Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Ο,ΤΙ ΑΓΝΟΩ ΜΕ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ και Τ’ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

 (… ό,τι αγνοώ είναι πηγή όπου λούζεται ένα μικρό αγόρι που με ψάχνει…)


Με τα πολύχρωμα βεγγαλικά τσαπράζια του∙

με τα φωσφορικά ακανόνιστα φτερά του∙

που την ηλιόλουστή μας όραση διασκεδάζει.

(Σαν αρλεκίνος σε οθόνη ατμόσφαιρας

που του λασκάρανε αιφνίδια οι σπάγκοι) 

Σαν χάχανο με τα τρελά λοφία του

σε φανταστική ανεμοζάλη.

Πέφτει και πέφτει  σαν παρδαλό πολύφωτο∙ 

σαν κόκκινο φύλλο – φτερό  τεφτέρι,

που τρεμοσβήνει άτσαλα ως κάθεται στη χλόη.

Χαλώντας την τάξη, μας μαγεύει∙

του ονείρου διαβατάρικο,  του ανέμου καντηλέρι:

ο ξεχασμένος τσαλαπετεινός.

Πίνει με απροσδόκητες βουτιές 

της ερημιά τους τις εκτάσεις,   ξεροσφύρι. 

Σαν μεθυσμένο ξωτικό στο πένθος της αυγούλας. 

(Μην είναι ο πρίγκιψ – σαρκασμός;

Μην είναι ο Χατζατζάρης;  ) 

 

Και τώρα ακόμη,

παιδάκι καθισμένο σε αμμουδιές Μυρτώες,

κοιτάζω των κυμάτων το αναρίθμητο γέλιο∙

ανάλλαχτο∙

δεν μ’ αφήνει να μεγαλώσω…  

 

Θαλασσινή, μη μεγαλώσεις.   Είναι πένθος.

[απόσπασμα  από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη

ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008

Κι άλλες επιλογές  απ’  αυτή τη συλλογή

μ’ αντιγραφή και επικόλληση από την ανθολογία

ΕΚΛΟΓΗ από το ΕΡΓΟ του Ποιητή, εκδόσεις Καλέντης 2014]

 


ΤΟ ΣΟΦΑΚΙ

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη   ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008)

Ήταν ακόμη προνήπιο.  Πώς βιάζονταν να μεγαλώσουν.  Βλέποντας τ’ άλλα παιδιά δημοτικό γυμνάσιο, ατίθασους εφήβους,  Όλο βιάζονταν  και μόνο η Σοφία αργοπορημένη πάντα.  Έγραφε μέρες ολόκληρες την έκθεση των ιδεών  και  γέλαγαν.  Όλοι μεγάλωναν γύρω της  και  βιάζονταν να μεγαλώσουν.  Κι εκείνη ανέκαθεν μια τόση δα σταλίτσα, πρωταθλήτρια βραδυπορίας, λίγο έξω από τις εποχές. Έσερνε τη χλόη των αγρών στο σπίτι της για τάπητα.   Κι αλληλέγγυο  και  απορροφητικό το σώμα της.  Παρέμενε μικρή,  τη φώναζαν Σοφάκι  και  άλλα υποκοριστικά.  Όλο μεγάλωνε, τέτοιο καμάρι,  επικερδείς και καρποφόρες ασχολίες σαν κοινωνικά παράσημα.   βουτηγμένοι  σε κλειστά στείρα κλαμπ αποκλεισμών.  Φευγάτοι μακριά, κοιτάζοντας με έκφυλο οίκτο το ελλιποβαρές Σοφάκι.  Όλοι τους βιαστικοί  για το άγριο θυμωμένο μέτωπο  που τους τραβά με τους μαγνήτες του. Γέμιζαν λίγο – λίγο τρίχες, μάγουλα κι εφηβεία, πώς καμάρωναν.  Να φύγουν απ’ αυτή την κωμική νηπιοσύνη.  Ποζάτοι κι επηρμένοι στα διασωληνωμένα σπίτια τους.  Και το Σοφάκι ξεχασμένο πίσω, αμέριμνο κι αθώο σαν άκοπο απ’ τα δένδρα  και  τον ουρανό.  Πέντε, καν έξι ενιαυτών  η παρουσία  και μετά ο χρόνος άφαντος.  Αν και μακρύφυλλη ωραία κοπέλα,  στο θρανίο αιώνια πρώτη δημοτικού, με συνειρμούς αχτένιστους.   Με τις μακριές μενεξεδένιες της πλεξίδες.  Το μπλε πνευστό φορεματάκι αυτολεξεί σχεδιασμένο στο ιθαγενές υφαντουργείο της θάλασσας.  Και κάποτε οι άλλοι γύριζαν  από τις πόλεις τους τυφλοί μες στην τυφλή μάζα  που πλατάγιζε στους θρομβωμένους  δρόμους.  Πείραζαν το Σοφάκι  και  γελούσαν:  τόση βλακεία  και  αφέλεια. Αλλά χωρίς χολή σαν περιστέρι μες τις φυλλωσιές. Το βλέμμα, όλο ευγένεια, συνομιλούσε με το καθετί που κοίταζε∙  με ορυκτούς ιριδισμούς.  Ό,τι ανόθευτο κι ωραίο σ’ αυτό το αμέριμνο παιδί έχει τις ρίζες∙  μα οι φριχτοί καρποί τους σ’ άλλους κόσμους.  Μια κάποια  τρυφερή συμπόνοια τους χτυπούσε∙  κάτι άστραφτε σε μακρινά  νερά.  Γιατί όσο μεγαλώνοντας, σκυθρώπιαζαν.  Μια θλίψη και κρυφή νοσταλγία επιστροφής. Όλο κάτι μέρες παραπάνω έμεναν με πληρωμένες γνωματεύσεις.  Σχεδίαζαν το άλλο καλοκαίρι κάτι σαν εθελούσια έξοδο.  Αναπολούν τις πρώτες τους πατημασιές, την πρώτη φωταψία στη σπηλιά, βάφοντας τριανταφυλλένια τα τοιχώματα. Όλοι τους τώρα εδώ να επιστρέψουν σ’ αυτή την τρυφερή χαμένη αυτοκρατορία.

