(…ποιος ακούει τα βογκητά
του πεθαμένου έρωτα μέσα στα σώματα
μ’ εκείνα τα βαθιά, ως το θάνατο, φιλιά
που τυπώνονται στο σώμα
ως τα μόνα της ζωής ενθυμήματα):
Α,
τι ατέλειωτη σκηνοθεσία με τα δένδρα!..
Είναι
αρχαίου χορού γραίες οι ελιές.
Ασημουργούν
στο αεράκι.
Αμέριμνα
λαδώνουν τους ρεζέδες
να
μην τρίζουν στον ύπνο μας τα όνειρα.
Η
λεύκα ρεμβώδης ξαναλέει το λεύκινο τροπάρι της∙
ύστερα
ασέλωτη φοράδα τριποδίζει
στου
κουρνιαχτού το σύννεφο και χάνεται.
Από
ανέκαθεν η φλαμουριά - πλαγίαυλος
μοιάζει
να κρύβει στη γαστέρα
το
παλιό εκκλησιαστικό της όργανο.
Όλες
οι λεμονιές στα εγκώμια.
Κι
οι μαστοφόρες κιτριές άπλωναν
είκοσι
βέρτσια μακριά τα μονοπάτια μέσα μας,
που
δεν τα είχε ακόμη προσαρτήσει η φθορά.
Αλλά
βαθύτερα ποιος αφοράται την άβυσσο
που
κρύβεται κάτω απ’ τις φυλλωσιές των ματιών.
Πίσω
απ’ την ανθισμένη χλόη ποιος ακούει
τα
βογκητά του πεθαμένου έρωτα μέσα στα σώματα.
Ποιος
δε λησμόνησε τη μαντζουράνα;
Ποιος
την ευκάλυπτη ράχη δεν πότισε με ξενιτιά;
Και
γιατί έφυγε το δάσος μεταμφιεσμένο τοξικό κοτσύφι,
λες
του άλλου κόσμου σαϊτιά;
Ορυκτά
στρουθία τ’ ουρανού, χαμένα,
εκείνα
που έχουμε αποχωριστεί.
Άφαντο
και του ονείρου το ζαρκάδι
που
έψαχνε με όλο το φως του να μας ντύσει.
Ας
λάμπει, μ’ όλα τα φώτα αναμμένα,
στην
πρώτη της καθέλκυση κάθε φρεγάτα:
Του
ασάλευτου βυθού μνηστή
είναι
κι αυτή ταμένη από καταβολής
(Συνάψιες
όλα καιουχ όλα. Συμφερόμενον
διαφερόμενον.
Συνάδον
– διάδον. Και εκ πάντων Εν. Και εξ Ενός πάντα)
Οκλαδόν
(εμείς) στην άμμο ή παίζοντας τρεχάτοι:
μια
μικρή φορητή ορχήστρα πνευστών.
Στου
Λιβυκού τα οπωροφόρα.
Στην
αγία ενορία των αγρών.
Από
ρίγος σε άνθος∙
πώς
φέγγει στη χαράδρα η αόρατη άγρια κυψέλη.
Όταν
από το λουλουδένιο σου πλευρό γίνομαι
τα
μελίσσια.
Ο
καημός από τα μονοπάτια που δεν πήραμε
μυρίζει
δυόσμο.
Αλυχτάει
στον ύπνο μας πονετική σκυλίτσα
που
ξαφνικά της πήρε αδέσποτη
το δρόμο.
Τι
γρήγορα, τι γρήγορα μας φώναξαν στη σκοτεινιά!..
Ακάλεστρες
έρχονται πάλι και κοκκινίζει η πλαγιά.
Μικροί
κόκκινοι κρατήρες μέσα απ’ τα κρύα σώματα.
Μ’
ένα παράλογο πάθος, ατριγέτοιο.
Αργά
μέσα απ’ της γης το ράθυμο πλακούντα.
Έως
ότου ξυπνήσουν οι βολβοί από τη νάρκη.
Έως
ότου λύσουν τα έλυτρα τις ζώνες τους
με
αυτοκίνητες κατεβασιές.
