Κυριακή 17 Μαΐου 2026

ΤΟΣΟ ΜΟΥ ΟΜΟΡΦΗΝΕΣ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ – ΠΟΥ ΞΕΡΩ:

 (…μόνο σε σένα θα το πω παλιά θαλασσινή Σελήνη μου…)

Ήτανε στο νησί μου κάποτες κει που αν δε γελιέμαι
Πριν χιλιάδες χρόνους  η Σαπφώ κρυφά
Σ’ έφερε μεσ’ στον κήπο του παλιού σπιτιού μας
Κρούοντας βότσαλα μεσ’ στο νερό ν’ ακούσω 
Πως σε λένε  Σ ε λ ά ν α  και πως εσύ κρατείς
Επάνω μας και παίζεις τον καθρέφτη του ύπνου
 
Πώς ανάσκελα θυμάσαι βγαίνοντας ο Ιούλιος
Μεσ’ από τις μαγνόλιες του Παραδείσου
Σ’ έβλεπα να κατεβαίνεις κει που έλαμπε η χαβούζα
Και γυναίκα πάνου από τα σαπισμένα φύλλα
Μυριάδες φωσφόριζες!..  Πώς μετέωρα όλα!..  Και βαθύς
Ο θόρυβος της ρόδας μεσ’ στη νύχτα… 
 
Ή φορές που μου έφερνες την κουκουβάγια
Ως μέσα στη μοναχική μου κάμαρα
Σηκώνοντας σκιές από τα έπιπλα
Να με τρομάξεις.  Όμως τι θα πει νεκρός δεν ήξερα
 
Τι θα πει Καιρός  τι  Ουτοπία
Τι το ασήμωμα της Παναγίας επάνω στα νερά
Τα μεγάλα ιερογλυφικά στην όψη σου
Η Αγάπη κι ο Θάνατος -να πω δεν ήξερα…
 
Κι ήμουν τόσο θλιμμένος!..  Μόνο που ήταν νύχτα
Μόνο που έσταζαν τα φύλλα μόνο που ανεξήγητα
Είχα μεσ’ στη Μητέρα κατεβεί
Της ηχώς το βάθος το άπατο
Και το μαύρο κομμάτι που αποσπούσε
Από μέσα μου κι έριχνε μεσ’ στο πηγάδι
Και το χώμα που έθρυβε κάτω απ’ το πέλμα μου
Σαν παγόνι φουσκώνοντας το δενδρολίβανο
Μόνο που αδημονούσαν μόνο που πίεζαν το στήθος μου
Ένιωθα ν’ αναβλύζουν δάκρυα… 
 
Μακριά στα σπίτια με την ασημένια στέγη
Τ’ άλλα παιδιά τ’ ανέβαζε η φωνή
Τ’ ανέβαζε η φωνή τους με τη φυσαρμόνικα
Μόνος εγώ στα σκαλοπάτια σα διωγμένος έκλαιγα
Και σε παρακαλούσα:  πάρε με πάρε με στην αγκαλιά σου
Και παρηγόρησέ με  που γεννήθηκα!.. 
 
Όχι που ήμουν άτυχος – θέλω να πω
Που τα χρόνια επάνω μου δεν έπιαναν σαν το νερό
Και τα λόγια μου μέσα στο φως πηδώντας
Όμοια ψάρια να φτάσουν λαχταρίζανε
Μεσ’ στον άλλο ουρανό – Μα που πια κανείς – κανείς
Ν’ αναγνώσει δε γνώριζε  Παράδεισο
 
Παλιά θαλασσινή Σελήνη μου μόνο σε  Σένα θα το πω
Γιατί μου ομόρφηνες τη δυστυχία – και ξέρω: 
 
Το παλιό μου σπίτι ακόμη κατοικώ
Και στα ίδια τριξίματα τρομάζω 
Και τις νύχτες πάλι βγαίνοντας ο Ιούλιος 
Τυλιγμένος τη μαύρη πρασινάδα σου παραμιλώ
 
Έφυγαν -έφυγαν ένας αέρας οι άνθρωποι
Στους βαθείς κρυφούς κυπαρισσώνες 
Έν’ αργό ανατρίχιασμα η συρτή που η Νύχτα
Μεσ’ στα φύλλα τραβάει όλο σπιθίσματα
 
Όμως πού το «χάρμα»;  Πού  η «νέα ζωή»;
Αλλά μάρτυς ήμουνα όταν στα τρίτα ύψη
Ένα – ένα ξυπνούσαν τα λιόφυτα του αέρος
Κι ο μισός έμενα έξω απ’ τον Καιρό
Την κοιλάδα που μούκρυψεν ο Θάνατος
Πάλι ν’ αντικρίσω.  Τον σαπφείρινο γύρω μου Ζωδιακό.
 
