Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

ΝΑ ’ΜΑΣΤΑΝ, ΛΕΕΙ ΜΕ ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΤΕΡΑ

 (… ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται…):


να ’μασταν, λέει

τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο

δένδρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο

ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται.

ή μήπως να ’μασταν

εκεί ψηλά τα κεραμίδια πλάι στην καπνοδόχο

την ώρα που όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός

κι ύστερα λέει

να φύτρωναν κόκκινα

κατακόκκινα φτερά στους ώμους μας

στα μάτια μας ένας κιτρινισμένος χάρτης για τον ουρανό.

να ταξιδέψουμε πέρα απ’ τον πόνο και το θάνατο…

 



ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

γράφω τους στίχους που ανακάλυψα

στα μυστικά αρχεία του κόσμου

με τα πρωτόγονά μου σύμβολα

καταχωρώ την προαιώνια μουσική

και οι μέλλοντες αιώνες θα συνθέτουν με αστραπές.

σαν άνεμος στην πέτρα της ερήμου γράφω

τα ονόματα που δεν προφέρονται.

βυθίζομαι στο απρόσιτο

να ανιχνεύσω τις δικές μου λέξεις

το δέος μέσα μου ιχνηλατώ

να ζωγραφίσω το δικό μου φως

 

ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΑΝ ΔΕΝΔΡΟ  ή  ΣΑΝ ΠΟΥΛΙ

υπάρχει μέσα  μου ένα φως

καμιά φορά σαν δένδρο  ή  σαν πουλί

ή ξέφτι απ’  το γαλάζιο στο περβάζι σου.

υπάρχει μέσα μου ένα φως

που όλα τα ξέρει  κι  όλα τα αισθάνεται

μοναχικό που ταξιδεύει απ’ την αρχή του χρόνου

που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα

και δεν παραδίνεται

 

ΔΕΙΛΟ,  ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ,  ΑΒΑΦΤΙΣΤΟ

κείνο το κάτι

το τρελό  και  το δεν ξέρω τι

κείνο το  μυστικό,   το  θαύμα!..

αυτό είναι μέσα μου

δειλό,  βαθύ  γαλάζιο, αβάφτιστο,

ένα παιδί που δεν μεγάλωσε

κάτι θνητό που αρνείται να πεθάνει

[κι άλλα Ποιήματα από τη συλλογή  του Τόλη Νικηφόρου

ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002

όπως ανθολογήθηκαν στη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων: 

Τόλης Νικηφόρου ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ, Επιλεγμένα Ποιήματα 1966-2017, εκδόσεις Ρώμη]

 

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου  ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002)

Παρασκευή μήνα Νοέμβρη

με το ζώδιο του σκορπιού,

καθώς πυκνά σκοτείνιαζε

στις παρυφές του Ολύμπου,

σχίστηκε σαν από σεισμό η γη στα δύο

κι από τον Άδη ορθώθηκε

περήφανος  και  σκυθρωπός

μπροστά μου ο Πλούτων

 

μου φαίνεται πως ξέχασες ποιος είσαι

είπε βαριά,  ενώ το αράπικο χρεμέτιζε

και δάγκωνε με αφρούς τα χάμουρα

κι ο Κέρβερος ήρθε κουνώντας την ουρά

και μου ’γλειφε τα χέρια.

άλλο δεν έχει από το λίγο του αυτός ο ξένος τόπος

κι είναι καιρός που η μάνα σου

(εδώ μαλάκωσε ελάχιστα το αψύ του βλέμμα)

γύρισε στην πατρίδα  και  σε  περιμένει.

σήκωσε το δεξί του χέρι απότομα

κι έπεσε νεκρική σιγή τριγύρω.

 

είσαι ψυχή

κι η θέση σου είναι δίπλα μου, με τις ψυχές

 

ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ, 2

ξυπόλυτη

κάτω απ’ την άσπρη νυχτικιά που της πηγαίνει,

η Σοφία γέρνει και σκαλίζει

το χώμα στη μεγάλη γλάστρα

κατάξανθος στα τρία  και  κάτι χρόνια του

ο Νικολίνος σηκώνει κάστρα με τους κύβους του

ενώ ο πατέρας σοβαρός

του ρίχνει κάπου – κάπου μια έκπληκτη ματιά

πίσω απ’ την κυριακάτικη εφημερίδα.

