Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

ΠΩΣ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΞΕΡΩ ΝΑ ΓΕΝΝΑΩ ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 (… μικρά μεγάλα πάντα πρόωρο γεννιέται ένα μικρό Ποίημα…)


Μου τα στερεί ο  πολυλόγος τρόπος μου.

Εσκεμμένος σαν προφυλακτικό

ν’ αποφύγει την επώδυνη σύλληψη

μη γίνει έναυσμα  και  αυτουργός

μιας ακόμα συντομίας. 

 

Με υποβάλλει σε τόσο χαμένο ποδαρόδρομο

ξυπόλυτον νομίζοντας πως έτσι επιμηκύνει

την ορισμένη της ζωής ηδονικότητα.

 

 Ένα μικρό ποίημα.

Μωρό σχεδόν κι όμως ετοιμόλογο.

Λίγο ανασηκωμένη προς τα πάνω

η μυτούλα του αρχή

λέξεις μάτια καρφωμένα στη συμπύκνωση

μορφασμός στα χείλη ερμαφρόδιτος

δεν ξέρεις ονειρεύεται πεινάει

–έμφυτα συσπάται το ασαφές.

Οι μικρές γροθίτσες του στο τέλος

αρτιμελείς  -  σφιγμένες.

 

Ένα μικρό ποίημα.

Αβέβαιο ακόμη ανασαίνει στη θερμοκοιτίδα

ο εντατικός θάλαμος γεμάτος

μικρά μεγάλα ποιήματα κλεισμένα

στα διαφανή πλαστικά τους κουκούλια. 

 

Μικρά μεγάλα πάντα πρόωρο

γεννιέται αν θα ζήσουν.

 

Ένα μικρό ποίημα.  Κι αν ο μη γένοιτο

δεν επαρκέσει τελικά το οξυγόνο

παρηγοριέσαι λες τουλάχιστον απέφυγε

εκείνον τον χαμένο ποδαρόδρομο

που φάγανε στη μούρη τα  μεγάλα

ξυπόλυτα δονκιχωτικά.

(ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988)




 

ΠΟΛΥΜΗΧΑΝΟ ΤΑΞΙΔΙ Η ΦΩΝΗ ΣΟΥ

(…συστήθηκες εκφωνητής γραμματοσήμων…)

Περνούσα καλά στο Λησμονητήριο.

Σαν επιδόρπια θάλασσα η γαλήνη

κι ο αυτοεγκλεισμός

βαρκάκι που κωπηλατείται ανάποδα

-ας λάμνει η κίνηση και θα φανεί

κάποιας ακτής η μνήμη.

 

Το ’σκασα για λίγο από το Λησμονητήριο

όπου με είχαν κλείσει αποφάσεις   σωφρονιστικές

για να θυμάμαι μόνο εσάς

του κάτω κόσμου άλιωτες αγάπες

και να ξεχνώ εμένα.

 

Ξέφυγα μια μέρα που η τύψη

πήγε να πιεί αμέριμνο νερό

τρεχούμενο  υπάρχω – υπάρχω

ξεχνώντας με ανοιχτή.

 

Έφυγα μόλις άκουσα το σύνθημα

εκείνη τη διασχιστική σαν κανιβάλου   φωνή

που μπήζει ο χρόνος   έχοντας βαρεθεί   έχοντας βαρεθεί

και που τη γνωρίζουμε κάθε έξαφνα.

 

Και τώρα είναι πάλι εδώ

λυμένη σε πολλήν ελευθερία

δεμένη στον ελάχιστο καιρό

με το ’να πόδι μου σε σας

του κάτω κόσμου άλιωτες αγάπες

και το άλλο πού;

 

Λίγο με ψύλλιασαν τα βήματα

της γάτας που φορούσες

πως ήσουνα χαφιές βαλτός απ’ το Λησμονητήριο.

Αλλά είχες κιόλας αποθέσει – να ξεπιαστώ –

το μετέωρο πόδι μου προσεκτικά στους πέπλους.

 

Συστήθηκε εκφωνητής γραματοσήμων.

 

Αχνά  μιλάς

ίσα που προλαβαίνουν να ριγούν

της ακοής τα νέα φυλλαράκια.

Ξεκουμπώνω το απάνω κουμπί

-κλειστό ως το λαιμό Λησμονητήριο

έχω θεέ μου σκάσει.

 

Εκφωνείς γραμματόσημα.  Λες:  μέτριο το καινούργιο

βέβαια κάτι ηδονικό μες στην αιμοβορία της σκηνής

(λέων ξεσκίζει δορκάδα),  με χρώματα πολύ ονειρικά

τι ανεξήγητα που εμπλέκεται η κερασφόρος κεφαλή

στους κλάδους – άκρως τρυφερής ακούγοντάς σε – αμπέλου

και υμνείς πολύ ένα παλιό;

 

Ο Οδυσσέας στην Κίρκη.

 

Πολυμήχανο ταξίδι η φωνή σου.

Σαλιώνει μεταχειρισμένες λέξεις

και τις κολλάει στο ξάφνιασμά μου

ενώ τις έχω σωθικά μου ξανακούσει

εκ στόματος πολλών ταχυδρομείων.

Βρίσκω την ύφανσή τους λεπτεπίλεπτη   εποχιακή.

