Κυριακή 12 Απριλίου 2026

ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΟΤΙ Η ΣΙΩΠΗ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ (29)

 (…το πεπρωμένο χρειάζεται τους ανθρώπους για να σκεπάσει τις τρύπες του… - 10)


Βλέποντας ένα φως ν’ ανάβει ξαφνικά

σε μιαν από τις αποθήκες του χρόνου,

ένας κατώτερος εκπαιδευτικός επιδεικνύει μια ταυτότητα ποιητή

εξαπατώντας το νυχτοφύλακα,

και απ’ ό,τι ανακαλύπτει εκεί αποκομίζει το πιο συγκλονιστικό

επιφυλάσσοντας για τον εαυτό του τη μερίδα του λέοντος   (3)

 

Έτσι καθώς ο κατήφορος οδηγεί σταθερά στο βυθό

υπάρχουν μικροί απροσδόκητοι λόφοι,

ασήμαντα υψώματα που καθώς τα περνάς

αισθάνεσαι για μια στιγμή πως ανεβαίνεις   (4)

 

 

Είναι η ανεξιχνίαστη ιδιότητα των παραθύρων

να δείχνουν κάτι περισσότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε να μας επαρκεί

που κάνει τα παράθυρα απαραίτητα.

Άνθρωποι που μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτό το περισσότερο

την παρουσία τους δεν την έχουν καν αντιληφθεί   (7)

 

Η σιωπή είναι ένα κρηπίδωμα πάνω στο οποίο στηρίζεται

κατά ένα μεγάλο μέρος η λειτουργία των αισθημάτων.

Ο λόγος   επιθυμώντας να φτάσει ως το κέντρο της ψυχής

αναζητεί απεγνωσμένα κάποιο άνοιγμα,

απ’ όπου βέβαια είναι αδύνατο να μπει

εξαιτίας της σωματικής κατασκευής του   (11)

 

Ο Ποιητής πιστεύοντας ξαφνικά πως νιώθει κάποια πίεση εσωτερική,

όμοια μ’ εκείνη χάρη στην οποία είχε κατορθώσει

να εκφραστεί σε προηγούμενες περιπτώσεις,

κάθεται στο γραφείο του περιμένοντας την επίσκεψη της Μούσας.

Μην ακούοντας ήχο βημάτων στα σκαλοπάτια

αντιλαμβάνεται ότι δεν ήταν παρά μία

από τις συνήθεις ψευδαισθήσεις του

και επιστρέφει μελαγχολικός στις καθημερινές του ενασχολήσεις   (17)

 

Είναι φανερό ότι κάθε χρώμα δεν μπορεί να νοηθεί

παρά μόνο σε στενή συνάρτηση με το μαύρο!..  (18)

 

Μια γυναίκα στην ακμή της ηλικίας της,  

με υπέροχο σώμα και πνεύμα αντισυμβατικό,  

γεννάει στην ψυχή ενός γηραιού άνδρα μια σφοδρή επιθυμία,  

η οποία,  εξαιτίας των αυστηρών προδιαγραφών του χρόνου,

μη μπορώντας να ικανοποιηθεί,  

διοχετεύεται ακέραια στο βλέμμα του και στη φωνή του

προσδίδοντάς τους μιαν ασυνήθιστη, σχεδόν υπέργεια ομορφιά.  (19)

 

Ο Ποιητής τρέφεται με χώμα, σάρκες και οστά,

και απομακρύνεται συχνά από το σώμα του δίχως ιδιαίτερο λόγο.

Η αναγκαιότητα αυτής της πράξεως πιθανόν να υπαγορεύεται

κατά ένα μεγάλο μέρος από την επιθυμία της επανόδου.  (26)

 

Ποίηση – ή καλύτερα, η αναίρεση του μηδενός –

είναι μια σκοτεινή λειτουργία του φωτός,

που συντελείται βαθύτερα από κάθε τι στο αίμα.

Άνθρωποι που δεν διακρίνονται από αυτή τη δωρεά

διαθέτουν τον ελεύθερο χρόνο τους και τεράστια ποσά

προσπαθώντας να την αναπληρώσουν με άλλα μέσα.  (30)

 

Θα ήταν περίεργο αν τελικά από τα μύρια ανόητα της ζωής 

δεν προέκυπτε, κάποιες στιγμές,

ένα απροσδόκητο αίσθημα αρμονίας,

το οποίο, αν παραβλέψει κανείς τις συνθήκες της δημιουργίας του,

δεν διαφέρει σχεδόν σε τίποτα από το θείο.   (34)

 

Ο Ποιητής έχοντας επιτύχει ν’ απαλλαγεί από την επιθυμία τ’ ουρανού

ανακαλύπτει ότι αποστρέφεται

και τις ακραίες περιπτώσεις των επιγείων   (36)

