Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

ΑΧ ΤΙ ΑΦΛΟΓΙΣΤΙΑ ΝΑ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 Απολάκτισε επιτέλους του λεκτικού τις λαίμαργες διαθλάσεις,

μη συναρμόζεις πια φωνήεντα και σύμφωνα,

έβγα στη βρύση της λαλιάς με ένα τίποτα,

με το ευρύχωρο βλέμμα σου νοικιασμένο στο θάνατο.

Η σιγή μεταβάλλει τις λέξεις σε χάπια

που γυροφέρνουν ανώφελα τον ύπνο  

(ΣΠΡΩΧΝΟΝΤΑΣ ΟΛΟΕΝΑ ΤΟΥΣ ΒΟΡΙΑΔΕΣ

από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου

Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980

Συγκεντρωτικός  Τόμος:

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  Β’  1979 -1991)

 

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου

«η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις»

γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε

τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα

(φενάκη,   φρεναπάτη;   ταραχώδη κύματα;

είναι εκδορές,    απλά γδαρσίματα;):

 πολλοί  «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα»,

ο Νίκος Καρούζος τα λέει    «ενθύμια φρίκης».

Για του λόγου το αληθές…

 

ΤΟΤΕ ΜΕ ΤΙΣ ΤΑΡΑΧΕΣ 

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου 

Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ – ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Φόβος και τρόμος: του αίματος η πρωτοπορία

χασάπικο της ανάσας τα πλεμόνια μου στην αιθρία

φιλοδώρημα μεταφυσικό η φαντασίωση

μηρυκάζοντας στη βοσκή μου δροσερά δευτερόλεπτα

στο θνητό της ημέρας εικόνισμα: το σούρουπο

όπου τη νύχτα την κλώθει

την εξαναγκάζει σε φανέρωση πάλι.

Σύννεφα διφορούμενα σαθρά τ’ ουρανού σκαλαθύρματα

ή φληναφήματα;

στα μάτια σας διαβάτες και εποχούμενοι

πυροφάνι ασταμάτητα ο σκοπός -

ανάμεσα σε οπαδούς και πλειοψηφίες

υποφέρω την άσπιλη κίνηση.

Ζωώδης επάρκεια

υλοφροσύνη σε επίπεδο ορυκτού;

Μένω άναυδος φλερτάροντας

από ώρα το ξυραφάκι.

Μονότερμα η συμφορά κι η αλκοόλη ερωτεύεται

στίλβουσα το νευρικό μου σύστημα

προκαλώντας των κυττάρων του την αφόρητη έξαψη.

Αχ τι αφλογιστία να γράφουμε ποιήματα…

 

 


ΘΑΛΑΣΣΑ Η ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ

Μια μεγάλη θάλασσα στο τετράγωνο είναι μάλλον ένα πέλαγος

μια μεγάλη θάλασσα στον κύβο είναι ο βαθυστέναχτος ωκεανός…

Ο μετάλλινος λυρισμός του γηραλέου αιώνα μας

του μυτερού καιρού μας του ουρανοξύστη

που νυχτερεύει σε ακατέργαστο έρωτα διδάσκοντας

ερημία στην έναστρη γλαφυρότητα της καμπύλης

κι ανεχόρταγα φιλιέται στα νυχτιάτικα κοιμητήρια

με τη ψηλόφλογη κι απαρομοίαστη άλγεβρα

τη στιλπνότατη αραπίνα του Μεσαίωνα –

ο μετάλλινος λυρισμός που διαφεντεύει τα πλήθη και συνταράζει

το γαλαζοπράσινο ροχάλισμα των κυμάτων

εκείνος όπου ποτέ δεν την έμαθε

την αθάμπωτη φωταψία της ακατάκριτης τίγρης

κάνει χιλιάδες την οργή κι αμέτρητη τη θλίψη

βρωμίζοντας τη μεγάλη μας αρχαιότητα: τη θάλασσα

τη λάμπουσα μητέρα της βιολογίας.

