Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ…

 (…μάθημα σιωπηλού αναφιλητού που δεν είναι πια

στη διδακτέα ύλη…)

Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά    μαζεύουν από τις γωνιές
πολύχρωμους αθώους νυσταγμένους
με το σημάδι του μη προορισμού  
ρόδινη χαρακιά στα μάγουλά τους 
κάπου αλλού   αγέλαστες δασκάλες
σχεδιάζουν να τους μάθουν
πως σ’ ένα μέλλον κοντινό τη δυστυχία
θα την πυροβολήσουν με τις λέξεις
- κι όχι, παιδιά μου
όπως κάποιοι τρελοί και ηττημένοι ισχυρίζονται
μ’ εκείνες τις τρεις ολόμαυρες τελίτσες.
Αυτές, μικροί μου άγγελοι,  δεν είναι πια
στη διδακτέα ύλη!..  
 
Τακτική ακροάτρια στο αμφιθέατρο της φρίκης
όμως το μάθημα του σιωπηλού αναφιλητού
πάντοτε για την άλλη εξεταστική.
 
Γιατί τα λόγια απομακρύνονται
όταν διαστέλλονται οι μορφές
κι ό,τι φωνάζω   δεν αντηχεί πια την εγκατάλειψη
αλλά μια σιωπηλή παραδοχή
που ο σαλεμένος νους αποκαλεί
χρόνο μες στα εγκόσμια
παγίδα για να πιάνεται η αγάπη
πάντα σε λάθος αστραπή να κατεβαίνει
αφού φημολογείται  ότι τη νύχτα
εξ άπαντος θ’ ανέβει ο ελεγκτής 
και τρέμει – βίαια μην την πετάξει έξω. 
 
Και τότε    δε μένει πια κανείς εδώ;  
Κανείς που από το παρελθόν του   να έχει πια παραιτηθεί;
 
Ξέρω πολλούς με ρουφηγμένα πρόσωπα
που δε γυρεύουν να σωθούν
μόνο να νικηθούν από την ομορφιά
να διαψευστούν
και ό,τι παρασταίνεται εν μέσω εορτασμών
να δούνε να σωριάζεται   απ’ τη βεγγαλική κραυγή 
 
φοβάμαι
(ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ  και  ΦΟΒΑΜΑΙ, δυο ποιήματα
από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου
ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτης 2008)

 


ΔΩΜΑΤΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

Κι ενώ ήμουν σχεδόν βέβαιη πως κάποιος

κρατώντας χάρτη ναυτικό

με  κυνηγούσε

ωστόσο πάντοτε φοβόμουν    πως 

κανένας πουθενά δεν με περίμενε

 

Με βάραιναν κιόλας   οι στολές τόσων ανθρώπων

να τις φορώ κατάσαρκα

που ακόμη και το παρελθόν

– με τη γνωστή του επιμονή  να ορίζει και τις νύχτες μας –

κάποτε με λυπήθηκε

και μ’ άφησε να μπαινοβγαίνω ελεύθερα

στο απρόβλεπτο.

 

Όμως μια Κυριακή

που οι άλλοι καταγίνονταν   με τον εκχιονισμό των συρταριών

η ζωή  

με αθετημένες όλες  της τις υποσχέσεις

αποφάσιζε να μου διδάξει την ισότητα

μετατρέποντας ένα κήπο με δάκρυα

σε μισοφώτιστο δωμάτιο νοσοκομείου.

 

ΣΕΣΗΜΑΣΜΕΝΟΣ

Θυμόταν

και δεν το καταλάβαινε

όπως συμβαίνει όταν ξεχνάς

κι οι άλλοι σπεύδουν

να σου κόψουν την κλωστίτσα

που κρέμεται απ’ τον ποδόγυρο

ενώ μήτε επισκέψεις περιμένεις

μήτε εξομολογήθηκες ποτέ τη συμφορά σου

σ’ όλους αυτούς   που εκτίθενται

στους λιθοβολισμούς.

 

Βαραίνει η μάταιη προσμονή

πιότερο κι απ’ το κρίμα.

 

Όμως   Εσύ

αυτάρεσκα αναβλητικός

επέμενες ν’ αποκαλείς  Ζωή

τους χώρους ανανήψεως

που δε συμβαίνουν θαύματα.

 

Μια σκευωρία  ήσουν τελικά

σεσημασμένη διάψευση   παμπάλαιο μεγάφωνο

αναχωρήσεις  και  αφίξεις που αναγγέλλει.

 

Μα αυτό που σου επιτρέπω πιο πολύ

είναι ότι την αμαρτία σου γιγνώσκεις

κι εν τούτοις απ’ το φόβο σου

ολοένα πιο σφιχτά

πάνω στο ψέμα σου με δένεις.