Τη φορώ   κρεμώντας το κλειστό Λησμονητήριο

σ’ ένα χαμηλό κλαδί της εκπομπής σου

 

η οποία τελειώνει

με προβολή επιμορφωτικών σλάιντς

από τ’ αξιοθέατα της επιστροφής μου

στο Λησμονητήριο.

Καθαρά διακρίνομαι πίσω από τα κάγκελα

καθώς παλεύω να ξεμπλοκάρω το πόδι μου

απ’ τους χαφιέδες πέπλους.

[ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΠΟΥ στη  συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988] 

 

ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ 

Μια κόκκινη τελεία.  Που κλείνει μαύρη φράση.

Κι από τελεία πιο απόλυτη.  Δεν θα την ανοίξει

καμιά αρχή καινούργιας.   

Ένα πλεόνασμα έχει τρέξει γύρω – γύρω.  Έπεσε

στο καλούπι μεγαλύτερη δόση εντελέχειας.

Είναι σα να φοράει στο λαιμό της η παύση

κόκκινο ξηλωμένο δαντελάκι.

Ίχνος κόκκινου.  Θυμίζει πρώτο βήμα απόδρασης

που χτυπιέται εν τη γενέσει.  Άτυχο βήμα

κόκκινου.  Σκαλάκι της ανάσχεσης.

Δεν πρόφτασε να γίνει ούτε σταγόνα.

Έτρεξε μόνο ως το αδιόρατο.

Ένα ωάριο μνείας∙  ξέφτι ροής -  τόπια ολόκληρα

στων αρτηριών  τα ράφια.

Χαρακίρι σημείου.  Εκεί στην άκρη των χειλιών.

Σα να σε φίλησε προτελευταίο αγκάθι.

 

Μια σταλιά παράσημο ανδρείας∙  του πρώην θνητού.

Σου το απένειμε με τιμές κόψης

βιαστικό καθώς σε καλλώπιζε

το απρόσεκτα ύστατο χτες σου.

 

ΑΡΜΕΝΙΚΗ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Μπαίνεις

ένα κεφάλι πιο ψηλός από το σύμβολο.

Σου φτάνω ως το  κρέμομαι.   Όμως

σε  υποδέχομαι απερίκοπτον.

Εξομαλύνω την επίφοβο αυτή διαφορά

ανεβαίνοντας στο ετοιμόρροπο  είμαι.

 

Ανοίγει η αυλαία, ο ωραίος ζογκλέρ

-το χέρι σου -  υποκλίνεται  κουλουριάζεται

μεταξωτά μαντίλια οι κινήσεις

ρέουν τα δάχτυλα όπως νερό με αρθρώσεις

στο μαγικό ποτάμι της προετοιμασίας.

Αναμονή,  τι περιστέρια  τι φτεροκόπημα

από φλόγες θ’ ακουστεί μόλις ξεπεταλώσεις

το μυστικό κενό που ταλαντεύεις.

Και τότε από της μπλούζας σου το καλοκαιρινό

τσεπάκι ανασύρθηκε κατάχλομη

μια οικογενειακή γαρδένια

λιπόθυμη στην αγκαλιά αλουμινόχαρτου.

 

Βάζω αμέσως

το διανθισμένο χέρι σου

στο κρυστάλλινο περίοπτο νερό.

Φέρνω καφέ.  Ξέχειλη, το φλιτζάνι

τρέμει  χορεύει κλακέτες στο πιατάκι.

 

Οι περιπόθητες φυσαλίδες έχουν σπάσει  και  φοράει

μαύρο κρέπι γύρω – γύρω η κεραμική

στιλπνότης.  Εν τω μεταξύ

ωριμάζουν στο βυθό τα κατακάθια.

 

Σκώπτεις το ξεχείλισμα

και βγαίνεις πάλι στη σκηνή

σωστά να μου το παίξεις∙

υποκλίνεσαι   ζυγιάζεσαι

με κοιτάζεις   με κοιτάζεις   με κοιτάζεις

κι αλήθεια δεν κοβόταν  ούτε μα μαγικό πριόνι

το ατσάλινο καϊμάκι των ματιών σου.

 

Έδρεψες

λίγους ξηρούς καρπούς απ’ το μπαλκόνι

κι έκανες κρυφά νόημα στην ώρα σου

πως είναι ώρα να πηγαίνετε.

 

Κι όπως σηκώθηκες κομψός, σύγχρονος

με τους εφαρμοστούς σου λεπτοδείχτες,

είδα τότε τα καινούργια σου μάλλον

αθλητικά παπούτσια

-αρχαίο, γηραιό του νεάζειν το άθλημα.

 

Ω, με γεια την αναχώρηση ευχήθηκα

και βγήκες.

Μερικός από την  πόρτα

λίγος από τα θαύματα

και ο υπόλοιπος κανονικά – από τα κατακάθια.

Ώριμα στο φλιτζάνι.

 

ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ

(…σε τρελαίνει η ζέστη  συν  η ασφυξία

της δικής σου εποχής…)

Φυλάς σκοπιά  - ποια εδάφη;

Σε χτυπάει κατακέφαλα το ντάλα άγνωστο χρέος.

Και περνάει δίπλα σου ξυστά

όπως σφαίρα κάποιο αδέσποτο αεράκι.

Θα ’χει ξεφύγει από την άγρια μάχη

μεταξύ ευχής και εκπλήρωσης.

 

Το συλλαμβάνεις ανακρίνεις ερευνάς

φύλλο πορείας – ταχυτάτη.

