Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

ΟΣΟΙ ΓΚΡΕΜΙΣΑΝΕ (ή προσπαθήσαν) ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΣΑΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

 (…σακατεμένα οράματα  σκουπίδια οράματα…)

Η σύνθεση του Ποιήματος  μού φανερώνεται τώρα

σιγά – σιγά  τα πρόσωπα στο βάθος ωριμάζουν.

Ωστόσο   οι μέρες νεύρα και  κακό  χειρόγραφα μισά

δεφτέρια παραπεταμένα  οι λέξεις που καμιά φορά δε θέλουμε

με το στανιό δε γίνεται να ζωντανέψουν.

 

Υπάρχει ένα ακατέργαστο υλικό.

Σκέψη  περίσκεψη λοιπόν   μια τέχνη που να σκέφτεσαι

πάνω στην τέχνη σου. 

Ό,τι πειράξεις όφελος.

Κι ό,τι κρατάς καταγραφή ξερή  τα λυρικά να λείπουνε.

 

Εκεί που η μνήμη δε βοηθάει σε τίποτα κοίτα να σταματήσεις.

Αύριο θα δούμε περισσότερα. 

 

Βρήκα  και  ξαναδιάβασα παλιές επιστολές του Αλέξανδρου

τώρα απαραίτητες να φωτιστούν εκείνες οι κινήσεις.

Οι ξαφνικές μετακινήσεις από τούτο το συνοικισμό

 

σ’ άλλο συνοικισμό πρόθυμα πρόσωπα που μας προστάτευαν

μας έκρυβαν κι άλλα που φέρνανε εντολές μηνύματα πρόσωπα

ανώνυμα δε γύρεψαν δεν ξέρω αν θα γυρέψουνε ποτέ

μια αληθινή ταυτότητα  (=το δίκιο τους)

 

Ανόρεχτος παλεύω με τις ώρες βασανίζομαι. 

Δεν πάει πιο κάτω.

 

Στο τραπεζάκι απέναντι  (φωτογραφία σε κάθισμα)

κοιτάζει η μάνα μου  στριφογυρίζω  με κοιτάζει. 

 

Ενώ στην κάμαρα τούτη ακούγεται μονίμως η παλιά βροχή

η ατέλειωτη βροχή των περασμένων 

του κλειστού ατέλειωτου  χαμηλοφώτιστου χειμώνα.

 

Και μια μέρα λίγος ήλιος  μια μέρα μονάχα  ο φωτισμένος ήλιος

μακρυνάρι πάνω στο πάτωμα. 

 

Μέρα που χτυπηθήκαμε από τούτη τη μεριά

κι από την άλλη υπόνομος.

Να τεντωθεί το σύρμα και  να περαστεί από κάτω

λογαριάζοντας κατέβασμα και στρίψιμο

προσέχτε το σωλήνα. 

 

Προσχώσεις  επιχωματώσεις   ήττες  και  παραφορές.

Όσοι αλλαξοπιστήσανε από φόβο  όσοι φοβήθηκαν 

ένα τομάρι το είχανε  το πούλησαν. 

 

Όσοι γκρεμίσανε  (ή προσπάθησαν)  - σκοτείνιασαν την Ιστορία.

 

Στον άλλο δρόμο  η κατηφόρα  και  το φως  παράξενα αυτοκίνητα

νοσοκομεία που σκότωναν μέρα και νύχτα.

 

Γωνία τσακίζει ο χρόνος.  

 

Κι εκείνο το καρφί στον τοίχο

 

το μαύρο μάτι του μια σφήνα ακίνητη  μέσα στο μάτι μου.

 

Στρατόπεδα ξερά  νησιά  και  φυλακές.

Παλίρροια  κι άμπωτη στο σκοτεινό μυαλό μισοσβησμένες εικόνες

 

σακατεμένα οράματα   σκουπίδια οράματα.

 [ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ V   δεύτερη  ενότητα  στη συλλογή  του

Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ  1975

και άλλες επιλογές με αντιγραφή και επικόλληση

από τη  συγκεντρωτική έκδοση

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ 1965 – 1980  εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1997]




 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ,  VI

(από τη δεύτερη ενότητα στη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ 1975)

Καρφώνοντας χαρτιά στον τοίχο δαιμονίστηκα  άλλη μια φορά με τούτη την άγνωστη πόρτα.  Στο διάβολο την άνοιξα  ήταν ψεύτικη  πίσω απ’ αυτήν  ο τοίχος συνεχίζεται  και  κάτι εφημερίδες του ’44  πετάχτηκε ένας πόντικας  με τρόμαξε τον τρόμαξα .

Ώρα να κατέβω στην αγορά. Μελάνι και λοιπά χρειαζούμενα. Εκτός αυτών ν’ αγοράσω έναν καθρέφτη για το ξύρισμα.  Κι ένα μικρό ποταμάκι να πλένω κάθε νύχτα τον εαυτό μου προ του ύπνου.  Έτσι να πηγαίνω  καθαρός στα όνειρα.

Στο μεταξύ

να γράψω μια παράγραφο για τη συμπεριφορά του Κίμωνα προς την Αικατερίνη Χρήστου  χρησιμοποιώντας για πλάγιο φωτισμό τον Χριστόφορο Χρήστου και τα λόγια του ένα απόγευμα καταστροφής προς την ήδη νεκρή Ιωάννα της οποίας η περιπέτεια καταγράφεται αρχικά στο πρώτο ποίημα του «Μεταίχμιου»  κι  ο τάφος υπάρχει στο  IV  των «Ασμάτων»  δίπλα στο Φίλιππο  -  μη μου μπερδέψετε πρόσωπα – ονόματα.

Να γράψω μια παράγραφο – παραλογή για τον Χριστόφορο.  Να την εντάξω στην αρχή του ποιήματος εικόνα δεύτερη.

Και τέλος πάντων πρέπει να τελειώνω κάποτε μ’ αυτούς τους νεκρούς  έτσι που συνεχώς αυξαίνουν  κατάντησα σωστό νεκροταφείο.

Ν’ αγοράσω λοιπόν έναν καθρέφτη.

Με τον καθρέφτη μου να καθρεφτίσω το άπειρο

Με το ποτάμι μου να φτιάξω ένα αληθινό ποτάμι.

Να πελεκήσω πέτρες.

Τότε από την πόρτα ξαφνικά με φόρα η Κατερίνα.  Χαίρε το πολυπόθητο όργανο τ’ αγαπημένα μάτια.  Οργίζεται.  Κοίτα μου λέει δεν ξέρω τι σκαρώνεις με τους άλλους.  Όμως εγώ γυρεύω  να ’χω το δικό μου όνομα και το δικό μου το κορμί.  Κατάλαβες;

Υπόσχομαι καθώς κοιτάζω  το  (όνειρο)  κορμί της  φεύγει χάνεται μέσα στο χρονικό.