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΒΕΛΟΝΕΣ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας -  Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΝ ΕΝΑ, 2008)

Όχι ποτέ δεν ήμασταν   τελείως προετοιμασμένοι.

Γι΄ αυτό  και  στο μεταλλικό    κουτί   για τα μπισκότα

καιρό τώρα φυλάγαμε

όχι κλωστές  και  δαχτυλήθρες

αλλά βελόνες  κάθε είδους και μεγέθους.

 

Βελόνες του ραψίματος

σχιζότανε ο μύθος σου  κι  οι αποτρόπαιες ρωγμές

έξω απ’ το σώμα σου σε έχυναν –

 

βελόνες γραμμοφώνου

-παράφωνα ηχούσαν τελευταία οι προσευχές

και συστηματικά απουσίαζε

απ’ την ορχήστρα ο μαέστρος –

 

βελόνες για ενέσεις

-έτσι, για την τιμή των όπλων

να  μη φανεί πως μια  παρ-αίνεση

που η ελπίδα θα’ θελε

εμείς την αρνηθήκαμε –

 

ακόμα και πευκοβελόνες

-εύφλεκτες  και  ολισθηρές

σε απειλούσανε με πυρκαγιά

ώσπου στρώμα, σεντόνια, μέτωπο

και τρυπημένα χέρια   λαμπάδιαζαν

και τότε  -  ο σωθείς

γράφεται με ήτα  Ευτυχούλα –

 

Όμως εγώ

 

μόνο μια  ήττα ήξερα, μπαμπά

κι αυτήν

όσο  κι αν το παλέψαμε

στάθηκε αδύνατο να μην την υποστούμε

 

29 ΔΕΚΕΜΩΡΙΟΥ

ΚΟΡΗ:

Σε απάνεμο ύπνο αθάνατο

μια θύελλα φιλεύσπλαχνη

την κόλασή σου εκμηδενίζει.

Μια άφεση,  μια απάντηση

ο ογκόλιθος της συντριβής

κι η κλίμακα των μορφασμών

σε παγωμένη αδράνεια βυθισμένη.

 

ΠΑΤΕΡΑΣ:

Α, με καλούν στα σκοτεινά

την ανθυγιεινή ζωή να εγκαινιάσω.

Τους το είχα βέβαια δηλώσει από νωρίς

πώς ασφαλώς και προτιμώ φθινόπωρο

για την ακρίβεια τις αρχές του φθινοπώρου

φωτίζονται αλλιώς θαρρείς

τα μεταχειρισμένα πράγματα.

 

Στρόμπολι,  Ταορμίνα…

 

ΓΥΝΑΙΚΑ:

Μήπως κάποια καλύτερη τιμή

γι’ αυτό το ξύλινο τιμόνι καραβιού;

Το ψάχνει χρόνια ο άνδρας μου…

 

ΠΑΤΕΡΑΣ:

Ένα πανέρι με λουλούδια   ίσως να το απέρριπτα

όμως   τόσα πορτρέτα ολόγυρα

πώς θα τα συνηθίσω;

Ανώφελα ναυάγια που επιπλέουν

εκτεθειμένες μοναξιές

στο διεστραμμένο βλέμμα τ’ ουρανού

κι αυτά τα σαλιγκάρια

που ανηφορίζουνε στα πόδια μου…

 

Τελειώνουμε.

Υγρή, ακάθεκτη σιωπή

μ’ εγκαθιστά στους βάλτους της.

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

Έμοιαζε με εορταστική βραδιά

ούτε βελούδα βέβαια  ούτε   και  μουσελίνες

μονάχα η αγωνία να διαβαστούν ανάποδα

φιλιά και δευτερόλεπτα

κάτω απ’  το κάτασπρο ταβάνι

μ’ εκείνο το  «ως δια μαγείας»

πάντοτε να καθυστερεί.

 

Ποιον ένοιαζε αν τουρτούριζα  έξω απ’ τα παραμύθια

ατάραχα στην είσοδο   μέναν τα κουδουνάκια

 

-Οι άνθρωποι δεν αλλάζουνε, μου φώναζες

μονάχα αποκαλύπτονται

όπως εκεί που δεν το περιμένεις

κι ο ύπνος σου  εφάπτεται   με χίλιες εκκρεμότητες

καλείσαι ξάφνου ν’ αναμετρηθείς

με προθεσμίες που τελειώνουν.

 

Σαφέστατος υπαινιγμός

πως μόνο στα τρένα δόθηκε

να διασχίσουν την αιωνιότητα

αφήνοντας πίσω τους καπνούς

για να διαφεύγουν οι σκιές την τιμωρία.

 

Έπειτα

κατρακυλούν πυρετικές

κρύβοντας κάτω απ’ τον σηκωμένο τους γιακά

την αντοχή που τους αναλογεί.