Εν τω μεταξύ κάπως διευκολύνεται η αναπνοή

παρατάς τη σκοπιά  -  ποια εδάφη;

αρχίζεις ψου  ψου  ψου  τα μύχια

-πρόσεχε διαρρέεις μυστικό

πουλάς το έθνος για ένα  δε συμφέρει.

 

Κράτα.  Ψηλά το δέλεαρ

Μην  παζαρεύεις δοσίλογη δροσιά.

Όπου να ’ναι θα κοπάσει πια ο πόλεμος των οίστρων

θα συνθηκολογήσει ήρεμος ο μεταβολισμός

νικητές οι ανεμιστήρες – ποιος μας πιάνει.

 

ΕΝΑ ΜΑΤΣΑΚΙ ΩΧΡΟΤΗΤΑ

Με συνοδεύει φιλικά ένας μοναχικός περίπατος.

Για καλή μου τύχη

πηγαίνουμε κι οι δυο μας προς τα εκεί.

 

Παλιά σχέση ψυχραμένη.

Αστείες παρεξηγήσεις περί Άλλων

που διαλύονται.

Κουτσομπολιά των ονείρων οι άλλοι.

 

Στεκόμαστε στις βιτρίνες μου.

Είναι αλλαγή της εποχής μου.

Θα φορεθώ πολύ.  Κανένα σχέδιο.  Ίσια γραμμή.

Λαιμόκοψη. Κεφάλι να σκεπάζει το γόνατο.

Χέρια ντραπαρισμένα στο στήθος χαλαρά.

Ανεξίτηλα χρώματα εισαγωγής∙  από μέσα.

 

Ψηλά είναι κατακόκκινο το βράδυ.

Αιματοχυσία εμφυλίου στερεώματος.

 

Τα κίτρινα χρυσάνθεμα υπαίθριου ανθοπώλη

σε διπλή τιμή με πικραίνουν

-ένα ματσάκι ωχρότητά σου.

 

Είμαι στα ίχνη μιας βροχής.

Περίεργης. Σα να έβρεχε είναι∙  άλλοτε.

 

Απόρρητα βρέχει, κρυφά απ’ τη βεβαιότητα

σχεδόν κρυφά κι από την ίδια τη βροχή.

Το ξέρει μόνο η γοητεία του δισταγμού

η τσίγκινη τραγιάσκα κάποιου ήχου

και το συμβούλιο των σταγόνων ψηλά

γύρω από τη στρογγυλή λάμπα του δρόμου.

 

Απόρρητα βρέχει.

Σα να ’ναι εμπιστευτικό το φανερό.

Όπως και είναι. Πόσες φορές κρυφά από μας

δεν έχουμε συμβεί κρυφά από τις πράξεις μας –

πάντα τελευταίες το μαθαίνουν∙  από τις συνέπειες

που το γνωρίζουν εξ αρχής.

 

Ακόμα κι από τη νεότητα σχεδόν κρυφά γερνάμε.

Σα να ’ναι εμπιστευτικό το ολοφάνερο.

Πάντα τελευταία το μαθαίνει – απ’ την νεότητα των άλλων.

 

Μήπως μαθαίνουμε ποτέ ότι δεν ζούμε;

Κρυφό μας το κρατάει για πάντα ο θάνατος μας.

Το ξέρει μόνο η ζωή που συνεχίζεται των άλλων.

Κουτσομπολιά ονείρων παρεξήγηση οι άλλοι.

 

PASSE - PARTOUT

Ανοίγω τα παράθυρα της φωτογραφίας

ν’ αεριστεί.  Έμεινε καιρό κλεισμένη

όπως πολλά εξοχικά παρελθόντα.

 

Είσαι στο μπαλκόνι.  Με την καλή παλιά σου

στάση∙  όρθιος∙  φοράς την έγχρωμη επίγεια

εφαρμοστή στολή των επιπέδων:  μια κεραμιδένια

στέγη το φουσκωτό μπουφάν του πεύκου,

μπαλωμένο μ’ ενδιάμεση θάλασσα

στα μέρη που σκιστήκαν τα κλαδιά

παίζοντας με δυνατούς ανέμους.

Είναι σε παλίρροια τα περιβόλια

έχουν ανέβει ως τα τηλεγραφόξυλα

και κρέμονται λεμόνια στα καλώδια

άγουρα εορταστικά γλομπάκια.

 

Κάνεις υποστολή ηλίου,

Ανεβάζεις την τέντα συνθλίβοντας

πάνινα λουλούδια.  Ανυπόμονος περιστρέφεις

την κίνηση σα να ’ναι ο ίσκιος το δυσεύρετο.

 

Ως εδώ λογικά συμπεριφέρεται η φωτογραφία.

 

Ώσπου εμφανίζομαι εγώ, παρανοϊκά νεοφερμένη

στην εικόνα∙  σαν με πλαστική αφαίρεση.

 

Ενώ ήμουν μαζί σου εξ αρχής

κοινοκτήμων  της παλίρροιας και των περιβολιών

λίγο πιο πίσω από σένα καθισμένη

σ’ ένα πολύ αναπαυτικό  pliant  μειδίαμά μου

μοιάζει τώρα

σαν μόλις να προστέθηκα στη φωτογραφία.