 

Τι σύνολα συνωστίζονται στα ευλύγιστα του Νηρέα  τα βάραθρα

τι σύνολα διαπρέπουν έρημα κι αλάλητα

στη μονοκόμματη σιγή στ’ αξήλωτα τα βάθια…

Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό φιλότητας και έριδας

τον άρρητο ρυθμό που δεν αλλάζει

μα όμως ούτε που μεινέσκει μια κατάφορτη στιγμή

στα βρόχια της ασάλευτης ταυτότητας

έσω κι ένα κοιμισμένο δευτερόλεπτο

στην ίδια λάμψη την αλαφρογέννητη

στου γερο-φόβου το χιλιοσκότεινο κάτεργο

μη στέργοντας το ίδιο στασίδι –

μακρόσυρτο κι άναυδο μυστήριο

που ρέπει μ’ άφαντους χορούς απ’ αναρίθμητα

τραγουδιστά κι αμάντευτα ηλεκτρόνια

στη μανιώδη κίνηση τη σκλάβα του νερού με τόσα χρώματα.

 

Βλέπεις τη φύση και τη λες Αγνούλα μες στη θάλασσα

την ομορφιά στοχάζοντας πιότερο δακρυσμένη

τα ερεβώδη γεγονότα δίχως

του προπάτορα πόνου την αλλόφρονη κραυγή

το άπειρο κοντινότερο στην οικουμένη.

Βλέπεις τη μάνα τρικυμία σαν αρχόντισσα

να συναδράχνει τα δρακόντεια παιδιά της

τα γαλανόστηθα κύματα στον πόλεμο

τον αναμάρτητο με τ’ άστρα.

 

Βλέπεις την άσπιλη κι ατρέμιστη σιγή

σε γάμο στυγερό με τα ουρλιάσματα

κραδαίνεις ύψη γοερά, την άσωτη χαρά την καταιγιδα

να τους κερνά τους κεραυνούς ωσάν

ξεστήθωτες νεράιδες κι όπως

ο μέγας υετός απ’ του νερού το βάρβαρο φτεράκισμα,

το λάγνο βροντοκόπι, ξεθυμαίνει

ηδονικά ραγίσματα στα λιπόσαρκα σύγνεφα τα ξεθεωμένα

χαρίζουν ένα λιγοστό γαλάζιο βλαστερής ουρανοφάνειας

προβάλλει σώος ο μουγγός ο ήλιος ο μαχαιροβγάλτης

και τη μαυρίλα γύρωθε την κρεουργεί και την πεθαίνει

γιατί είναι αυτός που και τη νύχτα τη γενέτειρα

την έχει στη δική του τυραννίδα

την έχει και του τραγουδά στο βάραθρο

με μια μεγάλη φεγγαρόχαρη κιθάρα.

 

Στομώνει ο ύπνος τη ζωή και την υψώνει ως το θάνατο

τη στεφανώνει μ’ ένα έρημο στραφτάλισμα του Άδη

κι αν είναι δόξασμα θωριάς η πικροθάλασσα

κι αν είν’ το πιο ζωγραφιστό και θείο χασομέρι

καθώς απλώνει τον αφρόπλαστο χιτώνα της το τίποτα

στα σεμνόχρωμα βράχια τα ορυχτόζωα

κι αλλάζοντας αμέσως αθωότητα

πισωδρομίζει στα δικά της τρυφερά σκοτάδια

σημάδι της αλήθειας τούτης ας υπάρχει

του ποιήματος ο ήχος.

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ -  ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

 

Η ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ ΠΟΥ ΜΕ ΔΕΡΝΕΙ 

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ -  ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Ίσως να είναι όλα  υπέρ του μέλλοντός μου

συμφορές περιπέτειες υπογραμμίζοντας κάρβουνα.

Βομβούν ελπίδες από συνήθεια το έμφυτο βιολοντσέλο

συμψάλλει ησυχασμούς

η πρώην κατάσταση νύσσοντας   την εύλαλη παννυχίδα.

Τιτρώσκει ο δυόσμος εκτεταμένος την άγουρη μύτη μου

στρατευμένη είπα πως είναι κι η αράθυμη

λάμψη του αστραπόβροντου

φθεγγόμενος νιρβάνα στο μεγάλο τιγάνι

τέτοιες οι μείζονες αιωνιότητες

αμφιεσμένος με άνθηση από νεολιθικά κεφάλαια

φρενοβλαβείς ιεροδιάκονοι

χρωματιστοί που θυμιατίζουν ενοράσεις

και η αττική σύνταξη ολωσδιόλου έκπληκτη τα ’χει χάσει

μέσα στο βοερό Βυζάντιο

αμαυρώνοντας ακατόρθωτα του θανάτου την ευκρίνεια.