 

Τα υπόλοιπα ας μείνουν εκκρεμή

ως τότε που θα κλείσουμε ταμείο.

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)


Ο ΒΑΤΡΑΧΑΝΘΡΩΠΟΣ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας -  Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΝ ΕΝΑ, 2008)

Την επόμενη μέρα θα πήγαιναν όλοι

όπως πάντα στις δουλειές τους

αναζητώντας στην έκφραση των περαστικών

τη διαβεβαίωση πως μια παράταση ακόμη

είχε και πάλι κερδηθεί.

 

Είχε προηγηθεί δύσκολη νύχτα

Στο πατρικό σπίτι

η στέγη ανοιγόκλεινε επικίνδυνα.

Αυτό είχε βέβαια συμβεί στο παρελθόν

και σ’ ένα άλλο ποίημα

τότε που εκείνη   φορώντας το μαύρο της παλτό

κι έχοντας τη βαλίτσα της στο χέρι

περίμενε τον Ά- Γιώργη

από τα εικονίσματα να κατέβει

και να την πάρει.

 

Αυτή τη φορά

θα αρκούσε ένα σφύριγμα

και τότε αύτανδρο το κρεβάτι  θα βυθίζονταν

κι εσύ   σαν έμπειρος νεκρός

μια κι ήσουν δύτης

δίχως βαρίδια, μπουκάλες και στολή

μακριά απ’ το σώμα θα ταξίδευες

για μια διάρκεια αμετάπειστη.

 

Όσο για τα διαδικαστικά της εκφοράς

ο σωσίας σου

-κάτωχρος και σε στάση προσοχής –

θα έπαιρνε τη θέση σου.

 

ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ…

Κατά την πρωινή επίσκεψη

άγνωστοι κύριοι

με μακροχρόνιες σπουδές στην τρομερή

οφθαλμαπάτη της ζωής

κι άνθη βανίλιας ανάμεσα στα δόντια τους

μιλούσαν χαμηλόφωνα

για την τύχη που θα είχαν

οι ανομολόγητες αμαρτίες

τώρα που η σκάλα γινόταν επικίνδυνη

και η Αποκαθήλωση δε σήκωνε αναβολή.

 

Οι άλλοι μετά θα προσπαθούσαν

ν’ αποσιωπήσουν το συμβάν

και φυσικά μιλώ   για κείνη την Πρωτοχρονιά

που έγειρες απαλά για μια στιγμή στο πλάι

κι ανεξιχνίαστο έμεινε έκτοτε το αίνιγμα.

 

Πώς δηλαδή

ενώ ήξερες τόσο καλά ν’ ανακατεύεις χρώματα

επέλεξες το συμπαγές λευκό

κι όπως απότομα διακόπτεται η ταινία

και λες

τώρα θα πέσουν γράμματα

τώρα θ’ ακούσω μουσική

όπως ο ήρωας  tableau vivant

θαρρείς  και  αφαιρείται

ή δεν μπορεί να θυμηθεί τα λόγια  του.

 

Γιατί αλήθεια δεν είναι εύκολη υπόθεση

εκεί που προχωράς κι εσύ μαζί

μ’ άλλους σακατεμένους

ξάφνου στο βάθος ν’ αστράφτουν προβολείς

ο κύριος με το επίσημο κουστούμι

ν’ αφήνει το μικρόφωνο

να ’ρχεται κατά πάνω σου

το χέρι να σου απλώνει φιλικά

-με λένε Φράνκυ να σου λέει

το  «Strangers in the night»

έμαθα σας αρέσει

 

ΛΟΥΤΡΙΝΟ ΘΗΡΙΟ

Αν δραπετεύαμε από τις πληγές

θα χάναμε μοιραία και το ξημέρωμα

 

-απότομα κλείνει το βελούδινο κουτί

και δεν ξαναχορεύει η μπαλαρίνα

μα ούτε και ζαλίζεται

 

κι όχι πια στα ψέματα

όπως όταν απ’ τις ρωγμές του ποιήματος

κοιτούσαμε το Θάνατο

ολόφωτες τελείες να χιονίζει.

 

Τώρα απλώς τα σκιάχτρα

απ’ τ’ αστέρια διάτρητα

βαθιά ταράζουνε τον ύπνο του εκμαγείου

όσο εμείς

-άψογοι χρήστες των μεταφορών-

μαζί Του παίζουμε

όπως τ’ ανίδεα παιδιά

με λούτρινο θηρίο

 

Η ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ

Άρχισε κάποτε να καταντά ενοχλητικό

λες κι ο αδαπάνητος χαμός

δεν είχε άλλες λέξεις να επιστρέφει

και έπρεπε μονότονα τον ίδιο πάντοτε λυγμό

σ’ άδεια καθίσματα να διηγείται.

 

Βέβαια τελευταία

όλο και πιο αμήχανη γινόμουν.