στο μάρμαρο ξαπλώνει τη φουντωτή ουρά του

ένα πάντα από τα δάση της γαλήνιας σεκόια

κόκκινοι σκίουροι γλιστράνε στο πεζούλι

και ο αλήτης γάτος γλείφει απολαυστικά

δίπλα στα κάγκελα

τα πέλματα  και  τ’ άσπρα του μουσούδια

 

και βέβαια κανείς ούτε στιγμή δεν έφυγε

είναι κι όλοι οι άλλοι εδώ

ακόμη αόρατοι όπως κι εγώ

σε κάποια μυστικά διάσταση του χρόνου

κάποτε όμως σηκώνει από το κέντημα

τα μάτια η μητέρα

και τότε όλοι εμφανιζόμαστε σ’ ένα γαλάζιο φως!..

 

ΒΟΛΤΑ ΣΤΙΣ ΡΑΜΠΛΑΣ* Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ, 1

αργά χθες βράδυ ξαφνικά συνάντησα στις ράμπλας τ’ ουρανού

τον φοιτητή Καλιάγεφ παρέα με τον Ντουρρούτι να τα πίνει

ενώ η Ούρλικε στο παραδίπλα τραπεζάκι

ζωγράφιζε με τη σκιά της μια τίγρη μες στα σύννεφα

δώρο στην Έζρα και τον  Βλαντιμίρ

 

εκεί που έπιανα μια ψάθινη καρέκλα να καθίσω

βγήκε από την πόρτα ο πανάγαθος

σέρνοντας πίσω του, όπως το συνηθίζει,

και μια ταξιαρχία γαλαξίες

άντε να πάνε τα φαρμάκια κάτω,  είπε,

βάζοντας στο γραμμόφωνο ένα βαρύ ζεϊμπέκικο

και μοίρασε τα καραφάκια με το τσίπουρο

απ’ το κρυφό του αμπέλι

 

κουράστηκε ο πατέρας,  ρε παιδιά,

μ’ αυτόν τον χαλασμό εκεί κάτω

πρόσθεσε με γλυκό χαμόγελο ο Ιησούς

λες και παρηγορούσε πάλι τους απελπισμένους,

κι από την άλλη,  του λείπει αυτός ο άκαρδος ο αυτόνομος

και είναι άγριο πράγμα ο παράδεισος

χειμώνα καλοκαίρι με τα χερουβίμ!..

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:  ΡΑΜΠΛΑΣ, κεντρικός δρόμος στις ισπανικές πόλεις. Στη Βαρκελώνη, η Ramnla de las Flores αρχίζει από την Πλατεία της Καταλωνίας  και καταλήγει στο λιμάνι, στο άγαλμα του Κολόμβου και το πλοίο Σάντα Μαρία

 

ΒΟΛΤΑ ΣΤΙΣ ΡΑΜΠΛΑΣ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ, 3

αργά χθες βράδυ ξαφνικά μες την ομίχλη

είδα στις ράμπλας τ’ουρανού

λουλούδια και μικρά πουλιά
μάτια να λάμπουν.

κι έναν αρχαίο φιλόλογο  και  πάλι  όρθιο

να διδάσκει άγνωστα κείμενα

σαν υποσχέσεις  ή  αινίγματα.

χαμογελούσε  κι έγραφε

στα δάχτυλά του έλιωνε η κιμωλία του χρόνου

κι απ ’τα ανοιχτά παράθυρα οι έφηβοι

είχαν ήδη δραπετεύσει  και  ταξίδευαν

 

αργά χθες βράδυ ξαφνικά

είδα στον μαυροπίνακα  του τίποτα

για πάντα αμετάφραστη τη λέξη ελευθερία

[από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002]

 

ΑΔΕΣΠΟΤΑ

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου  ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002)

τ’ αδέσποτα σκυλιά

τ’ αδέσποτα παιδιά

οι αδέσποτες ψυχές.

άγριες, φωτεινές, ευάλωτες.

όχι ότι δεν έχουν κύριο και αφέντη

μόνο που αιώνες τώρα απουσιάζει εκείνος

στην άλλη άκρη του ουρανού.

