(… να μοιάζομε πότε τ’ αειθαλή και πότε τα φυλλοβόλα…)
Τα
περισσότερα απολογίες αζήτητες και άλλα νάρκισσοι:
φριχτά
επιμύθια, πληχτική διανόηση –
τα
γνωστά και τα δηλωμένα.
Και
όμως υπήρχε τόσος βρασμός ζωής
σ’
εκείνες τις κρίσιμες ώρες μας,
όπως
τις ξεφυλλίζει τώρα ο χρονοδείκτης.
Όχι
η κρεβατοκάμαρα, αλλά η εξαγορά της
ψυχής μας
μες
στην πλήθουσα αγορά με τα γυμνά της κατάστιχα.
Εκεί
χτυπήθηκα με δικούς και εκεί διασταυρώθηκα
με
τους ξένους.
Κι
ούτε αυτοκαθρεφτισμοί ούτε πόζες,
για
τον αναγνώστη του μέλλοντος.
Παρά
το αγιάζι του χρόνου,
που
μου παίρνει τα ρούχα και με αγλαΐζει σαν άγαλμα
ή
με ερειπώνει.
Να
μοιάζομε πότε τ’ αειθαλή και πότε τα φυλλοβόλα!..
[ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ
ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ στη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ
2004]
ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Ο Δεύτερος συγκεντρωτικός τόμος:
ΓΙΑΝΝΗΣ
ΔΑΛΛΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1988 – 2013, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ
κλείνει
με τους ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ, που αναφέρονται, μεταποιητικά, στα πιο νευραλγικά βιώματα της εποχής.
Αφήνοντας
σαν δέρματα ένα – ένα πίσω μου τα σήματα
της
διακεκομμένης μου πορείας που θα άρχιζε
όπως
άρχισε (Από την ύπαρξη…):
Ξημέρωνε
κι ο δρόμος μ’ έφερε στα χείλη
ενός
μισοθαμένου πηγαδιού κρυφού κι αμίλητου
από
χρόνια, μπορεί από τη λίθινη εποχή.
Και
ξαφνικά μια βίαιη ροπή, που σάρωνε από πάνω του
σαν
φύλλα φθινοπωρινά τόσες στιβάδες γεωλογικής ζωής, μου το αποκάλυψε.
Μάτι
της γης που κοίταζε και πέρα απ’ τη ζωή, προς το διάστημα.
Με
τη μονόπτερη πληγή ανοιχτή στην επιφάνεια,
φιλί
αστεριού που κόπηκε στα δύο,
σαν
ρήγμα που έσμιγε και χώριζε το μέσα και
το έξω της ζωής.
Και
τότε σκύβοντας επάνω από τα φιλιατρά,
αντίκρυσα
στην τρικυμία του βυθού
τα
πρώτα μου χαρακτηριστικά αλλοιωμένα.
Ο
σιαμαίος αδελφός σου, είπα στην ύπαρξη,
που
με τη γέννηση αποκόπηκε απ’ τη μήτρα
κι
από τότε συνεχίζει εκεί κάτω την υπόγεια διαδρομή του.
Σαν
ένα σώμα την αφώτιστη σκιά του.
Και
θα τελείωνε, περνώντας πέρα από την κρίσιμη τομή
που
παρακάτω περιγράφεται, όπως και τελείωσε
(Από
την ύπαρξη στη συνύπαρξη):
Γιατί ήρθε ο μήνας ο σκληρός - ο Απρίλης δίχως
λάμψη –
ξαφνικά κι ακούστηκε ο θόρυβος συρτός κι υπόκωφος
να
δυναμώνει και να τρίζει ο τάπητας των λεωφόρων
κάτω
από τις ερπύστριες.
Σαν
κροταλίες κυλιόμενοι από τα βόρεια προάστια προς το Σύνταγμα.
Κι
όλη η ζωή μου σ’ ανακύκληση, με τις παλιές επισταθμίες πίσω σε ανασύνταξη…
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ,
ΤΟΤΕ…
(πρώτο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004)
Στις ίδιες
αφύλακτες διαβάσεις, Ισαύρων. Τσιμισκή και Βουλγαροκτόνου. Από την κορυφή του
Λυκαβηττού αραιωμένες ριπές πολυβόλου.
