Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΝΑ ΓΑΛΑΖΙΟ ΜΗΛΟ

 (… τι έχουν δει τα μάτια μου, δε λέγεται…)


Τι κάνω το σώμα μου όλη μέρα.

Το καίω, το πετάω στον ουρανό  και  παγώνει.

Κατολισθήσεις λέξεων,  άδεια πηγάδια  και  έρημος χώρα

το περιμένουν. 

Φεύγω ταξίδι με άδειο τσουβάλι,  πάω για πέτρες  - 

πάω για ιδέες. 

Βρίσκω όαση – βρίσκω ποιήματα.  

Πλένομαι, εξαγνίζομαι, θυσιάζω.  

Τι έχουν δει τα μάτια μου δε λέγεται.  

Όμως ο ορίζοντας είναι πάντα ένα γαλάζιο μήλο.  

Οι ώρες περνούν όπως ένα οδοντωτό τρενάκι.  

Στη σιωπή του μεσημεριού προετοιμάζει το μέλι

του απογεύματος.  

Δοκιμάζω φτερά, κανένα δεν μου κάνει. 

Γύρω στις επτά, η νύχτα ρίχνει το λουλακί μαντίλι της

στη λίμνη∙  τότε μένω μόνος, χωρίς μηχανικά μέσα.  

Τότε το σώμα πίνει νερό και εικόνες

για να περάσει το υπόλοιπο.  

Η νύχτα ανάβει τα λουλούδια και τα φρούτα. 

Αυτό παίζει με αναστεναγμούς  και φυσά να τα σβήσει.

Μετά βρίσκει ένα άλλο σώμα  ή  το θυμάται 

και μπαίνει μέσα και γίνονται μουσικό κουτί.  

Μετά, ε, μετά τελειώνουν τα παραμύθια. 

Κλείνεις τα παράθυρα,  βάζεις μέσα τη βροχή 

και ψήνεσαι στην αλήθεια.  

Το εικοσιτετράωρο δεν πέρασε ακόμη, 

σου επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις,  πολλές σχισμές 

και  απεριόριστες δυνατότητες

 αποκαλύψεως ουρανού  και  φωτιάς!..    

[ΤΙ ΚΑΝΩ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΟΛΗ ΜΕΡΑ από τη συλλογή

του  Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997

Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από την ίδια ΣΥΛΛΟΓΗ

Συγκεντρωτική έκδοση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]




 

Η ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΤΖΟΥΛΙ ΚΡΙΣΤΙ, ΜΕΓΑΛΗ ΠΙΑ

Κοιτάζει τον μπλε διάδρομο.

Οι κουρτίνες θα ανέμιζαν

εάν άνοιγα απότομα   τα παράθυρα.

Επικρατεί όμως ηρεμία  και  θερμότητα χώρου

προσεκτικά διατηρημένη,

Έξω, ως συνήθως, τα σύννεφα τρίβονται με τα παλιά κτίρια

και παράγεται βροχή ψιλή, 

που εισχωρεί στις ρωγμές των τοίχων  και  των ψυχών.

Εκείνο το εγγλέζικο βράδυ,  με περίμενε.

Όμως ήτανε μόνη,

τραγούδησε μια δυο στροφές από παλιές μπαλάντες.

Στην ντουλάπα,

τα βελούδινα φορέματά της αναστέναζαν.

Και έτριζε το ξύλο.

Πήρε το μπράντι.  Μύρισε, ήπιε.  Το τζάκι έκαιγε.

Έστησε αυτί, άκουγε πολλούς θορύβους  τελευταία,

κυρίως ερωτικούς,  και γέλια!..

Πήρε σοβαρό ύφος, πέρασε τη σιδερένια γέφυρα,

με πολλές λειχήνες  και  υγρές  πρασινάδες,

και ήρθε προς το μέρος μας:  προσπαθούσα

να ξεβιδώσω  τη σκέψη μου από το σώμα της

και να κοιμηθώ ήσυχα  χωρίς τα φώτα

του κινηματογράφου.

 

ΠΡΟΧΕΙΡΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ

Γνωστό το θέμα. Τόσο διαφορετικό όμως   κάθε φορά.

Μόλις πέρασε η μέρα.

Έπεσε η άλλη πάνω της,

ακούστηκε κρότος μεγάλος  και  σηκώθηκε σκόνη,

αχός ράγισε το σύμπαν,

δεν τα μεγαλοποιώ.

Μου θύμισε άλλες αγκαλιές, άλλα ποιήματα,

χρώματα ξεχασμένα.

Σε κλάσμα δευτερολέπτου,

το φως έγινε γραμμή στον ορίζοντα.

Τότε πιάνω τα αλλεπάλληλα   εκμαγεία  του προσώπου σου

στον αέρα,  ταχυδακτυλουργός είμαι.

Τώρα πετάω στα κενά αέρος,   αργά αλλά σταθερά.

Σταθερά έρχεται η νύχτα.

Βεντάλιες ανοίγουν κάτι πικραμένες γυναίκες

και κάνουν αέρα μέσα στα κρύα.

Η βλάστησε θεριεύει  και  γελά.

Γι’ αυτό μη με ρωτάς πού πάει   αυτή η σκάλα.

Η σκάλα πάει στον ουρανό,

που χτυπάνε όλα μαζί   τα τηλέφωνα.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΟΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997]

 

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997)

Να πλένεις τα χεράκια σου.   Να τρως το φαγητό σου.

Να διαβάζεις τα μαθήματά σου.   Ν’ αγαπάς τα ζώα.

Να σκοτώνεις κάθε μέρα τους ανθρώπους.

Να κοιτάς μπροστά το αύριο  και  όχι  το χθες,

γιατί μπορεί να γίνεις μουσικός.

