(…σακατεμένα οράματα σκουπίδια οράματα…)
Η σύνθεση του
Ποιήματος μού φανερώνεται τώρα
σιγά – σιγά τα πρόσωπα στο βάθος ωριμάζουν.
Ωστόσο οι μέρες νεύρα και κακό
χειρόγραφα μισά
δεφτέρια
παραπεταμένα οι λέξεις που καμιά φορά δε
θέλουμε
με το στανιό δε γίνεται
να ζωντανέψουν.
Υπάρχει ένα ακατέργαστο
υλικό.
Σκέψη περίσκεψη λοιπόν μια τέχνη που να σκέφτεσαι
πάνω στην τέχνη σου.
Ό,τι πειράξεις όφελος.
Κι ό,τι κρατάς καταγραφή
ξερή τα λυρικά να λείπουνε.
Εκεί που η μνήμη δε
βοηθάει σε τίποτα κοίτα να σταματήσεις.
Αύριο θα δούμε
περισσότερα.
Βρήκα και
ξαναδιάβασα παλιές επιστολές του Αλέξανδρου
τώρα απαραίτητες να
φωτιστούν εκείνες οι κινήσεις.
Οι ξαφνικές μετακινήσεις
από τούτο το συνοικισμό
σ’ άλλο συνοικισμό
πρόθυμα πρόσωπα που μας προστάτευαν
μας έκρυβαν κι άλλα που
φέρνανε εντολές μηνύματα πρόσωπα
ανώνυμα δε γύρεψαν δεν
ξέρω αν θα γυρέψουνε ποτέ
μια αληθινή
ταυτότητα (=το δίκιο τους)
Ανόρεχτος παλεύω με τις
ώρες βασανίζομαι.
Δεν πάει πιο κάτω.
Στο τραπεζάκι
απέναντι (φωτογραφία σε κάθισμα)
κοιτάζει η μάνα μου στριφογυρίζω
με κοιτάζει.
Ενώ στην κάμαρα τούτη
ακούγεται μονίμως η παλιά βροχή
η ατέλειωτη βροχή των
περασμένων
του κλειστού
ατέλειωτου χαμηλοφώτιστου χειμώνα.
Και μια μέρα λίγος
ήλιος μια μέρα μονάχα ο φωτισμένος ήλιος
μακρυνάρι πάνω στο
πάτωμα.
Μέρα που χτυπηθήκαμε από
τούτη τη μεριά
κι από την άλλη υπόνομος.
Να τεντωθεί το σύρμα
και να περαστεί από κάτω
λογαριάζοντας κατέβασμα
και στρίψιμο
προσέχτε το σωλήνα.
Προσχώσεις επιχωματώσεις ήττες
και παραφορές.
Όσοι αλλαξοπιστήσανε από
φόβο όσοι φοβήθηκαν
ένα τομάρι το
είχανε το πούλησαν.
Όσοι γκρεμίσανε (ή προσπάθησαν) - σκοτείνιασαν την Ιστορία.
Στον άλλο δρόμο η κατηφόρα
και το φως παράξενα αυτοκίνητα
νοσοκομεία που σκότωναν
μέρα και νύχτα.
Γωνία τσακίζει ο
χρόνος.
Κι εκείνο το καρφί στον
τοίχο
το μαύρο μάτι του μια
σφήνα ακίνητη μέσα στο μάτι μου.
Στρατόπεδα ξερά νησιά
και φυλακές.
Παλίρροια κι άμπωτη στο σκοτεινό μυαλό μισοσβησμένες
εικόνες
σακατεμένα οράματα σκουπίδια οράματα.
[ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ V δεύτερη ενότητα στη συλλογή του
Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ 1975
και άλλες επιλογές με αντιγραφή και επικόλληση
από τη συγκεντρωτική έκδοση
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ 1965 – 1980 εκδόσεις ΕΡΜΗΣ
1997]
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, VI
(από τη δεύτερη ενότητα στη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ 1975)
Καρφώνοντας χαρτιά στον τοίχο δαιμονίστηκα
άλλη μια φορά με τούτη την άγνωστη πόρτα. Στο διάβολο την άνοιξα ήταν ψεύτικη
πίσω απ’ αυτήν ο τοίχος
συνεχίζεται και κάτι εφημερίδες του ’44 πετάχτηκε ένας πόντικας με τρόμαξε τον τρόμαξα .
