Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Ο,ΤΙ ΚΙ ΑΝ ΖΗΣΑΜΕ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ – ΓΕΝΝΗΜΕΝΟ ΝΕΚΡΟ

 (…η λήθη είναι μια μέθοδος στέρησης παραδείσου…):


Παιδιά της προϊστορίας γυρνούσαν ξυπόλυτα

στους ήχους μιας καντάτας ονείρου

Κι οι ξεχασμένες προσευχές στους εξώστες

μιλούσαν για το αύριο που πήρε μακριά ολόκληρο νησί.

 

Σε μεταίχμιο θρύλου, χαράματα –

Πενθούσε η νύχτα κι  η μέρα ήταν θαμμένη.

 

Κοίταξα μακριά και είδα την αυγή πίσω απ’ την ξένη γη,

αναποφάσιστη. 

 

Τρόμαξα με την απάθεια της σελήνης.

 

Τα βουνά καταργήθηκαν, τα φώτα δάκρυσαν

για μια στιγμή όπως πάντα

Κι εγώ παραδόθηκα στην προφητεία της θάλασσας

που με τιμούσε μ’ ένα σιωπητήριο γεμάτο αναμονή.

 

Θυμάμαι σαν να ξέχασα.

Βουλιάζω μέσα μου και βγαίνω βαφτισμένος.

Τα ξέφωτα της πόλης  με φέρνουν αντιμέτωπο

με ό,τι μ’ έχασε πριν καν με κερδίσει.

Η λήθη είναι μια μέθοδος στέρησης παραδείσου.

 

Ό,τι κι αν ζήσαμε αναδύεται – γεννημένο νεκρό. 

 

Η άρπα της σιωπής – αλήθεια είναι;   πεθαίνω; -

καταφύγιο κόσμων σπαρακτικών.

 

Φίλτρα των γιασεμιών,  πεύκα του Άδη –

κι αυτό μυστήριο απόγεμα

που έσκισε ο καιρός  με ακρίβεια λόγχης

 

- Κι αναπήδησε αίμα… το δικό μου το αίμα…

πόσο αληθινό

[ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΣΙ ΤΟΥ ΑΡΙΩΝΑ, αποσπάσματα   από την πρώτη ενότητα στη συλλογή του Στρατή Πασχάλη

ΕΠΟΧΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ 2008

Συγκεντρωτικός τόμος:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ

Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]




 

ΟΙ ΚΗΠΟΙ ΔΕΝ ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΟΥΝ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΕΠΟΧΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ 2008)

Τα λιμάνια γίνονται μνημεία πεσόντων.

Τα χώματα είναι βαριά  και  πατροπαράδοτα.

Οι ενοχές μου κουράστηκαν κι ασκητεύουν.

Κι εγώ βρίσκω πάλι την ίδια  καταπακτή με τα δικά μου χέρια

να ψάχνουν επίμονα  και  φοβικά  Εσένα.

Ή εσένα, χωρίς να ξέρω από πού καταφτάνεις,

Βέβηλε ουρανέ!

 

Δώσε μου κάτι ανεξαργύρωτο, χαμένε τραγουδιστή μου,

Δος μου ζωή θανάτου –

Γύρνα με εκεί απ’ όπου πάντα έφυγα, βαθιά καθηλωμένος –

Στα χρώματα, στις εποχές, σε θηρία, σε πανδαιμόνια –

Γύρνα με εκεί όπου βρίσκομαι απόψε όπως ποτέ –

και πάλι   Ακατανόητος!..

 

Βέλη αλύπητης αγάπης…

κλάματα αγκαλιασμένα με τραγούδια ηλεκτρικά…

δοκιμασμένα βάσανα νωπής εφηβείας…

ώρες της φαντασίας μου  και  της πραγματικότητάς μου

στα θέρετρα του νου…

εγώ σας αγαπούσα… τόσο πολύ…

τόσο πολύ… ώσπου με αρνηθήκατε…

 

Τώρα που όλα χάνονται μπορώ να εφεύρω ιδανικότερες ζωές!..

