Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

ΙΕΡΑ ΜΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 (σήματα οιωνών, φωλιές πνευμάτων, δωρητές σκιάς, κυκλώνες ήχων, ριπές ρεμβασμού,  σύμπαντα παντοδύναμα στις παρυφές του εφήμερου):


Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δένδρα

Μένουν στην τέλεια θέση

Με προσκαλούν: γίνε όπως εμείς

Μην ταξιδεύεις πια μες στις πράξεις

Δέξου ανέμους, δέξου εποχές

Ας τη ζωή να ξέρει


Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Αφηγούνται ολόκληρη την ιστορία

Με χίλια λόγια, μ' έναν παλμό


Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα.

 

Παραδίδονται στο ολοκαύτωμα το τερπνό

Ριπές ρεμβασμού φλογισμένου

Μαντικές οπτασίες πυρσών

Εικόνες των Τριών Παίδων

 

Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Χαϊδεμένα από το χέρι του Χαλαστή

Με φροντίδα χριστουγεννιάτικη

Κι ας είναι άνοιξη

Κι ας είναι φθινόπωρο

 

Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Μνημεία στις παρυφές του εφήμερου

Κυκλώνες ήχων, σύμπαντα

Που χωρούν στ' αυτιά και τα μάτια


Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Απ' αυτά βγήκαν στέφανα

Υλοτομήθηκαν στου Σταυρού τα δοκάρια

Μα δεν ξέρουν τι θα πει

Δόξα, θυσία

Μένουν εκεί

Σημαίνουν

άθελά τους  καρτερούν θριαμβευτικά

Ή σεμνά υποκύπτουν στης θύελλας το μαρτύριο


Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Τα παντοδύναμα

Χωρίς να το δείχνουν

Κάθε φορά που τα ρίχνουν σπαράζει ο Θεός

Κάθε φορά που γκρεμίζονται

Η φύση αναρωτιέται

Πώς γίνεται να σωριαστεί ένας Τιτάνας,

Μήπως φτάνει η Συντέλεια;

 

Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα


Όπως εκείνο που έβλεπα όταν ήμουν παιδί

απ το παράθυρο μου

Να μη βγάζει ποτέ φύλλα

Έστεκε απέναντι στο χάλασμα

Σαν να περίμενε κάτι..

Κι εγώ προσευχόμουν οι θεοί να τα λυπηθούν,

Ώσπου είδα ένα πρωί να γίνεται,

Το ξερό και το στέρφο,

Όλο ατόφιο ασήμι

Κι αντί για φύλλωμα να στέκουν πάνω του

Αστέρια αεικίνητα

και είπα από μέσα μου

«Τι σου είναι ο κόσμος»


Ιερά που φαίνονται μόνο τα δένδρα   και τα πουλιά.

[ΙΕΡΑ ΜΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ

 κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη

ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

 


ΔΑΦΝΗΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ  ΔΑΣΗ 2002)

Έλα να πάμε εκεί στ’ απόμερο νησί της τη Λέσβο

που με τα λιόδεντρα  και τους πευκώνες

Είναι κάτω απ’ τη δύση μια ζωγραφιά

κήπο και σπίτι ασφυκτικό ν’ αποτινάξουμε για πάντα

να ξαναζήσουμε όπως παλιά  να ξαναβρούμε αρχαίους

νόμους μες στα ξανθά νερά  και  το πηγαίο φως

την κάθε τύψη  κι ενοχή να εκδικηθούμε

κι αν επιτέλους δεν μπορούμε να είμαστε έφηβοι

εραστές σαν τους βοσκούς του παραδείσου έστω   να πουν

ότι θυσιάσαμε  ακόμα  και την ευτυχία

παιδιά που χάθηκαν ανυπεράσπιστα  για μια πιο άγρια χαρά

  

