Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΤΙ ΕΙΝΑΙ

 (…δεν ήξερες αν είναι σκιρτήματα τρόμου

ή εκείνο το αργοκίνημα της μοίρας

που τίναζε το πρόσωπο προς τον ήλιο…)


Η ζωή του αδελφού ζούσε μ’ ένα βαθύ πάθος δειλίας.
Σκεπασμένος με παλάμες και πίσω από τις λειτουργίες, πίσω από τους ανθρώπους τον ακούν.
Μέσα σε αφώτιστα δωμάτια κι άκουες ένα σύρσιμο γονάτων
και οι μικρές του αναπνοές σα μαλακά φύλλα
τα τρυπούσε ένα - ένα το σίδερο της σιωπής και σκιζόταν πνιχτά.
Ντυμένος με πλατειά ρούχα για να κατορθώσει ένα θρόισμα.
Στο πρόσωπο πάντα οι δυο παλάμες του μη το δεις.
Ζώο κιονόκρανο εκείνο το μεγάλο κεφάλι σαν τρισμέγιστο
με τα δυο ορθάνοιχτα χέρια σαν σκελετοί βλεφάρων
που επί χρόνια τα έγλειφαν οι βροχές και τα κατάφαγαν.
Από τις σχισμές των τεντωμένων δαχτύλων ξεχείλισαν
και στάζουν τα φραγμένα μάτια.
Άκουες σαν μια υπόκωφη επιληψία της γλώσσας
και όταν κατάπινες άκουες σα να θρυμματιζόταν
κι έσπανε ο λαιμός.
Η δειλία του αδελφού εμπνέει μιαν έντρομη δειλία.
Οι καταστάσεις των ανθρώπων είναι δαμασμένες.
Ο άνθρωπος οφείλεται.    Ο άνθρωπος είναι μικτός.
Ο άνθρωπος είναι εκθαμβωτικά καθαρός.
Η δειλία του αδελφού λες πως προέρχεται
από μια απραγματοποίητη αλλά αλησμόνητη ταπείνωση.
Καταλήγει σ’ ένα είδος καταχθόνιας ντροπής.
Έλεες πως ο αδελφός δεν υπάρχει ακόμα
κι όλο μαζεύεται και αποτραβιέται
και με λυπητερούς μικρούς σπασμούς αποτραβήγματος.
Εκεί στις απόκρημνες άκριες
όπου χύνονται όλες οι ζωές των ανθρώπων
κι εκεί αντιστέκεται μ’ ένα ένστικτο σύμπαντος.
Όπου κατακαθίζουν αργά και απλώνοντας βυθίζονται αργά
και κυματίζοντας σαν αργά χέρια
και κατακάθονται οι βαριές ζωές των ανθρώπων.
 
Ο αδελφός φυλά εκείνη την πύλη του προσώπου.
(αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά
Ο ΑΔΕΛΦΟΣ, εκδόσεις Κέδρος πρώτη έκδοση 1975)

 

 


ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΙΩΓΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ

(κι άλλα αποσπάσματα από το ΑΔΕΛΦΟ του Γιώργου Χειμωνά, 1975)

Η οικογένεια έμενε πίσω να τον περιμένει κι η αδελφή με αναφιλητά τον περίμενε. Εκείνος τους ακολουθεί από μεγάλη απόσταση και τα χέρια συνέχεια στο πρόσωπο. Απότομα τίναζε το κρυμμένο του πρόσωπο προς τη φυλή και προς τον ήλιο. Τα μακριά του ρούχα σαν ράσα ξεσκίζονται και πέφτει. Οι αγκώνες του πληγωθήκαν και ράγισαν. Τα υψωμένα χέρια του που φύλαγαν το πρόσωπο αγκυλώθηκαν και δεν άντεχαν. Τότε ξάπλωνε και σερνόταν με τους ώμους και την κοιλιά. Σήκωνε από καταγής το πρόσωπο κι ανάμεσα από τα δάχτυλα έβλεπε τη φυλή να σβήνει μακριά σαν ένα θυμίαμα. Ο λαός άφηνε πίσω πεθαμένους σαν μικρές ράχες που επιπλέουν στο χώμα. Του φάνηκε πως αναγνώρισε τον πατέρα του πεθαμένο. Ακόμα φορούσε ένα μακρύ και μπεζ παλτό. Ήταν ένας συνεσταλμένος και συναισθηματικός άνθρωπος και τότε θυμήθηκε μιαν ώρα που ο πατέρας του ανέβαινε κλαίοντας τη σκάλα. Από χαμηλά ο πατέρας τον κοίταζε με μια λύπη αγριεμένη σαν έχθρα. Γονάτισε πλάι στον πεθαμένο κι αρχινά να κουνιέται δεξιά αριστερά μ’ εκείνο το αργοκίνημα της μοίρας και τα χέρια όλο στο πρόσωπο. Ξαφνικά ο πατέρας άνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε τρομαχτικά. Τα μάτια του κατακόκκινα σαν από τράχωμα κι ακτινοβολούσαν μ’ έναν υπερφυσικό κόκκινο φωσφορισμό. Ο πατέρας ανασηκώθηκε κι αγωνιζόταν να δαγκάσει γαύγιζε σαν εξαγριωμένο σκυλί και το κεφάλι του ήταν από σκύλο.

 

Τι είναι

Επαληθεύθηκαν οι κατακλυσμοί σαν μια άνοιξη είχαν αρχίσει. Μια τεράστια άνοιξη έγειρε ξαφνικά πάνω από τη γη κι έγερνε σαν ιτιά. Με κόπο διέσχιζε την ακόλαστη βλάστηση με τα χέρια στο πρόσωπο να δει. Γιατί τα δάχτυλα εμπόδιζαν να δει και το κεφάλι του από σκυμμένο τιναζόταν απότομα ψηλά. Όπως το κεφάλι του αρπαχτικού πουλιού που με απότομα κινήματα του κεφαλιού ταιριάζει τα μάτια του για να δει. Δεν ήξερες αν είναι σκιρτήματα τρόμου ή άρπαζε με το στόμα μικρές και σπάνιες τροφές με δυσεύρετη σόγια.

(αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Ο ΑΔΕΛΦΟΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1975)

 

ΞΑΦΝΙΚΑ ΗΡΘΕ ΚΑΙ ΣΑ ΝΑ ΕΣΚΑΣΕ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ  

(…ο αδελφός ερράη…)

Τα χέρια του χαμηλώσαν μ’ έναν επιθανάτιο πτερυγισμό και τα ενδύματα σκίσθηκαν σε δυο από πάνω ως κάτω μ’ έναν τραχύ τρόπο. Εγεννήθηκε ο αδελφός και προκλητικά υπάρχει. Κάθε γέννηση γεννιέται δίδυμη με τον εχθρός της. Για πολύν καιρό επικρατεί και πολεμά ν’ αποτρέψει. Ύστερα ο εχθρός αποκτά μια σκοτεινή αγαθότητα που προκαλεί φόβο κι ασάλευτος παρακολουθεί με μιαν αλύπητη ευγένεια. Ό,τι γεννιέται είναι μια τελευταία γέννηση. Νευρικά και κρυφτά γεννιώνται οι σκέψεις και τα συναισθήματα μέσα στις ανήλιες διακοπές του κόσμου. Φαίνεται πως άβυσσος δεν υπάρχει κι είναι γεμάτη ιστούς. Μια εντατική ησυχία τον κατέλαβε σαν μια ατέλειωτη γνώση που αντηχεί ατέλειωτα ως τα σιωπηλά βάθη της ακοής. Αφού γνώση είναι μια απέραντη ερημία της ψυχής. Παραδόθηκε με μιαν επηρμένη ακινησία. Το σώμα του ακούμπησε ήρεμο πάνω στον αιώνιο τοίχο των προσευχών. Επάνω στον αιώνιο τοίχος του χάους κι αναπαύτηκε. Έθρεψε πάνω στον κρύο τοίχο. Η ανθρώπινη ψυχή του αντικαταστάθηκε. Μια τρομαχτική τόλμη τον περιβάλλει τώρα αλλά δεν λέγεται και δεν δρα. Σαν μία χάρη αποτρόπαιη σαν στυγερή χάρη τον περιβάλλει. Η αποκορύφωση του ανθρώπου είναι να μην χρησιμοποιεί. Τόσον καιρό αυτή την τόλμη την αντίσκοβε εκείνη η δειλία αλλά και με τριξίματα την προανάγγελνε κι ετοίμαζε. Στο τέλος των συναισθημάτων υπάρχει πάντα ένας απέραντος κόπος που οδηγεί στα αντίθετα συναισθήματα. Γιατί αντίθετα συναισθήματα δεν υπάρχουν. Ο φανερωμένος αδελφός είναι αβάσταχτος και καταστροφικός για τους ανθρώπους. Η ερεθισμένη αδελφή με μια φανατισμένη συγγένεια. Διαισθάνεται την εκτυφλωτική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον αδελφό και στον κόσμο. Με την ψυχή στο στόμα η αδελφή αναλαμβάνει να τον εκδηλωθεί και να τον ενσαρκωθεί στους ανθρώπους. Με μια τυφλή εκφραστική μανία να παραδέρνει σαν χορεία. Μέσα σε βαρύ χαλί τον μεταφέρει με τα χέρια της τραβώντας σαν ανακομιδή. Να διασχίσει ολόκληρους τους ανθρώπους.