τα αδέσποτα σπάνια ξεγελούν τη θλίψη τους

στήλη καπνού στις κόρες των ματιών τους

που αναθρώσκει από μια μακρινή πατρίδα

 

ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ Η ΕΦΗ

εκεί που πήγαινα

βαρύς και μόνος με τα χρόνια μου στην Εγνατία

ανάμεσα σε χωρικούς και μαγαζάτορες

βγήκε  και  πάλι ξαφνικά

μέσα στα χρώματα μπροστά μου η Έφη

κι έγειρε να σκουπίσει  με τα μάτια της

τη μελανιά απ’ το παλιό μου μπικ στο μέτωπό.

ένα δειλό πορτοκαλί  αχνοχάραζε στα χείλη της

κι ένα βαθύ γαλάζιο τ’ ουρανού

είχε σκαλώσει στα μαλλιά της.

σφιχτά κρατώντας τα βιβλία στο λευκό πουκάμισο

η ίδια εκείνη Έφη απ’ τα δεκαοχτώ

το ίδιο σκονισμένο απομεσήμερο

τα ίδια εκείνα μάτια

μέσα στη θλίψη μου χαμογελούσαν

 

ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΜΥΤΕΡΟ ΚΑΡΦΙ  ΚΑΙ  ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ

μια έρημη σοφίτα μακρινή

μέσα στη θλίψη τ’ ουρανού είναι η ψυχή μου.

γεμάτη άχρηστα αντικείμενα

μια ψάθινη καρέκλα

ένα ποδήλατο με τρύπια λάστιχα

μια κόκκινη ξεφουσκωμένη μπάλα.

κι ένα σωρό θαμπές φωτογραφίες

απ’ τους αρχαίους ενοίκους της

όμως δεν κρύβει πλάσματα επικίνδυνα

κι ούτε ένα μυτερό καρφί  και  σκουριασμένο

μια έρημη σοφίτα μακρινή

μια λέξη ανείπωτη είναι η ψυχή μου

ένα μοναχικό παράθυρο

που κάποτε φωτίζεται μέσα στη θλίψη τ’ουρανού

[από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002]

 

ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΟΣ

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου  ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002)

πώς και γιατί δεν ξέρω

αυτή η λέξη μου ταιριάζει.

ίσως να είναι σαν το χνώτο μου

από παλιά στο τζάμι

σαν τα ρυάκια της βροχής

στο χώμα της Πλατείας Δικαστηρίων.

ίσως να είναι σαν τον γόο του βαρδάρη

στα  καλντερίμια της γενέθλιας πόλης

ή σαν τα γράμματα που αναβοσβήνουν

μακριά στις φωτεινές επιγραφές

και σαν το άγνωστο εκείνο

που κάποτε με έσπειρε και χάθηκε.

πώς και γιατί δεν ξέρω

αυτή η λέξη μου ταιριάζει.

σε ξένο τόπο  και  σε ξένους δρόμους

μόνο

 

ΤΟ ΠΡΟΑΙΩΝΙΟ ΡΙΓΟΣ

προφέρεται στη μοναξιά  και τη σιγή

στις παρυφές του ονείρου

την ώρα που οι νεκροί υφαίνουν έξω το σκοτάδι

και εισρέει από τις χαραμάδες

σαν κόκκινο κρασί η ανάσα τους

με δέος προφέρεται η Ποίηση

καθώς προφέρει ανθίζοντας

ένα ξερό  κλαδί το προαιώνιο ρίγος του

 

ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ

το ποίημα επιλέγει το δικό του χρόνο για να γεννηθεί

είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας

κυκλοφορεί στο υπόγειο

και λούζεται με φως στο υπερώο

διαβάζει  ένα – ένα τα χειρόγραφά μας

αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές

που ταξιδεύουν μέσα  μας

και πίνει για να μεγαλώσει

γι’ αυτό και είναι πάντα μεθυσμένο

το ποίημα επιλέγει το δικό του χρόνο για να γεννηθεί

όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατποκήσει

 

Ο ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

θα ξαναγεννηθούμε σε μιαν άλλη χώρα

θ’ ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις

και θα προφέρουμε περήφανα

κάθε ελάχιστο αυτονόητο

στη γνώση μάταια θ’ αναζητήσουμε τον κόσμο

θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους

με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη

και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε

την πρώτη μας αγάπη

στα μάτια μας θ’ αστράφτει

η ίδια προαιώνια λάμψη

 

τίποτα δεν θα θυμηθούμε

και τίποτε δεν θα έχουμε ξεχάσει

 

ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΝΗΜΗ

το χάραμα δεν έχει τραύματα και ουλές

δεν έχει μνήμη

δεν έλαμψε ποτέ πάνω από δάκρυα  και  χαμό

δεν φώτισε εκτελέσεις

γι’ αυτό σαν από θαύμα αστράφτει

και πάλι στην αιώνια εφηβεία του

λέει, καλημέρα σας  παιδιά

αγγίζει εδώ  κι  εκεί τα δένδρα

πιάνει κουβέντα με το  αδέσποτο σκυλί

το χάραμα δεν έχει μνήμη

έχει μόνο ένα βαθύ γαλάζιο  φως

και το απλώνει δίχως δισταγμό στον κόσμο

[από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002]


ΣΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΕΠΑΝΕΡΧΟΜΑΙ ΜΟΝΟΤΟΝΑ

(…  αυτές που έκαναν κουρέλι οι αιώνες 

οι ίδιες λέξεις από  μέσα μου αναβλύζουν… )

κόκκινο και βαθλυ γαλάζιο   επανάσταση   αγάπη,  όνειρο  και θαύματα του κόσμου χώμα στον ουρανό  και  μυστικά,  ελευθερία   και πάνω απ’ όλα η πατρίδα  που είναι φως  και  πάνω απ’ όλα  η ψυχή μου  που είναι φως   στις ίδιες λέξεις επανέρχομαι μονότονα   στο αίμα μου  και  στο άγνωστο που είμαι!..  για πρώτη κι έσχατη φορά   θα απονεμηθεί δικαιοσύνη   στον ουρανό θα σβήσουν τα μεγάλα φώτα   στα μάτια μας θα σβλησει η λάμψη   στα στήθη ο πόνος   τα γράμματα θα εξατμιστούν   και οι σελίδες θα επανακτήσουν τη λευκότητά τους   στην αρχική αθωότητα   το άγιο σκοτάδι θα μας εξισώσει   όλα θα ξαναγίνουν χώμα   όλα θα παραμείνουν ανεξιχνίαστα   και   θ’ απλωθεί  μπροστά μας το μεγάλο τίποτα     και   η απόλυτη ελευθερία!.. [ΠΡΟΔΟΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ   και  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ  δύο ποιήματα από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΘΤΕΥΕΤΑΙ 2002  εδώ με αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση: ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ επιλεγμένα ποιήματα 1966 – 2017]

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

ΚΙ Η ΥΠΑΡΞΗ ΜΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΕΙΝΑΙ

 (…μια εκκρεμότητα… μια διαρκής αναβολή…)


Πρώτα ήρθε το ελαφρύ εκείνο σφίξιμο
που επινοούν τα άρρωστα πουλιά
όταν το κίτρινο χιόνι της καρδιάς 
για ένα άλλο φως εγκαταλείπουν.
 
Εκεί το τέλος των φιλιών
κανέναν δεν πανικοβάλλει
αφού την τέφρα του καθρέφτη
η αταραξία των αγρών συναγωνίζεται
 
Ίσως αυτή να είναι η αιτία
που κάθε απομεσήμερο   αγνώστων παραμιλητά
στο θάλαμό σου προσαράζουν
ραντίζοντας με ομίχλη και με πυρετό
τη χάρτινή σου μοίρα
 
Γιατί και η ύπαρξη μια καταδίκη είναι
μια εκκρεμότητα με πλάνες στολισμένη
μια διαρκής αναβολή
-θα φεύγαμε,   αλλά μείναμε
κάποια συνωμοσία, ξέρετε   μας παίδευε από παλιά
και μήπως άραγε γνωρίζετε
ποιος τάχα να ευθύνεται
γι’ αυτές τις βροχερές    μονότονες διαδρομές
στο πίσω μέρος της ζωής; 
(ΜΙΑ ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ στη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτης 2008)

 


