Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΤΟΡΘΩΝΟΥΜΕ ΑΠΕΙΡΟ

(…λέω φως  και  προσφέρω σκοτάδι…)


τα Άλγεα φορτωμένα σε λεκτικά γαϊδουράκια

οι Λωτοί μουδιασμένοι και οι Υάκινθοι

μ’ αλύγιστους κραδασμούς απέχοντας από την κίνηση

καθώς υψώναμε βαθουλωμένα αινίγματα δίχως άρμη

κι αναδεύαμε παροιμίες όπως: πολλοί πεθαμένοι

κάθονται στου αρρώστου το κεφάλι

και με εκτρώματα χειρονομίες κοροϊδεύαμε

κάθε ιερατική συνέχεια κι έξαψη

θα ξαναφύγω απ’ το πορτάκι του χαμόγελου μισόγυμνος

τα σκιάχτρα δεν τα υπολήπτεται στ’ αμπέλια ο δραγάτης

πονώντας αλφαβητικά στο κύλισμα του γερο-χρόνου

δυσανάγνωστος που μοιράζει τα κελιά του στις ώρες

κάπως αλλιώτικος από μοναστήρι

χασομερώντας ανάμεσα σε κείνη τη λιπόθυμη αντηλιά του

με τρεμάμενες φωτοσκιάσεις

κι αχαμήλωτες καλαμιές μακρόσυρτες προς το ποτάμι

χωρίς αμερικάνους πεζοναύτες δίχως

τις άγριες πολεμικές γέφυρες που παντρεύονται δυναμίτη

κάκοσμος είναι ο δυόσμος πίσω από την νόηση

κι ο ουρανός επάνω διφορούμενος

η φύση τρέφεται από κυανοπώγωνες και σκληρότητα

σεισμικές γυναίκες στο έβδομο φιλί...

[ΣΩΣΙΒΙΟ στη συλλογή του Νίκου Καρούζου

Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980]

 


ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΣΤΟ ΓΕΛΑΚΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ 

(από την ίδια συλλογή)

Η ευπάθεια είναι ο κλώνος να πιαστούμε μισότρελοι

να σταλιάσουμε στο χειρότερο

Προσκέφαλο ευωδερό του καημού το κυμάτισμα όνειρος

κι αναστρέφω ίσκιους ηλιόλουστους

τα μοιρολόγια τα ’χω γράψει στα παλιά μου παπούτσια

ευτυχώντας ο έρημος από μέσα μου

σ’ αυτό το αφρισμένο μαστίγωμα τη βροχερή μου απόγνωση.

Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από αυτή τη ΣΥΛΛΟΓΗ,

εδώ από το συγκεντρωτικό  Β  τόμο:

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία]

 

ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ή ΟΧΙ ΧΙΟΥΜΟΡ 

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Ξανάρθαν στα λογικά τους οι αστροφένακες.

Ληθαίος αγέρας τ’ αγριοβότανα στη μισοπάρθενη ημέρα

σύρει σε χαμηλή απογείωση

Μέδοντες της Ανάγκης χαλκεώνες της νύχτας του Ησιόδου.

Έτοιμοι και εμείς να παίξουμε καμπύλες αστροτοξίας

απάνω στην οθόνη–λεχώ που χαίρεται   την Εικόνα-Βρέφος.

Πέρα στα μουσικά μας συμφέροντα ο απομόναχος

παραφράζοντας το Υπέρτερο

(η μετάφραση είν’ αδύνατη)

το αποδίδει σωστά στην πραγματικότητα ξεχνώντας

ολάκερη τη Λήθη

τραβώντας ωσάν κλωστές κουκλοθέατρου

τις γελαστές ανωφέρειες.

Δοκίμασε αντίθετο δοξάρι πέτα τώρα στα σκουπίδια

τα κυριακάτικά φτερά σου.

 

ΒΑΘΥΦΩΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Οι αριθμοί μου δεν θα συμπληρώσουν ένα σύνολο

δάκρυα συνωστίζω στα καιόμενα μάτια μου

δεν έχω τώρα πια τίποτα άλλο απ’ την πραγματικότητα

ξεφεύγοντας όλες τις αθλιότητες της μαγείας

αισθάνομαι κωμικά τα συμβόλαια τους ανέραστους νόμους σας

όπου σαλιώνει με χαρτόσημα η νοησιαρχία.

Σε όλα ενάντιος – ιδού ο ένσαρκος νόστος που το ύψος του

το Θαβώρ υπερβαίνει ανησύχαστος.

Τύμπανα όρια χλευαστικά τα λοίσθια η θανατοπληξία πνέει

κυρίες μ’ ακριβά χειροκροτήματα από ίσως

κι ωστόσο παλαίοντας  εγώ ναν τις αποδιώξω

κείθε στα ρέματα της συντριβόμενης ασκητείας

κατρακυλώντας στα κατάμαυρα φαράγγια των Ουπανισάδων.

Επιτέλους βαρέθηκα τη στύση μου

δέχομαι να εκτίσω μακρόπνοη ματαιότητα.

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΚΟΠΟΙΟΣ

Βγαίνει και η Κυριακή σιγά - σιγά

οι ώρες ειν’ – αλήθεια – τρομερά μακρόσυρτες

θέλει ψαρόκολλα –εγκαρτέρηση το πράγμα.

