Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΦΡΟΥΤΟ, ΤΟ ΧΑΔΙ, ΤΟ ΧΝΟΥΔΙ, ΤΟ ΦΙΛΙ, Ο ΗΛΙΟΣ

 (… είδα το άλλο μάτι σου – το μέσα, το χωμάτινο -

να μου τραγουδά  Όμηρο και  Τομ Σώγιερ…)

Νερά στα πλακάκια 

και  το καλοκαίρι καραδοκεί   πίσω από τις πόρτες.

 Στάζει το σώμα σου  σκόνες,   ηλιαχτίδες καυτές

και αρχαίες. 

Σκιές,  φωνές -  μέσα από κήπους – πολλά πετούμενα.

Η γη στρογγυλεύει περισσότερο,

ο ουρανός καθαρός,  τα σύννεφα δεμένα στα βουνά,

ατενίζουν με λύπη τις πόλεις.

Στους αγρούς, το χώμα σφίγγει.

Τα φύλλα αδυνατίζουν.

Το φεγγάρι κάνει χαμηλές πτήσεις.

Μια ξέρα απλώνεται προς στιγμήν.

Κάποιος θέλει να τραγουδήσει. 

Τότε ο άνθρωπος σηκώνει τα χέρια και κόβει.

Το χέρι θυμάται τους προγόνους του.

Το φρούτο, το χάδι,  το χνούδι,  το φιλί,  ο ήλιος –

η ζωντανή φύση της ζωγραφικής.

[ΤΑ ΦΡΟΥΤΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ από τη συλλογή

του  Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997

Συγκεντρωτική έκδοση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]

 

 


Ο ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού 

Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997)

Ζω ήσυχη ζωή.

Προσέχω την τροφή.

Πίνω τα χάπια μου, κοιμάμαι νωρίς.

Άχρωμος κινούμαι, μεταξύ δουλειάς  και  σπιτιού.

Τέτοια κι άλλα κοινά,  και  τρέχουν οι μέρες.

Όμως, στον υπολογισμό του μήνα,

γίνομαι αυστηρός,  τσιγκούνης:

με τις λέξεις, τους φωτισμούς.

Κυνηγάω σκιές,  στήνω πρόσωπα,

τα προεκτείνω στο έπακρο της αντοχής τους,

αλλά και της αντοχής μου.

Σε όλα βάζω μουσική.   Την πιο ανόμοια.

Φέρνω θύελλες με ήσυχο ουρανό.

Κανείς δεν μου χρωστάει τίποτα.

Αλλά εγώ, υπακούοντας σ’ έναν άγνωστο  αρχιλογιστή,

δίνω κάθε ώρα τους λογαριασμούς καθαρά γραμμένους

και πάντα ελλειπτικούς.

Φαίνεται κάπου χρωστάω

και με σταθερό χέρι καταγράφω

τις διακυμάνσεις της ψυχής μου!..

 

ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Τα ακούω ρυθμικά να με κυκλώνουν.

Απομακρύνονται, πλησιάζουν,  καρφώνοντας τον αέρα γύρω μου.

Λουστρίνια,  σεβρώ  ή  από δέρμα φιδιού.

Έρχονται, επανέρχονται,  βαδίζουν προπολεμικά,

φέρνουν φόβο  και  ο γκρίζο στον ορίζοντα.

Πλάγια βροχή, με  φωνές παλιές, νέες  και  πάλι παλιές.

Ο επίμονος κρότος, θυμίζει αμερικάνικες ταινίες,

σφυρίγματα τρένων  και πυροβολισμούς.

Σβήνουν σαν νότες τα πατήματα

και έρχονται πάλι πέτρες που κατρακυλάνε.

Αλλάζω σπίτι  -  αλλάζω ιδέες,

πάντα με τριγυρίζουν.

Κοιτάζω από το παράθυρο:  σκοτάδι, αστραπές

και μια φιγούρα,  ένα τσιγάρο,  σκιά  ή  σκιές

που κοιτάζουν προς το μέρος μου.

Μετά σβήνουν όλα  και  αρχίζουν πάλι

στον ίδιο ρυθμό τα κτυπήματα,

σαν να καρφώνουν κάτι,  σαν ρολόι.

Οι εποχές αλλάζουν όπως γυρίζεις σελίδα   στην εφημερίδα.

Όμως πάντα σε επιφυλακή,

με το αυτί σε τοίχους,  πάτωμα  ή  αέρα,

για να πειστώ ότι το μακάβριο  και  ηδονικό  τακ – τακ

θα συνεχιστεί.

Μερικές φορές σκέπτομαι μήπως είναι τα δικά μου

παπούτσια, τα μαύρα,  τα φθαρμένα,

η σκιά μου  -  που πολλές φορές  μεθάει από έρωτα –

όχι,  όχι, αυτός είναι επίμονος θόρυβος δολοφόνου

με σκοτεινή καταγωγή  και  άσπρα  μάτια.

Προκαλώντας λοιπόν να εμφανιστεί   το μυστήριο

έμαθα πολλά,  είδα πολλά.

Ανοίγω την ομπρέλα μου

και ανέμελα βαδίζω στον κατακλυσμό,

ενώ ξέρω ότι με παρακολουθούν.

 

Μασάω λαίμαργα τον καιρό  και  όλο σε περιμένω!..

 

Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡΣ

Το χαδάκι στο λαιμό σου

δεν το πιάνει το πεδίο ενέργειας  του κομπιούτερ.

Δεν μπαίνει στο πρόγραμμά του.