Να παίρνεις προαγωγή με το σπαθί σου

και την εξυπνάδα σου.

Να μη χάνεις χρόνο.

Να αποταμιεύεις.

Να κρύβεις τις σκέψεις σου.

Να είσαι σοβαρός  (τα γέλια βλάπτουν).

Να βαδίζεις με προσοχή στα σταυροδρόμια.

 

(Και πέρνα καμιά φορά απ’ το σπίτι

για κανένα σκάκι –

μου είπε ο κύριος με τη μαύρη μπέρτα)

 

ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Έχει μια κίνηση περιστροφής το σώμα σου,

σαν να ξεβιδώνει φτερά αγγέλων

και να τους κάνεις ανθρώπους.

Η αλήθεια είναι ότι πάλευα με  τα σκοτάδια

και αθωώθηκα,  όταν είδα  τη μουσική σου.

Θνητός ήμουνα με χιόνι στα μάτια.

Κοιτάζω τη λίμνη  και  έχω μια  λύπη,

μια λύπη σαν παλιό γερμανικό ποίημα.

 

Έτσι κερδίζω έναν πόντο θάνατο

και απεριόριστη αθανασία!..

 

ΘΑ ΒΡΕΞΕΙ

Τι  Σάββατο κι αυτό.

Λιοντάρια τρώνε τον Σεπτέμβριο,

και ο Οκτώβριος μας καταπίνει όλους.

Αντιγράφω παλιά ποιήματα   (σαν να σπάω πέτρες)

Ξεβάφω τις ώρες.

Βγάζω τα χειμωνιάτικα.

Μιλάω χωρίς ιδιαίτερη αιτία

στο τοπίο  και  τη  μουσική.

Φεύγα πάλι για πολύ μακριά

-εδώ δίπλα θα είμαι.

Μόνος,  κατάμονος είμαι στην πόλη:

λέω ό,τι θέλω,  περπατάω  ασκόπως

(τα επιρρήματα έχουν κόκκινο βηματισμό)

-άκου τα βήματά μου.

 

Είμαι στη φάκα πια, για τα καλά.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997]

 

ΥΠΑΙΘΡΟΣ ΧΩΡΑ

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997)

Κοιτάζω τη φύση.   Δεν ηρεμώ.

Αγριεύω.  Βγάζω πυκνό τρίχωμα.

Γρυλίζω.  Μυρίζω τον αέρα.

Έρχεται ο λύκος από μέσα μου.

Έρχονται νύχια.

Βλέπω το φεγγάρι με απέχθεια.

Η μουσική των φύλλων  και  η μουσική των νερών  (του Χέγκελ)

με κάνουν να νιώθω ξένος και  γκρίζος.

Τρώω το αρνάκι μου.  

Τρώω το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας.

Όλα κοκκινίζουν γύρω μου.

Δεν έμαθα τόσα χρόνια τίποτα.

Ο πολιτισμός δεν μ’ άγγιξε.

Φταίει ο έρωτας;   Φταίει η κωλοζωή,

που σκάλωσε κόκαλο στο λαιμό μου;

Δεν ξέρω.  Και φέτος ξαμολήθηκα στο δάσος

και έσμιξα με την αγέλη.

Εσένα σκέφτομαι πάλι, με τόση φροντίδα

θα σκουπίζεις τα αίματα από το στόμα μου

όταν γυρίσω σπίτι από το κυνήγι

 

ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΥ

Τρέχει πάνω κάτω, ορίζοντας τον αέρα  σε πριν και μετά.

Το φως κατεβαίνει στην πρέσα  και  πάει να τον συνθλίψει.

Μικρός που είναι ο κόσμος μέσα σε μια αυλή,

ένα άνοιγμα, ένα πέρασμα  με ένα πεύκο στην άκρη…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ στη  σελ. 319

 

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ 

Το πρωί λυκόφως.

Ένα ζευγάρι παίρνει το πρωινό του.

Κοιτάνε αδιάφοροι το τσάι ν’ αχνίζει.

 

Το μεσημέρι λυκόφως.

Χειμώνας  και δουλειές.

Το σπίτι περιμένει αναπνέοντας νευρικά.

 

Το απόγευμα λυκόφως.

Μικρή βόλτα γύρω απ’ το γραφείο.

Τα μάτια τους βλέπουν θαμπές  εικόνες του χθες

τις λένε ευτυχισμένες!..

 

Το βράδυ, λίγα λόγια  και λυκόφως.

Στις ίδιες θέσεις, αντικριστά κοιτάνε,

υποτίθεται τη λίμνη  και τις πάπιες.

Κάτι λένε για τον πρωθυπουργό,

τις αυξήσεις των ειδών,  τις συγκοινωνίες.

Απουσία αντί για νερό τρέχει

στα σώματα του καλοριφέρ,

ενώ τα σώματά τους παγώνουν.

Τυλίγονται με το λυκόφως  και  κοιμούνται.

 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΑ ΠΑΡΑΣΥΡΕΙ ΟΛΑ

Η μητέρα μου στην αιώρα   ατενίζει τη θάλασσα

που κανονικά δεν υπάρχει έξω  από το σπίτι μας.

Πάει  κι  έρχεται, μισοφέγγαρο,   εκκρεμές,

κορίτσι ξεχασμένο στο δρόμο,  περασμένα μεσάνυχτα.

Όπως αιωρείται θυμίζει το χρόνο,

το χώμα  και εγκαρσίως τα νερά.

Η ομιλία της είναι απόηχος του προσώπου,

μια σκιά της ψυχής.

Περνάει  (απότομα) νέα,  αγέρωχη, με μαύρα μαλλιά.

