(…φανταστική κι αυθεντική ιστορία μιας πανάρχαιης ελληνικής οικογένειας…)
(Απ’
όλη τη φαμίλια απόμειναν μονάχα δυο αδελφές.
Κι
η μια τρελάθηκε. Φαντάστηκε πως το σπίτι τους
είχε
μεταφερθεί κάπου στην αρχαία Θήβα ή μάλλον
στο
Άργος - σύγχυζε τη μυθολογία, την
ιστορία
και
την ιδιαίτερη ζωή της, το παρελθόν και το παρόν,
όχι
το μέλλον. Αυτό μόνον. Αργότερα συνήλθε.
Κι
είναι αυτή που μου μίλησε το βράδυ που τους έφερα
απ’
την ξενιτιά ένα μήνυμα του θείου τους –
αδελφού
του πατέρα τους.
Η
άλλη δεν παρουσιάστηκε καθόλου.
Πότε
– πότε μονάχα ακουγόταν σιγανό περπάτημα
με
παντόφλες στη διπλανή κάμαρα,
όσο
μιλούσε η μεγάλη)
Εισαγωγικό σημείωμα στη συλλογή του
Γιάννη Ρίτσου
ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ 1959.
Αποσπάσματα από την εν λόγω συλλογή
με αντιγραφή
και επικόλληση από την επιλογή της Χρύσας Προκοπάκη:
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, εκδόσεις
Κέδρος 2000
ΤΩΡΑ ΓΥΡΙΖΟΥΝΕ ΜΟΝΑΧΕΣ ΟΙ ΔΥΟ ΜΙΚΡΕΣ ΑΔΕΛΦΕΣ
ΜΕΣΑ ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΣΠΙΤΙ
(αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ 1959)
μικρές, που λέει ο λόγος - από χρόνια γεράσαμε κι εμείς,
είμαστε οι μικρότερες της φαμίλιας κι οι
μόνες, άλλωστε
που απομείναμε.
Δεν ξέρουμε
πώς να βολέψουμε τούτο το σπίτι, πώς να βολευτούμε∙
να το πουλήσουμε μας έρχεται άσκημο – μια ζωή
περάσαμε εδώ μέσα –
είναι κι ο χώρος των νεκρών μας εδώ – δεν
μπορείς να τους πουλήσεις
κι άλλωστε ποιος τους παίρνει τους
νεκρούς;
Μα πάλι να τους κουβαλάμε απ’ το ένα σπίτι στο
άλλο,
απ’ τη μια συνοικία στην άλλη - πολύ
κουραστικό κι επικίνδυνο∙
-βολεύτηκαν εδώ
άλλος στον ίσκιο της κουρτίνας,
άλλος κάτω απ’ το τραπέζι, άλλος πίσω απ’ την ντουλάπα
ή πίσω απ’ τα τζάμια της βιβλιοθήκης,
άλλος μες στο γυαλί της λάμπας – τόσο
σεμνός κι ολιγαρκής
όπως πάντα του,
άλλος χαμογελώντας διακριτικά πίσω απ’ τους δυο
λεπτούς,
σταυρωτούς ίσκιους που γράφουν στο μεσότοιχο οι καλτσοβελόνες
της μικρής αδελφής μου!..
Τα μεγάλα έπιπλα τα κλείσαμε στο κάτω πάτωμα,
το ίδιο και τα βαριά χαλιά και τα
βελούδινα
ή μεταξωτά παραπετάσματα, τραπεζομάντηλα, κεντητά πετσετάκια,
κρύσταλλα,
σερβίτσιά, μεγάλους δίσκους ασημένιους
που καθρέφτιζαν άλλοτε ολόκληρο το πλατύ
πρόσωπο της φιλοξενίας,
κουβέρτες και μεταξωτά παπλώματα κι
ασπρόρουχα,
μάλλινα ρούχα, τσάντες, πανωφόρια,
δικά μας
και μαζί των πεθαμένων – όλα
ανάκατα –
γάντια,
δαντέλες και φτερά στρουθοκαμήλου
απ’ τα καπέλα της μητέρας,
το πιάνο,
τις κιθάρες, τους αυλούς, τα ταμπούρλα,
και ξύλινα άλογα και
κούκλες απ’ τα παιδικά μας χρόνια,
επίσημες στολές
του πατέρα
και το πρώτο μακρύ παντελόνι του μεγάλου
αδελφού μας,
η φιλντισένια κασετίνα με τις με τις ξανθές μπούκλες του μικρού,
το χρυσοποίκιλτο μαχαίρι,
κουστούμια ιππασίας και σακίδια
και μανδύες - όλα ανάκατα,
χωρίς ναφθαλίνη
ή κλωνάκια λεβάντας σε τούλινες θήκες.
Καρφώσαμε
και τα δωμάτια. Κρατήσαμε μονάχα
αυτές τις δυο μικρές κάμαρες του πάνω
πατώματος,
το διάδρομο
και το κλιμακοστάσιο βέβαια,
αν χρειαστεί καμιά φορά να βγούμε το βραδάκι
να σεργιανίσουμε στον κήπο
ή να ψωνίσουμε κάτι βιαστικά απ’ τα περίχωρα.