Έλυσε τα δάχτυλα και τρέχοντας πρώτη θερίστηκε στη μέση της
λεωφόρου. Κι αυτός όρθιος να ουρλιάζει,
δίπλα σε δυο τραμ από χτες πλαγιασμένα στο ύψος Ιπποκράτους –
Καλλιδρομίου. Γύρω του οι σφαίρες βροχή,
αλλά καμιά δε γάζωνε τη φωνή του. Με το μπουφάν της στα χέρια του, ώσπου τον
περιμάζεψε η τελευταία περίπολος.
Πέρασε καιρός
από τότε και μια μέρα στην άχαρη επαρχία του ξύπνησε με τη μνήμη τους:
Ήμουν
και δεν ήμουν εκεί
σ’
αυτά και τα πέρα βουνά
η
καρδιά μου μια σύνθλιψη
σαν
το Ζαγόρι μετέωρη
που
το ’καψε η Κατοχή
κι
άλλοτε πάλι σε γάζωνε
μια
ριπή του Λυκαβηττού
φωνή
μου της μαύρης ασφάλτου.
Φτηνός
μεταπράτης η έμπνευση, ούτε κουβέντα για
δημοσίευση.
Τα λίγα μπουφάν
τότε λάφυρα νυχτερινά απ’ τους Γερμανούς, τώρα παζαρεμένα μέρα μεσημέρι με την
οκά στο Μοναστηράκι.
Και αυτά τα
σκατόπαιδα βουίζοντας σαν τις μύγες γύρω απ’ τις πληγές μας, αλωνίζοντας σαν τα
πουλάρια τ’ αδέσποτα σε ξένα λιβάδια. Άλλοτε, έκανες την αυτοκριτική σου; λέγαμε. Τώρα, έκανες σωστά την κοινωνική σου
ανάλυση; ειρωνεύονται. Έτσι βουίζοντας ανάμεσα σε μένα και σε μένα,
ανάμεσα σε μένα και την εποχή μου. Σαν καταλύτες. Ούτε την αδυναμία της στρατευμένης καρδιάς
μου δεν σέβονται. Βγαλμένα δυο φορές απ’ τα σπλάχνα μου, τ’ άτιμα.
Βγαλμένα τα μέσα
έξω και ξαναραμμένα με το βελονάκι της ψιλής διαλεκτικής.
Σώνει και καλά
να κάνει τη δήλωσή της κι η ίδια η ιστορία!..
Η ιστορία χωρίς
εμάς χωρίς τη δική μας – τη σωματική μας -
παρέμβαση, δεν υπήρχε. Θα έμενε κοίτη ξερή χωρίς καταρράκτες και ξαφνικά
τους στημένους υδατοφράχτες της. Χωρίς
την οργιώδη της βλάστηση και από την αντίπαλη όχθη τους φανατικούς υλοτόμους
της. Και τότε, ακαριαία, αποχτά παρουσία και κατατρώγει τους δράστες της. Γίνεται εκείνη ο δράστης κι
εμείς τ’ άβουλα ή φαντασμένα
φερέφωνά της: ο βιαστής και νομέας, ακόμη και του προσωπικού μας πεδίου. Και τέλος, το σώμα της και το σώμα μας
ασύμπτωτα μεταξύ τους, σαν δυο ξένα εν ψυχρώ ενεργούμενα.
Αυτή είναι η
ιστορική αλλοτρίωση, φίλε μου. Πιο πολύ από των Γάλλων υπαρξιστών του συρμού,
που από παλιά ερμηνεύεις και
εξακολουθείς να παρερμηνεύεις.
Ας εξαιρούσες
τουλάχιστον τον Καμύ, που μίλησε καθαρά για εξανάσταση. Είπε – κι εμείς το νοιώσαμε στο πετσί μας –
αλλά εσύ πώς μπορείς να το φανταστείς πως υπήρξε ευτυχισμένος εν τέλει ο
Σίσυφος;
Παραμερίστε,
έρχεται ο δεινός λαθοθήρας – ο μεθεόρτιος.