Με φωνάζει,  με μαλώνει, να μη φεύγω μακριά της

και χαθώ στον κόσμο:

ο χαμένος,  ο απωλεσθείς,  ο άπελπις, ο ανέστιος…

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997]


ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997)

Ξετυλίγω την ιστορία μου  και  σε κλείνω στο σπίτι,

σε κοιμίζω.

Τα φώτα του δρόμου χαμηλά.

Μια εφημερίδα πεταμένη   δείχνει τη διάθεση της στιγμής.

Μυγδαλιές ανθίζουν απότομα,

οι αδελφές σου δακρύζουν.

Εσύ αγέρωχη κοιτάζεις    τα καθημερινά θαύματα.

Και τι πεταλούδες μέσα στο σπίτι

-τα δάχτυλα του Θεού μας αγγίζουν.

Υποψιάζομαι ότι αυτά τα πολύχρωμα   λεπιδόπτερα,

αυτές οι ψυχές είναι οι λέξεις μας.

Πάλι βρέχει και με φιλάς αδιάφορα

κοιτάζοντας πίσω από την πλάτη μου

τις επόμενες μέρες να συνωστίζονται   στην πόρτα.

Μαζί έρχεται κι ένα άλογο,

ένα παράλογο, λευκό και αγριεμένο.

Ο καιρός χειροτερεύει,  οι τηλεοράσεις παίζουν   στο φουλ.

Σε άλλο πλάνο, είμαι ποδοσφαιριστής.

Με χιόνι, τρέχω και κλωτσάω    τη σκέψη μου,

τη στέλνω στα δίχτυα.

Κλαίνε, ουρλιάζουν οι φίλαθλοι.

Γιατί εκείνη την παρεξηγημένη Πέμπτη,   την άχρωμη.

που σε περίμενα,  και  συνέβησαν αυτά τα μαγικά,

είδα το πόδι του χρόνου.


Ο ΤΥΦΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ

Αυτή τη μέρα την ξέρω καλά.

Ήτανε Μάρτιος και  είχα απωλέσει    την όρασή μου.

Εκείνη τη στιγμή   τα πουλιά  κελαηδούσαν πατριωτικά τραγούδια.

Ο Διονύσιος Σολωμός έστριβε βιαστικά τη γωνία

τυλιγμένος σε μπέρτα με αστέρια.

 

(Παρακάτω, στην εποχή μου)

 

Ξεδιπλώνω την υπομονή μου.

Είναι μάλλινη και καφετιά

Ο χρόνος είναι ριγέ.

Ο γιακάς της καμπαρντίνας  μου ξυράφι.

Τα ποιήματα, οι διαφημίσεις  και  ο καπνός

των λόγων σου,  θα έλεγα χαμένη υπόθεση.

 

(Τι ψυχή έχει να παραδώσει    μια Τρίτη

και στροβιλίζεται σκόνη στα έπιπλα)


ΤΙ ΕΓΙΝΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΝΤΙΚΕΝΣ

Χάθηκαν  προσωρινά, γίνανε σκιές,

με παρακολουθούν για δευτερόλεπτα

μέσα από την ομίχλη,

πιάνουν την άκρη του παλτού μου.

Χειμώνας είναι γι’ αυτά, βαρύς, με χιόνια.

Με παπούτσια χαλασμένα,  με αισθήματα

κουρέλια τριγυρνάνε άσκοπα στους δρόμους

κάτω από φανάρια του δέκατου ένατου αιώνα.

Το χιόνι σφυρίζει  και  τα χτυπάει αλύπητα.

Προσπαθεί να τα σβήσει από τις σελίδες  των βιβλίων.

Αυτά όμως επιμένουν να  τριγυρνάνε   στη μνήμη μας,

να  μας τυραννούν, να  μας συντροφεύουν.

Χλομά  και πεινασμένα μας περιμένουν  στη γωνία,

με τους ώμους τους  να διψούν   για χάδι.

Σούρουπο τα είδαμε  για  πρώτη φορά

και μας έφεραν τα πιο παράτολμα σχέδια.

Εκεί που σβήνει η μουσική, κρύβονται φοβισμένα

τα παιδάκια κοιτώντας το φεγγάρι.

 

ΤΟ ΡΟΜΠΟΤΑΚΙ  (μπαλάντα)

Κάτι έχει πάθει ο μηχανισμός των ονείρων

και βλέπω συνέχεια   το ίδιο πρόσωπο.

Κάτι σκάλωσε  στις αναμνήσεις μου  και  ένας αέρας με οδηγεί,

ένα μάτσο παλιοσίδερα κοντά σου.

Έτσι έμαθα τις εξισώσεις  του μαγνητισμού  και  της θερμότητας.

Εν υπνώσει έχει κάποια ανθρώπινα στοιχεία.

Ελάχιστα κύτταρα κινούνται  και  θυμούνται,

παράλληλα στο μέταλλο  και  στο νίκελ.

Παράγουν φαντασία, πόνο και μούδιασμα στους κοιλιακούς μυς.

Παίζει το μάτι ξάγρυπνο.  Τα ματάκια όλα αναμμένα.

Μοιάζω αερόπλοιο που ετοιμάζεται  να απογειωθεί –

και πώς φεύγουνε τα σύννεφα.

Μένω κολλημένος στη γη: λαστιχένιος  μετατρέψιμος, 

τριψήφιος αριθμός και μόνος – sweet heart.

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΑΚΙ

Ο σκόρος έρχεται πάλι.

Τρώει το τραγούδι, τις επαναλήψεις,   τις εξουσίες,  τα φιλιά:

όλα τα κάνει σκόνη.

Μοιάζει με το χρόνο.

Ο δεύτερος είναι ύπουλος, είναι στάσιμο νερό.

Μπαίνει στο αίμα και το σκουραίνει.