Οι μέλισσες που φεύγουν τον καπνό δίχως καθόλου

να συλλογιούνται την πραότητα

της ευανάγνωστης καρδιάς την τόσο αγαπητική

κι ατάραχτη καύση

καθώς οι ερωτιάρηδες Ελλάμψιμοι καταφλεγόμενοι

στα κορφοβούνια λησμονούν τη θράκα τους

τέχνη είναι η συγκίνηση που σε τινάζει πάντα στον αέρα.

 

ΠΑΥΣΙΠΟΝΟΝ

Το βλέμμα φτάνει άνετα στη Λισαβόνα

έχω σχεδόν αποδημήσει στα εναύσματα

θα ’θελα να σου επιστρέψω την αφή σου

χαρίζοντας σου και τα δικά μου δάχτυλα

μνημονεύουμε μυστήριο:

μνημονεύουμε ηλιθιότητα, μα εμένα

με φρουρεί η εναρθροσύνη

το τρίγωνο εμπαίζει κι αυτό τα ανύπαρχτα

ουράνια συνεχώς με τρία ύψη

δευτερεύοντες άγγελοι διαρκώς συστρέφονται

στον ύπνο πετυχαίνουμε το σοσιαλισμό μας.

Κουφάλογο – αυτή ’ναι – η αδιόρατη καλοσύνη

χασμουρητό του έαρος μυωπική νοσταλγία.

Είμαι ακέραιος ωσάν του Αγίου Πάνθηρα τα σαγόνια

κοιτάζοντας απ’ τη γαλάζια κλειδαρότρυπα

τις λινές του Ιησού βλεφαρίδες που ο άνεμος

με τον αντίχειρα ξαναχαϊδεύει σήμερα

στα ανεπρόκοπα βράχια της χαμηλόφωνης Ιουδαίας.

Οσμίζομαι καταιγίδα στο έπακρο

μα η καρδιά μου απουσιάζει  στ’ αγριολούλουδα.

 

ΘΕΡΙΝΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ

Ζούμε απ’ το μέλλον τη σύγχρονη υπερένταση της Ιστορίας

τον Άξεστο Φασουλή που κρέμεται στο παλκοσένικο ένθεος

από ταχύτατες κλωστές αφάνταστα θρησκευτικές κι ασυμπόνετες-

το χειροποίητο λεξιλόγιο της Συνταραχτικής:

εμπειρία όπου αμνηστεύουμε ειδύλλια διαμελισμένα

η αφερέγγυα οικειότητα της υπάρξεως

που ονομάζουμε κάλλος ή θεοφοβούμενη λησμοσύνη

πολύχορδη ιατρική πολυτέλεια.

Η ελπίδα μου σώπασε ώ Πολύμνια

δίχως θέαση το Απόλυτο λιμοκτονεί μα η ώρα του θα ’ρθει

ωσάν ορμητική βλάβη της αντικειμενικότητας.

Χρήσιμο αναβλύζει από το άχρηστο

Προφορική είναι πάντα η αλήθεια, τα γραφτά μας

αποκοπτόμενα με του αστάθμητου

το αυθεντικό  πολύφωνο ψαλίδι.

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ -  ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

 

ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΘΡΗΝΗΣΩ ΤΙΠΟΤΑ  

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ – ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Η κατασπάραξη του νου με συναρπάζει

κι αυτό εγώ το λέω  exercitium  aeternitatis

Τρέφομαι από κάποιαν απόγνωση γιομάτη αμάθεια

στον άνεμο χτυπιέται ωσάν ακούραστο φυλλαράκι

/κάποτε με αυτά μου τα επίθετα οφείλω να τερματίσω /

κατασκευάζω βλέμματα  δίχως κανένα οπτικό πεδίο

στην άκρη κάθονταν τυφλές με μια Σύνοψη η Φούλα

η αθάνατη Κάστρου  κι  ο αλειτούργητος  Μοσκιός

/αρχίσαμε πάλι τις άκαρπες θλιβερές κωδωνοκρουσίες/

τιμώντας το έγκλημα ευλαβικά  στις τέσσερες διαστάσεις.

Κάποιος τώρα στην Κεϋλάνη ξεπαρθενεύει τη θυγατέρα του

την έχει τούτη τη στιγμή από κάτω απ’ τα σκέλια του

την αρπάζει απ’ τους ώμους τη θέλει σ’ όλο της το βάθος

κανένα φίλημα στο στόμα η όψη του τινάζει

κάτι τρομερές φλογάρες

τη φωτιά της οντότητας που φτωχαίνουν επιμένοντας.