 

Η ΑΔΕΛΦΗ. Η αδελφή ανοίγει αργά. Βρωμάει!

(…κι από τον κόλπο της κατεβαίνουν ακάθαρτα αίματα

και γυρίνοι κι εκείνο!..)

…το ακίνητο ιερό οστούν σα να γεννά τεντώνει προς τα πίσω σπα κι όλο το έντερο βγαίνει από πίσω και σέρνεται στο χώμα σφύζει φριχτά η γεννημένη για τα καθαρά συναισθήματα. Σε ατίθασους ανθρώπους την δέσαν κι έπειτα μαστιγώνουν. Σκισμένη γλείφει τα χυμένα της αίματα για να ξαναενωθεί. Χαίνει η τρυφερή λεκάνη της κι αχνίζει και καθισμένη εκεί σαν με τη βία στημένη και καθηλωμένη. Αντίκρυ σ’ έναν ήλιο που είναι κόκκινος σαν γιουγκοσλαβικός. Αφού όλα τα συναισθήματα των ανθρώπων στέκονται μαζεμένα στην ίδια όχθη και συναθροισμένα. Σταματημένα και μέσα σε μια παραζάλη και σ’ έναν σπαραχτικό συνωστισμό πεθαίνουν μέσα στην αγωνία να περάσουν. Αλλά τα προλαβαίνουν και τα τρων ένα είδος προϊστορικά συναισθήματα που πλαταγίζουν σαν προϊστορικά.

 

ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ  ΚΙ  ΑΥΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΜΙΑΝ ΑΦΥΣΙΚΗ ΑΝΘΗΣΗ

(…ο ύπνος της ταράζεται από τις σημασίες…)

 Κατανικά και αψηφά.   Στην αρχή χρησιμεύει το σώμα της  για να προσανατολιστεί προς τον αδελφό.  Γιατί άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει.   Ψυχή είναι  ένα ακατάπαυστο σώμα που δεν καταλήγει.  Τανύει το σώμα της  κι  όσο ποτέ δεν το άνοιξε  το ανοίγει επάνω στον αδελφό. Απομυζά τον παραμικρό ιδρώτα  τρώει τα σκύβαλά του.   Όμως δεν φτάνει ως το βυθό  του σώματος του αδελφού  κι  εκτεθειμένη στον ελεύθερον αέρα.   Έπαθε μια περιφρόνηση  χύθηκε το πρόσωπό της  κι  έκαψε τους ώμους  και  το στέρνο.   Χύνονται παντού τα χλωμά του αίματα.   Τα χαρακτηριστικά της έλιωσαν σαν πέτρες.   Μεταχειρίζεται τα ξένα πρόσωπα που συναντά  κι  εκείνα που θυμάται.   Με βιασύνη  και με μια μικροπρέπεια  κλέβει κρυφά  τους τρόπους των ξένων  ανθρώπων  και  των πραγμάτων.  Με νευρικό ζήλο ενστερνίζεται.  Παραδίνεται στις επιδράσεις των φυσιογνωμιών  κι  όπως η θάλασσα που παραδίνεται στις επιδράσεις.  Με ακατάσχετες μεταμορφώσεις διαδέχεται τους ανθρώπους.  Σαν μια γύρη την σκορπάν οι άνεμοι  που φυσάν από τα ορθάνοιχτα πρόσωπα!..   [Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το ΑΔΕΛΦΟ του 1975]

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2026

ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΡΟΕΡΧΟΤΑΝ…

 (…σαν χωρισμένη στα δυο από έναν ορίζοντα

φαινόταν να έρχεται από μακριά

σαν ανελέητη…)


Η ΑΔΕΛΦΗ.   Να ο αδελφός που κατεβαίνει αιώνια!..
Με άπειρη προσοχή τον κατεβάζουν με σκοινιά
 
έτρεξε η αδελφή του.
Ταπεινά έτρεξε στα τέσσερα με τα χέρια λυγισμένα σαν φτέρνες.
Ήταν νέα γυναίκα ως τριάντα χρονών.
Ωραία και πανύψηλη με στρογγυλό πρόσωπο και πολύ μακριά άκρα.
Τα μάτια της στρογγυλά κι είχε ένα στόμα μικρό αλλά παχύ.
Όπως εκείνη η γυναίκα του Μιχαήλ Άγγελου.
Την έλεγαν Φλόρα.
Έτρεξε να τον πάρει.
Κλείνει το κεφάλι και ραγίζει απότομα.
Ξαφνικά κυριεύτηκε από τον τρόμο μιας εντολής.
Από εκείνες τις εντολές που αναβλύζουν κι όταν τα δέχεσαι
είναι σαν να τις θυμάσαι
και ξαφνικά ανατινάζεται η μνήμη τρομαγμένη.
 Ότι αυτή θα εκφραστεί τον αδελφό της όσο είναι καιρός.
Μ’ ένα κούφιο πλάνταγμα καρδιάς αλλά μια ανακούφιση
σαν ελευθέρωση των σπλάχνων και την καθυστερεί σαν θαλπωρή.
Σηκώνει πολύ αργά το δακρυσμένο της κεφάλι.
Απόμεινε στο μέρος εκείνο και συνεπαρμένη σαν να καταδικάζεται.
Τα μεγάλα μάτια της έλαμναν μέσα στις βαθιές κόγχες.
Τα γυαλιστερά της δάκρυα αναδεύτηκαν απότομα
κι ανακινήθηκαν από ένα άγριο φύσημα βλεμμάτων.
Άστραψαν σαν ψάρια…
 
Η αδελφή παρατήρησε.
Μια άγνωστη γυναίκα προερχόταν.
Ερχόταν από μακριά.
Γυναίκα γυμνή από τη μέση και κάτω
και τα ολόγυμνα πόδια της σαν σύριζες αναπνοές.
Γλυστράν επάνω στα χορτάρια κι έτσι πλησίαζε
απ’ όλες τις γυναίκες αυτή η εκλεκτή του νοήματος
των χορταριών.
Αλλά στο επάνω μέρος είναι πολύ ντυμένη.
Σαν χωρισμένη στα δυο και για να την βλέπουν χωριστά
σα να την έκοβε στα δύο ένας ορίζοντας.
Από τη μέση και πάνω φορά ένα αδιαπέραστο ρούχο.
Ανθρωπόμορφος σάκος από άγριο βουνήσιο ύφασμα
και το κεφάλι της ολόκληρο κι εκείνο σκεπασμένο.
 