 

Πολύ συχνά, ιδίως σε κάποιες περιπτώσεις του έρωτα,

το σβήσιμο του πάθους,

έχει συνέπειες ανάλογες μ’ εκείνες των υγρών,

τα οποία όταν ψύχονται καταλαμβάνουν χώρο

αισθητά μεγαλύτερο απ’ ό,τι στην κατάσταση της τήξεως.  (40)

 

 

Κι άλλοι στοχασμοί περί ποίησης κι άλλων δαιμονίων

από το ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ του Νάσου Βαγενά, ΚΕΔΡΟΣ 1982

Η σε παρένθεση αρίθμηση   είναι σχετική με τη σειρά των στοχασμών στις σελίδες της συλλογής

 

 


Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

(δοκίμιο Νάσου Βαγενά για την ποίηση, Κέδρος 1982)


Παρά το υπέροχο δέρμα της μελαχρινής που κοιμάται σχεδόν αμέριμνα ολόγυμνη στο πλευρό μας, ό,τι μετράει είναι το σώμα μιας ουράνιας ξανθής που περιφέρεται με ηδυπάθεια στους κοιτώνες της φαντασίας μας.

Αγνόησέ την ξαφνικά και θα δεις το όλο σύστημα να καταρρέει. (1)

 

Η ανυπαρξία αυτής της θύρας είναι πιο υπαρκτή από το άνοιγμά της.

Πέρνα την και θα βρεθείς στο ίδιο μέρος που πατάς.

Απόδειξη ότι αν και βρίσκεται πάντοτε ορθάνοιχτη

δεν αισθάνεσαι την ανάγκη της μετακινήσεως.   (2)

 

 

Όλα όσα φαίνονται αδιάσειστα

– μια απόδειξη, ένας ανδριάντας, ένα περίλαμπρο μέγαρο, ο βράχος του  Γιβραλτάρ, ακόμη το συμπαγές γαλάζιο πάνω απ’ το κεφάλι μας –

προϋποθέτουν μια στάση αμφίβολη ή ελαστική, η οποία, λαμβανομένων υπόψιν των γεγονότων, είναι η πλέον κατάλληλη για την περίπτωση.  (5)

 

Ακριβώς τη στιγμή που το θεσπέσιο σώμα της περνούσε με έκδηλη χαρά από την εφηβική ηλικία στη γυναικεία, το κοπάδι των περιστεριών  που σκεπάζουν το στήθος της σηκώθηκε ξαφνικά αποκαλύπτοντας απέραντες παρθένες περιοχές, κατάλληλες για κάθε είδους καλλιέργεια.  (6)

 

Έχοντας με θλίψη αντιληφθεί ότι η ομορφιά της αγαπημένης του έχει φτάσει στον ύψιστο βαθμό πέρα από  το οποίο αρχίζει η κατιούσα, ένας νεαρός αγωνιστής προσπαθεί να παρηγορηθεί με την ιδέα ότι η επανάσταση είναι ζήτημα χρόνου.  (8)

 

Αυτό που κυκλοφορεί αθόρυβα στους σκοτεινούς διαδρόμους της μνήμης ανακατεύεται αναπόφευκτα με το πλήθος των επιθυμιών που συνωστίζονται απεγνωσμένα στις εξόδους των ματιών. Έτσι ώστε με την παραμικρότερη κίνηση των βλεφάρων να προβάλλονται στα υγρά τοιχώματα της ψυχής εκείνες οι ακατανόητες έγχρωμες εικόνες, τις οποίες από έλλειψη άλλου καταλληλότερου όρου ονομάζουμε προϊόντα της φαντασίας μας.  (9)

 

Ένας άνθρωπος γνωστός για την ευαισθησία του, ένα πρόσωπο με μεγάλη εκτίμηση στον κόσμο της μουσικής, βρίσκεται ξαφνικά κρεμασμένος από το κλαδί μιας αμυγδαλιάς στο οποίο έχει χτίσει τη φωλιά του ένα ζευγάρι καναρίνια.

