(…που δεν οδηγεί πουθενά…)
Κάποιος που ξαφνικά, θυμήθηκε ότι η γη κινείται,
αρχίζει να ζαλίζεται και να παραπατά.
Θέλει οπωσδήποτε, να αποβιβαστεί
από το επισφαλές ετούτο όχημα.
Πού όμως να πατήσει;
Ξερνά και βλαστημά τον Γαλιλαίο.
Ένας άλλος αφηρημένος
άνθρωπος
διαλέγει για ν’ ανέβει σκάλα κυλιόμενη που κατεβαίνει.
Όταν το αντιλαμβάνεται, είναι πια αργά,
έχει κιόλας μπει στην ηδονική διαδικασία της αέναης
κίνησης
που δεν οδηγεί πουθενά,
κι αντιλαμβάνεται, βαθιά,
την ευτυχία των hamsters που διανύουν, επιτόπου,
μέσα σε κύλινδρο περιστρεφόμενο, τεράστιες αποστάσεις.
Έτσι, παρά τις
ύβρεις των κατερχομένων
και τα σκώμματα των θεατών,
αυτός συνεχίζει αμετακίνητος,
να ανεβαίνει, να φτάνει σε ύψη απροσμέτρητα,
αφού αναρίθμητα σκαλιά περνούν κάτω απ’ τα πόδια του.
Όταν, κάποτε, σωριάζεται νεκρός, η τελευταία του σκέψη
είναι:
«πώς θα με κατεβάσουν, τώρα, από δω πάνω;»
(τρίτος και καλύτερος)
Ένας πεζός περιμένει ,
ώρες τώρα, στη διάβαση ενός δρόμου
Γιατί, λοιπόν, δεν περνάει απέναντι;
Έχει αχρωματοψία και δεν βλέπει ότι ανάβει, κάθε τόσο
πράσινο;
Είναι υπερβολικά δειλός ή αργός και τρέμει
μήπως ανάψει κόκκινο, πριν διανύσει το οδόστρωμα;
Έχει αφαιρεθεί και έχασε την αίσθηση του χρόνου;
Τίποτε απ’ όλα τούτα δεν συμβαίνει.
Απλώς, ανακάλυψε, εντελώς ξαφνικά,
ότι είναι μάταιη κάθε κίνηση.
Το μόνο πρόβλημα, αν υπάρχει κάποιο,
είναι ότι έκανε την ανακάλυψη αυτή πάνω σε μια διάβαση
(κι άλλα ασήμαντα περιστατικά από τη συλλογή του Αργύρη
Χιόνη
ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ Νεφέλη/ βιβλία 2000)
ΠΩΣ ΕΦΡΑΞΕ ΕΤΣΙ Ο ΛΑΙΜΟΣ
ΤΟΥ, ΠΩΣ ΠΑΡΕΛΥΣΕ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ;
(…για τον ομιλητή ομιλώ
που, αμέτρητες φορές,
είχε προβάρει, μπρος στον
καθρέφτη,
με εκπληκτική ευφράδεια,
το λόγο του και τώρα,
μπρος στο κοινό, δεν λέει το
στόμα του ν’ ανοίξει…)
Είναι άλλο πράγμα, πράγματι, ο
καθρέφτης και το πρόσωπό σου, που το κοιτάς κατάματα, κι
άλλο αυτό το απρόσωπο κοινό που,
τυφλωμένος απ’ τους προβολείς, δεν
βλέπεις καν, αλλά εικάζεις ότι είναι εκεί, πάνθηρας μαύρος
μες τη νύχτα, και καραδοκεί να σε
αρπάξει. Και, ξαφνικά, ενώ έχει αρχίσει να κυλά ποτάμι ο ιδρώτας απ’ το πρόσωπό του, διακρίνει, ως σανίδα σωτηρίας, στην πρώτη
αράδα, τα μάτια μιας κυρίας, τόσο
φωτεινά, τόσο παρήγορα, που αποτολμά να πει μια ψιθυριστή κραυγή:
«Σας αγαπώ»!..
Το κοινό, νομίζοντας πως απευθύνεται
σ’ αυτό, ξεσπά σε χειροκρότημα
εκκωφαντικό!..