Αυτή η γυναίκα που έπασχε από μιαν αρρώστια του ντυσίματος...
(αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά
Ο ΑΔΕΛΦΟΣ, εκδόσεις Κέδρος πρώτη έκδοση 1975)

 


ΑΠ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΥΤΗ Η ΕΚΛΕΚΤΗ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΧΟΡΤΑΡΙΩΝ…

(…έπασχε από μιαν αρρώστια του Ντυσίματος  - 1ο απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Ο ΑΔΕΛΦΟΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1975)

Η αδελφή παρατήρησε ότι πιο εκεί. Υπήρχε ένα κτήριο σαν άσπρη εκκλησία αλλά όχι ελληνική. Λουτρό και είχε ένα περιτείχισμα χαμηλό. Το περιτείχισμα είχε ένα άνοιγμα που θα ήταν η είσοδος και κοντά στο άνοιγμα και απ’ έξω. Έστρεφε την ράχη του στο κτήριο εκείνο που φαινόταν συλημένο. Στεκόταν ένας έφηβος ως δεκαπέντε χρονών. Αλλά πριν της ώρας ανδρωμένος. Εκοίταζε ολόισια μπροστά κι ήταν πολύ σοβαρός και σαν κλαμένος. Ανέραστος κι ασάλευτος σα να στερέωνε το μέρος εκείνο αλλά με μια κακιά ένταση. Λες και το πρόσωπό του και το σώμα του να είχαν αρχίσει να σπαν από μέσα αλλά τίποτα δεν φαινόταν ακόμα. Να υπέφερε αλλά ήταν αναγκασμένος κι από δική του ανάγκη αναγκασμένος. Ήταν γυμνός και κουρασμένος σαν στρατιώτης. Αλλά ήταν τυλιγμένος σ’ ένα μακρύ κι άσπρο χαρτί. Κιτρινισμένο και χοντρό χαρτί και τον τύλιγε με μεγάλες πτυχές σαν δαγκάνες. Έτριζε στο ελαφρύ φύσημα του ανέμου. Άρχισε να βρέχει. Μάλλον περιστεκόταν από ένα αδυσώπητο καθήκον πένθους. Έτρεμε από το κρύο αλλά το τελειωτικό του πρόσωπο έδειχνε την αμετάκλητη απόφαση του πένθους.

 

Η ΑΔΕΛΦΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕ.

(…μια άγνωστη γυναίκα πλησίαζε με κούραση...)

Από μακριά φαινόταν να έρχεται σαν ανελέητη. Φαινόταν να πονά και σερνόταν με κόπο και ψυχορράγημα. Σταματούσε και ξανά ερχόταν. Είχε μαζί ένα παιδί ως οχτώ χρονών. Το παιδί φαινόταν άρρωστο από αγρύπνια. Στο κεφάλι του μικρά φύλλα τριγωνικά από κισσούς παιδί σιντριβανιού. Κατάχλωμο και παγωμένο κρατούσε στην αγκαλιά του να κοιμάται ένα βρέφος μηνών. Ολόγυμνο και με πρησμένη κοιλιά κι οι φλέβες σαν αράχνες την σπάργωναν και τα κλαδάκια πόδια του χαλκώματα σα νεκρά. Κρέμονταν σαν σπασμένα από την αγκαλιά. Αλλά φορούσε πέδιλα από φανταχτερό γαλάζιο πλαστικό. Τα πέδιλα λαμποκοπούσαν σαν μαργαριταρένια. Γαλάζια κρόσσια αγκαλιάς κι είχαν περάσει χάραμα έξω από ένα παλιό σανατόριο. Ερημικό έξω απ’ το Ασβεστοχώρι. Αυγή και μόλις άρχισε να φέγγει. Επρομηνούσε τον ήλιο που είναι το σκοτάδι της ημέρας.  Ξαφνικά η μάνα άρχισε να κλαίει.  Σωριάστηκε ξαφνικά καταγής κι  έκλαιε.  Ξαπλωμένη εμπρός στο κλεισμένο σανατόριο κι ούρλιαζε με μύρια κλάματα. Το παιδί στα χέρια του το μωρό που όλο κοιμόταν και την κοίταζε αλαφιασμένο. Άνοιξαν παράθυρα και πέταξαν στη γυναίκα νομίσματα. Ρούχα κι εκείνα τα πέδιλα. Η γυναίκα είχε πλησιάσει αρκετά τώρα. Αρχινά να σκάβει το χώμα με τα χέρια. Σταματά από τους πόνους και πάλι αρχίζει. Βογκούσε και ξερνούσε κι έσκαβε έναν λάκκο. Κράτησε ώρες κι όταν έγινε ένα μέτρο. Η γυναίκα χώθηκε χάθηκε. Σαν ετοιμοθάνατη παραχωμένη περιμένει. Κάθε λίγο ανάμεσα στους πόνους ανασηκώνεται και φαίνεται. Με κόπο ανακαθίζει και σαν φυτρωμένη κουνά τα χέρια. Σπρώχνει με λύσσα το παιδί. Μακριά να μην δει και με φριχτές βρισιές να το διώχνει. Ξανακυλά στον λάκκο κι ανασαίνει σφυρίζοντας σαν τρύπα θειαφιού κι ανοίγει τα πόδια της. Τέντωσε το κεφάλι της έξω από τον λάκκο γέννησε. Η αδελφή έσκυψε πάνω από τον λάκκο.   Εκείνη η γυναίκα την κοίταξε  και στραμμένη προς την πλευρά του λάκκου όπου έσκυψε κι από πριν στραμμένη. Η γυναίκα την κοίταξε σα να την περίμενε. Εκείνη την ώρα είχε μιαν επικίνδυνη ομορφιά σαν μολυσμένη. Λευκή μέσα στο χώμα σαν μυτερό κόκαλο θεού και μέσα σε χώματα και σε αίματα που άχνιζαν. Αμύθητο δόλωμα του λάκκου και στιλπνή. Σαν μια λευκή ρίζα ίδρωνε κι έφεγγε σα να γνώριζε ότι από αυτήν κατάγονται τα χώματα.

 

ΑΛΛΑ ΜΙΛΟΥΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΑ…  

(…καθώς η ομιλία του ερχόταν όλο και πιο κοντά

έτσι καθώς έρχεται όλο και πιο κοντά η παντοτινή ομιλία του κόσμου…)

Έλεγες πως το παιδί αυτό γεννήθηκε μιλώντας. Συνέχιζε και μετά τη γέννησή του μιαν ομιλία είδα ένα όνειρο σ’ εκείνα τα χορτάρια πως περπατούσα στ’ απέραντα χορτάρια. Ξαφνικά είδα πως περπατούσα πλάι σ’ ένα ρηχό αυλάκι. Μακρύ ως δέκα μέτρα κι έτσι στριφογυριστό σαν τον αδειανό τάφο ενός μακρινού κλαδιού και γεμάτο απάτητα χορτάρια. Ανάμεσα τότε στα χορτάρια ήταν τότε δύο σαν πλάσματα. Το ένα στην άλλη άκρια δεν κουνιόταν. Ήταν ένα παιχνίδι από χρωματιστό τενεκέ βαμένον. Σαν κιθάρα για παιδί και το άλλο. Πολύ κοντά και χαρχάλευε στα πόδια μου και τότε είδα πως ήταν ένα νάνος από την Μαλαισία αυτό που ήταν κοντά μου. Από την Μαλαισία όλο κουνιόταν και χοροπηδούσε.  Και τα δύο αυτά πλάσματα ήταν πολύ ζωηρά και σαν χορτασμένα!.. Χαρούμενα παραμόνευαν μέσα σ’ εκείνο το αυλάκι. Εκατό χρόνια δαιμόνια των χαμένων αυλακιών και ταμένα εκεί για να πειράζουν και να κοροϊδεύουν τους περαστικούς. Φοβερά αλλά ανέμελα ζιζάνια των χορταριών και δαιμόνια των περαστικών. Αλλά αισθάνθηκα πως εκείνο το λαμπερό παιχνίδι ήταν ο κύριος. Είχε σκλάβο τον νάνο και τον καθοδηγούσε. Πάνω στη φιλία τους είχαν κάνει έρωτα το ένα πάνω στο άλλο και γελούσαν με μια προστυχιά. Κανείς δεν ξέρει πώς αλλά ό,τι κι αν έκαμνε ο νάνος ήταν από σκέψη της κιθάρας. Γιατί η κιθάρα είχε ένα φοβερό μυαλό. Αλλά ο νάνος ήταν χαρούμενος σα να είχε αρρώστια την χαρά. Οι ώρες είναι μικρές φωλιές νάνων.  Δίπλα στην κιθάρα ήταν μια τρύπα σαν τη φωλιά του φιδιού.   Ο νάνος κρατούσε ένα ξύλινο μαχαίρι. Συνέχεια τίναζε το μαχαίρι σαν ξιφομαχία και ξαφνικά! κάνει και μου παίρνει ξαφνικά το μωρό μας. Το εξαφάνισε και μούδιασαν ξαφνικά τα χέρια μου που το κρατούσα κι εκείνα τα δυο τρελαθήκαν. Από χαρά και με κορόιδευαν. Θύμωσα κι απελπίστηκα. Σκοτείνιασε κι αρπάζω πέτρες. Τις πετώ στον νάνο κι έφευγε. Ο νάνος κατρακυλά κι έτρεξε να κρυφτεί σ’ εκείνη την τρύπα του φιδιού. Ξεκαρδισμένος έτρεχε στα γέλια και από τα γέλια όλο το αίμα στο κεφάλι και τα γέλια του πετιόνταν σαν σάλια παντού και είδα πως δεν ήταν νάνος.  Μια μικρή  και  καταπράσινη ακριδούλα ήταν και πηδούσε  και  τσιτσίριζε. Με μιαν ευχαρίστηση και με κορόιδευε ώσπου πονούσα. Της έριχνα πέτρες αλλά η ακριδούλα κρυβόταν στην τρύπα. Μπαινόβγαινε στην τρύπα και τόσο γρήγορα. Δεν την προλάβαιναν οι πέτρες. Ξαφνικά η κιθάρα που ποτέ δεν κουνήθηκε. Ξαφνικά και με μιαν απότομη αιμομιξία, Κυλά σκεπάζει την τρύπα. Η ακριδούλα έμεινε έξω κι απροφύλαχτη. Ρίχνω μια μεγάλη πέτρα κι ακούστηκε ως τη θάλασσα κι ως τα νησιά ακούστηκε το τσάκισμα της ακριδούλας. Έσπασε η μακρουλή κοιλιά της και πετάχτηκε πράσινο γάλα. Η ακριδούλα άρχισε να τσιρίζει αλλά κατάλαβα πως από φόβο όχι από πόνο. Πολεμούσε να πετάξει αλλά δεν τα κατάφερνε κι όλο τσίριζε και πηδούσε στραβά. Κρέμονταν τα τσακισμένα της πόδια τα τσαλακωμένα φτερά. Σαν μασημένη χάθηκε μέσα στα χορτάρια. Αλλά την άκουα που τσίριζε. Η ακριδούλα φώναζε τιου-τιου. Μαζί μια λέξη τιουτιού και σαν βιαστικά τιουτιου-τιουτιου. Αλλά κατάλαβα πως η ακριδούλα ήταν η τσακισμένη ψυχούλα του μωρού μας κι άρχισα να κλαίω μέσα στ’ όνειρο. Η ψυχούλα του μωρού μας φώναζε μέσα από τα χορτάρια τιουτιού. Τιουτιού.