Μέσα
στα συμπαγή και χρονοβόρα, ιερατικά προστάγματα.
Σε
όλες τις κλίμακες των συνθηκών εν εξελίξει.
Με
όλη τη χρωστική της ενατένισης σε προετοιμασία.
Με
όλη την ανεξίθρησκη ιερή τους αιδημοσύνη.
Όσο
να ετοιμαστούν τα βιολοντσέλα. Τα κόρνο.
Τα
μικρά ντραμς στου Σούμπερτ.
Τα
εύηχα πλήκτρα της βροχής πάνω στα φύλλα…
ΩΣ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΕΣΤΡΟΣ: Ο ΑΕΡΑΣ
(…θ’ ανέβει με χάρη αρχαγγέλου, αόρατος πάνω στο
πόντιουμ… )
Κι από εκεί να
δώσει το νεύμα. Όλο πιο ρόδινα και πιο ρόδινα, ολοένα πορφυρίζοντας. Τώρα που
κάνουν έφοδο, στο ασάλευτο μαύρο, τα βιολιά σε συγχρονία με τα τσέλα. Από κάθε
μίσχο τρέχει μια μικρούλα φλόγα στις πλαγιές και ξεδιπλώνει τη σιωπή στην
πορφύρα. Έως το θρίαμβο της σπαρμένης φωτιάς που λαμπαδιάζει το λόφο. Με τα
τρεμάμενα κόκκινα στόματα, τ’ ανοιχτά χείλη. Μ’ εκείνα τα βαθιά, ως το θάνατο,
φιλιά που τυπώνονται στο σώμα ως τα μόνα της ζωής ενθυμήματα. Ορυκτά χείλη με
χείλη. Απρόβλεπτα. Αδιατίμητα. Ζωντανές φωνές νεκρών ημερών που επιστρέφουν.
Σαν υπόσχεση.
[κι
άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή του Μανόλη
Πρατικάκη
ΚΙΒΩΤΟΣ,
εκδόσεις ΤΥΠΩΘΗΤΩ / σειρά Λάλον Ύδωρ 2012
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ:
ΕΚΛΟΓΗ από το ΕΡΓΟ του ΠΟΙΗΤΗ, εκδόσεις Καλέντης 2014]
ΤΟ ΚΑΘΕ ΣΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΠΑΡΟΜΟΙΑΣΤΟ
ΣΥΜΠΑΝ
(…που κολυμπά κι εφαρμόζει μονάχα στον εαυτό του…)
Το φωσφορικό φως του αμίαντου γέμιζε το παλιό ραφείο
του πατέρα με μια κίτρινη σκόνη, σα γύρη από ένα υπερφυσικό άνθος. Τη βλέπαμε
ν’ απλώνει και να κατακάθεται στ’ άσπρα υφάσματα. Αισθανόμαστε την ευεργετική αύρα από ένα
υπερβατικό αστεροειδές που ακτινοβολεί. Σαν μέρος της συνολικής αύρας του ίδιου
του απείρου που ακούγαμε, σχεδόν, να παφλάζει στο κατώφλι. Μάλιστα συχνά νομίζαμε πως τα καμπύλα πανιά
των παλιών ιστιοφόρων ήταν τα φτερά του
και τ’ αποδημητικά οι πιστοί τους αγγελιοφόροι. Ακούγαμε το βόμβο της αργής
καύσης, εκείνον το λευκό ανεπαίσθητο θόρυβο των άστρων, τη στιγμή που ο πατέρας
κρατώντας το μεγάλο ψαλίδι ή τ’ ορθογώνιο τρίγωνο, έλεγε: το κάθε σώμα έχει τι δική του αρχιτεκτονική∙ υπάρχει κάτι που δεν μπορείς να μετρήσεις∙
κάτι ασύλλητο κι αταυτοποίητο στους μεταβαλλόμενους
συνδυασμούς των μελών. Λ.χ. η ασύμμετρη
λεκάνη ή