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ

Μια εκστρατεία πυγολαμπίδων μυρμηγκιάζει στο πράσινο

στην κορφή των κλαδιών φέγγει ένας πύργος

ο ρήγας και η ντάμα σε πάνινο λιβάδι

ο πρίγκιπας καθρεφτίζεται σε ασημένια σφαίρα

κρυστάλλινο λυχνάρι το γοβάκι της ψυχοκόρης

η χορεύτρια περιστρέφεται σε χλωμό παγετώνα

ο μέλανας δρυμός γεμίζει πολυέλαιους

η τούρτα των γενεθλίων, μνήμα χαρούμενο του πιερότου

εκκλησιές φορτωμένες κεριά, γοτθικά μανουάλια

μαλαματένιοι αστροναύτες κρεμασμένοι από μισοφέγγαρα

αμαξάκια περνούν κάπου έξω από την Πετρούπολη

κουτάκια με παράπονα των αγγέλων

θησαυροί από χρυσόχαρτα σοκολάτας

ελαφάκια με υψώματα  ζάχαρης

και μες τη ρεματιά το πρόχειρο καλύβι,

η Μάνα,  το Μωρό  και  το κλειστό πακέτο

 

το ανοίγω και βρίσκω  το μυθιστόρημα

που θα ’θελα να γράψω

μου το ’χει χαρίσει  ο Εχθρός μου

το διαβάζω σα να βλέπω ταινία

που όταν τελειώνει σβήνουν αργά τα φώτα

ξεσπούν χειροκροτήματα

βγαίνω έξω σε μια πολιτεία

στην άκρη του κόσμου

είναι μεσάνυχτα  κι  αντηχούν καμπάνες ρολογιών

χιονίζει

 

FORLORN

Βρέθηκα απόψε ξαφνικά μπρος σ’ ένα οβελίσκο

δεν ήταν όνειρο,   ήταν βροχή

βαθιά ο κόσμος έσβηνε σε αχνές εκτάσεις,

κι εγώ μπορούσα να διαβάσω καθαρά   τη σκοτεινή γραφή.

Έλεγε:  «Ξόδεψα μια ζωή   κοιτάζοντας δάση

απ’ το παράθυρο του τρένου,

χωρίς να ξέρω αν θα φτάσω ποτέ

χωρίς να ξέρω από πού ξεκίνησα

χωρίς να ξέρω τι διασχίζω.

το βαγόνι μου το ’λέγαν Χίμαιρα

κι ήμουν ο μόνος του επιβάτης»

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

Αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

ΒΑΪΦΟΡΟΣ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ  ΔΑΣΗ 2002)

Ό,τι κι αν πω, ριπή του αέρα – περνά σαν το ληστή

ταράζει λίγο

χάνεται πέρα – ένα τίποτα –

στην απόσταση δίχως ίχνη

 

γεμίζουν  κι  αδειάζουν τα πράγματα με το φεγγάρι

τα θλιμμένα  πρόσωπα των ανθρώπων

τ’ ακατοίκητα σώματα σε τάφους  λαξευτούς

ανάπηροι σέρνονται

στο αίθριο του ναού – κάτι

έρχεται από μακριά  σαν αέρας   σαν φως

 

ό,τι κι αν πω, ριπή του αέρα

στο νεκρώσιμο περιβόλι με τους σκαμμένους λάκους

τοίχοι νωποί, ζωγραφισμένοι

που τους χτυπούν τα δάκρυα, ζεστή βροχή,

και τους σβήνουν

 

και βρίσκομαι σκυλί του καταμεσήμερου να με πετροβολούν

και βρίσκομαι να με εντοιχίζουν όρθιο,

άσπρο ανάγλυφο στη σκοτεινή πέτρα,

με  θάβουνε ζωντανό, με ταΐζουνε χώμα

μου τσακίζουν το πρόσωπο, με  πηλό μου σφραγίζουν τα μάτια

χάνεται ο κόσμος

 

χρόνια μετά οι ίδιοι αυτοί που μ’ έθαψαν τώρα μ’ ανοίγουν,

ξυπνώ∙   σφυριά  και  σύνεργα, την εκταφή μου ακούω

τα τείχη να υποχωρούν  και  να φεύγουν τα βάρη  -  κάτι

έρχεται από μακριά  σαν αέρας  σαν φως

 

ό,τι κι αν πω, ριπή του αέρα  -  περνά σαν το λήστη

ταράζει λίγο

χάνεται πέρα – ένα τίποτα –

στην απόσταση δίχως ίχνη

 