Να ομολογήσω πως   (έτσι μεσημεριάτικα).

Άσε καλύτερα.

Να πελεκήσω πέτρες!..

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ,  VII

Αργότερα πολύ αργότερα

 

Όταν ο Αλέξανδρος θα ’χει σκοτωθεί  όταν ο  Κωνσταντίνος ο Νικήτας  και το πείσμα και το  μίσος  και μην ανασαίνεις  μην μιλήσεις πρόσεχε  φυλάξου  φυλαχτείτε.  Και η κάθε μέρα ένα χειρότερο δίχως ελπίδα  ο φόβος το σκοτάδι να καταργηθεί ποτέ.

Με το μαχαίρι που παλέψαμε να ’χει καρφώσει τώρα το δικό μας το κορμί.

Με τις δημόσιες  τελετές για τους φονιάδες.

Κάτι τραγούδια στο λαιμό ξεράθηκαν.

Σακατεμένο σπίτι τα καρφιά που κράταγαν το σπίτι  τώρα δεν κρατάνε τίποτα.

Τότε ήρθες και μιλήσαμε.  Κι ήσουν εσύ που γνώρισα σκούρο ένα φέγγος ήτανε κάτι κρυφό  στα μάτια σου – πες μου τι γνώρισα από σένα;

Αργά ή γρήγορα μου αποκρίνεται η Όρσα και τούτο το παράθυρο θα ξεκολλήσει από τη μνήμη σου.  Όπου κι αν πας δε θα ’χεις πια τον έρωτα τον ουρανό για σύμμαχο.  Μονάχα τους νεκρούς ουρές ατέλειωτες  θα ’σαι γιατρός για πεθαμένους.   Και πρόσωπα άλλα  απ’ τα παλιά σου ποιήματα.  Με τι θα ζήσεις;  Τα παραμύθια σου συνέχεια όπως αυτός  ο μαύρος πίνακας  και  ποιος σκοτίζεται;  ποιος τα διαβάζει;  Και μη μου πεις για κείνο που χρωστάς  δόσε δεκάρες στο φτωχό  κι  ό,τι χρωστάς θα μείνει ανεξαγόραστο παντοτεινά το ξέρεις.

Περπατώντας  και  μιλώντας βρεθήκαμε στον άγνωστο κήπο.  Η θάλασσα άγνωστη πιο πάνω καλαμιές  και  φως σα ζυγιασμένο εφαίνονταν ανάμεσα στεριά  και  θάλασσα.  Πρώτη φορά δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτα.  Μπήκαμε στο νερό κι ακολουθήσαμε  το μαλακό βυθό στον άμμο  που έπαιζε  κομμάτιαζε το δίχτυ του ήλιου.  Ώσπου το νερό μας σκέπασε και μεις περπατούσαμε ακόμα.  Κι οι πόνοι εφύγανε από το κορμί  κι  η πείνα από τη μνήμη.

Και ήρθε μέσα μου όλος ο καιρός  που παιδευόμουν με την Όρσα.  Και δεν έλεγα τίποτα.  Που με  είχε ξεράνει η φτώχεια  και δεν ήμουν τίποτα.

Που βρήκα στο εκκλησάκι του Αγιαντρέα  εκείνο το μαύρο το κόκκινο χαλίκι.

Και την άλλη μέρα στην πλατεία Χαλκέων – Ηφαίστου.

Που σου είπα κοίταξε Πέτρο άλλο το πυροτέχνημα  κι  άλλο το θαύμα.

Που είχαν έρθει παρέες οι γύφτοι  φουσκομάγουλοι  μαύροι νταβούλια  και ντέφια  και  πίπιζες  κι ήταν.

Κι είμαστε όλοι μαζί μια παρέα την άνοιξη εκείνη  τη νύχτα.

Κωνσταντίνος  και  Πέτρος  και Φώτης.  Κατερίνα  και  Φίλιππος και.

Το κορμί της Ελένης, οργωμένο βαθύ  σα να βγήκε μεμιάς απ’ τη μήτρα της γης.  Και το μάτι το μαύρο  κεραυνός χωνεμένος.

Και την άλλη τη λέγανε Ντούτσα.  Προχωρώντας στον τοίχο ξυστά προχωρώντας  μπροστά παλαβή  τραγουδώντας  κι αγκαζέ με την Όρσα.  Το παιχνίδι των ίσκιων με δαιμόνιζε  τότε όπως τώρα οι νεκροί δύο – δύο στη μνήμη.

Κάθε ποίημα συναξάρι νεκρών

και γνωστών  και  αγνώστων.

Μια σειρά σκοτωμένοι στο νερό που έχει αφήσει στους άμμους η θάλασσα

θα πλυθούνε στους άμμους.

Και το φως

ένα απείραχτο δίχως σύνορα φως.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ,  VIII

Στο μάκρος του παρόντος κειμένου ένας ανάποδος πάει κι έρχεται δαιμονισμένος πυρετός.  Μια πάνω  και  μια κάτω  είπα  στο τέλος θα σπάσει το θερμόμετρο.

 

Βγάζεις μια λέξη  και  το ποίημα τρίζει κάποτε σωριάζεται στο πάτωμα.

 

Η γραφή περπατώντας τώρα δύσκολα,  στραβά,  πότε χωνεύει το θεματικό υλικό  πότε ταράζεται από σκέψεις απειθάρχητες  παραστρατήματα – παρεκτροπές της μνήμης.  Πολλές επαναλήψεις φτηνοπράγματα  και  λύσεις πρόχειρες.  Οργίζομαι  κι αρχίζω  πάλι απ’ την αρχή.  Ο χρόνος  κομματιάζεται  τότε μου βγαίνουν άλλα επίπεδα  κινήσεις άξαφνες  και  παρορμήσεις  απαιτητικές οδυνηροί παροξυσμοί του συναισθήματος. 

 

Το ασυνεχές στην επιφάνεια  μέσα από τα χάσματα να φαίνονται  (μόλις να φαίνονται)  παράπλευρες – παράλογες συνδέσεις στην αφήγηση.  Το ασυνεχές στο βάθος -  κλιμάκωση στοιχείων  και  στίχων  πολλαπλά σπαράγματα από πρόσωπα  και  σύγχρονες / παλιές εικόνες.

 

Έτσι μέρα και νύχτα γράφοντας  και  σβήνοντας έπεφτα ανύποπτος  κάθε φορά μπροστά στο τίποτα  κι  απόμενα  γυμνός στη μέση ενός τοπίου  που γκρεμιζόταν.  Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο.

 

Αίγλη παλιών ποιητών η σκοτεινή σας εξουσία.

 

Μέσα στο ποίημα που παλεύω σήμερα κρύβεται ένα άλλο ποίημα  κινείται πίσω από τον ίσκιο του  κι  αγέννητες  -  τώρα γεννιούνται οι λέξεις.