ο ένας πιο γερτός μυστηριώδης ώμος δημιουργούν ένα ανεφάρμοστο Όλον, απ’ το σύνολο των επιμέρους, που τραβά
και τραυλίζει. Θα υπάρχει πάντα ένα κενό
μεταξύ σάρκας και φόρμας, όπως οι λέξεις που είναι οι σκιές των πραγμάτων, ποτέ τα
ίδια τα πράγματα. Η κόκκινη κραυγή τους μα ποτέ
το τραύμα τους. Το κάθε σώμα είναι ένα
μικρό απαρομοίαστο σύμπαν που κολυμπά κι εφαρμόζει μονάχα στον εαυτό του (όπως η σφαίρα στη θαλάμη της), έλεγε. Δεν ξέραμε αν μιλούσε για τα ρούχα που
σχεδίαζε ή για κείνο το φωσφορικό αστεροειδές που έντυνε
τη νύχτα σε μέρα. Ως ακατανόητος ενδυματολόγος που μας παραπλανά. Για κείνο το μικρό ρυθμιζόμενο χάραμα μέσα
στην αίθουσα των υφασμάτων. Με το σίδερο
να καίει την αρχαία λάβα του. Μια
υπέροχη οικογενειακή πανσέληνος μες στην αγρύπνια μας.
(αποσπάσματα
από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΚΙΒΩΤΟΣ 2012)
Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΑΣ ΞΕΜΑΛΛΗ ΣΤΟ ΑΛΑΤΕΝΙΟ ΚΑΘΑΡΟΑΙΜΟ
ΑΛΟΓΟ ΚΑΛΠΑΖΕΙ
(…κι ούτε οξείδωση σκέψης. Ούτε σήψη…)
Εδώ δεν έχει αναβατήρες. Και μόνο όχημα το τρενάκι του
σφυγμού. Κάτω εκεί στους κόκκινους ποταμούς που κυλάνε κόκκινα με τους
κόκκινους. Γνωρίζεις όλη σου την ύπαρξη ανεβαίνοντας μονάχα με την ανεμόσκαλα.
Κατεβαίνοντας στα βάθη του πνιγμού κι ανασαίνοντας μ’ ένα μικρό καλάμι.
Το αθόρυβο εννοούμε μεγαλείο του αέρα, μονάχα στη
διασωλήνωση. (Στην ασφυξία, αιφνίδια σε
ίλιγγο πυκνώνει ο χρόνος. Κι ο ερωδιός –
αέρας στέφεται αυτοκράτορας). Αλλά πριν
βολόδερνε με τ’ άλλα κοπρόσκυλα: τ’ αυτονόητα.
Ω φύγε, να είσαι πάντα κάποιος άλλος. Που μπορεί να καλπάζει πολύ πέρα. Πολύ
μακριά από τον εαυτό του.
Όλο χμ και χμ οι ολομέταξοι χμερ. Και χοτζιμίνχια χουρχουλητά στα ανυπότακτα κρυσφύγετατων καλαμιώνων. Εδώ
στης ακονόπετρας τη λάμψη, λάμα τη λάμα που γδαρτούς Διάκους ξεγεννά και
Σαμουράι. Μα εσύ θυμήσου: Της γης οι
δρόμοι Σαμάνο σε φωνάζουνε∙ και τ’
ουρανού τα μονοπάτια Σαμάνο σε γεννούνε.
Ρακένδυτος πριν ενωθείς με τη βροχούλα. Δίνεις δροσιές και παίρνεις μόσχους. Παίρνεις φιλί από τα χείλη που σε πίνουν.
Εδώ όλα ησυχάζουν. Σα θρόμβος διαλύθηκε ο θόρυβος της Σόλωνος.
Σαν πριν χυμένα σπλάχνα τα ορύγματα της εμπόλεμης Συγγρού. Και τώρα, τι σιγής
ευρυχωρία!.. Χωρίς τον παλαιό όχλο των
ήχων.
Κέδρων καρποί φεγγοβολούν σα μουλαριών χάμουρα που
φορτωμένα πάνε.