 

ΜΙΑ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΕΠΕΣΕ ΞΑΦΝΙΚΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ ΚΙ ΕΓΕΙΡΕ ΣΑΝ ΙΤΙΑ: 

Η αδελφή αναποδογύρισε.   Απότομα αισθάνθηκε να ζει μέσα σ’ ένα στόμιο.   Και σαν από μια έξοδο είδε το τεράστιο τοπίο κι έβλεπε ολόκληρο τον ορίζοντα του κόσμου.   Έβλεπε στο ίδιο ύψος μ’ αυτήν αλλά πολύ μακριά είδε τα ακίνητα σύννεφα του ουρανού.   Απότομα τα σύννεφα τρυπήθηκαν.   Ξεκοιλιάστηκαν κι από θεόρατα και λαδωμένα έμβολα ξεσπλαχνώθηκαν.   Να χύνεται ένα άφθονο μαύρο υγρό και μαύρο μαύρη πίσσα και κρουνοί. Η αδελφή φώναξε   Τι είναι;   Η αδελφή κλείνει. Εκαταλήφτηκε από ένα επίσημο συναίσθημα για τον αδελφό.   Συνδέονται με όμοιο και κληρονομικό αίμα που καταστρέφεται άμα βγει στον αέρα. Αλλά ασύγκριτα πιο ανθρώπινη.   Διαρκώς συγκινημένη κι εξαντλημένη από τα αισθήματα επειδή ήταν συναισθηματική με έναν έκλυτο τρόπο. Προκλητικά και με μιαν αγανάκτηση αποτραβά τον εαυτό της.   Με όψη τρομερή κι ορθώνοντας με ανείπωτη απαίτηση τον αποτραβάει.   Εκδικείται κι αποφασίζει σα να χρίεται να γίνει το όργανο του τρομαχτικού αδελφού.   Που ματαιόδοξος αλλά μ’ ένα τρόπο δειλό και τομαχτικό.   Δεν έχει λόγο πια γι’ αυτόν γιατί ο λόγος και η συνείδηση δεν καιν την ύπαρξη αλλά την εξορκίζουν.  Τι είναι;  

 

ΕΚΕΙ ΣΤΙΣ ΕΒΔΟΜΕΣ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ 

(…απαίσια μεταμφιεσμένος σε γυναίκα που παριστάνει τη Δίκη…)

…και με λάσπες βαφές στην άθλια όψη να φαίνεται γυναίκα. Ολόκληρος σε άσπρα υφάσματα που τον σκεπάζουν από παντού… Ο Αδελφός αμίλητος υψώνει μιαν αμείλιχτη ασπίδα προς τον αποκαθηλωμένο με την άταφη σιωπή και η αιματηρή του στύση αιματώνει τα γυναικεία πέπλα. Μιλά κι αντηχούν οι αιώνες σαν στοές. Θα οδηγώ τον άνθρωπο αυτόν να επιστρέφει να πάρει (Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το ΑΔΕΛΦΟ του 1975]

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2026

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

ΔΙΑΧΕΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΝΟΗΜΑ

 (…κάποτε υπήρχε, μάλλον, ένα βιβλίο που ήταν κανένα βιβλίο…)  


Ένα βιβλίο απαντά σε κανένα βιβλίο.

Το απαλλάσσει από την κατηγορία της μνήμης του και το υστερογραφεί.

Το απαλείφει, διαχέοντας το αυτονόητο νόημα.

Όσο μπορεί να απαλειφθεί κάτι που δεν υπάρχει.

 Ύπαρξη και μη ύπαρξη σε αμφίδρομο δρόμο.

Καιρός που έχει περάσει.

Κάποτε υπήρχε, μάλλον, ένα βιβλίο που ήταν κανένα βιβλίο.

Η αρτιότερη διατύπωση θα ήταν, του κανενός το βιβλίο.

Η ιστορία των βιβλίων είναι θεμελιωδώς μια άσκηση ήθους. 

Ήθοςύφος, και ύψος αναμετρώνται εδώ, σ’ αυτήν την έκδοση, με τον αδυσώπητο χρόνο.

Καιρός που έχει περάσει.

Αποκατεστημένος, ορθολογικά, ιδεολογικά, έντιμα.

Με το ύφος που δεν είναι, το ήθος που πάντα ήταν, το ύψος που εννοείται.

Ένα ποίημα σε δύο χρόνους για τον μεγάλο αιώνα που πέρασε.

Το είναι και το μη είναι.

Και τον καιρό που έχει περάσει, παραμένοντας δύο:

Τον καιρό του ενός που είναι όλα και τον καιρό του κανενός που είναι τίποτα.

Καιρός που έχει περάσει.