Μιλά για λάθη και προδοσίες. Και λοιπόν;
Τι είναι η νεότητα, ο έρωτας, η
καθημερινή πάλη, η ίδια η ζωή; Προφητική
ντιρεκτίβα και τέρμα: ο παράδεισος; Ας
ήσουνα Ιταλός, ας ήσουνα Γάλλος να το
παζαρέψεις ή να το μεθοδεύσεις. Και πάλι μια μέρα θα σου ’χε φορεθεί ο
γκωλισμός κι η χριστιανοδημοκρατία καπέλωμα. Κι απάνω απ’ τη Βάρκιζα ο ζαχαρωμένος Μπερλιγκουέρ. Ενώ τώρα έχεις πίσω σου μια αναφαίρετη
αφετηρία. Η ιστορία για σένα τελειώνει
και ξαναρχίζει από κει:
Ο
ημεροδείκτης δείχνει Δεκέμβρης
το
ρολόι σταμάτησε στο ’44.
[από
τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004]
ΝΑ ΔΩΣΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΣΤΟΥΣ ΚΛΕΠΤΑΠΟΔΟΧΟΥΣ ΤΗΣ
ΙΣΤΟΡΙΑΣ
(δεύτερο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη
Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004)
Επί
πρωθυπουργίας του Σκόμπυ, υπαλληλίας του Παπανδρέου και των άλλων λακέδων.
Κατά μήκος της
λεωφόρου Αλεξάνδρας τα χτήρια με λαβωματιές ακόμα ανεπούλωτες απ’ τις σφαίρες.
Τόσα σχέδια Μάρσαλ, αυτές τις τρύπες γιατί δεν τις φράξατε; Δεν βλέπετε που, χρόνια και χρόνια μετά,
μπαινοβγαίνει από κει και τρομάζει τους μισθωτούς σας το φάντασμα της
Ελευθερίας;
Τα ψυχοσάββατα
των νεκρών, διαβατήρια εξαγοράς για τη λήθη δεινών κυβερνώντων. Οι χθεσινοί
νεκροί ξεπερασμένοι απ’ τις εποχές, οι μεγάλες εποχές από τους μικρούς
επιζήσαντες.
Ο χθεσινός
Δεκέμβρης και τα αυριανά θύματά του:
αυτός ο ακαριαίος και εκείνα τυμπανιαία.
Από την πλευρά
των Αμπελοκήπων με προτεταμένα τα στεν ανέβαινε έρποντας μια διμοιρία
ιερολοχίτες, σαν τους τερμίτες της Αφρικής
Στις φυλακές
Αβέρωφ πρόσωπα χέρια χωνιά σιδερόφραχτα.
Στο Κολωνάκι ένας
γκαζοτενεκές του νερού δυο χρυσές.
Ο Τσώρτσιλ στη «Μεγάλη
Βρετανία», ανάμεσα από δυο πούρα, τους μάζεψε και πάλι τους έδιωξε,
ανασηκώνοντας τους ώμους του ταυρωπός, κατά το μέρος της Μεγάλης Αρκούδας. Με τις αιμορροΐδες και το αλκοόλ μες στα
μάτια, στο φόρτε τους.
Γύρισε
τελευταίος ο ποιητής Εμπειρίκος και ανεξίκακος πάντα κάθισε κι έγραψε ένα ποίημα
που το ονόμασε «Ο Δρόμος». Όπως αν δεν
του είχε συμβεί, θα είχε γράψει μια «Ουτοπία της Επανάστασης» κι αν είχε
τραβήξει και πέρα απ’ τα Κρώρα, θα ’χε τελειώσει και
εκείνος τη «Θηβαϊδα» του.
ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΩ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΩ…
(τρίτο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004)
Αυτά που ζήσαμε
σ’ όλη την καύση τους τότε κι αυτά που ξαναλέγαμε χτες και προχτές με
πεσμένη την πρώτη θερμοκρασία τους. Κι όμως
γυρεύοντας κάτι, πέρα από την ευκολία της εντολής ή τη σιγουριά της συνήθειας. Πέρα από τις γωνίες των κομματικών αποφάσεων –
αυτά τ’ αγκωνάρια. Κι απ’ τα
σακατεμένα τηλεφωνήματα - αυτά τα κενά.
Συνεχίζω τ’ άλλα φύλλα πορείας μου.
Τ’ άγραφα, τα περιττά, τ’ ανεπίδοτα.
Αυτά συνεχίζω…
Τω καιρώ εκείνω,
λοιπόν… Τόσοι μυστικοί της Ασφάλειας,
ξαφνικά ραβδοσκόποι. Η αξίνα τους έπεφτε διάνα, ανέβαζε μέρες και μέρες τα
πτώματα. Γύρω -γύρω τα φλας, οι ξένοι
ανταποκριτές, οι ιατροδικαστές, ο κύριος Λήπερ.