Εξείχαν απειλητικά

απ’ τις φωτογραφίες τα μαλλιά μου

και μολονότι ήξερα ότι υπάρχουν τεχνικές

να εξαγοράσω μια συγκίνηση

με φιλοδώρημα ευτελές

 

Πού ν’ ανατρέχεις,  έλεγα

-άυπνη και δίχως λάμπα πετρελαίου –

σε λεπτομέρειες θολές κάποιου απογεύματος

όπου η ήττα της ζωής

θριάμβευε μες στην τραπεζαρία

παρουσιάζοντας σε σύναξη πιστών

την παντομίμα της ύστατης ταπείνωσης

ή όπως θα λέγαμε αλλιώς

τον τελευταίο ασπασμό

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

 

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΥΠΟΓΕΙΟΥ ΜΑΣ

(…εξοικειωμένο μόνο με νυχτοφύλακες 

και αθεράπευτα ωχρές μητέρες…)

Τη συντριμμένη αντίσταση του λύκου   μ’ ένα φτερό χαράζει τ’ απογεύματα   στη σκόνη της παλιάς μας ραπτομηχανής  και  σε αγρυπνία προσκαλεί   ενοίκους κι επισκέπτες  -  πως τάχα στον σκοτεινό θάλαμο του ύπνου   ο Θάνατος   τις πρώτες μας φωτογραφίες εμφανίζει.   Από την άλλη δεν το ’χει σε τίποτα   να βάλει ξαφνικά τα κλάματα   μπροστά σ’ ένα χτενάκι φαγωμένο αναβάλλοντας επ’ αόριστον  την προραμματισμένη του αναμέτρηση με το μηδέν   που πάει να πει  με τ’ άκοπα νυχάκια του   σεντόνια λήθης να ξεσκίσει.   Τα βράδια όταν σβήνω το φως   φοράει τα παπούτσια μου  βάζει το παιδικό μου κόκκινο παλτό   στους ώμους σου επάνω μ’ ανεβάζει   μπλέκει τα δάχτυλά μου στα δικά σου   και…  λάααδι πουλώ  ξίαδι πουλώ  εγώ  την Ία μου δεν την πουλώ   όλη τη νύχτα ασταμάτητα γύρω απ’ το κρεβάτι [ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ  από τη συλλογή της  Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 2008]

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

ΓΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΙΩΓΜΕΝΟΣ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΜΟΥ

 (…ποιο αθέατο βάθος  ποια μυθική νεότητα…)


Γιατί με φώναξες και γύρισα

Καλά έφευγα  και  καλά με ξεπροβόδιζαν

χωρίς να μου κρατούν κακό τα εγκόσμια

όλα όσα δε θέλησα να πράξω  κι  έπραξα

όλα όσα θέλησα να γίνω   κι  έγινα

Να ’χουν αποσπασθεί τ’ αγγίγματά μου απ’ ό,τι άγγιξα

και να  με συνοδεύουν

 

Γιατί με φώναξες  και  γύρισα

σα δάκρυ που μετάνιωσε  και  δεν εκύλησε

Γιατί να πρέπει τώρα να διανύω προς τα πίσω

όλη αυτή την εγκατάλειψη

γέρος ποιητής διωγμένος απ’ τους στίχους μου

κι άγνωστος πλέον στο παρελθόν μου

να συνάπτω πάλι  σχέσεις με όσα μου συμβήκαν

Να συνδεθώ με τι;   Αναζητώντας τι;

Ποιο αθεατο βάθος   ποια μυθική νεότητα;

 

Μετά από ένα τελεσμένο πεπρωμένο  κι  άλλο πεπρωμένο

μετά το πλήρωμα του χρόνου  κι  άλλος χρόνος;

Αυτό δεν είναι πια  διασάλευση του πνεύματος

Η υλικότητά μου διεσαλεύθη  

και δεν θα βρει ανάπαυση στον αιώνα

 

Να τελειώνουμε πια με τα τερτίπια της γραφής  και  της ανάγνωσης

Τα ποιήματα συμβαίνουν.

Λοιπόν, μπορώ να πω το τι συμβαίνει; 

Το ίδιο το ποίημα δηλαδή,  όχι το κείμενό του

Μπορώ;  όχι δεν μπορώ

Κι όχι  (όπως άλλοι θα σου πουν…)

γιατί ό,τι συμβαίνει δεν είναι παρά αυτό που τώρα εδώ κείται

αλλά γιατί,  απλά, δε μπορώ 

 

Βρίσκομαι μέσα στο συμβάν,  αλλά πού είναι το κέντρο;

Φωνάζω  «είναι κανείς εδώ;…»   Περίεργη ερώτηση

χτυπάει κι αντηχεί στην εσωτερική επιφάνεια του κενού

Γιατί αν δεν είναι κανείς, εγώ που ρωτάω τι είναι;

Ερώτηση μέσα στην ερώτηση

παγίδα μέσα στην παγίδα

κενό μέσα στο κενό.

