(… κι αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα…)
Τα
ονόματά μας πού και πού μας βλέπουν στο όνειρο τους
ψυχές
περιπλανώμενες δυστυχισμένες
χαμένες
σημασίες που τις αποζητούν ακόμα
Για
μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν
και
έντρομα ξυπνούν κι ανάβουνε τα παγωμένα φώτα
κι αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται και να
φωνάζονται
να
νιώσουν έτσι πως υπάρχουν
Γιατί, πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν
να
τρέμουν οι ουρανόσκαλες και να γεμίζει η
γειτονιά λουλούδια
πού
τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε
στης
νεραντζιάς τη φλούδα
Θα
μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας
δε
θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους
θα
ζήσουν μια δική τους ζωή με άλλες σημασίες
σε
εξώθυρες και εξώφυλλα
βροχές
θα τα μουσκεύουν δάκρυα και δε θα μας ξέρουν
Εμείς
χαμένες σημασίες
κι αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα
[πρώτο
απόσπασμα από τη ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ
στη
συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ
ΑΛΜΥΡΑ 1996]
Η ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΙΣΣΑ
-«Να
μαζευτούμε πάλι ένα βράδυ…»
-«Παλι»… Φάντασμα του τετελεσμένου
ή
συνέχεια που τινάζει στον αέρα την αρχή της;
Κοντά
τέσσερα χρόνια που είχαμε χαθεί
και
να τώρα η πρόσκλησή της αναπάντεχη
όπως
όλα τα αλλόκοτα φερσίματά της από τότε
που
ξέκοψε από μας για άλλα μυστήρια στέκια
και
άρχισε να στέλνει γράμματα στον πεθαμένο
Έφριξαν οι δικοί του και
της μήνυσαν να σταματήσει
αυτό
το ανήκουστο
κι
εκείνη τους απάντησε μ’ ένα στεγνό
«καλά»
και
τα ταχυδρομούσε πια από τότε στη δική της διεύθυνση
Σαν
από στεναγμό κρυφό άνοιγε κι έκλεινε η πόρτα
και
τρέμιζαν για λίγο τα ματόκλαδα των φώτων
έτσι
όπως ένας – ένας φτάναμε
Και
συναχθήκαμε στη σάλα τη μεσούρανη
δένδρα
θροΐζοντα μέσα στο βραδινό κοστούμι
μας
Όλα
μετέωρα έμοιαζαν τίποτε να μην ακουμπάει πουθενά
κι
αυτή στητή, περήφανη σαν ολοκαύτωμα!..
Κάτι σταματημένο στη μορφή της
και
στου κορμιού της τα σαλέματα
πίσω
απ’ το πτυχωτό της φόρεμα
με
τα μανίκια μακριά σφιγμένα κάτω
να
κρύβουν τις ουλές της στους ξυραφισμένους της καρπούς
έχοντας
τα βιβλία μας μπροστά της ανοιχτά
σε
τσακισμένα φύλλα και σημαδεμένους στίχους
[Η ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΙΣΣΑ στη ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ ΤΗΣ
Από τη συλλογή
του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ
1996
Συγκεντρωτικός
τόμος ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ,
ποιήματα
1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017]
ΦΟΒΑΜΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΑΣ ΠΟΣΟ
ΘΑ ΒΑΣΤΑΞΕΙ
(…πότε συσφίγγεται και πότε χαλαρώνει…)
Δεν παίζουμε την
τελευταία πράξη
μα το προσωπικό μας
χάος όλο μεγαλώνει
-Τα γεγονότα που
μεσολαβήσαν βγήκαν
στο τέλος άθλιοι
μεσολαβητές κακές μεσίτριες
Ποτέ ζωή και
χρόνος δεν συμφιλιώθηκαν
ούτε και οι
γέννες με τις μήτρες
…Της Κίρκης δεν μας
έπιασαν να μάγια
Ξέμπαρκους τώρα από
ιδανικά μας κυνηγούν οι μπάτσοι
Βάζουμε δυναμίτες στα
ναυάγια
που στο βυθό μας έχουν
κάτσει
…Για σκέψου, αν παρατούσε κάποτε την Ποίηση
κι ερχότανε να
ψυχαναλυθεί ένα Ποίημα…
Το μέσα του έξω να γυρίσει