Ο ήλιος τρυπάει τις ντουλάπες, τα μπαούλα

και μπαίνει ο σκόρος.

Κάνει αυλάκια στο μυαλό,

στις  κουβέρτες που σε τυλίγανε   το χειμώνα.

Ο χειμώνας  είναι στην αποθήκη  και περιμένει.

Όλα περιμένουν, να ρουφήξει η γη τους χυμούς των δένδρων,

να κοιμηθούν τα δένδρα, να κοιμηθούν τα δένδρα,

να ξυπνήσουμε εμείς.

Για την ώρα, κυνηγάμε ζωύφια  και  ιδέες.

Τον ίσκιο μας δεν τον κυνηγάμε,

γιατί έγινε πλήθος  και  μας  παρακολουθεί.

 

Κάθομαι στο βουνό της σκόνης

και σε αγναντεύω όπως η θάλασσα.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997]


Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ ΤΡΕΧΕΙ…

(…τρέχει με αντίθετο άνεμο

Ένας διασκελισμός  και  χάνεται στην αβεβαιότητα του τέλους…)

Περνά βουνά, λίμνες πόλεις.  Δυσκολίες  και  δυσκολίες.

Φωτιές, πολέμους, γκρίνιες, οικογένειες.

Λίγες ομορφιές όταν σταματάει να πιει νερό.

Τις βλέπει για λίγο, τις πιάνει, ξεχνιέται.

Και πάλι το κυνηγητό, η κομμένη ανάσα,

οι αποσπασματικές  εικόνες, τραίνα που περνάν

με χαρούμενους ανθρώπους.

Και αυτός σαν κυνηγημένος να προσπαθεί ταυτόχρονα

και άλλα αθλήματα.

Να έρχεται τελευταίος με την ψυχή στο στόμα,

να μην τον βλέπει κανείς,

γιατί οι θεατές έχουν ήδη διαλυθεί.

Με βροχές, με χιόνια, με ήλιους το σώμα αντέχει,

το μυαλό πετάει.

Άλλοτε ξεχνάει – άλλοτε θυμάται.

Σε μια στάση για να δει το φεγγάρι,  συνέχεια σκέφτεται:

το βιολέ απόβραδο,  τα χάδια και τις υποσχέσεις.

Και τρέχει, τρέχει, ενώ οι άλλοι συναθλητές του

έχουν τερματίσει  και  σάρωσαν βραβεία  και ιαχές.

Αυτός μόνος τον κύκλο του χρόνου τρέχει.

Χρόνος σε ευθεία  ή  τεθλασμένη  ή  σπείρα.

Δεν κοιτάζει πίσω το ποίημα,

γιατί τον ακολουθούν μύγες, ακρίδες

και μολυσμένος αέρας του πολιτισμού.

Περνώντας βλέπει δένδρα και ουρανό,   βλέπει πουλιά, 

χαμογελά και λέει να δραπετεύσει, να πετάξει.

Αλλά δεν γίνεται, είναι προγραμματισμένος  γι’ αυτό το ρόλο.

Το ρόλο του δρομέα   με το άγνωστο τέρμα.

Νύχτα και μέρα αναβοσβήνουν.

Τα μάτια του συνήθισαν σ’ αυτό το λυκόφως.

Ήρωας του Σαμουέλ Μπέκετ δεν το φαντάστηκε ποτέ ότι θα γίνει.

Τώρα πλησιάζει σ’ ένα σκοτάδι  που αυτός το βλέπει  άπλετο φως.

Φουσκωμένα τα μάγουλα από την προσπάθεια,

είναι σαν να φουσκώνει τα πανιά της  Αργοναυτικής Εκστρατείας.

Πάει  και  πάει.

Το πέλμα θυμάται το πριν  και το μετά   αμετάκλητα.

Γίνεται τροχός, βγάζει σπίθες  και πείσμα του έρωτος.

Το τέρμα σφίγγεται βίδα στο άπειρο  ή  στην κάθε μέρα.

Ένας διασκελισμός και  χάνεται

στην αβεβαιότητα του τέλους.

(στίχοι από το ποίημα  Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ, τελευταίο

στη συλλογή  με αυτό τον τίτλο του Γιάννη Κοντού

από το συγκεντρωτικό τόμο με ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 1970 - 2010)

 

Ο ΑΦΗΡΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ

(…ή τι γυρεύει στα μέρη μας η Έμιλι Ντίκινσον…)

Βάλε τα φτερά  -  τα λεπίδια σου στις  θήκες  και  έλα να μιλήσουμε σαν άνθρωποι.   Μην τεντώνεις το τόξο της ηλικίας σου,  θα το σπάσεις. Μυρίζει μουσική. Με άλλο μάτι βλέπω τώρα τον υδράργυρο της φωνής σου.   Όλη νύχτα έκοβα ξύλα, έκοβα λέξεις στον ύπνο μου.   Έκανα μονολόγους  και  το χιονόνερο του ποιήματος  μου τρυπούσε τα κόκαλα  και  πάγωνα.   Όλη νύχτα κατέβαινα στο υπόγειο που κρύβω τη σελήνη  για να δω το σώμα σου.  Για να δω τις φωτιές του Αι – Γιαννιού και τον ίδιο τον Άγιο Ιωάννη με το κομμένο κεφάλι στο χέρι.  Ένα ρυάκι ρέει, η Έμιλι Ντίκινσον σηκώνει το φόρεμά της και ετοιμάζεται να το περάσει.   Μειδιά!..  Κοιτάζει με μάτια χαμηλά το μέλλον.  Ο σκύλος σου δεν βλέπει τίποτα απ’ όλα αυτά.   Παίζοντας σέρνει τον ουρανό στους δρόμους.   Παραπατώντας χτυπάω στις γωνιές των εικόνων  και  βγάζω ήχους,  αστρική σκόνη  και  αίμα φαντασίας,  σε αυτή τη χώρα του θορύβου  και  της τελικής σιωπής!..   [από τη συλλογή   του Γιάννη Κοντού  Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997 – Συγκεντρωτικός τόμος: Γιάννης Κοντός ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2026