Έτσι μακριά στη γη.  Ροές της θάλασσας
Και βασκανίες του καπνού των κήπων.  Αλλά τι
Κόπος ο ποιητής με τ’ αδειανά του χείλη
Ολοένα πίσω από τη θλίψη του:  το Ανείπωτο.
Πάρε με πάρε με  στην αγκαλιά σου
Και παρηγόρησέ με που γεννήθηκα.
 
 Ότι τόσο ελαφρύ στα φρύγανα το πάτημα ήταν
Τόσο μπλάβα τα λουλούδια.  Τόσο η στάλα των ματιών
Ωραία  μετά που η ευτυχία χάθηκε
Μακριά μεσ’ στα θαλασσινά χαράματα
Το φιλί που εκράτησα όσο το αστέρι μου έσχιζε
Την πλαγιά του Αυγούστου τόσο καθαρό
Τόσο πικρή στη φούχτα μου η γαλήνη
Τόσο οι άνθρωποι μαύροι και μικροί
Με το πόδι εμπρός που ολοένα παν
Παν κατευθείαν  για τον Κωκυτό 
και τον  Πυριφλεγέθοντα!..
[ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ, Παλιά και Νέα Ωδή
τέταρτο ποίημα στην ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ
στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]

 

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

(κι άλλα ποιήματα από την ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ

στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974)

Θ’ ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός

Μήπως και μυριστείς  πατρίδα και γυρίσεις

Μεσ’ απ’ τα δένδρα που σε γνώριζαν και που γι’ αυτό

Τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάζανε άνθος

 

Εμάς τους γύφτους άσε μας

Τους «οικούντας εν τοις κοίλοις»

Τι δε νογάγαμε από γιορτή

 

Και τα πουλιά δε βάνουνε προσάναμ-

Μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει

Δώθε από τη φθορά πλέκομε τους κισσούς

Μακριά σου πιο κι απ’ το  Α  του Κενταύρου

 

«Ως εν τινι φρουρά εσμέν»

Μαργωμένοι μεσ’ στον χρόνο

Κι από τραγούδι αμάθητοι

 

Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ’

Ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα

Τόλμησες.  Κι οι ποιμένες σ’ είδανε της Πρεμετής

Μεσ’ στης άλλης χαράς το φως να οδοιπορείς πιο νέος

 

Τι κι αν ο κόσμος μάταιος

Έχεις μιλήσει ελληνικά

Ως  «εις τον έπειτα χρόνον»

 

Κι από την ομιλία σου ακόμη

Βγάνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι

Και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σε

Μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου.

 

ΜΙΚΡΟΝ ΑΝΑΛΟΓΟΝ

(για τον Ν. Χατζηκυριάκο Γκίκα)

Τόσο μόνον

Όσο χρειάζεται για να λειάνει ένα χαλίκι ο ρόχθος

Ή ν’ αποτυπωθεί χαράματα το ψύχος τ’ ουρανού

Στο δέρμα ενός μενεξεδένιου σύκου

 

Κι εκεί

Μακριά στην πούντα του καιρού

Όπου μαίνεται από τη νοτιά το μαύρο ερημονήσι

 

Τόσο μόνον κι εκεί:  ευδοκιμεί το Αόρατο!

 

Αλλ’ εμείς  το χτίζουμε αλλ’ εμείς το κηπεύουμε

Αλλ’ εμείς νύχτα – μέρα το ιστορούμε

 

Και συχνά την ώρα που από τη λέπρα της ηπείρου

Ξεχωρίζει ανεβαίνοντας

Θεομητορική

 

Γη με το φρύδι δριμύ και την άκανθα του ήλιου

 

Σαν σε όνειρο μέσα πάλι εμείς του προσφέρουμε

Ποιος το λίθο  ποιος τη δρόσο  ποιος το ουράνιο κονίαμα

 

Ω γαιώδη άνθρωπε

 

Ιδές που ο τοκετός της νύχτας έφερε

Κύανο  και  κινναβάρι  πορφύρα  και  ώχρα

 

Στείλε το βλέμμα σου ψηλά καθώς μια σκέψη οξεία

Να διασχίσει το εμπόλεμο στερέωμα

 

Και πες εμείς οι ασύμμετροι πως είμαστε

 

Τ’ αχνάρια που άφησαν – και που ακολούθησες –

Η άγρια μέλισσα  κι  ο αμνός ο πενθοφόρος.