Ώρα να κατέβω στην αγορά. Μελάνι και λοιπά χρειαζούμενα. Εκτός αυτών ν’
αγοράσω έναν καθρέφτη για το ξύρισμα. Κι
ένα μικρό ποταμάκι να πλένω κάθε νύχτα τον εαυτό μου προ του ύπνου. Έτσι να πηγαίνω καθαρός στα όνειρα.
Στο μεταξύ
να γράψω μια παράγραφο για τη συμπεριφορά του Κίμωνα προς την Αικατερίνη
Χρήστου χρησιμοποιώντας για πλάγιο
φωτισμό τον Χριστόφορο Χρήστου και τα λόγια του ένα απόγευμα καταστροφής προς την
ήδη νεκρή Ιωάννα της οποίας η περιπέτεια καταγράφεται αρχικά στο πρώτο ποίημα
του «Μεταίχμιου» κι ο τάφος υπάρχει στο IV των «Ασμάτων» δίπλα στο Φίλιππο - μη
μου μπερδέψετε πρόσωπα – ονόματα.
Να γράψω μια παράγραφο – παραλογή για τον Χριστόφορο. Να την εντάξω στην αρχή του ποιήματος εικόνα
δεύτερη.
Και τέλος πάντων πρέπει να τελειώνω κάποτε μ’ αυτούς τους νεκρούς έτσι που συνεχώς αυξαίνουν κατάντησα σωστό νεκροταφείο.
Ν’ αγοράσω λοιπόν έναν καθρέφτη.
Με τον καθρέφτη μου να καθρεφτίσω το άπειρο
Με το ποτάμι μου να φτιάξω ένα αληθινό ποτάμι.
Να πελεκήσω πέτρες.
Τότε από την πόρτα ξαφνικά με φόρα η Κατερίνα. Χαίρε το πολυπόθητο όργανο τ’ αγαπημένα
μάτια. Οργίζεται. Κοίτα μου λέει δεν ξέρω τι σκαρώνεις με τους άλλους. Όμως εγώ γυρεύω να ’χω το δικό μου όνομα και το δικό μου το
κορμί. Κατάλαβες;
Υπόσχομαι καθώς κοιτάζω το (όνειρο)
κορμί της φεύγει χάνεται μέσα στο
χρονικό.
Να ομολογήσω πως (έτσι
μεσημεριάτικα).
Άσε καλύτερα.
Να πελεκήσω πέτρες!..
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, VII
Αργότερα πολύ αργότερα
Όταν ο Αλέξανδρος θα ’χει σκοτωθεί
όταν ο Κωνσταντίνος ο
Νικήτας και το πείσμα και το μίσος
και μην ανασαίνεις μην μιλήσεις πρόσεχε φυλάξου
φυλαχτείτε. Και η κάθε μέρα ένα
χειρότερο δίχως ελπίδα ο φόβος το
σκοτάδι να καταργηθεί ποτέ.
Με το μαχαίρι που παλέψαμε να ’χει καρφώσει τώρα το δικό μας το κορμί.
Με τις δημόσιες τελετές για τους φονιάδες.
Κάτι τραγούδια στο λαιμό ξεράθηκαν.
Σακατεμένο σπίτι τα καρφιά που κράταγαν το σπίτι τώρα δεν κρατάνε τίποτα.
Τότε ήρθες και μιλήσαμε. Κι ήσουν
εσύ που γνώρισα σκούρο ένα φέγγος ήτανε κάτι κρυφό στα μάτια σου – πες μου τι γνώρισα από σένα;
Αργά ή γρήγορα μου αποκρίνεται η Όρσα και τούτο το παράθυρο θα ξεκολλήσει
από τη μνήμη σου. Όπου κι αν πας δε θα ’χεις
πια τον έρωτα τον ουρανό για σύμμαχο.