 

ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΣ ΑΟΙΔΟΣ ΧΩΡΙΣ ΓΛΩΣΣΑ

(…ζωή χωρίς ιδανικά    ιδανική  

Σκέτη ζωή – απέριττη…)

Πικραγαπημένος

Από ένα δελφίνι

Κοιτάζοντας τη θάλασσα της φυγής του

 

Στην έρημη ζάλη

Αμείλικτος θεωρός

 

Ίχνη από σένα

Ρίγη φευγαλέας

Ριπής

 

Κλειδιά μουσικής υπόκωφης

Σε χορδές τύψης

 

Ίχνη από μένα

Πέλματα βρεγμένα στην πέτρα

 

Ίχνη από βήματα νερού

 

Ό,τι χτίζω γίνεται τάφος

Ό,τι γκρεμίζω ανθίζει αδίστακτα

 

Πλοηγός Ατλαντίδας

Μ’ ένα τραγούδι – φάντασμα στο σημείο μηδέν

Όπου οργώνει σύννεφα ο θεός

 

Καιρός της νέμεσης

Καταιγισμός γαλήνης.

 

Ίσως αν έρθει ο αντίλαλος  να ξυπνήσω από τη ζωή

και ν’ αφεθώ ανέμελα

Στων ήχων την ανησυχία.

 

Δεν ανασταίνεται η ψυχή,  αλλά το πάθος

Για κάποιο κύκνειο άσμα που να ταιριάζει στην ανυπαρξία μας

Για κάποιο αστέρι που να μην περιέχεται

στα γραπτά των ανέμων

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΕΠΟΧΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ 2008]

Συγκεντρωτικός τόμος:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013]

 

ΔΕΛΦΙΝΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙ ΓΥΡΩ ΑΠ¨Ο ΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΝΙΓΜΟΥ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΕΠΟΧΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ 2008)

Με χελιδόνια θάλασσας  και  κάστρα πουλιών

 

Πίσω απ’ το χθες

Μπροστά απ’ το αύριο

 

Μικρό ταξίδι ανεξερεύνητο

Σε σκαρί νοητής βάρκας.

 

Γιόρτασα με θυσίες

Βρήκα φωνές ανιστόρητες

Τις αποτύπωσα στη μνήμη του νερού

Έχασα ό,τι ζητούσα

Είδα το δρόμο που ανέβαινε ως το Τέλος

Μια οροσειρά,  ένα σύννεφο  και  μετά φιλιά

Πλήθος φιλιά με πλάσματα τόσο ανώτερης δύναμης

Που πια δεν ήμουν άνθρωπος

Αλλά σφαγμένο ζώο στο βωμό

Που μόλις πριν λίγο μεταμορφώθηκε

Σ’ ελάφι αθάνατο

 

ΕΡΗΜΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

(…μικρές συλλαβές του κενού…)

Μ’ έσωσαν τόσοι από τη σωτηρία μου   Μ’ έσβησαν  τόσα φοβερά μάτια   Κρυμμένα στην αγνότητα. Η εποχή περιστρέφεται  στη ζάλη της στιγμής   Κι ο θάνατος διδάσκει ανεπίδεκτους.   Να κρατηθούμε στα περιθώρια Να ξεχυθούμε στις σελίδες.   Όλα μιλούν κι αδειάζουν   Όλα ποθούν και χάνονται.   Αυτό που μένει πάντα, το άλλο μας μισό   Τόσο κοντά μου απόψε    Γεμάτο άυλα χάδια   Πλάι στο παράθυρο  που αναρωτιέται ορθάνοιχτο:   «Υπήρξε ο  Αρίων»;  Χαμένος από τύχη   Σε βλέπω να περνάς τυχερός   Πάνω στο ψάρι   Ανυπόγραφε μουσικέ.   Τύραννοι μέσα μου ορίζουν  Τον κήπο του παραμυθιού -  Σκοτάδι όπου κοιμούνται  Οι χωρίς παρελθόν αναμνήσεις   Κι ο ήχος της κιθάρας  Στα ενδόμυχα του ναυαγίου.   Δεν έχω άλλο στόμα να υμνήσω Με πλήκτρα που δονεί  Το ηχηρό κενό.   Δεν έχω άλλο σώμα να σαρκώσω  Την πνοή που φυσά  Στη γη του θανάτου.   Δεν έχω άλλο εκτός από σένα  Γλώσσα των κοχυλιών  Που μίλησε ο παρά λίγο πνιγμένος   Ο ουρανός που τον γλίτωσε  Με καταποντίζει   Η θάλασσα που με φίλησε  Τον αποθεώνει.   Ό,τι κερδίσω θα ’ναι το αντάλλαγμα   Μιας απώλειας χωρίς χαμένο θησυαρό     [ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΡΙΩΝΑ, αποσπάσματα από την πρώτη ενότητα  στη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΕΠΟΧΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ 2008, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ, Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003]