 

Ίσως μου χρειάζεται μια ζυγαριά για να μετράω κάθε φορά το βάρος τους.  Ή πώς αλλάζει γύρω η αίσθηση  κι  η συμπεριφορά τους με τη  σιγά – σιγά στροφή της μέρας.  Έτσι βυθίζεσαι μ’ αυτή την αίσθηση στο μάυρο.

 

Τότε άκουσα στην κάμαρα τα βήματα  κι  έστριψα  κι  έμεινα με το στόμα μου ανοιχτό.

 

Με πήρανε χαράματα είπε η Ντούτσα  ήμουν μισή στον ύπνο.  Εφύγαμε κι η πόλη πίσω μας καιγόταν.  Ύστερα με σαπούνισαν με το σφουγγάρι όπως τα πιάτα.  Με πήρε ο Αντώνης από τη Λάρισα.  Αυτός άκου να ιδείς αντίς κεφάλι είχε μια φοβερή τανάλια στο λαιμό.  Με κείνην έτρωγε και μίλαγε.

 

Μια μέρα  βρέθηκα στην πόλη περπατώντας  και ρωτώντας  και  σε βρίσκω εδώ.

 

Μη με παρεξηγήσεις ήθελα.

Κάτι είχε πει πως έγραφες για τότε  και  για μας  κάτι για μένα.  Πες μου το ’γραψες;  τι το ’κανες;

Δεν πέθανα μη με κοιτάζεις έτσι.

Γυρεύω ένα σανίδι ν’ αρπαχτώ.

Θέλω να ζήσω το κατάλαβες;

 

Πρωί του Οκτώβρη κι  ένα θλίψη – φως.

 

Το ποίημα που σαν ενέργεια καθαρή μ’ εξακοντίζει κάθε τόσο πέρα από την κίνηση της Ιστορίας.  Που τελικά κατάντησε ένας σκουπιδότοπος  σύννεφο οι μυγες.

 

Και κάτι ακόμα.  Τα πρόσωπα που αλλάζουν θέση / εξάρτηση  που υπονομεύουν έτσι τα στηρίγματα των άλλων  π.χ.  σχέση  και  σύνδεση  Νικήτα – Φίλιππου  προς  Κατερίνα – Κίμωνα   προς  Όρσα – Ορέστη – Αλέξανδρο κ.λ.π.  Ειδήσεις σφαλερές  βιασύνες στην εκτίμηση     καταστροφή του κώδικα κινήσεις του κοντακιανού – ποια μέρα  και  ποια νύχτα;

 

Ποιος έμπασε τον Πορεστάνο εδώ και τον;

 

Το μούτρο του ένας βράχος ξαφνικά.  Μήτε μιλήσαμε  πέντε συναπαντήματα  Σεπτέμβρη – Οκτώβρη.

 

Ύστερα εφτάσανε τα φορτηγά  και  χάνεται η στερνή του εικόνα.

 

Τώρα κοιτάζω πίσω από το τζάμι.  Στο βάθος η πολιτεία οργανωμένη με σύγχρονες οικοδομές. Κανένα δένδρο  και  το φως αλύπητο.  Προσχέδιο για την κόλαση.

 

Αυτές τις μέρες δικαστήρια.  Το παράλογο παντού  και  φοβερές οι εφημερίδες -  μιάμισυ δραχμή το μίσος.

 

Ο μέσα πόνος παροξύνεται.

 

Ύστερα σκοτεινιάζει σκοτεινότερος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ,  ΙΧ

Πέρασαν μήνες χρόνια μοναχός  προχώρεσα με το μυαλό μου ακόμα σκοτεινό  και  κάτι ακαθόριστοι λογαριασμοί με τούτους  και  με  κείνους κι άλλα

που τότε δεν τα καταλάβαινα  τότε που ο κόσμος λέγανε ήταν να ξαναφτιαχτεί πιο δυνατός πιο σίγουρος σε μια άλλη τάξη. Έτσι έγινε και βγήκανε  ως τα σήμερα κάπου σαράντα εκατομμύρια πτώματα.  Κι έχει ο Θεός.

Στο μεταξύ  κυκλοφορώ κυκλοφορείς   κυκλοφορούμε  ανάμεσα στους αμφιπρόσωπους  δεν ξέρεις πώς να φυλαχτείς.  Παράδειγμα ο κοντακιανός.  Για κείνον το παιχνίδι αλλιώτικο δε θα κρατήσει ο Πορετσάνος το είπε αλλοιώτικος  ο θάνατος.

Τ’ όνειρο που ξανάρχεται το είδα πολλές φορές.  Νύχτα στροφή με λίγο φως  ο δρόμος άγνωστος σε κυνηγάνε για να σε σκοτώσουν. Τρέχεις για να ξεφύγεις  ξαφνικά  μπροστά σου ο τοίχος ίδιος πάντοτε σε κόβει παγωμένος ιδρώτας  ενώ ο Νικήτας  κι  άλλος ένας   άλλοι δυο σ’ έχουν ζυγώσει   τώρα σημαδεύουνε με τα περίστροφα.  Εσύ τους ξέρεις  και παραξενεύεσαι  που κάνουν σα να μην σε ξέρουν  σα να μη σε συναντήσανε ποτέ.  Πάνω απ’ τα σπίτια – οξύτατη αίσθηση – ένας ουρανός κάνιστρο μπλε βαθύ  κι  αστερισμοί ένα  πλήθος καθαρότατοι.

Την άλλη μέρα συντροφιά με τον Αλέξανδρο.  Ίσως στον ύπνο σου να γίνεσαι κι εσύ αμφιπρόσωπος   μου λέει γελώντας.  Κοίταξε  λέει υπάρχει κάτω εκεί  μια  κουκίδα  μαύρη  που παλεύει να  σταθεί στο βάθος στον ορίζοντα.  Μου’ δειχνε με το δάχτυλο  προσπάθησα να ιδώ τίποτα.  Θα ’ναι κάτι πολύ προσωπικό  γι’ αυτό δεν βλέπεις  πρόστεσε συλλογισμένος.  Κάθε σημάδι είναι προσωπικό  για τον καθένα μας.

Σημειώνω εδώ  (μην το ξεχάσω) μια κίνηση της Ιωάννας όταν γνωριστήκαμε  κι αρπάχτηκε απ’ τον Κωνσταντίνο. Η Ιωάννα λοιπόν απλώνει το χέρι της κρατώντας ένα κλειδί  και  του δίνει.  Εκείνος το κοιτάζει  το αγγίζει με το δάχτυλο στην άκρη χωρίς να το παίρνει.