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΤΟΡΘΩΝΟΥΜΕ ΑΠΕΙΡΟ

(…λέω φως  και  προσφέρω σκοτάδι…)


τα Άλγεα φορτωμένα σε λεκτικά γαϊδουράκια

οι Λωτοί μουδιασμένοι και οι Υάκινθοι

μ’ αλύγιστους κραδασμούς απέχοντας από την κίνηση

καθώς υψώναμε βαθουλωμένα αινίγματα δίχως άρμη

κι αναδεύαμε παροιμίες όπως: πολλοί πεθαμένοι

κάθονται στου αρρώστου το κεφάλι

και με εκτρώματα χειρονομίες κοροϊδεύαμε

κάθε ιερατική συνέχεια κι έξαψη

θα ξαναφύγω απ’ το πορτάκι του χαμόγελου μισόγυμνος

τα σκιάχτρα δεν τα υπολήπτεται στ’ αμπέλια ο δραγάτης

πονώντας αλφαβητικά στο κύλισμα του γερο-χρόνου

δυσανάγνωστος που μοιράζει τα κελιά του στις ώρες

κάπως αλλιώτικος από μοναστήρι

χασομερώντας ανάμεσα σε κείνη τη λιπόθυμη αντηλιά του

με τρεμάμενες φωτοσκιάσεις

κι αχαμήλωτες καλαμιές μακρόσυρτες προς το ποτάμι

χωρίς αμερικάνους πεζοναύτες δίχως

τις άγριες πολεμικές γέφυρες που παντρεύονται δυναμίτη

κάκοσμος είναι ο δυόσμος πίσω από την νόηση

κι ο ουρανός επάνω διφορούμενος

η φύση τρέφεται από κυανοπώγωνες και σκληρότητα

σεισμικές γυναίκες στο έβδομο φιλί...

[ΣΩΣΙΒΙΟ στη συλλογή του Νίκου Καρούζου

Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980]

 


ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΣΤΟ ΓΕΛΑΚΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ 

(από την ίδια συλλογή)

Η ευπάθεια είναι ο κλώνος να πιαστούμε μισότρελοι

να σταλιάσουμε στο χειρότερο

Προσκέφαλο ευωδερό του καημού το κυμάτισμα όνειρος

κι αναστρέφω ίσκιους ηλιόλουστους

τα μοιρολόγια τα ’χω γράψει στα παλιά μου παπούτσια

ευτυχώντας ο έρημος από μέσα μου

σ’ αυτό το αφρισμένο μαστίγωμα τη βροχερή μου απόγνωση.

Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από αυτή τη ΣΥΛΛΟΓΗ,

εδώ από το συγκεντρωτικό  Β  τόμο:

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία]

 

ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ή ΟΧΙ ΧΙΟΥΜΟΡ 

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Ξανάρθαν στα λογικά τους οι αστροφένακες.

Ληθαίος αγέρας τ’ αγριοβότανα στη μισοπάρθενη ημέρα

σύρει σε χαμηλή απογείωση

Μέδοντες της Ανάγκης χαλκεώνες της νύχτας του Ησιόδου.

Έτοιμοι και εμείς να παίξουμε καμπύλες αστροτοξίας

απάνω στην οθόνη–λεχώ που χαίρεται   την Εικόνα-Βρέφος.

Πέρα στα μουσικά μας συμφέροντα ο απομόναχος

παραφράζοντας το Υπέρτερο

(η μετάφραση είν’ αδύνατη)

το αποδίδει σωστά στην πραγματικότητα ξεχνώντας

ολάκερη τη Λήθη

τραβώντας ωσάν κλωστές κουκλοθέατρου

τις γελαστές ανωφέρειες.

Δοκίμασε αντίθετο δοξάρι πέτα τώρα στα σκουπίδια

τα κυριακάτικά φτερά σου.

 

ΒΑΘΥΦΩΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Οι αριθμοί μου δεν θα συμπληρώσουν ένα σύνολο

δάκρυα συνωστίζω στα καιόμενα μάτια μου

δεν έχω τώρα πια τίποτα άλλο απ’ την πραγματικότητα

ξεφεύγοντας όλες τις αθλιότητες της μαγείας

αισθάνομαι κωμικά τα συμβόλαια τους ανέραστους νόμους σας

όπου σαλιώνει με χαρτόσημα η νοησιαρχία.

Σε όλα ενάντιος – ιδού ο ένσαρκος νόστος που το ύψος του

το Θαβώρ υπερβαίνει ανησύχαστος.

Τύμπανα όρια χλευαστικά τα λοίσθια η θανατοπληξία πνέει

κυρίες μ’ ακριβά χειροκροτήματα από ίσως

κι ωστόσο παλαίοντας  εγώ ναν τις αποδιώξω

κείθε στα ρέματα της συντριβόμενης ασκητείας

κατρακυλώντας στα κατάμαυρα φαράγγια των Ουπανισάδων.

Επιτέλους βαρέθηκα τη στύση μου

δέχομαι να εκτίσω μακρόπνοη ματαιότητα.

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΚΟΠΟΙΟΣ

Βγαίνει και η Κυριακή σιγά - σιγά

οι ώρες ειν’ – αλήθεια – τρομερά μακρόσυρτες

θέλει ψαρόκολλα –εγκαρτέρηση το πράγμα.