ΣΧΟΛΙΟ: Μπρος πίσω πηγαίνοντας στις σελίδες της συλλογής  θέλεις σε κάθε στίχο και ποίημα τον εαυτό σου  να χώσεις κάπου μήπως και βιώσεις, ως τρίτος βέβαια,  το απόσταγμα της εμπειρίας της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου που έρχεται από τη σύνθλιψη της σκέψης και της πραγματικότητας:    «Στο μεταξύ η πράσινη πόρτα  / δεν οδηγεί στο μάθημα της Ωδικής  / αλλά σ’ ένα τραπέζι χειρουργείου / όπου βαθύτερα απ’ το απρόβλεπτο  / η νοσταλγία τεμαχίζει»  (Η ΦΥΣΗ σελ. 29)    Να νιώσεις και κάτι το δικό σου από τον άλλο  που καθώς βρίσκεται σε μια διέγερση αισθημάτων,  κατέληξε σε μια έντεχνη έκφραση τους  που η στιλπνότητα του λόγου  ακόμα και στην υπαινικτική της ακρότητα  σε υποχρεώνει να σταθείς πάνω στο πρόσωπο της ποιήτριας, να δεις τις διακυμάνσεις της γραφής της,  σαν να ‘ναι οι συσπάσεις της ψυχής της.  Γίνεσαι ο καθρέφτης όπου μέσα του  το είδωλο του δημιουργού και το είδωλο του αναγνώστη συμφύρονται...

 

ΓΥΑΛΙΝΕΣ ΠΡΟΘΗΚΕΣ 

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

Πίσω απ’ τις γυάλινες προθήκες

απογευματινών φιλοφρονήσεων

η άλλη γλώσσα θρυμματίζεται.

Όσο για το ανέκφραστο

που ο φόβος φιλοτέχνησε

δεν είναι πια αυτό που κίνησε απροσποίητο

τη συμπαγή αγάπη να αποδώσει.

 

Το ανεστραμμένο είδωλο

έχει δική του καλοσύνη

ούτε πενθεί ούτε κι αντιστέκεται.

Σαν πεταλούδα αλκοολική

αδέξια στροβιλίζεται γύρω από τη σκιά του

ώσπου με τρεις φιγούρες ξεκαρδιστικές

-δίκην επιχειρήματος -

όσους επωφελούνται και ληστεύουνε τον ύπνο μας

ευθύς τους αθωώνει.

 

Όμως εγώ αδιάκοπα μικραίνω

έντρομο γίνομαι έντομο μέσα στον πυρετό

μικραίνω και ζαλίζομαι

σβήνει το φως σαν αστραπή

 

κι ας βεβαιώνουν τώρα πια

αυτόπτες μάρτυρες νεκροί

πως φαναράκια έφεγγαν

το κατρακύλισμά μου

 

 

ΑΠ ΩΡΑ Σ’ ΩΡΑ

Αέρας σκουριασμένος φυσάει στο δωμάτιο

απ’ τη μεριά παλιάς πληγής.

Δαγκάνει ο τρόμος το μυαλό

και ναυαγός στον ίλιγγο

ζάλη τη ζάλη

σε λαμαρίνες και ξερόκλαδα σκοντάφτω.

 

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;

Σε μια αποθήκη γυαλικών

κλειδώθηκαν τα χρόνια μου.

Κορίτσια απαρηγόρητα

φορούσε τις κουρτίνες νυφικό.

Οι νεραϊδούλες νόσησαν

και βήχουν ασταμάτητα

κι όσο να πεις

μια άλλη οικειότητα θεριεύει στο σκοτάδι.

 

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;

Υποδειγματικά εξέτισα

όποιο κενό μου αναλογεί.

Μόνο λίγο ξαφνιάστηκα.

Τόσο σωσίβια, τόση εγκαρτέρηση

κι απ’ ώρα σ’ ώρα

η στάθμη του νερού να εξαντλείται.

 

ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΟ

Μ’ άρπαξαν απειλητικά απ’ το λαιμό

όλα εκείνα που φοβόμουν.

Κι αυτό αν το καλοσκεφτείς

ήταν λιγάκι διφορούμενο.

Έμοιαζε πως εγώ ακολουθούσα

με κάποια απόσταση ασφαλείας φυσικά

εκείνους που μετέφεραν

έναν βρεγμένο κήπο

-άνθρωποι τρομαγμένοι, σκοτεινοί

που παραμέριζαν τον ίσκιο τους

και στην αληθινή τους ιστορία

θριαμβικά εισέρχονταν.