Αρνείται αυτές τις λεπτομέρειες

Ούτε τις κάλτσες σου πιάνει,

γιατί τις έχεις στο χέρι  και  ακουμπάει στον ώμο μου.

Τα φιλιά σου τα μεταγράφει  ως  θερμότητα.

Δεν βλέπει  τον  αποχαιρετισμό,

το φως που κάνει ρίγες στη φούστα σου.

Ούτε το μολύβι  που γράφει τις  παραγγελίες  για τον μπακάλη.

Κάνει ένα μονότονο θόρυβο,  σαν ανεμιστήρας 

και βγάζει ταινίες  με στοιχεία  για πολύ σοβαρά πράγματα.

Την τετραγωνική ρίζα της λύπης

δεν θα την βρει ποτέ!..

Ούτε το ενδιαφέρει.

Θα ανακαλύψει πολλά  και  διάφορα,

αλλά τα μικρά,  τα μισοσβησμένα,

θα τα έχει στο κενό  στις καταγραφές

με τα αθροίσματά του.

 

Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΚΑΜΠΑΡΝΤΙΝΑ

Μέσα στο καλοκαίρι θυμήθηκα

την παλιά μου καμπαρντίνα.

Ύφασμα λινό μαύρο,  ο ήλιος τώρα

την ξεθωριάζει αλύπητα στο νου.

Είχε, νομίζω, αισθήματα.

Τα γυρίσματα του χρόνου την ξεπλένουν

και αυτή πιστεύει ότι βρέχει συνέχεια.

Τα φώτα των αυτοκινήτων γυαλίζουν επάνω της

Επιστρέφει σαν φάντασμα:

σε θέατρα, κινηματογράφους  και  εστιατόρια.

Ψάχνει μέσα στη νύχτα για ταξί.

Συνέχεια επιστρέφει στο βάθος της ντουλάπας

και καπνίζει νευρικά.

Οι ώρες, οι εποχές περνούν δύσκολα,

αλλά  ελπίζει να αλλάξει η μόδα,   να ξαναφορεθεί.

Για κάθε έκπληξη, κρατάει το σχήμα της,

μυρίζει έντονα  και  στο γιακά έχει πιτυρίδα

και μερικές άσπρες τρίχες.

 

ΧΑΛΚΙΝΗ ΕΠΟΧΗ

Οι ανασκαφές σου έδειξαν τα πρωινά σου   δυσοίωνα.

Το χώμα κράτησε τις πατημασιές.

Στο μέτρημα  βγήκανε πέντε άνδρες.

Ο ένας, ο πιο δυνατός, φορούσε χρυσά πέδιλα.

Αυτός έσπασε την πόρτα  και  σκόρπισαν οι υπηρέτριες.

Μόλις είχες βάλει το πόδι στη στέρνα,

για το πρώτο μπάνιο της ημέρας.

Οι φωνές σου  και  οι  ατμοί

φαίνονται ακόμη στους τοίχους.

Χάθηκαν όλα τα άλλα:

οι βρισιές,  οι προσπάθειες για εξηγήσεις,

τα παρακάλια της τροφού,

το τρομαγμένο πέταγμα του περιστεριού.

Βρέθηκαν τα μαχαίρια,  το αίμα,

τα μαλλιά στα χέρια  του,  οι βόγκοι σου,

η βοή και τα θρύψαλα του σεισμού

που έγινε τη στιγμή του φονικού.

 

Μετά χιλιάδες χρόνια,

οι κατατάξεις, τα θαμπά γυαλιά, η συντήρηση

το μουσείο, οι περαστικοί.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΟΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997]

 

U2  (τρίπτυχο)

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ

ΕΝΑ

Οι φωνές τα πρόσωπα, τα ζόρικα χέρια.

Λες και ανοίγεις βρύση η μουσική.

Το φως μεγάλης νύχτας

ήτανε η αγκαλιά  σου και ο δίσκος,

και πώς γλιστρούσε το δάσος στο ρεμβασμό μου.

Το αχ του ύπνου να έρχεται

από ποτάμι μέσα στο σπίτι.

Τρίβονται τα έπιπλα

και τα βιβλία  βγάζουν σπίθες,

η φωτιά είναι αναπόφευκτη,.

 

ΔΥΟ

Κόκκινο λιβάδι με λίγο κίτρινο

στις άκρες, όταν ο ήλιος είναι απλώς

ένα τόπι που το κλωτσάς

προς τη στρογγυλή ευχαρίστησή ου.

Γι’ αυτό τα έγχορδα, τα κρουστά

και τα τύμπανα τα ακούει το μάτι

και διαστέλλεται στο έπακρον.

Ο κυματισμός του love,  σκόρος,

και μου τρώει το πουλόβερ και το δέρμα.

Μετά φεύγουν όλα  φορτωμένα

σε αυτοκίνητο, ακούγονται τα λάστιχα

να στριγκλίζουν, μια ιδέα μουσικής από μακριά

και δυνατή βροχή.

 

ΤΡΙΑ

Πάλι έρχεται πιο δυνατός ο ρυθμός,

ανεβαίνει αναρριχώμενο φυτό τους τοίχους,

και ξεχνιέμαι στο βάθος της δίνης.

Τα ρολόγια μένουν πίσω.

Τροχίζει ο χρόνος τα εξαρτήματα του.

Από κάπου έρχεται ένας αέρας,

δεν μπορώ να εντοπίσω από πού.

Ζωγραφίζω αλκοόλ στα πόδια σου χυμένο,

ζωγραφίζω φωνές και, χορεύοντας, θέλω

να περάσει αυτή η αλλήθωρη μέρα,

να έρθει η επόμενη  και  βλέπουμε

 

ΚΕΝΗ ΩΡΑ

Κρύβομαι πίσω από το λοφάκι  του χρόνου

και μένω στάσιμος  στις εξελίξεις  και  στον πολιτισμό.

