(…οι χορευτές έγιναν δένδρα
ένα μεγάλο δάσος γυμνωμένα δένδρα…)
Α
Φύλλα από σκουριασμένο τενεκέ
για
το φτωχό μυαλό που είχε το τέλος∙
τα
λιγοστά λαμπυρίσματα.
Φύλλα
που στροβιλίζονται με γλάρους
αγριεμένους
με το χειμώνα.
Β
Καίγονται
τ’ άσπρα φύκια
Γραίες
αναδυόμενες χωρίς βλέφαρα
σχήματα
που άλλοτε χορεύαν
μαρμαρωμένες
φλόγες.
Το
χιόνι σκέπασε τον κόσμο.
Γ
Οι
σύντροφοι μ’ είχαν τρελάνει
με
θεοδόλιχους εξάντες πετροκαλαμήθρες
και
τηλεσκόπια που μεγάλωναν τα πράγματα –
καλύτερα
να μέναν μακριά.
Πού
θα μας φέρουν τέτοιοι δρόμοι;
Όμως
η μέρα εκείνη που άρχισε
μπορεί
δεν έσβησε ακόμη
με
μια φωτιά σ’ ένα φαράγγι σαν
τριαντάφυλλο
και
μια θάλασσα ανάερη στα πόδια του θεού
Δ
Είπες
εδώ και χρόνια:
«Κατά
βάθος είναι ζήτημα φωτός»
Και
τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις
φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη
κι όταν σε ποντίζουν
στο
ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις
γωνιές όπου το μαύρο
έχει
τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς
ψηλαφητά τη λόγχη
την
ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για
να την ανοίξει στο φως
[ΠΑΝΩ
ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ, πρώτη ενότητα
στα
ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη 1966
Η ΣΥΛΛΟΓΗ έχει άλλες δύο μεγάλες ενότητες:
Β. ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ,
Ήλιε παίζεις μαζί μου
κι όμως δεν είναι τούτο χορός η τόση γύμνια
αίμα σχεδόν γι’ άγριο κανένα δάσο∙
τότε…
Γ. ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ,
Ο μεγαλύτερος ήλιος από τη μια
μεριά
κι από την άλλη το νέο φεγγάρι απόμακρα στη μνήμη
σαν εκείνα τα στήθη…
Αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1924 – 1946, ένατη έκδοση
ΙΚΑΡΟΣ 1974
ΠΟΙΟΣ ΒΟΥΡΚΩΜΕΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΜΑΣ
ΠΗΡΕ;
(μείναμε στο βυθό…)
Ε
Τρέχει το ρέμα πάνω απ’ το κεφάλι μας
λυγίζει τ’ άναρθρα καλάμια∙
οι φωνές
κάτω απ’ την καστανιά γίναν χαλίκια
και τα πετάνε τα παιδιά.
ΣΤ
Μικρή πνοή κι άλλη πνοή, σπιλιάδα
καθώς αφήνεις το βιβλίο
και σκίζεις άχρηστα χαρτιά των
περασμένων
ή σκύβεις να κοιτάξεις στο λιβάδι
αγέρωχους Κενταύρους που καλπάζουν
ή
άγουρες αμαζόνες ιδρωμένες
σ’ όλα τ’ αυλάκια του κορμιού
που έχουν αγώνα το άλμα και την
πάλη.
Αναστάσιμες σπιλιάδες μιαν αυγή
που νόμισες πως βγήκε ο ήλιος
Ζ
Τη φλόγα τη γιατρεύει η φλόγα
όχι με των σιγμών το στάλαγμα
αλλά μια λάμψη, μονομιάς∙
όπως ο πόθος που έσμιξε τον άλλο
πόθο
κι απόμειναν καθηλωμένοι
ή όπως
ρυθμός της μουσικής που μένει
εκεί στο κέντρο σαν άγαλμα
αμετάθετος.
Δεν είναι πέρασμα τούτη η ανάσα
οιακισμός κεραυνού
[ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ, πρώτη ενότητα
στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
1966]
ΗΛΙΕ
ΠΑΙΖΕΙΣ ΜΑΖΙ ΜΟΥ
(επτά
ποιήματα ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ,
δεύτερη
ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966)
Α
Ήλιε παίζεις μαζί μου
κι όμως δεν είναι τούτο χορός
η τόση γύμνια
αίμα σχεδόν
γι’ άγριο κανένα δάσο·
τότε—
Β
Σήμαντρα ακούστηκαν
κι ήρθαν οι μαντατοφόροι·
δεν τους περίμενα
λησμονημένη κι η λαλιά τους·
ξεκούραστοι φρεσκοντυμένοι
κρατώντας κάνιστρα τους καρπούς.