 

Εκεί

έχοντας πρώτα δια παντός απαρνηθεί

τις παιδικές τους βεβαιότητες

ατάραχοι ξανάμπαιναν στον χθεσινό τους εφιάλτη

για να τραβήξουν απ’ την τράπουλα

και πάλι το κακό χαρτί

αυτό που κάνει τις βελόνες στις πυξίδες

να τρελαίνονται

 

κι όσοι είναι έτοιμοι στη σκάλα γι’ αναχώρηση

-βοηθήστε να πεθάνουμε, να εκλιπαρούν

αλλά φροντίστε, όσο γίνεται, να είναι οριστικό

αφού απ’ το ημίψηλο δεν βγαίνουν περιστέρια

κι όλες οι διευκρινήσεις

δεν αναφέρουν πουθενά τους ψευδομάρτυρες

που διαβεβαίωναν πως στον κατακλυσμό

θ’ ακούγονταν καμπάνες.

 

Συνήθως έτσι γίνεται

και τελικά υπερισχύει η βροχή

που φτάνει πάντα τελευταία

και σαν ημέρα Κρίσεως

μεμιάς όλα τα εγκλήματα αθωώνει.

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ 2008)

 

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ 

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ 2008)

Δεν είναι που τα σκιάχτρα

προαισθάνονται τα χρόνια

-αέρηδες που σκορπίζουν

απ’ τις σχισμένες τσέπες τους

την κιμωλία του Σεπτέμβρη.

 

Άνοιξε τρύπες η καρδιά

και πια κανένας όμοιος με χθες

και τίποτα ολόιδιο με τη σκουριά μας

γιατί αυτή είναι ο θρήνος μας

αυτή αμετανόητη

στα πέρατα του βλέμματος ειδοποιεί

όχι για το αμετάκλητο

αλλά για ό,τι δεν θα μάθουμε ποτέ.

 

Ξέρω, βασανισμένοι είμαστε

πολύ βασανισμένοι

κι ο θάνατος φιλάνθρωπος

-γιατί κι αυτή την ξενιτιά

στο θρίαμβο του ορατού

πόσο να την αντέξεις

πόση ομορφιά να πεις

ότι χωρά στα πεπρωμένα;

 

Η ΕΞΑΓΟΡΑ

Τόσο πολύ που μας τρόμαξε εκείνη η ξενιτιά

που ειλικρινά δεν ξέραμε

αν οι χειρονομίες  κι  οι φωνές

κι ο αποκλεισμένος τόπος

όριζαν την απόσταση

ή μήπως οι άθλιοι εμείς

υπονομεύαμε το παρελθόν

ξεπροβοδίζοντας σκιές

σαν ήρωες θεατρικού

στην τελευταία πράξη.

 

Φεύγαν οι μέρες

μας έδιωχνε και η ζωή

κι όμως εμείς κοιτούσαμε αλλού

βέβαιοι πως για το θάνατο

τα δάκρυα θα μας είχαν προγυμνάσει.

Ωστόσο

όλες αυτές οι αναίμαχτες πληγές

στένευαν – όσο να πεις – το αγνάντεμα

κι η εξαγορά των τύψεων

ούτε που μας γαλήνευε.

 

Όσο για τις φήμες ότι κάποιος

αποταμίευε τις προθέσεις μας

αβάσιμο ακουγότανε

κι αδύνατο να μας καθησυχάσει

 

ΕΒΑΦΕ ΜΕ ΣΚΟΥΡΙΑ

Κάθε πρωί  ένα αναιδές φθινόπωρο

μπήγει θαρρείς στο στέρνο μου

ξύλα αγριοτριανταφυλλιάς  και πρωτοβρόχια.

Νοτισμένη απ’ το άδειο

κατοπτεύω την κάμαρη   

-κάπου εδώ   μπορεί και να ξεχάστηκαν τα γόνατά σου –

τους τοίχους

με καρφωμένο πρόχειρα

τον ίλιγγο των διλημμάτων

να ρίχνουνε τα κάδρα τους

να ταξιδέψουν τα παστέλ

στα έπιπλα  και  στα χαλιά

κι ελπίδες γενναιόδωρες

πίσω απ’ την τυραννία του χιονιού

το Πάσχα των σωμάτων να μαντεύουν.

 

Όμως τις νύχτες

σε ξάστερη λήθη αποσύρομαι

τριγυρισμένη μάσκες παγερές

αλλόκοτες γκριμάτσες  φιλόπτωχων κυριών

παιδιά που λούζουν με τα δάκρυά μου

τα μαλλιά τους.