Πόσο λαχτάρησα να φτερουγήσω σε Εκείνο

δεν έχει όνομα δυστυχώς ούτε υπόσταση

δεν υποφέρει από καμιά χυδαιότητα όπως

οι νόμοι της φύσεως ή η καινούργια διαλεκτική

κάθε γυναίκα είναι μια καινούρια

νύξη του Απόλυτου

τη βλέπω μαγεμένος και κατατάσσομαι αμέσως

εθελοντής στην απόλυτη ματαιότητα.

Μ’ ένα ρομαντικό τσιγάρο θα αλλάξω διάβολε κατεύθυνση

 

ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ του WILLIAM BLAKE

Είμαστε όλοι στον αέρα του Αναξιμένη.

Σ’ αυτή τη νέα βλάστηση στο κεντητό απριλοπάνι.

Χρησιμοποιώντας ολόκληρη την οικογένεια σαξόφωνων.

-Τις ει;

-Ογδονταπέντε κιλά του συμπαντικού βάρους

[από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980]

 

Η ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Ας είμαστε ραγισμένοι στους ανημέρευτους έρωτες

με ζοφερό μαστίγιο την ώρα την ουρανοβόρα

δαμάζοντας το σώψυχο σπιθομάνι.

Βουνά εσείς που καμαρώνετε το ύψος είναι λέξη-ξέφτι

στα μάτια χαρακώνεται γογγύζει απ’ τον πόνο και χωλαίνει

όταν εσύ κατά τη μαύρη συμφορά γιομάτος δάκρυα

γέρνεις χαροκαμένε και ξαναβουλιάζεις άξαφνα

στων λουλουδιώνε την απόρρητη αποκαρδίωση.

Αχ μη θελήσεις όνομα διδάσκοντας

να βρεις αγνάντια σου το νάμα της βουβής ανωνυμίας.

Έρεβος ή απώτερο συμπέρασμα -: ο σκοτεινός (ανάσκελα) τάφος

ρημαδιακό βαρβάτο τριαντάφυλλο τραύμα σιγής στο κοιμητήρι

μ’ εκατομμύρια νοσταλγικά σαπίσματα

στους επιτύμβιους χειμώνες κλινήρη

καθώς πεντάρφανος ωρύεται ο άγραφος αγέρας

αντρομαχώντας με κοντοπίθαρα και σπαστικά χαράματα

λυόμενα κλωνάρια μεσ’ στο Άφωνο

βλαμμένα δένδρα.

Νύχτες που διαπρέπουν αστροχίτωνες εκείθε προς το μέγα μαύρο

την αρνησιά την κάνουν έλευση

τη φυλλωσιά μου δεν την έχουν ανταμώσει.

Το ζήσιμο ολισθαίνει βαθιά στην Ηλιοφίλητη κι όποιονε τρώσει

η γιασεμένια αστραπή

θα υποκύψει σε δονούμενα

ρέοντα μέσα στην αφή του αρχαίου Ίμερου στήθη.

 

ΠΑΝΑΚΕΙΑ

Η άρθρωση του Μόνου Ορατού με διασαλεύει

ανάμεσα στη γλώσσα και στον άνυδρο ουρανίσκο

όταν τα χρώματα ψοφούν και ξάφνου πυρπολιέται

ο κύβος της ομοιογένειας

ακαριαίος διαρκής και τίποτ απ’ τα δυο τούτα:

τριαδικότητα – μαστός.

Κι ολούθε σφήκες πρόθυρα σφαγής αυτά τα στήθια

είναι από πέρδικα

νεροπότηρα δεξιά σου

μια φράση που ακούγεται σχεδόν αριστερά σου

«τα ’χα βάλει τα παγωτά στο ψυγείο»

πιο κείθε λυγερή κυράτσα μεταφέρει την καρέκλα της

απ’ τον ήλιο τον άπρεπο την πάει δίπλα

στη σκιά σ’ ένα δύστυχο πεύκο

δεν επιμένει –πώς σας ήρθε – ο θεός ναν τον αναγνωρίσουμε

μύθος παλλόμενος ας τον πούμε και σούρουπο

απαλήθεια όπως λέμε απαρέσκεια

παλλόμενος ίσον υπάρχουμε

μύθος ίσον υπάρχουμε δίχως κουρελοθάνατο

Πρέπει σε σένα η μακροζωία

 

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ του Γιάννη Μακρυγιάννη μέσα στο όνειρο μιας ΑΘΛΙΑΣ ΠΕΜΠΤΗΣ 

(διήγηση από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Ο σκελετός εκείνος ο τεφρώδης και νυχτιάτικος

που μπήκε μέσα στο δωμάτιο πανύψηλος

περασμένα μεσάνυχτα βγαίνοντας

από κάτι τεράστιους καπνούς ολοπράσινους

τυλιγμένος μ’ αναρίθμητες μονόχρωμες κορδέλες

-θυμάμαι τώρα πώς, αλήθεια, θρόιζαν

απάνω στα διάφανα κόκαλα…-

τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε με ευγένεια

κρατώντας τη μελωδία του γάργαρου Τίποτα

στα δάχτυλά του τα ξεβιδωμένα

καθώς ανάβλυζε μεγαλόπρεπα στο θώρακα

σα μέγα φύλλωμα σε λαίμαργα ξερόκλαδα

μια σπαραγμένη και αξόδευτη φωτοβολίδα…

Είναι πολύ παράξενο κι απίστευτο

μα όμως κάθισε, δίχως να ταράξει

το άναρθρο σκοτάδι που τον έψαχνε κατάστηθα

σαν αστρική κατάντια της άβυσσος.