Κι ούτε να πεις πως κι έτσι ησυχάσαμε.
Απαλλαχτήκαμε οπωσδήποτε από κινήσεις περιττές,
ανόητα συγυρίσματα, μάταιους κόπους,
για μια τάξη ακατόρθωτη, για μια ανεφάρμοστη οργάνωση.
Ωστόσο
το σπίτι, έτσι γυμνό και κλειστό, έχει αποκτήσει
μια τρομερή, λεπτότατη αντήχηση
σε κάθε πέρασμα ποντικού, κατσαρίδας
ή νυχτερίδας.
ΚΑΘΕ ΣΚΙΑ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ…
(…κάθε τρίξιμο απ’ τα μικρά δόντια του ξυλοφάγου ή του
σκόρου…)
συνεχίζεται απέραντα ως τα λεπτότατα, ινοειδή αγγεία της σιωπής,
ως μέσα στις φλέβες της πιο απίθανης παραίσθησης.
Ακούγεται ευδιάκριτα ο χτύπος απ’ τον αργαλειό τ
ης πιο μικρής αράχνης, κάτω στα υπόγεια, ανάμεσα στα κιούπια,
ή το
πριόνι της σκουριάς στο χέρι των μαχαιροπίρουνων
κι άξαφνα ο μέγας γδούπος στον κάτω προθάλαμο
όταν ένα κομμάτι από λιωμένη τσόχα ξεκολλάει και πέφτει
σαν να γκρεμίζεται ένα αρχαίο, αγαπημένο
κτίριο.
[αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ 1959)
ΚΙ ΟΤΑΝ, ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ, ΠΕΡΝΑΕΙ Ο
ΣΚΟΥΠΙΔΙΑΡΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑ ΠΡΟΑΣΤΙΟ…
(αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ 1959)
το μακρινό κουδούνι του αντηχεί σ’ όλα τα
γυάλινα ή μετάλλινα σκεύη
στους μπρούτζους των κρεβατιών, στα κάδρα των προγόνων,
στα κουδουνάκια απ’ το κουστούμι του πιερότου,
που ’χε φορέσει ο μικρός αδελφός μας
μια όμορφη νύχτα μασκαράτας – κι όταν γυρίζαμε
σπίτι τραμάξαμε,
μας γάβγισαν κάτι σκυλιά, το φόρεμα μου
πιάστηκε στο φράχτη,
έτρεξα να προφτάσω τους άλλους∙ το φεγγάρι κόλλησε το πρόσωπό του
τόσο σφιχτά πάνω στο πρόσωπό μου –
δεν μπορούσα πια να περπατήσω
κι οι άλλοι με
φώναζαν πίσω απ’ τα δένδρα
κι ακούγονταν σ’ έναν άλλο χώρο οι γυάλινες
χάντρες
των μεταμφιεσμένων και τα γυάλινα κρόσσια των άστρων
πέρα
μακριά, πάνω απ’ το αόρατο Μυρτώον πέλαγος,
κι όταν έφτασα τέλος με κοίταζαν όλοι
σαστισμένοι
γιατί έφεγγε το πρόσωπό μου βαμμένο με
χρυσόσκονη
σαν εκείνη που βάφαν τις παλιές, κρεμαστές
λάμπες της τραπεζαρίας
ή τους
καθρέφτες των σαλονιών με τις κομψές ,
χιλιοσκάλιστες κονσόλες –
Τις κλείναμε κι αυτές στα κάτω δωμάτια. Μπορούσαμε, βέβαια,
να κρατήσουμε κάτι απ’ όλα αυτά για προσωπική μας
χρήση,
καμιά πολυθρόνα κουνιστή, ξεκούραστη, κανέναν καθρέφτη
να χτενίζουμε πότε – πότε τα μαλλιά μας.
Μα ποιος να τα φρόντιζε;
Τουλάχιστον έτσι, μπορεί να τ’ ακούμε να φθείρονται,
μα δεν τα βλέπουμε. Όλα μας παρατήσαν.
Κι αυτά τα δυο δωμάτια που κρατήσαμε
τα πιο ψυχρά,
τα πιο γυμνά, τα πιο ψηλά
είναι ίσως για να κοιτάζουμε τα πράγματα από
πάνω
κι από κάπως μακριά, για να ’χουμε την αίσθηση
πως εποπτεύουμε και δεσπόζουμε τη μοίρα μας. προπάντων
την ώρα που βραδιάζει κι όλα σκύβουν χαμηλά στο ζεστό χώμα΄
εδώ το ψύχος είναι οξύ σαν ένα ξίφος
να κόψεις την επιθυμία μιας νέας σύμβασης ή την
ελπίδα
για μια απραγματοποίητη συνάντηση∙ και είναι σχεδόν μια υγεία
μέσα σε τούτο το ακατάδεκτο, καθάριο κρύο.