Όλοι τους καλεσμένοι και πίσω απ’ τους κρανοφόρους με τις ασφυξιογόνες τους μάσκες το πλήθος των
αστών να ωρύεται. Ακόμη κι οι εργάτες τ’ άγρια χαράματα, τραβώντας για τη δουλειά τους, μπρος στα περίπτερα της Ομόνοιας
κρατούσαν τα ρουθούνια στις χούφτες τους απ’ τη δυσοσμία των τίτλων με τα πηχυαία
τους γράμματα στα τρίστηλα και τετράστηλα των εφημερίδων.
Οι εφημερίδες με
τ’ άηχα τροχισμένα γλωσσίδια τους…
Η αλήθεια
διάτρητη από νικητές κι από νικημένους στις μέρες μας μύριζε πτωμαϊνη.
Ο Γεωργούλας, ο
ριμινίτης, ήρθε και με βρήκε σε μια
χαλάρωση του ’46. Κρατούσε δυο πάκα
χειρόγραφα και τα κράδαινε, γράμματα χοντρά
κι απελέκητα σε ό,τι στρατσόχαρτα
έβρισκε. «Όλη η Μέση Ανατολή καμωμένη
σενάρια», έλεγε και μου τα ΄δειχνε. «Το Ελ Αλαμέιν, η στάση του ναυτικού, το
σύρμα κι άλλα πολλά». Πυρετός για το
χρήμα και για τη δόξα. «Συναρπαστικά επεισόδια»!.. φώναξε. Να
τους ρίξω μια σβέλτη ματιά, να τα χτενίσω όπου χρειάζεται, να μιλήσω και
σε καμιά κινηματογραφική εταιρεία. Τον
κοίταζα με θλίψη και μέσα μου αναλογιζόμουν:
Η οικογένειά του, κυνηγημένη, άφησε τα δίπατα στην πατρίδα κι ήρθε και
χώθηκε δυο μέτρα κάτω απ’ τη γη στα Πετράλωνα.
Κι αυτός γιατί δραπέτευσε μες στην Κατοχή για την Αφρική και κινδύνεψε; Για να ’χει να εμπορεύεται; Και τι να επενδύσει ο αγαθός και
αγράμματος!..
Πλευρισμένος έξω απ’ το κίνημα ασκούσε αζημίως την κριτική του στο σώμα του ζωντανού μας ονείρου. Τώρα την ασκεί απ’ την έδρα του στα φανταστικά σώματα των έργων της τέχνης. Ευαισθητοποιήθηκε και ο κύριος Χρύσανθος…
[από
τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ
2004]
ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΚΑΘΕ ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΖΟΤΑΝ
ΥΠΟΠΤΟΣ
(…κι ο κάθε ερωτευμένος κάτι σαν
λιποτάχτης.
Κι ο πρώτος αντιρρησίας αιρετικός,
ο αιρετικός δαχτυλοδεικτούμενος,
πιο βαμμένος κι από προδότης… )
Μετά τη Βάρκιζα
σε κάθε γωνία και πόρτα εξόδου της Νομικής, της Φιλοσοφικής, του Χημείου, δύο –
δύο οι ροπαλοφόροι. Κι ο παθών, απ’ την
εξορία του, έγραφε:
Πάνω στις πλάτες
μας πίθηκοι σπάζουν καρύδες!..
Κι εμείς μπρος
στα μάτια τους με τα δυο κορμιά μας χαράξαμε συνωμοτικά το σύμπλεγμα της
αγάπης. Με τ’ αγκωνάρια τους φράξαμε στα
κρυφά τις δύσκολες μέρες και νύχτες μας. Κάθε εγκοπή τους και μια άφωνη γλώσσα
που αραβουργούσε τοπία: κρυπτογραφήματα των κορμιών και τοπία μετά τη μάχη.
Δεν έβρισκες
χέρι ν’ απλώσεις και να πιαστείς, αν δεν δήλωνες καθαρά πού
ανήκεις!..