Κάποιος άλλος,  πάλι στην Κεϋλάνη, προσεύχεται

τυλιγμένος αθόρυβα

μ’ ένα κίτρινο ράσο που το ύφανε το μειδίαμα του Βούδδα.

Η ζωή μας προτρέπει σταθερά να το ρίξουμε στα ανέκδοτα!..

 

ΟΝΟΜΑΣΙΑ

Στον εαυτό μου ξαναβρέθηκα απόψε

θρυμματισμένο βροχερό γειτόνεμα οπτασίας.

Πίνοντας αγνάντια στο ανισόρροπο φεγγάρι.

Σωπασμένη μέσα μου η ταυτολογία

κι η αντίφαση που εξολοθρεύει την πραγματικότητα.

Ίσως έπρεπε να πουλήσω αύριο

το μουλιασμένο στην πίκρα μαργαριτάρι.

Του νερού ξενιτιά τρεχάμενη   χωρίς αχνάρι.

Πάρε στην τύχη βότανο και φρούρησέ το

σαν ένα τελευταίο αόμματο νόημα

σε  σμαράγδινους όρθρους από νερολούλουδα.

Η νύχτα είναι καμωμένη για να λυπόμαστε κατάκαρδα.

Χνούδι δεν έχει ο θάνατος η μόνη μαθηματική αρχή μας

μυστήρια δεν σκαμπάζει μηδέ χάμουρα

χρειάστηκε ποτέ στην άδοξη φοράδα του.

Τι να διαλέξω κύριε νομάρχα συνέχεια χρεμετίζοντας;

Νεφέλες που κρεμάστηκαν απ’ τη δόνηση του θείου

δεν άφησαν ενθύμια: τις άδειες νεκροκεφαλές τους

κι αναπλάθουν ένα-ένα τα βαρβαρικά τους μόρια

κοροϊδεύοντας / αναγκαία κι αυτή η μετοχή / τα θηκάρια

την άφαντη στατιστική δυνατότητα.

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ

Είμαι βαθιά ηλίθιος αλλά δεν έχω    κλειστοφοβία

σαλτάροντας απ’ τη βρώση κι απ’ την πόση

στο Ένα   τον ακέραστο αριθμητικό μας μύθο

ψυχαγωγία η χοϊκότητα μα η όραση

γιγάντιος ισχυρισμός που αναθάλλει

η τσιμουδιά στα σωματίδια.

Είμαι θαυμάσιος ηλίθιος όπως το αεροπλάνο

ξεσχίζοντας όμως ανοικτίρμονα   τις εκνευρισμένες αποστάσεις

κι ακόμη

ξεκοκαλίζοντας τις επηρμένες λύσεις

χωρίς να βλέπω καν τα κοπιώδη προβλήματα

 

ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΡΑΧΥΤΗΤΑΣ

Διστάζουμε να νυχτώσουμε στην άβαφη αυταπάτη της γλώσσας

καθίζοντας απαλά στα γόνατά μας τους τόσο λυγμικούς φθόγγους

με ταξιδιάρικα λιγδωμένα και απλήρωτα, φληναφήματα-δώρα

λίγο στυγνά μονοσύλλαβα εκθρονίζουν ένα ξεγυρισμένο εκατομμύριο

φράσεις πολυθόρυβες φιλάρεσκα ηχοληπτικές

τείνοντας ολοένα προς το όνειδος του Ριχάρδου του Τρίτου

μηχανισμός με κουνελίσια εγγλέζικα

στην αιχμή της μεγάλης μεσημεριάτικης κυκλοφορίας

φεύγει ένα τερπνό φωνήεν απ’ τη διάβαση

πάει να κάνει έρωτα στην άλλη άκρη της νευροπάθειας

ω Άννα Ψυχολογία του Ύψους

με βασιλιάδες υετούς που δε σκυλεύουν το κούτελό σου

στάσου βρε άνθρωπε τι τα θέλεις τα ονείρατα

πέρνα τώρα που έχει ανάψει το πράσινο κι αλλάζει γρήγορα

η μικροσκοπική πραγματικότητα η γιγαντιαία στύση

θα καλέσουμε όπως είπαμε το Σάββατο τη φαγώσιμη Λαίδη Μάκβεθ -ε;

να μας παίξει φόνους από μουσική στο μισόφωτο

με ουίσκι και γλυκές κιθάρες που λέγαμε και εμείς οι έλληνες

αυτή που διώχνει τους βολβούς απ’ τα μάτια της

κι απομένουν οι άσεμνες κόγχες περίσσευμα της ανατομίας.