Αλλά το κέντρο πού είναι;

 

Το κέντρο διαρκώς διαστέλλεται

Έτσι όλους μας εγκλείει   και  μας αποκλείει

κι όλα έτσι αποκτούν υπόσταση

μόνο καθώς απομακρύνονται  κι  αραιώνουν

ψυχές και σώματα εξαχνωμένα

[πρώτο απόσπασμα από το  ΕΚΤΟΣ

στη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΩΣ 2003

Συγκεντρωτικός τόμος ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ,

ποιήματα 1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017]




 

ΕΔΕΙΞΕΣ ΜΟΝΟ ΠΕΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΘΕΑΤΟ

(αποσπάσματα από το ΕΚΤΟΣ ποίημα στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΩΣ 2003) 

…Φεύγουσαν σε είδον   εγκαταλείπουσαν με σε ήγγισα

και δεν εστράφης δεν ελέησε τα μάτια μου η μορφή σου΄

Έδειξες μόνο πέρα προς το αθέατο

Και είδα σε τοίχους λεκιασμένους

που κι αυτοί διαστέλλονταν  κι  απομακρύνονταν

είδα τα λόγια μου.   Στημένα για εκτέλεση.

«Τα λόγια σου… 

Κοίτα δεν θα δεχτούν να τους δέσουν  τα μάτια…»

είπες κι εχάθης

 

Το «ως σεαυτόν»  δεν ήτανε για μένα

Αγάπησα τους άλλους δίχως ν’ αγαπάω τον εαυτόν μου

Χωρίς αγάπη του εαυτού μου δεν ήμουν ούτε εγώ  ούτε άλλος

ανάμεσα στους άλλους

δεν ήμουν τίποτα μέσα στην τρικυμία της σάρκας μου

στα σαλεμενα λόγια μου  και στ’αναφιλητά του νου μου

μα έπασχα στα δράματα των άλλων

εγώ ο χαμένος πάντα στ’ αδιέξοδά τους

εγώ των αποχωρισμών  τους  ο εγακαταλειμμένος

ο παραμιλητός  του πυρετού τους

Κι όλα αυτά έτσι

Για ένα ήθος δηλαδή   για  μια ιδεολογία

 

Δεν ήταν ήθος  ύβρις ήταν   Και δεν το ’βλεπες

Αργεί αλλά το βρίσκει το κακό

άξαφνα όλα γυρνούν  τ’ απάνω κάτω

πατάς τους όρκους σου  και  πράττεις τ’ αντίθετα  απ’ την πίστη σου

και μένεις στην ερημιά της πτώσης σου

να δέρνεσαι  και  να χαλιέσαι.

 

Αν άντεξα τη ζωή μου ω εδώ   δεν ήτανε για μένα

Και τώρα ποιος ο αμητός;

 

Ω βλέμματα, ω φωνές,  ω αγγίγματα που με λιχνίσατε

στ’ αλώνια της αλαζονείας  και  της ταπείνωσης

κρατήστε τον καρπό

Αλλά δώστε μου πίσω το άγανο

το άγανο που τ’ αφήσατε του ανέμου

και χάθηκε χρυσίζοντας

προς το βαθύψηλο ουρανό.

 

Δεν είναι παρά μόνο σημαδάκια στο χαρτί

ίχνη που άγνωστο αν οδηγούν σε μένα

αλλά συνάζονται  και  συνωστίζονται, διεκδικούν το χώρο μου

δε μου αφήνουνε λευκό

κι επαίρονται αναίσχυντα  «εμείς γραφτήκαμε,

θα μείνουμε.  Εσύ έζησες,  πεθαίνεις¨.

 

Ε  όχι  και  όχι… Μου ’ρχεται να τα καταραστώ

(να μείνετε, να μείνετε εσαεί στη γέεννα της γραφής

και να μην έχει ο παιδεμός σας τελειωμό

και σπαρταράτε σε κειμενικά δίχτυα

και να ξεσκίζεστε απ’ τα τσιγκέλια των γραφίδων

να πετσοκόβεστε σε χειρουργεία παραναγνώσεων

πολύποδες να βγαίνουν απ’ τα σύμφωνά  σας

και φλύκταινες να σκαν τα φωνήεντά σας

λήθη για σας να  μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή

σε μνήμες ηλεκτρονικές

ατέλειωτο μαρτυρία αθανασίας…)

Να τα καταραστώ…

Αλλά κλάμα μου κι αυτά δεν είναι;

 