Μένω πίσω και  ησυχάζω

από τις διακυμάνσεις του φωτός

και τις επίμονες ματιές σου.

Έρχεται ένα άσπρο,

ένας ασβέστης, ένα ουδέτρο.

Ήτανε απογευματάκι,

και πώς νύχτωσε απότομα.

Όπως λέμε:  «Καλό δρόμο».

Κάτι σύννεφα πήγαν

να βελάζουν,  αλλά δεν έβρεξε.

Στο σχολείο, εκείνη την ώρα

παίζαμε.  Τώρα μας παίζουν οι άλλοι.

 

ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Ο ουρανός στο τραπέζι μας.

Ένα μήλο φωτίζει τα πρόσωπά μας.

Το σκουλήκι γλιστρά στα σύννεφα.

Κόβουμε και τρώμε αμέριμνοι.

Το μαχαίρι στα χέρια  

κάνει κομμάτια τις ώρες,  τις μέρες,   το γέλιο,   τις αφές!..

Καπνός  και  καπνός  κρύβει το πρόσωπό σου.

Σπάει  και η κλωστή της σελήνης

-λεμόνια κυλούν στο χώμα.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997]

 

ΑΠΟΥΣΙΕΣ

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997)

Απογευματάκι Ιανουαρίου

δε στρίβω γωνίες,  αλλά παραπατάω σε ευθείες

Σκέπτομαι τους πεθαμένους   ποιητές,

που δεν βλέπουν αυτές τις ώρες:

το φως να κάθεται στα δένδρα

και να συγκρατεί τις αναμνήσεις∙

τον καφέ εσπρέσο με το τσιγάρο∙

τον σκούρο ουρανό  και  κάπου αλλού να βρέχει.

Θα φορούσαν βαρύ παλτό,

κασκόλ  και  θα βάδιζαν γρήγορα

μη τους πιάσει η μπόρα.

Σε μια βιτρίνα καθυστερούν

και κοιτάζουν τα ρούχα της εποχής.

Θυμούνται τα ραντεβού τους

και τη ροή του έρωτα

Τέλος πάντων,

είναι άνθρωποι  και  γυρίζουν σπίτι.

Όλα όμως τα παραπάνω

και άλλα πολλά τα γράψανε

στα παλιά  τους τα παπούτσια

και πέθαναν!..

 

ΤΟ ΦΙΔΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Έρπει παντού,  τινάζεται, κρύβεται  πίσω από βιβλία.

Πίνει το γάλα που του βάζω   στην κουζίνα

Συνήθως κουλουριάζεται πάνω στην τηλεόραση

και κοιμάται!..

Δεν είναι ένα απλό φίδι – των παραμυθιών του παλιού καιρού –

είναι ένας κροταλίας.   Στην αρχή,

όπως ήμουν ασυνήθιστος από ερπετά,   φοβόμουνα.

Ήμουνα και μικρός   και  όταν τον βάλανε στην πρίζα

και άρχιζε να χτυπάει,  είχα εφιάλτες.

Άλλαζε και χρώματα  και  με τρόμαζε.

Ύστερα όμως αγαπηθήκαμε.

Έμαθε τις φωνές,  τις αναπνοές,    τους ανθρώπους.

Έμαθε να πηγαίνει μέχρι τον  κήπο.

Έκοβε ένα μήλο  και  το έδινε στη γυναίκα  μου!..

Επαναλαμβάνοντας, χαμογελώντας,  την ιστορία

της Παλαιάς Διαθήκης. 

Τα πρώτα χρόνια ήτανε άγριο.

Μάλιστα, πήγε να πνίξει τον μικρό μου αδελφό.

Τυλίχθηκε γύρω από το λαιμό του  και  έσφιγγε.

Το παιδί το γλιτώσαμε  στο «τσακ».

Μετά ημέρεψε.  Με μένα έπαιζε κιόλας.

Αλλάξαμε σπίτια,  αλλάξαμε διαθέσεις,

πέθαναν άνθρωποι,  πέθαναν έρωτες,  ήρθαν άλλοι.

Αυτό, νεανικό, στιλπνό  και  με ήχο δυνατό,

παραμένει ένα τηλέφωνο που επωάζει την ηρεμία

και τα απρόοπτα της ζωής μας!..

 

Η ΜΑΚΙΓΙΕΖ  (στη Λούλα Αναγνωστάκη)

Επιστρέφει τριζάτη – όπως η θάλασσα – σπίτι της.

Είναι περασμένα μεσάνυχτα,  άφησε πίσω τα φώτα

και τις ομιλίες του θεάτρου.

Η τσάντα με τα υλικά της δουλειάς

-υλικά του φεγγαριού -  της βαραίνει το χέρι.

Μαζί οι αφές,  ο καθρέφτης  και  ένα κάψιμο

στο δάχτυλο από τσιγάρο.

Θα μπορούσε να είναι  από τα Γρεβενά,

είναι όμως από τη Μυτιλήνη.

Βαδίζει το δρόμο ης επιστροφής,

κοιτάζοντας τις ρωγμές της ασφάλτου.

Τα μαλλιά  της χρώμα σταριού  και  το δέρμα το ίδιο.

Το πρόσωπο της ηθοποιού έχει στην τσέπη της,

νόμισμα ανάγλυφο.   Το ξέρει απέξω. 