Με ασφεντηλιάς κοντύλια αλληλογραφούν οι άνεμοι. Κι ο
φουντωτός αγέλαμος: η ουρίτσα της πένας στου άγραφου νου τον πάπυρο από
καταβολής; Στου πανάρχαιου φλοιού τα
μόνιτορς από μεθαύριο; Στο φως του
φεγγαριού η πόρπη – ρόπτρο λάμπει, καθώς ανοίγει τη μεσόπορτα του
σκοταδιού. Κι η μοναξιά μας ξέμαλλη στο
αλατένειο καθαρόαιμο άλογο καλπάζει.
Εδώ μονάχα ασπρόρουχα απλωμένα∙ στα τέλια του σιρόκου∙ τι να πλύνεις; Εδώ η καμπύλη σκάφη των κυμάτων ξεπλένει από
τα ρέλια των ωρών μας κάθε στίγμα. Εδώ οι αυτοκίνητοι κύλινδροι με υδρόβια
ρουλεμάν ραλάρουν δίχως φίλτρα.
Κι ούτε οξείδωση σκέψης. Ούτε σήψη.
(αποσπάσματα
από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΚΙΒΩΤΟΣ 2012)
ΤΑ ΠΕΛΩΡΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΙΣΚΙΟΥΣ ΤΟΥ
ΒΡΑΔΙΟΥ ΛΑΜΠΟΥΝ ΑΡΓΟΠΟΡΗΜΕΝΑ ΑΣΤΡΑ
(απόσπασμα από τη συλλογή τουΜανόλη Πρατικάκη ΚΙΒΩΤΟΣ
2012)
Επιστρέφουν αργά στους αχυρένιους στάβλους. Α, χαμένη στωικότητα θρυμματισμένη καρτερία.
Σας ξαναβρίσκω στους αμέριμνους κύκλους των
βελουδένιων ματιών. Στα υγρά βρύα των θερμών ρουθουνιών τους. Σ’ αυτά τα θεία βιολετιά μουσούδια που
σταλάζουν, από αβλεψία, μια μορφή αιωνιότητας.
Μυρωδιά φρεσκοκομμένου ξύλου. Η σκάφη για το ζυμωτό.
Πλεκτά ποταμίσια καλάθια γεμάτα καρπούς.
Το χτυπημένο λινάρι στο φράχτη, ως ένα προοίμιο για
του άλλου θέρους τις λινές ενδυμασίες. Στους
πέτρινους τοίχους της αυλής πλεξίδες σκόρδα, κρεμμύδια, κυδώνια.
Ο δίκταμος, ως το ’χε χούι, επιδαψιλεύει ευωδιές στα γύρω∙ τα πληγωμένα αγρίμια τρίβουν τη ράχη τους στις
ιαματικές του φυλλωσιές, άκρη – άκρη των γκρεμών.
Στα πήλινα πιθάρια φέγγει το λάδι της χρονιάς. Τα ώριμα στάχυα κυματίζουν στο χθόνιο κορμί σας
σ’ αυτόν τον μικρό απέραντο σιτοβολώνα. Στις παλάμες σας έχουν φυτρώσει οι
ξυλοκόποι ρόζοι των δένδρων. Αυτά τα
σιωπηλά αρχεία του χρόνου. Στα παράξενα μάτια που ανεβαίνουν απ’ τα βάθη του
μόχθου και κοιτάνε ήσυχα το θάνατο.
ΜΕ ΑΝΕΒΟΚΑΤΕΒΑΣΜΑΤΑ ΠΕΡΑΣΑΝ ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΩΝ
ΓΗΡΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΤΟΥΣ
(…στους ψαράδες που χάθηκαν και δεν βρέθηκαν ποτέ, καθώς
ψαρεύοντας άνοιγαν πανάκι προς Γαϊδουρονήσι μεριά…)
Εδώ κι εκεί βόλια φωσφόρου που ταίριαζαν στα βαθουλώματα
και τα σμαράγδια τους. Οι τραυματίες
κλώνοι οδυνηρά ζευγαρωμένοι με τ’ αστροπελέκια τους. Εδώ κι εκεί μακρόσυρτες κροκάλες με το
ανατρίχιασμα του κροταλία ήχου τους – σαν γοερές ερπύστριες της ησυχίας. Και παρακεί τα παιδικά της λαλίτσας μας λαλάρια,
ως μικρά ρόπτρα∙ το κάθε τρυφερό ανοίγουνε πορτάκι.