ΕΝΑΣ ΚΛΟΟΥΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ
ΚΑΘΙΔΡΟΣ…
(…αλλά αποθεωμένος από το
κοινό, στο καμαρίνι του
κι αρχίζει το ντεμακιγιάζ του…)
Τριάντα τόσα χρόνια κάθε βράδυ, προβαίνει στη συγκεκριμένη ετούτη πράξη,
για να βγει στον έξω κόσμο ως άνθρωπος κανονικός. Απόψε όμως, δεν βοηθά κρέμα καμία, κανένα καθοριστικό υγρό. Τρίβει και ξανατρίβει, στην αρχή, απαλά, και,
στη συνέχεια, με μανία, το
πρόσωπό του, αλλά τίποτε∙ οι μαύροι
κύκλοι, γύρω από τα μάτια, είναι ανένδοτοι, η μελιτζάνα μύτη παραμένει μελιτζάνα, και τα τεράστια, κόκκινα χείλη συνεχίζουν να
γελούν από το ένα ως το άλλο αυτί.
Ταυτίστηκε, λοιπόν, τόσο πολύ, απόψε, με το ρόλο του;
Έφτασε σε τέτοιο σημείο τελειότητας;
Τριάντα τόσα χρόνια, στη δουλειά, αυτό επεδίωκε και, τώρα που το πέτυχε, νιώθει μια μαύρη πίκρα.
ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΑΡΑΤΑΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΥΞΥΛΑ
ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕΙ, ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ…
…ούτε το σακάκι του δεν πρόλαβε να βάλει, παρά το φοβερό
χιονιά.
Επείγον μήνυμα δεν έλαβε κανένα ούτε
θυμήθηκε κάποια υπόθεση που δεν σηκώνει αναβολή. Του ήρθε απλώς, μια σκέψη τόσο
γρήγορη, τόσο ορμητική κι ανυπόμονη που, αν δεν την ξεπεράσει, αν δεν τρέξει
έστω πλάι της, αν μείνει ακόμη και έναν πόντο πίσω της, θα του τρυπήσει το
κρανίο.
ΕΝΑΣ ΠΤΩΧΟΣ ΤΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΚΑΘΕΤΑΙ,
ΜΕ ΤΙΣ ΩΡΕΣ ΚΙ ΑΤΕΝΙΖΕΙ ΕΝΑ ΛΕΥΚΟ ΓΥΜΝΟ
ΝΤΟΥΒΑΡΙ!..
Πίσω απ’ τη ράχη του, συμβαίνει η
ζωή. Δεν την κοιτά. Κάποτε, βλέπει, απλώς, κάποιες σκιές της να προβάλλονται
για λίγο, επάνω στη λευκή οθόνη που έχει εμπρός του, όμως, όσο κι αν είναι
αρμονικές ή βίαιες οι κινήσεις τους, δεν καταφέρνουν να τον συγκινήσουν, δεν
καταφέρνουνε να αποσπάσουνε την προσοχή του απ’ την προσπάθεια, ώρες τώρα, ενός
μυρμηγκιού να ανεβάσει ως την κορφή του τοίχου, έναν κόκκο στάρι που όλο του
πέφτει και το ξαναστέλνει στην εκκίνηση.
Αν δεν ήτανε φτωχός τω πνεύματι, αν
ήξερε το μύθο του Σισύφου, θα ’κανε, μες στη σκέψη του, ποιητικούς συνδυασμούς,
θα ’βρισκε δραματικές αντιστοιχίες. Όμως
είναι, πράγματι, φτωχός τω πνεύματι και, όταν το μυρμήγκι καταφέρνει, τελικά,
να φτάσει στην κορφή του τοίχου, νιώθει, απλώς, μακάριος.
ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΧΑΣΑΠΗΣ, ΑΥΤΟΣ
ΑΣΚΟΥΣΕ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ
Σε χρόνο ελάχιστο και με απόλυτα
ελεγχόμενες , κομψές κινήσεις,, μεταμόρφωνε τεράστια πτώματα, αποκρουστικά, σ’
ελκυστικές μπριζόλες και γοητευτικά μπιφτέκια, σε έπειθε, με ελάχιστη
προσπάθεια, αλλά με κάμποση, είναι αλήθεια, υπεροψία, ότι ο θάνατος είναι μια
άλλη, υπέροχη μορφή ζωής.