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2026

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ…

 (…μάθημα σιωπηλού αναφιλητού που δεν είναι πια

στη διδακτέα ύλη…)

Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά    μαζεύουν από τις γωνιές
πολύχρωμους αθώους νυσταγμένους
με το σημάδι του μη προορισμού  
ρόδινη χαρακιά στα μάγουλά τους 
κάπου αλλού   αγέλαστες δασκάλες
σχεδιάζουν να τους μάθουν
πως σ’ ένα μέλλον κοντινό τη δυστυχία
θα την πυροβολήσουν με τις λέξεις
- κι όχι, παιδιά μου
όπως κάποιοι τρελοί και ηττημένοι ισχυρίζονται
μ’ εκείνες τις τρεις ολόμαυρες τελίτσες.
Αυτές, μικροί μου άγγελοι,  δεν είναι πια
στη διδακτέα ύλη!..  
 
Τακτική ακροάτρια στο αμφιθέατρο της φρίκης
όμως το μάθημα του σιωπηλού αναφιλητού
πάντοτε για την άλλη εξεταστική.
 
Γιατί τα λόγια απομακρύνονται
όταν διαστέλλονται οι μορφές
κι ό,τι φωνάζω   δεν αντηχεί πια την εγκατάλειψη
αλλά μια σιωπηλή παραδοχή
που ο σαλεμένος νους αποκαλεί
χρόνο μες στα εγκόσμια
παγίδα για να πιάνεται η αγάπη
πάντα σε λάθος αστραπή να κατεβαίνει
αφού φημολογείται  ότι τη νύχτα
εξ άπαντος θ’ ανέβει ο ελεγκτής 
και τρέμει – βίαια μην την πετάξει έξω. 
 
Και τότε    δε μένει πια κανείς εδώ;  
Κανείς που από το παρελθόν του   να έχει πια παραιτηθεί;
 
Ξέρω πολλούς με ρουφηγμένα πρόσωπα
που δε γυρεύουν να σωθούν
μόνο να νικηθούν από την ομορφιά
να διαψευστούν
και ό,τι παρασταίνεται εν μέσω εορτασμών
να δούνε να σωριάζεται   απ’ τη βεγγαλική κραυγή 
 
φοβάμαι
(ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ  και  ΦΟΒΑΜΑΙ, δυο ποιήματα
από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου
ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτης 2008)

 


ΔΩΜΑΤΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

Κι ενώ ήμουν σχεδόν βέβαιη πως κάποιος

κρατώντας χάρτη ναυτικό

με  κυνηγούσε

ωστόσο πάντοτε φοβόμουν    πως 

κανένας πουθενά δεν με περίμενε

 

Με βάραιναν κιόλας   οι στολές τόσων ανθρώπων

να τις φορώ κατάσαρκα

που ακόμη και το παρελθόν

– με τη γνωστή του επιμονή  να ορίζει και τις νύχτες μας –

κάποτε με λυπήθηκε

και μ’ άφησε να μπαινοβγαίνω ελεύθερα

στο απρόβλεπτο.

 

Όμως μια Κυριακή

που οι άλλοι καταγίνονταν   με τον εκχιονισμό των συρταριών

η ζωή  

με αθετημένες όλες  της τις υποσχέσεις

αποφάσιζε να μου διδάξει την ισότητα

μετατρέποντας ένα κήπο με δάκρυα

σε μισοφώτιστο δωμάτιο νοσοκομείου.

 

ΣΕΣΗΜΑΣΜΕΝΟΣ

Θυμόταν

και δεν το καταλάβαινε

όπως συμβαίνει όταν ξεχνάς

κι οι άλλοι σπεύδουν

να σου κόψουν την κλωστίτσα

που κρέμεται απ’ τον ποδόγυρο

ενώ μήτε επισκέψεις περιμένεις

μήτε εξομολογήθηκες ποτέ τη συμφορά σου

σ’ όλους αυτούς   που εκτίθενται

στους λιθοβολισμούς.

 

Βαραίνει η μάταιη προσμονή

πιότερο κι απ’ το κρίμα.