Ο ποιητής βρίσκει τρόπο να τα περιγράψει όλα αυτά χωρίς να παρασύρεται από τους συσχετισμούς στους οποίους αναπόφευκτα οδηγούν αυτού του είδους οι συντυχίες   (12)

 

Η χρησιμότητα του καθρέφτη είναι αναμφισβήτητη, αρκεί μόνο να μη λησμονεί κανείς ότι το είδωλο είναι η ανάποδη αντανάκλαση του εικονιζομένου.   (13)

 

Αναποδογυρίζοντας το βάζο μιας αιώνιας αλήθειας ανακάλυψε πως όχι μόνο μπορούσε να σταθεί όρθιο αλλά και ότι σε τούτη την καινούργια απροσδόκητη θέση, τα λουλούδια διατηρούσαν πολύ περισσότερο το χρώμα τους.   (14)

 

Πολύ συχνά η συνάντηση δυο ψυχών προϋποθέτει μια συγκυρία που συνήθως μένει απραγματοποίητη π.χ. ένας νεαρός που περιμένει ν’ αγοράσει εισιτήριο για τις παραστάσεις ενός ξένου θιάσου, κοιτάζει με σημασία μια καλοφτιαγμένη ξανθιά που έχει σχεδόν φτάσει στη θυρίδα του ταμείου. Ο νέος συλλογίζεται πως ίσως θα μπορούσαν να καθίσουν μαζί, αν οι δύο μεσήλικες που παρεμβάλλονται ανακάλυπταν ξαφνικά πως το έργο σε τελευταία ανάλυση δεν είναι από εκείνα που θα μπορούσαν να τους ενδιαφέρουν.   (15)

 

Σε τελευταία ανάλυση  – πρόσθεσε ο σοφός - οι νόμοι του σύμπαντος παραμένουν αμετάβλητοι,

Ο ουρανός κατά βάθος δεν είναι ουρανός.

Ο ήλιος κατά βάθος δεν είναι ήλιος.

Υπάρχει ένα γουρούνι σε κάθε πιάτο με χοιρινό όσο καλά και να το ’χεις ψήσει.  (16)

 

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΤΟ ΚΕΡΙ ΠΟΥ ΑΝΑΒΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΜΑΣ (20)

Έχοντας κατά λάθος πέσει στο νερό ένας άνθρωπος που ως λίγο πριν περπατούσε επηρμένος ανακαλύπτει ότι η πτώση έχει και την αστεία της πλευρά και λύνεται μαζί με τους άλλους στα γέλια.   (21)

 

Σε αντίθεση με τα ευρέως λεγόμενα για την έκλυση των ηθών η αγνότητα σ’ αυτή την πόλη έχει υπερβεί τα ιδεώδη όρια.

Ως εκ τούτου η ικανοποίηση και των βασικότερων επιθυμιών προϋποθέτει μια διαδικασία τόσο περίπλοκη και δαπανηρή, ώστε η αποφυγή της ν’ αποτελεί τη μόνη αληθινή απόλαυση.  (22)

 

Εξαιρετικά συμπαγής όπως ο ογκώδης βράχος που υψώνεται κάθετα μέσα από το νερό στην έξοδο της πόλεως, όπου η επικίνδυνη στροφή η οποία κατά καιρούς έχει γίνει θλιβερός πρόξενος τόσων δυστυχημάτων, ο εσωτερικός κόσμος του ποιητή βλέπει την ανθρωπότητα να περνάει ανύποπτη με ιλιγγιώδη ταχύτητα από μπροστά του.   (23)

 

Τα χέρια που κρατούν τα κλειδιά της ψυχής μας είναι συνήθως πιο ψυχρά από τα χέρια ενός κακοποιού. Συχνά ομολογούν πως κάπου τα ’χουν ξεχάσει, όμως αν επιμείνεις στο τέλος πάντα τα βρίσκουν σε κάποια σκοτεινή κρύπτη του κορμιού.   (24)

 

Ένας άνθρωπος με δεμένο κεφάλι, ένας άνθρωπος με ξεφλουδισμένα μάγουλα και χείλια στεγνά, προχωρεί ολομόναχος σε μιαν έρημο από την οποία, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, απουσιάζουν εντελώς οι αντικατοπτρισμοί.

Ο άνθρωπος, που δεν διακρίνεται ιδιαίτερα για τη φαντασία του, συνεχίζει υπομονετικά την πορεία του προσπαθώντας πίσω από τούτη την έλλειψη ν’ ανιχνεύσει τους συνήθεις σε τέτοιες περιπτώσεις συμβολισμούς.   (25)

 

 

Βλέποντας ένα πούπουλο να κατεβαίνει από τον ουρανό ένας μέτριος διανοητής συλλογίζεται αναπόφευκτα την πτώση ενός πουλιού, ενώ ένας εξαιρετικά ευαίσθητος μια συνεχή κι εναγώνια ανύψωση δίχως τέλος.  (27)

 

Υπάρχουν ανθρώπινες επιθυμίες που είναι αδύνατον να μην ικανοποιηθούν. 

Μια μεσόκοπη και κατά τα φαινόμενα εξαιρετικά εύπορη γυναίκα, καθισμένη στο αναπαυτικότερο κάθισμα μιας αίθουσας αναμονής, περιεργάζεται με προσοχή έναν νεαρό άνδρα που πρόκειται σύντομα να γίνει ο καινούριος εραστής της.