και βρίσκομαι

χαρμόσυνο κλωνάρι φοινικιάς για κάποια εορτή

στα μάρμαρα δεμένο ν’ ανεμίζει

και βρίσκομαι ν’ ακολουθώ άλλους πολλούς μαζί

λεπτομέρεια  σ’ ένα πλήθος που ξεχύνεται με καημό

μεσ’  από δρόμους  στενά λεωφόρους λιθόστρωτα

και βρίσκομαι ζητώντας επιτέλους

κάπου να υποχωρώ

γυρεύοντας δάπεδο χορτάρι χώμα για να πατήσω

ψάχνοντας κάτι,  έστω μια τούφα δάφνης, να κρατηθώ

τώρα που ένας άλλος ρυθμός ζωής λένε

ότι σίγουρα φτάνει εδωπέρα

 

ΤΟ ΓΑΡΙΦΑΛΟ

Αρώματα μπαχαρικών

βελούδο πικραμύγδαλου,

τα πέταλά σου,  το τραγανό

στο κόψιμο κοτσάνι

 

πάω αλληλέγγυος με την πυκνή

στο χρώμα  και  τη μυρωδιά σου τόλμη

 

άλλη φυλή το τριαντάφυλλο

πιο μαγικό  και  πιο ουράνιο

έχει κρυμμένο το αγγελικό

αγκάθι της υπεροψίας

 

ενώ εσύ μοιράζεις

ερωτισμό  και συγχώρεση

δίχως να νοιάζεσαι

για πισώπλατη απειλή

 

γι’ αυτό  και  δύσκολα γερνάς

δύσκολα μένεις ξέφυλλο

 

ΕΞ ΑΠΟΡΡΗΤΩΝ

Δεν θέλω να είμαι αοιδός  ή  τροβαδούρος

θέλω να είμαι απλός εξηγητής ονείρων

μπροστά στον άρχοντα να μ’ έφερναν  οι φίλοι

και να του λύσω τα αινίγματα του ύπνου

 

όμως και τότε θα ’χα ανάγκη από τις λέξεις

για να μιλήσω  και να πω τις ερμηνείες –

θα χρειαζόμουνα την εύνοια  της τύχης

είτε οι εφτά καταστροφές, όντως να έρθουν

 

είτε ο θρίαμβος να μην αργοπορήσει,

να γίνω σύμβουλος δεινός εξ απορρήτων,

να κυβερνώ τα μυστικά της οικουμένης

σ’ ένα γραφείο με βιβλία – ονειροκρίτες

 

και μ’ εργαλεία μυτερά να σημειώνω

σε κατακίτρινα χαρτιά τα σύμβολά μου

στους τοίχους έργα με τοπία Πυραμίδων

και παλατιών της Βαβυλώνας που θυμίζουν

 

τους τωρινούς ουρανοξύστες,  μα μια μέρα

σίγουρα θα ’κανα  στην πρόβλεψη ένα λάθος

και μπρος στο δήμιο οικτρός θα καταντούσα

μα και περήφανος, να πρέπει να πληρώσω

 

για ένα όνειρο να δώσω τη ζωή μου

ό,τι δε θα ’φτανε ποτέ ν’ αποτολμήσει

κι ας λεν για όνειρα οι στίχοι  και  οι ρυθμοί του

ένας αγύρτης αοιδός   ή  τροβαδούρος

 

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗ ΓΛΥΠΤΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ

Κρύο βημάτισμα σε δάση αγαλμάτων,

ο Σειληνός με τ’ ανοιχτά του σκέλια

προκαλεί αιώνια το εφήμερο

και στο παράθυρο γερμανικά φυλλώματα

να φέρνουν   τη νοσταλγία μιας φρίκης

 

(ό,τι αγάπησα σ’ αυτόν τον κόσμο

ανατέλλει απ’ τον πόνο – άστρο αιμοσταγές,

ο ήλιος μαυρίζει  και γίνεται αράχνη γαμψή

και πάνω του ξαπλώνει ολόγυμνος

ο  Εσταυρωμένος

όλα τα άλλα είναι φουγάρα  που καπνίζουν

ανθρώπων ολοκάυτωμα)

 

κι  εγώ ένας διαβάτης μουσείου,

ακροατής μαντείου, ανώδυνος περιπατητής.