Η Κυρία Κέδρου κεραύνια χτυπημένη, εξ ου ημίπληκτη,
στα μαύρα. Αλλά το αναπηρικό της αλαλίας
καροτσάκι, οψέποτε.
Η ακατοίκητη θέα της νήσου ως αποκόλληση
αμφιβληστροειδούς μας αδειάζει απ’ όλες τις επινοήσεις μας.
Και σχεδόν άγραφος του νου, μας επιστρέφει ο χάρτης,
απ’ όλες τις μεγάλες οφθαλμαπάτες. (Είναι
άραγε ακόμη μ’ ένα μέρος του εκείνο το παιδί που υπήρξε, στον βλοσυρό επόπτη
που ζυγίζει στην πλάστιγγα ζημιές και κέρδη; Αναγνωρίζει κάποιο ίχνος απ’ αυτό εκεί που,
μόλις αφημένο, ξεκουράζεται στα πλατιά χάδια της ζέστης και
γεύεται το χρόνο του μεσημεριού, που αμέριμνα κοιμάται ξαπλωτός στ’ ανάλαφρα βαμβάκια του,
έχοντας, για λίγο, καταργήσει τα βαρυτικά του πεδία; )
Ψατοκαρές και σφάκες,
και του στυφού στυφνού δείπνα
αναποδογυρισμένης αφθονίας. Εδώ της λιγοσύνης λάμπει το προζύμι. Από τρία
σπυριά κριθάρι, δυο ασκορδούλακες, ένα
χαρούπι. Αλλά όλο μας πλημμυρίζει το
ασήμι του να μην έχουμε τίποτα. Ολοένα να μας νεύουνε και να γελάνε οι λυγεροί
αγέλαμοι στο μελτεμάκι. (Εδώ αμμώδες
αποτύπωμα σαν εκεί με ξέπλεκες σκέψεις να κάθονταν πριν λίγο η ίδια η Ευλάβεια)
Εδώ κοιμήθηκαν κουρσάροι. Άνεμοι αναχωρητές γενειοφόροι μ’ ένα κυανό
γέλιο. Καρχηδόνιοι και Φοινίκων ορδές,
Σαρακινοί κι Ασσύριοι προικοθήρες της θάλασσας. Με μυτερά σκουφιά σε διαρκή
ρεσάλτα – ατρυγέτοιο πόντος. Αλλά της Μεσογείου
λεηλατημένα τα φορτία – σε τούτη τη μικρή άνυδρη σκάλα.
Και οι πολυμήχανοι ψαράδες ανοίγονταν ως εδώ με
ριψοκίνδυνο πανάκι. Δεν άκουγαν το
κρώξιμο των γλάρων (γεμάτο
προαισθήσεις), για εκείνο που μίλια μακριά είχε ήδη ξεκινήσει να έρχεται. Και ξαφνικά η λυσσασμένη τίγρις∙ μισή πάνω σε πρύμη και κουβέρτα. Και η άλλη μισή να σπρώχνει με τα νύχια της τον
παγωμένο πόντο.
«Με ανεβοκατεβάσματα πέρασαν τα στάδια των γηρατιών τους
και της νιότης τους» - μια αστραπή πριν μπούνε
στη ρουφήχτρα.
Τα μακριά μαλλιά τους μέδουσες σαλεύουν δέκα οργιές
του βάθους. Να τα κοράλλια: τα οστά τους.
«Να τα μαργαριτάρια: τα μάτια τους, κοιτάχτε». Και δεηθείτε γι’ αυτούς. Να τους θυμάστε.
Ανοιχτοί σαν άνεμοι, γυρίζοντας το στήθος σας προς τους ανέμους.