 

MOZARTROMANCE

(από το κοντσέρτο για πιάνο αρ. 20, KV 466)

Όμορφη λυπητερή ζωή

Πιάνο μακρινό υποχθόνιο

Το κεφάλι μου ακουμπάει στον Πόλο

Και τα χόρτα με κυριεύουν

 

Γάγγη  κρυφέ της νύχτας πού σε παίρνεις;

Από μαύρους καπνούς βλέπω δορκάδες

Μεσ’ στο ασήμι να τρέχουν  να  τρέχουν

Και δε ζω  και  δεν έχω πεθάνει

 

Ούτε ο έρωτας  ούτε και η δόξα

Ούτε το όνειρο ούτε δεν ήταν

Με το πλάι κοιμούμαι  - κοιμούμαι

Κι ακούω τις μηχανές της γης που ταξιδεύει

 

Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ  ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΪ

(κι άλλα ποιήματα από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ

στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974)

Να ’ταν η στεναχώρια να γεννούσε καν ένα πουλί

σκισιματιά που θα τραβούσε   πάνου ως κάτου

μεσ’ στου μέσα κόσμου τη μαυρίλα   κι αψιθιά

με τι δριμύτη απ’ τα βουνά της Κρήτης

θ’ άναβε μεσ’ στον Άδη  σαν αηδονολαλιά!..

 

Πόρπη ασημένια Ελένη

 

Βρέξε βασιλικό τα χέρια σου να δροσιστώ

σα να’ χω  μεσ’ στα χάδια σου διαβάσει

τις επιστολές του Παύλου

 

(Σήκωσε το κλουβί  

μια – δω   μια – κει

κι ο ήλιος πήγαινε απ’ την άλλη

ν’ ανάψει τ’ όμορφο κεφάλι

μια – δω   μια – κει

ο ήλιος κάθε Κυριακή)

 

Πήραν τους τρεις ανέμους οι βοσκοί

κι εσύ τον τέταρτο τραβάς  και  φέγγεσαι

που να θωρώ πίσω απ’ το σώμα σου

να τρέχουν όρη  και  νησιά

του γραίγου  όλα τα ερημόλογα

και τα κατσούλια της αυλής όπου μεγάλωσες

παραδεισένια

 

Ελένη χώρα του Ηδυπνου

 

Που λέω αλήθεια πόσο πρέπει να υπόφερε ο ουράνιος κηπουρός

για να ’βγει  τέτοια μέντα η ομορφιά σου

 

(Φώναζε στην αυλή   ψι -ψι   ψι – ψι

κι ο γάτος σήκωσε ποδάρι

μεσ’ απ΄τα μάτια της να πάρει   ψι – ψι

την αστραπή της τη χρυση)

 

Κι  όπως παντού νυχτώνει  κάποτε  όμως  (ίδια μες την αγάπη)

ένα φωσάκι καταμόναχο φωνάζει   «εγώ»  «εγώ»

κι ούτε τ’ ακούει κανένας    μόνο

μια θύμηση ανεβαίνει σα λευκή μορφή

καταθαλάσσης  γυρισμένη

έτσι κι εσένα

 

Σελήνη  Ελένη  αναβρυτή

 

Κάποιου το δάκρυ που δεν έδειξες

τη σκοτεινή καρδιά θα τιμωρεί

και δεν αντέχει

κοίτα    στο λιγούλι γιασεμί

της νύχτας όλο το δαιμονολόγι

 

(Κάτασπρο γιασεμί

και μυ  -  και  μυ –

και μυστικέ μου  Αποσπερίτη

πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη

και μη   και  μη

και μη ρωτάτε το γιατί)

 

ΑΠΟΨΕ ΒΡΑΔΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΟΧΤΩ

(…ναυαγισμένο στα ρηχά των άστρων  το παλιό μου σπίτι

με τα σαμιαμίθια…)