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

Αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

ΟΛΕΣ ΜΟΥ ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΕΙΧΑΝ ΜΑΤΑΙΩΘΕΙ

(…όλες μου οι επιθυμίες είχανε υποκύψει …)

Σ’ ένα δωμάτιο – σπηλιά σκυμμένος ζητούσα να καταγράψω ό,τι άξιζε απ’ το εφήμερο να διαφύγει   εφήμερος κι εγώ, πλασμένος για θάνατο, αλλά δεινός παίχτης μ’ αντίπαλό μου σκακιστή μιαν αυταπάτη   όταν απότομα γύρισα το βλέμμα μου στον τοίχο με τη βιβλιοθήκη,  πλάι στο παράθυρο που κοιτούσε προς του κήπου την αστική εξοχή   κι έγινε ολόκληρο το έπιπλο με τους χρυσόδετους τόμους  βαβυλώνιο μοναστήρι,  χρόνια τώρα από πάνω  μου  κρεμασμένο να με σκιάζει   (τράπεζα γνώσης, βαρύτιμο τέρας  της διάνοιας μεταλλείο, σαρκοφάγος της αίσθησης)   και δίπλα στον ουρανοξύστη αυτόν,  με τ’ ανάγλυφα στην πρόσοψη αραβουργήματα  και  τις επιγραφές τους,  τους θυρεούς  και  τις σφραγίδες,  τους τίτλους και τα ονόματα σκαλισμένα στο εβένινο  ή το κόκκινο  ή το πράσινο     ή το γαλάζιο δέρμα,   η ματιά μου έπεσε  και  καταπόθηκε απ’ το χάσμα,  την τρύπα με τα ανοιγμένα τζάμια  και  τα παντζούρια που φανέρωνε τα συστήματα των δένδρων  και των λουλουδιών   κι άκουσα μέσα μου φωνή να λέει:   «τώρα δες που ο τρόμος θα φανεί πανδαισία»   και  βλέπω να ξεχύνεται από παντού κάτι σαν άνοιξη,  μια γενναιοδωρία,  έξαρση,  οδυνηρή,    δυο πουλιά πέρασαν ξυστά πάνω απ’ τα κυπαρίσσια  και  τσίριξαν με κακία  κι  όλα τα φύλλα τρόμαξαν  κι όλα τα χόρτα πρασίνισαν πιο βαθιά κι  όλα τα κρυμμένα ζώα  (χελώνες,  ποντίκια)  τα φαντάστηκα να λουφάζουν στη βλάστηση παγωμένα   ήταν η ώρα που το θηρίο του άνθους του πορφυρού   ακριβώς κάτω απ’ τα κλαδιά της ροδιάς  άνοιξε λίγο πιο πολύ τα φτερά του  και  βρυχήθηκε στα βουβά   κορεσμένο   τότε φάνηκε η πεταλούδα,  λεπταίσθητος εκδικητής  και με αόρατη ρομφαία  κατέβηκε χαμηλά  και  τρύπησε την καρδιά του…       [απόσπασμα  από την ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ  στη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ, Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003]

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2026


Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΧΥΔΑΙΟ ΠΛΗΘΟΣ ΤΩΝ ΤΥΨΕΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΤΑΙΓΕ…

 (…που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε στην άκρη της γιορτής ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει…)


Και δε μιλώ γι’ αυτό που    η παιδική απελπισία επινοεί
όταν σαν από γλύκισμα κλεμμένο
τρίμματα ερήμου προσπαθείς
κάτω από τη γλώσσα σου να κρύψεις. 
 
Τις αμαξοστοιχίες με τα σβηστά βαγόνια 
πολύ μετά θα ανακάλυπτα.
 