Μήπως δεν ήπιανε κρασί με τον παμπόνηρο Ίακχο

αγγίζοντας φαιδρά μακιγιαρίσματα τη μαύρη Κυρία με τα δάχτυλα

σουίτες  παρτίτες και δειλές παρτιτούρες.

 

ΑΝΤΙ-ΝΕΦΕΛΩΜΑ

Η σιωπή δεν είναι λευτεριά η σιωπή

δεν είναι αιχμαλωσία

η σιωπή δεν είναι δωρεά η σιωπή

δεν είναι ιδιοκτησία

η σιωπή είναι ένα καναρίνι στο μικρόφωνο

η σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη

κάθε ρυάκι της κραυγάζει πως μονάχα η σιγή μιλιέται

κάθε στιγμή της χαστουκίζει τα ρολόγια

καταρρέουν ελατήρια ο καιρός παξιμάδια και βίδες

η σιωπή περιπαίζει τα αδιέξοδα

η σιωπή δεν κατάγεται από την Κίνα η σιωπή

τη γλώσσα της φασκιώνει με συνταχτικό και κανόνες

αναπαύεται στα ανώμαλα ρήματα ερωτεύεται επιρρήματα

στους ρήτορες όπου σείουν τα μπαλκόνια συσσωρεύεται

πηγαίνει τις Κυριακάδες στην εκκλησία για να ψάλει

συχνά τηγανίζει πατάτες

τα τύμπανα δικά της είναι οι γενετήσιοι

σπασμοί της αγάπης

τα ουρλιάσματα των γυναικώνε  στα μαιευτήρια

όλα τα κλάματα δικά της είναι κι όλα τα ξεφαντώματα

μα όμως τι όλεθρος

η σιωπή δε βρίσκει πουθενά το όνομά της

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ -  ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

 

ΤΙΡΥΝΘΑ

Δεν πήγα παραπέρα από την άτρωτη θωριά της λησμοσύνης

μεινέσκοντας απάτητος όρθος ανάμεσα σε παντέρημο δάσος

μ’ αγρίμια μ’ αγριμάκια στοχασμούς

εβγαίνοντας από το έρεβος με ασήκωτο ξύπνημα

ωσάν κεράσι βλέποντας στο ηλλιόβγαλμα το μυαλό μου

ζουληγμένο απ’ του ύπνου την πατούσα

την ομορφιά λογαριάζοντας εκείθε στο λιθόστρωτο

την ομορφιά των σκουπιδιώνε δεξιά μου.

Μα όμως τώρα κάτι σπάζει τη συνέχεια

είναι ένας γάιδαρος πολύφθογγος που σαν ψαλμός σχηματίζει

την άχραντη εικόνα του σε βαθιά δευτερόλεπτα

οπού ρεμβάζει αχνίζοντας αντίκρυ σ’ άρρωστο πέλαγος

από ’να ύψος ατάραχο με άκακους βράχους.

Κι ωστόσο είμαι σήμερα στην Τίρυνθα

με το όνομα επισκέπτης

αναπνέοντας ολομόναχος την κοίμηση στα κυκλώπεια τείχη.

Χρόνος και χώρος τον έρωτα τον έχουν επάγγελμα.

Τώρα τι κάνω την όραση; Βλέπω μιαν όμορφη γερμανίδα

με δυνατό βοριά χαρισμένο ανάγλυφα στα κωλομέρια της.

Το κυπαρίσσι κόβοντας το χαύνο πέλαγος στη μέση

-ποιο πέλαγος όμως;-

προσφέρει θάλλει έντομα βουίσματα θηριωδίες.

Μαβιά να ’ναι τα σπλάχνα μου; -δεν το ’χω περιέργεια.

Μα είπα: πότε τάχα να την άναψε την κόλαση

ο θεός, με τη κούτσουρα, τι δάση;

Μάλλον –αποκρίθηκα βέβαιος- με οδοντογλυφίδες.

Μιλώ και λέω τ’ όνειρο πως είναι ο κρεουργός του ύπνου

δεν είναι του θανάτου το αντίδοτο.

Ενθάδε κείται νύχτα παλλακή γιομάτη εγγαστρίμυθους.