Και το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω   Πόρτες  παράθυρα ανοιχτά Το παλιό μου σπίτι αδειάζοντας Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα     Σαστισμένες φωνές κι  άλλες που ακόμη   Τρέχοντας μες τις φυλλωσιές  αστράφτουν σαν   Μυστικά περάσματα πυγολαμπίδας   Από βάθη ζωής αναστραμμένης   Μεσ’ στο κρύο ασπράδι των ματιών   Εκεί που ακινητεί ο καιρός   Κι η σελήνη με το αλλοιωμένο μάγουλο   Απελπιστικά σιμώνει το δικό μου   Ένα θρόισμα σαν από χαμένης   Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:   «Μη»  κι ύστερα πάλι  «Μη»  «Μωρό μου»   «Τι σου ’μελλε»  «Μια μέρα θα το θυμηθείς»   «Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά»   «Εγώ που σ’ αγαπώ»  «Πες πάντα»  «Πάντα»   Κι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου   Που ανοίγεται στα δυο περιβολιού   Σβηστό απανθρακωμένο   Πάει  και  καταποντίζεται όλο το έχει σου   Ανεβαίνει απ’ τη ψυχής τ’ απόνερα ένα   Κύμα θολό που οι φυσαλίδες του είναι   Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα   Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού   Μια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία   Σαν τραγούδι όπου κρύφθηκε μήπως το δεις   Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι -  Όλα της αγκαλιάς τα ιερά  και του όρκου   Τίποτα  -  τίποτα δεν πήε χαμένο   Απόψε βράδυ   Αυγούστου οχτώ   Μεσ’ απ’ τη χλώρη του βυθού και πάλι   Το ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα   Μονοθροεί  και  συνθροεί τα φύλλα   Μονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:   «Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά»   «Σου ’μελλε  να χαθείς εδώ  για να σωθείς μακριά»   Κι άξαφνα σαν τα πριν  και  τα μετά  ιδωμένα   Βατές όλες οι θάλασσες μ τα λουλούδια   Μόνος αλλά όχι μόνος  όπως πάντα   Όπως τότε νέος που προχωρούσα   Με κείνη τη θέση στα δεξιά μου   Και ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Βέγας   Των ερώτων μου όλων ο Πολιούχος!.. (Ο ΦΥΛΛΟΜΑΝΤΗΣ από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ ποιημάτων στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974, βιβλίο που συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα – δημοσιευμένα ή ανέκδοτα – που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών του]

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2026

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

ΑΡΚΕΤΑ ΛΑΤΡΕΨΑΜΕ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ

 (…κι είναι καιρός να μας τον ανταποδώσει…)


Όπως όταν    
βάζουν φωτιά σ’ ένα φιτίλι τρίχινο
Τρέχοντας ύστερα μακριά οι άνθρωποι των λατομείων
Και κάνουνε σινιάλα σαν τρελοί
Και μια ριπή του ανέμου άξαφνη σέρνει στις ρεματιές
τα ψάθινα καπέλα τους
Όπως όταν    
ένα βιολί ολομόναχο παραμιλάει στα σκοτεινά,
Μελαγχολικά η καρδιά του ερωτευμένου ανοίγει την Ασία της
Οι παπαρούνες μεσ’ στη λάμψη της χειροβομβίδας
Και τα πέτρινα χέρια μεσ’ στις ερημιές
που ασάλευτα και τρομερά δείχνουν
κατά την ίδια θέση πάντα
Φωνάζουν   Σημαίνουν
Η ζωή δεν είναι ερημητήριο
Η ζωή δεν αντέχει στη σιωπή
Με θερμοπίδακες και με χιονοστιβάδες πάει ψηλά
ή κυλιέται χαμηλά και ψιθυρίζει λόγια της αγάπης
Λόγια που ό,τι κι αν πουν δε λεν ποτέ τους ψέματα
Λόγια που ξεκινούν πουλιά και φτάνουν «πυρ αιθόμενον»
Γιατί δεν έχει δυο στοιχεία ο κόσμος – δε μοιράζεται
Παύλε Πικασσό  – κι η χαρά με τη λύπη
στο μέτωπο του ανθρώπου μοιάζουν
Juego de luna y arena – σμίγουν εκεί που ο ύπνος
Αφήνει να μιλούν τα σώματα – εκεί που ζωγραφίζεις
Τον Θάνατο ή τον Έρωτα
Ίδια γυμνούς και ανυπεράσπιστους
κάτω απ’ τα τρομερά ρουθούνια του Βοριά
Γιατί έτσι μόνο υπάρχεις
 