Ωστόσο, επειδή όλα εδώ πληρώνονται,
και ιδίως η υπεροψία, μια μέρα, σε κατάσταση εξάρσεως, έκοψε το αριστερό του
χέρι από τον καρπό, έδρεψε, μ’ άλλα λόγια τον καρπό της έπαρσής του.
ΤΙ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ, ΑΛΗΘΕΙΑ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥ ΤΟΥ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΗ ΒΙΟΛΙΣΤΗ…
…που έχασε τα χέρια του σε ατύχημα και
του μεταμόσχευσαν τα χέρια ενός νεκρού φονιά!..
Έκτοτε, η εκτέλεση μουσικών τεμαχίων
ήτανε,
όντως, ανυπέρβλητη!..
ΕΝΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΠΟΥ ΜΙΑ ΖΩΗ
ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΕ ΓΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΕ ΧΩΡΑ ΞΩΤΙΚΗ…
φτάνει με καθυστέρηση στο αεροδρόμιο
και χάνει το αεροπλάνο.
Φαντάζεσθε, βεβαίως, τη συντριβή
του, ωστόσο, που σύντομα αλλάζει σε ξέφρενη χαρά, καθώς το ίδιο βράδυ, ακούει
στις ειδήσεις ότι το αεροπλάνο, το δικό του, παραλίγο, αεροπλάνο, συνετρίβη σε
ψηλή βουνοκορφή! Τετρακόσιοι οι νεκροί κι αυτός εκεί, ολοζώντανος και, δόξα τω
θεω, πάντα υπάλληλος!..
(κι άλλα
ασήμαντα περιστατικά από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη
ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ
ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ Νεφέλη/ βιβλία 2000)
ΕΝΑΣ ΝΕΚΡΟΣ
(στη συλλογή του Αργύρη
Χιόνη ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ
και άλλα ασήμαντα περιστατικά
2000)
Ένας
νεκρός, ενώ βρισκόταν κιόλας στο επέκεινα, θυμάται ότι άφησε κάποιες υποθέσεις
αδιεκπεραίωτες, κάποιες
υποσχέσεις ανεκπλήρωτες και, συνεπής ως είναι, επιστρέφει στο εδώ για να
επανορθώσει. Και, πράγματι, ταχτοποιεί, αόρατος, τα πάντα κι αναχωρεί εκ νέου
στο επέκεινα.
Όσοι ωφελήθηκαν από την κίνηση αυτή τρίβουν τα χέρια ευτυχισμένοι. «Για δες
η τύχη», λένε «για δες πόσο ευνοϊκά το έφερε η τύχη»!, και κανείς τους δε
φαντάζεται, ούτε που τους περνά από το μυαλό, ότι υπάρχουν συνεπείς νεκροί που
επιστρέφουν και ρυθμίζουνε τις εκκρεμότητές τους.
ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΒΟ ΜΙΑ
ΔΟΡΚΑΔΑ…
τινάχθηκε τόσο μακριά, τόσο ψηλά που αναλήφθηκε στους ουρανούς.
Ο Φόβος έμεινε εδώ, στη γη, κοιτώντας άναυδος, το αθέλητο κι ωστόσο υπέροχο
δημιούργημά του: τον αστερισμό της
δορκάδος.
ΕΣΚΥΨΕ ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΡΚΑ, ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ
ΓΙΑ ΝΑ ΠΙΕΙ ΜΕΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ
έτσι τον πήρε το Μακρύ Ποτάμι του θανάτου τον Λι Πο.
Είπαν πως ήταν μεθυσμένος, αλλά και ξεμέθυστος να ήταν, πάλι θα έσκυβε από
τη βάρκα, τη σελήνη για να πιει μες το νερό, γιατί αφάνταστα βαθύς γι’ αυτήν ο
έρωτάς του και, κυρίως, γιατί, ως ποιητής, πίστευε, είμαι σίγουρος, ότι
μπορούσε τη σελήνη, πράγματι, να πιει μες στο νερό και το κατόρθωσε.
ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΡΑΦΕΙ, ΒΑΘΙΑ
ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ, ΠΟΙΗΜΑ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ
Διαβάζοντάς το, αργότερα, ξεμέθυστος και υπό το φως του ήλιου, νιώθει
βαθύτατη ντροπή και, δίχως δισταγμό, το σκίζει.