If we could weep words

Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι

ότι κλαίμε λέξεις και δεν κλαίμε δάκρυα

Α, δάκρυα, πού είστε δάκρυά μου…

Διαπεράστε τα έγκατα πετρώματά μου  αναβλύστε

σαρώστε αυτά τα μυγοχέσματα απ’ τα μάτια μου

και κάντε μου ξανά το κλάμα – κλάμα

 

Άλλος κανείς μαζί μου δεν κατέβηκε

Στάση απρόβλεπτη σε ανώνυμο έρημο σταθμό

κι όλοι στρέψανε κατά πάνω μου τα βλέμματά τους

πως αφορούσε  εμένα μόνο η στάση αυτή

πως έπρεπε λοιπόν να κατέβω

Έτσι, άλλος κανείς μαζί μου δεν κατέβηκε

Τέρμα ο σταθμός αυτός για μένα

Γιατί όταν άλλος κανείς μαζί σου δεν κατέβηκε είναι τέρμα

 

Ας ήταν ν’ αντιμετωπίσω εδώ τ’ ακραία όρια μου

ολοσχερώς να συντριφτώ

Αλλά δεν είναι γη ούτε ουρανός

εδώ δεν είναι τόπος

 και δεν είναι χρόνος

Το τέρμα  είναι κάταγμα

από το τώρα μου αποσπάται το μετά μου

ακούω τ’ αξόνια του να τρίζουν

κυλούν ξανά οι ραγισμένες ρόδες

ξέφρενο φεύγει εμπρός να εκτροχιαστεί

στο μελαγχολικό αχανές

πέρα απ’ τις εσχατιές μου

 

Πιο αργό κι από αργό

πιο λυπημένο κι από λυπημένο

φεύγει αυτό το απόγευμα

Μάταια προσπάθησα να το κρατήσω

μάταια,  άδικα,   του κάκου.

Όπως μάταια μια ολόκληρη ζωή επέμενα στα αδύνατα

να ξανακάνω επιθυμία την παραίτηση

να βρίζομαι και να ποδοπατιέμαι για να  μπω στο καταρρέον νόημα

από την έξοδο κινδύνου

ενώ οι άλλοι έβγαιναν αλλόφρονες

πού πας τρελέ τι παριστάνεις

να εμφανίζω κουνημένες φωτογραφίες  του κόσμου

στον σκοτεινό θάλαμο του μυαλού μου

να καταστρώνω σχέδιά ανατροπής του παρελθόντος…

Μάταια, άδικα, του κάκου

 

Να με, λοιπόν, απ’ τη μεριά του άδικου

Αφού έτσι το είπαν  και  το θέσπισαν:

το μάταιο άδικο

δίκαιο το τελεσφόρο

ορίζοντας το τέλος ως σκοπό  και  αποτέλεσμα

Αλλά ποιος οιακίζει τον σκοπό  και  ποιος το αποτέλεσμα;

 

Θαλασσοδέρνονται οι πράξεις των ανθρώπων

τσακίζονται πάνω στα βάσανα και σπαν στα δυο

κι άλλα συντρίμμια εδώ  κι  άλλα συντρίμμια άλλού

 

Μη φεύγεις,  μείνε απόγεμα

αφού κι εσύ δεν είχες πού να πας

Μάταια μείνε, έτσι, άδικα, του κάκου μείνε

αλλά μείνε

Το τέλος μας  δεν είναι ούτε σκοπός ούτε αποτέλεσμα

 

Κατά το νότο χαμηλά  περνούν τα σύννεφα

θωπευτικά πάνω απ’ τα βότσαλα της παραλίας

καθώς τραβιέται η θάλασσα προς  άλλες νοσταλγίες

Φέτος αργεί να φύγει το φθινόπωρο

τα φύλλα  ξέμειναν στα δένδρα δεν φτερούγισαν ακόμα προς τη γη

μα των πουλιών οι αποδημίες στην ώρα τους

μαντήλια αποχαιρετισμών πτυχώνουν τον ορίζοντα

δεν ξεγελιούνται από χαριστικές επιβραδύνσεις

 

Και μόνο εσύ δεν βλέπεις τις σκιές  που θάμπωσαν το πρόσωπό μου

Κρατάς το χέρι  μου  κι  εγώ σου λείπω

πού βρίσκομαι,  τι έχω γίνει;

«…καπνός σκιάζει τα μάτια σου…» ψιθυριστά  μου τραγουδάς

δεν απελπίζεσαι  δεν απελπίζεσαι

 

Και κλαίω

(αποσπάσματα  από το ΕΚΤΟΣ ποίημα

στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΩΣ 2003)

 

ΣΕΣΗΜΑΣΜΕΝΟΣ ΕΙΜΑΙ  

(…έχετε τα γραφικά αποτυπώματα μπορείτε να με αναγνωρίσετε…)    