Μονάχα τους νεκρούς ουρές ατέλειωτες
θα ’σαι γιατρός για πεθαμένους. Και
πρόσωπα άλλα απ’ τα παλιά σου
ποιήματα. Με τι θα ζήσεις; Τα παραμύθια σου συνέχεια όπως αυτός ο μαύρος πίνακας και
ποιος σκοτίζεται; ποιος τα
διαβάζει; Και μη μου πεις για κείνο που
χρωστάς δόσε δεκάρες στο φτωχό κι
ό,τι χρωστάς θα μείνει ανεξαγόραστο παντοτεινά το ξέρεις.
Περπατώντας και μιλώντας βρεθήκαμε στον άγνωστο κήπο. Η θάλασσα άγνωστη πιο πάνω καλαμιές και
φως σα ζυγιασμένο εφαίνονταν ανάμεσα στεριά και
θάλασσα. Πρώτη φορά δεν είχαμε να
φοβηθούμε τίποτα. Μπήκαμε στο νερό κι
ακολουθήσαμε το μαλακό βυθό στον
άμμο που έπαιζε κομμάτιαζε το δίχτυ του ήλιου. Ώσπου το νερό μας σκέπασε και μεις
περπατούσαμε ακόμα. Κι οι πόνοι εφύγανε
από το κορμί κι η πείνα από τη μνήμη.
Και ήρθε μέσα μου όλος ο καιρός που
παιδευόμουν με την Όρσα. Και δεν έλεγα
τίποτα. Που με είχε ξεράνει η φτώχεια και δεν ήμουν τίποτα.
Που βρήκα στο εκκλησάκι του Αγιαντρέα
εκείνο το μαύρο το κόκκινο χαλίκι.
Και την άλλη μέρα στην πλατεία Χαλκέων – Ηφαίστου.
Που σου είπα κοίταξε Πέτρο άλλο το πυροτέχνημα κι
άλλο το θαύμα.
Που είχαν έρθει παρέες οι γύφτοι
φουσκομάγουλοι μαύροι
νταβούλια και ντέφια και
πίπιζες κι ήταν.
Κι είμαστε όλοι μαζί μια παρέα την άνοιξη εκείνη τη νύχτα.
Κωνσταντίνος και Πέτρος
και Φώτης. Κατερίνα και
Φίλιππος και.
Το κορμί της Ελένης, οργωμένο βαθύ
σα να βγήκε μεμιάς απ’ τη μήτρα της γης. Και το μάτι το μαύρο κεραυνός χωνεμένος.
Και την άλλη τη λέγανε Ντούτσα.
Προχωρώντας στον τοίχο ξυστά προχωρώντας
μπροστά παλαβή τραγουδώντας κι αγκαζέ με την Όρσα. Το παιχνίδι των ίσκιων με δαιμόνιζε τότε όπως τώρα οι νεκροί δύο – δύο στη μνήμη.
Κάθε ποίημα συναξάρι νεκρών
και γνωστών και αγνώστων.
Μια σειρά σκοτωμένοι στο νερό που έχει αφήσει στους άμμους η θάλασσα
θα πλυθούνε στους άμμους.
Και το φως
ένα απείραχτο δίχως σύνορα φως.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, VIII
Στο μάκρος του παρόντος
κειμένου ένας ανάποδος πάει κι έρχεται δαιμονισμένος πυρετός. Μια πάνω
και μια κάτω είπα
στο τέλος θα σπάσει το θερμόμετρο.
Βγάζεις μια λέξη και το
ποίημα τρίζει κάποτε σωριάζεται στο πάτωμα.
Η γραφή περπατώντας τώρα
δύσκολα, στραβά, πότε χωνεύει το θεματικό υλικό πότε ταράζεται από σκέψεις απειθάρχητες παραστρατήματα – παρεκτροπές της μνήμης. Πολλές επαναλήψεις φτηνοπράγματα και
λύσεις πρόχειρες. Οργίζομαι κι αρχίζω
πάλι απ’ την αρχή. Ο χρόνος κομματιάζεται
τότε μου βγαίνουν άλλα επίπεδα
κινήσεις άξαφνες και παρορμήσεις
απαιτητικές οδυνηροί παροξυσμοί του συναισθήματος.