 

Όμως   Εσύ

αυτάρεσκα αναβλητικός

επέμενες ν’ αποκαλείς  Ζωή

τους χώρους ανανήψεως

που δε συμβαίνουν θαύματα.

 

Μια σκευωρία  ήσουν τελικά

σεσημασμένη διάψευση   παμπάλαιο μεγάφωνο

αναχωρήσεις  και  αφίξεις που αναγγέλλει.

 

Μα αυτό που σου επιτρέπω πιο πολύ

είναι ότι την αμαρτία σου γιγνώσκεις

κι εν τούτοις απ’ το φόβο σου

ολοένα πιο σφιχτά

πάνω στο ψέμα σου με δένεις.

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΒΕΛΟΝΕΣ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας -  Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΝ ΕΝΑ, 2008)

Όχι ποτέ δεν ήμασταν   τελείως προετοιμασμένοι.

Γι΄ αυτό  και  στο μεταλλικό    κουτί   για τα μπισκότα

καιρό τώρα φυλάγαμε

όχι κλωστές  και  δαχτυλήθρες

αλλά βελόνες  κάθε είδους και μεγέθους.

 

Βελόνες του ραψίματος

σχιζότανε ο μύθος σου  κι  οι αποτρόπαιες ρωγμές

έξω απ’ το σώμα σου σε έχυναν –

 

βελόνες γραμμοφώνου

-παράφωνα ηχούσαν τελευταία οι προσευχές

και συστηματικά απουσίαζε

απ’ την ορχήστρα ο μαέστρος –

 

βελόνες για ενέσεις

-έτσι, για την τιμή των όπλων

να  μη φανεί πως μια  παρ-αίνεση

που η ελπίδα θα’ θελε

εμείς την αρνηθήκαμε –

 

ακόμα και πευκοβελόνες

-εύφλεκτες  και  ολισθηρές

σε απειλούσανε με πυρκαγιά

ώσπου στρώμα, σεντόνια, μέτωπο

και τρυπημένα χέρια   λαμπάδιαζαν

και τότε  -  ο σωθείς

γράφεται με ήτα  Ευτυχούλα –

 

Όμως εγώ

 

μόνο μια  ήττα ήξερα, μπαμπά

κι αυτήν

όσο  κι αν το παλέψαμε

στάθηκε αδύνατο να μην την υποστούμε

 

29 ΔΕΚΕΜΩΡΙΟΥ

ΚΟΡΗ:

Σε απάνεμο ύπνο αθάνατο

μια θύελλα φιλεύσπλαχνη

την κόλασή σου εκμηδενίζει.

Μια άφεση,  μια απάντηση

ο ογκόλιθος της συντριβής

κι η κλίμακα των μορφασμών

σε παγωμένη αδράνεια βυθισμένη.

 

ΠΑΤΕΡΑΣ:

Α, με καλούν στα σκοτεινά

την ανθυγιεινή ζωή να εγκαινιάσω.

Τους το είχα βέβαια δηλώσει από νωρίς

πώς ασφαλώς και προτιμώ φθινόπωρο

για την ακρίβεια τις αρχές του φθινοπώρου

φωτίζονται αλλιώς θαρρείς

τα μεταχειρισμένα πράγματα.

 

Στρόμπολι,  Ταορμίνα…

 

ΓΥΝΑΙΚΑ:

Μήπως κάποια καλύτερη τιμή

γι’ αυτό το ξύλινο τιμόνι καραβιού;

Το ψάχνει χρόνια ο άνδρας μου…

 

ΠΑΤΕΡΑΣ:

Ένα πανέρι με λουλούδια   ίσως να το απέρριπτα

όμως   τόσα πορτρέτα ολόγυρα

πώς θα τα συνηθίσω;

Ανώφελα ναυάγια που επιπλέουν

εκτεθειμένες μοναξιές

στο διεστραμμένο βλέμμα τ’ ουρανού

κι αυτά τα σαλιγκάρια

που ανηφορίζουνε στα πόδια μου…

 

Τελειώνουμε.

Υγρή, ακάθεκτη σιωπή

μ’ εγκαθιστά στους βάλτους της.

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

Έμοιαζε με εορταστική βραδιά

ούτε βελούδα βέβαια  ούτε   και  μουσελίνες

μονάχα η αγωνία να διαβαστούν ανάποδα

φιλιά και δευτερόλεπτα

κάτω απ’  το κάτασπρο ταβάνι

μ’ εκείνο το  «ως δια μαγείας»

πάντοτε να καθυστερεί.