Αλήθεια Πικασσό Παύλε υπάρχεις
Και μαζί με σένα εμείς υπάρχουμε
Ολοένα χτίζουν μαύρες πέτρες γύρω μας – αλλά συ γελάς
Μαύρα τείχη γύρω μας – αλλά συ μεμιάς
Ανοίγεις πάνω τους μυριάδες πόρτες και παράθυρα
Να ξεχυθεί στον ήλιο κείνη αχ η πυρόξανθη κραυγή
Που μ’ έρωτα παράφορο μεγαλύνει και διαλαλεί
τ’ αέρια τα υγρά και τα στερεά του κόσμου ετούτου
Έτσι που να μη μάχεται πια κανένα το άλλο
Έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλο
Να μην υπάρχει εχθρός
Πλάι - πλάι να βαδίζουνε το αρνί με το λιοντάρι
Κι η ζωή αδελφέ μου ωσάν τον Γουαδαλκιβίρ των άστρων
Να κατρακυλάει με καθαρό νερό και με χρυσάφι
Χιλιάδες λεύγες μεσ’ τα όνειρά της
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρά μας…  
[πρώτη ενότητα από την ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΣΟ,
τρίτο ποίημα στην ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ
στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]

 


ΕΤΣΙ ΜΠΑΙΝΕΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΤΗ ΣΑΡΚΑ  και  η ΑΧΝΑ ΤΟΥ ΖΕΣΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ ΕΤΣΙ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ…

(2η ενότητα  από την ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΣΟ

στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974)

Αλλά    Το τρίξιμο της αψηλής οξιάς

Στα βουνά που ο Κεραυνός σεβάστηκε – αλλά και

Τα πλήθη στις πλατείες που τρικυμίζουν με μαντήλια κόκκινα

Πρωτομαγιά –

Τα μεγάλα μαύρα μάτια σου ζεστοβολούν τον κόσμο

Μέσα τους λιάζεται η Μεσόγειος και τεντώνουν τον τραχύ λαιμό τους

οι αίγαγροι των βράχων

Αγερομπασιά –

Τα πλατιά μαλλιαρά στήθη σου σα θειαφισμένο αμπέλι

Και το δεξί το χέρι σου έντομο μυθικό

Πάει κι έρχεται στ’ άσπρα χαρτιά, στο φως και στο σκοτάδι

Πάει κι έρχεται βουίζοντας

Και ξεσηκώνει χρώματα και σχήματα

Όχι μόνο απ’ αυτά που βάζουν οι νοικοκυρές

το μέγα Σάββατο  στα ράφια τους

Θύμησες φεγγαριού των αρρεβωνιασμένων

Όλο πούλιες χρυσές και ρόμβους ρόδινους

Αλλά κι απ’ τ’ άλλα που μπορεί να δει κανείς όταν τον πιάνει

ένα βαθύ μεράκι

Μέσα στα καροτσάκια των παιδιών

Μέσα στις σούστες τις διπλές των ντελμπεντέρηδων

Μέσα στ’ αυγά της χελώνας

Μέσα στις όχεντρες που δέρνονται με τη φωτιά

Ή ακόμη μες στα δάση των Ηπείρων τ’ απέραντα

- Πέφτοντας η νύχτα –

Όταν οι μαύροι σταυροπόδι γύρω απ’ τη φωτιά ψάλλουν όλοι μαζί

το «αλληλούια» με τις φυσαρμόνικες…


Τ’ είναι αυτό λοιπόν που δεν καίγεται – τ’ είναι αυτό που αντέχει

Στα μεγάλα υψίπεδα του Έρωτα, στα χαμένα μνημεία των Αζτέκων

Στο λειψό φεγγάρι, στον γεμάτο ακανθοφόρο ήλιο –

τ’ είναι   αυτό που δε λέγεται

Όμως κάποτε σε στιγμές περίσσειας θεϊκής φανερώνεται

Πικασσό: με το θάμπος που ξεχύνει ο Γαλαξίας στο άπειρο

Πικασσό: με το πείσμα που γυρνάει κατά τον Βορρά

η μαγνητική βελόνα

Πικασσό: καθώς καίει ο χάλυβας μες στα χυτήρια

Πικασσό: καθώς χάνεται στα βάθη ένα θωρηκτό ανοικτής θαλάσσης

Πικασσό: μες στο ασύμμετρο της υπερρεαλιστικής χλωρίδας

Πικασσό: μες στο ευσύνοπτο της χιλιομετρικής πανίδας

Πικασσό: Παλόμα

Πικασσό: Ιπποκένταυρε

Πικασσό: Guernica

 

ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ ΤΟ ΠΙΝΕΛΟ ΣΟΥ ΣΑ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΣ

(…σα να χαϊδεύεις λύκους  ή σαν να καταπίνεις πυρκαγιές… )

Νικά η περήφανη καρδιά τα μαύρα σκότη – και τον γόρδιο

κόβει δεσμό των πραγμάτων καθώς ξίφος η περήφανη καρδιά

Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος, μόνο να το σκέφτεσαι

Τα στάχυα όταν λυγίζουνε τον ουρανό

Είναι η κοπέλα που κοιτάει μέσα στα μάτια πάλι τον αγαπημένο της

Είναι η γλυκιά κοπέλα που λέει   «σ’ αγαπώ»

Την ώρα που οι μεγάλες πολιτείες

Γυρίζοντας αργά πάνω στον άξονά τους

Δείχνουν τετράγωνα παράθυρα κακοφωτισμένα

Λείψανα παλιών ανθρώπων με τριγωνικά κεφάλια

που στριφογυρίζουν το ’να μάτι τους

Κλίμακες μες στις κλίμακες διαδρόμους μες στους διαδρόμους

ΚΙΝΔΥΝΟΣ   ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ   ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ

Ο μισός αλογάνθρωπος ο απαγωγέας καλπάζει –

κι η γυναίκα  με τη γιγαντιαία πατούσα

Στον αέρα – τεντώνει τα οριζόντια μπράτσα της

Έτη μετά Χριστόν πικρά

Παρά λίγη καρδιά θα ’ταν ο κόσμος άλλος

Θα ’τανε άλλη του κόσμου η εκκλησιά

Όμως να – ο καλός Σαμαρείτης κλαίει λησμονημένος

και στα πόδια του πάλι δένει ρίζα παμπάλαιη δρακοντιά


Την ώρα που εσύ θηρίο

Εσύ Παύλε Πικασσό

Πικασσό Παύλε που μες στ’ αμάραντα μάτια σου

Χώρεσες όσα δε μπόρεσε να χωρέσει ο Θεός μέσα σ’ εκατομμύρια

Στρέμματα φυτεμένης γης

Δουλεύεις το πινέλο σου σα να τραγουδάς

Σα να χαϊδεύεις λύκους ή σα να καταπίνεις πυρκαγιές

Σα να πλαγιάζεις νύχτα – μέρα με μια γυναίκα νυμφομανή

Σα να πετάς πορτοκαλόφλουδες στη μέση ενός γλεντιού

Ενώ εσύ θυελοχαϊδεμένε

Πικασσό Παύλε αρπάζεις τον Θάνατο από τους καρπούς των χεριών

Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κι ευγενικό Μινώταυρο

Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι

Παίρνεις περνάς αφήνεις ξαναπιάνεις

Λουλούδια, ζώα, φιλιά, ευωδιές, κοπριές, κοτρόνια και διαμάντια

Για να τα εξισώσεις όλα μέσα στο άπειρο καθώς η ίδια η κίνηση της γης

που μας έφερε και που θα μας πάρει

Και ζωγραφίζεις για σένα και για μένα

Και ζωγραφίζεις για όλους τους συντρόφους μου

Και ζωγραφίζεις για όλα τα χρόνια που πέρασαν που περνούν

και που θα περάσουν!