Το Σοφάκι τους έγινε έμμονη ιδέα.  Σαν παμπάλαιο σκηνικό που αίφνης βρήκαν ξεχασμένο σε βουνά  ή  σε όνειρα.  Τι πελώριο στα μάτια τους αυτό το πίκολο.  Σαν πυκνωμένη άχνη αισθημάτων.  Ένα καθαρό συννεφάκι ανέπαφο από την οξείδωση και τη σκουριά των ημερών.  Και οι χρόνοι μέσα της ευλύγιστοι όπως στα όνειρα.  Και τι κρυφό μυστήριο να χωράει σ’ εκείνη την ελάχιστη παιδούλα όλη η αυγή  και  οι ξυπνημένοι λόφοι γέρνοντας από πάντοτε στα πόδια της. Το σώμα της τέτοια διαύγεια, ίδια ο βυθός του πόντου σαν κοιτάς με το γυαλί – δηλητήριο, ψεύδος, υποχθόνια μηχανή της σκέψης, τίποτα. Όλοι προς εκείνο το σπιτάκι – δίκταμος, δυόσμος, μαντζουράνα, η φούξια βασιλεύουσα  και  το Σοφάκι ανάμεσα. Σαν λες από κάποιο ακατανόητο θαύμα και κίναγε όλο αυτό το τσούρμο για να λάβει δόξα το ασήμαντο.  Αλλά μεγαλόσωμοι και τερατώδεις δεν χωρούσαν∙  και όλο έσκυβαν από τον ασπρισμένο φράχτη, νεύοντας να στρέψει και σ’ αυτούς το πρόσωπο για να φωτίσει όλα όσα είχαν κατά μήκος του χρόνου αποχωριστεί∙  μια στάλα ανυπόκριτου χαμόγελου, να μην τους έβρει σε μικρότητα ο θάνατος. 

Από μια  βλάβη του χρόνου στο ψυχοσυναισθηματικό της χαρτοφυλάκιο.  Ένα είδος επιστημονικού μπλακ άουτ, καθώς στο ερευνητικό πεδίο το Σοφάκι άνοιγε μιαν άλλη, ως τώρα αδιανόητη και αταυτοποίητη λειτουργία οργανισμού:  μια πλήρη αναστολή ενηλικίωσης.  Παρά την οξύνοια και το ενορατικό της βάθος.  Σαν ένα μεγαλοφυές και συνάμα αφελές κοράσιο.  Βαθυστόχαστο μ’ εκείνη την αγγελική ελαφρομυαλιά.  Δηλαδή μια εντελώς άλλου είδους ύπαρξη,  που δεν παγίδεψε ποτέ  τις φυσικές προτεραιότητες, ζώντας μονάχα τη θεία ευχαριστία των στιγμών∙  το σιωπηλό της φύσης ψίθυρο στις εφήμερες  και  αιώνιες φυλλωσιές. 

 

ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΥΣ

(…στη στεγνή γνώση που αποξενώνει…)

Τους παλιούς τρόπους της φιλίας.  Χάνοντας το όνειρο του σώματος, έχασα την ομορφιά.  Και  την άνοιξη.  Στην απληστία το χρυσάφι  «του να μην έχουμε τίποτα».  Εκεί που άλλο δρόμο γυρίζουν πάλι όλα με το μέρος μας.  Ό,τι ήταν όνειρο πριν γίνει σκόνη…  Ω Μάνα, δεν μπορώ πια να σ’ ακούσω∙  γιατί η φωνή σου μες στα τερματικά δύο κόσμων  φτάνει ως εδώ παραλλαγμένη.  Πεθαίνοντας μέσα μου πάλι  και  πάλι.  Παίρνοντας κάθε φορά κι ένα κομμάτι απ’ αυτό που ονόμαζα «ζωή»,  «μυστική μου περιουσία».  Κάθε φορά που εμπόδιζα το χέρι σου  στην ασπρισμένη κάμαρα να με ξυπνήσει.  Κάθε φορά που φεύγω κι αφήνω έναν Άλλον στο πόδι μου για να πενθήσει.  Μ’ ένα κάλπικο θρήνο, ταξιδεύοντας αστόχαστα σε τροπικούς  και  σε πόλους.  Ψάχνοντας τάχα, μην ψάχνοντας απολύτως τίποτα.  Από τότε που είδα πως ήταν στέφανος θανάτου του παιχνιδιού μας το τσέρκι.

Τα παιδιά, τα παιδιά!..  Δεν ακούνε πια των αγρών την ορχήστρα.  Δεν ακούνε τη φωνή της φλογέρας στα φτωχά καλάμια που μάσα μας κάποτε σκύβουνε και κλαίνε.  Φύγανε τα παιδιά…

Ξεράθηκαν τα λόγια.  Οι πέτρες φράξανε την κοίτη της φωνής .  Δεν σκάβω πια.  Δεν έχω χώμα. Το σώμα μου κούφιο μαυσωλείο ζωντανών να φυτέψω ένα σπόρο.  Το αλέτρι σάπιο.  Το κόσκινο και το θρινάκι.  Τα γελάδια του ήλιου, σφαγμένα από νήπιους, ανόητους συντρόφους, κείτονται καταγής μέσα στο αίμα. Κι η τρελή να πετά  πέτρες στα στείρα σύννεφα για να βρέξει στους άνυδρους τόπους μας.

Φύγανε τα παιδιά!..  


ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΩΣ ΘΑ ’ΤΑΝ Η ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

(…μπορεί πιο άδεια…)

Βαδίζουν στο προαύλιο του ορφανοτροφείου.  Κάθονται σε πάγκους για το πρωινό.  Τρώνε ψωμί.  Αλλά δεν είδανε ποτέ να κυματίζουνε τα στάχυα. Σαν την αφή που δεν ανακαλεί κανένα χάδι. Σαν τη μορφή της μέριμνας που στέκει στο χολάκι κούφιο έπιπλο.  Μέσα στον αφομοιωμένο τρόμο τους θυμούνται τον πάταγο μιας πόρτα καθώς κλείνει.  Την κραυγή – κύμα που αφρίζει στα σίδερα του κρεβατιού.  Κομμένα χέρια του εφιάλτη τα γυρόφερναν στις αλυκές.  Ύστερα η σιωπή -πρώιμο πένθος που δεν ξέρει να πενθήσει.  (Κοτσύφι που το ντύσανε από νωρίς στα μαύρα).  Κάθονται πίνουνε το γάλα∙  από νωρίς εξόριστα του στήθους.  Μιλούν∙  μάθανε να φτύνουν τις ακαθαρσίες μέσα από τις λέξεις.  Μια ησυχία∙  σαν αθόρυβα φτερά  νεκρού θιάσου. Οι πόρτες ένα είδος μακρινής φωνής των επισκεπτηρίων∙  τα πέτρινα παράθυρα της ακοής.  Είναι μια πείνα πιο κάτω απ’ το ψωμί. Βαδίζουν στην αυλή κάτω απ’ τα δένδρα του χειμώνα.  Και πιο πέρα, πίσω, κατά μήκος του φράχτη.  Σε θλιβερή αόρατη πομπή πηγαίνουν τα φαντάσματα εκείνων που τα εγκατέλειψαν.  Προχωρούν και σκούζουν στον καμένα αέρα.  Δεν βρίσκει να πλεχθεί ο ζόφος τους ένα κλαδάκι.  Και μια νύχτα.  Μια άγρια νύχτα τα παιδιά εκείνα παραμόνεψαν τους εφιάλτες τους.  Με βλέφαρα κλειστά τους παραφύλαξαν.  Κι όταν παρουσιάστηκαν, φύγετε,  φύγετε, δεν σας γνωρίζουμε, καταραμένα ζόμπι. . Φευγάτοι, πάτε με τους πεθαμένους.  Φύγετε, φύγετε∙  νεκροί με τους νεκρούς.  Δεν ήξεραν εκείνα  πως τους έχουν μέσα τους θαμμένους.  Όπου κι αν παν, με σκοτεινούς μαγνήτες τους τραβάνε.  Κάθε στιγμή ξυπνούν στο αίμα  τους και τους τρομάζουν.  Όταν τα αερικά αργοπορούν, ανησυχούν, τα προσκαλούνε.  Δεν ξέρουνε πώς θα ’ταν η ζωή  χωρίς φαντάσματα. Μπορεί πιο άδεια.

Και τα φαντάσματα, έξω απ’ αυτά τα ορφανά, άλλη δεν έχουνε πατρίδα.

(αποσπάσματα από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικακη ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008)


Ένα παιδί πάντοτε μέσα σου θα κλαίει

Και να ’σαι πάντα μίλια μακριά.

Να μην μπορείς να το παρηγορήσεις

 

ΦΩΝΑΞΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΟΡΑΤΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη   ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008)

Εδώ. Τώρα. Γονάτισε μες στα χαλάσματα.  Με καπνισμένες πέτρες χτίσε το τελευταίο μνημείο της συγχώρεσης  και της συμπόνιας.  Για τα θύματα  και για τους θύτες.

 

Α, πρόσωπο αλλόκοτο∙  μ’ εκείνη την κρυφή απέχθεια στο πρόσωπό σου για τη χαμένη αθωότητα:  τη μόνη μας περιουσία.  Αλλόκοτο πλάσμα αυτοκαταστροφής, έχοντας διαφθείρει την ουσία που σου εμπιστεύτηκαν.  Συναντημένοι κάποτε σ’ ένα εγκαταλελειμμένο  πεδίο στη μεθόριο, όπου ο αέρας στροβιλίζει έναν κουρελιασμένο στρατιωτικό χάρτη για νικητές και νικημένους.

 

Τότε με τα νερένια μέλη μου ανοίγω χώρο προς το άγνωστο εκείνο μέρος του προσώπου που μας υπερβαίνει και μας ονειρεύεται.

 

Μέσα από  κείνη τη ρωγμή φανερώνω την οχτάχρονη.

 

Για μια στιγμή σηκώνω την οχτάχρονη στην ορατότητα.

 

Έμενε άφωνη.

Σαν αστραπή πέρασαν μπρος όλα τα στάδια.

 

Μόνο η στριγκιά φωνή ενός έρημου γλάρου με τα φτερά του μπερδεμένα καραβόπανα στη θύελλα.

 

Μια γηραιά κυρία ενώ πλησιάζει προς εμένα   απομακρύνεται.

 

Κι αρχίζει τους ακατανόητους θρήνους στους αιώνες.

 

14

Της φρίκης γόνιμα φτερά, είστε παιδιά μου.

Φως απ’ το σώμα  μου άστραψε η κάθε μας φυγή

αυτό που με θανάτωνε μετρά το ανάστημά μου

και μ’ ένα βέλος μου ’δειχνε τη θέση μου στη γη.

 

Τα παιδιά έχουν βγάλει κιόλας το μάνταλο.  Τ’ ακούω  με τις άγουρες φωνές  τους  την παλιά σκάλα ν’ ανεβαίνουν.  Και με έκπληξη ψιθυριστή να λένε:  Σε μια μικρή λησμονημένη κάμαρα πώς να χωρέσει τόσο πλήθος.

 

Με το μικρό κορμί τους αφηγούνται τα έργα μας∙  μέσα στον άνεμο που φωσφορίζει.

 

Προς τα εκεί κοίταξα.  Το αναρίθμητο γέλιο των κυμάτων του πόντου ήταν τώρα ένα με των παιδιών το γέλιο. 


ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝ ΑΚΟΥΝΕ ΠΙΑ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ ΤΗΝ ΟΡΧΗΣΤΡΑ

(… δεν ακούνε τη φωνή της φλογέρας στα φτωχά καλάμια που μέσα τους κάποτε σκύβουνε και κλαίνε…)

Φύγανε τα παιδιά.  Κι όμως.  Όποιος μ’ ακούει  τ’ ακούει.  Έρχονται από εκεί που πηγαίνω.   Πάνε τρυπώντας τον ορίζοντα,  πώς να τα φτάσω.   Κάθε φεγγίτης είναι των φτερών τους άνοιγμα.   Οι λέξεις που φυτρώνουν στο στήθος μου  είναι δικές τους.   Με την πνοή τους κυματίζει το αυριανό μας σπαρμένο.   Όποιος μ’ ακούει, τ’ ακούει.  Στο βήμα μου μπερδεύονται  τα βήματά τους.   Στο κάθε μονοπάτι  μητρική συνομιλία η σάρκα τους με τη μυρτιά.   Σ’ όποια αλάνα κι αν περάσεις  θα περπατήσεις πάνω τους.  Έρχονται κρυμμένα στο μελτέμι.   Φύκια αλμυρά μυρίζουν τα φτερά τους.   Μιλάω με το στόμα τους  που έφυγε χωρίς να φύγει.   (Είναι δικό σου μόνο το χαμένο.  Ό,τι χάθηκε χτίζει μια  φωλιά μόνον σ’  εκείνον που εμπιστεύτηκε το μέσα ρήγμα)   Και μια νύχτα σιωπηλή  κάτω από τ’ άστρα   σκαλίζοντας αμέριμνα την άμμο  άγγιξα το βιολετί μου αγένειο σώμα   με δάχτυλα μικρών παιδιών  που με γυρεύαν   στο πέλαγο μπροστά  στον πυκνωμένο χρόνο.   Κοίταξα γύρω.  Είχα ξεκλειδώσει την έρημο!..    (ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008 – συγκεντρωτική έκδοση: ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ ΕΚΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, Καλέντης 2014)

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2026

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

ΙΕΡΑ ΜΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 (σήματα οιωνών, φωλιές πνευμάτων, δωρητές σκιάς, κυκλώνες ήχων, ριπές ρεμβασμού,  σύμπαντα παντοδύναμα στις παρυφές του εφήμερου):


Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δένδρα

Μένουν στην τέλεια θέση

Με προσκαλούν: γίνε όπως εμείς

Μην ταξιδεύεις πια μες στις πράξεις

Δέξου ανέμους, δέξου εποχές

Ας τη ζωή να ξέρει


Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Αφηγούνται ολόκληρη την ιστορία

Με χίλια λόγια, μ' έναν παλμό


Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα.

 

Παραδίδονται στο ολοκαύτωμα το τερπνό

Ριπές ρεμβασμού φλογισμένου

Μαντικές οπτασίες πυρσών

Εικόνες των Τριών Παίδων

 

Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Χαϊδεμένα από το χέρι του Χαλαστή

Με φροντίδα χριστουγεννιάτικη

Κι ας είναι άνοιξη

Κι ας είναι φθινόπωρο

 

Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Μνημεία στις παρυφές του εφήμερου

Κυκλώνες ήχων, σύμπαντα

Που χωρούν στ' αυτιά και τα μάτια


Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Απ' αυτά βγήκαν στέφανα

Υλοτομήθηκαν στου Σταυρού τα δοκάρια

Μα δεν ξέρουν τι θα πει

Δόξα, θυσία

Μένουν εκεί

Σημαίνουν

άθελά τους  καρτερούν θριαμβευτικά

Ή σεμνά υποκύπτουν στης θύελλας το μαρτύριο


Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Τα παντοδύναμα

Χωρίς να το δείχνουν

Κάθε φορά που τα ρίχνουν σπαράζει ο Θεός

Κάθε φορά που γκρεμίζονται

Η φύση αναρωτιέται

Πώς γίνεται να σωριαστεί ένας Τιτάνας,

Μήπως φτάνει η Συντέλεια;

 

Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Όπως εκείνο που έβλεπα όταν ήμουν παιδί

απ το παράθυρο μου

Να μη βγάζει ποτέ φύλλα

Έστεκε απέναντι στο χάλασμα

Σαν να περίμενε κάτι..

Κι εγώ προσευχόμουν οι θεοί να τα λυπηθούν,

Ώσπου είδα ένα πρωί να γίνεται,

Το ξερό και το στέρφο,

Όλο ατόφιο ασήμι

Κι αντί για φύλλωμα να στέκουν πάνω του

Αστέρια αεικίνητα

και είπα από μέσα μου

«Τι σου είναι ο κόσμος»


Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα   και τα πουλιά.

[ΙΕΡΑ ΜΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ

 κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη

ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

 


ΔΑΦΝΗΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ  ΔΑΣΗ 2002)

Έλα να πάμε εκεί στ’ απόμερο νησί της τη Λέσβο

που με τα λιόδεντρα  και τους πευκώνες

Είναι κάτω απ’ τη δύση μια ζωγραφιά

κήπο και σπίτι ασφυκτικό ν’ αποτινάξουμε για πάντα

να ξαναζήσουμε όπως παλιά  να ξαναβρούμε αρχαίους

νόμους μες στα ξανθά νερά  και  το πηγαίο φως

την κάθε τύψη  κι ενοχή να εκδικηθούμε

κι αν επιτέλους δεν μπορούμε να είμαστε έφηβοι

εραστές σαν τους βοσκούς του παραδείσου έστω   να πουν

ότι θυσιάσαμε  ακόμα  και την ευτυχία

παιδιά που χάθηκαν ανυπεράσπιστα  για μια πιο άγρια χαρά

  

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ

Μια εκστρατεία πυγολαμπίδων μυρμηγκιάζει στο πράσινο

στην κορφή των κλαδιών φέγγει ένας πύργος

ο ρήγας και η ντάμα σε πάνινο λιβάδι

ο πρίγκιπας καθρεφτίζεται σε ασημένια σφαίρα

κρυστάλλινο λυχνάρι το γοβάκι της ψυχοκόρης

η χορεύτρια περιστρέφεται σε χλωμό παγετώνα

ο μέλανας δρυμός γεμίζει πολυέλαιους

η τούρτα των γενεθλίων, μνήμα χαρούμενο του πιερότου

εκκλησιές φορτωμένες κεριά, γοτθικά μανουάλια

μαλαματένιοι αστροναύτες κρεμασμένοι από μισοφέγγαρα

αμαξάκια περνούν κάπου έξω από την Πετρούπολη

κουτάκια με παράπονα των αγγέλων

θησαυροί από χρυσόχαρτα σοκολάτας

ελαφάκια με υψώματα  ζάχαρης

και μες τη ρεματιά το πρόχειρο καλύβι,

η Μάνα,  το Μωρό  και  το κλειστό πακέτο

 