Στην κάμαρα που θα πλαγιάσουνε πρώτη φορά  η Κατερίνα με το Φίλιππο το φως ελάχιστο μονάχα μια φτενή λουρίδα απ’ το παράθυρο. Σκούρο κορμί του Φίλιππου κι  αυλακωμένο από τον πυρετό.  Της Κατερίνας το κορμί κι αυτό μια πείνα ωστόσο καθαρό σιτάρι.  Σε μια στιγμή ένα φέρσιμο παράξενο του Φίλιππου που ανασηκώνεται παλεύοντας ν’ αποτινάξει μέσα του το φόβο.  Πέρα απ’ αυτό η επιθυμία έχει κλιμακωθεί κανονικά σε βάθος  κι  ένταση.

Ο Κίμωνας πάντα κλειστός  το πρόσωπο απερίγραπτο γεμάτο χαρακιές.  Πελεκημένος άσκημα απ’  το χρόνο. Είπε πως είχε κάνει φυλακή ποτέ δεν ξεκαθάριζε. Μισόλογα  και  ψεύτικη ταυτότητα. Κι όμως προσηλωμένος ήσυχος  ακούραστος. Κοιτάζει ώρα πολλή  τη Ντούτσα που τριγυρίζει εδώ κι εκεί σεινάμενη κουνάμενη  ένας μικροσατανάς στα μέτρα του χαρούμενος.

Το σπασμένο πόδι του Πέτρου.

Το πουκάμισο του Πέτρου μας είπε είναι παλιό ματωμένο απ’ τον πόλεμο  τόσα και τόσα χρόνια αργότερα απ’ τον πόλεμο – χάθηκε το σαπούνι;

Το κεφάλι του Πέτρου  και  μέσα η σκέψη του ξεστρατίζοντας κάποτε σ’ ένα λοξό μονοπάτι πηγάδια με σκοτωμένους.

Και πάλι ο Φίλιππος αγέλαστο χαμόγελο.  Παιδί που φαρμακώθηκε στα μικρομάγαζα  της επαρχίας.  Τ’ αφεντικό του ένα σαββάτο απόγιομα στο πίσω μέρος μισοφώτιστα και τότε ο Φίλιππος κατάλαβε χίμηξε απάνω του τον έσκισε  τον έγδαρε.

Μια μέρα από τα παραπήγματα  μας ήρθε η Ιωάννα  κανένα επάγγελμα  κανένας συγγενής.  Μ’ άρεσε τ’ όνομα   φωνήεντα σκούρο   σιγανό.   Μα το κορμί της  μια σκάφη  ξερή  ποταμιά  που ξεράθηκε.

Ο Κωνσταντίνος για την ώρα τίποτα.  Ξεκαθαρίζω αργότερα.  Μαζί με τον Ορέστη  το Νικήτα.

Τους έχω τώρα μια έγνοια στο μυαλό.  Δεν ησυχάζουνε.  Κρυφά και φανερά χώνονται μες στο πλήθος που πάει κι έρχεται ακατάπαυστα στην πολιτεία.

Η πολιτεία είναι πραγματική.

Σε δόξα ευρύχωρη βαφτίζεται κολόνες μάρμαρα  παλιές  επιγραφές.

 

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ,  Χ

(… ημέρα εκατοστή πεντηκοστή και πρώτη…από τότε που αρχίνισα

παλεύοντας τρίτη και τέταρτη γραφή ετούτο το έργο…)

Οι δυσκολίες πολλές.   Πάω να σφίξω  εδώ  ή εκεί  κούφια τα ποιήματα συντρίβονται  νοιώθω σαν προδομένος.  Υπάρχει ένα φαρμάκι μέσα μου  που δεν εξαγοράζεται με τίποτα.   Πρέπει να το ξεκαθαρίσω οριστικά.   Τα πρόσωπα  που ζωντανεύουν  και  κρατάνε την αφήγηση  χρόνια με κατοικούν μονίμως.  Δεν είναι επινοήσεις πρόχειρες  κατασκευές.  Δεν είναι ανεύθυνες φανταστικές φιγούρες.   Στο κάτω της γραφής  ο  Κατιρτζόγλου θα συμμορφωνόταν στην περίπτωση που εσείς.  Δεν θα στεκόταν  ύστερα χαμένος έτσι να  κοιτάζει το αίμα.   Ο πρώτος διάδρομος αριστερά του μεγάλου χειμωνιάτικου σπιτιού βαφτίζεται από καιρό στη σιωπή.  Μονάχα η πόρτα στο βάθος μπορεί ν’ ανοίξει ένα συγκεκριμένο απόγευμα.  Και τότε ο ήλιος  θα φωτίσει παράξενα τη μορφή των δύο εισερχομένων  που είναι ο  Φίλιππος  και η Κατερίνα.   Υπάρχει διαθέσιμος ακόμα ένας διάδρομος.  Τον τοποθέτησα πριν από χρόνια σε μια κλινική  για να περάσει όπως στα ονειρα το πρόσωπο της  Μάγδας – κοίταξε  «Μάγδα»   στο «Νεκρόδειπνο».  Ίσως αργότερα την  χρησιμοποιήσω κι εδώ υποκαθιστώντας φυσικά τη Μάγδα με  ένα άλλο πρόσωπο την Όρσα  που είναι μια εξίσου γοητευτική παρουσία μέσα σ’ αυτό υο ταραγμένο ΧΡΟΝΙΚΟ.  Να μην ξεχάσω τ’ αυτοκίνητα  κυρίως τα φορτηγά  τους προβολείς των αυτοκινήτων τη νύχτα.   Τη σκάλα που κατέβηκε με το τσιγάρο ο Κωνσταντίνος.    Τον κήπο και τη φαγωμένη μάντρα του.  Κι εκεί συναντηθήκανε με το Νικήτα.  Κι  ο Νικήτας  άκουγε  μόλις κρατιόταν  ύστερα καβάλησε μοτοσακό  κι εξαφανίστηκε.  Να  θυμηθώ τα σπίτια. Κατά προτίμηση παλιά. Κρυφά περάσματα  κρυφές διαβάσεις  και  τα πατώματα σε κάθε βήμα ετρίζανε.  Πόρτες  λουκέτα  κάμαρες  καρφιά στον τοίχο  και  συνθήματα.   Τις ατελείωτες  ξεφτισμένες  απροσδιόριστες  κι  επικίνδυνες κάμαρες.   Τα πολυβόλα που θερίζανε την οδό Αχαρνών  και  την οδό  Πατησίων.   Τον Ορέστη που έτρεχε βλαστημώντας ανάμεσα  στις ξερές καλαμιές  και τα μαλλιά του  φως βυζαντινό που φέγγανε  χρυσό  ανεξήγητο.  Το γόνατο του Φίλιππου να τρέμει πάνω στα χώματα καθώς κρατούσε από την  πλάτη τον Αλέξανδρο – το πρόσωπο του Φίλιππου άσπρο σαν  - το πρόσωπο του Κίμωνα την ώρα που σηκώσανε  και πήραν τον Αλέξανδρο   κλειστό  ραμμένο  μ’ απανωτές βελονιές – ύστερα την κραυγή του Κίμωνα  που δεν ακούστηκε  που κόπηκε  που ξαναμπήκε μέσα του  που γίνηκε λύσσα  σιωπή  και λύσσα.   Το καρότσι που πήρε νεκρό τον Αλέξανδρο  το πόδι του τ’ αριστερό κρεμόταν.  Κι έβγαλα το μαντήλι  μου για να.   Κι ο δρόμος ήταν μακρύς.  Να  θυμηθώ  τις πέτρες   τα οδοφράγματα  τις προσταγές  που επρόφταιναν τις άλλες που μισές χαθήκανε  τα σύρματα.  Συρματοπλέγματα  και  σύρματα.  Και σιδερένιοι πάσσαλοι  και  σίδερα  και  φράχτες  που έσκιζαν τα χέρια μας.  Πέτρες τσιμέντα  σπίτια  πέφτανε πόρτες  παράθυρα  μπαλκόνια  και  παράθυρα σπασμένα τζάμια γινωμένα θρύψαλα.  Το ασταμάτητο πήγαινε έλα μέσα στη νύχτα  τις ανώνυμες σκιές  τ’ ανώνυμα πρόσωπα  που ήταν  και  μείνανε ανώνυμα.  Τις  μέρες που βούλιαξαν μέσα στα χρόνια  που βούλιαξαν στη σιωπή  γινήκανε όγκοι ασήκωτοι  γινήκανε όγκοι αιώνες…    [ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ  από τη δεύτερη ενότητα στη  συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΧΡΟΝΟΚΟ 1975 εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση: ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ  1965 – 1980, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1997 ]