Η καύτρα στο τσιγάρο μου με κόκκινο ιδρύει το σκοτάδι

το ξέρω πως η λέξη σκοτάδι δεν υπάρχει στο σκοτάδι

μητέρα της είναι η καύτρα /δρακοντόσχισμα!..

 

MORTEL ΑΠΟ ΣΥΝΕΣΗ

Δεηθώμεν.

Ακούγεται πιάνο βιαστικό.

Θα σας δώσω και δοκίμια

μην κάνετε έτσι…

Τρελός πεθάνω λογικός πεθάνω

δεν είναι το ίδιο;

Ποτέ δεν φτούρησε η διάνοια και

η γλαφυρή σοβαρότητα

στη θεόπνευστή μου επικαρπία εμένα.

Γλώσσες λαλιές και ρήματα

θα πάθετε λαχτάρα στην άγρια νεόνυμφη σιγή μου

θα σκουληκιάσουν οι φιλόδοξοι ήχοι

και θ’ απομείνει λίγο κάτουρο μονάχα

στα απονεκρωμένα σκέλια σας.

Του Αγίου Επιθέτου Δεηθώμεν.

 

ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΜΕ ΠΡΟΟΡΙΖΕ Η ΑΝΟΙΞΗ

(…να κερδίζω  τέρματα στον τελικό των  αγριολούλουδων…)

Δεχθείτε με επιτέλους ως έναν όπως έλεγα προηγουμένως ηλίθιο.   Γενικά δεν υπάρχω κι ας βράζει το αίμα μου παρόλη την κακοκαιρία στο έργο του Strindberg. Ωσάν -:   είναι αυτή η έσχατη λεκτική μου θνησιμότητα.   Χρυσάνθεμα από στήθους και άμφια στο αρχείο του αχυρώνα.   Χτες ήτανε;   Προχτές ίσως;   Πιάνω στον ύπνο μου κάτι στίχους αναντίρρητους με διαβολεμένο οξύ και προικώα συλλαβικά θέλγητρα.   Είπα για μια στιγμή να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι και να τους αλλάξω φθαρτότητα:  να τους αδειάσω με ένα κερένιο κύπελλο απ’ την τόσο γαιώδη στάμνα της μνημοσύνης απάνω στου χαρτιού την αυτάρεσκη λευκότητα.   Να τους αφήσω εκεί να νυμφεύονται τις πιο βαγνερικές μου ώρες.   Την άλλη μέρα όταν αφυπνίστηκα, πολύ πρωί για μένα, η ώρα εννέα - με ξύπνησε ένα επίμονο στα κουδουνίσματα τηλεφωνικό λάθος.   «Φαρμακείο εκεί;»   «Τι αριθμό πήρατε;» αποκρίθηκα,  «εδώ είμαι εγώ κατά πάσα πιθανότητα,  μήπως έχετε έτοιμη την ακτινογραφία;»   «Όχι», λέει η άλλη φωνή   «δεν κατορθώσαμε την απεργία».   Την άλλη μέρα δε θυμόμουνα τους υπνογέννητους στίχους κι άρχισα να στεναχωριέμαι.   Αν ξέρατε πόσο τα ’χω βαρεθεί τα πενθήματα…   Σουτάρω, τότε, από μεγάλη απόσταση.   Κι όχι μόνο αυτό.   Γελώντας αισθάνθηκα πως αποβαίνω συμπαθέστερος.   Δεν εχτίμησα ποτέ την ιερόδουλη γραμματική και τα νοσήλεια του συνταχτικού δεν είμαι εγώ, βέβαια, οπού πρέπει να τα πληρώσω… Για άλλα με προόριζε η Άνοιξη:  να κερδίζω τέρματα στον τελικό των αγριολούλουδων,  αγκαλιάζοντας την Κορντέλια!..      [ΤΥΦΛΗ ΑΠΟΚΡΟΥΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

ΕΓΩ, Ο ΑΝΕΣΤΙΟΣ, Ο ΑΠΕΛΠΙΣ, Ο ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΣ

 (… ένα φιλί  ή  ένας στίχος με ακολουθούσαν για χρόνια στη ζωή μου…)


Στα δεκαπέντε, ένα βράδυ

έφυγα από τον κινηματογράφο ακολουθώντας 

τη Νάταλι Γουντ  και  τον Τζέιμς Ντην,

Θυμάμαι κάτι μεγάλα δωμάτια και μέσα

άλλα μικρά δωμάτια  σαν καμαρίνια.