 [ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΟ 3η ενότητα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]

 

ΨΑΛΜΟΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ 

(πρώτο ποίημα στην ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ,

1η ενότητα στα ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ του Οδυσσέα Ελύτη 1974)

Άνοιξη   θρύψαλο μενεξεδί

Άνοιξη   χνούδι περιστέρας

Άνοιξη   σκόνη μυριόχρωμη

 

Στ’ ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία

Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι

Με τσιγγάνες που άρπαζε

Σαν   Χαρταετούς

Ψηλά

Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους

 

Άνοιξη   πίκρισμα του σκίνου

Άνοιξη   άζωτο της αμασχάλης

Άνοιξη    σουσάμι αόρατο

 

Από σύρμα που άξαφνα έσυρνε φωτιά

Στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες
Στρίβοντας

Ένα τραμ   Εστρίγγλιζε

Στ’ άδεια οικόπεδα η μασιά του ήλιου εσκάλιζε

Την τσουκνίδα  και  το σαλιγκαρόχορτο

 

Άνοιξη  μυρμηκιά της  μέρας

Άνοιξη   αίμα του βολβού

Άνοιξη  οπλοπολυβόλο απύλωτο

 

Στων ωραίων γυναικών τα χέρια

Όπου τύχει

Ριπές   Θάνατοι

Εκατομμύρια σπερματοζωάρια

Στων ωραίων γυναικών τα χέρια

Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους

 

Άνοιξη  τσίτι τσιτωμένο

Άνοιξη  σφήκα του χεριού

Άνοιξη  «μη»  «θα μας δούνε»  «τέρας»

 

Και το τέρας που γύριζε σαν τη λατέρνα

Μια παράξενη

Άλλη   Γειτονιά

Και η χούφτα η βάναυση που ακαρτερούσε:

Χάιντε η ριξιά να βρει το ζάρι της

Κι η τζαμαρία το ωραίο λιθάρι της!..

 

Άνοιξη  κρύσταλλο  και νίκελ

Άνοιξη  παραπάτημα των κήπων

Άνοιξη  «μήνιν άειδε…»

 

Θεά!..  Και το σγουρά τα σκοτεινά τα μέρη!

Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!

Και τι κηπάκι

Τα λυτά   Νωπά   Μαλλιά

Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι !

 

Άνοιξη   μισοζαλισμένο ερείπιο

Άνοιξη  κεφαλή Διός και πέλαγος

Άνοιξη  Mercuri Air Sedan

 

Οι καμπάνες ανοίγανε μακριά

Στο κενό του γλαυκού κάτω απ’ τα βλέφαρα

Μια ρουφήχτρα

Που κατάπινε   Άσπρα   Πούπουλα

Οι ορμόνες της μουριάς κυρίευαν τα ύψη

 

Άνοιξη  μούρο αδάγκωτο

Άνοιξη  βιδωτό φιλί

Άνοιξη  χάσμα της λιποθυμίας

 

Το ντουβάρι ορέγονταν κι άλλα καρφιά

Στην ώχρα μέσα η μνήμη του Νοσοκομείου ξυπνούσε

Το τραγούδι που άστραφτε από τις χρυσόμυγες

Κι έφερνε

Γύρους   Χαμηλά

Στην αυλή με το κόκκινο και άσπρο πλακάκι

 

Άνοιξη  βούισμα στους κροτάφους

Άνοιξη  αμόνι και σφυρί

Άνοιξη  πρόσθια καταβύθιση

 

Κάποιος απ’ το ανοιχτό παράθυρο έριχνε

Λόγια που σπούσαν σαν αμύγδαλα

Κάκτος

Κάστωρ   Κόνδωρ   Ιέραξ

Ενώ στ΄αντικρινό Παρθεναγωγείο

 

Άνοιξη  37  και  2

Άνοιξη  Love  Amour  και Liebe

Άνοιξη  no mein και non

 

Τα κορίτσια δάγκωναν τη γομολάστιχα

Και τινάζανε πίσω το κεφάλι

Σα   Να τραβούσαν

Έξω

Του σφαγμένου πετεινού τα σπλάχνα

Τα κομμάτια τα σπλάχνα μες στα δόντια τους.

 

Άνοιξη  δόντι λυσσαλέο

Άνοιξη   φούξια του παροξυσμού

Άνοιξη   αρτεσιανόν  ηφαίστειο

 

Κι άλλα κρυμμένα πίσω απ’ το φεγγίτη

Που πάλευαν τις ρόδινες κορδέλες

Μια στιγμου-

λα μόνο

Τα γυμνά στήθη

Τα τρεμάμενα σπάρτα μεσ’ στους κάμπους

Όπου ευφραίνονται οι ακρίδες

 

Άνοιξη  σάλτο της ακρίδας

Άνοιξη  μήτρα σκοτεινή

Άνοιξη  πράξη ακατανόμαστη

 