…όχι όμως και να με διαβάσετε   ούτε να με διαβείτε

Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε

Ποντάρατε στο κόκκινο μου   πάλι χάσατε

κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας

 

Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα

κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει

Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν

Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης

ποιητής μιας ποίησης που δεν μπορεί να υπάρξει

μόνο με τους νεκρούς μιλώ  και  γι’ αυτούς γράφω

Μόνο αυτοί μπορούν να  με διαβάσουν

 

Κι άξαφνα σαν από παντού να λείπαμε

και να μας έλειπε το παν

Και βγήκαμε στην έξω νύχτα

ξεπροβοδίζοντας ο ένας τον άλλον

μ’ αυτά τα λίγα που μπορούμε βήματα

μέσα στην μοναξιά όσων μας αφήνουν μόνους

 

Μέναμε εκεί απόντες  και να μη χωρίζουμε

με τα ποτήρια μας στο χέρι

ένας πολυέλαιος κρεμάμενος μόλις αγγίζοντας τη γη

φύλλα κρυστάλλινα που ηχούσαν  και  τρεμόφεγγαν

να στάζουμε κρασί στο χώμα

και να καλούμε τις ψυχές μας

 

Στο σταυροδρόμι δίχως δρόμους

μας χάσατε  σας χάσαμε

πάνω μας η φτερούγα του ουρανού ανεμοζυγιάζεται

Προς τα πού γέρνει το άδικο;

Άλλα για της ψυχής τα κρίματα 

κι άλλα για του κορμιού τα ζύγια

Όπως κι αν μοιραστούμε τη μετάνοια δε θα γαληνέψουμε

Αφότου διασπάστηκε το χάος  μας ορίζει ο χωρισμός

Είμαστε μοναξιές καταραμένες

Η γένεση είναι το άγος

 

Ωραία κορμιά  και λυπημένα

ρωτούσατε αν πεθαίνουν οι ψυχές.

Αυτές μόνο πεθαίνουν

Αγλάισμα για σας η λύπη

μα οι ψυχές λυπούνται έως θανάτου

 

Έως… Στο έως και εμείς κρεμάμενοι μόλις αγγίζοντας τη γη

σε σταυροδρόμι δίχως δρόμους

περιδινούμενοι  σ’ ένα ντελίριο πένθους κλώθοντας

κόκκινα νήματα  και  μαύρα για ένα από τα πριν χαμένο μέλλον

Δεν ήθελα χρησμούς κι οράματα, ζητούσα άλλο πια

να μη παρασταίνεται το δράμα.   Να τελείται.

Να βγουν τα πρόσωπα απ’ τη μορφή τους

να βγουν τα λόγια από τον ήχο τους με σάρκα κι οστά

να ’ρθουν να μ’ ανταμώσουν…

Και δεν ήρθαν

Στο ψυχοχάρτι ήταν σβησμένο τ’ όνομά μου

Το φύλλο που έπεσε μπροστά μου…

Το σήκωσα και το ξανάδωσα στο δένδρο

Κι εκείνο δεν το πήρε

 

ΛΕΓΑΜΕ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΘΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟΥΣΑΜΕ ΝΕΚΡΟΥΣ 

(…κι από λόγο σε λόγο άστραψαν δάκρυα στα μάτια  και  μαχαίρια στις φωνές…)

«…Μ’ αυτή την άθλια διαλεκτική  για αφέντη – δούλο,   θύτη – θύμα

θα καταλήξουμε στο τέλος πως τα θύματα είναι θύτες

Κι αν,  έτσι, για όλα τα δεινά του κόσμου φταιν τα θύματα,

κάθε μετάνοια και συγγνώμη είναι βρωμιά…»

είπες,  «σκοτωθείτε  και  σωθείτε μεταξύ σας…»

 

Έτρεχα να σ’ αναζητώ μετά στις τουαλέτες

Τοίχοι λευκοί λευκές οθόνες με λευκές εικόνες

λευκό επάνω στο λευκό

μάτια λευκά ρουφούσαν τα πρόσωπά τους

σκιές και αερικά περιδινούνταν

δαίμονες με λευκά φτερά πρυμνήτες παραισθήσεων

μια αθωότητα να βλαστημάει τον εαυτό της

έτρεχα να σ’ αναζητώ

κι εσύ χτύπαγες φλέβα

Δεν είχες άλλον τόπο καθαρμού σου από την λέπρα της ζωής

δεν είχες άλλη Σιλωάμ

 

δεν πρόφτασα  δεν πρόφτασα   πώς να προφτάσω

θεόρατη η σκιά του μαύρου καραβιού σκέπαζε τους καθρέφτες

έξυνε κιόλας η καρίνα του τις πλάκες

 

Ξέρω εκατομμύρια θύματα που δεν έγιναν θύτες

αλλά δεν ξέρω εκατομμύρια θύτες που να γίναν θύματα

Νικάει το κακό

 