Ο άνδρας, που αισθάνεται στα χέρια του το βλέμμα της, προσπαθεί ν’ απαλλαγεί από τη θέρμη του προσποιούμενος ότι αναζητεί σ’ έναν εξαθλιωμένο χαρτοφύλακα κάτι πολύ σημαντικό που μόλις έχει θυμηθεί.  (28)

 

 

Ψηλαφώντας στο σκοτάδι με το χέρι παγωμένο ατέλειωτα τοιχώματα υγρά για κάποιο φως στο βάθος της σήραγγας, εκείνο που ως λίγο πριν αποτελούσε μιαν απλή υποψία μεταβάλλεται βαθμηδόν σε ακλόνητη βεβαιότητα, και η έλλειψη άλλων αξιόλογων ενασχολήσεων, που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ένα είδος εναλλακτικής λύσεως, οδηγεί σε μια θεώρηση του κόσμου από την οποία απουσιάζει εντελώς η προοπτική.  (31)

 

ΤΟ ΚΑΘΕ ΤΙ ΚΙΝΕΙΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ. ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΤΑΚΙΝΕΙΤΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ (32)

Ένας θάνατος μπορεί να γίνει με τα πιο απίθανα υλικά.

Ένα κομμένο καλώδιο.  Μια επανάσταση.   Το φτερό ενός φορτηγού.

Τα δάχτυλα μιας δαχτυλογράφου.

Ακόμη με το βρεγμένο σπίρτο της μοναξιάς.

Ο θάνατος του Μότσαρτ π.χ.

Οι φλόγες που ανέβηκαν στην πλάτη του ίσως να κατευθύνονται προς τα εδώ βοηθούντος του ανέμου.   (33)

 

 

Δεν είναι τόσο οι γοφοί αυτής της ημίγυμνης ξανθιάς ούτε τα ακατάστατα κρεβάτια στις προθήκες του σινεμά που συντηρούν το καινούργιο αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη.

Τους γοφούς θα μπορούσε να τους δει και μ’ άλλο τρόπο, μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις και να τους απολαύσει κανείς.

Είναι κυρίως η σιωπή με την οποία ο πρωταγωνιστής ανάβει το τσιγάρο του στη σκηνή του μπαρ, έπειτα από την ατυχή στιγμή της εκμυστηρεύσεως.   (35)

 

Στις πόρτες της Αθήνας υπάρχουν κουδούνια που συχνά χτυπώ. Υπάρχουν ντιβάνια με βαθιά μαξιλάρια.. Όπου συχνά βουλιάζω μιλώντας για τη ζωή. Ακούγοντας αδιάφορα τις απόψεις των άλλων.  (37)

 

Δεν υπάρχει τίποτε που το νυσταλέο ερπετό του χρόνου να μην μπορεί να επινοήσει.

Κάποτε αγγίζει με τη γλώσσα του τον ουρανό, κάποτε γλιστράει αόρατο πάνω από τα σώματα δύο εραστών αφήνοντας ίχνη που πολύ σύντομα αποδεικνύονται ανεξίτηλα.   (38)

 

Είναι σημείο των καιρών ότι τα πιο φρέσκα λαχανικά μπαίνουν κυρίως από την πίσω πόρτα της φαντασίας.  (39

 

Ζεστή γυναίκα απροσδιόριστη τούτης της βραδιάς είσαι η Ελένη του Τυνδάρεω ή καλύτερα η Αριάδνη με την κλωστή ή και τι δεν είσαι.

Μέσα απ’ το σκοτεινό λαβύρινθο της μοναξιάς ο ευτραφής μινώταυρος θα εκδιωχθεί και οι πρησμένο αδένες της σιωπής θ’ ανακουφιστούν ως εκ τούτου.   (42)

 

Τα φύλλα πέφτουν περισσότερο από τον αέρα παρά από έλλειψη πράσινου.

Όμως ο αέρας είναι από κάθε άποψη λυτρωτικός.

Σφηνωμένος ασφυκτικά ανάμεσα στα τριχωτά σκέλη αυτού του παράδοξου, ένας πρακτικός φιλόσοφος προσπαθεί να ελευθερωθεί με το άγγιγμα ενός εξαίσιου γυναικείου στήθους.   (43)

 

Έχοντας κατορθώσει να θεωρηθεί ότι έχει απομακρυνθεί πέρα από τα εν γένει γνωστά και καθιερωμένα, η κατάσταση που επικρατεί παύει να φαίνεται στατική επιδεικνύοντας μια κινητικότητα, η οποία, λόγω ακριβώς της προηγούμενης απουσίας της, γίνεται αισθητή ως ένα βήμα προς τα εμπρός.   (44)

 

Το άσπρο και το μαύρο αν και θεωρούνται αντίθετα είναι στην πραγματικότητα ελαττωματικές καταστάσεις του φωτός οφειλόμενες σε πλημμελή λειτουργία του.