να δεις τι μακελειό που
είναι η γραφή μας
«Το μέλλον των νεκρών
μπορώ να λέω
Οι ζωντανοί δεν έχουν
μέλλον
μόνο μια ακολουθία
από επικείμενα
επόμενα όχι
μελλούμενα
Αλλά γιατί δεν βλέπω
τίποτα για σας;
Ποιο μίασμα
ανεξιλέωτο σέρνετε και
σας σέρνει
και σκότος σιωπής
απλώνει μέσα μου;»
Και τότε
κοιταχθήκαμε μες στους τυφλούς καθρέφτες
και νιώσαμε κι εμείς κι
αυτή το μίασμα μας
Δεν είμαστε ψυχές είμαστε σώματα
«-Αχού, δεν είστε πεθαμένοι…» έσκουξε
«δεν είστε
πεθαμένοι…» κι άρχισε να αφρίζει να χτυπιέται
να ξεσκίζει τα γραφτά
μας
κι η νύχτα γέμισε
σπασμένα νύχια
Άπολλον, Άπολλον
ποι ποτ’ ήγαγές με
Άπολλον, Άπολλον
απόλλων εμός
ΑΓΡΙΟΜΥΡΙΚΗ ΕΝ ΤΗ ΕΡΗΜΩ
(…επικατάρατος εν γη αλμυρά…)
Έτσι το θελησα και μη
ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι
είναι που σ’ αφήνω
στους πέντε δρόμους
δίχως να ’χω πει
για σένα όσα σου
άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου
στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ
σε σώπασα μες στη ζωή
μου
Δεν ήτανε για να
φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια
να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που
ήσουν κι ήμουν
Σε όσους με ποιήματα τα
αισθήματα μετρούν
τι θα ’χεις από μένα να
τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη… δίχως αποδείξεις…
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο
θα ρωτούν
Με τι καρδιά με τι
πνοή είχα πάρει
τη ζωή… Μα δεν την
άλλαξα∙ ούτε εσύ
Γι’ αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης
Μέσα στο ποίημα σε
χάνω Έξω από μένα
άλλη ομορφιά σε
παίρνει, αγαπημένη
Τι θα γίνω και τι
με περιμένει
σε άδειες
αισθήσεις και χωρίς εσένα
που είσαι για μένα ό,τι είμαι
και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι
Τι να μου κάνουν
νοσταλγίες και μνήμες
Το απτό με
αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα
το απτό που ήταν η
τρέλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν
τώρα στίχοι…
Τι άδοξα που έχασα το
στοιχη-
μα ανάμεσα στο «υπάρχω»
- «δεν υπάρχω»
Να χάνω όσα είχα το άντεχα·
μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δεν γίναν και δεν είχα
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιώθηκαν;
Σε άλλη ομορφιά θα
αγιάζουνε μαζί σου
λόγια που αρνήθηκαν να
ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το άγγιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που
γράφτηκαν για να σβηστούνε
Μέσα στο ποίημα σε
χάνω και
δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ
σου φεύγω;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος…
Και δε με θέλω πια και δε
με ξέρω
Σε άλλη ομορφιά φριχτή και
δίχως έλεος
θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία – ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία…
Και δε με ξέρω πια και δε
με θέλω
(στροφές ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑΣ Βύρωνα
Λεοντάρη
στη συλλογή του ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996)
ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΣΟΥ ΜΕ ΣΕΡΝΟΥΝ ΜΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
(αποσπάσματα από τη ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996)
Απ’ τα μαλλιά με
σέρνουν απ’ τα μάτια
στον κουρνιαχτό και
στην καταλαλιά του κόσμου
Πως εξαγνίζεσαι