Παντάρχη φόνε,  Κύριες των Δυνάμεων,

μετ’ εμού γενού

να πάρω και να δώσω εκδίκηση

 

ΑΥΤΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΠΟΥ ΗΡΧΕΤΟ ΕΙΣ ΕΠΑΦΗΝ ΜΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΓΗΡΑΤΟΣ ΤΟΥ…

Το μέλλον έχει ένα βέβαιο τέλος

αλλά τα περασμένα εκκρεμή  και  αβέβαια

και συσσωρεύονται μπροστά μας

 

Κάτι κακό τεκταίνεται στο χρόνο

σείεται εκ βαθέων  πάει να κρεπάρει

Έλα, λοιπόν, εσύ πνεύμα του γήρατός μου

εσύ που το παρελθόν προλέγεις

έλα και πες μου

τι θα γίνει χτες   τι θα γίνει προχτές

τι θα συμβεί στο παρελθόν;

 

Ξενιτεμένος  από τη γενέθλια μέρα μου

χωρίς χρησμό περιπλανιέμαι  από σταθμό σ’ άλλον σταθμό

σε μάταιο νόστο

αλλά κανείς σταθμός δεν αγγέλλει επιστροφή

μόνο αναχωρήσεις κρώζουν τα μεγάφωνα  και  αφίξεις

Πράσινο σήμα δίνοντας με το φανό τους οι σταθμάρχες

χύνουν το κόκκινο στις ράγες

Κι ο Κλειδούχος  συγχέει κατευθύνσεις  τροχιές  ζώδια   πεπρωμένα

κι εκτροχιάζονται οι συρμοί των γεγονότων

 

Όσο πίσω κι αν πάμε δε θα συναντήσουμε μηδενική αρχή

Αρχινισμένος από πάντα ήταν ο κόσμο

με τη σπορά και με το θερισμό

την εξουσία και την υποταγή

τον έρωτα  και  την ταπείνωση του φύλου

τον θρίαμβο της ισχύος   και  τη μελαγχολία της ομορφιάς

τις ανοιχτές φτερούγες των ανέμων

και τους κουπολάτες στο κουπί δεμένους

Περίλυπο το συμβάν

κι όλοι οι λαοί ηττημένοι

 

ΜΑ ΑΚΟΥ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΤΑ ΕΓΙΑ ΜΟΛΑ

(…λαβέ κιθάραν, ρέμβασον… καλώς κιθάρισον,  πολλά άσον  

ίνα σου μνεία γένηται… )

Ας με ονειδίσουν που τα παρατάω πριν από το τέρμα   και  ματαιώνεται η αίσια έκβαση  και  πάει στράφι   της τόλμης η παραφορά  κι  ο κόπος της ελπίδας   Δεν είναι που μακραίνει   και  μακραίνει το πλην της τελικής ευθείας  και  που στρεβλώνεται   Χάθηκε το ίσιο βλέμμα   κι  ο λόγος ο γενναιόφρων   Λοξοδρομούν τα αισθήματα   Στα δίχτυα  του μυαλού σκλαβώθηκε το πνεύμα   η οθόη σκέπασε τη θέα   δεν έχω πέλαγος,  δεν έχω αγνάντεμα   Φεύγουν οι μέρες απ’ τους μήνες τους   κι  οι μήνες απ’ τα έτη   το εδώ γίνεται αλλού  κι  ό,τι ήταν χρόνος πια δεν είναι   κι ό,τι ήταν τόπος  πια δεν είναι   θραύση ορίων  και  μεγάλη θλίψη   κάτι σαν αντιγένεση    Ας με ονειδίσουν   όσοι προσβλέπουν στο αποτέλεσμα   σ’αυτό το απόβλητο του τέλους που ρυπαίνει τα ιερά   Ας με ακυρώσουν οι κριτές στους πίνακές τους   Αλλά εσύ γενιά του αιώνα   τραγούδα  μην κρεμάς τα όργανά σου στις ιτιές  και  μην κολλάς τη γλώσσα στο λαρύγγι σου    Τίποτα μην μνησθείς   Περίτρομη τον τρόμο σου τραγούδα   σε γήπεδα  πλατείες   και  στρατόπεδα   με λίθο μυλικό περί τον τράχηλό σου  λάβε κιθάραν,  ρέμβασον…  [αποσπάσματα από το ΕΚΤΟΣ ποίημα  στη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΩΣ 2003 – συγκεντρωτικός τόμος ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ Ποιήματα 1949 - 2006]

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2026

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ…

  (…μάθημα σιωπηλού αναφιλητού που δεν είναι πια στη διδακτέα ύλη…) Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά     μαζεύουν από τις γωνιές πολύχρωμο...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