Θαύμασα και ψιθύρισα:
«Μ’ αρέσουν τ’ αμφιθέατρα».
Η αχηβάδα γέμισε αμέσως
και χαμήλωσε το φως στη σκηνή
όπως για κάποιο περιώνυμο φονικό.
Γ
Εσύ τί γύρευες; Τραυλή στην όψη.
Μόλις που είχες σηκωθεί
αφήνοντας τα σεντόνια να παγώσουν
και τα εκδικητικά λουτρά.
Στάλες κυλούσαν στους ώμους σου
στην κοιλιά σου
τα πόδια σου κατάσαρκα στο χώμα
στο θερισμένο χόρτο.
Εκείνοι, τρεις
τα πρόσωπα της τολμηρής Εκάτης.
Γύρευαν να σε πάρουν μαζί τους
Τα μάτια σου δυο τραγικά κοχύλια
κι είχες στις ρώγες στα βυζιά
δυο βυσσινιά μικρά χαλίκια—
σύνεργα της σκηνής, δεν ξέρω.
Εκείνοι αλάλαζαν
έμενες ριζωμένη στο χώμα,
σκίζαν τον αέρα τα νοήματά τους.
Δούλοι τούς έφεραν τα μαχαίρια·
έμενες ριζωμένη στο χώμα,
κυπαρίσσι.
Έσυραν τα μαχαίρια απ’ τα θηκάρια
κι έψαχναν πού να σε χτυπήσουν.
Τότε μονάχα φώναξες:
«Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει,
μήπως δεν είμαι η θάλασσα;»
Δ
Η θάλασσα· πώς έγινε έτσι η θάλασσα;
Άργησα χρόνια στα βουνά·
με τύφλωσαν οι πυγολαμπίδες.
Τώρα σε τούτο τ’ ακρογιάλι περιμένω
ν’ αράξει ένας άνθρωπος
ένα υπόλειμμα, μια σχεδία.
Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα;
Ένα δελφίνι την έσκισε μια φορά
κι ακόμη μια φορά
η άκρη του φτερού ενός γλάρου.
Κι όμως ήταν γλυκό το κύμα
όπου έπεφτα παιδί και κολυμπούσα
κι ακόμη σαν ήμουν παλικάρι
καθώς έψαχνα σχήματα στα βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:
«Εγώ είμαι ο τόπος σου·
ίσως να μην είμαι κανείς
αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις».
[ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ, δεύτερη ενότητα στη
συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966]
ΠΟΙΟΣ ΑΚΟΥΣΕ ΚΑΤΑΜΕΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΣΥΡΣΙΜΟ ΤΟΥ
ΜΑΧΑΙΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΚΟΝΟΠΕΤΡΑ;
(…ποιος καβαλάρης ήρθε με το προσάναμμα και το δαυλό;
- Ε - )
…καθένας νίβει τα
χέρια του και τα δροσίζει. Και ποιος ξεκοίλιασε τη γυναίκα
το βρέφος και το σπίτι;
Ένοχος δεν υπάρχει, καπνός. Ποιος έφυγε
χτυπώντας πέταλα στις πλάκες;
Κατάργησαν τα μάτια τους∙ τυφλοί.
Μάρτυρες δεν υπάρχουν πια, για
τίποτε. ΣΤ΄ Πότε θα ξαναμιλήσεις; Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνονται
γεννιούνται σαν τα βρέφη ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα. Όπως τα πεύκα κρατουνε τη μορφή του αγέρα ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί. Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’ άστρα που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα ο Κύκνος ο
Τοξότης ο Σκορπιός
ίσως εκείνα. Αλλά πού θα είναι τη
στιγμή που θα ’ρθει εδώ σ’αυτό το
θέατρο το φως; Ζ’ Κι όμως εκεί, στην άλλη όχθη κάτω απ’ το μαύρο βλέμμα της σπηλιάς ήλιοι στα μάτια πουλιά στους ώμους ήσουν εκεί∙ πονούσες τον άλλο μόχθο την αγάπη την άλλη αυγή την παρουσία
την άλλη γέννα την ανάσταση∙ κι όμως εκεί
ξαναγινόσουν στην υπέρογκη διαστολή του
καιρού στιγμή – στιγμή σαν το
ρετσίνι το σταλακτίτη το σταλαγμίτη!.. [ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ,
δεύτερη ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966 - Συγκεντρωτική έκδοση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
1931 -1966, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ ένατη έκδοση]