(αποσπάσματα
από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΚΙΒΩΤΟΣ 2012)
ΚΑΘΕ ΠΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΖΩ ΤΟ ΚΟΡΜΙ ΣΟΥ
(…μιλώ για
αναγωγή του απτού σε τρέμισμα ονείρου
Του λεπτού σε άχρονο...)
Καρντέλλια, Καρντέλλια, μες στις ανεμοθύελλες του Ντόβερ
Γιόταμα, γιόταμα από το Γιοκατάν.
Είσαι το αναρίθμητο γέλιο των κυμάτων.
Το αμύριστο άγνωστο κρίνο.
Είσαι η αναρίθμητη συμπόνια του κόσμου
γι’ αυτό σ’ αγαπώ.
Οι στηθόδεσμοί σου είναι τ’ ουρανού τ’
αρτοφόρια.
Κι οι ανέγγιχτοί σου άρτοι από προζύμι
ονείρων
σε τρεμάμενους ζυμωτούς αγγέλων!.. (σελ. 236)
ΒΓΑΛΕΤΕ ΜΟΥ ΤΟ
ΧΑΡΑΚΙ ΠΟΥ ΠΛΑΚΩΝΕΙ ΤΑ ΣΤΗΘΙΑ ΜΟΥ
Για τρία μερόνυχτα, όσο κράτησε το
ψυχομάχημα,
(του σκληρού δίσκου η ανεξίτηλη
εγγραφή),
δεν έλεγε άλλη κουβέντα.
Ούτε παιδιά, ούτε κρυμμένες διαθήκες.
Βγάλετέ μου το χαράκι που με πλακώνει.
Ανάθεμα, γιατί να μετακινήσω τα σύνορα,
Ανάθεμα, γιατί να μετακινήσω τα σύνορα,
Για δέκα μέτρα χέρσας γης με ξερούς ασπάλαθους
που τους φρουρούνε του σταριού τα
φαντάσματα
και τους τρυγούνε μόνο οι γλώσσες της φωτιάς
όπως ορίζει το προικοσύμφωνο της γης.
Ο δαίμονας μ’ έβαλε να καταχραστώ τα
ξένα πετρώματα
με τα βατά και τα σπαρμένα λιθάρια.
Να δειπνήσω λιθαρένιο ψωμί.
Κι έγειρε το ξένο χαράκι στο άδικο
πλευρό μου.
Και σπούνε τα πλευρά μου σαν κλαράκια.
Τα χειροπόδαρά μου ένα δεμάτι ξερές
ασφεντυλιές.
Και πνοή αέρα ως εδώ πια δεν φτάνει.
Πείτε του να πάρει και τη δική μου
πάρτη.
Ναι μα το Ζα, πείτε του να πάρει και τη
δική μου πάρτη.
Το θυμάρι μου μίλησε: η γη δεν είναι
κανενός΄
Το γεράκι μου ’γνεψε, λίγο ψηλότερα το
μάτι δεν ξεχωρίζει σύνορα
Κι ήρθε ο Αϊ- Αντώνης στον ύπνο μου και
μου ’πε:
όποιος κλέβει τη γη ένας σκούληκας
συρκώνει τοπερβόλι του
στον ουρανό. Όποιος κοιμάται σε ξένα υπερώα
η χαράδρα θα ’ναι το κατωσέντονό του.
(Δια χειρός Δομήνικου, ο καθεύδων Οργάθ
ποιμένει κιόλας
εκεί πάνω των αγγέλων τους ευρύχωρους
σιτοβολώνες).
(Χρυσέ ζωής αέρα γιατί δε φτάνεις ως
εμάς; )
Αν έχετε χέρια, ω αν έχετε δυο μικρά χέρια
συγχώρεσης γειτόνοι∙
πάρετε τα σκυλιά που μυρίσανε αγρίμι
ερέβους,
την αδύναμη ψυχή μου που γλιστρά κατά
κάτω,
και τ’ ακούω ν’ αλυχτούνε μες στο θάνατό
μου.