Με σημερινό το πρόσωπό  μου, μαύρο βλέμμα

μακρύ σέρνεται η ουρά του χάμω στο μπαλκόνι

λες πως κάλεσε εμένα το επίσημο σκοτάδι.

Τείνομαι άπνους σα να θέλω

να σε απομακρύνω από την τέντα

μη σου πέσει κι άλλο

νταμάρι ίσκιου απάνω σου.

Αρκετά ανήλιος έγινες.

 

Πώς ενημερώθηκε η φωτογραφία.

Χρόνος αληθινός σε χρόνο χάρτινο πώς μπήκε.

Με ποιαν οικειότητα η οδύνη

μίλησε στην απάθεια των αψύχων.

Άραγε τι βαθύτερο να είναι αυτά τα άψυχα.

Μήπως τίποτα ζωές προηγούμενες εμψύχων

που με την πρώτη επώδυνη ευκαιρία

υποτροπιάζουν;

 

ΠΡΟΠΟΡΕΥΣΟΥ

Ολόιδιος με ζωντανόν ξεπρόβαλες

υποκύπτοντας σε πιέσεις φωτογράφου ύπνου

και σε καλοπιάσματα διπλής μου επιθυμίας.

 

Καταπονημένος έδειχνες∙  ότι περίμενες πολύ.

Σα να μου είχε ορίσει ώρα τακτή συνάντησης

το θέμα του ονείρου κι άργησα εγώ κατάφωρα.

 

Έγερνες λίγο προς το πλάι

Ή καπνό αγκάλιαζες χαμηλότερό σου

ή έσκυβες ν’ ακούσεις

μια μεγάλη χάρη που σου ζήταγε το άδηλον.

 

Είχες σταθεί εκεί, στο περιλάλητο απέναντι.

Και μου ’γνεφες να ΄ρθω.

Κατάκοπο το χέρι σου από το βαρύ σινιάλο

-να καλείς τον άλλον να χρειάζεσαι,

κίνηση εξαντλητική ακόμα και για όνειρο

που κάνει πάντα τα στραβά

μάτια στις ταπεινώσεις.

Έσειες πάνω κάτω το βαρύ σινιάλο

-αντλία που ανέβαζε πειθώ

ένα στεγνό πηγάδι.

Μου ’γνεφες να ’ρθω.  Ό,τι μας χώριζε δεν ήταν

εκ πρώτης όψεως άβατο, φοβιστικό:

ευχάριστα βραχάκια διάτρεχαν την απόσταση

και στις ρηχά αθώες τους κοιλότητες

αδιαφανές πλατσούριζε κατάλευκο νερό

σα να μπανιαριζότανε σε γάλα.

 

Αυτό ήταν όλο που μας χώριζε.

Τη ζωντανή ευθυμία τα λευκότητας

είχα μόνο να αψηφήσω και να ΄ρθω.

 

Όμως τι μαλθακή αποδείχθηκε

η τολμηρή μου επιθυμία να περάσω.

Κάθε τόσο έβαζε το πόδι της, άκρη

στην παγωμένη απόφαση και το αποτραβούσε

τσιρίζοντας.

Προπορεύσου έλεγε στο θάρρος  κι  έρχομαι.

 

Και να σκεφτείς, επί μακρά σειράν ονείρων

περίμενα να μου ταχυδρομήσει η εμφάνισή σου

αυτή την επείγουσα πρόσκληση.

Σε θάνατό μου πράγματι

ή μόνο σε δική σου στιγμιαία ζωή;

 

Το άδηλον ρούφηξε με την ηλεκτρική του σκούπα

αστραπηδόν την ερμηνεία.

Προς μέγιστη χαρά και ανακούφισή της.

 

Η ΤΑΧΕΙΑ ΑΝΑΡΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ

Ακούω μεσημεριάτικα τον λαχειοπώλη

να προσκαλεί αγοραστές στο γέλιο της τύχης.

 

Σπρώχνω πιο πέρα την εγρήγορση

μου πιάνει όλο το χώρο και το ρίχνω

σε μια τρελή ονειροπόληση,

αμύθητα πώς θ’ άλλαζε η ζωή μου

αν κέρδιζα  ένα

ανισόρροπο λαχείο.

 

Θα ξαναέχτιζα την πείρα μου με θέα

τους απέραντους κατάφυτους ξενώνες.

Επικλινείς σκεπές να μη λιμνάζουν

θέατρα και δάκρυα κακοκαιρίες ρόλων.

 

Στους κήπους διάχυτα αγάλματα

κομμωτές της ποικιλίας και της πρόβλεψης.

Αγάλματα νεράκια με την πετονιά ροή τους

να ψαρεύουν όσο θέλουν σιντριβάνια.

Μάκρος μυστηριώδες βουβός θαυμαστής

θα παίρνει από πίσω τις αλέες

άηχα θα τις ακολουθεί πατώντας

μέσα στον ίδιο θόρυβο βημάτων που αδειάζουν

εκείνες καθώς προχωρούν.  Ώσπου

να τις χάσει ξαφνικά∙  θα του κρυφτούν

σε κάποιο άλλο σχέδιο περιπάτου.