 

Ποιον ένοιαζε αν τουρτούριζα  έξω απ’ τα παραμύθια

ατάραχα στην είσοδο   μέναν τα κουδουνάκια

 

-Οι άνθρωποι δεν αλλάζουνε, μου φώναζες

μονάχα αποκαλύπτονται

όπως εκεί που δεν το περιμένεις

κι ο ύπνος σου  εφάπτεται   με χίλιες εκκρεμότητες

καλείσαι ξάφνου ν’ αναμετρηθείς

με προθεσμίες που τελειώνουν.

 

Σαφέστατος υπαινιγμός

πως μόνο στα τρένα δόθηκε

να διασχίσουν την αιωνιότητα

αφήνοντας πίσω τους καπνούς

για να διαφεύγουν οι σκιές την τιμωρία.

 

Έπειτα

κατρακυλούν πυρετικές

κρύβοντας κάτω απ’ τον σηκωμένο τους γιακά

την αντοχή που τους αναλογεί.

 

Τα υπόλοιπα ας μείνουν εκκρεμή

ως τότε που θα κλείσουμε ταμείο.

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)


Ο ΒΑΤΡΑΧΑΝΘΡΩΠΟΣ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας -  Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΝ ΕΝΑ, 2008)

Την επόμενη μέρα θα πήγαιναν όλοι

όπως πάντα στις δουλειές τους

αναζητώντας στην έκφραση των περαστικών

τη διαβεβαίωση πως μια παράταση ακόμη

είχε και πάλι κερδηθεί.

 

Είχε προηγηθεί δύσκολη νύχτα

Στο πατρικό σπίτι

η στέγη ανοιγόκλεινε επικίνδυνα.

Αυτό είχε βέβαια συμβεί στο παρελθόν

και σ’ ένα άλλο ποίημα

τότε που εκείνη   φορώντας το μαύρο της παλτό

κι έχοντας τη βαλίτσα της στο χέρι

περίμενε τον Ά- Γιώργη

από τα εικονίσματα να κατέβει

και να την πάρει.

 

Αυτή τη φορά

θα αρκούσε ένα σφύριγμα

και τότε αύτανδρο το κρεβάτι  θα βυθίζονταν

κι εσύ   σαν έμπειρος νεκρός

μια κι ήσουν δύτης

δίχως βαρίδια, μπουκάλες και στολή

μακριά απ’ το σώμα θα ταξίδευες

για μια διάρκεια αμετάπειστη.

 

Όσο για τα διαδικαστικά της εκφοράς

ο σωσίας σου

-κάτωχρος και σε στάση προσοχής –

θα έπαιρνε τη θέση σου.

 

ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ…

Κατά την πρωινή επίσκεψη

άγνωστοι κύριοι

με μακροχρόνιες σπουδές στην τρομερή

οφθαλμαπάτη της ζωής

κι άνθη βανίλιας ανάμεσα στα δόντια τους

μιλούσαν χαμηλόφωνα

για την τύχη που θα είχαν

οι ανομολόγητες αμαρτίες

τώρα που η σκάλα γινόταν επικίνδυνη

και η Αποκαθήλωση δε σήκωνε αναβολή.

 

Οι άλλοι μετά θα προσπαθούσαν

ν’ αποσιωπήσουν το συμβάν

και φυσικά μιλώ   για κείνη την Πρωτοχρονιά

που έγειρες απαλά για μια στιγμή στο πλάι

κι ανεξιχνίαστο έμεινε έκτοτε το αίνιγμα.

 

Πώς δηλαδή

ενώ ήξερες τόσο καλά ν’ ανακατεύεις χρώματα

επέλεξες το συμπαγές λευκό

κι όπως απότομα διακόπτεται η ταινία

και λες

τώρα θα πέσουν γράμματα

τώρα θ’ ακούσω μουσική

όπως ο ήρωας  tableau vivant

θαρρείς  και  αφαιρείται

ή δεν μπορεί να θυμηθεί τα λόγια  του.