Έπειτα από μια μακρά περίοδο παρατηρήσεων ο ευσυνείδητος ποιητής ανακαλύπτει ότι ανάμεσά τους δεν υπάρχει καμία διαφορά και στρέφει την προσοχή του προς σπουδαιότερα ζητήματα.   (45)

 

Ό,τι υπάρχει υπάρχει σωστά, ακόμα και οι γαζέλες έχουν νόημα. Η γη γυρίζει με καυτούς ιμάντες και στη Λετονία (ή μήπως στη Λιθουανία;) τρώνε τριαντάφυλλα και μέλι για πρωινό. Σκέψου τα δάση. Τα σώματα είναι δένδρα και μέσα από τα άσπρα φύλλα η νύχτα τρυφερή και αθέατη κόβει τους ώριμους καρπούς. Ας αγαπήσουμε ό,τι πρέπει ν’ αγαπήσουμε. Λ.χ.τη γκρίζα σιγανή βροχή. Ή το λαιμό μιας γυναίκας. (Δε θυμάμαι ποιος το είπε: «ο έρωτας είναι μια πόρτα δίχως πόμολο». Με άλλα λόγια: μας λούζει ένα δυνατό γαλάζιο φως από σβησμένα άστρα).  Ας κολυμπήσουμε χωρίς βατραχοπέδιλα στην αρυτίδωτη σιωπή. Ας πλανηθούμε στις πιο απόμακρες ανεμώνες. Αλλά κυρίως: ας επιστρέψουμε όπως πρέπει να επιστρέφουμε. Θριαμβευτές. Κορνάροντας δαιμονισμένα.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2026

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΣΤΟ ΕΝΑ ΠΛΕΥΡΟ ΜΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ Η ΦΩΤΙΑ

 (…μα στο άλλο η φρίκη μου βουβή…)


(ποιήματα που εξευμενίζουν τα βήματα της μοίρας 

για τους Ατρείδες της Φωτιάς  και  της Σιωπής:

Η Κλυταιμνήστρα στην Αυλίδα,   

Παραίνεση για την Ηλέκτρα,   

Μονόλογος της Ηλέκτρας,   

Ορέστης Ατρείδης και επιμύθιο

 Ιφιάνασσα,  Χρυσόθεμη και Λαοδίκη…) 

 

Η θάλασσα θα ’χει δεχτεί

να πάρει τα καράβια στο ταξίδι τους

έπειτα απ’ το θρίαμβο της πληρωμένης Νύχτας

και τη φρίκη της Αυγής.

Επευφημίες.

Αδιάντροπες αφυπνισμένες άγκυρες.

Το αίμα.   Το δέος.   Σιωπή.

Μετά θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες

κι ανέφικτη θα κατεβώ λίγα σκαλιά.

Βλέμμα οριζόντιο, λύπη οριζόντια.

Θα ’χω ανέβει στο τελευταίο δάκρυ,

το δάκρυ που πετρώνει,

και γίνεται   αυτό που λεν οι ανήξεροι:

φαρμακερή καρδιά.

 

Οι ακόλουθοι δε θαν το δουν,

θα βουλιάζουνε τα μάτια τους στις τύψεις·

θα βουλιάζουνε στη λίμνη των στιγμών,

όπως σε κάθε πίκρα τους

στηρίζουν κάτω απ’ το θαμμένο τους πιγούνι την παλάμη

και με την εγκαρτέρηση νομίζουν πως θα στήσουνε

ό, τι ούτε ο θεός δεν μπόρεσε να φέρει δεξιά.

Έτσι, να εξευμενίσουνε τα βήματα της Μοίρας.

 

Μα το νόημα της ζωής μας δεν αλλάζει.

Το ύπουλο αυτό νόημα που προχωρεί

ατσάλινη στιγμή μες στους αιώνες,

και δεν το μαλακώνει ο πόνος μας

που διαφεύγει μες απ’ τις κινήσεις μας,

που τις προετοιμάζει,

το σκοτεινό αυτό νόημα

που προχωρεί ακατάλυτο, αδιάφθορο και ριγηλό

μες απ’ τις επικλήσεις μας κι από τις προσευχές μας

δε θαν το δουν.

Θα βουλιάζουν στην ελπίδα του καιρού.

Μα εγώ, πέρα απ’ αυτούς, χωρίς αυτούς

δεν θα ’μια  πια αχιβάδα στην τρεχάλα της συρμής του.