 

Θ’ αγόραζα λιμάνια αυτοκίνητα ρολόγια ιλιγγιώδη

την κάθε ώρα μου θα ’ρχόταν ο δικός της

σωφέρ να την παίρνει∙  θ’ αγόραζα

όλη την άγονη γραμμή επιπλωμένη

με καινούργιους επιβάτες

και πολυτελέστατους καπνούς∙  θα δρομολογούσα

το πρώτο μακρινό μου εκείνο τρένο,

νεόνυμφη που ήμουν με ταξίδι

άμαθη στα χάδια των συνόρων

στην αγρυπνία των σταθμών και ξένων τόπων

που τίναζαν απρόσεκτα της ονομασίας τους

την καύτρα στα μάτια της ταχύτητας και φεύγαν.

Wagon lit∙ τότε που πρωτοβλέποντας

τον καναπέ να γίνεται κρεβάτι

ταξίδεψα πως όλα μετατρέπονται

από αναπαυτικό σε αναπαυτικότερο.

 

Θ’ άρπαζα θα έδιωχνα   θ’ ανέβαζα

θα ποδοπατούσα  θα φοβέριζα  θα σκόρπιζα  θα νόμιζα

θα γκρέμιζα  και  σε τρεις μέρες  θα ξανάχτιζα

θα με τρέμαν οι στερήσεις.

 

Για να μπορέσω έτσι θρασύτατα ισχυρή

ν’ αγοράσω πια την ανάστασή σου.

 

Σωστά το άκουσες, μη μελαγχολείς,

την ανάστασή σου.

 

Είδες ποτέ του θαύμα να χάλασε χατίρι

παραμυθένιας τύχης;

 

Χωρίς παζάρια θα ’δινα πίσω όσα  κέρδισα

και θα γυρίζαμε πεζή, απίστευτοι στο σπίτι.

 

Θα ξάπλωνες εκεί,  στη συνέχεια σου.

Θα’ γερνα κι εγώ, διπλανή αμύθητα.

Κι αφού βεβαιωνόμουνα πως έχεις προσδεθεί

καλά πάνω στο σώμα σου

πως κούμπωσες καλά την ασφαλή επιστροφή σου

θα το ’ριχνα σιγά – σιγά

σε μια τρελή ονειροπόληση,

αμύθητα πώς θ’ άλλαζε η ζωή μου

αν κέρδιζα ένα

ανισόρροπο λαχείο!..

 

ΝΑ ΚΛΕΙΝΕΙΣ ΤΟ ΣΦΥΓΜΟ ΣΟΥ ΟΤΑΝ ΣΥΝΔΙΑΛΕΓΕΣΑΙ 

(…αυτόματος τηλεφωνητής∙  ο μίμος του ζητούμενου…)

Με ηρεμεί αυτή η ακουαρέλα της φωνής.

Ψύχραιμα μου υπαγορεύει τι σύντομο πρέπει

να είναι αυτό που χρειάζομαι.

Με χαϊδεύει η μελωμένη διαβεβαίωση

πως μόλις επιστρέψει η πολυάσχολη φωνή

θα επικοινωνήσει ευθύς με την αργόσχολη δική μου.

 

Αφήνω ένα σύντομο μήνυμα της αναμονής μου

όνομα  διεύθυνση   θρήσκευμα   ύψος   επάγγελμα

χρώμα αντοχής   έτος γεννήσεώς της.

 

Όσο περιμένω η σκέψη ότι εμπιστεύτηκα

σ’ ένα ευπαθές μηχάνημα την περιγραφή μου

ανακουφίζει κάπως

έχουν και οι συσκευές τα απρόοπτά τους

λες μπορεί ν’ αρρώστησε

από κατάχρηση ίδιου τόνου να πήγε

στην κηδεία κάποιας μακρινής της αλήθειας

ίσως να εκφωνήθηκε ανάποδα το μήνυμα

διαβάζεται και η αναμονή από το τέλος

μη μόνον όψιν

ή από πάθος ανίας να τυλίχθηκε η κορδέλα

στο λαιμό της φωνής μου.

 

Το πιθανότερο

να μ’ έπνιξε το ίδιο μου το μήνυμα.

 

Β’  ΠΡΟΒΟΛΗΣ

Φορώ γυαλιά ιλίγγου;

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 382

 

ΛΥΟΜΕΝΟ

Ένα  ελαφρύ ξεβαφτικό

περνιέται μόνη της η θάλασσα

πέφτουν εκείνα τα σκληρά

λέπια του βαθυγάλαζου.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 385

 

ΑΝΑΛΑΜΠΕΣ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ

Νοτιάς. Υγρός καιρός  αστέγνωτος

έξω στο πέρασμά του απλωμένος μέρες.

Στάζοντας ξημερώνει  ή  κλαίγοντας

όπως αρέσκεται να λέει

περιαυτολογώντας το συνηθέστερο.

 

Κάθε πρωί το φως τα πρώην φύλλα όλα

οι σιδεριές στ’ ουρανού  τα παράθυρα

μη και του φύγει η μανιακή

συνήθεια να υπάρχει

όλα σαν αν είναι καμωμένα

από σπυριάρικο νερό.

 

Παλιά αυτό λεγόταν δροσοσταλίδες

πάχνη στα φύλλα όλα.

Ύστερα ονομάστηκε υγρασία.

 

Υγρασία. Πονούν θανάσιμα οι αρθρώσεις.

Την περισσότερη ώρα μένεις καθηλωμένος

στην κουνιστή σου μνήμη.

 

Τι έγινε;  Έσπρωξες μονολόγους

αυτή την κλασική βαριά επίπλωση του χρόνου;

Μήπως σήκωσες γεμάτο το απροχώρητο;

 

Νοτιάς.  Πονούν θανάσιμα τα κόκαλα.