Τις μικρές ρυτίδες, τις φλέβες, το εκμαγείο του μετώπου,

τα μικρά αυτιά,  τα άβαφα χείλη,   τους ψιθύρους,

τα φρούτα στο τραπεζάκι.

Φως της ημέρας βλέπει σπάνια,  μόνο σε καμιά εκδρομή.

Τα μυστικά της είναι οι στενοί διάδρομοι  και  το καμαρίνι.

Κατά τα άλλα, διάγει ήρεμη οικογενειακή ζωή.

Την πρωταγωνίστρια την ακολουθεί όπως η ζέστη.

Τελευταία  πίνει  και  τα χέρια τρέμουν λίγο

όταν την ξεβάφει στο τέλος της παράστασης.

Η άλλη το ξέρει  και  απαντά με κοφτές κινήσεις

και  ξυραφάκια – φωνήεντα  που τινάζει μέσα από τα δόντια.

Της κάνει τον καφέ, της κάνει μασάζ.

Κάθε Δευτέρα   (στην αργία του ηθοποιού)  χωρίζουν.

Την άλλη, ξανασμίγουν.   Ρουτίνα θα πεις.

Καθημερινότητα, θα απαντήσει το σκοτάδι.

Δε φέρνει ποτέ αντιρρήσεις.

Υφαίνει όμως με την υπακοή τους

ιστό αράχνης γύρω από την αγέρωχη γυναίκα

και ουσιαστικά την έχει παγιδεύσει.

Η σταρ φωνάζει, τρέμει, σπάει.

Η  μακιγιέζ   (η σκιά)  την καθησυχάζει, της μιλά απαλά,

της βάφει τα νύχια και  την πνίγει σιγά – σιγά

όπως την έχει αιχμαλωτίσει μέσα   στην ίδια της τη ζωή.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]

 

ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ  ή  ΟΠΩΣ ΣΤΙΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

(…τις νύχτες γίνομαι κυνοκέφαλος από τον έρωτά σου… )

Έτσι άτσαλα τρέχω   πάνω σε κοφτερά ποιήματα.

Μου δημιουργείς παρελθόν,  κινητή άμμο.

Ροζ ουρανό  και  ροζ σκοτάδια του Άδη.

Άδει η πόλη το:

«Θανάτω  θάνατον πατήσας»!..

Το πέλμα σου με τραβά προς τον ουρανό.

Πετάμε.

Τώρα φορώ τα λευκά  και  σου μιλώ κατακόκκινα.

Τώρα θυμάμαι μέσα στα νερά πνιγμένος…

 

ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΠΟΥΜΠΟΥΛΑ ΧΑΙΡΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ

Το καλοκαίρι τα κτίρια τσαλακώνονται

από σκιές, από μαχαιριές  από τη ζέστη.

Ειδικά  εκείνος ο Ιούλιος τα μικραίνει,   τα κάνει ελάχιστα.

Τα πατάνε οι άνθρωποι   σαν  σάπια φρούτα.

Κρατάνε όμως τη μνήμη στο κουκούτσι τους.

Τα κλωτσάνε πέρα δώθε οι περαστικοί.

Τρέχουν τα τρωκτικά.

Εκείνα όμως,  με επιμονή  και  αυτοθυσία,

φυτρώνουν πάλι στην άσφαλτο.

Μεγαλώνουν μέχρι το Σεπτέμβριο,

τινάζονται ως τον ουρανό

και κατοικούνται πάλι   ανάβοντας όλα τα φώτα,

σφυρίζοντας σαν ποταμόπλοια.

 

ΠΡΟΣ ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ

Ψεύτικα που ήτανε τα χιόνια σας,   παιδιά.

Λιώσανε με το πρώτο βλέμμα.

Φάνηκε το απαίσιο καύκαλο της γης.

Τα δένδρα όμως,  την ίδια στιγμή,

έχουν φύλλα  και  φρούτα.

Ζέστη μας κάνει  και  ανοίγουμε τα πουκάμισα

και γελάμε.

Ζέστη μας κάνει και  πάμε στα πηγάδια,

με σκοινιά ανεβάζουμε τα παιδικά μας λόγια.

Είναι δροσερά  και  πόσιμα ακόμη.

Στο οικόπεδο,  άλλοι παίζουν τώρα.

Οι πέτρες και τα σημάδια μας είναι καλά

κρυμμένα μέσα στο χώμα.

 

ΥΓΡΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Καλοκαίρι  όπως σε έργο  του Τέννεσση Ουίλλιαμς.

Καθόμαστε στη βεράντα  με τα φανελάκια –

οι γυναίκες ημίγυμνες   πίνουν λεμονάδες.

Σκουπίζουμε τον ιδρώτα με χαρτοπετσέτες.

Η χαύνωση μας έχει πάρει μαζί της

και ανακατεύει στην υπόθεσή μας και το φεγγάρι.

Όλα είναι σάπια  και  ασημένια.

Γάτες εκλιπαρούν για φαγητό.

Εμείς μαθαίνουμε τους ρόλους μας.

Ο σκηνοθέτης φωνάζει: 

«Μην πίνετε πολλά  υγρά,  σε λίγο βγαίνουμε»

Κάποιος ρίχνει σκουπίδια στο ενδιάμεσο του χρόνου..

Τρέχοντας να βγούμε στη σκηνή,

αποτυπώνουμε στον καθρέφτη –

που μπροστά μας κρέμεται –

ένα αβέβαιο σχήμα, μια γραμμή,  μια σκουριά

ένα φόβο για  τα επερχόμενα.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997]

 

ΤΙ ΚΑΝΩ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΟΛΗ ΜΕΡΑ

(… το καίω, το πετάω στον ουρανό.