Το ασυνεχές στην
επιφάνεια μέσα από τα χάσματα να
φαίνονται (μόλις να φαίνονται) παράπλευρες – παράλογες συνδέσεις στην
αφήγηση. Το ασυνεχές στο βάθος - κλιμάκωση στοιχείων και
στίχων πολλαπλά σπαράγματα από
πρόσωπα και σύγχρονες / παλιές εικόνες.
Έτσι μέρα και νύχτα
γράφοντας και σβήνοντας έπεφτα ανύποπτος κάθε φορά μπροστά στο τίποτα κι
απόμενα γυμνός στη μέση ενός
τοπίου που γκρεμιζόταν. Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο.
Αίγλη παλιών ποιητών η
σκοτεινή σας εξουσία.
Μέσα στο ποίημα που
παλεύω σήμερα κρύβεται ένα άλλο ποίημα
κινείται πίσω από τον ίσκιο του
κι αγέννητες - τώρα
γεννιούνται οι λέξεις.
Ίσως μου χρειάζεται μια
ζυγαριά για να μετράω κάθε φορά το βάρος τους.
Ή πώς αλλάζει γύρω η αίσθηση κι η συμπεριφορά τους με τη σιγά – σιγά στροφή της μέρας. Έτσι βυθίζεσαι μ’ αυτή την αίσθηση στο μάυρο.
Τότε άκουσα στην κάμαρα
τα βήματα κι έστριψα
κι έμεινα με το στόμα μου
ανοιχτό.
Με πήρανε χαράματα είπε
η Ντούτσα ήμουν μισή στον ύπνο. Εφύγαμε κι η πόλη πίσω μας καιγόταν. Ύστερα με σαπούνισαν με το σφουγγάρι όπως τα
πιάτα. Με πήρε ο Αντώνης από τη
Λάρισα. Αυτός άκου να ιδείς αντίς κεφάλι
είχε μια φοβερή τανάλια στο λαιμό. Με
κείνην έτρωγε και μίλαγε.
Μια μέρα βρέθηκα στην πόλη περπατώντας και ρωτώντας
και σε βρίσκω εδώ.
Μη με παρεξηγήσεις
ήθελα.
Κάτι είχε πει πως
έγραφες για τότε και για μας
κάτι για μένα. Πες μου το
’γραψες; τι το ’κανες;
Δεν πέθανα μη με
κοιτάζεις έτσι.
Γυρεύω ένα σανίδι ν’
αρπαχτώ.
Θέλω να ζήσω το κατάλαβες;
Πρωί του Οκτώβρη κι ένα θλίψη – φως.
Το ποίημα που σαν
ενέργεια καθαρή μ’ εξακοντίζει κάθε τόσο πέρα από την κίνηση της Ιστορίας. Που τελικά κατάντησε ένας σκουπιδότοπος σύννεφο οι μυγες.
Και κάτι ακόμα. Τα πρόσωπα που αλλάζουν θέση / εξάρτηση που υπονομεύουν έτσι τα στηρίγματα των
άλλων π.χ. σχέση
και σύνδεση Νικήτα – Φίλιππου προς
Κατερίνα – Κίμωνα προς Όρσα – Ορέστη – Αλέξανδρο κ.λ.π. Ειδήσεις σφαλερές βιασύνες στην εκτίμηση καταστροφή του κώδικα κινήσεις του
κοντακιανού – ποια μέρα και ποια νύχτα;
Ποιος έμπασε τον
Πορεστάνο εδώ και τον;
Το μούτρο του ένας
βράχος ξαφνικά. Μήτε μιλήσαμε πέντε συναπαντήματα Σεπτέμβρη – Οκτώβρη.
Ύστερα εφτάσανε τα
φορτηγά και χάνεται η στερνή του εικόνα.