Στο ’να πλευρό μου πάντοτε η Φωτιά

μα στ’ άλλο η φρίκη μου βουβή

θα ’χουμε δει στο ματωμένο σου κεφάλι

τη λιμασμένη Μοίρα μου χορτάτη.

 

Δε θ’ απομένει πόνος πια.

δε θα ’ναι πια μελωδικό τραγούδι κύκνου που πεθαίνει

δε θα ’ναι πια κλυδωνισμός τραυματισμένης νύχτας

κάτω από ρομαντικό φεγγάρι.

 

Θα μένει   μόνο αυτό το τραγικό άρωμα,

η ανείπωτα πικρή εκείνη γεύση,

αυτή η στεγνή εντύπωση

που αν θες, την κάνεις σιδερένιο τραγούδι

 – τσεκούρι, φωτιά –

Αν θες την κάνεις λόγχη  – τσεκούρι, φωτιά –

που λησμονιά   ή μνήμη μουσική δεν γίνεται μονάχα.

 

Κι εδώ, δεν θα ’ρθει η θάλασσα να παίξει

με τις γυμνές νεράιδες του κρυφού μου κήπου,

δεν θα ’ρθει η θάλασσα να βρει φεγγάρι,

δεν θα ’ρθει μπάτης πια.

 

Στα ματωμένα βότσαλα τα βράδια

η αγρύπνια μου θα τριγυρνάει

αγέλαστη και μοναχή στους μόλους

με τη φωνή του πυρετού

για τα περαστικά θαλασσινά πουλιά

που αμέριμνα θα ’ρθουν

να φέρουν άνοιξη στο χώμα

που το στοίχειωσε η θυσία σου.

 

Θα ’χω μια λύπη που θ’ αγγίζει τ’ άστρα,

ψηλή, και κατακόρυφη.

Δε θ’ απομένει πόνος πια.

Αυτοί, μετά καθώς θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες

θα βουλιάξουνε στη λήθη του καιρού.

Κι έπειτα   θα ’ρθουνε φαύλοι χρόνοι που θα πουν

ότι ήσουν τάχα ιέρεια στους Ταύρους,

θα ’ρθει να με λογχίσει η Ηλέκτρα.

Μ’ αν ήταν στο ’να μου πλευρό πάντα η φωτιά,

αυτό το μέτωπο   δεν ήταν πάντοτε φωλιά

πικρών πουλιών που δεν λαλούν,

δεν ήταν πάντοτε κυψέλη

για στείρες μέλισσες σιωπής και συμφοράς.

 

…Ότι σε πήραν σύννεφα,

ότι είσαι τάχα ιέρεια στους Ταύρους.

Καρδιά οριζόντια. Λύπη οριζόντια,   για πάντα.

Ευθεία γραμμή, ατέλειωτη, χωρίς υποτροπή

ως την καρδιά του Χρόνου.

Εγώ   που κράτησα στα χέρια μου

το ματωμένο σου κεφάλι

μονάχα εγώ   μπορώ να ξέρω την αλήθεια.

(Η ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΙΔΑ

από τη συλλογή του  του  Σταύρου Βαβούρη

ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 – 1964

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Ερμής 1977)

 



ΟΙ ΦΛΟΓΕΣ ΤΩΝ ΦΡΥΚΤΩΡΙΩΝ ΦΤΑΣΑΝΕ ΠΙΑ ΣΤ’ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΒΟΥΝΑ

(ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ: αρχαίο είδος τηλεγράφου που με φλόγες που άναβαν σε ψηλά σημεία βουνών μετέδιναν μηνύματα και ειδήσεις. 

ΕΔΩ αναγγέλλουν την επιστροφή του στρατού του Αγαμέμνονα)

 

Δεν θα περιμένετε πολύ.

Δηλαδή,

η συνοδεία του αρχιστράτηγου πλησίασε.

Η Κλυταιμνήστρα

έχει γίνει ολόκληρη, μονάχα,  μια κραυγή

που αν αφηνόταν θα ’σπαζε τον ουρανό κομμάτια

σαν από γυαλί.

Αυτή, την τελευταία στιγμή, σας ικετεύω,

τώρα που ο πόλεμος τελειώνει πια,

φανείτε λίγο επιεικής,  λιγότερο στυγνή

κι όλα

κάτω απ’ το φως της φωτεινής πατρίδας σας

γίνονται πάλι απλά και φωτεινά∙

όλα ξεχνιόνται.

Μην αποστρέφετε το πρόσωπο,

Σε σας,  σε σας, μιλώ

πικρή  και  σκοτεινή υψηλότης

δεσποινίς  Ηλέκτρα Ατρείδη.