                        Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2026



Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Ο ΝΕΟΣ ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ ΗΡΘΕ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΔΩΝΑ

 (…χωρίς να φοβηθεί το θυμωμένο Ποσειδώνα…)


Κοράκου χρώμα τα τσουλούφια του, ο χιτώνας του πορφύρα
και τον κρατάει στον ώμο του μια χρυσή πόρπη∙ μύρα
 
ανασαίνει και ψιμύθια κάθε πτυχή του σώματός του.
Μπήκε στην Κύπρο απ’ τη θαλασσινή πόρτα της Αμμοχώστου
 
και τώρα χαίρεται μες στα στενά της Λευκωσίας τη λιακάδα.
Μια τουρκοπούλα στην αυλή  και σείστηκε η περιπλοκάδα
 
που κορφολόγαε με τα σιντεφένια δάχτυλά της.
Εκείνος διάβηκε του ήλιου τον ποταμό σαν θείος περάτης,
 
σαν όνειρο ψιθυριστά τραγουδώντας:  «Ρόδα στο μαντίλι»!..
Λες γύρευαν του Δία τα πέδιλα τα βυσσινιά του χείλη.
 
Έτσι προχώρησε και κάθησε πλάι σ’ ένα γοτθικό παραστάτη
όπου του Μάρκου το λιοντάρι κάρφωνε μ’ αλαφιασμένο μάτι
 
έναν κοιμάμενο βοσκό που μύριζε τραγί κι ιδρώτα.
Ακούμπησε, έβγαλε από τον κόρφο του  και  κοίταξε μια τερακότα∙
 
ένα γυμνό που γλιστρούσε αβέβαιο στη σαλμακίδα κοίτη
ανάμεσα στον κοίλο Ερμή  και  την κυρτή Αφροδίτη!..
 [ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΔΩΝΑ κι άλλες επιλογές από τη συλλογή
του Γιώργου Σεφέρη  ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ 1955  

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: «Τα ποιήματα της συλλογής αυτής  μου δόθηκαν το φθινόπωρο του ’53 όταν ταξίδεψα πρώτη φορά στην Κύπρο. Ήταν η αποκάλυψη ενός κόσμου και ήταν ακόμη η εμπειρία ενός ανθρώπινου δράματος που, όποιες και να ’ναι οι σκοπιμότητες της καθημερινής συναλλαγής, μετρά και κρίνει την ανθρωπιά μας… Και συλλογίζομαι πως αν έτυχε να βρω στην Κύπρο τόση χάρη, είναι ίσως γιατί το νησί αυτό μού έδωσε ό,τι είχε να μου δώσει σ’ ένα πλαίσιο αρκετά περιορισμένο για να μην εξατμίζεται, όπως στις πρωτεύουσες του μεγάλου κόσμου, η κάθε αίσθηση, και αρκετά πλατύ για να χωρέσει το θαύμα.  Είναι περίεργο να το λέει κανείς σήμερα· η Κύπρος είναι ένας τόπος όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη…»
(Βαρώσια, Σεπτέμβρης 1955).

 


Από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ αποδελτιώνονται  εδώ τα ποιήματα:

ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΚΗΡΥΝΕΙΑΣ,  Της τηλεγράφησα λουλούδια…

ΤΡΕΙΣ ΜΟΥΛΕΣ,  Στη Δαμασκό μια νύχτα αγρύπνιας μου φάνηκε το πέρασμα…

ΠΕΝΘΕΥΣ  Ο ύπνος τον γέμιζε όνειρα καρπών και φύλλων

ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΜΙΛΑ,  Περί των κατά την χώραν Κύπρον σκαιών…

ΜΝΗΜΗ Β,  Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα…

ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΣ,  Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού,  κάποτε φούχτες η ψιλή βροχή…

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΑΘΗΝΑΙΟΣ,  Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Τροίας  και στα λατομεία της Σικελίας

ΈΓΚΩΜΗ,  Ήταν πλατύς ο κάμπος  και   στρωτός… και

ΟΙ ΓΑΤΕΣ Τ’ ΑΪ-ΝΙΚΟΛΑ, Φαίνεται ο Κάβο – Γάτα, μου είπε ο καπετάνιος δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι…

 

ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ

(Σχέδιο για ένα  «ειδύλλιο»)

-Της τηλεγράφησα λουλούδια

-Ουίσκι;  Τζιν;

-Σήμερα οι αργυροί της γάμοι.

-Το νου σαν μην   πηδήξει στο φουστάνι σας ο σκύλος∙

θα το λασπώσει∙  τον παραμελούν∙  γίνεται οικείος.

 

-Τζιν παρακαλώ. Μένει τώρα στο Κεντ.

Πάντα θα τη θυμούμαι στην εκκλησιά.  Σα βγήκαμε έβρεχε∙

μια μπάντα έπαιζε στ’ άλλο πεζοδρόμιο∙  θαρρώ Στρατός της Σωτηρίας

-Μέρες του Μάη,  ο χρόνος της Μεγάλης Απεργίας.

 

-Δεν είχαμε ούτε εφημερίδες.