(Σταύρος Σταυρόπουλος ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΗΘΟΥΣ, Ένα Ποίημα σε δύο χρόνους για τον αιώνα  που πέρασε Απόπειρα, 2018)

 


(πρώτος χρόνος 2018)

ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΟΤΙ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΣΕ ΞΑΝΑΔΩ

(…δεν ήξερα για ποιο λόγο   Κανείς δεν ξέρει ακριβώς

Για ποιον λόγο γίνονται  Ή  δεν γίνονται Τα πράγματα…)

Και αν βρισκόμασταν

Θα ξεκινούσα να σου λέω

Ότι ήθελα να σε ξαναδώ

Απλώς δεν ξέρω τον λόγο

 

-Κανείς δεν ξέρει κανένα λόγο –

 

Και τα μάτια σου θα ήταν καρφωμένα στο πάτωμα

Και το πάτωμα θα αναποδογύριζε πάνω μου

Και το μπαρ θα ήταν σιωπηλό

Παρά τους ανθρώπους του

Και η μουσική θα ήταν περίπου

Ανάμεσα σε σένα και μένα

Και θα υπήρχε λόγος γι αυτό

 

Πάντα υπάρχει κάποιος λόγος

Απλώς δεν τον ξέρουμε

 

Και η σιωπή θα ήταν ανάμεσα

Μισή δική μου

Μισή δική σου

Και τα μαλλιά σου θα τα έκρυβαν όλα

 

Παρότι δεν θα υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να κρυφτεί

 

Και μπορεί και να κουβεντιάζαμε

Όπως κουβεντιάζουν τα πουλιά

Πάνω στα σύρματα

Και μετά πετάνε

 

Αν βρισκόμασταν

Δεν θα υπήρχε μάλλον κανένας εμφανής λόγος

Ούτε και αφανής

Να βρεθούμε

 

Ίσως γι αυτό τελικά δεν βρεθήκαμε

Γιατί δεν υπήρχε λόγος

 

Αλλά θα έπρεπε

*

 

[δεύτερος χρόνος 2 0 4 6]   ΤΕΛΙΚΑ ΗΡΘΕΣ

Ίσως να σε οδήγησε εκείνος ο ανεπιτυχής δρόμος

Ή η αβάσταχτη μοναξιά των ανθρώπων

Που τυφλώνονται πάνω σε διεθνή χιόνια

Ήρθες για κάποιο λόγο που ήξερες εσύ

-Εγώ σίγουρα δεν ήξερα -

 

Εκτός κι αν δεν ήξερες ούτε εσύ ούτε εγώ

Και μετά άρχισα ακριβώς έτσι

Όπως μου φαινόταν ότι έπρεπε να αρχίσω

Ότι δηλαδή θα ήθελα να σε δω

Αλλά δεν ήξερα για ποιο λόγο

 

Και τότε εσύ πήρες τον λόγο

Και προσπάθησες να βάλεις τις ημερομηνίες μας στη σειρά

Με καθυστέρηση πολλών ζωών

Λέγοντάς μου

Ότι πάντα υπάρχει κάποιος λόγος

Που λείπουν οι άνθρωποι

 

Κι εγώ

Που δεν ήξερα τον λόγο

Ούτε βέβαια κι εσύ

Αρχίσαμε να φωλιάζουμε

Και αρχίσαμε να γελάμε

Και συνεχίσαμε αυτήν τη βέβαιη αθανασία της θάλασσας

Σαν σπονδυλική στήλη

Και συνεχίσαμε να μην ξέρουμε τον λόγο

 

Αφού πάντα υπάρχει κάποιος λόγος

Που δεν χρειάζεται να ξέρουμε

 

Και τα μάτια σου είχαν σηκωθεί απ’ το πάτωμα

Και το πάτωμα δεν αναποδογύριζε πάνω μου

Και η μουσική παρέμενε σιωπηλή

Αλλά όχι μεταξύ μας

Και η σιωπή δεν ήταν πια ανάμεσα

Αλλά ακριβώς στη ζωή μας

Και τα μαλλιά σου δεν έκρυβαν τίποτα

 

Αφού δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος

Να κρύψεις πια τίποτα

Καθότι πεθαμένη

 

-Οι νεκροί δεν κρύβουν πολλά-

 

Και μετά εσύ

Κι εγώ

Και τα χέρια μας

Φύγαμε

Δεν θυμάμαι ακριβώς που πήγαμε

Πάντως πήγαμε κάπου

Σ’ αυτή την έρημη διαδρομή

Αυτό είναι βέβαιο

 

Και εκεί

Όλα τα πράγματα ήταν ζωντανά

 

Οι άνθρωποι

Δεν πρέπει να πεθαίνουν ως άγνωστοι

Σου είπα ψελλίζοντας

Ιδίως οι πολύ γνωστοί

 

Ήταν όμως ήδη πολύ αργά

Αφού δεν ήσουν πια εσύ

Αλλά κάποια άλλη

Πολύ γνωστή άγνωστη

Που είχα με κόπο δημιουργήσει

 

Σ’ έναν ξεγελασμένο κόσμο

Μ.Χ.

 

Χωρίς όνομα

 

 

 

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ  

(…στην ερώτηση μιας φωνής που ουρλιάζει μέσα σου…)

 Ένας άντρας μιλάει.    Έχει φωνή και πρόσωπο.

Όλα τα άλλα του έχουν αφαιρεθεί από μια γυναίκα.

Ζει στην ρίζα ενός δέντρου, ασώματος, σε μια παραλία

και αναρωτιέται διαρκώς για την ύπαρξη νοήματος.

Ζωή και θάνατος δεν έχουν καμία διαφορά.

Από την αρχή ως το τέλος το μόνο που φαίνεται

να χωρίζει τον άνθρωπο από τον βιολογικό του θάνατο

είναι ένα παραπέτασμα λέξεων.

Αυτό που τον ξεχωρίζει από τους άλλους νεκρούς

είναι η διάθεσή του να συνεχίζει.

Οι σιωπές αποκτούν σχήμα και όγκο,

η αφήγηση σε μαγνητίζει επιβάλλοντας σου την πειθαρχία

που χαρακτηρίζει μια αναμονή χωρίς προσδοκία.

(Σταύρος Σταυρόπουλος ΝΩ,  (Μονόλογος), εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2020)

Το ΝΩ είναι η προσπάθεια ενός ανθρώπου

να συνθέσει τα συντρίμμια του κόσμου

και να βρει μια απάντηση στην ερώτηση της φωνής

που ουρλιάζει μέσα του.

 

ΚΑΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΗΡΧΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ   

(…αυτό είναι νομίζω αρκετό για να αρχίσω…)

Αν θα μπορούσε να αρχίζει κάτι έτσι.  Στην αρχή δεν ξέρεις. Μπορεί να υπάρχει και μπορεί να μην υπάρχει. Αρχή λέγεται. Κάπως θα πρέπει να αρχίζει. Να ξεκινάει. Γιατί, μάλλον, έτσι τελειώνουν τα πράγματα. Με κάποιες ασαφείς και γενικόλογες παρατηρήσεις για την κατάσταση στην οποίαν βρίσκεσαι. Βοηθούν αυτού του είδους οι σημειώσεις να καταλάβεις. Αυτές οι υπομνηματίσεις για το τέλος ή την αρχή. Αν και νομίζω ότι είναι εντελώς αδύνατον να καταλάβω. Να κατανοήσω τι ακριβώς συνέβη. Πώς βρέθηκα εδώ, γιατί δεν έχω μέλη, κοιλιά, στήθος. Πώς μπορεί να προέκυψε κάτι τόσο φριχτό; Μια τέτοια σφαγή; Πρέπει να το σκεφτώ. Αν μπορώ να σκεφτώ. Αν τα καταφέρνω ακόμα. Μπορώ. Με μια μικρή προσπάθεια θα μπορέσω.  Θα μπορέσω να καταφέρω να το σκεφτώ. Εκτός κι αν δεν μπορέσω. Θα προσπαθήσω, πάντως. Προς το παρόν μιλάω και έχω κάποιες αόριστες υποψίες, που λειτουργούν περισσότερο ως απορίες. Οι απορίες όμως δεν θα με βοηθήσουν να κινηθώ και θα πρέπει από κάπου να ξεκινήσω. Κάπου θα υπάρχει μια αφετηρία. Μια αρχή πάνω στην οποία θα κυλήσουν τα γεγονότα. Η έναρξη αυτής της καινούριας κατάστασης, την οποίαν σύντομα ελπίζω να αρχίσω να περιγράφω. Αν βέβαια βρω τις κατάλληλες λέξεις. Αν καταφέρω να σκεφτώ τον τρόπο με τον οποίον προτίθεμαι να θέσω το θέμα. Το έχω πάντως εντοπίσει. Όπου κι αν είμαι, όπως κι αν βρίσκομαι, αν υποθέσουμε ότι κάποτε ήμουν αλλιώς, το έχω εντοπίσει. Ελπίζω να μπορέσω να ξεκινήσω λοιπόν από κάπου. Αυτό θα βοηθούσε και μένα και την κατάσταση στην οποίαν έχω περιέλθει. Θα διευκόλυνε αρκετά το ξετύλιγμα του κουβαριού. Είπα τώρα κουβάρι και νομίζω ότι πρέπει να μοιάζω με κουβάρι. Πρέπει να το πω. Καταρχήν, είμαι στρογγυλός και μικρός. Με έκαναν έτσι. Φαντάσου ένα μέτριο σε μέγεθος πορτοκάλι, με αρκετές ρυτίδες. Φλοιός, δηλαδή. Όλο το υπόλοιπο τι μπορεί να έγινε; Ποιοί μου το πήραν; Ποιόν τρόπο χρησιμοποίησαν για να μου το αφαιρέσουν; Πρέπει να τα σκεφτώ όλα αυτά καλά και να βάλω μια τάξη, πριν ξεκινήσω. Όμως, ήδη έχω αρχίσει να κουράζομαι μόνο με τη σκέψη ότι πρέπει να τα σκεφτώ, αφού θα πρέπει να τα έχω ήδη ζήσει. Κουράζομαι με την προσπάθεια που θα πρέπει να καταβάλλω για να ξεκινήσω, ξαναζώντας τα. Θα μπορούσα, ας πούμε, να τελείωνα κατευθείαν, κάνοντας μόνο μια μικρή αναφορά. Μια νύξη, μια αόριστη υπόθεση, που θα τελείωνε, χωρίς καν να αναπτυχθεί, με έναν αόριστο τρόπο. Να γράψω μια φράση. Ένα κατεξοχήν σχόλιο που θα τα περιλαμβάνει όλα και τέλος. Τέλος. Θα τελείωνα, αλλά τι; Το τέλος; Εδώ είπαμε ότι πρέπει να αρχίσω. Είναι αδύνατον να τελειώσεις κάτι αν πρώτα δεν το αρχίσεις. Ιδίως όταν έχεις τελειώσει εσύ. Έτσι λέω εγώ.