 

Γιατί αλήθεια δεν είναι εύκολη υπόθεση

εκεί που προχωράς κι εσύ μαζί

μ’ άλλους σακατεμένους

ξάφνου στο βάθος ν’ αστράφτουν προβολείς

ο κύριος με το επίσημο κουστούμι

ν’ αφήνει το μικρόφωνο

να ’ρχεται κατά πάνω σου

το χέρι να σου απλώνει φιλικά

-με λένε Φράνκυ να σου λέει

το  «Strangers in the night»

έμαθα σας αρέσει

 

ΛΟΥΤΡΙΝΟ ΘΗΡΙΟ

Αν δραπετεύαμε από τις πληγές

θα χάναμε μοιραία και το ξημέρωμα

 

-απότομα κλείνει το βελούδινο κουτί

και δεν ξαναχορεύει η μπαλαρίνα

μα ούτε και ζαλίζεται

 

κι όχι πια στα ψέματα

όπως όταν απ’ τις ρωγμές του ποιήματος

κοιτούσαμε το Θάνατο

ολόφωτες τελείες να χιονίζει.

 

Τώρα απλώς τα σκιάχτρα

απ’ τ’ αστέρια διάτρητα

βαθιά ταράζουνε τον ύπνο του εκμαγείου

όσο εμείς

-άψογοι χρήστες των μεταφορών-

μαζί Του παίζουμε

όπως τ’ ανίδεα παιδιά

με λούτρινο θηρίο

 

Η ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ

Άρχισε κάποτε να καταντά ενοχλητικό

λες κι ο αδαπάνητος χαμός

δεν είχε άλλες λέξεις να επιστρέφει

και έπρεπε μονότονα τον ίδιο πάντοτε λυγμό

σ’ άδεια καθίσματα να διηγείται.

 

Βέβαια τελευταία

όλο και πιο αμήχανη γινόμουν.

Εξείχαν απειλητικά

απ’ τις φωτογραφίες τα μαλλιά μου

και μολονότι ήξερα ότι υπάρχουν τεχνικές

να εξαγοράσω μια συγκίνηση

με φιλοδώρημα ευτελές

 

Πού ν’ ανατρέχεις,  έλεγα

-άυπνη και δίχως λάμπα πετρελαίου –

σε λεπτομέρειες θολές κάποιου απογεύματος

όπου η ήττα της ζωής

θριάμβευε μες στην τραπεζαρία

παρουσιάζοντας σε σύναξη πιστών

την παντομίμα της ύστατης ταπείνωσης

ή όπως θα λέγαμε αλλιώς

τον τελευταίο ασπασμό

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

 

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΥΠΟΓΕΙΟΥ ΜΑΣ

(…εξοικειωμένο μόνο με νυχτοφύλακες 

και αθεράπευτα ωχρές μητέρες…)

Τη συντριμμένη αντίσταση του λύκου   μ’ ένα φτερό χαράζει τ’ απογεύματα   στη σκόνη της παλιάς μας ραπτομηχανής  και  σε αγρυπνία προσκαλεί   ενοίκους κι επισκέπτες  -  πως τάχα στον σκοτεινό θάλαμο του ύπνου   ο Θάνατος   τις πρώτες μας φωτογραφίες εμφανίζει.   Από την άλλη δεν το ’χει σε τίποτα   να βάλει ξαφνικά τα κλάματα   μπροστά σ’ ένα χτενάκι φαγωμένο αναβάλλοντας επ’ αόριστον  την προραμματισμένη του αναμέτρηση με το μηδέν   που πάει να πει  με τ’ άκοπα νυχάκια του   σεντόνια λήθης να ξεσκίσει.   Τα βράδια όταν σβήνω το φως   φοράει τα παπούτσια μου  βάζει το παιδικό μου κόκκινο παλτό   στους ώμους σου επάνω μ’ ανεβάζει   μπλέκει τα δάχτυλά μου στα δικά σου   και…  λάααδι πουλώ  ξίαδι πουλώ  εγώ  την Ία μου δεν την πουλώ   όλη τη νύχτα ασταμάτητα γύρω απ’ το κρεβάτι [ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ  από τη συλλογή της  Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 2008]

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2026

Ο,ΤΙ ΚΙ ΑΝ ΖΗΣΑΜΕ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ – ΓΕΝΝΗΜΕΝΟ ΝΕΚΡΟ

  (…η λήθη είναι μια μέθοδος στέρησης παραδείσου…): Παιδιά της προϊστορίας γυρνούσαν ξυπόλυτα στους ήχους μιας καντάτας ονείρου Κι οι ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