-Δέστε το βουνό∙  όταν βυθίσει τέλος πάντων ο ήλιος

θα είναι μονόχρωμο  και  ειρηνικό.

Αυτό  είναι ο Άγιος Ιλαρίων.  Το προτιμώ με το φεγγάρι.

-Γράφει πως έχει κι ένα φάντασμα  που τριγυρνά μ’ ένα σβηστό φανάρι

-Ο Άγιος Ιλαρίων;

-Όχι, το σπίτι της στο Κεντ.

-Εδώ το φάντασμα θα πήγαινε καλύτερα.

Κάποτε – δεν μπορώ να το εξηγήσω –

η μνήμη  σ’ αυτό το φως γίνεται πιο σκληρή,  μια ζύμη

που τη στεγνώνει ο ήλιος…

-Ζύμη από τι;   Έχω κι εγώ πονοκεφάλους

-Γνωρίσατε τον Ποιητή  ή  κάτι τέτοιο,

που έμενε τον περασμένο μηνα εδώ;

Το αίσθημα το ονομάζει παλίμψηστη λιβιδώ∙

πάρα πολύ ασυνήθιστος∙   τι θέλει να πει;

δεν το ξέρει κανείς∙  κυνικος  και  φιλέλλην.

 

-Σύντροφος σνομπ.

-Κάποτε αστείος∙  τώρα είναι στα λουτρά.

-Στην Ιταλία καθώς άκουσα.

-Ναι, κάποιο «σπα».

Λέει πως ωφελούν την αφροδίσια ρώμη.

Του έδωσα σύσταση για τον Οράτιο στη Ρώμη.

 

-Πολύ αθυρόστομος,  πώς του επιτρέπετε;

-Αλήθεια, πώς;

Ίσως στην ηλικία μας να γίνεται κανείς συγκαταβατικός

ίσως ανάγκη να ξεφύγω τον τρεχάμενο εαυτό μου

ίσως αυτό το  νησί  που με πλήττει σαν αερόλιθος άλλου κόσμου.

-Γινόσαστε μελαγχολική, Μαργαρίτα.  Μα είναι τόσο ωραία∙

ο ήλιος,  η θάλασσα∙  ένα παντοτινό καλοκαίρι…

-Α!..  τούτη η θέα  που όλο ρωτά  κι  όλο ρωτά.

Προσέχετε κάποτε τον καθρέφτη

πώς κάνει εντάφιο το πρόσωπό μας;

Και τον ήλιο τον κλέφτη  

πώς παίρνει τα φτιασίδια  μας κάθε πρωί;

Θα προτιμούσα τη ζεστασιά του ήλιου  χωρίς τον ήλιο∙

Θ’ αποζητούσα μια θάλασσα που δεν απογυμνώνει∙

ένα μαβί χωρίς φωνή,

χωρίς αυτή την ανάγωγη ανάκριση την καθημερινή.

Θα με ξεκούραζε το σιωπηλό χάδι της ομίχλης

στα κρόσσια του ονείρου∙

αυτός ο κόσμος δεν είναι δικός μας, είναι του Ομήρου,

η καλύτερη φράση  που άκουσα γι’ αυτό τον τόπο.

Ήσυχα, Ρεξ!..

-Ευχαριστώ, μην κάνετε τον κόπο,  ξέρω το δρόμο.

Θα ήθελα να προλάβω ν’ αγοράσω πανί,

σαράντα πήχες δίμιτο,  για τον περιβολάρη μας τον Παναγή∙

απίστευο!.. τόσο, λέει, του χρειάζεται  για  μια βάρκα…

Καθώς μιλούσαμε θυμόμουν ένα Σάββατο, τον Μπιλ, στη βάρκα

στον Τάμεση… Κοίταζα το φουλάρι του όλο το δείλι.

Σφύριζε καθώς έλαμνε,  «Πες της το με το γιουκαλίλι».

Τι να ’γινε άραγε;

-Σκοτώθηκε στην Κρήτη.

-Όμορφος,  πολύ όμορφος…  Θα σας περιμένω την Τρίτη…

Ήσυχα που καλούσε ο Τάμεσης μέσα στους ίσκιους…

Καλόν ύπνο.

-Κρίμα που δεν μπορέσατε να μείνετε για το δείπνο.

 

ΤΡΕΙΣ ΜΟΥΛΕΣ 

Γράμμα στον Μάστρο

 

Καί ἐκαβαλλίκεψεν  ρήγαινα ἀπάνω τῆς θαυμαστῆς μούλας τοῦ ἀνδρός της τοῦ ρέ Πιέρ, ὀνόματι Μαργαρίτα, καί ἔκατσεν ἀπάνω τῆς θαυμαστῆς μούλας γυναικεῖα, καί ἐπαράγγειλεν τοῦ σκουτιέρη της, ὀνόματι Πουτζουρέλλο, νά κρατεῖ μετά του τά φτερνιστηρία της, καί ἅντα τοῦ νέψει, νά γυρίσει τό πόδιν της νά κάτσει ανθρωπινά...

ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ

 

Στη Δαμασκό μια νύχτα αγρύπνιας

μου φάνηκε το πέρασμα της Ούμ Χαράμ 

της βαθυσέβαστης γενιάς του Προφήτη.

Άκουγα πέταλα σαν αργυρά δηνάρια

κι εκείνη λες και διάβαινε λόφους αλάτι

κατά τη Λάρνακα, στη μούλα της καβάλα.

Περίμενα μέσα σε δροσερά κλωνάρια

δαγκώνοντας τον καρπό της μυρτιάς∙

τα μάτια μου τ’ αγκύλωνε μια ασπράδα

ίσως τ’ αλάτι ίσως το φάσμα της. Και τότε

στους θάμνους ένας ψίθυρος:

                                                «Εδώ ήταν

που γλίστρησε το ζό μου. Τούτη η πέτρα

μου τσάκισε το διάφωτον αυχένα

κι έδωσα την ψυχή μου νικηφόρα.

Απ’ τη βουλή του θεού ήμουν γεμάτη∙

μια μούλα δε σηκώνει τέτοιο βάρος∙

μην το ξεχνάς και μην την αδικήσεις».

 

Είπε κι εχάθη.  Ωστόσο ακόμη και τώρα

η μούλα της ολοένα βόσκει στο μυαλό μου,

καθώς και η άλλη όπου σταμάτησε η καρδιά της

όταν την ξεφόρτωσαν απ’ τα δυο κιβούρια,

τους δυό αδελφούς τους αδικοσφαγμένους

απ’ τον τζελάτη εκεί στον Κουτσοβέντη.

 

Μα η πιο τρανή, πώς να την πω;  Στον τόπο

που όσοι έζησαν πιο χαμηλά από τα καστέλια

λησμονήθηκαν σαν το χώμα του άλλου χρόνου,

αυτή αρμενίζει ακόμη στα φτερά της φήμης∙

το ξακουσμένο ζωντανό της ρήγαινας Λινόρας.