το ανοίγω και βρίσκω  το μυθιστόρημα

που θα ’θελα να γράψω

μου το ’χει χαρίσει  ο Εχθρός μου

το διαβάζω σα να βλέπω ταινία

που όταν τελειώνει σβήνουν αργά τα φώτα

ξεσπούν χειροκροτήματα

βγαίνω έξω σε μια πολιτεία

στην άκρη του κόσμου

είναι μεσάνυχτα  κι  αντηχούν καμπάνες ρολογιών

χιονίζει

 

FORLORN

Βρέθηκα απόψε ξαφνικά μπρος σ’ ένα οβελίσκο

δεν ήταν όνειρο,   ήταν βροχή

βαθιά ο κόσμος έσβηνε σε αχνές εκτάσεις,

κι εγώ μπορούσα να διαβάσω καθαρά   τη σκοτεινή γραφή.

Έλεγε:  «Ξόδεψα μια ζωή   κοιτάζοντας δάση

απ’ το παράθυρο του τρένου,

χωρίς να ξέρω αν θα φτάσω ποτέ

χωρίς να ξέρω από πού ξεκίνησα

χωρίς να ξέρω τι διασχίζω.

το βαγόνι μου το ’λέγαν Χίμαιρα

κι ήμουν ο μόνος του επιβάτης»

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

Αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

ΒΑΪΦΟΡΟΣ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ  ΔΑΣΗ 2002)

Ό,τι κι αν πω, ριπή του αέρα – περνά σαν το ληστή

ταράζει λίγο

χάνεται πέρα – ένα τίποτα –

στην απόσταση δίχως ίχνη

 

γεμίζουν  κι  αδειάζουν τα πράγματα με το φεγγάρι

τα θλιμμένα  πρόσωπα των ανθρώπων

τ’ ακατοίκητα σώματα σε τάφους  λαξευτούς

ανάπηροι σέρνονται

στο αίθριο του ναού – κάτι

έρχεται από μακριά  σαν αέρας   σαν φως

 

ό,τι κι αν πω, ριπή του αέρα

στο νεκρώσιμο περιβόλι με τους σκαμμένους λάκους

τοίχοι νωποί, ζωγραφισμένοι

που τους χτυπούν τα δάκρυα, ζεστή βροχή,

και τους σβήνουν

 

και βρίσκομαι σκυλί του καταμεσήμερου να με πετροβολούν

και βρίσκομαι να με εντοιχίζουν όρθιο,

άσπρο ανάγλυφο στη σκοτεινή πέτρα,

με  θάβουνε ζωντανό, με ταΐζουνε χώμα

μου τσακίζουν το πρόσωπο, με  πηλό μου σφραγίζουν τα μάτια

χάνεται ο κόσμος

 

χρόνια μετά οι ίδιοι αυτοί που μ’ έθαψαν τώρα μ’ ανοίγουν,

ξυπνώ∙   σφυριά  και  σύνεργα, την εκταφή μου ακούω

τα τείχη να υποχωρούν  και  να φεύγουν τα βάρη  -  κάτι

έρχεται από μακριά  σαν αέρας  σαν φως

 

ό,τι κι αν πω, ριπή του αέρα  -  περνά σαν το λήστη

ταράζει λίγο

χάνεται πέρα – ένα τίποτα –

στην απόσταση δίχως ίχνη

 

και βρίσκομαι

χαρμόσυνο κλωνάρι φοινικιάς για κάποια εορτή

στα μάρμαρα δεμένο ν’ ανεμίζει

και βρίσκομαι ν’ ακολουθώ άλλους πολλούς μαζί

λεπτομέρεια  σ’ ένα πλήθος που ξεχύνεται με καημό

μεσ’  από δρόμους  στενά λεωφόρους λιθόστρωτα

και βρίσκομαι ζητώντας επιτέλους

κάπου να υποχωρώ

γυρεύοντας δάπεδο χορτάρι χώμα για να πατήσω

ψάχνοντας κάτι,  έστω μια τούφα δάφνης, να κρατηθώ

τώρα που ένας άλλος ρυθμός ζωής λένε

ότι σίγουρα φτάνει εδωπέρα

 

ΤΟ ΓΑΡΙΦΑΛΟ

Αρώματα μπαχαρικών

βελούδο πικραμύγδαλου,

τα πέταλά σου,  το τραγανό

στο κόψιμο κοτσάνι

 

πάω αλληλέγγυος με την πυκνή

στο χρώμα  και  τη μυρωδιά σου τόλμη

 

άλλη φυλή το τριαντάφυλλο

πιο μαγικό  και  πιο ουράνιο

έχει κρυμμένο το αγγελικό

αγκάθι της υπεροψίας

 

ενώ εσύ μοιράζεις

ερωτισμό  και συγχώρεση

δίχως να νοιάζεσαι

για πισώπλατη απειλή

 

γι’ αυτό  και  δύσκολα γερνάς

δύσκολα μένεις ξέφυλλο

 

ΕΞ ΑΠΟΡΡΗΤΩΝ

Δεν θέλω να είμαι αοιδός  ή  τροβαδούρος

θέλω να είμαι απλός εξηγητής ονείρων

μπροστά στον άρχοντα να μ’ έφερναν  οι φίλοι

και να του λύσω τα αινίγματα του ύπνου

 

όμως και τότε θα ’χα ανάγκη από τις λέξεις

για να μιλήσω  και να πω τις ερμηνείες –

θα χρειαζόμουνα την εύνοια  της τύχης

είτε οι εφτά καταστροφές, όντως να έρθουν

 