 

Είδαμε  και  πάθαμε να θάψουμε

ο ματωμένο παρελθόν υψηλοτάτη:

Τις ιστορίες του Θυέστη

τα παιδιά του φέτες,  στο τραπέζι:

ένας ζόφος δίχως τέλος

που γέμισε τ’ ανάκτορα εφιάλτες  και  κατάρα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ  στις σελ. 98-99

Μα δεν είναι έννοια αφηρημένη,  βλέπετε,  η ζωή!..

[ΠΑΡΑΙΝΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΕΚΤΡΑ κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ

από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη

ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 - 1964  

εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση:

ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1977]

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΑΣ

(από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη

ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 - 1964)

Αιφνιδίως με γοήτευε η ιδέα πως μπορούσα

να εξωθήσω πρόσωπα και πράγματα σαν λόγχη·

πως ήταν δυνατό να πάρω σχήμα λαιμητόμου

πάνω από ένοχους αυχένες

ότι μπορούσα να υψωθώ

σαν κυπαρίσσι σκοτεινή    σαν πεπρωμένο ανέφικτη

 

Η ιδέα ότι μπορούσα να διασχίσω αδιάφορη

μ’ ένα σκοτεινό αδιόρατο χαμόγελο

πλήθη λυσσαλέα και μαινόμενα εναντίον μου

με διέλυε·

Με διαπερνούσε, με σπασμούς σχεδόν ηδονικούς, η σκέψη

πως μπορούσα να βρεθώ στο τελευταίο σκαλοπάτι

του ικριώματος    περιφρονητική

ενώ ένας όχλος θαμπωμένος

του κάκου θα περίμενε ως το τέλος

να ξεσπάσω σε λυγμούς.

 

Αιφνιδίως με γοήτευε

ναι, μ’ έκανε τρελή η ιδέα

πως ήταν δυνατόν να πάρω μιαν απόχρωση

τεφρού αμετάκλητου

σκιάζοντας κι αφανίζοντας το φως του ήλιου

που τους είχε τόσο ανάψει και μεθύσει.

 

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΤΡΕΙΔΗΣ

Ναι μεν, τα κίνητρά σας ευγενή

(κίνητρα δολοφόνου ευγενικά;

Pour ainsi dire  Passons)

Ο φόνος όμως:   ο φόνος

επέμενε διακριτικά μα σταθερά   ο εισαγγελεύς.

Η Ηλέκτρα φρένιασε,   μαινόταν:

-Κι η μοιχεία;   Κι η σφαγή του βασιλιά; -

Επέσειαν απειλές  και  σχετικές  κυρώσεις

στ’ ατέρμονό τους  πηγαινέλα  οι αυλικοί,

Παραιτήσεις,  υποδείξεις,  δικηγόροι

κομφούζιο στον  Άρειο Πάγο

και κατά την ολομέλεια φυσικά στο τέλος

συμφώνως το άρθρο τάδε…

του νόμου  νόμου… (κάποιου νόμου τέλος πάντων∙

Αν ήταν δυνατό, κανείς να συγκρατήσει

παραγράφους  κι  εδάφια σε τέτοιον κυκεώνα!..)

έχετε απαλλαγεί  «λόγω συγχύσεως»

«πλήρους»  μάλιστα  «συγχύσεως»

είν’ η διατύπωση του σχετικού εγγράφου.

Σύχγυσις πλήρης…

Ίσως, δηλαδή, λόγω βλακείας…

Όχι ίσως.   Ακριβώς!..

Τέλος στο παλάτι,  κεραυνός.

 

Και τώρα, κατεβείτε πρίγκηψ,

Κύριε, πολίτα, Ορέστη Ατρείδη

(πώς προσαγορεύεται άραγε ένας έκπτωτος;  )

Ορίστε το εισιτήριο, τ’ ανάλογο συνάλλαγμα

και τα λοιπά απαραίτητα  χαρτιά σας.

 

Πυλάδη,

σεις, με τις σοφές σας συμβουλές

βιαστείτε:   τις αποσκευές

 

Το πλοίο πρέπει ν’ αποπλεύσει το ταχύτερο.

 

Για την προσωρινή σας – πρώτον – απομάκρυνση

δεν εννοεί να υποχωρήσει ο Εισαγγελεύς.

Όσο για το θρόνο σας  και  τη διαδοχή σας – δεύτερον –

Κανείς δεν ξέρει.

Παίρνουνε χρόνια αυτά τα πράγματα.

Ίσως γυρίζοντας με της θεάς το  ξόανο,

προβάλλουμε το ευγενικό προσκύνημά σας

θα ’χει λησμονηθεί κι η πλήρης σύγχυσις λιγάκι,

 

Ίδωμεν τέλος πάντων.

 

Υπάρχουν – βλέπετε – αθωώσεις  

που ’ναι  - περίπου - σαν καρατομήσεις

σαν καταδίκες στην εσχάτη των ποινών.