Στην κοιλιά της τα χρυσά φτερνιστήρια,

στη σέλα της τ’ αξεδίψαστα λαγόνια,

στο γλάκι της τραντά τα στήθια εκείνα

γεμάτα σαν τα ρόδια φονικό.

Κι όταν Ναπολιτάνοι Γενοβέζοι και Λομπάρδοι

φέραν απάνω στο βασιλικό τραπέζι

σ’ ένα ασημένιο δίσκο, ματωμένο

του σκοτωμένου ρήγα το πουκάμισο

και ξέκαμαν τον ελεεινόν Ιωάννη∙

λογιάζω πως χιχίνισε τη νύχτα εκείνη,

έξω από την απάθεια της φυλής της,

καθώς ουρλιάζει το σκυλί,

διπλοεντέλινη, χρυσοκάπουλη, στο στάβλο,

η μούλα Μαργαρίτα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Με το ποίημα «Τρεις μούλες» ο Γιώργος Σεφέρης επιχειρεί μια συνειρμική σύνδεση ανάμεσα σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους της πολυπαθούς Κύπρου, συνθέτοντας ένα γράμμα που έχει ως αποδέκτη τον Μάστρο, ψευδώνυμο του Κύπριου αγωνιστή Γρηγόρη Αυξεντίου.

 

ΠΕΝΘΕΥΣ

Ο ύπνος τον γέμιζε όνειρα καρπών  και  φύλλων∙

ο ξύπνος δεν τον άφηνε να κόψει ούτε ένα μαύρο.

Κι οι δυο μαζί μοιράσανε τα μέλη του στις Βάκχες!..

[από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΤΣΡΩΜΑΤΟΣ Γ 1955]

 

ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΜΙΛΑ -

(από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ  Γ  1955)

 

Υπέρογκες αρχιτεκτονικές∙  Λαρίων Φαμαγκούστα Μπουφαβέντο∙  σχεδόν σκηνικά.

Ήμασταν συνηθισμένοι να το στοχαζόμαστε αλλιώς το

«Ιησούς Χριστός Νικά»

 

που είδαμε κάποτε στα τείχη της βασιλεύουσας,

τα φαγωμένα από γυφτοτσάντιρα  και  στεγνά χορτάρια,

με τους μεγάλους πύργους κατάχαμα  σαν ενός δυνατού 

που έχασε,  τα ριγμένα ζάρια.

 

Για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος  για την πίστη του Χριστού

και για την ψυχή του ανθρώπου καθισμένη στα γόνατα

της Υπερμάχου  Στρατηγού,

που είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης,

εκείνου του πελάγου τον καημό σαν ήβρε το ζύγιασμα της καλοσύνης.

 

Ας παίζουν τώρα μελοδράματα στα σκηνικά των σταυροφόρων  Λουζινιά

κι ας φλομώνουμε με τον καπνό που μας κουβάλησαν απ’ το βοριά.

 

Ας τους να τρώγουνται  και  να ανεμοδέρνουνται

ωσάν το κάτεργο που δένει μούδες∙

Καλώς μα ήρθατε στην Κύπρο αρχόντοι.

Τράγοι  και  μαϊμούδες!..

 

ΜΝΗΜΗ ,  Β΄     

Έφεσος

Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο

που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα·

απέραντος δεξιά κι άδειος ο κάμπος

ζερβά κατέβαιναν απ’ το βουνό τ’ απόσκια:

«Είναι παντού το Ποίημα. Η φωνή σου

καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του

σαν το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει

μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο

και πάλι χάνεται. Είναι παντού το Ποίημα

σαν τα φτερά του αγέρα μες στον αγέρα

που άγγιξαν τα φτερά του γλάρου μια στιγμή.

Ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας, πως αλλάζει

το πρόσωπο κι ωστόσο μένει το ίδιο

γυναίκας που γυμνώθηκε.   Το ξέρει

όποιος αγάπησε· στο φως των άλλων

ο κόσμος φθείρεται· μα εσύ θυμήσου

Άδης και Διόνυσος είναι το ίδιο».

Είπε, και πήρε το μεγάλο δρόμο

που πάει στο αλλοτινό λιμάνι, χωνεμένο τώρα

πέρα στα βούρλα. Το λυκόφως

θα ’λεγες για το θάνατο ενός ζώου,

τόσο γυμνό.

Θυμάμαι ακόμη∙

ταξίδευε σ’ άκρες ιωνικές, σ’ άδεια κοχύλια θεάτρων

όπου μονάχα η σαύρα σέρνεται στη στεγνή πέτρα,

κι εγώ τον ρώτησα: «Κάποτε θα ξαναγεμίσουν;»

Και μ’ αποκρίθηκε: Μπορεί, την ώρα του θανάτου».

Κι έτρεξε στην ορχήστρα ουρλιάζοντας:

«Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδελφό μου!»

Κι ήταν σκληρή η σιγή τριγύρω μας

κι αχάρακτη στο γυαλί του γαλάζιου

 [από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΤΣΡΩΜΑΤΟΣ Γ 1955]

 

ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΣ

Σαλαμῖνα τε

τᾶς νῦν ματρόπολις τῶνδ’

 αἰτία στεναγμῶν. ΠΕΡΣΑΙ ΑΙΣΧΥΛΟΥ

 

Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλή βροχή

και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια.

Ασήμαντες οι κολόνες· μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος

δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης αυτοκρατορίας.

 

Τα νέα κορμιά περάσαν απ’ εδώ, τα ερωτεμένα·

παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά

τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό

κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου.

Κύριος επί υδάτων πολλών,

πάνω σ’ αυτό το πέρασμα.

 

Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.

Δεν είδα πρόσωπα· σα γύρισα είχαν φύγει.

Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού,

έμεινε εκεί στις φλέβες τ’ ουρανού στο κύλισμα της θάλασσας

μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:

 

«Η γης δεν έχει κρικέλια

για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν

μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι

να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.

Και τούτα τα κορμιά

πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,

έχουν ψυχές.

Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,

δε θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν

αν ξεγίνουνται οι ψυχές.

Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ

δε χρειάζεται μακρύ καιρό

για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,

δε χρειάζεται μακρύ καιρό

το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,

κι ο άρρωστος νους που αδειάζει

δε χρειάζεται μακρύ καιρό

για να γεμίσει με την τρέλα,

νσός τις στι…».

 

Φίλοι του άλλου πολέμου,

σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά

σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα—

Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας

κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη·

εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου

ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,

νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα

τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής·

κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν

όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:

«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε

πώς έγινε τούτο το φονικό·

την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,

το στέγνωμα της αγάπης·

Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…». *

 

—Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια·

δε φελά να μιλάμε·

τη γνώμη των δυνατών ποιός θα μπορέσει να τη γυρίσει;

ποιός θα μπορέσει ν’ ακουστεί;

Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων.