είτε ο θρίαμβος να μην αργοπορήσει,

να γίνω σύμβουλος δεινός εξ απορρήτων,

να κυβερνώ τα μυστικά της οικουμένης

σ’ ένα γραφείο με βιβλία – ονειροκρίτες

 

και μ’ εργαλεία μυτερά να σημειώνω

σε κατακίτρινα χαρτιά τα σύμβολά μου

στους τοίχους έργα με τοπία Πυραμίδων

και παλατιών της Βαβυλώνας που θυμίζουν

 

τους τωρινούς ουρανοξύστες,  μα μια μέρα

σίγουρα θα ’κανα  στην πρόβλεψη ένα λάθος

και μπρος στο δήμιο οικτρός θα καταντούσα

μα και περήφανος, να πρέπει να πληρώσω

 

για ένα όνειρο να δώσω τη ζωή μου

ό,τι δε θα ’φτανε ποτέ ν’ αποτολμήσει

κι ας λεν για όνειρα οι στίχοι  και  οι ρυθμοί του

ένας αγύρτης αοιδός   ή  τροβαδούρος

 

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗ ΓΛΥΠΤΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ

Κρύο βημάτισμα σε δάση αγαλμάτων,

ο Σειληνός με τ’ ανοιχτά του σκέλια

προκαλεί αιώνια το εφήμερο

και στο παράθυρο γερμανικά φυλλώματα

να φέρνουν   τη νοσταλγία μιας φρίκης

 

(ό,τι αγάπησα σ’ αυτόν τον κόσμο

ανατέλλει απ’ τον πόνο – άστρο αιμοσταγές,

ο ήλιος μαυρίζει  και γίνεται αράχνη γαμψή

και πάνω του ξαπλώνει ολόγυμνος

ο  Εσταυρωμένος

όλα τα άλλα είναι φουγάρα  που καπνίζουν

ανθρώπων ολοκάυτωμα)

 

κι  εγώ ένας διαβάτης μουσείου,

ακροατής μαντείου, ανώδυνος περιπατητής.

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

Αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

ΟΛΕΣ ΜΟΥ ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΕΙΧΑΝ ΜΑΤΑΙΩΘΕΙ

(…όλες μου οι επιθυμίες είχανε υποκύψει …)

Σ’ ένα δωμάτιο – σπηλιά σκυμμένος ζητούσα να καταγράψω ό,τι άξιζε απ’ το εφήμερο να διαφύγει   εφήμερος κι εγώ, πλασμένος για θάνατο, αλλά δεινός παίχτης μ’ αντίπαλό μου σκακιστή μιαν αυταπάτη   όταν απότομα γύρισα το βλέμμα μου στον τοίχο με τη βιβλιοθήκη,  πλάι στο παράθυρο που κοιτούσε προς του κήπου την αστική εξοχή   κι έγινε ολόκληρο το έπιπλο με τους χρυσόδετους τόμους  βαβυλώνιο μοναστήρι,  χρόνια τώρα από πάνω  μου  κρεμασμένο να με σκιάζει   (τράπεζα γνώσης, βαρύτιμο τέρας  της διάνοιας μεταλλείο, σαρκοφάγος της αίσθησης)   και δίπλα στον ουρανοξύστη αυτόν,  με τ’ ανάγλυφα στην πρόσοψη αραβουργήματα  και  τις επιγραφές τους,  τους θυρεούς  και  τις σφραγίδες,  τους τίτλους και τα ονόματα σκαλισμένα στο εβένινο  ή το κόκκινο  ή το πράσινο     ή το γαλάζιο δέρμα,   η ματιά μου έπεσε  και  καταπόθηκε απ’ το χάσμα,  την τρύπα με τα ανοιγμένα τζάμια  και  τα παντζούρια που φανέρωνε τα συστήματα των δένδρων  και των λουλουδιών   κι άκουσα μέσα μου φωνή να λέει:   «τώρα δες που ο τρόμος θα φανεί πανδαισία»   και  βλέπω να ξεχύνεται από παντού κάτι σαν άνοιξη,  μια γενναιοδωρία,  έξαρση,  οδυνηρή,    δυο πουλιά πέρασαν ξυστά πάνω απ’ τα κυπαρίσσια  και  τσίριξαν με κακία  κι  όλα τα φύλλα τρόμαξαν  κι όλα τα χόρτα πρασίνισαν πιο βαθιά κι  όλα τα κρυμμένα ζώα  (χελώνες,  ποντίκια)  τα φαντάστηκα να λουφάζουν στη βλάστηση παγωμένα   ήταν η ώρα που το θηρίο του άνθους του πορφυρού   ακριβώς κάτω απ’ τα κλαδιά της ροδιάς  άνοιξε λίγο πιο πολύ τα φτερά του  και  βρυχήθηκε στα βουβά   κορεσμένο   τότε φάνηκε η πεταλούδα,  λεπταίσθητος εκδικητής  και με αόρατη ρομφαία  κατέβηκε χαμηλά  και  τρύπησε την καρδιά του…       [απόσπασμα  από την ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ  στη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ, Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003]

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2026


Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΧΥΔΑΙΟ ΠΛΗΘΟΣ ΤΩΝ ΤΥΨΕΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΤΑΙΓΕ…

 (…που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε στην άκρη της γιορτής ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει…)


Και δε μιλώ γι’ αυτό που    η παιδική απελπισία επινοεί
όταν σαν από γλύκισμα κλεμμένο
τρίμματα ερήμου προσπαθείς
κάτω από τη γλώσσα σου να κρύψεις. 
 
Τις αμαξοστοιχίες με τα σβηστά βαγόνια 
πολύ μετά θα ανακάλυπτα.
 