Κι αυτά
τα δυο δωμάτια κρέμονται μες στην απέραντη νύχτα
σα δυο σβηστά φανάρια της πιο έρημης παραλίας,
μονάχα η αστραπή για μια στιγμή τ’ ανάβει και
τα σβήνει,
τα διαπερνάει
και τα καρφώνει διάφανα μες στο
κενό,
κενά κι εκείνα.
Μα αν τύχει κάποτε να σεργιανάει κάποιος
στον απέναντι λόφο με τ’ αγκάθια,
αργά την ώρα που βουλιάζει ο ήλιος κι όλα
είναι χλωμά,
θολά, μενεξεδένια,
την ώρα που όλα μοιάζουν σα χαμένα κι όλα σαν
κατορθωτά,
τότε εκείνος ο μοναχικός που σεργιανάει στο
λόφο
φαίνεται πράος και συμπαθητικός, σαν κάποιος
δηλαδή
που θα
μπορούσε να ’χει για μας λίγη συμπάθεια ακόμη∙
-φαίνεται κι ο λόφος τότε γαλήνιος,
στο ίδιο ύψος του παραθυριού μας, τόσο
που αν στρέψει εκείνος προς τα εδώ να δει τα
κυπαρίσσια
θαρρείς πως μ’ ένα βήμα ακόμη θα περάσει το
περβάζι μας,
θα μπει στην κάμαρα σα γνώριμος παλιός,
και, λέω, μάλιστα
θα μας ζητήσει μια βούρτσα να ξεσκονίσει τα παπούτσια του.
Μα εκείνος
σε λίγο χάνεται πίσω απ’ το λόφο
και μένει πάλι αντίκρυ στα παράθυρά μας
η καμπύλη του λόφου σιωπηλή σα μετάνοια
και το πικρό, συμβιβασμένο δειλινό
που χαμηλώνει μες στους ίσκιους.
[αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΤΟ ΝΕΚΡΟ
ΣΠΙΤΙ 1959)
Μ’ ΟΛΗΝ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΞΑΙΣΙΑ, ΤΗ ΜΑΤΑΙΗ,
ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ
(…και, ναι, σας βεβαιώνω, αν και νεκρός τους οδήγησε
αλάθευτα στην έξοδο…)
…όσο κι αν ξέρουμε πως κι η έξοδος,
τις πιο πολλές φορές, είναι ένα
άλλος, αναγκαίος, πονηρός κι
αναπότρεπτος θάνατος. Πες τε λοιπόν στο
θείο να μην ανησυχεί για μας πέρα, στη
θαυμαστά πειθαρχημένη Σπάρτη του. Καλά τα περνάμε κι εμείς εδώ στο Άργος. Μονάχα που δεν έχει άλλο πιο πέρα - να το ξέρει.
Αυτό να το ξέρει. («Ναι,
ναι», έκανα μηχανικά και σηκώθηκα.
Δεν κατάλαβα τίποτα. Ένα αίσθημα μαγικού τρόμου με είχε κυριεύσει, σαν να βρέθηκα με μιας μπροστά σ’ όλη την
παρακμή και τη γοητεία ενός πανάρχαιου πολιτισμού. Ήταν νύχτα πια. Με έβγαλε ως τη σκάλα και μου ’φεξε να κατέβω με μια παλιά λάμπα
πετρελαίου. Τι εννοούσε; Κι αυτός ο νεκρός που τους οδήγησε στην
έξοδο; Μήπως… Όχι, βέβαια,
ο Χριστός. Και το σπίτι – όχι του
Αγαμέμνονα. Κι ο μικρός αδελφός με τις καλλιτεχνικές τάσεις; Ποιος;
Μα δεν υπήρχε δεύτερος αδελφός.
Τότε; Τι χρειάζονταν τούτο το
σπίτι; Κι εγώ τι προσπαθούσα να ξεδιαλύνω απ’ τα λόγια μιας τρελής; Είχα βγει έξω. Περπατούσα γρήγορα κι ακούγοντας το βήμα μου σταμάτησα. Κάτι στυφό
κι ανικανοποίητο μου ’μενε στο
στόμα, διαλυμένο στο σάλιο μου μ’ όλη
αυτή τη μελανή αοριστία, σα να ’χα
δαγκώσει ένα κυπαρισσόμηλο. Κι όμως,
ταυτόχρονα, ένιωθα κάτι στερεό, πλούσιο, καθαρό, που μου ’δινε μιαν ιδιαίτερη
ευφορία και μ’ έκανε να σκέφτομαι με μαθηματική ακρίβεια πόσο εύκολα θα ξεπερνούσα τις αυριανές
δυσκολίες της δουλειάς μου που ως τώρα
μου φαίνονταν ανυπέρβλητες. Ανάμεσα στα
κυπαρίσσια είχε βγει ένα πελώριο φεγγάρι.
Πίσω από την πλάτη μου ένιωθα το σκοτεινό όγκο εκείνου του σπιτιού σαν
ένα επιβλητικό, αρχαίο τάφο. Κι αν όχι
τίποτα άλλο, είχα μάθει τουλάχιστο τι πρέπει ν’ αποφύγω και ν’ αποφύγουμε - αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ 1959)
Δευτέρα, 13
Ιουλίου 2026