Όταν, ωστόσο, έρχεται ξανά η νύχτα, ακολουθούμενη από νέα μέθη, τον τρώνε
οι τύψεις για το σκίσιμο αυτό, για τον αφανισμό μιας ύπαρξης, έστω λειψής, έστω
χωλής, ύπαρξης όμως, και ξαναγράφει, εν είδει εξιλασμού, ένα καινούριο
μεθυσμένο ποίημα που, σίγουρα, ξεμέθυστος θα σκίσει πάλι.
ΝΕΑΡΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΜΕΝΕΙ ΕΝΕΟΣ ΣΤΗ ΘΕΑ
ΛΕΥΚΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΤΟΥ ΤΕΤΡΑΔΙΟΥ ΤΟΥ
Οι προηγούμενες σελίδες είναι ήδη
πλήρεις σημειώσεων που καταχώρισε, εκεί, χωρίς κανένα δισταγμό. Γιατί, λοιπόν, διστάζει τώρα; Γιατί, εξαίφνης, νιώθει τέτοιο δέος μπροστά
στην άγραφη σελίδα; Γιατί, με τρέμον χέρι, γράφει, τελικά: «Το χαρτί άσπρο σαν χιόνι, οι λέξεις μου
κρυώνουν;» Μήπως κατάλαβε ότι οι λέξεις
έχουνε ζωή; Έγινε μήπως ποιητής;
(κι άλλα
ασήμαντα περιστατικά από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη
ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ
ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ 200)
ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΟ
ΠΟΤΗΡΙ ΤΟΥ
(στη συλλογή του Αργύρη
Χιόνη ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ
και άλλα ασήμαντα περιστατικά
2000)
Πρόκειται για κάποιον που μόλις έχει ανακαλύψει τη ματαιότητα των
πραγμάτων. Αιώνες απελπισίας έχουν προηγηθεί, αλλά αυτός ανακαλύπτει τώρα,
μπροστά στο άδειο του ποτήρι, τι είναι απελπισία, κι αυτό, όχι επειδή είναι
άδειο το ποτήρι του (δεν είναι αλκοολικός), αλλά επειδή ένιωσε, ξαφνικά, ότι
πεθαίνει. Πεθαίνει χρόνια τώρα, βέβαια πεθαίνει από τότε που γεννήθηκε, αλλά
αυτά τα πράγματα τα σκέφτεται κανείς κάποια μοναδική, ανύποπτη στιγμή και,
τότε, μαυρίζει, ξαφνικά, όλος ο κόσμος. Και, έτσι που ο καθένας αντιδρά με το
δικό του τρόπο, σύμφωνα με το δικό του χαρακτήρα, ο εν λόγω κύριος αρπάζει το
ποτήρι του και το εκσφενδονίζει στο ντουβάρι. «Μαζί μου θα σε πάρω», αναφωνεί,
συντρίβοντάς το, «μαζί μου θα σε πάρω»!, και νιώθει κάποια ανακούφιση, αφού
μπορεί κι αυτός να αφαιρεί ζωή, δεν είναι δα τόσο αδύναμος, δεν είναι δα τόσο
θνητός.
ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ
ΣΩΜΑ ΤΟΥ
… και το
’δε ως ξένος, κι ήτανε τόσο θλιβερό και τσακισμένο, σαν αδειανό σακί, που το
λυπήθηκε και είπε μέσα του πάλι να χωθεί, να στο στηρίξει ακόμα λίγο.
ΧΡΟΝΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
ΚΟΙΤΟΥΣΕ…
προσμένοντας, επί ματαίω, ένα άστρο, έναν άγγελο, κάτι σπουδαίο, τέλος
πάντων, να κατέβει από κει γι’ αυτόν.
Τελικά, εκείνο το μουντό του φθινοπώρου απόγευμα, ένα ξερό, κίτρινο φύλλο
ακράγγιξε, για λίγο, το κρανίο του, πριν σωριαστεί στο χώμα.
ΕΝΑΣ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΣ ΒΛΕΠΕΙ…
από την κορυφή ενός ουρανοξυστη, το πεζοδρόμιο να ανεβαίνει προς
αυτόν, να ανεβαίνει ιλιγγιωδώς, και
νιώθει ανίκανος να κάνει οτιδήποτε για να το σταματήσει.
ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ…
πριν πεθάνει, πριν τον τινάξει ο Χάροντας σαν αδειανό κελύφι, τίναξε τα
μυαλά του στον αέρα.