Η απόλυτη πίστη
πώς μπορεί να οδηγεί στη μισανθρωπία, η
απέραντη ανθρωπιά να γίνεται συνενοχή για το έγκλημα; Εκείνη φραγμός στους αποσυνάγωγος και αυτή
ασυδοσία για τους εξωμότες και τους τραμπούκους…
Στους
προθαλάμους και όχι στα παρασκήνια εκκολάπτονται τώρα καινούργιοι
Ηρακλίσκοι και στους δρόμους υπό μάλης τα ρόπαλα και τα
κλάξον δαιμονιώδη…
Τους
«αποχίτες»!.. Τι λέξη και πώς πρόλαβε
έτσι γρήγορα να σιτέψει!.. Κύριοι συντάκτες του Ιστορικού Λεξικού, μην τύχει
και μείνει αθησαύριστη.
Ήμουν
δευτεροετής όταν άρχιζε η πρώτη εποχή των προγραφών. Από τότε προγραφή και
σπουδές δύο κύκλοι παράλληλοι. Και τους ένωνε, υπόγεια διάβαση, η ποίηση.
Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΥΣΤΙΚΗ
ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΩΝ
Χωμένοι στα
φοιτητικά σπουδαστήρια διαβάζαμε πλατωνικούς διαλόγους και απόκρυφα κείμενα.
Όπως παλιότερα, τη Γυναίκα της Ζάκυθος
και τον Μακρυγιάννη…
Ξημέρωνε
με ανακοινωθέντα και νύχτωνε με σήματα μορς
(…στους
μεσότοιχους και κρυφούς φωτισμούς από
καύτρες τσιγάρων άγνωστων φίλων…)
Ψηλά σκοτείνιαζε
ο εμφύλιος για όλους μας… Χαθήκαμε, βρεθήκαμε, ξαναβρεθήκαμε, σκορπίσαμε. Σε κάμαρες φοιτητικές, σε στέκια
λογοτεχνικά ή σε καμιόνια.
Οι νύχτες άσπρες και οι μαύρες
τρύπες μας. Αυτός που έφευγε άφηνε στη συντροφιά τη μαύρη τρύπα του. Κι όπου
στραφούμε βλέμματα ξεφεύγοντας το βλέμμα μας
και βήματα πίσω από το βήμα μας,
ταχύνοντας κοφτά και παρατεταμένα…
Κάθε επιζών και
μια περγαμηνή καρβουνιασμένη κι
άλαλη και τα ποιήματά μας κολοβά κι ακρωτηριασμένα σαν φραγκμέντα.
Ένας ακόμη
χρονοδείκτης φυλλοβόλος.
Ένας Λεβιάθαν
της μισής Ελλάδας είχε καταντήσει η πρωτεύουσα.
Ένας Λεβιάθαν από κατακόμβες, που κατάτρωγε τ’ απόκληρα παιδιά της. Σε
κάθε πολυκατοικία στοιβαγμένες οικογένειες κυνηγημένων από την επαρχία. Σε
ημιυπόγεια και υπόγεια με την οσμή του πετρελαίου στα ρουθούνια, δίπλα στο
καζάνι του καλοριφέρ τις νύχτες να ζεσταίνονται. Τη μέρα οι άντρες
περιπτεριούχοι και οι γυναίκες θυρωροί σε πολυκατοικίες. Και τότε οι ρόλοι πότε -πότε, στα μουγκά, να
αντιστρέφονται. Κατέβαινε απ’ το ρετιρέ του τέταρτου ο αστός να πάρει τη
«βαμμένη» εφημερίδα του ή την κρυφή αλληλογραφία με τη «φίλη» του κι ένιωθε τώρα απ’ τις αριστερές αλύγιστες
ματιές τους να στυνομεύεται…
«Ο παλαιοστιχουργός
που γύρισε από τα βουνά», κάπως έτσι σε χαρακτήρισε σε μια λογοτεχνική του
επισκόπηση ο Καραντώνης.
Κι όμως δεν τους
ξεχνούσες τους προπολεμικούς ομοτέχνους σου…
«Αλλ’ ας περνούμε
γρήγορα: προς θεού όχι συγκινήσεις κι υπερβολές
κι απελπισίες», όπως διαβάσαμε μετά στο Μπολιβάρ. Ένα ποίημα που μας μιλούσε
άμεσα και μας περνούσε ελληνικότητα στην άλλην εποχή και γλώσσα. Που για πολύ διάστημα απέφυγε να
θεσμοθετηθεί και να ενταχθεί με τ’ άλλα
κεκραγάρια στις εθνικές γιορτές και
επετείους. Κάτι που δεν απέφυγε το Άσμα…
του Ελύτη.