Πόσο λαχτάρησα να φτερουγήσω σε Εκείνο

δεν έχει όνομα δυστυχώς ούτε υπόσταση

δεν υποφέρει από καμιά χυδαιότητα όπως

οι νόμοι της φύσεως ή η καινούργια διαλεκτική

κάθε γυναίκα είναι μια καινούρια

νύξη του Απόλυτου

τη βλέπω μαγεμένος και κατατάσσομαι αμέσως

εθελοντής στην απόλυτη ματαιότητα.

Μ’ ένα ρομαντικό τσιγάρο θα αλλάξω διάβολε κατεύθυνση

 

ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ του WILLIAM BLAKE

Είμαστε όλοι στον αέρα του Αναξιμένη.

Σ’ αυτή τη νέα βλάστηση στο κεντητό απριλοπάνι.

Χρησιμοποιώντας ολόκληρη την οικογένεια σαξόφωνων.

-Τις ει;

-Ογδονταπέντε κιλά του συμπαντικού βάρους

[από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980]

 

Η ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Ας είμαστε ραγισμένοι στους ανημέρευτους έρωτες

με ζοφερό μαστίγιο την ώρα την ουρανοβόρα

δαμάζοντας το σώψυχο σπιθομάνι.

Βουνά εσείς που καμαρώνετε το ύψος είναι λέξη-ξέφτι

στα μάτια χαρακώνεται γογγύζει απ’ τον πόνο και χωλαίνει

όταν εσύ κατά τη μαύρη συμφορά γιομάτος δάκρυα

γέρνεις χαροκαμένε και ξαναβουλιάζεις άξαφνα

στων λουλουδιώνε την απόρρητη αποκαρδίωση.

Αχ μη θελήσεις όνομα διδάσκοντας

να βρεις αγνάντια σου το νάμα της βουβής ανωνυμίας.

Έρεβος ή απώτερο συμπέρασμα -: ο σκοτεινός (ανάσκελα) τάφος

ρημαδιακό βαρβάτο τριαντάφυλλο τραύμα σιγής στο κοιμητήρι

μ’ εκατομμύρια νοσταλγικά σαπίσματα

στους επιτύμβιους χειμώνες κλινήρη

καθώς πεντάρφανος ωρύεται ο άγραφος αγέρας

αντρομαχώντας με κοντοπίθαρα και σπαστικά χαράματα

λυόμενα κλωνάρια μεσ’ στο Άφωνο

βλαμμένα δένδρα.

Νύχτες που διαπρέπουν αστροχίτωνες εκείθε προς το μέγα μαύρο

την αρνησιά την κάνουν έλευση

τη φυλλωσιά μου δεν την έχουν ανταμώσει.

Το ζήσιμο ολισθαίνει βαθιά στην Ηλιοφίλητη κι όποιονε τρώσει

η γιασεμένια αστραπή

θα υποκύψει σε δονούμενα

ρέοντα μέσα στην αφή του αρχαίου Ίμερου στήθη.

 

ΠΑΝΑΚΕΙΑ

Η άρθρωση του Μόνου Ορατού με διασαλεύει

ανάμεσα στη γλώσσα και στον άνυδρο ουρανίσκο

όταν τα χρώματα ψοφούν και ξάφνου πυρπολιέται

ο κύβος της ομοιογένειας

ακαριαίος διαρκής και τίποτ απ’ τα δυο τούτα:

τριαδικότητα – μαστός.

Κι ολούθε σφήκες πρόθυρα σφαγής αυτά τα στήθια

είναι από πέρδικα

νεροπότηρα δεξιά σου

μια φράση που ακούγεται σχεδόν αριστερά σου

«τα ’χα βάλει τα παγωτά στο ψυγείο»

πιο κείθε λυγερή κυράτσα μεταφέρει την καρέκλα της

απ’ τον ήλιο τον άπρεπο την πάει δίπλα

στη σκιά σ’ ένα δύστυχο πεύκο

δεν επιμένει –πώς σας ήρθε – ο θεός ναν τον αναγνωρίσουμε

μύθος παλλόμενος ας τον πούμε και σούρουπο

απαλήθεια όπως λέμε απαρέσκεια

παλλόμενος ίσον υπάρχουμε

μύθος ίσον υπάρχουμε δίχως κουρελοθάνατο

Πρέπει σε σένα η μακροζωία

 

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ του Γιάννη Μακρυγιάννη μέσα στο όνειρο μιας ΑΘΛΙΑΣ ΠΕΜΠΤΗΣ 

(διήγηση από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Ο σκελετός εκείνος ο τεφρώδης και νυχτιάτικος

που μπήκε μέσα στο δωμάτιο πανύψηλος

περασμένα μεσάνυχτα βγαίνοντας

από κάτι τεράστιους καπνούς ολοπράσινους

τυλιγμένος μ’ αναρίθμητες μονόχρωμες κορδέλες

-θυμάμαι τώρα πώς, αλήθεια, θρόιζαν

απάνω στα διάφανα κόκαλα…-

τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε με ευγένεια

κρατώντας τη μελωδία του γάργαρου Τίποτα

στα δάχτυλά του τα ξεβιδωμένα

καθώς ανάβλυζε μεγαλόπρεπα στο θώρακα

σα μέγα φύλλωμα σε λαίμαργα ξερόκλαδα

μια σπαραγμένη και αξόδευτη φωτοβολίδα…

Είναι πολύ παράξενο κι απίστευτο

μα όμως κάθισε, δίχως να ταράξει

το άναρθρο σκοτάδι που τον έψαχνε κατάστηθα

σαν αστρική κατάντια της άβυσσος.