Εννοώ εκείνες τις ατομικές μας κρεμάστρες

να ταξιδεύει ατσαλάκωτο το σχήμα  μας

πλασιέ εδώ  εκεί της διάρκειας μας.

 

Η διάρκειά μας∙  έργο ανεπίγραφο

περίφημου ανώνυμου διακόπτη

τύψη επιδερμική της ανυπαρξίας

ψευδώνυμό της εύηχο πολύ αβανταδόρικο

όταν πρωτοδημοσιεύει σώματα

-μια εντελώς ατάλαντη ερασιτεχνική αιωνιότης.

Η διάρκειά μας: μειοδότης της διάρκειας.

 

Γι’ αυτούς τους πόνους λένε πως υπάρχει

μια πολύ θαυματουργή

σκόνη που γινόμαστε

 

ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΤΣΑ

Ευρετήρια κάρτα. Χειροποίητη.

Ψηλά στη γωνίτσα κάτι πυροί μαρκαδόροι

μου είχαν χτίσει ένα τζάκι

ανάδευαν και τη φωτιά

και πάνω εκεί που μαγειρεύαμε μια ζέστη.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 389

 

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΟΡΙΑ

Πολλά  τσιγάρα καταχρήσεις ηλικίας

πότης αναμολόγητων η φωνή μου

επόμενο ήταν να κλείσει

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 390

 

ΔΩΡΟΝ ΑΔΩΡΟΝ

Οποία του βίου τρυφή εξαιτίας του

και με τι αυτοθυσία

όνειρα θρησκεία   κι  άλλες επινοήσεις

πέφτουν στην αφρισμένη μη ζωή τους

να σώσουν το επίμονο.

 

Πένητες δρόμοι  και  δρόμοι βασιλείς

στην ίδια φυγή συνωστίζονται

από την ίδια μνήμη καταδιώκονται

πως είμαστε θνητοί.

Μια κρυψώνα η λήθη σκιάς ασθενέστερη.

Διαδίδεται εύκολα ο άνθρωπος στη μοίρα του

ένθα, όπως μας το υπόσχονται οι ψαλμοί,

εξαίρετες συνθήκες∙  ουκ έστι πόνος.

 

Ω, τι ακατοίκητη ανακούφιση.

Ώστε μας αποχωρίζεται η λύπη, πάει

βουβαίνεται αυτός ο εθνικός

ύμνος της ύπαρξης μας;

Κι ο στεναγμός αποδρά ο θρασύδειλος;

Πάει κι αυτό το φεγγαράκι των πνευμόνων

ο ανεμιστήρας της σιωπής;

Ο στεναγμός

όνομα ανακούφισης  κι επώνυμο ασφυξίας

οδοντωτός στο απόκρημνο βάρος μας

αναπνευστήρας των βασάνων  και 

ωκεανός εν τη σταγόνα που είμαστε.

 

Αλήθεια χάνονται όλα αυτά;

Και τότε, με τι μαχαιροπίρουνα, ποια γεύση

θα περιδρομιάζουμε

όλες εκείνες τις εξαίρετες συνθήκες.

 

Τι κοσμωδία   τι κοσμωδία!..

 

ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ

Σκορπίζουν

των δακρύων οι μεγάλες συγκεντρώσεις.

Μνήμη και παρόν ψάχνουν να κρυφτούν

απ’ τη διαύγειά τους

 

Αραιά και πού καμιά τουφεκιά

πότε από κείνο το ευκρινές

χαράκωμα η λύπη πότε από αμυδρότερο.

Στρατηγική να δείξει τάχα

ότι έρχονται ενισχύσεις.

 

Έχει σχεδόν επικρατήσει η φωτογραφία σου.

Εξαπλώθηκε όπου βρήκε άμαχη επιφάνεια

αποδεκατισμένη αίσθηση  πρόθυμη για γαλήνη.

Ανεμίζει στων βλεμμάτων τα υψώματα

όχι σαν έθιμο αδρανές μελαγχολικό

μα ως γενναίος συκοφάντης της απώλειάς σου.

Μέρα τη μέρα πείθει πως τίποτα δεν άλλαξε

ότι ήσουν πάντα έτσι, από χαρτί

εκ γενετής  φωτογραφία σε συνάντησα

ανέκαθεν πως έτσι σ’ αγαπούσα γυρολόγα

από εικόνα σε απεικόνιση

κι από απεικόνιση  σε εικόνα σου αρκέστηκα.

 

Μνήμη και παρόν πρέπει να κρυφτούν

από τη διαύγειά τους.

 

Αραιά και που καμιά τουφεκιά αμυδρή

μαρτυρία υπέρ σου η λύπη

ας παραδοθεί

Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε

είναι η απουσία μας!..

 

ΓΡΑΨΕ ΛΑΘΟΣ

Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων

ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

 

Κατ’ επανάληψη λες, μ’ έπιασες να γράφω

συνδιάζω   αντί  συνδυάζω   που σημαίνει

συν – δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο

τα δυο μαζί ενώνω – το ζω το αφήνουμε έξω

για μετά, αν πετύχει ο συνδυασμός.

 

Δεν είναι λάθος φίλες μου.

Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας

Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον

που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.

Συνδυασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν

τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

 

Απ’ τη σκοπιά του καθενός  ορθογραφία.