 

—Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει

κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει

σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο

το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.

 

Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.

Νσός τις στι.

Σαλαμίνα, Κύπρος, Νοέμβρης 1953

 

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ,  ΑΘΗΝΑΙΟΣ

Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Τροίας

και στα λατομεία της Σικελίας.

 

Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά  κι  οι ζωγραφιές της θάλασσας.

Είδε τις φλέβες των ανθρώπων

σαν δίχτυ των θεών,  όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια∙

προσπάθησε να το τρυπήσει,

Ήταν στρυφνός  και  τον  σπάραξαν τα σκυλιά.

 

ΈΓΚΩΜΗ

Ήταν πλατύς ο κάμπος  και  στρωτός∙  από μακριά φαινόνταν

το γύρισμα χεριών που σκάβαν.

Στον ουρανό τα σύννεφα  πολλές καμπύλες,  κάπου – κάπου

μια σάλπιγγα χρυσή  και  ρόδινι∙  το δείλι.

Στο λιγοστό χορτάρι  και  στ’ αγκάθια τριγυρίζαν

ψιλές αποβροχάρισσες ανάσες∙  θα ’χε βρέξει

πέρα στις άκρες τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.

 

Κι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,

γυναίκες  κι  άνδρες  με τ’ αξίνια σε χαντάκια.

Ήταν μια πολιτεία παλιά∙  τειχιά  δρόμοι  και  σπίτια

ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,

η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ’ το μάτι

του αρχαιολόγου  του ναρκοδότη  ή  του χειρούργου.

Φαντάσματα  και  υφάσματα,  χλιδή  και  χείλια, χωνεμένα

και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά

αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.

 

Κι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους  που δουλεύαν

τους τεντωμένους ώμους  και  τα μπράτσα  που χτυπούσαν

μ’ ένα ρυθμό βαρύ  και γρήγορο τούτη τη νέκρα

σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της μοίρας.

 

Άξαφνα περπατούσα  και  δεν περπατούσα

κοίταζα τα πετούμενα πουλιά  κι  ήταν μαρμαρωμένα

κοίταζα τον αιθέρα τ’ ουρανού  κι  ήτανε θαμπωμένος

κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν  κι  είχαν μείνει

κι ανάμεσό τους  ένα πρόσωπο το φως ν’ ανηφορίζει.

Τα μαλλιά  μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά,  τα φρύδια

είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας,  τα ρουθούνια

καμαρωτά πάνω απ’ τα χείλια  και  το σώμα

έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο

με τ’ άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,

χορός ακίνητος.

 

Κι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω

κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν αγγίζαν

γυναίκες γνέθανε, τ’ αδράχτια δε γυρίζαν

αρνιά ποτίζουνταν,  κι η γλώσσα τους στεκόταν

πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα

κι ο ζευγάς έμενε μ’ ανάερη τη βουκέντρα.

Και ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν’ ανεβαίνει·

είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,

και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν.

Τώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι

και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα

που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και βρέφος.

Τα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια

και χάθηκαν·   μια ανάληψη.

Ο κόσμος ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας

με τον καιρό και με το χώμα.

Αρώματα από σκίνο πήραν να ξεκινήσουν

στις παλιές πλαγιές της μνήμης

κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά·

κι όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου

στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη

στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ’ αγκάθια

όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,

όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν

[από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΤΣΡΩΜΑΤΟΣ Γ 1955]

 

 ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΑΪ-ΝΙΚΟΛΑ… 

(Τον δ’ άνευ λύρας όμως υμνωδεί   θρήνον Ερινύος

αυτοδίδακτος έσωθεν θυμός,

ου το παν έχων ελπίδος φίλον θράσος  -  ΑΓΑΠΜΕΜΝΩΝ 990) 

«Φαίνεται ο Κάβο – Γάτα…», μου είπε ο καπετάνιος  δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό στο πούσι   τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,  «…και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη   λένε τον τόπο Πέτρα  του  Ρωμιού.   Τρία καρτίνια αριστερά»!..  Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο  κι  ο Ραμαζάν πώς κοίταξε κατάματα το θάνατο,   μέρες ολόκληρες  μέσα στο χιόνι της Ανατολής   στον παγωμένον ήλιο   κατάματα μέρες ολόκληρες  ο μικρός εφέστιος θεός.   Μη σταθείς ταξιδιώτη.   «Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης.   …ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκονταν,  ξέμπαρκος τώρα   κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες   γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα.    Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού   σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε  κι  ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας  αλλοτινές ελεημοσύνες.     «Παράξενο», ξαναείπε ο καπετάνιος.  «Τούτη η καμπάνα – μέρα που είναι -  μου θύμισε την άλλη εκείνη,  τη μοναστηρίσια.   Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος  ένας μισότρελος,  ένας ονειροπόλος.   «Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,  - σαράντα χρόνια αναβροχιά -  ρημάχτηκε όλο το νησί  πέθαινε ο κόσμος  και  γεννιούνταν φίδια.   Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,  χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου  και  φαρμακερά.  Το μοναστήρι του Άι – Νικόλα  το είχαν τότε Αγιοβασιλείτες καλογέροι  κι  ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια  κι  ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή  τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέψαν.   Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα  και  ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη. Όλη μέρα χτυπιόνταν ως την ώρα  που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.   Απόδειπνα πάλι η καμπάνα  και  βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.   Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις,  λένε,  άλλη κουτσή  κι  άλλη στραβή,  την άλλη χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι. Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα  πέρασαν μήνες,  χρόνια,  καιροί  κι άλλοι καιροί.  Άγρια πεισματικές  και  πάντα λαβωμένες  ξολόθρεψαν τα φίδια  μα  στο τέλος χαθήκανε  δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.   Ωσάν καράβι καταποντισμένο  τίποτα δεν αφήσαν στον αφρό  μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.   Γραμμή!.. Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες  παλεύοντας  και  πίνοντας μέρα και νύχτα   το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.   Αιώνες φαρμάκι  γενιές φαρμάκι».   «Γραμμή»!.. αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης…   [κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ΄  1955 -  Συγκεντρωτική έκδοση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1931 -1966, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ ένατη έκδοση]

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2026

ΟΣΟΙ ΓΚΡΕΜΙΣΑΝΕ (ή προσπαθήσαν) ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΣΑΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

  (…σακατεμένα οράματα  σκουπίδια οράματα…) Η σύνθεση του Ποιήματος  μού φανερώνεται τώρα σιγά – σιγά  τα πρόσωπα στο βάθος ωριμάζουν. ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