Σε ένα από αυτά τα μάτια της Ρίτας Χαίηγουωρθ

με παρακολουθούσαν με έκπληξη.  Αργότερα γνώρισα

τον Μάρλον Μπράντο που γελούσε με τα σπασμένα του

αμερικάνικα  και  μου χάριζε φορεμένα λευκά φανελάκια

και μαύρες μπότες παλιές.  Έμεινα χρόνια κοντά τους,

κάτι ρολάκια έπαιζα κι εγώ.  Έκανε κρύο παντού 

και μιλούσα ελληνικά δυνατά στους τοίχους,

στα δένδρα  και  στις μηχανές.  Τη γλώσσα μου 

δεν την άφησα να παγώσει  να ξεχαστεί!..

Ταξίδεψα πολύ.  Παντρεύτηκα δυο φορές.

Παιδιά δεν έχω.  Φίλους έχω.

Ζωγράφιζα πού και πού…

Κυρίως όμως έπαιζα άλτο σαξόφωνο.

Το κανονικό μου επάγγελμα αργότερα

ήτανε του κομπάρσου.  Σε χιλιάδες ταινίες:

άνοιγα πόρτες, καθόμουνα ακίνητος,

κυνηγούσα σκύλους, με κυνηγούσαν δολοφόνοι,

κολυμπούσα με τις ώρες  ή έκανα το σοφέρ

στα αφεντικά  κι άλλα πολλά της ζωής. 

Πολλές φορές έπεσα από ουρανοξύστες!..

Όχι  από απελπισία αλλά για να με γράψει

το βιβλίο Γκίννες.  Πέφτοντας έβλεπα ανάποδα

τους ανθρώπους στα διαμερίσματα,

να κάνουν τις καθημερινές τους ασχολίες.

Προσγειωνόμουνα ομαλώς στην άσφαλτο  ή  σκάλωνα

στα σύρματα του ηλεκτρικού  ή σε κοντάρια

σημαιών που κυμάτιζαν στην πρόσοψη του κτιρίου.

Λέγαν: ο Έλληνας ξέρει κόλπα,  μπορεί να πετάει.

Για μήνες έβρεχε συνέχεια  και  σε κάτι τσίγκινα

υπόστεγα έπινα παρέα μ’ άλλα ρεμάλια,

συνήθως γέρους Ινδιάνους, χωρίς ουσιαστικά

πολιτικά δικαιώματα.

Ένα φεγγάρι δούλεψα σε τσίρκο.

Καθάριζα τους ελέφαντες  και  τα φίδια.

Ακόμα δούλεψα σε ασφάλειες ζωής.

Εγώ, ο ανέστιος, ο άπελπις, ο διψασμένος.

Ένα φιλί  ή  ένας στίχος με ακολουθούσαν

για χρόνια στη ζωή μου.  Άλλες φορές

ξεχάστηκαν σαν πυροβολισμός μέσα στη νύχτα.

Μετανάστης ήμουνα,  σε υπόγεια ήμουνα,

γένια άφηνα,  σκέψεις άφηνα,  ψύλλους γύμναζα,

χωρίς ποτέ να καταφέρω τίποτα!.. 

Τώρα ασκώ το επάγγελμα του υποβολέα.

Σβήνοντας τα φώτα, δυναμώνει η φωνή μου, 

παίρνουν μπρος τα κουρασμένα σώματα

και αρχίζει η παράσταση!..

[ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ  Γιάννη Κοντού στη συλλογή του

ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992.

Συγκεντρωτική έκδοση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]

 


ΜΙΑ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΗ ΜΕΡΑ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού 

ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ  1992)

Από τα ξημερώματα άνοιξα τα φρεάτια   της σελήνης.

Έφερα το μαύρο πρόβατο   στην αυλή –

το άσπρο ακόμα το ψάχνω –

Έκτισα τοίχο ψηλό,  να προφυλάξω

το χειμώνα από το επίφοβο καλοκαίρι.

Πήγα βόλτα με τους γονείς μου   στην εξοχή

(πριν σαράντα χρόνια)

με ένα μεταξωτό πουκάμισο  και  δεν έφευγα μακριά τους.

Τώρα δουλεύω στα ορυχεία της πόλης.

Σκάβω  και  πάω πιο βαθιά, για να πάρω   το έπαθλο!..

Ένα ποτήρι νερό!..