θαρρείς με τα ερωτικά σου ποιήματα
μα άλλο δεν κάνεις παρά να κρύβεσαι
απ’ αυτό που είμαστε
το που δε
φανερώνεται κι ούτε σημαίνεται
γιατί αυτό δεν ξέρει
από συμβολικά φερσίματα…
Πού οδηγούν και πού μας
παν οι προσηλώσεις
Ολόκληρες ζωές σα δάκρυα κρεμάστηκαν από ερωτικά ενθύμια
μιας στιγμής
δεσμοί εξαρτήσεις
καταπίεση
και το κακό μια νύχτα
ξαφνικά χτυπάει τα μαραμένα σώματα
Έτσι τη βρήκαν στο
κατώφλι
με τα σταχτιά μαλλιά της
να σφουγγίζει
τα αίματα απ’ τον
μπαλτά που γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο
δεν είχε καταλάβει τι
έκανε στον άνδρα της
κι άλλα των άλλων έλεγε
η κοίτη ανέβηκε άξαφνα
φουσκάλιασε κι έσκασε η πέτσα του νερού τρύπα σεντόνι
ανοίξανε τα στόματά τους
τα σεντούκια ξέρασαν
κεντήματα μαλάματα
αφρός κιτρινιασμένος το μακρύ το νυφικό
τα στέφανα ρούφουλες
στην κατεβασιά
που σέρνει κούνιες και
παλιά μωρουδιακά
παιδιών που μου αρπάξαν
τα σωθικά και χάθηκαν
ποια πέθαναν ποια
ξενιτεύτηκαν δεν τα ξανά είδα
Μ’ άφαγε η λάτρα της αγάπης
το άδειο να
συγυρίζω κι ασυγύριστο όλο να ’ναι
Το ξέρεις δεν αγιάζονται οι αισθήσεις
μη κρύβεσαι απ’ αυτό
που είμαστε
το που δε
φανερώνεται κι ούτε σημαίνεται
Άσε τα ποιήματα και τους
λατρευτικούς σου στίχους
Πίσω από τις τελετουργίες
των λέξεων σφάζονται οι ψυχές
Ζήτα το δάκρυ να ελεήσει τα ξερά σου μάτια
κλάψε να πλύνεις το
κορμί μου από τις λάσπες και τα
εγκώμια
μάζεψε ξύλα να καούμε στη φωτιά
ΙΔΕΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΟΠΤΕΥΟΜΑΣΤΑΝ ΤΟ ΠΟΣΟ ΤΙΠΟΤΕ ΗΤΑΝ
(…ο εσωτερικός μας κόσμος ο τάχα
πλούτος της ψυχής…)
Οριστική πια η διάστασή
μου με το μέσα μου
Το ’ξερα, κάποτε θα με
εγκατέλειπε
Αλλά δεν άντεχα
ψευτοπερήφανο έτσι να το βλέπε τώρα
να τα μαζεύει και να φεύγει
και να πασχίζει
πώς και
πώς να μη φανεί η μιζέρια του
Σκιές και
απόηχοι
φθαρμένες σκέψεις πολυκαιρισμένα αισθήματα
βάσανα που είχαν γίνει
πια συνήθειες…
Όλα θα πεταχτούνε τώρα στην ανάμνηση
Δεν άντεχα
Και στράφηκα προς τα έξω
Ήταν κι αυτό φευγάτο, αλλού δοσμένο
τίποτε δεν περίσσευε
για μένα
Στη ζητιανιά θα βγω
για λίγο μολυσμένο
αέρα λίγο θόρυβο της πόλης
για μια βρισιά ένα τσαλαπάτημα μες στο συνωστισμό
μια επαφή με το υπαρκτό
κι ας είναι η πιο
εξευτελιστική μου απόρριψη…
Μεσάνυχτα σ’ έβγαλε απ’
το κλουβί της η Κυρά σου
και χύθηκε γυμνή ξέφρενη
στο Όνειρο
με γύρευε την γύρευα
σαν πεπρωμένο
ποιον έρωτα ποιο φόνο προαιώνιο ποθώντας –
φυλλωσιές κι αγκάθια…
Θρόισμα είμαι φλοίσβος μες
το χαλασμό του κόσμου
επάνω ο ουρανός σκασμένο ρόδι κι ολόγυρα
μας παραπλέουν τα
πέτρινα καράβια
Τι θα γίνουμε εδώ σε τούτη τη νησίδα
νησίδα σωτηρίας του χαμού νησίδα
τόπος του
δισταγμού και της αυτοκαθήλωσης
κι ούτε καν τόπος σημείο
στίξη και
στίγμα του Αρχιπελάγους της Οδού
σημείο του μη
του δεν των που δεν θα διαβούν
ποτέ
δια ξηράς εν μέσω της θαλάσσης
τι κι αν εσχίσθη το ύδωρ
τι κι αν επάγη τα κύματα
και ύδωρ τείχος
εκ δεξιών τείχος εξ ευωνύμων
Έξοδος αδιέξοδος
Η σωτηρία είναι
σωτηρία ψυχών όχι
σωμάτων
Τι θα γίνουμε εδώ
αποκλεισμένοι
να μοιραζόμαστε φταίξιμο
καιμετάνοια
Ένα ολόκληρο
θάνατο πώς θα τον περάσουμε;
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ
ΠΟΙΗΣΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ
(… μόνο αν
υπήρχε ένας μεταθανάτιος λόγος θα
μπορούσα
να σου πω αυτά που τώρα εδώ κάθομαι και