Πάρε παράδειγμα

τι κινητά που γράφεται το ψέμα:

όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον

σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.

Όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα

τότε το γράφεις  ψαίμα.

Ρωτάς από πού ως πού

γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.

 

Ποιος ξέρει  θα με παρέσυρε η άπνοια

ο ανοίκειος   το  ποίημα   η  οίηση

το κοιμητήριο  η οικουμένη  το οικτρόν

και η αοιδός επιθυμία.

απ’ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

 

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια

πρωτογράφτηκε λάθος από το Θεό.


ALLER RETOUR

Ω περιττά όλα αφηγηθείτε

σκορπίστε λίγες φρέσκιες λεπτομέρειες

πάνω σε τούτο το ελαφρό χαρτί – ας τον σκεπάζει.

 

Αθόρυβη έξοδος.  Όσο θροεί ένα μυστικό

καθώς πηδάει βαθιά στη διάσωσή του.

 

Έφυγε πριν εγκλωβιστεί

στην άγρια απροθυμία της να φεύγει.

Η θηριώδης που έτρεφε αγάπη για το σώμα σου

της κάθε αγάπης την κοινή θνητότητα μιμήθηκε:

σε κάτι πιο απρόφταστο κι από στιγμή πατώντας

την απεριοριστία της ανέμισε κι ερρίφθη.

 

Κατ’ άλλους, σ’ έναν τρίσβαθο θεό

κατ’ άλλους, εκεί που λέμε στα παιδιά

για να μην κλαίνε, στον ουρανό.

 

Δοκιμαστική έξοδος. Κάτι σαν πείραμα

να ξεφύγει απ’ τη συνέπεια της φυγής της

μήπως και σπάσει το ζοφερό της αλληλένδετο

με τη συνέχεια της ζωής.

 

Όμως ποια συνέχεια εύκολα θυσιάζει

τις γόνιμες ωραίες διακοπές της

που της προσφέρει δωρεάν  aller retour

ο θάνατός μας

για να διαιωνίζει μιαν άψυχη ροή της;

 

Ω περιττά όλα

αυτό το αποτυχημένο πείραμα

θέλει μόνο ένα δεκάδραχμο χαρτόσημο.

Αλλά είναι η γνωστή γραφειοκρατία  του θρήνου

που σας καθυστερεί τόσο, περιττά.

 

Εσύ, τελευταίο φιλί, είσαι

απ’ όλα όσα κοσμογύρισα το μόνο

αύταρκες αυταπαρνητικό χωρίς

της ανταπόδοσης το κερδοσκόπο κίνητρο.

Σε παραδίνω

στη μόνη αθώα απ’ όσες  κοσμογύρισα

ταπεινωμένη  παγερότητα.

Ανίδεη, πικρότατα άθελή της

η απάθεια που σε δέχεται.

 

Ω περιττά όλα  μην κλαίτε.

Στον κόσμο αυτόν μονάχα σεις ζείτε αιώνια.

 

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΘΑ ’ΡΘΩ ΑΥΡΙΟ

Στο διπλανό σπίτι κάποιος μαθαίνει πιάνο

Αρχάριος ακόμα,  νοερά τον διδάσκω

τη μουσική αξία του επαναλαμβανόμενου.

 

Έπαιζα κι εγώ κάποτε πλήκτρα

αλλά μόνο μεταξύ στενότατων κύκλων.

Σε τίποτα βαφτίσια ανησυχίας

κανένα γάμο βιαστικά εγκύου πάλι

ελπίδας με  πολύφερνο ίσως

και σε πανηγύρια πολιούχων χωρισμών.

 

Δίπλα ο μαθητής δεν φαίνεσαι τόσο ερασιτέχνης.

Κάθε μεσημέρι επίμονα ασκείται στη μονοτονία.

Οι ίδιες  νότες στις ίδιες σκάλες

ηδύτατα επανέρχεται

της επανάληψης η υπόγεια μελωδία.

 

Κάθε μεσημέρι ανεφοδιάζει ο μαθητής

της μνήμης μου την κλίμακα

με  υποτιμημένη επιστροφή θείας μονοτονίας:

 

Πρώτα της κάτω πόρτας το νιαούρισμα

-η σκουριασμένη δοξαριά του μεντεσέ της –

ύστερα τα βήματα στις ίδιες  νότες των σκαλιών

-διακριτικά μην και προϊδεάσεις

την πολύ ευέξαπτη μαρμάρινη υφή της –

και με το πενάκι του κλειδιού

να προανακρούεις την άφιξη  και  να δονείς

τα τέλια της εισόδου σου στο σπίτι.

Κάθε μεσημέρι.   Σε κάθε «κάθε».

 

Μια μουσική που όσο παίζεται

αμελείς ν’ ακούς όπως δεν ακούς το ψωμί

όταν ζυμώνει κάθε μέρα την προϋπόθεσή σου

όπως ουδέποτε προσέχεις

τη μέρα όταν φεύγοντας κάθε φορά σου λέει

δεν ξέρω αν θα’ ρθω αύριο.

Δεν την ακούς και παραλείπεις

να πεις μισό ευχαριστώ

σ’ αυτή τη μέρα που ήρθε και αύριο ωστόσο

παρά τη βάσιμή της επιφύλαξη που διέτρεχες.