Είμαι τυφλωμένος από χιλιάδες λεύγες άπειρο –

ψιθύρισε, καθώς ακούστηκαν ολάξαφνα

τα τύμπανα της κολάσεως αγριεμένα

και ξέφρενες ανοίγαν οι φλογώδεις ολοένα

κι αναστάσιμες ασωτείες των χρωμάτων

όπως μπορεί να γίνεται φαντάζομαι,

στην κατάμαυρη πίσσα των αρίφνητων θανάτων

Είμαι τυφλωμένος από τον αγέρα, ξαναχτύπησε

τα γαλάζια σαγόνια με δυο-τρία μετέωρα

σκουριασμένα δόντια καν τέσσερα

κι αναπάντεχα μέσα απ’ το δεξί του μάτι

ξεπετάχτηκε ζωντανός ο φόβος και πολύχρωμος

κι ήτανε μια πολύχρωμη σε λάμψεις ακανθυλλίδα

σαν από την αγνότητα της φρίκης που κόβει τα ήπατα

φτερακίζοντας.

Τι θέλεις –είπα- τι μαυρίλα προμηνύεις;

Υπάρχει, βέβαια, μια μαυρίλα, ψιθύρισε

μα όχι σαν το πιάνο…

Τρίζεις, του είπα, κι αυτό με φοβίζει.

Δεν είμ’ ο διάβολος, είπε δύστροπα, η ανάσταση τρίζει. –

Κι άξαφνα δίχως κανένα λόγο χλιμιντρίζει

με φρικαλέο τρόπο έν’ αόρατο μεγάφωνο:

«Ν’ αδειάσουν οι διάδρομοι! Ν’ αδειάσουν οι διάδρομοι!»

Τι συμβαίνει; - απόρησα τρέμοντας…

«Οι διάδρομοι!» - σκούζει και ξανασκούζει το μεγάφωνο

κι ασυγκράτητα από τότε μια πολυάριθμη χορωδία στα υπερώα

ξεχειλίζοντας αρχαιότητα σ’ έναν άγνωστο θρίαμβο

ψαλμωδούσε περίεργα πράματα που δεν τα ’νιωθα

μα θυμάμαι μονάχα τρεις λέξεις,

βραδυόνια, λουξόνια, ταχυόνια, τίποτα άλλο δεν κράτησα.

Τι συμβαίνει; - ξαναρώτησα τουρτουρίζοντας.

Ήρθε μήπως η ώρα της ψυχής κι ο έρμος πρέπει

να διαπλεύσω τη νερένια κλωστή την αόρατη

κι αδιάφορη μητέρα της γεωμετρίας

κείνη την άφραστη σε όλα μας τα έργα και ερείπια

σε όλες μας τις φλόγες την ακοίμητη

κι αξύπνητον Ουσία;

Σαν κάτι μου φαίνεται πως ελλοχεύει στην ύπαρξη.-

Μη δειλιάζεις, μου λέει, μη τρέμεις ανέστιε.

Δεν είδες ολάκερο, λοιπόν, από θειάφι

τον πύρινο θώρακα τον υακίνθινο

χωνιασμένο τόσα χρόνια στο αστραποπήγαδο

που δεν μπόρεσα χίλια χρόνια να φορέσω;

Μα γιατί με κοροϊδεύεις, είπα τότε, κύριε…

Τα λόγια τούτα, κάπως έτσι τα ’χω

συντύχει μέσα στα πνιγερά δόγματα

κι είχα τρομάξει από δαύτα θυμάμαι.

Πάντως να ξέρεις, του φώναξα με δύσπνοια,

πρέπει να το ξέρεις πως εγώ τα δόγματα τ’ αλαλιάζω,

μάλιστα! πρέπει ναν το ξέρεις πως εγώ

τα δόγματα ή τα καίω ή τα κοπρίζω

τα ξανθά θεωρήματα και των όντων το κατάμαυρο Τέλος

τα φριχτά και τ’ αζώητα συστήματα –

βρυχήθηκα κι εκείνος ολόχαρα χειροκροτούσε

σα να ’σπαγε μεγάλα και λεπτά παξιμάδια

γρυλίζοντας. «Εύγε! κι εγώ τα κοπρίζω!»…

Μα μπορείς, είπα τότε, να κοπρίσεις; Κι άθελα του ’δειξα

τ’ ασπρισμένα του κόκαλα στο μισόφωτο.

Δεν είπε τίποτα σ’ αυτό μα τοξεύοντας

το πλατύ μέτωπο του το κίτρινο

μ’ ένα φως αχαλίνωτο

σηκώνει μακάβρια σε βαθύ μειδίαμα ένα πάλλευκο

κι αλησμόνητο μεταξωτό μαντίλι που διάβασα

κεντημένη τη φράση της ακάνθινης αλήθειας:

Ο δε μείζων υμών έσται υμών διάκονος…

-Α, μάλιστα, πήδησα χαρούμενος,

είν’ η λύτρωση η μεγάλη,

σε γνωρίζω, ω θεσπέσια Γηραλέο Νήπιο!