 

ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ   ΑΣ  ΑΡΧΙΣΩ  

(…γιατί  απεχθάνομαι τις επαναλήψεις…)

Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα.  Αυτό μάλιστα.  Αυτό είναι κάτι. Προχώρησα λίγο. Βλέπεις, σημασία έχει να προχωράς πάντα. Κι ας είναι τα πάντα ακίνητα. Ας πάσχουν πάντα τα πάντα από μια θηριώδη ακινησία των πάντων. Αυτό, αναμφισβήτητα, είναι ένα βήμα. Δεν ξέρω αν είναι μικρό ή μεγάλο βήμα, πάντως είναι ένα βήμα. Κάτι που να με κάνει να πιστεύω ότι θα συνεχίσω. Γιατί, σημασία έχει, κυρίως, να συνεχίζεις. Για την ακρίβεια, να συνεχίζεις ό, τι δεν συνεχίζεται. Σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι ένα βήμα. Επιτέλους, ένα βήμα. Τώρα, όμως, ακριβώς, ξέχασα τι είναι βήμα. Δεν είναι λίγο αυτό. Επιτέλους, ένα βήμα. Ένα βήμα δεν είναι παρά ένα βήμα. Μπορεί, η προσπάθεια για ένα ακόμα βήμα. Κι ένα ακόμα βήμα. Τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Αυτό μπορεί και να με κάνει να πιστέψω ότι μοιάζει εύκολο σαν βήμα. Όχι μόνο μοιάζει, είναι εύκολο. Λοιπόν:  Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. Ε, ορίστε. Σχεδόν τα κατάφερα. Σχεδόν τελείωσα.  Σχεδόν το είπα. Τίποτα δεν είπα. Τίποτα ακόμη δεν είπα. Όλο λέω και δεν λέω τίποτα. Δεν νομίζω να αρκεί αυτό. Ως αρχή, μπορεί να είναι καλό. Αλλά μόλις είπα ότι αυτή είναι η χειρότερη αρχή. Ας το βελτιώσω. Ας το προχωρήσω λιγάκι, για να είμαστε δίκαιοι. Μια εισαγωγή δεν λέει ποτέ τίποτα. Είναι μια εισαγωγή. Σημασία έχει να πω αυτό που έχω να πω. Αυτό που νιώθω επιβεβλημένο πως πρέπει να πω, για να μου φύγει το βάρος.  Όμως, τα είπαμε αυτά. Έχω ξεχάσει πια πώς λέγεται. Πώς μπορεί κανείς να πει με λέξεις κάτι που δεν υπάρχει. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να μην ήταν. Όμως, ακούστηκε. Ο εαυτός μου. Μάλλον. Αυτός ακούστηκε μόνο. Ίσως να μην υπήρχα ούτε εγώ. Το ίδιο κάνει. Κανείς δεν υπάρχει εδώ για πολύ. Είναι μόνο οι λέξεις που καίνε. Αυτές, πολύ. Τις βαρέθηκα.  Ζητούν να χαλάσουν την αλήθεια της πληροφορίας. Αλλόκοτες, αβάσιμες, αβαρείς πληροφορίες με λέξεις. Διάφορα μηνύματα. Που πληροφορούν. Περνούν σαν σαύρες από μπροστά μου και εξαφανίζονται.  Πρέπει να προλάβω να τις διασώσω. Να βάλω μερικές στη τσέπη μου. Έχω μια σακούλα εδώ. Την έχω κρατήσει. Θα κρύψω κάποιες για τον επόμενο αιώνα, να έχω αποδεικτικά στοιχεία. Τον επόμενο, ή τον μεθεπόμενο. Αργεί ακόμα αυτή η ζωή. Μέχρι να έρθει θα μοιάζουν καινούριες, αλλά το ίδιο μάταιες. Ενώ μιλάω μέσα μου πέφτουν συνέχεια κάποιες φωτογραφίες. Είμαι υποχρεωμένος να τις στεγνώνω με την βοήθεια του ανθρώπου από την Γαλιλαία και να τις εμφανίζω πάλι αλλού. Σταυρός κι αυτός. Μου κρατάει το χέρι. Εκείνος. Εγώ δεν έχω χέρι. Φαίνεται μόνο το δικό του, που είναι διπλό. Και διαφανές. Ίσως είναι και το δικό σου. Αναφέρω συνέχεια ονόματα. Στην πλειοψηφία τους γυναικεία. Το σωστότερο θα ήταν Μάριαν. Αυτό θα ήταν το σωστότερο. Όμως, πώς ξέρω ποιό θα ήταν το σωστότερο; Ό, τι δεν ονομάστηκε θα είναι σωστό, μάλλον. Θα είναι καθαρό. Κάτι θα υπάρχει καθαρό, θα το  ήθελα. Ας υπάρχει. Κάτι. Ας είναι τα μάτια μου. Ή η φωνή μου.

 

Χθες περπάταγα με τις ώρες. Με ποιο τρόπο περπάταγα; Μάλλον, κυλούσα, γιατί έχω στρογγυλό σχήμα. Κυλούσαν δίπλα μου αυτοκίνητα, λεωφορεία, άνθρωποι,  κρεβάτια, δωμάτια, φώτα, ο ουρανός, ένας πρίγκιπας. Κρατούσε στα σάπια δόντια του ένα στήθος. Σάπιο κι αυτό. Σαν πεθαμένο φίδι ήταν. Κουλουριασμένο. Το γνώριζα αυτό το στήθος. Το είχα δει. Το θυμόμουν. Ήταν της Παναγίας. Από κει τάιζε τον Χριστό. Κι εγώ περπάταγα. Συγγνώμη, κυλούσα. Αν θυμάμαι καλά, γιατί όλο ξεχνάω. Το ένα μου πόδι προπορευόταν. Στην φαντασία του νόμιζε πως πήγαινε πιο μπροστά απ’ το άλλο. Το αριστερό, που ακούει την καρδιά. Το άλλο ακολουθούσε. Έκανε ότι του έλεγε το διπλανό του. Πάντα είχα μια καλή σχέση με τα πόδια μου. Όταν τα είχα, γιατί σίγουρα τώρα έχω μόνο στόμα και φωνή, τα πόδια μου ήταν σαν παιδιά μου. Με οδηγούσαν συνέχεια εκεί που  έπρεπε. Ήταν τεράστια η αγωνία τους από το ένα στο άλλο. Αλλά μου τα έκοψαν. Δεν έχω πόδια. Δεν πρέπει να υπάρχουν πια. Γιατί έχω σκοτωθεί. Όταν έχεις πόδια περπατάς. Υφίστασαι. Τι ήθελα να πω; A, ναι. Ότι μια γυναίκα με σκότωσε. Ή ένας ίσκιος. Το ίδιο μπορεί να είναι. Μάλιστα.  Ένας ίσκιος μπορεί να είναι μια γυναίκα. Μπορεί μια γυναίκα να είναι μια σκιά. Πώς λέμε Φύση; Ήταν όμως αφύσικο το γεγονός. Συνέβη αφύσικα, με κοίταξε πολύ. Με αφύσικο τρόπο. Για πολλά χρόνια με κοίταζε. Όχι βαθιά,  αφύσικα. Τα μάτια της ήταν ψάρια. Είχαν διχάλες και κίτρινη ουρά με λέπια. Μετά από χρόνια πυροβόλησε. Μπορεί να ήταν και ο κόσμος. Δεν ξέρω. Αφού έχω πεθάνει. Φυσικά. Όταν πεθαίνεις δεν έχεις μνήμη. Δεν θυμάσαι τίποτα. 