Μιλώ για όσα προηγήθηκαν   στους κάτασπρους διαδρόμους
που βγάζουνε σ’ ανηφοριές   με οιδήματα λουλούδια
φαινόλης  και  ιωδίου ευωδιές 
και δάση   με φορητούς μεταλλικούς κορμούς
-τσαμπιά του αλουμινόχαρτου –
να στάζουν τα φαρμάκια τους    στο αφελές σου αίμα
να μάθει αυτό  που ήθελε οικειότητες 
και άλλα τραταρίσματα
μ’ αυτόν τον ψεύτη θεατρώνη
που πάνω που τα λόγια σου   φαρσί τ’ αποστηθίζεις
έρχεται και  - κακήν κακώς –
έξω σε βγάζει από το έργο!..
(ΧΗΜΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ στη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτης 2008)

 


ΣΧΟΛΙΟ:

Μπρος πίσω πηγαίνοντας στις σελίδες της συλλογής

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ    θέλεις σε κάθε στίχο και ποίημα

τον εαυτό σου  να χώσεις κάπου  μήπως και βιώσεις,

ως τρίτος βέβαια,  το απόσταγμα της εμπειρίας

της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου

που έρχεται από τη σύνθλιψη της σκέψης και της πραγματικότητας   

Να νιώσεις και κάτι το δικό σου από τον άλλο 

που καθώς βρίσκεται σε μια διέγερση αισθημάτων, 

κατέληξε σε μια έντεχνη έκφραση τους  που η στιλπνότητα του λόγου

ακόμα και στην υπαινικτική της ακρότητα  σε υποχρεώνει

να σταθείς πάνω στο πρόσωπο της ποιήτριας,

να δεις τις διακυμάνσεις της γραφής της, 

σαν να ‘ναι οι συσπάσεις της ψυχής της. 

Γίνεσαι ο καθρέφτης όπου μέσα του 

το είδωλο του δημιουργού και το είδωλο του αναγνώστη συμφύρονται...

 

Ανέκαθεν Η ΦΥΣΗ  μού ήταν απεχθής

Για την ακρίβεια

η διαρκής υπόμνηση μιας αναιδούς  αυτάρκειας

μιας άνευ λόγου υπομονής

μιας εσωστρέφειας

κάτι σαν   

γιατί ν’ αναρωτιόμαστε

-πανομοιότυπες σιωπές    καταβροχθίζουν το ξημέρωμα

κι άλλωστε άνετα συνυπάρχουνε

λερωμένα ρούχα,  χώματα

κι η στατική εναλλαγή  πολύχρωμων λεκέδων

ενώ  -  όπως γνωρίζουμε  -  η ζωή

υπήρξε επινόηση  ευφάνταστου αφηγητή

που πέθαινε τους ήρωες

μόλις ανακαλύπτανε

πως ούτε αυτό υπάρχει.

 

Στο μεταξύ η πράσινη πόρτα

δεν οδηγεί στο μάθημα της Ωδικής

αλλά σ’ ένα τραπέζι χειρουργείου

όπου βαθύτερα απ’ το απρόβλεπτο

η νοσταλγία τεμαχίζει  

[κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΞΥΛΙΝΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

Όλα θαρρείς    τ’ απορροφάει ο κραδασμός

 

-μια στιγμιαία εξαίσια οικουμένη

που ιερουργεί το θάνατο

μια πνιγερή αντιφεγγιά

που εισέρχεται στο χόρτο

με δακρυγόνα  κι  ουρλιαχτά –

 

ώσπου η συγκομιδή του ουρανού

αδιάκοπά πληθαίνει

και έντομα γεμίζουν τα κρεβάτια μας.

 

Ίσως γι’ αυτό να επείγει

να σκάψουμε τις σήραγγες.

Τα νυχτικά του πάνω κόσμου

φρεσκοσιδερωμένα

σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε

να συνηθίζουν τα σατέν

σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν

να μάθουνε  και  τα βαμβακερά

πώς είναι να πλαγιάζεις με αγνώστους

-γαμπριάτικα κοστούμια ντεμοντέ

και καθημερινά φορέματα για τσάι

την ύπτια αποσύνθεση 

ασάλευτα να περιμένουν.

 

Λίγη λεβάντα

πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη

αθώος μοβ υπαινιγμός

για να ευωδιάζει κήπος  στην κλεισούρα.