-Στα μάτια της σάρκας αστράφτει το λάθος…

Πώς να ξέρεις, αλίμονο, το πρόσωπο

που φτερούγιζε κάποτε

στη μόνη υπάρχουσα δημοκρατία:

έναν ειρμό από κόκαλα… -

μ’ αποκρίθη ξύνοντας την υπόσταση ο ανύπαρχτος,

με τον ίδιο τον αγέρα τον άπιαστο,

πανωκατίζοντας τον αντίχειρα

κι ακουγότανε –τι μυστήριο- το γρατζούνισμα…

-Ξέρεις ωστόσο τι είναι όλη κι όλη η ζωή που μας έλαχε;

Ίσως να ξέρω, τόλμησα να ψελλίσω,

δίχως να στερεώνω τους ήχους μέσα μου, σα να ’χα κιόλας

ολάκερος αναλυωθεί σε όλα μου τα πριν και τα μετά,

τα μύρια και λιγόχνωτα δευτερόλεπτα, είναι μήπως εκείνες

οι μικρούτσικες ευτυχίες του έρωτα;

Ρηχάδα, ρηχάδα! με σταμάτησε τότε και χάθηκε

το φως όπου χάιδευε την παρουσία του την ακατάσχετη

κι εγώ αναπάντεχα ρουφήχτηκα μες στην εξουδένωση

σα σε μεγάλο βάλτο.

Ρηχάδα, ρηχάδα! ξαναντήχησε και μου ’δειξε στο μάκρος

τα πιο αιφνίδια ουράνια της ζωής μου

μέσα σε κάτι τερατώδη οράματα ξετυλιγμένα.

Δες εκείνο το νέφος! είναι τάρανδος, είπε,

λυγίζοντας ωσάν αρχαίο διαβήτη το δεξή βραχίονα.

Σήκωσα ψηλά τα μάτια κι ήτανε πράγματι τάρανδος

που γίνηκε σε λίγα δευτερόλεπτα κροκόδειλος

κι ύστερα γίνηκε μια πολύφυλλη κλάρα.

Δεν ένιωσα όμως τι μπορούσε να σημαίνει

που μ’ έριξε δίχως λόγο σε τέτοιες εναγώνιες οπτασίες

και ρώτησα κάπως χαμηλόφωνα: Τα δένδρα,

θα ’θελα να μου πεις αν κάτι ξέρεις, έχουν και κείνα τ’ αλάλητα

κόλαση σαν εμάς και παράδεισο; Κι ακόμη θα ’θελα

να μάθω κάποτε· τι γυρεύει

γυμνή στ’ αγκάθια η θρησκεία;

για να μην αγριεύουμε μήπως ολωσδιόλου;

Τι λες εσύ, τι θα ’λεγες απόψε με τις λέξεις;

Κι όπως δεν είχα καλά-καλά προκάνει (βλέποντας

πάνινα κι ατσαλάκωτα βιολοντσέλα που κυμάτιζαν εξαίσια)

να βάλω στην περίτρομη φωνή μου τ’ αποσιωπητικά της

μ’ ακατάστατο πάθος αρχίνισε να λέει

ο βαθύσκιωτος εκείνος πεθαμένος

την «Ανθισμένη Αμυγδαλιά» και τη χαντάκωνε

σαν κάτι κοιλαράδες κρασοτενόρους τα σαββατόβραδα

όπως παλιότερα τους ακούγαμε στα υπόγεια κουτούκια.

Τον κοίταζα τώρα ταραγμένος αλλ’ αυτό το κέρατο

μόλις απόσωσε το ένα ρίχτηκε συνέχεια σ’ άλλο

ψευτοτράγουδο κι απόκαμε ν’ απαγγέλλει στο τέλος:

«Ο κόσμος είναι ένας αεροπόταμος…

Αχ μοίρα μας και μαύρο ριζικό μας

πώς να σε μάθει κι ο ιπποπόταμος…»

Κι άξαφνα τότε μ’ έναν παταγώδη τρόπο θυμήθηκα

τα ωραία σκέλεθρα της μεγάλης ερημιάς των ορέων

επωάζοντας τα τρίμορφα γεράκια

της απέραντης Μορφής που δεν αντίκρισα

κι αποσπώντας ένα σύγνεφο θέλοντας με δαύτο να τον τυλίξω

-σχεδόν απέναντι στου διπλανού μας Κένταυρου το Άλφα,

κάτι δεκάδες εκατομμύρια τρυφερά χιλιόμετρα,

στου γαλαξία μας το φρικαλέο Παγκράτι-

ρώτησα δύσκολα κι ανέλπιδα: μήπως είσαι

κάποιος από κείνους; είσαι μήπως ο πανάγαθος Αφθόνιος;

Εκείνος όμως έμπηξε τα γέλια

στενεύοντας την άδειο θώρακα; Βρε έλληνα

δε με γνώρισες ακόμη; Είμαι ο Γιάννης

ο στρατηγός Μακρυγιάννης απ’ την Ακρόπολη…

 

ΛΙΘΟΒΟΛΗΣΑ ΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΙΝΕΣΚΩ ΗΣΥΧΟΣ

Ποτέ μου δεν τη μεθόδευσα την απελπισία μου.    Σε κάθε χυτήριο δυνατότητας / αυτή η διαβάολισσα…/   υπήρξα ο απόμερος αλλά ανθηρός αντίγνωμος   απαγγέλοντας απλώς τη δική μου υπέρβαση στα συχνά της εφήμερα φανερώματα   υπερήφανος από δίχως επίθετο αυθεντικότητα ως το θάνατο    σύμφυτος της αγάπης που συνοψίζεται  στην άνευ ουδενός ονόματος τελετουργία:    τη στύση μου θερίζοντας το Απόλυτο στα σώματα σμήνος υδάτινο γναικώνε.    Δρώμενα συνουσίας λατρείες αστραπιαίες στα μάτια μου   δεν έχει κι άλλα προτερήματα ο Έρωτας.   Λιθοβόλησα την προοπτική και μεινέσκω ήσυχος   (ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΘΛΑΣΗ  από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980  - Συγκεντρωτική έκδοση: ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β’ τόμος 1979 - 1991 ]