 

Με τον καιρό

χάνει το μουσικό αυτί της η συνήθεια

λεωφόρος φάλτσα  το κελάρυσμά της.

Το καθημερινό σιγά – σιγά απελπίζεται

πως είναι αιώνιο – άρρωστο –

τρέχει σε κομπογιανίτες γάμους πανηγύρια

να γιάνει τάχα πίνοντας εφήμερο νερό.

 

Κάθεται η μονότονη επανάληψη στο πιάνο

όταν κοιμόμαστε  ή  λείπουμε να γράψει

τα μελωδικά απομνημονεύματά της.

Τα υστερόφημα.

 

ΧΑΜΕΝΑ ΠΑΝΕ ΕΝΤΕΛΩΣ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

(Ένα ποίημα όπου η μνήμη αναλαμβάνει

να αναπληρώσει την απώλεια

βρίσκοντας καταφύγιο σε μια παλιά φωτογραφία –

θέμα αγαπημένο στην ποίηση της Κικής Δημουλα )

 

Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει

-έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.

Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό   του ανώφελου.

Σιγά  - σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη

να δίνει ωραίες συμβουλές  μακροζωίας

σε ό,τι έχει πεθάνει.

 

Ας σταθούμε στο πλευρό ετούτης της μικρής

φωτογραφίας

που είναι ακόμα στον ανθό του μέλλοντός της:

νέοι ανώφελα λιγάκι αγκαλιασμένοι

ενώπιον ανωνύμως ευθυμούσης παραλίας.

Ναύπλιο Εύβοια Σκόπελος;

Θα πεις

και πού δεν είναι τότε θάλασσα.

[ΚΟΝΙΑΚ ΜΗΔΕΝ ΑΣΤΕΡΩΝ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά

ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988)

 

ΓΟΠΑ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΦΟΥΓΑΡΩΝ 

(τελευταίο ποίημα στη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988)

Μετακινούμαι προς λιγότερη.   Κάποτε λήγει το συμβόλαιο με τη γέννησή μας.  Όσο ζούσε και η μάνα μας όλο και το ανανέωνε   καθώς μας έντυνε παιδιά στο βλέμμα της ακόμα  - ταμένα στο αμετάβλητο μας είχε.   Σιγά – σιγά αδειάζω όσα μπόρεσα  κουρελαρίες.  Να φύγω φορτωμένη ελαφρότερα.   Σκίζω το ημερολόγιο που έγραφε η έκβαση  πού να κουβαλάω τώρα πέτρες.   Μπαούλα  γεμάτα ηχεία, διπλώματα αεροπειρατείας   δωράκια που ανταλλάσσαμε με το επιστήθιο ψέμα  - όποιος δίνει και το παίρνει  το άλλο Σάββατο πεθαίνει -  πιάστικα στον μπουφέ   δωδεκάδες στοίβες καλεσμένοι   τόσοι του κύριου φαγητού   του γλυκού  του τσαγιού  του καφέ  του αμανέ.   Να κρατήσω μόνο ένα δυο συστατικές επιστολές   - πρέπει να βγάζει το ψωμί της η φυγή μου -  πως ξέρω να νταντεύω την αλυσιτέλεια   να συνοδεύω γέροντες ξεχασμένους στα παγκάκια   σε πλατείες και σημεία οριακά, εκεί ακριβώς   που έρχονται τα πούλμαν – τούνελ  κι αδειάζουν τα παιδάκια απ’ τα σχολεία.   Πως ήμουν συνεργάσιμη με τις νερομπογιές.   Θα προτιμήσω βέβαια να μπω   θερμαστής ανάμνησης   χρόνος αργός να γίνω ποταμόπλοιων   τότε που τα κοιτάζαμε μαζί να πλατιάζουν   κάτω από δαγκωμένες γέφυρες, μισοφαγωμένες   όπως τις πέταγε στις όχθες η ομίχλη.   Είμαι έτοιμη;  Να σφίξω καλά τη δειλία μου   μην πλημμυρίσει λόγια και τούτη η απόφασή μου.   Ξεκρεμιέμαι από το θάρρος μου.  Το καρφάκι ας μείνει εκεί – ψίχουλο τροφή για το ίχνος μου.   Τα πήρα όλα;  Έδωσα πίσω τη μεζούρα;   Εκείνα που αγάπησα μου επιστρέψανε το πόσο;   Όλα που δεν κατάλαβα   σε ποια  συγνώμη που δεν δίνω θα χωρέσουν;   Να ρίξω μια ματιά συγκομιδιστική   μην ξέχασα κανένα απαραίτητο ασυγχώρητο.   Τέλος πάντων, ό,τι λησμόνησα να ζήσω   το χαρίζω σε ξένη παράλειψη.   Όλα δεν μπορώ να τα σηκώσω μ’ ένα χέρι.   Το άλλο μου το κράτησες εσύ για ενθύμιο.   Της στιγμή που αιώνια το ξέσφιγγες  (από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΈ 1988 – Συγκεντρωτική έκδοση ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1956 -1994)

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2026

ΠΩΣ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΞΕΡΩ ΝΑ ΓΕΝΝΑΩ ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

  (… μικρά μεγάλα πάντα πρόωρο γεννιέται ένα μικρό Ποίημα…) Μου τα στερεί ο   πολυλόγος τρόπος μου. Εσκεμμένος σαν προφυλακτικό ν’ απο...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