 

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ

(…ήτανε ολοφάνερο

ένας φόβος παράφορος  όριζε τις υποχωρήσεις μου…)

μια αποστροφή

για το αιχμηρό βλέμμα  τρυπάνι

που διαπερνά τα έπιπλα

για να επιστρέψει το σαράκι τους

κι άλλοτε θολωμένο εισχωρεί

σε ανατολίτικα χαλιά

σμήνη βηματισμών να ελευθερώσει.

 

Αργά  ή  γρήγορα θα εξατμιστούνε ,  έλεγα

τα σκοτωμένα χρώματα.

Δε θα μπερδεύονται στα πόδια μου

όλα τα ψίχουλα φιλιά

κι οι στάχτες του τσιγάρου

που στεφανώνουν διαψεύσεις.

 

Τέτοια αισιοδοξία!..

Μόνο που τα νερά απότομα  τραβήχτηκαν

και σε ασφαλές  τετράγωνο εντοιχίστηκα.

-Σταυρόλεξο  για λύτες δυνατους   μου είπανε

κι αν μάλιστα σταθείτε τυχερή

μπορεί  για κάμποσο καιρό

και ν’ αποφύγετε το μαύρο το κουτάκι

 

ΚΑΠΟΤΕ  ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ

Τους αγαπούσα

γιατί έλεγα πως δεν θα με πονέσουν.

Θα είχαν ήδη εξαντληθεί

κι οι λόγοι για εκδίκηση

τώρα που το σάπιο ευωδίαζε γύρω τους

κι από το άπληστο κορμί τους

βλάσταιναν οι πληγές

-ντροπές σημαδεμένες με κόκκινα γαρύφαλλά

κακοραμμένα επάνω τους –

απόδειξη πως κάποτε  κι αυτοί παραδοθήκαν

ας ήταν  και  με  ύπνωση.

 

Τώρα

στον καθρέφτη που βάφεται   η πεθαμένη μάνα μας

πυκνή σιωπή χιονίζει

αυτοί πετάνε τα βιβλία και τρέχουν

να φωνογραφηθούν

με της παλιάς τους γειτονιάς τη συμμορία.

 

Όμως για τη συγκόλληση του χρόνου

καμιά εκεχειρία

με την ασάλευτη επανάληψη

δε φαίνεται επαρκής

ούτε η ελάχιστη προσπάθεια

να παγιδεύσεις το σφυγμό.

 

Το απόγευμα του βλέμματος

μονάχα όταν ανάβει η νύχτα μέσα του

μπορείς να  το υποθέσεις.

 

Στο μεταξύ

ο σκορπιός κατηφορίζει τους κροτάφους τους

το σκήπτρο του κατακτητή

γίνεται μαύρο ρόδο

κι από τα γερασμένα χέρια τους

κάνοντας κρότο ηχηρό

γλίστρα στο χάρτινο κενό τους

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΟΙ ΕΤΟΙΜΟΙ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, 2008)

Ανελλιπώς αποβραδίς

ακούμε  το δελτίο καιρού

μήπως και δεν ξυπνήσουν στο κορμί

-τουλάχιστον ομπρέλες να φαντάζονται

στην τελευταία βόλτα τους με τους αγαπημέ νους.

Ή έστω    λίγη παραφορά ζωής

σαν χειμωνιάτικη λιακάδα

να ακινητεί επάνω τους

διδάσκοντας στη μέρα

του σκότους το αδιαπέραστο.

 

Και μόνη τους παρηγοριά το δένδρο

αυτό που παίρνουν οι νεκροί  και  ταξιδεύουν

και πια γίνεται σώμα τους

μέχρι να προσβληθεί κι αυτό

απ’ τη βαριά ασθένεια της νοσταλγίας

-πως θα ’ρθουν, λέει,  τ’ αληθινά πουλιά

με τον ασφράγιστο ύπνο

τ’ αγρίμια

με το άγιο φωτοστέφανο του τρόμου

που βεβαιώνει τη ζωή.