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΠΙΣΤΟΤΕΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΕΙΛΩΤΑΣ

 (…φρενιασμένος για τα ενδόμυχα κι ωστόσο δεν επωμίζομαι ούτε λέξη…)


…η ψυχή σας άλλωστε δεν δείχνει φτερούγισμα

γύμνια θεοτική θα ρητορέψω

καταναλίσκοντας ερμηνείες κι αντίδια της πατρίδας μου

χορταρικό της άρρωστης μάνας μου   με μπόλικο λάδι

με τυρί και νερό παγωμένο στους μονότονους ήλιους.

Πολιορκήθηκα από φτηνή διασημότητα ίσως / ή όχι; /

αισθάνομαι έτσι κι αυτό μου φτάνει

στερήσεις λαμπερές μου η στράτευση στο Απόλυτο

δεν είμαι κανένας ενσυνείδητος

διαστέλλω την Άνοιξη προς τη θλίψη με τη θέλησή της

αχ πόσο λυπήθηκα αύριο που δεν έγινα συνθέτης και εγώ

να ’γραφα άναυδες κυκλοθυμικές σελίδες

τόσο τη μίσησα τη μηχανή τα χημικά μαστιγώματα

η πλάτη μου τα ’χει καλά με την κακοκαιρία.

Μιλώντας ελληνικά προς όλες τις κατευθύνσεις

ανακαλύπτομαι ολοένα μέσα απ’ τα φωτοστέφανα όντας

ο πιο μεγάλος απερίσκεπτος μιας δικής μου Παταγονίας

κρύο τεράστιο να σου πέφτει η μύτη

δεν υπάρχω όμως ωσάν τροχός που υποφέρει τους κύκλους –

εξοργίστηκα τώρα

[ΚΥΒΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καροούζου

Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980

Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από αυτή τη ΣΥΛΛΟΓΗ,

εδώ από το συγκεντρωτικό  Β  τόμο:

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία]




 

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΤΗΣΕΩΣ  (από την ίδια συλλογή)

Ήμουνα τόσα χρόνια στο αεροπλάνο νοσοκόμος

πυραχτωμένος επάνω σε εκατοστά βηματίζοντας

αιώνες εκθαμβωτικός εγώ ο ασπροκίτρινος

ο άπληστος από άνθηση ισορροπιστής ανάμεσα

σε τροχιές γερακιών και κοράκων

εξέχοντας ως θηλή θανάτου κατά το άναυδο

φανοστάτης η γλώσσα πόσο φως που μηρύκαζε

νωτιαίος θεός συγκρατούσε τα γέλια του

με των άστρων το ρεζιλίκι

πλάνητες βαρυδαίμονες κολλούσαμε τη μύτη μας

στα χνωτισμένα τζάμια  του φλεγόμενου παράδεισου

δε βλέπαμε παρά μονάχα του Ολύμπου τον ανάπηρο

να παίζει κλαίγοντας με το φυσερό του

σε τσουχτερό κι αδάκρυτο καταχείμωνο ο παλιόγυφτος

τον είδες; - πάει το σάλιο ο γελοιοδέστατος

να πάψει να στομώσει τη φωτιά που άναψε μόλις.

 

ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΜΑ 

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Κανένας απολύτως απέναντι στην κορασίδα με τα σπιθούρια

όπου το κρέας της αγροίκησε μουσική…

Μας λείπουν τα λιπόθυμα τρόφιμα η πνευστή ταπείνωση

κι όμως πίνοντας ούζο διατείνομαι φόνο της σχετικότητας

βροχθίζω συναισθήματα υελώδη γιομάτος ανασφάλεια υπέρτερος

ασπαίρει παρονομαστής όπου χάρηκε

την αριθμητική μου καρέκλα.

Τραυλός κι αμέριμνος εγκαινιάζω τύμβους αναστήματος

ερχόμενος από βροχές με ωμά πανωφόρια

τρεχάτους παραλογισμούς ανίκανες οθόνες βαγγελίστρες

διέξοδος ω προάνθρωποι δεν υπάρχει απ’ αλάβαστρο

τυλιχτείτε απλά και μόνο με το στομάχι σας ευανάγνωστο στα δάση

επανάσταση τώρα πια σημαίνει να απουσιάζουμε απ’ όλα

διαβάζοντας διαπύηση κι αντικρίζοντας το φως

όπως εκείνοι οι κακομοίρηδες Λουκάς και Κλεώπας.