ψελλίζω…
περίληψη των
επομένων που συνωστίζονται να
βρουν συνέχεια και τέλος στο παρόν…)
Θνητός της Ποίησης ο Λόγος
αλλά από ανάξιο φόβο την αθανασία ζητάει
φαντασιώνει τα αισθητά ως προαισθήματα
και
τα μελλούμενα ως τετελεσμένα
νεκρώνει τα παρόντα για να τα πενθεί
κι αυτή
η νεκρότητα είναι η αθανασία
Προς τι λοιπόν ν’ απλώσω τη σαγήνη
και να ανασέρνω απ’ την απέραντη σιωπή
μορφές
και εικόνες μιας ζωής από τα πριν
χαμένης
Κι εσύ τι μου ζητάς να γράφω;
Σχεδιάσματα αδιέξοδα στη λευκή τρέλα
δρόμοι χειρόγραφοι όπου θα χαθείς
όπως εγώ κι εσύ παντέρμη
Το περιθώριο
δεν με έσωσε
γκρεμίστηκε έξω απ’ τις σελίδες…
Άγος
και άγος
Το δεύτερο αντιθέτου σημασίας προς το
πρώτο…
Για τους λεξικογράφους τέτοιες διακρίσεις
όχι για
μας που κύλησε η ζωή μας όλο
συμφυρμούς
που
εδασύνθημεν και εψιλώθημεν
αμέτρητες φορές
που όποιες σημασίες κι αν πήραμε
καμιά τους δε μας ταίριαζε
Και δια τούτο ακριβώς για μας
και
άγος και άγος και αγίασμα
κι αγιάζι
το ίδιο άγχος
και Άουσβιτς του λόγου και
της ύπαρξης
Ποια τώρα απ’ τις ψυχές που παραδέρνουν στον
τεφρό ουρανό
ποια τώρα απ’ τις ψυχές θα συγχωρέσει το σώμα της
που χάθηκε θέλοντας να την σώσει…
Για χάρη της ψυχής μαζί της βασανίζεται το
σώμα
σε αγώνες
σε μαρτύρια και οράματα
αλλά στο έσχατο άλμα την εγκαταλείπει…
Έτσι λοιπόν ο ειπωμένος λόγος
έτσι ο γραμμένος χρόνος -
ιστορία…
Είναι ένας λόγος αυτός το λογικό να χάσει το
μυαλό του
το φως να τυφλωθεί απ’ το φως του
η φωνή να πνιγεί μες σ τη φωνή της
αλλά η ψυχή πώς να χάσει την ψυχή της!..
ΚΛΕΙΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΚΡΑΤΑΣ
(…αλλιώς θα ανοίξει. Όπως ανοίγει σφαλιστή
δίφυλλη πόρτα… )
Από τη μέση.
Στο στάχωμά τους θα χωρίσουνε τα φύλλα
και με τις έξω άκρες τους στα δάχτυλά σου τρίζοντας αργά σαν σε ρεζέδες θα περιστραφούν. Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό -
γιατί, ποιο άνοιγμα χωρίς
κενό; Έτσι κι όραν ανοίγω την ψυχή μου Για το κενό του ανοίγματος και μόνο Όλα τ’ άλλα είναι γνωστά. Σαν «ανοιχτό» βιβλίο.
Έτσι όπως έγειρε στην τελική του πτώση
αρπάχθηκε από την οθόνη που έπεσε κι αυτή μαζί από πάνω του μανδύας διάτρητο
σκοτάδι. Τρέξαμε τον σηκώσαμε και
στα κρυφά περάσανε στην έξοδο κινδύνου
έμπαζε από παντού αναφιλητό η
νύχτα της Αθήνας ξέβραζε ναυάγια τραγουδιών
και σάπια φώτα κι η
σκάλα φρέαρ στο πουθενά. Ίλιγγοι και
στροφές η κάθοδος. Χυμούσε από ψηλά να μας τον πάρει ο ουρανός και
πάνω μας λυσσομανούσαν υποχθόνια
πνεύματα κάθε σκαλί μας σκαμπανέβαζε
σαν κύμα - κι η σκάλα
ανέβαινε; κατέβαινε; μα εμείς γερά κρατούσαμε παλιοί της συντεχνίας μανουβραδόροι σε λιμάνια και
σταθμούς σε αναχωρήσεις και σε
αφίξεις για τα μεγάλα βάσανα και τα βαριά τα πένθη βαστάζοι των αβάσταχτων κι ασήκωτων του κόσμου. Αγέρωχος αγαλματένιος μες στην πίκρα του άσπρα κοράλλια οι ξεραμένοι αφροί στα χείλη του η θάλασσα απ’ τα μάτια του φευγάτη ολόσωμος μέσα στη νύχτα φωσφορίζων
σήματα κρυπτογραφικά απόκοσμα
μηνύματα… [αποσπάσματα από το ΜΕΞΘΥΣΙ
ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996 – συγκεντρωτικός τόμος ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ
Ποιήματα 1949 - 2006]
Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2026
Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2026