Είμαι τυφλωμένος από χιλιάδες λεύγες άπειρο –

ψιθύρισε, καθώς ακούστηκαν ολάξαφνα

τα τύμπανα της κολάσεως αγριεμένα

και ξέφρενες ανοίγαν οι φλογώδεις ολοένα

κι αναστάσιμες ασωτείες των χρωμάτων

όπως μπορεί να γίνεται φαντάζομαι,

στην κατάμαυρη πίσσα των αρίφνητων θανάτων

Είμαι τυφλωμένος από τον αγέρα, ξαναχτύπησε

τα γαλάζια σαγόνια με δυο-τρία μετέωρα

σκουριασμένα δόντια καν τέσσερα

κι αναπάντεχα μέσα απ’ το δεξί του μάτι

ξεπετάχτηκε ζωντανός ο φόβος και πολύχρωμος

κι ήτανε μια πολύχρωμη σε λάμψεις ακανθυλλίδα

σαν από την αγνότητα της φρίκης που κόβει τα ήπατα

φτερακίζοντας.

Τι θέλεις –είπα- τι μαυρίλα προμηνύεις;

Υπάρχει, βέβαια, μια μαυρίλα, ψιθύρισε

μα όχι σαν το πιάνο…

Τρίζεις, του είπα, κι αυτό με φοβίζει.

Δεν είμ’ ο διάβολος, είπε δύστροπα, η ανάσταση τρίζει. –

Κι άξαφνα δίχως κανένα λόγο χλιμιντρίζει

με φρικαλέο τρόπο έν’ αόρατο μεγάφωνο:

«Ν’ αδειάσουν οι διάδρομοι! Ν’ αδειάσουν οι διάδρομοι!»

Τι συμβαίνει; - απόρησα τρέμοντας…

«Οι διάδρομοι!» - σκούζει και ξανασκούζει το μεγάφωνο

κι ασυγκράτητα από τότε μια πολυάριθμη χορωδία στα υπερώα

ξεχειλίζοντας αρχαιότητα σ’ έναν άγνωστο θρίαμβο

ψαλμωδούσε περίεργα πράματα που δεν τα ’νιωθα

μα θυμάμαι μονάχα τρεις λέξεις,

βραδυόνια, λουξόνια, ταχυόνια, τίποτα άλλο δεν κράτησα.

Τι συμβαίνει; - ξαναρώτησα τουρτουρίζοντας.

Ήρθε μήπως η ώρα της ψυχής κι ο έρμος πρέπει

να διαπλεύσω τη νερένια κλωστή την αόρατη

κι αδιάφορη μητέρα της γεωμετρίας

κείνη την άφραστη σε όλα μας τα έργα και ερείπια

σε όλες μας τις φλόγες την ακοίμητη

κι αξύπνητον Ουσία;

Σαν κάτι μου φαίνεται πως ελλοχεύει στην ύπαρξη.-

Μη δειλιάζεις, μου λέει, μη τρέμεις ανέστιε.

Δεν είδες ολάκερο, λοιπόν, από θειάφι

τον πύρινο θώρακα τον υακίνθινο

χωνιασμένο τόσα χρόνια στο αστραποπήγαδο

που δεν μπόρεσα χίλια χρόνια να φορέσω;

Μα γιατί με κοροϊδεύεις, είπα τότε, κύριε…

Τα λόγια τούτα, κάπως έτσι τα ’χω

συντύχει μέσα στα πνιγερά δόγματα

κι είχα τρομάξει από δαύτα θυμάμαι.

Πάντως να ξέρεις, του φώναξα με δύσπνοια,

πρέπει να το ξέρεις πως εγώ τα δόγματα τ’ αλαλιάζω,

μάλιστα! πρέπει ναν το ξέρεις πως εγώ

τα δόγματα ή τα καίω ή τα κοπρίζω

τα ξανθά θεωρήματα και των όντων το κατάμαυρο Τέλος

τα φριχτά και τ’ αζώητα συστήματα –

βρυχήθηκα κι εκείνος ολόχαρα χειροκροτούσε

σα να ’σπαγε μεγάλα και λεπτά παξιμάδια

γρυλίζοντας. «Εύγε! κι εγώ τα κοπρίζω!»…

Μα μπορείς, είπα τότε, να κοπρίσεις; Κι άθελα του ’δειξα

τ’ ασπρισμένα του κόκαλα στο μισόφωτο.

Δεν είπε τίποτα σ’ αυτό μα τοξεύοντας

το πλατύ μέτωπο του το κίτρινο

μ’ ένα φως αχαλίνωτο

σηκώνει μακάβρια σε βαθύ μειδίαμα ένα πάλλευκο

κι αλησμόνητο μεταξωτό μαντίλι που διάβασα

κεντημένη τη φράση της ακάνθινης αλήθειας:

Ο δε μείζων υμών έσται υμών διάκονος…

-Α, μάλιστα, πήδησα χαρούμενος,

είν’ η λύτρωση η μεγάλη,

σε γνωρίζω, ω θεσπέσια Γηραλέο Νήπιο!

-Στα μάτια της σάρκας αστράφτει το λάθος…

Πώς να ξέρεις, αλίμονο, το πρόσωπο

που φτερούγιζε κάποτε

στη μόνη υπάρχουσα δημοκρατία:

έναν ειρμό από κόκαλα… -

μ’ αποκρίθη ξύνοντας την υπόσταση ο ανύπαρχτος,

με τον ίδιο τον αγέρα τον άπιαστο,

πανωκατίζοντας τον αντίχειρα

κι ακουγότανε –τι μυστήριο- το γρατζούνισμα…

-Ξέρεις ωστόσο τι είναι όλη κι όλη η ζωή που μας έλαχε;

Ίσως να ξέρω, τόλμησα να ψελλίσω,

δίχως να στερεώνω τους ήχους μέσα μου, σα να ’χα κιόλας

ολάκερος αναλυωθεί σε όλα μου τα πριν και τα μετά,

τα μύρια και λιγόχνωτα δευτερόλεπτα, είναι μήπως εκείνες

οι μικρούτσικες ευτυχίες του έρωτα;

Ρηχάδα, ρηχάδα! με σταμάτησε τότε και χάθηκε

το φως όπου χάιδευε την παρουσία του την ακατάσχετη

κι εγώ αναπάντεχα ρουφήχτηκα μες στην εξουδένωση

σα σε μεγάλο βάλτο.