Τρομαχτική μας ερημότητα ο συμφυρμός και η σύγκραση

καθώς η βλοσυρή απόστροφος τυγχάνει θάνατος

εκείθε με τα όρνια η άρνηση πλασμένη από όμορφο αλεύρι

 

ΛΕΚΤΙΚΟ ΟΙΔΗΜΑ

Φύρερ Πογλάβνικ απαράμιλλε στην ιταμότητα Ντούτσε

Κοντουκατόρ Καουντίλιο

θεριά από τσιγαρόχαρτο που φάγατε

μηδέν ασυνήθιστο

με βουλιμία μεγάλης αμαξοστοιχίας

αν και αγνοούσατε συλλήβδην την ταχύτητα

σκυλόδοντα της Ιστορίας

τενεκέδες από μιλιταριστικά / ας πω κι εγώ την ψευτολέξη / απωθημένα

ο θάνατος ωστόσο σας απαλαίνει

με παράσημα – λειχήνες απάνω στο στήθος σας από Στραβίνσκυ

διωγμένος από έμορφους στίχους και παρηχήσεις

με λάθη παχύδερμα καρφωμένα στην παρεγκεφαλίδα σας

κι ωστόσο μοιραζόμαστε την ανυπαρξία

με άλαλον Ιησού με Βούδα με Σωκράτη

με όλους τους ακράτητους πεθαμένους

ψηλαφώντας ανήξερα μάρμαρα στα γιγαντόσωμα.

Η μουσική σας υπήρξε υδροπλάνο

νεκρώσιμη ακρίδα οπού ασθμαίνει ακόμη

στα μετεωρολογικά δελτία.

Σοπράνο η φιλοδοξία στο σημαιοστόλιστο σεργιάνι.

Σήμερα είναι ήδη χτες του πληχτικού σας μέλλοντος

ναυτίλος η ενόραση και οι τένοντες

τα ανατομικά πεντάγραμμα του αριθμητικού μου απείρου

 

ΘΝΗΣΟΥΣΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ  

Έξαρση κι άκαρπη μεταρσίωση σε πρίγκιπα

φέγγει χιτώνας από μακρινή και συσκοτισμένη πίκρα

παμπάλαιος της ιχνογραφίας ο κρίνος με την άσπιλη στύση

καθρέφτης η κοκκινίλα σου θάλπει το χιόνι πάλι στα γλαυκά του

τη βέβηλη θερμή ρομφαία σου νεανικά την καταχνιάζει

βαρέθηκα πια τις πνευστές μου καταστάσεις έχουν ερήμωση

κι αν κάτι τώρα δα αναπόλησα τους νόμους προσπερνώντας

του πλούτου είναι ο θλιβερός επίλογος της φτώχειας η αφετηρία

μηδενικά ποιήματα σε συλλαβές τα άμοιρα εγκλωβισμένα

τι θέλουν ετούτες οι άχαρες πινελιές τον άκαρδο καιρό δε μεταδίδουν

εκκρίσεις πάνε στη φθορά κι έρχονται στην υγεία ως φτεροκοπήματα

υποθέτω πως είμαι ο πιστότερος των ανωτέρων μαθηματικών είλωτας

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

 

ΤΟ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΜΑ

(από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Σκοντάφτοντας ενυπάρχουμε στην άπεφθη κίνηση

και κάπου εκεί για λίγο ευαγγέλιο

θαμποχαράζει ο καταγάλανος Τειρεσίας

γυναικωτός αόμματος ιερομάντης μαστοφόρος

με νότες από ηχολαλία στα μάγουλά του

τυρβάζει σ’ ένα χιλιόγραμμο ανάγλυφα συγκροτημένο

σέρνει τα δάχτυλά του στο χαρτί και ψέλνει

κανένας μουσικός δεν του συμπαραστάθηκε στα μάτια του

τον Οιδίποδα τον αγκάλιασε μια μέρα καιόμενος

εκείνος τα ’χασε τυφλός επίσης κι απροσπέλαστος

τυρβάζει πάντα τυχερός ο Τειρεσίας

εκτιμημένος απ’ τους έντρομους θιάσους ωσάν έρημος ρόλος

απώλεια όντας με σάρκα γιομάτη φλογίτσες ακατόρθωτες

το μίασμα του έρωτα της μάνας

απολαμβάνοντας τόσους αιώνες πιο πριν απ’ τους ψυχιάτρους

τα σπιτικά της ανάσκελης Θήβας τρομοκρατώντας

δολιχοδρόμος που έπαιζε κρυφτούλι με τον Απόλλωνα

πότε - πότε έπαιζε και κουτσό και ντρίλια.

Δεν είχε στην ψυχή του πλάνημα σαλέματα στα φρένα

πλάνης με ράκη από φως υμνούσε το περήφανο σκοτάδι

βροτός που δεν τον χάρηκαν τον κοκκαλιάρη τα σκουλήκια

μ’ ένα παλιόραβδο στα χέρια του φαγκότο

σαρίδια δεν τα συλλογίστηκε (του Δαμοκλή την αιτιοκρατία)

ο ίδιος είχε μελανιάσει από έλλειψη διαιρέτη

τσακώθηκε πολλές φορές με την ευκλείδεια γεωμετρία

-το πιστεύετε;-

 

ω τλάμον ω τλάμον

ιώ των θνητών γενεές

όπου εγώ με τηλεοπτικό nihil

εσάς εξισώνω.

 

ΦΩΝΑΣΚΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

Αυτός ο αγέρωχος Αύγουστος…

Φρικώδης του μεγάλου θέρους αναφώνηση

ο τέττιγας που γίνεται ελέφαντας κοινοτοπίας

προβοσκίδα η υπνώττουσα σκιά μεσ’ στο χορτάρι

τις νύχτες τρέχουν οι κομήτες που δεν είδαμε

διάττοντες πότε-πότε χαλαλίζουν το φως από πλήξη

κανένα σχίσμα δεν υπήρξε τρομερότερο –

είναι ο άνθρωπος και η φύση.