Ανάθεμα, γιατί να μετακινήσω τα σύνορα.
Βγάλετέ μου το μαύρο χαράκι που με πλακώνει.
ΑΝ ΣΚΑΨΕΙΣ ΕΔΩ. ΑΝ ΓΟΝΑΤΙΣΕΙΣ. ΑΝ ΜΕ ΤΗ ΣΜΙΛΗ ΣΟΥ ΠΡΟΣΗΛΩΘΕΙΣ…
(απόσπασμα από τη συλλογή τουΜανόλη Πρατικάκη ΚΙΒΩΤΟΣ
2012)
…κάτω απ’ τ’ αγκάθια και τις πέτρες. Κάτω απ’ τους αμέριμνους ύπνους των ανθρώπων.
Μπορείς να βρεις στου καιρού τα κρυστάλλινα γλυπτά – που δεν είναι του αέρα
μόνο κατοικία – μινωικά τζιτζίκια ή
όστρακα σπειροειδή∙ οστά ή αναθήματα πλάι στων ασπαλάθων τις ρίζες. Καθώς μια αρχαία χορδή (που μ’ εκείνη τα βάθη μου σ’ αναγνωρίζουν),
γυρεύει το χαμένο δοξάρι της, ώσπερ τόξο τη λύρα.
Ο Λ. μήπως έτσι λιγνός. Με το νευρώδες δέμας του – γεμάτος οσμές
τρομακτικών βοτάνων – με το φωσφορικό πυρίτιο πνεύμα του με κάτι μενεξεδί κι η
κώμη κυματίζουσα στον τράχηλο βαθυχαιτήεις.
Έτσι κοφτερός (χωρίς ίχνος προγονικής σκουριάς) ανοίγοντας χαραγματιές
στης ιστορίας τα μπεντένια, ξέμεινε ως εδώ, αρχαίος μινωίτης. Και τώρα κατεβαίνει του Πύργου την κορφή, μέσα
από τ’ ανθισμένα κουρμουτσούλια. Και
αργότερα στο ρεστοράν Ιδομενέας πλησιάζει Αόρατος μες στους θαμώνες. Κρατάει μωρό στα χέρια, πάει να πει μικρό
πήλινο εδώλιο.
Είναι της Μύρτου η φερέκαρπος θεά. Με κόκκινα βαμμένα χείλη (4.500 χρόνια φασματική εξικνείται τη φωνή
δια τον θεόν) (Αλλά θεά δεν ημπορώ ν’
ακούσω τη φωνή σου)∙ μ’ ένα μικρό κανάτι
ζωογονεί τα μαραμένα μας λουλούδια.
Αλλά τριγύρω όπου κοιτάζεις χοντροπίθαροι ελληναράδες∙ τρώνε
και ρεύονται και φτύνουν καταγής∙ χειρονομούν και πέρδονται κι
αλύπητα (επί παντός ειδήμονες)
πορνεύουνε τη γλώσσα. Θολές θαμπές κραυγές
σαν θορυβώδεις μώλωπες στο πρόσωπο της ησυχίας
(τον κούφαναν άνθρωπο λιγομίλητο)
Ένα σμήνος σφήκες στον ακουστικό φλοιό του κρόταφου∙ ή όπως καταρρέει τζαμαρία: μικρό φραστικό σύμπαν θραυσμάτων.
Μ’ εκείνα τα χτυπήματα των τουφεκιών, περασμένα
μεσάνυχτα, στον θώρακα και κατά γης οι
λαίμαργες γλώσσες της φωτιάς με προσάναμμα εμβληματικά βιβλία Φιοντόρ.
Αλλόθρησκε, τον έβριζαν, λιποτάκτη, σκύλας γιε,
τσίμπλα της γουρούνας, από πού ήρθες ανοξείδωτος εσύ και τα ερυθρόδερμα συντρόφια σου.