 

ΛΕΜΕ ΜΕΤΑ ΑΙΩΝΙΟ  

(…και το λέμε αιώνιο.  Ας το λέμε. Υπάρχει αιώνιο;  )

Τώρα που πέθανα, μάλλον. Δηλαδή, ναι.  Πες αιώνιο. Πες. Πριν ήταν όλα προσωρινά. Και πρόσκαιρα. Όλα άλλαζαν. Δεν μπορώ τις αλλαγές.  Δεν μου αρέσουν. Έχω ανάγκη από μια σταθερότητα, μια σιωπή.  Αυτή η άγνωστη λέξη. Στο ίδιο άγνωστο κείμενο ζούμε όλοι.  Περιβάλλοντος χρώματος, περιβάλλοντος χώματος, περιβάλλοντος συναισθημάτων. Ωχ! Είπα την λέξη συναισθημάτων τώρα και σαν να έζησα λίγο. Σαν να τρεμόπαιξαν τα μάτια μου.  Αλλά, όχι. Ιδέα μου θα ήταν. Όσοι πεθαίνουν δεν έχουν μάτια. Έχουν μόνο παρελθόν και μέλλον. Που τους τα έκλεψαν. Το είπα και προηγουμένως αυτό, ας με συγχωρήσετε. Ξεχνάω και επαναλαμβάνω συνέχεια τις ίδιες φράσεις στην προσπάθειά μου να τις πω. Θα μπορούσε αυτό κανείς να το χαρακτηρίσει εμμονή. Ή μανία. Ακόμα και σταθερότητα. Τώρα που το σκέφτομαι, θα χρειαζόμουν λίγο περισσότερη σταθερότητα. Και περισσότερο  χώρο. Αυτό θα χρειαζόμουν. Αισθάνομαι περιορισμένος εδώ, αλλά το εδώ βρίσκεται αλλού. Είναι κι εδώ και αλλού. Μιλάω πρωτίστως για το δικό μου εδώ. Που είναι εκεί αλλού. Πρωταρχικά μιλάω εκ μέρους μου. Αν καταλαβαίνετε τι λέω. Το εξηγώ αυτό. Λέω πως ίσως οι νεκροί υπολογίζουν περισσότερο στη σταθερότητα. Βασίζονται. Αν κρίνω απ’ τον εαυτό μου. Αν γίνεται να το κρίνω αυτό. Αλλά πάλι, όλοι οι νεκροί δεν είναι ίδιοι. Όπως και όλοι οι ζωντανοί. Μάλλον, οι ζωντανοί είναι όλοι ίδιοι. Το ίδιο νεκροί. Θέλω να πιστεύω ότι είμαι ένας εξαιρετικός νεκρός που ζει. Όσο ζει. Όσο του άφησαν να ζει.  Όχι ένας ίδιος, ένας άλλος νεκρός. Τί διάκριση όμως είναι αυτή; Κάποιος που θέλει να ξεχωρίζει, έστω και πεθαμένος;  Τελικά, ίσως και να μην είμαι πολύ νεκρός. Γιατί πώς μιλάω αφού έχω πεθάνει; Δεν ξέρω. Δεν μου έχουν πει ακόμα τίποτα.

 

Μάλλον, μου άφησαν μόνο την φωνή για να λέει. Αυτή δεν την υπολόγισε η γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα που ήταν ο κόσμος.  Σαχλαμάρες. Αυτά λέω και ύστερα κολλάω. Και βρίσκομαι τώρα εδώ κάτω. Ή εδώ πάνω, όπως το δει κανείς. Τι σημασία έχει; Σημασία έχει να αγαπάς. Ναι, αυτό ήταν ταινία. Αυτό το θυμάμαι. Να και κάτι που θυμάμαι, αυτή η ταινία. Σημασία έχει ν’ αγαπάς. Κάτι μας είπες τώρα. Η αγάπη είναι σημασία. Η αγάπη είναι θεός. Η αγάπη είναι σκιά. Νομίζω ότι έχω χάσει την σκιά μου και αυτό θα ήταν πολύ σοβαρό. Μπορεί και την σημασία μου. Σε αυτό θα οφείλονται όλα. Πρέπει να την ξαναβρώ οπωσδήποτε. Την σκιά μου. Όλοι οι άνθρωποι έχουν σκιά, απλώς δεν το ξέρουν. Εγώ το γνωρίζω. Το γνωρίζω καλά. Τίποτα δεν γνωρίζω. Αν γνώριζα δεν θα μιλούσα. Θέλω να κάνω μια έρευνα για το πώς και το πού μπορεί να ξαναβρεθεί η σκιά μου. Αν βρω την σκιά μου, θα βρω και τη σημασία μου. Τουλάχιστον, να έχω αυτή μαζί με την φωνή μου. Καλά θα τα πάνε οι δυό τους.  Καλά θα περνάμε. Θα νοιώθω πιο σίγουρος και με τις δύο. Όσο σίγουρος, δηλαδή, μπορεί να είναι κάποιος σαν κι εμένα που δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα.

Αισθάνομαι αμυδρά ένοχος γι αυτό. Όχι σκέτο ένοχος. Κανείς δεν είναι αθώος, από την στιγμή που γεννήθηκε. Αυτό πρέπει να το παραδεχτούμε. Θα πρέπει να το ομολογήσω αυτό. Να το πω καθαρά. Όλοι είναι ένοχοι. Όλοι έχουν μια ενοχή και πορεύονται. Εγώ διατηρώ, μάλλον, ένα πλεονέκτημα. Έχω ένα καλό εναρκτήριο λάκτισμα. Είμαι ένοχος, αλλά αμυδρά. Πράγμα που σημαίνει ανεπαίσθητα. Δηλαδή, ελάχιστα. Κατά το μάλλον ή ήττον. Είμαι ελάχιστα ένοχος, μα, αυτό είναι θαυμάσιο. Αισθάνομαι υπέροχα γι αυτό. Γι αυτή την ελάχιστη πλευρά ενοχής μου. Ευτυχώς γλύτωσα από τις ανόητες συζητήσεις και τις ανόητες παρέες με τους ιλιγγιωδώς ενόχους. Είναι πολύ σημαντικό αυτό στην κατάσταση που είμαι. Εξάλλου, έχω και τη φωνή μου. Αυτή δεν σταματάει ποτέ. Νομίζω ότι έχω ένα σπάνιο πλεονέκτημα. Γιατί η φωνή αυτή δεν σταματάει ποτέ. Είναι τελείως δική μου. Δεν είναι των άλλων. Επιβεβαιώθηκε κιόλας αυτό. Επιβεβαιώθηκε ιστορικά. Θεωρείται πια βέβαιο. Όσο βέβαιο, βέβαια, μπορεί να θεωρηθεί κάτι που δεν είναι βέβαιο. Οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τις δικές τους φωνές γιατί τις φυλάνε. Τις αποθηκεύουν και μιλούν με τις φωνές άλλων. Νομίζουν ότι έτσι ξοδεύουν ξένες περιουσίες. Φαντάσου πλάνη, ε; Κι έτσι φτάσαμε ως εδώ. Να μιλούν άλλοι αντί για άλλους και να μην μιλάει κανείς. Κι εγώ να μιλάω συνέχεια. Ή, μάλλον, να μιλάει η φωνή μου.  Αισθάνομαι πάνδημος, και παρωχημένος. Παρήλθα. Έχω παρέλθει. Μιλάω, όμως. Μιλάω πολύ. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Έχω φωνή και την χρησιμοποιώ. Αυτό είναι όλο. Αν είχα πόδια θα περπατούσα. Αλλά με σκότωσε αυτή η γυναίκα. Κι έτσι δεν έχω. Σας τα είπα αυτά. Μια γυναίκα με σκότωσε. Ή ένας ίσκιος. Ένας ίσκιος είναι μια  γυναίκα. Δεν θυμάμαι πότε έγινε αυτό, πάντως με πυροβόλησε από πίσω. Εγώ βάδιζα δίπλα της. Κάποια στιγμή ένοιωσα τα μάτια της να μπαίνουν μέσα στο δέρμα μου σαν μαχαίρια και να το ανοίγουν. Με κοίταζε πολύ, για πολλά χρόνια. Πάλι τα ίδια άρχισα. Έχω πάλι αυτή την φοβερή κατάρα που βασίζεται στην επανάληψη και με στοιχειώνει. Γι αυτό μιλάω συνέχεια, επειδή θέλω να ξεχάσω, έτσι όμως θυμάμαι καλύτερα. Φοβάμαι καλύτερα. Φοβάμαι τόσο πολύ τον τρόπο που αισθάνομαι ότι θυμάμαι που έχω ξεχάσει. Νομίζω ότι δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα πάνω σε αυτό. Δεν μπορώ να απαλλαγώ από ό,τι είμαι, από όσα με έχουν κάνει να είμαι. Οι άλλοι ελπίζουν σ’ αυτό. Εγώ απλώς το επιβεβαιώνω.  Είμαι, όμως;