Ρηχάδα, ρηχάδα! ξαναντήχησε και μου ’δειξε στο μάκρος

τα πιο αιφνίδια ουράνια της ζωής μου

μέσα σε κάτι τερατώδη οράματα ξετυλιγμένα.

Δες εκείνο το νέφος! είναι τάρανδος, είπε,

λυγίζοντας ωσάν αρχαίο διαβήτη το δεξή βραχίονα.

Σήκωσα ψηλά τα μάτια κι ήτανε πράγματι τάρανδος

που γίνηκε σε λίγα δευτερόλεπτα κροκόδειλος

κι ύστερα γίνηκε μια πολύφυλλη κλάρα.

Δεν ένιωσα όμως τι μπορούσε να σημαίνει

που μ’ έριξε δίχως λόγο σε τέτοιες εναγώνιες οπτασίες

και ρώτησα κάπως χαμηλόφωνα: Τα δένδρα,

θα ’θελα να μου πεις αν κάτι ξέρεις, έχουν και κείνα τ’ αλάλητα

κόλαση σαν εμάς και παράδεισο; Κι ακόμη θα ’θελα

να μάθω κάποτε· τι γυρεύει

γυμνή στ’ αγκάθια η θρησκεία;

για να μην αγριεύουμε μήπως ολωσδιόλου;

Τι λες εσύ, τι θα ’λεγες απόψε με τις λέξεις;

Κι όπως δεν είχα καλά-καλά προκάνει (βλέποντας

πάνινα κι ατσαλάκωτα βιολοντσέλα που κυμάτιζαν εξαίσια)

να βάλω στην περίτρομη φωνή μου τ’ αποσιωπητικά της

μ’ ακατάστατο πάθος αρχίνισε να λέει

ο βαθύσκιωτος εκείνος πεθαμένος

την «Ανθισμένη Αμυγδαλιά» και τη χαντάκωνε

σαν κάτι κοιλαράδες κρασοτενόρους τα σαββατόβραδα

όπως παλιότερα τους ακούγαμε στα υπόγεια κουτούκια.

Τον κοίταζα τώρα ταραγμένος αλλ’ αυτό το κέρατο

μόλις απόσωσε το ένα ρίχτηκε συνέχεια σ’ άλλο

ψευτοτράγουδο κι απόκαμε ν’ απαγγέλλει στο τέλος:

«Ο κόσμος είναι ένας αεροπόταμος…

Αχ μοίρα μας και μαύρο ριζικό μας

πώς να σε μάθει κι ο ιπποπόταμος…»

Κι άξαφνα τότε μ’ έναν παταγώδη τρόπο θυμήθηκα

τα ωραία σκέλεθρα της μεγάλης ερημιάς των ορέων

επωάζοντας τα τρίμορφα γεράκια

της απέραντης Μορφής που δεν αντίκρισα

κι αποσπώντας ένα σύγνεφο θέλοντας με δαύτο να τον τυλίξω

-σχεδόν απέναντι στου διπλανού μας Κένταυρου το Άλφα,

κάτι δεκάδες εκατομμύρια τρυφερά χιλιόμετρα,

στου γαλαξία μας το φρικαλέο Παγκράτι-

ρώτησα δύσκολα κι ανέλπιδα: μήπως είσαι

κάποιος από κείνους; είσαι μήπως ο πανάγαθος Αφθόνιος;

Εκείνος όμως έμπηξε τα γέλια

στενεύοντας την άδειο θώρακα; Βρε έλληνα

δε με γνώρισες ακόμη; Είμαι ο Γιάννης

ο στρατηγός Μακρυγιάννης απ’ την Ακρόπολη…

 

ΛΙΘΟΒΟΛΗΣΑ ΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΙΝΕΣΚΩ ΗΣΥΧΟΣ

Ποτέ μου δεν τη μεθόδευσα την απελπισία μου.    Σε κάθε χυτήριο δυνατότητας / αυτή η διαβάολισσα…/   υπήρξα ο απόμερος αλλά ανθηρός αντίγνωμος   απαγγέλοντας απλώς τη δική μου υπέρβαση στα συχνά της εφήμερα φανερώματα   υπερήφανος από δίχως επίθετο αυθεντικότητα ως το θάνατο    σύμφυτος της αγάπης που συνοψίζεται  στην άνευ ουδενός ονόματος τελετουργία:    τη στύση μου θερίζοντας το Απόλυτο στα σώματα σμήνος υδάτινο γναικώνε.    Δρώμενα συνουσίας λατρείες αστραπιαίες στα μάτια μου   δεν έχει κι άλλα προτερήματα ο Έρωτας.   Λιθοβόλησα την προοπτική και μεινέσκω ήσυχος   (ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΘΛΑΣΗ  από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980  - Συγκεντρωτική έκδοση: ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β’ τόμος 1979 - 1991 ]

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΝΑ ΓΑΛΑΖΙΟ ΜΗΛΟ

  (… τι έχουν δει τα μάτια μου, δε λέγεται…) Τι κάνω το σώμα μου όλη μέρα. Το καίω, το πετάω στον ουρανό   και   παγώνει. Κατολισθήσει...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