Μιλώ για όσα προηγήθηκαν   στους κάτασπρους διαδρόμους
που βγάζουνε σ’ ανηφοριές   με οιδήματα λουλούδια
φαινόλης  και  ιωδίου ευωδιές 
και δάση   με φορητούς μεταλλικούς κορμούς
-τσαμπιά του αλουμινόχαρτου –
να στάζουν τα φαρμάκια τους    στο αφελές σου αίμα
να μάθει αυτό  που ήθελε οικειότητες 
και άλλα τραταρίσματα
μ’ αυτόν τον ψεύτη θεατρώνη
που πάνω που τα λόγια σου   φαρσί τ’ αποστηθίζεις
έρχεται και  - κακήν κακώς –
έξω σε βγάζει από το έργο!..
(ΧΗΜΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ στη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτης 2008)

 


ΣΧΟΛΙΟ:

Μπρος πίσω πηγαίνοντας στις σελίδες της συλλογής

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ    θέλεις σε κάθε στίχο και ποίημα

τον εαυτό σου  να χώσεις κάπου  μήπως και βιώσεις,

ως τρίτος βέβαια,  το απόσταγμα της εμπειρίας

της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου

που έρχεται από τη σύνθλιψη της σκέψης και της πραγματικότητας   

Να νιώσεις και κάτι το δικό σου από τον άλλο 

που καθώς βρίσκεται σε μια διέγερση αισθημάτων, 

κατέληξε σε μια έντεχνη έκφραση τους  που η στιλπνότητα του λόγου

ακόμα και στην υπαινικτική της ακρότητα  σε υποχρεώνει

να σταθείς πάνω στο πρόσωπο της ποιήτριας,

να δεις τις διακυμάνσεις της γραφής της, 

σαν να ‘ναι οι συσπάσεις της ψυχής της. 

Γίνεσαι ο καθρέφτης όπου μέσα του 

το είδωλο του δημιουργού και το είδωλο του αναγνώστη συμφύρονται...

 

Ανέκαθεν Η ΦΥΣΗ  μού ήταν απεχθής

Για την ακρίβεια

η διαρκής υπόμνηση μιας αναιδούς  αυτάρκειας

μιας άνευ λόγου υπομονής

μιας εσωστρέφειας

κάτι σαν   

γιατί ν’ αναρωτιόμαστε

-πανομοιότυπες σιωπές    καταβροχθίζουν το ξημέρωμα

κι άλλωστε άνετα συνυπάρχουνε

λερωμένα ρούχα,  χώματα

κι η στατική εναλλαγή  πολύχρωμων λεκέδων

ενώ  -  όπως γνωρίζουμε  -  η ζωή

υπήρξε επινόηση  ευφάνταστου αφηγητή

που πέθαινε τους ήρωες

μόλις ανακαλύπτανε

πως ούτε αυτό υπάρχει.

 

Στο μεταξύ η πράσινη πόρτα

δεν οδηγεί στο μάθημα της Ωδικής

αλλά σ’ ένα τραπέζι χειρουργείου

όπου βαθύτερα απ’ το απρόβλεπτο

η νοσταλγία τεμαχίζει  

[κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΞΥΛΙΝΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

Όλα θαρρείς    τ’ απορροφάει ο κραδασμός

 

-μια στιγμιαία εξαίσια οικουμένη

που ιερουργεί το θάνατο

μια πνιγερή αντιφεγγιά

που εισέρχεται στο χόρτο

με δακρυγόνα  κι  ουρλιαχτά –

 

ώσπου η συγκομιδή του ουρανού

αδιάκοπά πληθαίνει

και έντομα γεμίζουν τα κρεβάτια μας.

 

Ίσως γι’ αυτό να επείγει

να σκάψουμε τις σήραγγες.

Τα νυχτικά του πάνω κόσμου

φρεσκοσιδερωμένα

σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε

να συνηθίζουν τα σατέν

σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν

να μάθουνε  και  τα βαμβακερά

πώς είναι να πλαγιάζεις με αγνώστους

-γαμπριάτικα κοστούμια ντεμοντέ

και καθημερινά φορέματα για τσάι

την ύπτια αποσύνθεση 

ασάλευτα να περιμένουν.

 

Λίγη λεβάντα

πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη

αθώος μοβ υπαινιγμός

για να ευωδιάζει κήπος  στην κλεισούρα.

 

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ

(…ήτανε ολοφάνερο

ένας φόβος παράφορος  όριζε τις υποχωρήσεις μου…)

μια αποστροφή

για το αιχμηρό βλέμμα  τρυπάνι

που διαπερνά τα έπιπλα

για να επιστρέψει το σαράκι τους

κι άλλοτε θολωμένο εισχωρεί

σε ανατολίτικα χαλιά

σμήνη βηματισμών να ελευθερώσει.

 

Αργά  ή  γρήγορα θα εξατμιστούνε ,  έλεγα

τα σκοτωμένα χρώματα.

Δε θα μπερδεύονται στα πόδια μου

όλα τα ψίχουλα φιλιά

κι οι στάχτες του τσιγάρου

που στεφανώνουν διαψεύσεις.

 

Τέτοια αισιοδοξία!..

Μόνο που τα νερά απότομα  τραβήχτηκαν

και σε ασφαλές  τετράγωνο εντοιχίστηκα.

-Σταυρόλεξο  για λύτες δυνατους   μου είπανε

κι αν μάλιστα σταθείτε τυχερή

μπορεί  για κάμποσο καιρό

και ν’ αποφύγετε το μαύρο το κουτάκι

 

ΚΑΠΟΤΕ  ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ

Τους αγαπούσα

γιατί έλεγα πως δεν θα με πονέσουν.

Θα είχαν ήδη εξαντληθεί

κι οι λόγοι για εκδίκηση

τώρα που το σάπιο ευωδίαζε γύρω τους

κι από το άπληστο κορμί τους

βλάσταιναν οι πληγές

-ντροπές σημαδεμένες με κόκκινα γαρύφαλλά

κακοραμμένα επάνω τους –

απόδειξη πως κάποτε  κι αυτοί παραδοθήκαν

ας ήταν  και  με  ύπνωση.

 

Τώρα

στον καθρέφτη που βάφεται   η πεθαμένη μάνα μας

πυκνή σιωπή χιονίζει

αυτοί πετάνε τα βιβλία και τρέχουν

να φωνογραφηθούν

με της παλιάς τους γειτονιάς τη συμμορία.