Τώρα κοιτάζω πίσω από το
τζάμι. Στο βάθος η πολιτεία οργανωμένη
με σύγχρονες οικοδομές. Κανένα δένδρο
και το φως αλύπητο. Προσχέδιο για την κόλαση.
Αυτές τις μέρες
δικαστήρια. Το παράλογο παντού και
φοβερές οι εφημερίδες - μιάμισυ
δραχμή το μίσος.
Ο μέσα πόνος
παροξύνεται.
Ύστερα σκοτεινιάζει
σκοτεινότερος.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, ΙΧ
Πέρασαν μήνες χρόνια
μοναχός προχώρεσα με το μυαλό μου ακόμα
σκοτεινό και κάτι ακαθόριστοι λογαριασμοί με τούτους και
με κείνους κι άλλα
που τότε δεν τα
καταλάβαινα τότε που ο κόσμος λέγανε ήταν
να ξαναφτιαχτεί πιο δυνατός πιο σίγουρος σε μια άλλη τάξη. Έτσι έγινε και
βγήκανε ως τα σήμερα κάπου σαράντα
εκατομμύρια πτώματα. Κι έχει ο Θεός.
Στο μεταξύ κυκλοφορώ κυκλοφορείς κυκλοφορούμε
ανάμεσα στους αμφιπρόσωπους δεν
ξέρεις πώς να φυλαχτείς. Παράδειγμα ο
κοντακιανός. Για κείνον το παιχνίδι
αλλιώτικο δε θα κρατήσει ο Πορετσάνος το είπε αλλοιώτικος ο θάνατος.
Τ’ όνειρο που ξανάρχεται
το είδα πολλές φορές. Νύχτα στροφή με
λίγο φως ο δρόμος άγνωστος σε κυνηγάνε
για να σε σκοτώσουν. Τρέχεις για να ξεφύγεις
ξαφνικά μπροστά σου ο τοίχος
ίδιος πάντοτε σε κόβει παγωμένος ιδρώτας
ενώ ο Νικήτας κι άλλος ένας
άλλοι δυο σ’ έχουν ζυγώσει τώρα
σημαδεύουνε με τα περίστροφα. Εσύ τους
ξέρεις και παραξενεύεσαι που κάνουν σα να μην σε ξέρουν σα να μη σε συναντήσανε ποτέ. Πάνω απ’ τα σπίτια – οξύτατη αίσθηση – ένας
ουρανός κάνιστρο μπλε βαθύ κι αστερισμοί ένα πλήθος καθαρότατοι.
Την άλλη μέρα συντροφιά
με τον Αλέξανδρο. Ίσως στον ύπνο σου να
γίνεσαι κι εσύ αμφιπρόσωπος μου λέει
γελώντας. Κοίταξε λέει υπάρχει κάτω εκεί μια
κουκίδα μαύρη που παλεύει να σταθεί στο βάθος στον ορίζοντα. Μου’ δειχνε με το δάχτυλο προσπάθησα να ιδώ τίποτα. Θα ’ναι κάτι πολύ προσωπικό γι’ αυτό δεν βλέπεις πρόστεσε συλλογισμένος. Κάθε σημάδι είναι προσωπικό για τον καθένα μας.
Σημειώνω εδώ (μην το ξεχάσω) μια κίνηση της Ιωάννας όταν
γνωριστήκαμε κι αρπάχτηκε απ’ τον
Κωνσταντίνο. Η Ιωάννα λοιπόν απλώνει το χέρι της κρατώντας ένα κλειδί και
του δίνει. Εκείνος το
κοιτάζει το αγγίζει με το δάχτυλο στην
άκρη χωρίς να το παίρνει.
Στην κάμαρα που θα
πλαγιάσουνε πρώτη φορά η Κατερίνα με το
Φίλιππο το φως ελάχιστο μονάχα μια φτενή λουρίδα απ’ το παράθυρο. Σκούρο κορμί
του Φίλιππου κι αυλακωμένο από τον
πυρετό. Της Κατερίνας το κορμί κι αυτό
μια πείνα ωστόσο καθαρό σιτάρι. Σε μια στιγμή
ένα φέρσιμο παράξενο του Φίλιππου που ανασηκώνεται παλεύοντας ν’ αποτινάξει
μέσα του το φόβο. Πέρα απ’ αυτό η
επιθυμία έχει κλιμακωθεί κανονικά σε βάθος
κι ένταση.