Μετά το βάζω σ’ ένα γραφείο  και  παγώνει…)

Κατολισθήσεις λέξεων,  άδεια πηγάδια  και  έρημος χώρα το περιμένουν.  Φεύγω ταξίδι με άδειο τσουβάλι,  πάω για πέτρες  -  πάω για ιδέες.   Βρίσκω όαση – βρίσκω ποιήματα.   Πλένομαι, εξαγνίζομαι, θυσιάζω.   Τι έχουν δει τα μάτια μου δε λέγεται.   Όμως ο ορίζοντας είναι πάντα ένα γαλάζιο μήλο.   Οι ώρες περνούν όπως ένα οδοντωτό τρενάκι.   Στη σιωπή του μεσημεριού προετοιμάζει το μέλι του απογεύματος.   Δοκιμάζω φτερά, κανένα δεν μου κάνει.  Γύρω στις επτά, η νύχτα ρίχνει το λουλακί μαντίλι της στη λίμνη  τότε μένω μόνος, χωρίς μηχανικά μέσα.   Τότε το σώμα πίνει νερό και εικόνες για να περάσει το υπόλοιπο.   Η νύχτα ανάβει τα λουλούδια και τα φρούτα.   Αυτό παίζει με αναστεναγμούς  και φυσά να τα σβήσει.   Μετά βρίσκει ένα άλλο σώμα  ή  το θυμάται  και μπαίνει μέσα και γίνονται μουσικό κουτί.   Μετά, ε, μετά τελειώνουν τα παραμύθια.  Κλείνεις τα παράθυρα,  βάζεις μέσα τη βροχή  και ψήνεσαι στην αλήθεια.   Το εικοσιτετράωρο δεν πέρασε ακόμη,  σου επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις,  πολλές σχισμές  και  απεριόριστες δυνατότητες αποκαλύψεως ουρανού  και  φωτιάς!..     [από τη συλλογή   του Γιάννη Κοντού  Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997 – Συγκεντρωτικός τόμος: Γιάννης Κοντός ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2026

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΤΙ ΡΗΤΟΡΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΩΣ

 (…τι φλυαρία για τη νύχτα…)


Τα θέσμια του αγαθού και της κακίας

μεράδια της υπακοής μας

στην άπαιχτη λογική που γενικά βασιλεύει

κατάφωρα περιπλέκει το στομάχι μας.

Τι ρητορεία για το φως   τι φλυαρία για τη νύχτα…

Πληγιάσματα οπού μυρμηγκιάζει η χημεία

τραγουδώντας με πύον.

/Εμπεριέχοντας την άφιλη γλωσσολογία/

Καταλύομαι ώριμος από καθοσίωση λύπης

κι ακόμη πράττω την όμορφη δυστυχία μου.

Στα βιολογικά προάστια του τρόμου

παράδειγμα η απερπάτητη ματιά

χιλιάδες χαρακώματα - χειρονομίες

τη ζωή μου προασπίζω ενάντια στη νίκη

-δεν είναι παράξενο;

Τα νεροπούλια ξαφνικά φτεροκόπησαν

απ’ το νερένιο μυαλό μου.

Θα ήθελα να κατουρήσω επαρκώς την ευτυχία σας!..  (AB OVO)

 

(συνημμένη εικόνα)  Ο ΓΥΜΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ ΑΝΑΜΙΧΤΟΣ ΜΕ ΑΝΟΙΞΗ

Κάθε λουλούδι με τρομάζει καταστρέφοντας

το φως της λευτεριάς μου στα χώματα.

Ορώμενος από ηρεμία ο υάκινθος τι δέχεται;

την απαλότητα του κενού την κοινότητα

ή   το υλικό του προσωπείο στις ατμίδες;

 

ΛΕΖΑΝΤΑ:  Η μεγάλη μας τριανταφυλλιά στον αγριόκηπο

(…διηγείται τίποτα για τ’ άνθια όλων των εποχών;  )

Εγώ κρατώ την περιέργεια  να μάθω ο,τιδήποτε.

Τι γυρεύεις μωρ’ ομορφούλα μου εσύ

μαργαρίτα σε τούτο το παλιοχώραφο;

Καλογερεύεις  ή παντρεύεσαι στη μουσική σου;

Δεν ξέρω τιτιβίσματα κι αφήνω τη γενειάδα μου

στα γόνατα να κατηφορίζει.

Δαίμονες την απόδοση   ονομάζουν ανατολή σου

δένοντας τους συνδυασμούς με πλατίνη

κατασκευάζοντας έριδες την ανάπαυση του Σίβα.

Τύχη κι αυτή να κελαηδήσουμε…

[από τη συλλογή του Νίκου Καροούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980

Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από αυτή τη ΣΥΛΛΟΓΗ,

εδώ από το συγκεντρωτικό  Β  τόμο:

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία]

 

 


ΚΡΩΞΙΜΟ Σ’ ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Η ατελής υπόσταση του φάντη στη βρομιάρικη τράπουλα

/ζήτημα ζωολογικής διαφοράς μονάχα

τα δικά μου απ’ τα δικά σας βιώματα/

γκρινιάρα ειμαρμένη καθιστή στο μπαλκονάκι βράδυ

/κατάστιχα γυαλιστερά  του χάροντα/

βατραχοσύναξη και τούτη στου Ομήρου τα τροχίσματα

κουλτούρα θυμοληπτική στα ψευτοσαλόνια σας

χαλκοδεκάρες πεταμένες έτσι σε κωφάλαλα συρτάρια

/παραχώρηση το διάβασμα στους πονεμένους /

γονυκλισίες από κοριτσόπουλα στα θέσφατα των εφημερίδων

/ευλογία Κυρίου τα μυδράλια

η λεπταίσθητη Λούξεμπουργκ

αυτή η άγρια γυναίκα με την άγια βαρβαρότητα…/

Να ρίξεις ολάκερη τώρα τη ζωή σου

στην πλάστιγγα τ’ ουρανού την ανάστροφη στα μάτια.