Στ’ ανοιχτά χαρτιά  και  στα βιβλία

Μια κηλίδα

Μωβ

Πήγαιν’   Ερχότανε

Τα χυμένα νερά τα γυμνωμένα μέλη

Λάμπανε  πίσω απ’ το παντζούρι

 

Άνοιξη  άνοιξη σαλπάροντας

Άνοιξη   άνοιξη σημαιοστόλιστη

Άνοιξη   «αντίο αντίο παιδιά»

 

 

ΕΡΜΗΣ ΚΑΙ ΧΕΛΙΝΟΔΡΟΜΟΣ ΠΟΙΟΣ 

(…το πρωί με φοινικιάς Ροδίτισσας  Κλωνάρι τον αιθέρα καίοντας χύνεται…)

…Πάνω απ’ της Ανατολής την ορασιά   Στέγες κατάρτια  δώματα  καμπαναριά   Μ’ ιριδόστιχο πέδιλο μόλις   Αγγίζοντας   Ποιος – όταν μέσα από του πόντου   τις  Αμπελοβραγιές πηδώντας τα δελφινοκόριτσα    Βγάζουν κρυγιές φωνές αγριοπερίστερων   Πίσω απ’ το ψάρι τ’ αέρος  το ακαμάκιστο   Και με την πελαγίδα  ή  τ’ αρσινάκι στο – Λίζουνε τα γαλάζια γένια του Άι – Νικόλα   Του θαλασσάχραντου   Ραδινά τότε  -  ποιος της Χαλκης γιος   Το κολασμένο του «καμένου σπήλιου» λύνοντας   Κράτος ψηλά πηγαίνει τα τιμιότατα   Δώρα Θεού που οι χρόνοι δεν κατέλυσαν   Πάει πετάει – κι ο νους του αγάλλει σαν   Ήλιου αχτιδωσιά στης μνήμης των αρχαίων   Το χάλκωμα   Πάει πετάει – μα στις ψυχές χτυπά   Καμπάνα σηκωμού  και  αρνάδας λύτρωση   Βράχια που του νερού τα ξαναλέει ο αντίλαλος   Κοπάδια – σπίτια που τα πάει Δάφνις γυμνός   Μαϊστραλίζουν οι μανταρινιές της Κάλυμνος   Κι ακούν μισάνοιχτα της Κάσος   Τα όστρακα   Θύρσου  Σταυρού  ή  Σπαθιού   Της Καλοσύνης λάμπος  και  ύπνισμα!..  Για να ’ναι γλυκό χείλι του μέλλοντος   Πάντα στης νέας γερή κοπέλας  το βυζί   Γάλα νυμφαίο μυθικό στάχυ μαζί   Πάτμος της πράξης  και  του ονείρου   Νίσυρος   Κως   Λέρος   Σύμη  Αστροπαλειά   Κάρπαθος   Τήλος  Κατσελλόριζο…  Ποιος τώρα βουτηχτής αργοσιμώνοντας   Τον ουρανό βυθού που ανάβει τα σφουγγάρια του   Άξαφνα νιώθεται άγγελος  και  Πανορμίτης  του  Μυστικού που ξεχύνεται «χρυσέαις  Νιφάδεσσι»   Πάει ψηλά μ’ ένα κηρύκειο φως   Πάνω από ρημοκλήσια  και  ανεμόμυλους   Μαντάτο ελευθεριάς ν’ αντιχτυπήσει    Κατά των Αθηναίων το κάστρο που ριγά -  Ποιος με  σπιλιάδας τάχος πάει γοργά   Και ξεδιπλώνει τη σημαία της αφρισμένης    Θάλασσας   (ΔΩΔΕΚΑ ΝΗΣΩΝ ΑΓΓΕΛΟΣ, δεύτερο  ποίημα στην ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ,  1η ενότητα στα ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ του Οδυσσέα Ελύτη 1974  -  Με το γενικό τίτλο ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, η συλλογή αυτή συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα – δημοσιευμένα  ή  ανέκδοτα – που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών του Οδυσσέα Ελύτη]

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2026


ΤΟΣΟ ΜΟΥ ΟΜΟΡΦΗΝΕΣ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ – ΠΟΥ ΞΕΡΩ:

  (…μόνο σε σένα θα το πω παλιά θαλασσινή Σελήνη μου…) Ήτανε στο νησί μου κάποτες κει που αν δε γελιέμαι Πριν χιλιάδες χρόνους  η Σαπφώ κ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