 

Είπα ότι δεν υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, αλλά προφανώς γελάστηκα ή είπα ψέματα. Αν μπορώ να πω ψέμα, που δεν νομίζω. Προσωπική άποψη, θα έλεγα. Έρχονται συνεχώς άνθρωποι εδώ με πετσέτες που έρπουν. Στρατοί από ανθρώπους όλων των ηλικιών. Είναι παντού, απλώς, εγώ τους βλέπω θολούς, σαν κουνημένους. Τους έχω αποκλείσει από τα μάτια μου.  Βλέπω μόνο τα πλοία που περνούν. Συνέχεια περνούν πλοία, μεγάλα, όμορφα πλοία, πού πάνε; Είναι στολισμένα με πολύχρωμα φώτα. Στρατηγικό αυτό το σημείο. Ο κόσμος ενώνεται εδώ, όλες οι ηλικίες του κόσμου. Το δέντρο στο οποίο φιλοξενούμαι είναι ο ομφαλός του. Το κέντρο του.  Όταν περάσει κι αυτός ο κόσμος, γιατί όλοι οι κόσμοι περνούν κάποτε, όπως περνούν και τα πλοία, και οι άνθρωποι, και οι ηλικίες τους, αυτό το δέντρο θα μείνει εδώ για να δείχνει το σημείο επανεκκίνησης.

Προσπαθείς πάντα να βρεις αυτόν που σε σκότωσε. Δεν ξέρω γιατί γίνεται αυτό, δεν μπορώ να το πω. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι είμαι απελπισμένος γιατί ποτέ μου δεν έπαψα να ελπίζω ότι θα το πω. Ότι θα πω κάτι συγκεκριμένο. Έχω παντού ένα κενό, μια σιωπή που αιωρείται στο κενό, μια λέξη που λείπει. Το μέλλον μου ίσως και να είναι κενό. Μπορεί να είναι και η ιδέα μου, και να μην υπάρχω. Εδώ και πολλά χρόνια έχω μόνο αυτό το κενό.  Έχω, όμως, και μια φωτογραφία από ένα ηφαίστειο. Βλέπω τον κόσμο μέσα σε μια φωτογραφία που είναι μια γυναίκα. Και υπήρξε ένα ηφαίστειο. Υπήρξε η φωτογραφία αυτής της γυναίκας που ήταν πρώτα το ηφαίστειο και μετά ο κόσμος. Εδώ υπήρξαν όλα αυτά. Εδώ. Και υπάρχει αυτή η αγωνία να μείνω εδώ. Να μπορέσω να μείνω εδώ, αν τα καταφέρω. Αν τελικά μπορέσω να μείνω, αν καταφέρω, δηλαδή, να εντοπίσω εδώ τον εαυτό μου, σε αυτό το μέρος που ήμουν και είμαι, εδώ που θα βρίσκομαι αν επιτύχω να είμαι, για μια ακόμα φορά να είμαι, να συνεχίσω να είμαι, μια τελευταία φορά, ας βοηθήσω λίγο να είμαι. Παρόλο που κάποτε περπάταγα, θα πρέπει να περπάταγα, και τώρα είμαι ακίνητος, και στέκω ακίνητος σε αυτόν τον τόπο, θα ήθελα να δοκιμάσω να μείνω εδώ ξανά, γιατί είναι σπουδαίο να ξέρεις που είναι το εδώ. Είναι σπουδαίο να μένεις. Είμαι ιδιαίτερα επιρρεπής σε αυτό, στο να μένω, να ξέρω που μένω, αν, βέβαια, μένω κάπου και αν ξέρω. Θα ήθελα, όμως. Αλλά έχω λήξει.  Μάλλον έχω λήξει ή συνέβη να λήξω, ή αυτό έγινε από μόνο του, όταν με σκότωσε εκείνη η γυναίκα. Ας σημειωθεί, πάντως, ότι όποτε αναφέρομαι σε εκείνη την γυναίκα, αναφέρομαι στον κόσμο. Στη γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Και το σημειώνω αυτό, με ιδιαίτερη έμφαση, για να μην υπάρξουν άλλες παρερμηνείες.  Έτσι έληξα. Κι αν έχει λήξει η ζωή και όχι εγώ, σε αυτή την ληγμένη γη με τα εκατομμύρια των ληγμένων γύρω μας και νομίζω ότι εγώ πέθανα, επειδή, απλώς, με σκότωσε αυτή η γυναίκα; Αν εγώ δεν λήγω; Θα ήταν βάσανο όλο αυτό γιατί όλα έχουν μια διάρκεια, έναν συγκεκριμένο χρόνο επώασης, παραμονής, μια λήξη. Ίσως οδηγήθηκα στο συμπέρασμα να μείνω, ξέροντας εκ των προτέρων ότι έχω σκοτωθεί. Άρα, επί της ουσίας, δεν διακινδυνεύω και πολλά. Πάντως, έμεινα.

 

ΑΣ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΟΥΜΕ…

Βρίσκομαι σε μια παραλία, μέσα σε ένα δέντρο, εδώ είναι η θέση μου. Δεν ξέρω ακριβώς σε ποια μορφή και με ποια υλική υπόσταση. Πάντως, βρίσκομαι εκεί που είχα βρεθεί. Πριν, είχα βρεθεί. Βλέπω από μακριά κάτι πλοία και την μηχανή μου. Και θα ήθελα να μείνω εδώ, να δοκιμάσω να μείνω εδώ, αυτό μου ταιριάζει, μου αξίζει να μείνω εδώ και να μιλάω με γυρισμένη την πλάτη, χωρίς φόβο, χωρίς ιδιαίτερη λύπη για ό, τι συνέβη, αν συνέβη κάτι, χωρίς αγωνία για το τι θα προξενήσουν τα λόγια μου, χωρίς ιδέα αν αυτά είναι καινούρια λόγια ή παλιά, να μείνω εδώ, πού εδώ; με ποιον τρόπο εδώ; με γυρισμένη την πλάτη, ποια πλάτη; που την βρήκα την πλάτη ξαφνικά; πώς γίνεται ξαφνικά να υπήρξε πάλι η πλάτη μου και να με βασανίζει τόσο; εδώ, εδώ, όπως δεν ήμουν ποτέ αλλού, αν πρόκειται για μένα που είμαι εδώ, που έχω υπάρξει εδώ, που τελειώνω εδώ.  Είμαι το δέντρο. Η αγάπη μου που έγινε δέντρο. (αποσπάσματα από το ΝΩ του Σταύρου Σταυρόπουλου, εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2020)

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2026

ΤΙ ΕΙΝΑΙ

  (…δεν ήξερες αν είναι σκιρτήματα τρόμου ή εκείνο το αργοκίνημα της μοίρας που τίναζε το πρόσωπο προς τον ήλιο…) Η ζωή του αδελφού ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