Σε θάβουν ζωντανό - πώς το λένε; - σε διαγράφουν

κι ίσως, Ορέστη Ατρείδη,     ακόμα πιο πολύ.

[από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη

ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 - 1964]

 

ΙΦΙΑΝΑΣΣΑ,  ΧΡΥΣΟΘΕΜΗ,  ΛΑΟΔΙΚΗ

(… με το Ποίημα αυτό κλείνει και η προσπάθεια του Ποιητή να διεισδύσει στο άγριο δράμα των Ατρειδών:

μορφές παράφορες  και  άγριες  και  ανεξιχνίαστες …)

Και  τώρα – μια στιγμή παρακαλώ -  πριν έστω από την παύλα:  εμείς   Εμείς:  Η Ιφιάνασσα,  η Χρυσόθεμη  κι  η Λαοδίκη Ατρείδη.   Συγνώμη:  του Αγαμέμνονος  του βασιλιά Αγαμέμνονος Ατρείδη.    Γραμμές θαμπές  και  χρώματα δυσδιάκριτα   στο βάθος της τοιχογραφίας του δώματος  και  τρία ονόματα   συνωστισμένα σ’ ένα ηρωικό εξάμετρο του Ομήρου:   δολώματα  που δεν εδόλωσαν κανένα τελικά.   «Λαοδίκην,  Ιφιάνασσαν,  Χρυσόθεμιν έχω…»  Διαλέγετε  και παίρνετε ηρωικέ Αχιλλέα!..  Κι έπειτα,  Έπειτα;  Τίποτα άλλο δυστυχώς.   Δίχως κομμούς ατομικούς  και  δίχως χορικά  τα καθ’ ημάς να σχολιάζουνε σε στάσιμα   Μύθων υποστάσεις περισσότερο από πρόσωπα,   Πρόσωπα ωστόσο   Πρόσωπα οπωσδήποτε  και καθόλου, μα καθόλου μυθικά   θα μας  μετατοπίσετε υποχρεωτικά   δίπλα στις στεντόρειες μορφές του πρώτου πλάνου   δεδομένου ότι χρειάζεστε απόλυτη απαρτία   αφού φωτογραφίζεται,  για μια καθολική ψυχολογία  κι  εξήγηση,  ολόκληρη η οικογένεια Ατρείδη   Συγγνώμην:   του Αγαμέμνονος   του βασιλιά Αγαμέμνονος Ατρείδη.   Ο βασιλιάς  κι  ο διάδοχος λοιπόν   ωχρός και σαστισμένος   η Ιφιγένεια   και η πρωτότοκη πριγκίπισσα   η Άνασσα  δεξιά  κι Εμείς:  η Ιφιάνασσα,  η Χρυσόθεμη  κι  η Λαοδίκη Ατρείδη: Υπόμνηση  ονομαστική εφ’ άπαξ στην Ιλιάδα   δίκην κιβδήλων νομισμάτων   δίχως αντίκρισμα  και δίχως αποδέκτη  κι έπειτα;   Έπειτα, τίποτ’ άλλο.   Δυστυχώς.  Κάπου, θα βρείτε βέβαια τη Χρυσόθεμη  σκιά θαμπή να χάνεται στα χρόνια  που θέριζε η Ηλέκτρα τσιμεντένια  ή  πριν που η Κλυταιμνήστρα  είχε λεηλατήσει τις ημέρες μας  μέσα σε μια απεγνωσμένη ασυδοσία.   Αλλού   για περισσότερα στοιχεία σχετικά με μας   μη ψάξετε.   Μα εδώ,  εδώ οπωσδήποτε,  έτσι:  να πούμε  σαν ειρήσθων εν παρόδω;   ή  οκλαδόν στα πόδια της καρέκλας, όπου με  μια προσποιητή αφηρημάδα αγέρωχη   η Ηλέκτρα θ’ ατενίζει το άπειρο; Έστω έτσι… Άσημες υψηλότητες εμείς:  η Ιφιάνασσα,  η Χρυσόθεμη   κι  η Λαοδίκη Ατρείδη… Υποκλιθείτε – γι’ αυτή τη μόνη, τελευταία φορά   που δευτερεύοντα υστερόγραφα διασχίζουμε τη μοίρα σας  κι  απόηχα ψιθύρων  φτάνουμε στα πεθαμένα αφτιά σας:  Ιφιάνασσα…  Χρυσόθεμη… Λαοδίκη    [από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη  ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 - 1964]

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2026

ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΟΤΙ Η ΣΙΩΠΗ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ (29)

  (…το πεπρωμένο χρειάζεται τους ανθρώπους για να σκεπάσει τις τρύπες του… - 10) Βλέποντας ένα φως ν’ ανάβει ξαφνικά σε μιαν από τις απο...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