Ας αυτοσχεδιάσουμε ας πίνουμε καφέδες κάνοντας: Α!..

 

ΤΥΜΒΟΣ  

Εκείθε πέρα στην άξεστη γενέτειρα

στ’ ανοιξιάτικα ξέφωτα της ηρεμίας

δεν την αντέχεις εύκολα την άνθηση

της Ήρας οπού δεν κρατιέται τη νυμφομανία –

πας να πεθάνεις από το άρωμα των πορτοκαλιώνε.

Εκείθε πέρα θυμόμουνα μια μέρα περιδιαβάζοντας

ωσάν άρρωστος απ’ αρίφνητην ύπαρξη

τα φιλιά της αβύσσου μη χορταίνοντας: τις πνοές με τα μύρα,

θυμόμουνα την παλιά συγχωριανή μου την Τελέσιλλα

όπου σκάμπαζε η θεότρελη να συναλλάζει

τη λαμπράδα του στίχου με μιαν άτρομη σπάθα

τέτοια βαθιά κι ακόρεστη γυναίκα μες στο ένδοξο Άργος

τηνέ θυμόμουνα θρυμματίζοντας το ρόδι της ομιλίας

κι έλεγα μέσα μου πόσος έρωτας άραγε ναν της έλειψε

μη γνωρίζοντας τους πλημμυριστούς

μ’ ένα αήττητο πράσινο πορτοκαλιώνες…

Κι ωστόσο τίποτα κανείς δεν χάνει (το πιο σπουδαίο).

Τ’ ανθρώπινα είν’ ανέκαθεν πλήρη.

Στην Ελευσίνα σήμερα οργιάζουν από λάμψεις

τα βιομηχανικά μυστήρια.

Βακχεύει η πολιτική και λάμπει η σελήνη.

Πεθαίνουμε γεννιόμαστε μπαινοβγαίνουμε στο Κοσμικό Κλάμα.

Γι’ αυτό κι εγώ μ’ ένα τσεκούρι τα ’χω ρημάξει τα νοήματα

κρεουργημένα κι άταφα τ’ αφήνω μες στα έρημα δάση.

Σταφύλι λέω ναν την κάνω την πραγματικότητα –

έμπα σ’ αυτό το ιερό δευτερόλεπτο, ρίξε κλαριά

κι άλλα κλαριά στην ανεξέλικτη φωτιά

ρίξε μ’ αυτά στη φλόγα της

και τον πελώριο βλάκα τον Προμηθέα.

Η οπλή του Κένταυρου τα μεσάνυχτα

σπιθίζει στο φυτρωμένο στερέωμα.

Είναι ώρα να διώξεις όληνε τη σκέψη απ’ το κορμί σου·

είναι ώρα τα κατάμαυρα κι ανύπαρχτα φτερά σου να βλαστήσεις.

Το φως είναι μόνο εικόνισμα

η τραχηλιά της νύχτας :το φεγγάρι

Πάρε χαμό στα χέρια σου και πλάσε

τη ζωή που σε θάνατο δεν πλαγιάζει

Της σιγής το μονοπάτι μοιάζει να ’ναι ο φαλλός του Βούδα.

Στον κόσμο που βαθιά υπάρχουμε διάδημα η φρίκη.

 

Η ΚΟΥΦΙΑ ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Τι ημέρες κι εκείνες της αγάπης…

Κάθε σου τηλεφώνημα γλυκόλαλο

τι ομορφιά μεγάλη ο χρόνος περιμένοντας

να κουδουνίσει ξαφνικά η συσκευή

να πλημμυρίσει η μαυρίλα της απ’ τη φωνή σου

στα ευρύχωρα δευτερόλεπτα στο δικό σου βραδάκι.

Μα είναι ο χαλασμός ανείπωτος ήρθε το τέλος

γυρίζουμε στην κλειστή μοναξιά του ο καθένας

τα φουστάνια σου θ’ αγγίξουν το πολύ μέχρι αύριο

άλληνε σάρκα.

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

 

ΤΡΙΣΑΓΙΟ ΣΤΟ ΘΩΡΑΚΑ ΜΟΥ

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Τεκμηριώνουμε χαλάσματα η μετάληψη στοιχίζει

πεθαίνω κάθε μέρα από ζωή κι όχι από θνητότητα

η πλάση με κατακορόιδεψε στιγμα χυτής παλινωδίας

κι εγώ οικτίρω ο δαρβίνειος τα ωδικά σκουλήκια

/ τραγούδι τους τα σπλάχνα μου θρήνος εσώτερα

στην ωμοπλάτη /

Κακόφωνος ο άνεμος απ’ τα πιο πέρα κορφοβούνια που καίνε

η ώρα του άρτου τιμημένη ανάλωση σε γλώσσα υλική

φεύγουμε κάποτε προς την Άνω Ασία για ξεκοκάλισμα αλήθειας

δεν καταγόμαστε από καμιάν εξομοίωση δεν επιπλώνουμε

οι φιλόσοφοί σας το φώναξα είναι αγριόσκυλα – απάνω τους,

τα οστά τους εγώ θα τα κάνω καυσόξυλα για το χειμώνα

θα πέσει τεράστιο γέλιο που ν’ ακούσει κι η Ανταρκτίδα.

