πήραν και
τους πήγανε. Γλίτωσε μόνο ο σκύλος
μου θα τον ακούσετε πολλές φορές ν’
αλυχτάει μέσα σε τούτο το σακατεμένο ποίημα.
Συνεργεία σιωπής
φιμωμένη καμπάνα όταν οι μέρες και οι νύχτες
στον τόπο μας ξεχωρίζουν με λιγοστά σημάδια.
Γι’ αυτό λοιπόν
κατεβαίνοντας απ’ το σπίτι σου στην
άσφαλτο
μην τραγουδάς πως
είχες κατέβει στην κόλαση.
Γιατί η άβυσσο
εργάζεται μονάχη της δίχως εσένα.
Ύστερα σου είπα μεν
τραβάς το σεντόνι.
Θα φανεί από κάτω
ένα μαύρο στη θέση που ήταν το πόδι!..
Νύχτα με καρφώματα
της νύχτας.
Λόγια που έμειναν
μετέωρα αλυσίδα κομμένη στον τοίχο.
Κι από τη μια
κάμαρα ως την άλλη
ο Μπίλιας ο Πολύκαρπος κι ο Κατιρτζόγλου. Και κάποιος Πορετσάνος. Όπως ο δρόμος κατεβαίνοντας. Στροφή στον άλλο κόσμο η Λάρισα στο φοβερό
μισόφωτο κι αριστερά που δεν υπήρχαν κυπαρίσσια στη χαράδρα.
Όταν ο αέρας
ασταμάτητος απ’ το πρωί.
Όταν εκείνο το πρωί
σε συλλαβαίνουν και
σου χώνουν ένα καρφί που βγαίνει στον ορίζοντα
Ο Ήλιος ήταν στο
μπαλκόνι.
Πράγματα
ακίνητα και τρομαχτικά κι
ακίνητα.
Η σκέψη φωτισμένη
από λοξές χαραματιές να ξεχαστούν τα
όνόματα.
Κι οι
συναντήσεις κι οι κρυφές φωνές κι εκείνο το χαρτί
που μούδωκες όταν η νύχτα μεθυσμένη από την ίδια της τη
δύναμη.
Όταν ο Μπίλιας ο Πολύκαρπος
και κάποιος Πορετσάνος.
Και τ’ αυτοκίνητο
στην κατηφόρα στη μεριά που δεν υπήρχανε σκουπίδια.
Εκεί πετάξανε τα
σκοτωμένα πτώματα.
Κάτω ακουγότανε το
κύμα η θάλασσα.
Γωνία με φως
ερχόταν απ’ τη θάλασσα.
Ή ας πούμε ένα
προσκύνημα στη φοβερή Ιστορία.
ΟΤΑΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΚΙ ΑΚΟΜΗ…
(…Μάρτης σήμερα ένα παγερό φαρμακωμένο φως…)
ΙΙΙ
Όταν κοιτάξεις είναι το κακό. Κι
εκείνο το άλλο συνεχώς επινοείται.
Για να μην ανασαίνεις.
Μονάχα ψέματα. Κι οι σάκοι σε σωρούς
βουνά. Βαγόνια αμπαρωμένα όλη τη νύχτα.
Κι εκείνο το άλλο συνεχώς επινοείται.
Για να μην ανασαίνεις.
Διατεταγμένοι θάλαμοι
και σίδερα συρματοπλέγματα και πάσσαλοι.
Για να μην
ανασαίνεις.
Ο ένας χρόνος ο άλλος χρόνος. Γυμνές καταραμένες εποχές.
Και τι μπορείς να
μαρτυρήσεις;
Τι απόκριση να
πάρεις από τούτο το ασβεστωμένο πρόσωπο
που σε κοιτάζει
απέναντι ασάλευτος εφιάλτης.
Λέγε λοιπόν και
λέγε γρήγορα. Θυμήσου ονόματα και
σπίτια.
Πότε βρεθήκατε σε
κείνο το πηγάδι;
Εγώ δεν ξέρω τίποτα
δεν είμαι τίποτα είπε ο Νικήτας.
Πάντοτε κοιμόμουν
σε κείνη την τρύπα που είδατε γιομάτη με τρακόσα χρόνια.
Θα δώσω ό,τι
γυρεύετε θα μαρτυρήσω. Για τον κατήφορο και τους αμμόλοφους. Φοβάμαι και θα μαρτυρήσω και μη
με.
Οψόμεθα.
Νόμισμα δεν υπήρχε.
Φυσικά τους είπα
είναι παράλογο να περπατάς με τα χέρια.
Επίσης παράλογο να
σκοτώνεις με τα χέρια.
Λίγο – λίγο το φως
αποσύρεται μέσα από τα κυπαρίσσια.
Το μαχαίρι
σκοτεινιάζει. Στο ράφι κοιμάται η
προπέρσινη σφαίρα.
Απόψε που σκόνταψα πάλι πάνω στο πτώμα του Κίμωνα.
ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ ΑΚΟΥΓΟΤΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ
(…δεν υπάρχει απόγευμα θάλασσα…)
ΙV
Η κυρία Ιακώβου. Η Σοφία όπως
ξέρετε. Διαμέρισμα τέσσερα.
Βγαίνει ψηλά στο παράθυρο κατεβάζει το καπάκι τραβάει τις κουρτίνες έχει
σβήσει το φως. Το παράθυρο σβήνει.
Εκείνα τα μάτια θα ήταν αγάπης μονοπάτια μονάχων ανθρώπων.
Προεξοχές σκοταδιού. Η τυφλή κηλίδα
όπου κουνιέται μια κινηματογραφική διαφήμιση.
Πιο πολύ ασχολίες για σένα πιο πολύ
για χθες
υπόλοιπα κατάλοιπα
πιο πολύ για ποτέ - απουσία.
Προχωρείς σα χαμένος.
Η ζωή σου με την πλάτη στον τοίχο και το χέρι του άλλου σε ψάχνει.
Η ζωή σου ξαναρχίζει αργότερα σε
άλλη συνοικία και μου έλεγες.
Νυχτερινά πρακτορεία θα μπορέσεις να φύγεις.
Θα ξανάρθεις γυμνός προδομένος όπως ήσουν.
Απόψε τα δόντια σου σκάβουν το λίγο πικρό ψωμί όπου κρύβεται η λευτεριά σου.
Απόψε οι πέτρες ανοίγουν τα παράθυρά τους.
Ένα σκούρο χαμόγελο γλιστράει πάνω σ’
αυτό που ήταν κάποτε το στόμα σου το πρόσωπό σου.
Καταποντισμένος σ’ ένα αρχαίο κρεβάτι θα κοιμηθείς ανώνυμε φίλε.
Αν μπορούσες να ξέρεις πώς αρχίνισαν όλα τούτα.
Γέρικες γυναίκες που πάνε κι έρχονται κουβαλώντας πεθαμένα παιδιά.
Το καρφί που κοιτάζεις στον τοίχο
κρεμασμένο σακάκι τα παπούτσια στο πάτωμα.
Στον εξώστη φεγγάρι.
Ένα σπίτι και άπειρα σπίτια.
Και σου λένε θα φύγεις υπόγραψε
αυτό.
Δύο άνδρες για ένα φορείο Δύο
γυναίκες για ένα φιλί.
Τέσσερα μαχαίρια για τον καταδότη.
Και για σένα η νύχτα Και η γλώσσα
ξερή
Δίχως όνομα ένας. Σε κρατάνε στον
τοίχο.
Δύο άνδρες κατόπιν που πλένουν τα χέρια
με νερό και σαπούνι.
ΤΡΙΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ
(…τραίνο στις δυο και στις εφτάμιση…)
V
Σαράντα τέσσερα τρακτέρ.
Σαράντα πέντε φορτηγά.
Έξη τουφέκια + οχτώ.
Τραίνο στις δώδεκα τους είπαμε…
Σκοτάδι.
Και Κυριακή. Πάλι σκοτάδι.
Χαίρετε κύριε Ιάκωβε χαίρετε.
Αυτός που ανακατεύει τα χαρτιά στο τραπέζι απέναντι με την ασήκωτη μάσκα τ’
αστραφτερά του χέρια τα δόντια χαμόγελο
χαμόγελο φίλος.
Αυτός που μιλάει και τον ξέρεις δεν
ξέρεις ποιος είναι.
Το μαύρο μονοπάτι προκυμαία στη μνήμη. Το σπασμένο φανάρι δεν έχει
φανάρι και τούτη η μάντρα πρόχειρος
συνοικισμός να προστατέψουμε τα καινούργια πτώματα.
Ξερές αναφορές ξερά υστερόγραφα.
Παγίδες δόκανα καταπαχτές που δεν τις ήξερες δένδρα και μισοσκότεινα αποσπάσματα
η τελευταία ζητωκραυγή.
Κι όπως μιλούσαμε ξαφνικά σηκώνεται ο
Νικήτας στη μέση της κάμαρας αρπάζει το κεφάλι του σαν τρελός το κεφάλι
του έχει πάρει φωτιά τινάζονται πέτρες και σίδερα. Και στάχτη κατόπιν. Που ησυχάζει
και ξανακάθεται αμίλητος.
Ύστερα οι νέοι επίδαμνοι οι αγκυλωτοί βασανιστές και η άμυνα γονατισμένη
σακατεμένη μη μόναν όψιν.
Ύστερα εκείνο το σύντομο γέλιο όπως ένα ποτήρι που σπάζει.
Ύστερα ο ξεφτισμένος τοίχος οι χαλκάδες στον τοίχο το μυαλό μαλακό
μουλιασμένο ματωμένο σφουγγάρι.
Η ενοχή των ενόχων η ενοχή των
αθώων.
Η σφαγή των αθώων και το ψέμα ύστερα
πάλι το ψέμα η αλήθεια το ψέμα ύστερα η νύχτα κοιμήσου -κοιμήσου.
Θα τα ξεχάσεις όλα θα τα ξεχάσεις.