 

Όμως για τη συγκόλληση του χρόνου

καμιά εκεχειρία

με την ασάλευτη επανάληψη

δε φαίνεται επαρκής

ούτε η ελάχιστη προσπάθεια

να παγιδεύσεις το σφυγμό.

 

Το απόγευμα του βλέμματος

μονάχα όταν ανάβει η νύχτα μέσα του

μπορείς να  το υποθέσεις.

 

Στο μεταξύ

ο σκορπιός κατηφορίζει τους κροτάφους τους

το σκήπτρο του κατακτητή

γίνεται μαύρο ρόδο

κι από τα γερασμένα χέρια τους

κάνοντας κρότο ηχηρό

γλίστρα στο χάρτινο κενό τους

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΟΙ ΕΤΟΙΜΟΙ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, 2008)

Ανελλιπώς αποβραδίς

ακούμε  το δελτίο καιρού

μήπως και δεν ξυπνήσουν στο κορμί

-τουλάχιστον ομπρέλες να φαντάζονται

στην τελευταία βόλτα τους με τους αγαπημέ νους.

Ή έστω    λίγη παραφορά ζωής

σαν χειμωνιάτικη λιακάδα

να ακινητεί επάνω τους

διδάσκοντας στη μέρα

του σκότους το αδιαπέραστο.

 

Και μόνη τους παρηγοριά το δένδρο

αυτό που παίρνουν οι νεκροί  και  ταξιδεύουν

και πια γίνεται σώμα τους

μέχρι να προσβληθεί κι αυτό

απ’ τη βαριά ασθένεια της νοσταλγίας

-πως θα ’ρθουν, λέει,  τ’ αληθινά πουλιά

με τον ασφράγιστο ύπνο

τ’ αγρίμια

με το άγιο φωτοστέφανο του τρόμου

που βεβαιώνει τη ζωή.

 

Κι αφού στο τέλος ενημερωθούν

για τις αρθριτικές μεταβολές

και τις συνέπειες γενικώς της υγρασίας

έπειτα μένουν ξάγρυπνοι

κι αδιάκοπα μονολογούν

-μια κι όσα λόγια ραθυμούν

σε κλειδωμένα στόματα

την αφασία του θανάτου διαιωνίζουν

 

ΜΑΙΡΥΛΙΝ…ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ

Αυτές οι σκάλες δεν έχουν κουπαστή

έτσι που το απρόσεκτο  να γίνει ανεπανόρθωτο

σαν δισταγμός  που 

- ανίσχυρος να αντισταθεί στα έγχορδα που ακούγονται στη σκάλα –

ανάβει εν τέλει πόθο μοχθηρό

 

γιατί δεν επισκέπτεται συχνά το πανδοχείο μας

ούτε κι αυτός ο υπαινιγμός μιας θύμησης

κάποιας αλληγορίας  ενός ιλίγγου νικημένου

από ένα φιαλίδιο φτηνό

που βιαστικές ανάσες εξαντλούνε.

 

Γι’ αυτό κι εγώ φοράω τα μποτάκια μου   και

-βαλ’  το στα πόδια κούκλα μου    φωνάζουν

την ξέρεις τη δουλειά σου εσύ

«happy birthday  Mr. President»

κι άσε για άλλους τις υποκλίσεις στο κενό.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΠΑΓΙΔΕΣ

Άκουσέ με:

…την ώρα που στα πεζοδρόμια  θα λαμπαδιάζουν οι σκιές

κι οι αρετές μες στα κουφάρια τους   θα απειλούν τα όνειρα

στην ενδοχώρα του θανάτου θα εισβάλω

ν’ αχρηστευτούν εξάπαντος  

οι ανθρωποπαγίδες

 

στην ανθισμένη ασχήμια τους

χάδια από το σκόρο φαγωμένα

και μισθωμένοι θρηνωδοί του εφήμερου

που μάλλον    δεν αγαπήθηκαν ποτέ

 

κι όταν το άρρωστο παιδί

κάψει όλα τα σπίρτα του

το μουσείο των αζήτητων αποσκευών

θα πυρπολήσω

έγγραφα επαπειλούμενων αναχωρήσεων

και πράξεις θανάτου ανυπόγραφης

κι έπειτα   ας παραχώσει κάποιος

αυτόν τον άγνωστο νεκρό

που ξενυχτά στο  στέρνο μου

θέλω να κοιμηθώ  και μ’ εμποδίζει.

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

 

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΓΥΑΛΙΑ ΚΑΡΦΩΜΕΝΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ

(…τρυπάνε τη ραχιτική ζωή μου…)

Γωνίτσες αιχμηρές οι παγοκρύσταλλοι  κι  αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν   γίνονται ηλιοβασίλεμα   πηδούν φωτιές του Άι – Γιαννιού  και  παίζουν την τυφλόμυγα   με ένα ξύλινο πόδι.    Εκείνος βέβαια προτίμησε τη στάχτη.   Χόρεψε στα υπόγεια   ένα ταγκό με πάθος    κι έδωσε μία  και  έλειωσε  με το αναπηρικό καρότσι  τη μορφή του.  Μια μάσκα ράβει έκτοτε   με αποκόμματα από εφημερίδες   φωτογραφίες μεταπολεμικές    και τα τραγούδια του Άριελ.   Όσο για μένα   τις νύχτες λαμπυρίζω  και  καμπουριάζω το πρωί.   Φυτρώνουν  τότε επάνω μου τάφοι χορταριασμένοι   μικροί ναοί  που δε μυρίζουνε λιβάνι   μα ανάβουν τα καντήλια τους   για το  θεό του φόβου   που εφημερεύει  κι αγρυπνά  και τους δικούς μου επί πίνακι γυρεύει!.. [ΣΑΛΩΜΗ  από τη συλλογή της  Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 2008]

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2026

Ο,ΤΙ ΑΓΝΟΩ ΜΕ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ και Τ’ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

  (… ό,τι αγνοώ είναι πηγή όπου λούζεται ένα μικρό αγόρι που με ψάχνει…) Με τα πολύχρωμα βεγγαλικά τσαπράζια του∙ με τα φωσφορικά ακανόν...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