 

Κι αφού στο τέλος ενημερωθούν

για τις αρθριτικές μεταβολές

και τις συνέπειες γενικώς της υγρασίας

έπειτα μένουν ξάγρυπνοι

κι αδιάκοπα μονολογούν

-μια κι όσα λόγια ραθυμούν

σε κλειδωμένα στόματα

την αφασία του θανάτου διαιωνίζουν

 

ΜΑΙΡΥΛΙΝ…ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ

Αυτές οι σκάλες δεν έχουν κουπαστή

έτσι που το απρόσεκτο  να γίνει ανεπανόρθωτο

σαν δισταγμός  που 

- ανίσχυρος να αντισταθεί στα έγχορδα που ακούγονται στη σκάλα –

ανάβει εν τέλει πόθο μοχθηρό

 

γιατί δεν επισκέπτεται συχνά το πανδοχείο μας

ούτε κι αυτός ο υπαινιγμός μιας θύμησης

κάποιας αλληγορίας  ενός ιλίγγου νικημένου

από ένα φιαλίδιο φτηνό

που βιαστικές ανάσες εξαντλούνε.

 

Γι’ αυτό κι εγώ φοράω τα μποτάκια μου   και

-βαλ’  το στα πόδια κούκλα μου    φωνάζουν

την ξέρεις τη δουλειά σου εσύ

«happy birthday  Mr. President»

κι άσε για άλλους τις υποκλίσεις στο κενό.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΠΑΓΙΔΕΣ

Άκουσέ με:

…την ώρα που στα πεζοδρόμια  θα λαμπαδιάζουν οι σκιές

κι οι αρετές μες στα κουφάρια τους   θα απειλούν τα όνειρα

στην ενδοχώρα του θανάτου θα εισβάλω

ν’ αχρηστευτούν εξάπαντος  

οι ανθρωποπαγίδες

 

στην ανθισμένη ασχήμια τους

χάδια από το σκόρο φαγωμένα

και μισθωμένοι θρηνωδοί του εφήμερου

που μάλλον    δεν αγαπήθηκαν ποτέ

 

κι όταν το άρρωστο παιδί

κάψει όλα τα σπίρτα του

το μουσείο των αζήτητων αποσκευών

θα πυρπολήσω

έγγραφα επαπειλούμενων αναχωρήσεων

και πράξεις θανάτου ανυπόγραφης

κι έπειτα   ας παραχώσει κάποιος

αυτόν τον άγνωστο νεκρό

που ξενυχτά στο  στέρνο μου

θέλω να κοιμηθώ  και μ’ εμποδίζει.

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

 

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΓΥΑΛΙΑ ΚΑΡΦΩΜΕΝΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ

(…τρυπάνε τη ραχιτική ζωή μου…)

Γωνίτσες αιχμηρές οι παγοκρύσταλλοι  κι  αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν   γίνονται ηλιοβασίλεμα   πηδούν φωτιές του Άι – Γιαννιού  και  παίζουν την τυφλόμυγα   με ένα ξύλινο πόδι.    Εκείνος βέβαια προτίμησε τη στάχτη.   Χόρεψε στα υπόγεια   ένα ταγκό με πάθος    κι έδωσε μία  και  έλειωσε  με το αναπηρικό καρότσι  τη μορφή του.  Μια μάσκα ράβει έκτοτε   με αποκόμματα από εφημερίδες   φωτογραφίες μεταπολεμικές    και τα τραγούδια του Άριελ.   Όσο για μένα   τις νύχτες λαμπυρίζω  και  καμπουριάζω το πρωί.   Φυτρώνουν  τότε επάνω μου τάφοι χορταριασμένοι   μικροί ναοί  που δε μυρίζουνε λιβάνι   μα ανάβουν τα καντήλια τους   για το  θεό του φόβου   που εφημερεύει  κι αγρυπνά  και τους δικούς μου επί πίνακι γυρεύει!.. [ΣΑΛΩΜΗ  από τη συλλογή της  Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 2008]

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2026

ΙΕΡΑ ΜΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

  (σήματα οιωνών, φωλιές πνευμάτων, δωρητές σκιάς, κυκλώνες ήχων, ριπές ρεμβασμού,  σύμπαντα παντοδύναμα στις παρυφές του εφήμερου): Ιερά ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