Διωγμένος εγώ από κάθε προϋπόθεση να αναβλύζει το γέλιο μου

θα ’θελα λίγο δυναμίτη θα ’θελα μιαν έκρηξη

που θα σκορπίσει το χειρότερο θάνατο στα βολέματά σας.

Τυραννήθηκα την τελευταία εβδομάδα

για να βρω τη σώψυχη ειρηνοφόρα λύση.

Τα νεροπαίχνιδα στη ρεματιά-

τι ναν τα κάνω τ’ άλλα.

 

ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΑΥΞΗΜΕΝΕΣ

Τρυφερή μες στο πιάτο αρνίσια πλάτη.

Κανένας δεν ερμήνεψε το ψαχνό την άμαχη γεύση του

τι λύγισμα η αγάπη χαντακώνοντας τους απερίγραπτους…

Μεγάλη διαδρομή μου απελπισία πρώιμα βγαλμένη από τον Οίστρο

μεγάλη δοκιμή μου στην ύπαρξη με θανάτους και χιλιόχρονο πόνο

τα τύμπανα ποτέ δεν έπαιξαν οποιοδήποτε ρόλο στην ταραχή μου

δεν είχα και τόσο πολύ βέβαια υλικό για φτέρωμα

ήμουνα μονάχα κάποιο κλωναράκι στην έξω αγριότητα

γιομάτος από συναίσθηση λουλουδιών δίχως μελωδία

η μέρα ήτανε Παρασκευή με ωροσκόπιο κατά τις πέντε το απόγευμα

συνεχόμενα τηλεγραφήματα κι αναμένοντας κοντεύω να λιώσω

η πλάτη του αρνιού δε λέει τίποτα άλλο από λαμπρά μου μεσάνυχτα

ο Κρόνος ο Άρης τα δεσμά των Ιχθύων ένα σαλιάρισμα γιομάτο ρανίδες

είμαι πιασμένος στην άδολη δοτική και χαραμίζομαι μόνος

με λένε παράφρονα και λένε για δέσιμο εμένα το αηδονάκι

δεν πειράζει οι άνθρωποι τηλεφωνούν όταν έχουν ανάγκη

μα εγώ συλλογιέμαι το πρωί συνήθως την άγνωστη κηδεία μου

περισσεύοντας κι αγκαλιάζοντας της καρδιάς τα αγέρωχα σφάλματα.

 

Ο ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ

Μπροστινοί  και πισινοί να κατουρήσει η νύφη.

Δεκάδες  απαθλιωμένοι καρδινάλιοι συναγωνίζονται

τις εύκολα ακρωτηριαζόμενες τις υπναλέες παπαρούνες

τα θυσανώδη μου βήματα δαγκώναν έναν ανήφορο ασυγκίνητο

με ορφικά ελληνικά λησμονημένα στην πικρότητα συσπώντας

ανεπίστροφα σανσκριτικά, κουμπότρυπες 

τα δάκρυα στη φαντασία του Υψίστου

συστατικά μητέρας ατελετούργητα

/ τους ήχους αποθύμησα να γλεντήσω ξαναγράφοντας /

μ’ ένα βάναυσο ζούληγμα στο δέρμα μου φαρδιάς ηλιαχτίδας

τρεμουλιάζοντας ο ουρανόσιτος εγώ στα γαλάζια φρικιαστήρια

παντού κι από όλους  πάντοτε η πειραματική Κόστα Ρίκα

σμάρι μου εγερτήριο προς τα ύψη

ναυπηγεία με σάλπιγγες από χάλκινο μιας ουράνιας ναυτίας

τα τέσσερα ευαγγέλια

χλιδή μεγάλη ορατή  που τη χουγιάζει ο ανεμορούφουλας

φεύγω αναίμαχτα πληθύνομαι στην απομόνωση

δυναστεμένος από γύναια της στατιστικής και της οπτασίας

εγώ που κλέβω θαυμάσια τη Φύση  και την Ιστορία

ληστεύοντας κυριολεκτικά την καθημερινότητα

στα εγκάρσια τεθνεώτα του Σπεύσιππου κι ο ανόθευτος

πάπας ερότικους  θωπεύει ωσάν παλιόγατα την επιληψία

οπού αρέσκετατι στην αίσθηση λαχανόκηπου μα είναι

και κείνη η μαγκούφα η δόξα…

(Έδεσες τώρα το γάιδαρό σου στο μαρούλι)

Φιλόξενη η φλόγα στα γενετήσια κι ανεμίζονται

έρωτες – αρουραίοι τα κόκκινα χάδια

νύχια μεταξωτά οδοντόφωνα

τα διαιωνίζει στην ύλη

το αιώνιο θήλυ.

 

ΝΥΧΤΑ ΩΜΗ ΓΙΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ

Αιφνίδιες αντλίες πυροσβεστικές με τρίλιες στη λεωφόρο

σφαδάζει πάλι η γραμματική στο προσκήνιο

καθώς μέσα στον ύπνο μου απάγγελνα χθες διακοπτόμενες

εκατοντάδες ενεστώτες για το ανατρίχιασμα

σε εφτάωρη κοίμηση ρουθουνίζοντας  -Ασύλληπτο-

ή -Άπιαστο   στριφνές συστάδες από ονειρόεντα

της ερημιάς η φλεβίτιδα: τα στενά μονοπάτια.