Θα σε σαρώσουν κι εσένα τα χρόνια σκουπίδι.
Όπως πάντα στην Ιστορία φυσάει διαβολεμένος αέρας.
Μνημεία σιωπηλά που ο κόσμος δεν έχει στάλα νερό.
Τα μεγάλα οράματα των ανθρώπων,
Δρόμοι χωματόδρομοι πρόχειρα
παραπήγματα πιο πίσω οι σκοτεινές
ακίνητες τράπεζες.
Πιο πίσω το μαχαίρι καλά τροχισμένο. Χτυπήστε το φίλο σας στο κρυφό
μονοπάτι.
Η πλάνη του φίλου σας ξαφνιασμένος σωριάζεται ανάποδα.
Φρικιαστικές ανταποκρίσεις
φρικιαστικές σημασίες.
Τα σιδερένια συνθήματα το κατακάθι του σκοταδιού
στο σκυλίσιο κεφάλι σου.
Το κατακάθι του έρωτα καθώς οι λέξεις
όπως οι λέξεις
σ’ αυτό το ποίημα το πικρό που γυρίζει ξαφνικά
και δαγκώνει την ουρά του.
[επιλογές από τις ΝΥΧΤΕΣ, τρίτη ενότητα στο ΧΡΟΝΙΚΟ του
Τάκη Σινόπουλο]
ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ
(αποσπάσματα από την τέταρτη ενότητα στη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου
ΧΡΟΝΙΚΟ 1975)
(Ι) Μια πόρτα σκοτεινή σε σκοτεινά σημάδια πηγαινοέρχεται το απόγευμα στο κάθισμα του καταδικασμένου στου φυγάδα
τον ορίζοντα στου εξόριστου το άδειο
τραπέζι. Μήτε μπορείς να πεις όλα
πηγαίνουνε στραβά δε λείπει ο ψεύτης ο προσκυνημένος ο διπρόσωπος καλή ταρίφα
και καλή τιμή πιο πέρα ένας ετοιμοθάνατος μουσκεύοντας με τα νερά του τις εσπερινές ειδήσεις (ΙΙ)
Οι φίλοι που είχα κάποτε. Το
φεγγαρόλουστο αίμα τους κι η πέτρα στην
αυλή σημαδεμένη απ’ το φεγγάρι.
Κατηφορίζει στον ύπνο σου το μεγάλο ποτάμι με το μονόξυλο
και την ασετιλίνη τη νύχτα.
Θυμάσαι πως εκεί γεννήθηκες μα δε
βοηθάει στη λευτεριά. Απόψε η νύχτα δύο +
τρία +
τέσσερα χτυπάνε στο μεσότοιχο κι ο νυχτοβάτης πυρετός ο νυχτοβάτης πάνθηρας απάνω σου ρωτώντας και
ρωτώντας. Είδα την πλάτη που τη
σημαδεύει το ντουφέκι είδα σαράντα
χρόνια ματωμένο το πουκάμισο. Τι να
ξεκαθαρίσω; Τι ν’ αποκριθώ; Κι ο χάρτης του καιρού προσχώσεις
και καταστροφές - σου
φώναξα φυλάξου Κωνσταντίνε τόυε γύρισες το πρόσωπο ω τότε γύρισες το πρόσωπο. (ΙΙΙ)
Φαρμακερό ψωμί φαρμακωμένο αλάτι.
Αμετακίνητα συστήματα μεγάλες γέφυρες πολέμου από τη μια γενιά ως την
άλλη. Ο αέρας είναι μόνο στα
βουνά. Νύχτα διαβάζοντας τον καρπό του βιβλίου που ονομάζεται ψέμα – Ιστορία σελίδα – σελίδα τρακόσια χρόνια με πυρετό
μου έλεγες όταν έλεγες σκάβω με τα
νύχια το χώμα στην κόλαση εσύ και τα
νύχια σου εσύ κι η πραγματικότητα της
νύχτας σου τα νύχια σου κόκκινα και τ’ άστρο της φυλακής πολλαπλασιάζεται
μέσα σε τούτη την κόλαση. Φίλε μου του
παντοτεινού πολέμου ζωντανός ή νεκρός
θα πεθάνεις κρατώντας το θάνατο
μέσα στον υγρό δαγκωμένο ουρανίσκο εκεί που ήταν γραμμένα τα ονόματα τσιμεντωμένα ονόματα και ξαφνικά σε χτύπησαν με την τανάλιακαι το στόμα σου έγινε μια πόρτα σπασμένα ματωμένα σανίδια… (ΙV) Κανείς δεν ξέρει
όταν επιστρέφει η νύχτα αν είναι νικητής.
Ποιος θα χωρίσει τη ζημιά από το κέδρος; Πίσω απ’ την πόρτα υπάρχει κάποιος σε παραμονεύει ακίνητος …. Ο
παρών ο απών ατελείωτος χρόνος ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ στο ΧΡΟΝΙΚΟ Τάκη Σινόπουλου
- Συγκεντρωτική έκδοση: ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ 1965 – 1980, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1997 ]