Το allez – retour του χρόνου, η μόνη
γραμμή της μνήμης που μας ταξιδεύει. Ο
ίδιος φάρος περιστροφικά για ναυαγούς του χθες και μελλοντικούς
ναυτιλομένους…
[αποσπάσματα
από την τέταρτη, πέμπτη και έκτη ενότητα
στη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004]
ΟΙ ΣΥΓΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ ή Η ΦΡΕΝΑΠΑΤΗ ΤΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ;
(…αλλά ποιος μπήκε τότε να εξερευνήσει τα άδυτα…)
Σε κάθε δόγμα μέσα κι έξω ένας
πειρασμός, μες στις ιδέες μας διπλά δοκιμασμένοι. Εκεί που φύτρωνε η καινούργια
μας φωνή
και ποίηση… Σε μια διάλειψη του χρόνου ανταμώσαμε τρεις
τέσσερις φορές σ’ ένα πατάρι ο Αργυρίου, ο
Κατσαρός, ο Πολυδούρης (αδελφός
της άμοιρης ποιήτριας, μα μαθηματικός αυτός)
και εγώ. Στόχος, και όλης της
γενιάς την εποχή εκείνη, η έκδοση ενός περιοδικού. Να γράψουμε του Κλείτου να μας στείλει
μεταφράσεις – έστειλε ποιήματα του Σπένσερ.
Μέσω του Παπαδίτσα να βρεθεί ο Κακναβάτος. Μας έδωσε απόσπασμα απ’ το Τετραψήφιο. Τα «Σημειώματα» τα γράφαμε εγώ, ο Αργυρίου
και ο Πολυδούρης. Πρότεινα μάλιστα να τα
ονομάσουμε «Σαρδόνια». Ο Κατσαρός το επικρότησε ενθουσιωδώς - δεν εισακούστηκε… Ο Ελυάρ, πριν δύο χρόνια στην Αθήνα… Θυμάμαι,
η σάλα του «Αττικόν» κατάμεστη κι ο κόσμος ως τα πεζοδρόμια της Σταδίου. Τον προσφωνούσε ο Σικελιανός ως πρόεδρος της
«Εταιρείας». Κι αυτός για ποια ερχόμενη
ευτυχία του «εμείς» μέσα από την ποίηση
μιλούσε; Η συντεχνία όλων των τάσεων
εκεί παρούσα… Θυμάμαι ακόμη τον Βιγιόν, τους τροβαδούρους και τον Ραμπελαί στην
πρώτη συγκεντρωτική μετάφρασή τους. ΄τσι
αναγνωρίσαμε τις απαρχές, πίσω απ’ τη
μόνιμη λατρεία μας ως τότε του Μπωντλαίρ
ή του Ρεμπώ και των λοιπών «καταραμένων». Θυμήθηκα και πάλι τον Βιγιόν, όταν δοκίμασα
κι εγώ να μεταφράσω ύστερα από χρόνια Ιαμβογράφους: εκείνον τον αλήτη της Λυδίας,
τον Ιππώνακτα. Ξαναθυμήθηκα τους τροβαδούρους, με τα προβηγκιανά ποιήματα του
Πάουντ. Κι αργότερα πάλι τον Ραμπελαί…
Σαν να ταξίδευα σε κάποια μαγικά, πρωτοφανέρωτα για μένα, ορμητήρια!..
Στο μεταξύ από πολύ νωρίς – τα οφέλη της αγγλοκρατίας μας!.. άρχισε να
εισάγεται αθρόα και η αγγλοσαξονική λογοτεχνία, μεταφρασμένη τώρα από τους μεταπολεμικούς,
τον Σπάνια και τον Κύρου… Ο Ιανός της
ποίησής μου από τότε προπομπός με δύο πρόσωπα,
τον Μαγιακόφσκι και τον Έλιοτ… [από το όγδοο απόσπασμα στη συλλογή του Γιάννη
Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΚΤΕΣ 2004 - εδώ με
αντιγραφή και επικόλληση από το δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο: ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1988 – 2013, εκδόσεις Νεφέλη]