Σφήκες πάνω σε λέξεις ώσπου η γλώσσα γυμνωμένο ψαροκόκαλο στ’ άναρθρα
αχανή χαλίκια. Τριγύρω, που ο παράξενος ξένος, έβλεπες συνωστίζονταν μυρμηγκιές
χαμαιλεόντων, πλάι σε ευαγή ιδρύματα
και οίκους αρωγής (διάβαζε μαστροπείας).
Εταιρείες Μαϊμούδων πιθηκίζοντας πίσω από πριγκιπάτα. Και παραμέσα ο μυστικός διάδρομος που οδηγεί
σε χρυσοποίκιλτα πορνεία, υψηλής, κάπου
2.500 μεγαβάτ, με φορητούς παράδεισους, μεσοτοιχία στο μηχανουργείο του ερέβους.
Κι από του Ευγενούς Πήτερ Ουώρεν τις ανασκαφές ο
ωραίος σφραγιδόλιθος, σαν αποφάι στον σκουπιδοτενεκέ, ριγμένος κάτω απ’ το
τραπέζι, με τ’ άλλα, από ένα ζοφερό φαγοπότι,
κόκαλα και κόκαλα μικρών ζώων, ξεχασμένων ύμνων.
Ενώ έφτανε ως τα πόδια μας η θεία ορχήστρα των νερών της
θαλάσσης∙ οι ευωδιές κοντίνουο με τα μύρτα και τα γιασεμιά.
Πάνω να ξεφαντώνει η Γκιαούρα, η Γραικολάνδη, το Ελλαδιστάν, ορχούμενο μες στα σκυλάδικα,
με πρόστυχα σεκλέτια ανατολής με λαλιές
βαρβαρικές ως μέσα στη Βακτριανή, ως τους
Ινδούς, ξεϋφαίνοντας όλη τη Λάμψη.
Και κάτω απ’ το τραπέζι τα άγια των αγίων τοις κυσίν!..
ΛΙΓΑ ΜΑΔΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΒΩΤΟ
(…
το φιλέρημο άφαντο γαρδέλι.
Το
σταμνί που δεν γύρισε ποτέ από τη βρύση.
Το
απότοκο.
Το
κάθε φορά παραλίγο θαύμα.
Το
κάθε φορά παρά λίγο έκρηξη σε κάθε βήμα.
Το
κάθε φορά παρά πέντε φλάουτο στο άχραντο καλάμι…)
Η Χ. δεν χύνεται δεν βγάζει λέξεις. Κρυμμένη σε θάμνο δε μιλά καθώς βλέπει να
παίρνουν οι γερμανοί το γιο της. (15 Σεπτ. 1943 ημέρα Τετάρτη) για εκτέλεση. Όταν ο γιος φωνάζει «Μάνααα»
και πάλι «Μάνααα σώσε με…», δεν
χύνεται δεν βγάζει άχνα∙ δεν πέφτει στα πόδια τους, δεν στηθοδέρνεται
με ικεσίες!.. - Οι
γδούποι και οι μώλωπες από τον υποκόπανο των τουφεκιών νύχτα στο στήθος του
κόκκινου Λευτέρη (1946 -1958) και οι Ντοστεογιέφσκι, Ουγκώ,,
Τολστόι, Τσέχωφ, στις φλόγες (τα κουμμούνια). - Κι
η Καλλιόπη, δακρυσμένη, είπε: καλώστηνε
τη συμφορά σαν έρθει αμοναχή της. Μην έρθει με τη μάνα της και με
την αδελφή της. Μην έρθει με τις θειάδες
της και
τις τσεβδές ξαδέλφες. Και
ξεριζώνει σπιτικά. Και γονατίζει
σόγια. - Όλα τα είδη της ζωής να επιστρέψουν. Αλλά πριν κατασκεύασε την ΚΙΒΩΤΟ. Νοεί ο ασπρομάλλης Νώε. Και γεμάτος γνώση ακούει της αφθονίας και της
αποξένωσης τον επερχόμενο κατακλυσμό (αποσπάσματα
από την ΚΙΒΩΤΟ του Μανόλη Πρατικάκη 2012
– Συγκεντρωτική έκδοση: ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ ΕΚΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, Καλέντης
2014)
Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2026