Πιάσε το ξυράφι και κόψε το λαιμό στα γρήγορα του Έγελου

δεν υποφέρεται μα το Χριστό η λογική του φαντασίωση

δεν ξέρει από δυστυχία ο έρημος είναι τρομερά κακομούτσουνος

παίζει αρνούμενος το παιχνίδι κι όταν το παιχνίδι ανυψώνεται

βαθιά μες τη συνείδηση, δεν παίζει τότε

Τι γλυκιά Φυσική που μας έρχεται από την άχρονη ωριμότητα

ολόιδια με κόλαση χρωματιστών διαστάσεων…

Ένα παλτό γυρεύω που να μη λέγεται όμως επενδύτης.

 

BASSO CONTINUO

Το γιασεμί ωραίζει τα οπτικά μυρωδικά μας

αποστρέφεται στ’ αλήθεια το δημοτικό τραγούδι

μαρτυρεί αφόρητα την αυτοκτονία του Άγιου Δημητράκη

που έπεσε απ’ το αδιάβροχο ύψος μ’ ένα βιβλίο μυστήριο

στον ορφανό του κήπο κυριακάτικα

είναι ερωτευμένη η ρίζα του άνθους με τα απογεύματα

η ανάπνια του ντάρμα συσσωρεύεται στον τενόρο της αεράκη

κάπως έτσι τρελάθηκα και εγώ διαστέλλοντας εφύπνια

γαντζωμένος απ’ την απρόσιτη μετοχή θεασάμενοι

δεν είναι όμως δυνατό να συνθλιβόμαστε εμείς οι ανελέητοι

ανάμεσα σε απόλυτη και σχετική υπερξαία

οσφράδιον που δεν αποτείνεται στη βαθμολογία η σολωμική ποίηση

μα οι φονιάδες έραναν τις εβδομάδες άφρονες όσο δε γίνεται άλλο

θυμόμαστε το Τρεις Χιλιάδες εξαποστειλάρια ή και ιδιώνυμα

καταστρέφουμε τα πολυμήχανα γεγονότα σημαιοστόλιστα.


ΖΟΥΜΕ ΘΑ ΠΕΙ ΑΛΗΤΕΥΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΑΜΕΤΡΗΤΟΥΣ ΙΜΕΡΟΥΣ…

(…αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών…)

Δώσε έναν κόκκο ειρήνης να απολαύσεις ένα βουνό δικαίωση

σαν κόκκαλο αιωρούμενο σε σκύλο  η αγάπη που δείχνει τα δόντια της

Εγώ ξεκρέμασα τη ζωή μου από κάθε προοπτική

πέταξα τα μανταλάκια απ’ το σύρμα

τελευταία νότα της αληθοσύνης:  η αθωότητα

ενυπάρχουσα στο άπειρο

ο χρόνος απορρυθμίζει

σχηματίζει μέσα του το αμάρτημα:

τη φοβερή διαιρετότητα

Ζούμε θα πει αλητεύουμε στους αμέτρητους ίμερους

αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών

αλητεύουμε στη μιλιά μας

αλητεύουμε στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα

[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ   στο ΖΗΛΟ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ Νίκου Καρούζου]

 

ΓΗΡΑΣΚΩ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΚΛΙΜΑΚΑ

(…με λύσσα ξεσκίζοντας τα σκουτιά της  χαρμολύπης…)

Ν’ αποδίνουμε δίκαιο: η χειρότερη ανοησία μας    κολατσίζω πρωινό απόλυτο Μηδέν ακουμπισμένος απάνω στη συμφορά μου να υπάρχω.   Σ’ αυτό δεν έχω συντροφιά δεν έχω σπάργανα για τον Υιό του Φανταχτερού Ζώου,    δεν εξυμνώ κροκόδειλους λυτρώνω σαχλαμάρες πέρυσι στην Ταγκανίκα   κι   όπως το είπα κι άλλοτε η βλακεία είναι απολύτως αναγκαία,   είναι η αποπάτηση του νου με ανακούφιση.    Κάθε γλώσσα σημαδεύει περιπέτειες απ’ το δεινόσαυρο έως εμένα   μέχρι τη γάτα της γειτόνισσας την αχρωμάτιστη κάθε πρόσωπο ιδρύει το χαμόγελο στα πιότερο ηλίθια χείλη, κάθε αντίλαλος και μυστικισμός, κάθε γυναίκα και βασιλεία κοφίνια με θάλασσα κουβαλημένα στον κατάμαυρο σκύλο.   Θ’ αγιάσουμε γονατίζοντας αντίκρυ στα νωπά γιασεμάκια ταραγμένα συνέχεια απ’ τα έμορφα μύρα τους τιποτένια διάτορα καθόλου πρακτικά κι ασυλλόγστα τρομερό κι απέριττο μεγαλείο    [ΓΛΑΦΥΡΟ ΤΟΥΦΕΚΙ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 και άλλα ποιήματα από αυτή τη συλλογή.  Συγκεντρωτική έκδοση:  ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  Β’ τόμος 1979 - 1991]

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΤΟΡΘΩΝΟΥΜΕ ΑΠΕΙΡΟ

(…λέω φως  και  προσφέρω σκοτάδι…) τα Άλγεα φορτωμένα σε λεκτικά γαϊδουράκια οι Λωτοί μουδιασμένοι και οι Υάκινθοι μ’ αλύγιστους κραδα...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