Προσπεράστηκα απ’ το ζώο που περιέχω

βρυχήθηκα στο βρόντο τα ’κανα όλα γυαλιά-καρφιά

τα βιώματα όπου έχτισα για να φτάνω

ως επάνω στην Υψιπέτεια

για να διαβάζω δυνατά το θάνατο στα αναλόγια της αγάπης

να τον ταυτίζω βραδιάζοντας με το ρόδινο ξεφλούδισμα

σε όμορφα και αστραφτερά μπαρμπούνια σχάρας

να τον προσμένω σχεδόν ατάραχος  ωσάν χελώνα όπου τρέχει

βιαστική ν’ αποφυλακίσει κάποτε

κείθε πέρα τα κόκαλά μου.

Λεπτοδείχτες από γάργαρο μέταλλο συγκεντρώνουν τώρα

τα πυρά τους επάνω μου

βάλε την ηχώ μου σε κορνίζα δεν ξέρεις αύριο αν θα υπάρχω

στη νεκρόκασα η φωνή επεξεργάζεται τη βουβαμάρα

κι όταν χηρεύουμε από τρέλα η λογική σου τ’ ορκίζομαι

καταρρέει μ’ έναν τρόπο που ναν τη λυπάσαι.

Μπήγοντας ύστερα τα χέρια μου στη γριά Βεβαιότητα

ολομόναχος

ένα ολάξαφνο σχίσιμο του μαύρου:

φτερουγώντας έφυγαν τα νυχτοπούλια.

Ο ανοιχτόκαρδος θεός ο ορεξάτος διάβολος.

 

Η ΑΝΘΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΦΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΚΑΙ ΦΩΝΗΕΝΤΑ

Ο Αναξίμανδρος αναπαύεται στην ακάθεκτη

χιλιάδα του απείρου τη απροσμέτρητη

κρατώντας το χρυσόξυλο του νου τ’ αδράχτι

[δεν έχω τίποτα για σωστή συνέχεια]

ο άχραντος ήχος μιας άρπας όπου βουλιάζοντας

[ο ήλιος δεν μπορεί ν’ αποτελέσει τη συνέχεια]

στα κρημνώδη κι αλώβητα μύρα του έαρος

[το ’χω παρακάνει μ’ αυτό το έαρ]

ανάμεσα στους ηλιόλουστους λειμώνες η Άρτεμη

που είναι έξω απ’ τον πόνο ξεπλένοντας το άφωνο

[σημειώνω πως είναι απορριπτέος ο ήλιος]

ο απενθής κι απορριπτέος  Αναξίμανδρος

άφραστον αίμα στου ήλιου το μπαλταδιασμένο σβέρκο

κι αλησμόνητος ο βροτός αγέρας την πλάνη μας (τυραγνώντας)

έρπει σαν όμηρος του όντος

χαρίζοντας τη βοερή γενέτειρα της βεβαιότητας:   τη φύση

τα βυσσινιά λουλούδια της Μεγάλης Πέμπτης

και της άτρωτης νύχτας τη νεκροπρέπεια

[λίγος δυόσμος ίσως]

και η κακιά χωλότητα του Ηφαίστου

σημαίνοντας το μισό της αλήθειας:

την αιμάσσουσα Τεχνική

[τεχνική και μηχανόλαδο]

 

ΘΛΑΣΗ ΘΕΩΡΗΜΑΤΟΣ

Τι ερημιά φανταχτερή μ’ όλα τα αστέρια

σε έξαψη γαλάζιας αγριότητας…

Ο κόσμος θ’ ανακαταλάβει το ξημέρωμα

στους τροπικούς μεγάλους ερημότοπους

όταν ο ήλιος έρχεται  διάτορος

κι απάνω στα ουράνια ξεχειλώνει

για να μαυρίσει σκοτεινιάζοντας ακόρεστα

στου λιονταριού τον τρυφερότερον έρωτα.

 

Τι ερημιά φανταχτερή με στίλβοντα μαχαίρια

στο γέρικο σούρουπο που κοροϊδεύει την ύλη

κι η κάθετη βουτιά του παλεκάνου απ’ τα ύψη

το παντέρημο ψάρι στη βήυθιση

ξεκουμπώνοντας με το ράμφος

απ’ τα πανάρχαια νερά της ακλείδωτης μοίρας:

αστραφτερός Ηράκλειτος.

 

Ο Ποιητής δεν μπορεί να γλιτώσει απ’ τα πράγματα

σαν τον κακότυχο Αβεσσαλώμ απ’  κλαδιά τους

είν’  η μαβιά του χαίτη αξόδευτη πιασμένη

 

Ο ΤΡΥΓΗΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΘΙΑΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ

Εδώ σε τούτο το βραχύβιο άρωμα είναι η κατοικία μου

στα φωτερά κι ανάστατα εικονίσματα

τον άσπιλο κόκορα: μια περίχυτη της ζωής ανθοδέσμη

το γοερό γαϊδούρι μου με τα τεράστια ιώδη μάτια

την αμνάδα όπου πάει να φτερακίσει

την όρνιθα όπου θέλει να θηλάσει.

Στηθάτος ήλιος κλέβοντας του πετεινού το χρώμα

κρεμάμενο ειλητάρι στα γαμήλια

χέρια της βροχής που κοιμάται

φαράγγι-ήλιος κι η άφωνη ξερολιθιά

παράλυτη στην αύρα!