Χολωμένος είναι τώρα ο Χάροντας, νιώθει καταργημένος, άχρηστος. Ωστόσο,
κάθεται σε μια γωνιά του δωματίου και παριστάνει τον θλιμμένο συγγενή, ενώ ο
νεκρός χαμογελάει δίχως χείλη, πονηρά, κάτω απ’ το μαντίλι που καλύπτει το
ανύπαρκτο κεφάλι του.
ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΕΝΟΣ ΓΚΡΕΜΟΥ, ΕΝΑ
ΚΟΡΙΤΣΙ ΩΡΑΙΟ ΣΑΝ ΑΠΡΙΛΗΣ…
… και
μοσχοβολιστό σαν άγριο ρόδο, δρέπει άγρια ρόδα, μαργαρίτες κι ανεμώνες για να
στολίσει τη ζωή του που θαρρεί πως είναι αιώνια κι όχι εφήμερη, όπως αυτή των
λουλουδιών που δρέπει.
Στο βάθος του γκρεμού, ένα κορίτσι, ωραίο σαν Απρίλης, διαμελίζεται σε
χίλιες δυο ανεμώνες.
Σ’ ΕΝΑ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΕΥΕΞΙΑΣ…
ή, μάλλον, απουσίας πόνου, ένας καρκινοπαθής, νιώθει σφοδρή επιθυμία για
φαγητό και για ποτό των υγιών ανθρώπων. Όταν αυτή εκπληρώνεται, το αλάτι, το
πιπέρι, το κρασί, στέλνουν, μέσω της μαραμένης απ’ τα φάρμακα και την αρρώστια
γλώσσας του, μηνύματα ζωής, στην ετοιμόρροπη ψυχή του. Έτσι, για μιαν ελάχιστη
στιγμή, δε νιώθει ετοιμοθάνατος, νιώθει, απλώς, θνητός.
ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΟΥ, ΟΛΗ ΝΗΥΧΤΑ
ΟΝΕΙΡΕΥΟΤΑΝΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ…
…ξυπνάει
με γεύση από χώμα μες στο στόμα κι
αρχίζει να βουρτσίζει, σαν τρελός, τα δόντια του, μέχρις αιμορραγίας των
ούλων.
Στη θέα του αίματος, παίρνει κουράγιο, το καταπίνει λαίμαργα και νιώθει να
του μεταγγίζεται ζωή. «Γλίτωσα παρά τρίχα» σκέφτεται, χαρούμενος, και με
λατρεία κοιτά τη ματωμένη οδοντόβουρτσα.
Μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό, με ένα «αχ», το ώριμο αχλάδι σωριάζεται στο χώμα
(κι άλλα
ασήμαντα περιστατικά από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη
ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ
ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ 2000)
ΜΙΛΑΕΙ, ΜΙΛΑΕΙ,
ΓΡΑΦΕΙ, ΓΡΑΦΕΙ, ΓΡΑΦΕΙ…
(… για κορφές, γκρεμούς,
αιθέρες,
σύμβολα αναβάσεων,
πτώσεων, πτήσεων… εύκολα πράγματα…
Αντιμέτωπος με το βάραθρο της
ψυχής του, μένει βουβός…)
Αυτό
το ελάχιστο δενδράκι, στην κορυφογραμμή, αυτόν το νάνο, λυγισμένο
Άτλαντα που δείχνει να κρατά τον
μολυβένιο ουρανό στη ράχη του, να μη μας
πέσει στο κεφάλι, κάποιος το βλέπει,
κάθε αυγή, και το δοξάζει που είναι
ακόμη εκεί και αντιστέκεται στον μολυβένιο ουρανό που θέλει
να μας λιώσει!.. Μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό, με ένα
«ΑΧ», το ωραίο αχλάδι σωριάζεται
στο χώμα!.. Στο χώμα ένα σκουλήκι, ακόμη
ζωντανό, και, γύρω – γύρω,
πλήθος λαίμαργα μυρμήγκια που το τραβούν, το σπρώχνουν,
το δαγκώνουν λυσσασμένα.
Σκυμμένος πάνω τους, ένα πανάγαθος θεός απολαμβάνει τη δημιουργία
του!.. (κι άλλα ασήμαντα περιστατικά από
τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ 2000
Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2026