Ο Κίμωνας πάντα
κλειστός το πρόσωπο απερίγραπτο γεμάτο
χαρακιές. Πελεκημένος άσκημα απ’ το χρόνο. Είπε πως είχε κάνει φυλακή ποτέ δεν
ξεκαθάριζε. Μισόλογα και ψεύτικη ταυτότητα. Κι όμως προσηλωμένος
ήσυχος ακούραστος. Κοιτάζει ώρα πολλή τη Ντούτσα που τριγυρίζει εδώ κι εκεί
σεινάμενη κουνάμενη ένας μικροσατανάς
στα μέτρα του χαρούμενος.
Το σπασμένο πόδι του
Πέτρου.
Το πουκάμισο του Πέτρου μας
είπε είναι παλιό ματωμένο απ’ τον πόλεμο
τόσα και τόσα χρόνια αργότερα απ’ τον πόλεμο – χάθηκε το σαπούνι;
Το κεφάλι του
Πέτρου και μέσα η σκέψη του ξεστρατίζοντας κάποτε σ’ ένα
λοξό μονοπάτι πηγάδια με σκοτωμένους.
Και πάλι ο Φίλιππος
αγέλαστο χαμόγελο. Παιδί που φαρμακώθηκε
στα μικρομάγαζα της επαρχίας. Τ’ αφεντικό του ένα σαββάτο απόγιομα στο πίσω μέρος
μισοφώτιστα και τότε ο Φίλιππος κατάλαβε χίμηξε απάνω του τον έσκισε τον έγδαρε.
Μια μέρα από τα
παραπήγματα μας ήρθε η Ιωάννα κανένα επάγγελμα κανένας συγγενής. Μ’ άρεσε τ’ όνομα φωνήεντα
σκούρο σιγανό. Μα το κορμί της μια σκάφη ξερή ποταμιά
που ξεράθηκε.
Ο Κωνσταντίνος για την
ώρα τίποτα. Ξεκαθαρίζω αργότερα. Μαζί με τον Ορέστη το Νικήτα.
Τους έχω τώρα μια έγνοια
στο μυαλό. Δεν ησυχάζουνε. Κρυφά και φανερά χώνονται μες στο πλήθος που
πάει κι έρχεται ακατάπαυστα στην πολιτεία.
Η πολιτεία είναι
πραγματική.
Σε δόξα ευρύχωρη
βαφτίζεται κολόνες μάρμαρα παλιές επιγραφές.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, Χ
(… ημέρα εκατοστή πεντηκοστή και πρώτη…από
τότε που αρχίνισα
παλεύοντας τρίτη και τέταρτη γραφή
ετούτο το έργο…)
Οι
δυσκολίες πολλές. Πάω να σφίξω
εδώ ή εκεί κούφια τα ποιήματα συντρίβονται νοιώθω σαν προδομένος. Υπάρχει ένα φαρμάκι μέσα μου που δεν εξαγοράζεται με τίποτα. Πρέπει να το ξεκαθαρίσω οριστικά. Τα πρόσωπα
που ζωντανεύουν και κρατάνε την αφήγηση χρόνια με κατοικούν μονίμως. Δεν είναι επινοήσεις πρόχειρες κατασκευές.