 

ΡΑΓΙΣΜΑΤΑ

Το Ποίημα είναι ένα κουρδισμένο παλιοπαίχνιδο

φτιαγμένο  για να  φτερουγίσει.

 

Δεν καταδέχομαι καθόλου τα ψευδώνυμα∙

χρόνος και άχρονο για μένα  παρατσούκλια.

 

Όταν ασποστηθίζουμε τα πράγματα  λέμε ύλη∙

όταν ερωτευόμαστε τα πράγματα λέμε μυστήριο.

 

Να βγω σαν ασημόγλαρος  να βγω στη ζοφεράδα

μ’ ολάκερη την αύρα τυλιγμένος ο χαρμόσυνος

ένα σταχτύ μαχαίρωμα να κάνω το τραγούδι

κι όλη τη λάμψη του ουρανού σαν ένα ιδιόμελο.

 

Τα βράχια είναι  σαν αδέλφια.

 

Χάρος του χάροντα η ψύξη του πλανήτη!..

 

 

ΛΟΥΣΟ Η ΕΓΚΑΡΣΙΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Ροχαλητό δεν ακούγεται στην αιωνιότητα

η αμάχη μου καταστρέφει λαμπτήρες γνωσιολογίας

αναισθησιογόνα είναι αυτά τα ελεεινά ποιήματα

τριπλασιάζοντας το όνειδος της γλώσσας επί τέσσερα

βρακιά κωμικών και αρλεκίνων έως το γήπεδο

θα σκουριάσω βρε άτιμοι από φλόγα σε αχρηστία

με κάνατε λαχνό που δεν κληρώθηκε στην πολιτική σας ασχημοσύνη

θαν τα λέω έτσι τώρα ό,τι μου ’ρχεται θα σας ταράζω ω φιλομειδέστατοι

υπήρξαμε έλληνες  κι αυτό είναι το μεγάλο μας δυστύχημα

ο μαγνήτης το ήλεκτρο τα βελούδινα παχυλά ιδεογόνα

ειδύλλια καπνιστά συμπολίτες αριθμοί  πατριώτες άγγελοι

ριχ’ τους οξύτονα πολλά στη μούρη εσύ που αγάπησες τόσο κυρίως τα προπαροξύτονα

μην τους αφήνεις τώρα σε χλωρό κλαρί λέγονται έναστροι

στην πραγματικότητα είναι προβατίνες

Τύχη και τούτη να βλέπεις το θάνατο στα ρολόγια

παλιά ρολόγια εκκρεμή σαν τη μάνα μου…

Σάρωθρο μόλις μετενσαρκώθηκα και σαρώνω κρετίνους.

 

Μ’ ΑΕΡΑΚΙ Σ’ ΑΠΟΜΑΧΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ ΑΓΑΠΗΣ- ΤΙ ΑΛΛΟ ΝΑ ΕΚΘΕΙΑΣΟΥΜΕ 

(…φαυλότητα η ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος…)

… κι ο γνόφος της Κύπριδας αρτηριακή πολύωρη συνοφρύωση    καθώς πικραίνει τις φιλοδοξίες η  στερεομετρία των νεύρων    έκτιση νοερού περίπατου τελικά ξεμακραίνει τα νεογέννητα παπούτσια μου:    ποινικοί κατάδικοι στα ζωώδη θρησκευτικά πατήματα    σε μπουμπούκια αινιγμάτων έχοντας αλαργέψει κατά το δείλι    πάνε θνητές φασκομηλιές τον ανήφορο κι όμως    η κατακόκκινη σχοινένια κλίμακα σπαρμένη χειλεόφωνα    δε χτενίστηκε άξαφνα όπως άλλοτε από πάνω μέχρι κάτω    κι η αλυσόδετη στη θύμηση θαλασσίλα θα ’ναι εσαεί αιχμάλωτη    μαύρα θερμά κριάρια σε κωματώδη κατάσταση    με μήκωνες υπνοφόρους στα μέτωπά τους δωρεάν ευτυχήματα    νευτώνιες μετονομασίες χλοερής κι ανώφελης πεταλούδας    ω διάττοντες:  τα γλυκόλογα της ανάλαφρης Βαρύτητας    πέτσες από φιλάσθενους αριθμούς ανήθικο γαλάζιο μόλις τώρα    πνίγηκα όρθιος σ’ ένα ωμέγα - στρουθοκάμηλο    σταγόνες έρωτα στην ισκιερή παλάμη της τρίτης μου γυναίκας    φεύγει κανείς απ’ τη σύσσωμη Πεντάδα προς το Ένα;    Φαρέτρα ο ήλιος / δίχως επίθετο / κι οι αχτίνες του τη Δευτέρα στο ειρηνοδικείο μυξοκλαίγοντας.    Δεν πρόκειται να βάλω σε αθώους γαϊδαράκους τρυφερομάτηδες    τα σκληρά σας εκείνα ψυχολογικά σαμάρια.    Μ’ αεράκι σ’ απόμαχο σούρουπο αγάπης – τι άλλο να εκθειάσουμε…   [ΕΡΜΗΤΙΚΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980  - ΣΥΓΚΕΤΡΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ: ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β΄ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ]

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΦΡΟΥΤΟ, ΤΟ ΧΑΔΙ, ΤΟ ΧΝΟΥΔΙ, ΤΟ ΦΙΛΙ, Ο ΗΛΙΟΣ

  (… είδα το άλλο μάτι σου – το μέσα, το χωμάτινο - να μου τραγουδά   Όμηρο και   Τομ Σώγιερ…) Νερά στα πλακάκια   και   το καλοκαίρ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