 

Στην αρχή φοβόμουν.

Ένα καβούρι αιμάτινο

έβαφε με σκουριά τα σπλάχνα του πατέρα μου

κοπάδια λύκων ξεχειμώνιαζαν

στα μάτια αυτών  που μ’ ερωτεύονταν

και οι σωστές επιλογές

τραβούσαν το σκαμνάκι από τα πόδια μου!..

 

Ύστερα, δε συνήθισα.

Κάποτε θα με πάρω αγκαλιά να  με παρηγορήσω

έτσι λεπτά ντυμένη που γεννήθηκα!..

 

ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Θα ’λεγα πως πηγαίνετε καλά!..

Ως την επόμενη εξέταση

δεν αποκλείεται να ’χετε γίνει άγγελος!..

Βλέπετε,  πολλοί οι υποψήφιοι

και πόσες υποσχέσεις αναβολής να δώσεις;

 

Μα, μην το παίρνετε προσωπικά!..

Και βέβαια το ξέρω

πως μόνο σε σας δε θα συμβεί.

Εσείς απλώς θα επαναλαμβάνετε

στο ρυθμό της ατμομηχανής τη φράση:

Σε τρία καλοκαίρια θα επισκεφτώ το Μόναχο

και εναλλακτικά:

Θέλουνε άλλαγμα οι μεντεσέδες της ντουλάπας!..

 

Όσο για τις φοβίες σας και τα κακά σας όνειρα

ας μη συγχέουμε την υστερία  με το  ένστικτο.

Ανώδυνα, ό,τι συμβεί, θα το αντιμετωπίσουμε

σε σταδιακές μικρές απώλειες καταφεύγοντας:

πρώτα μαλλιών

-να μην σκαλώνουν οι μορφές κατά την έξοδό τους –

μετά κιλών

-καμιά βαρύτητα δεν εγγυήθηκε ποτέ

μια δεύτερη ανάγνωση του βίου –

και τέλος χρώματος

-αυτό έχει σχέση με τον ήλιο

αλλά πού να σας εξηγώ επακριβώς!..

 

Κι άλλωστε   

σας μιλώ ως ιατρός   ανίατων ψευδαισθήσεων

και πόθων που ασεβώς κακοφορμίζουν!..

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ 2008]

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟΒΡΑΔΙΣ ΜΑΣ ΕΦΡΑΖΕ ΤΟ ΔΡΟΜΟ

(…κι εγώ από μικρό παιδί τα έτρεμα τα καλοκαίρια…)

…θα μου έφτανε, έλεγα, μια χειρονομία   ένα ανέλπιστο κλεισιμο λογαριασμών   όπως  όταν γυρίζεις το φλιτζάνι του καφέ   κι  όλα τα φίδια,  οι εχθροί  και  οι κλεισμένοι δρόμοι   λειωμένες απειλές κατρακυλούν   μέσα στο νεροχύτη!..  Όμως σιδηρουργείο η ζωή   και βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη   όταν σε αίθουσες αναμονής   ηλεκτρικές   αδύναμα κορμιά   κρέμονται στους καλόγερους   και  πανωφόρια αδειανά   μπαίνουν ν’ ακτινοβοληθούν!..  Τους μήνες που κοιμάται ο κάβουρας   κοντεύω να πιστέψω   πως ίσως και να με ακούς   πως κάπως  Σε συγκίνησα κι εγώ…   Ύστερα, λέω,  θα φταίει που δεν γνωρίζω   τη διάλεκτο των περιστεριών    μπορεί τα ασταθές του χαρακτήρα μου   ίσως κι εκείνη η καθ’ έξιν  υπνηλία μου   τις Κυριακές στον όρθρο!..  Όμως κακά τα ψέματα   ήρθε ο καιρός   τον πετροπόλεμο να συνηθίσουμε   τώρα που χτύπησαν μεσάνυχτα  κι η χρυσαφένια άμαξα   ξανάγινε κολοκύθα!..  [ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ από ομότιτλη συλλογής της  Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, εκδόσεις Καστανιώτη 2008]

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2026

ΝΑ ’ΜΑΣΤΑΝ, ΛΕΕΙ ΜΕ ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΤΕΡΑ

  (… ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται…): να ’μασταν, λέει τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο δένδρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο έν...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