Δεν είναι ανεύθυνες φανταστικές φιγούρες. Στο κάτω της γραφής ο
Κατιρτζόγλου θα συμμορφωνόταν στην περίπτωση που εσείς. Δεν θα στεκόταν ύστερα χαμένος έτσι να κοιτάζει το αίμα. Ο πρώτος διάδρομος αριστερά του μεγάλου
χειμωνιάτικου σπιτιού βαφτίζεται από καιρό στη σιωπή. Μονάχα η πόρτα στο βάθος μπορεί ν’ ανοίξει
ένα συγκεκριμένο απόγευμα. Και τότε ο
ήλιος θα φωτίσει παράξενα τη μορφή των
δύο εισερχομένων που είναι ο Φίλιππος
και η Κατερίνα. Υπάρχει
διαθέσιμος ακόμα ένας διάδρομος. Τον
τοποθέτησα πριν από χρόνια σε μια κλινική
για να περάσει όπως στα ονειρα το πρόσωπο της Μάγδας – κοίταξε «Μάγδα» στο
«Νεκρόδειπνο». Ίσως αργότερα την χρησιμοποιήσω κι εδώ υποκαθιστώντας φυσικά τη
Μάγδα με ένα άλλο πρόσωπο την Όρσα που είναι μια εξίσου γοητευτική παρουσία μέσα
σ’ αυτό υο ταραγμένο ΧΡΟΝΙΚΟ. Να μην
ξεχάσω τ’ αυτοκίνητα κυρίως τα
φορτηγά τους προβολείς των αυτοκινήτων
τη νύχτα. Τη σκάλα που κατέβηκε με το
τσιγάρο ο Κωνσταντίνος. Τον κήπο και
τη φαγωμένη μάντρα του. Κι εκεί συναντηθήκανε
με το Νικήτα. Κι ο Νικήτας
άκουγε μόλις κρατιόταν ύστερα καβάλησε μοτοσακό κι εξαφανίστηκε. Να θυμηθώ
τα σπίτια. Κατά προτίμηση παλιά. Κρυφά περάσματα κρυφές διαβάσεις και τα
πατώματα σε κάθε βήμα ετρίζανε.
Πόρτες λουκέτα κάμαρες
καρφιά στον τοίχο και συνθήματα.
Τις ατελείωτες ξεφτισμένες απροσδιόριστες κι
επικίνδυνες κάμαρες. Τα πολυβόλα
που θερίζανε την οδό Αχαρνών και την οδό
Πατησίων. Τον Ορέστη που έτρεχε
βλαστημώντας ανάμεσα στις ξερές
καλαμιές και τα μαλλιά του φως βυζαντινό που φέγγανε χρυσό ανεξήγητο.
Το γόνατο του Φίλιππου να τρέμει πάνω
στα χώματα καθώς κρατούσε από την πλάτη
τον Αλέξανδρο – το πρόσωπο του Φίλιππου άσπρο σαν - το πρόσωπο του Κίμωνα την ώρα που
σηκώσανε και πήραν τον Αλέξανδρο κλειστό
ραμμένο μ’ απανωτές βελονιές –
ύστερα την κραυγή του Κίμωνα που δεν
ακούστηκε που κόπηκε που ξαναμπήκε μέσα του που γίνηκε λύσσα σιωπή
και λύσσα. Το καρότσι που πήρε
νεκρό τον Αλέξανδρο το πόδι του τ’ αριστερό
κρεμόταν. Κι έβγαλα το μαντήλι μου για να.
Κι ο δρόμος ήταν μακρύς. Να θυμηθώ
τις πέτρες τα οδοφράγματα
τις προσταγές που επρόφταιναν τις
άλλες που μισές χαθήκανε τα σύρματα. Συρματοπλέγματα και
σύρματα. Και σιδερένιοι
πάσσαλοι και σίδερα
και φράχτες που έσκιζαν τα χέρια μας. Πέτρες τσιμέντα σπίτια
πέφτανε πόρτες παράθυρα μπαλκόνια
και παράθυρα σπασμένα τζάμια
γινωμένα θρύψαλα. Το ασταμάτητο πήγαινε
έλα μέσα στη νύχτα τις ανώνυμες
σκιές τ’ ανώνυμα πρόσωπα που ήταν
και μείνανε ανώνυμα. Τις μέρες που βούλιαξαν μέσα στα χρόνια που βούλιαξαν στη σιωπή γινήκανε όγκοι ασήκωτοι γινήκανε όγκοι αιώνες… [ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ από τη δεύτερη ενότητα στη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΧΡΟΝΟΚΟ 1975 εδώ
αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση: ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΙΙ 1965 – 1980, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1997 ]