Ξέχασα να σας πω ότι έχουμε ανομβρία.

Ασχέτως αν εγώ τραβάω την κουρτίνα

της βροχής και κάνω ότι θέλω.

Τις μεγάλες ποσότητες της σκουριάς  που μαζεύω

από τις λέξεις  και τα νεύματα

τις βάζω σε τσουβάλια  και  δεν ξέρω τι να τις κάνω…

Βλέπω από τώρα το προφίλ

της μανταρινιάς μου στο παράδεισο.

Έτσι σκοτεινιάζουν τα μάτια μου,

βαραίνουν τα βλέφαρά μου  και  κοιμάμαι

με καρφωμένο ένα γυαλί στο σκληρό χιτώνα   του βολβού μου,

να δείχνει   την ανεστραμμένη εικόνα της πραγματικότητος…

 

ΣΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΡΕΒΑΤΙΟΥ

Τι θάλασσες περάσανε  ή  χτυπήσανε   αυτό το κρεβάτι!..

Βόρειες,  νότιες,   θερμές, παγωμένες…

Με  θύελλα,  με άπνοια,  με φιλιά  ή κωπηλατώντας

μαζί σου στην ακρογιαλιά,

στην άκρη του ξύλου  του αθώου επίπλου.

Κάτω βράχια  και  σπασμένα κορμιά

ζωντανά που θέλουν  να ανέβουν

πάλι πάνω στο οροπέδιο,  στο αλώνι,

στα μονόχρωμα,  στα μονόχνοτα  σεντόνια,  στη φωλιά!..

Οι εποχές δεν αλλάζουν τη βλάστηση   του τοπίου!..

Τ α ίδια φυτά φύονται πάντα   χαμηλά,

κυρίως καλαμιές  και  βρύα,

σαν ξεχασμένες σκέψεις.   Βλέπω το βυθό!..

Βλέπω ταινίες   (όνειρα τα λένε άλλοι).

Οι τέσσερις γωνίες του δωματίου   τινάζουν αέρα,

ο οποίος ανακατεύει τα σύννεφα   και  το φως του ταβανιού,

και έρχεται θύελλα,  θαλασσοταραχή.

Αστραπές  αυλακώνουν τις κουβέρτες.

Το μαξιλάρι το παίρνει για λίγο το κύμα!..

Προσπαθώ να σώσω το ραδιόφωνο

(γιατί μου χρησιμεύει σαν ασύρματος)

Το κομοδίνο  και  οι καρέκλες  βουλιάζουν,

επιπλέουν τα προσωπικά μου αντικείμενα.

Σπάει και το μοναδικό κυπαρίσσι.

Ούτε φανταζόμουνα,  όταν διάβαζα γεωγραφία,

ότι θα κατοικούσα στο ακρωτήριο

της Καλής Ελπίδας  -  χωρίς ελπίδα,

ότι θα πήγαινα τόσο μακριά!..

Με αυτά  κι  άλλες αναπολήσεις μαλακώνει

ο καιρός, περνάει η θύελλα.

Τότε πιάνω το γόνατό σου,  το μισό φεγγάρι,

τη μέση σου,  χορδή τόξου,

και βαδίζω επί των υδάτων!..

 

ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΛΙ

Πως πηγαίναμε με τρένο    προς Ανατολάς.

Μάλλον Κωνσταντινούπολη.

Πως  πηγαίναμε προς τα Χριστούγενα.

Τα χωριά  και  οι πόλεις περνούσανε

από τα μάτια μας γραμμή μολυβιού.

Στην αρχή μιλούσαμε ελληνικά κοίλα,

όπως η κούπα που πίνουμε νερό.

Όχι ασημένια, αλλά ξύλινη  και  σκαμμένη με τα νύχια

για να επιβιώσουμε.

Ύστερα βρεθήκαμε αγκαλιά   στο πάτωμα του βαγονιού,

βγάζοντας ρούχα  και  ψιθύρους  από ασημόσκονη.

Την ίδια στιγμή όμως κοιτούσες   τα συμβαίνοντα

έξω από το τζάμι.

Με έκπληξη,  λες και ήτανε άλλοι

αυτό το φλεγόμενο κουβάρι.

Περάσαμε πολλά τούνελ,  πολλές εποχές,

είδαμε ανθρώπους  και  ανθρώπους.

Μετά ντυθήκαμε  και  καθίσαμε στις θέσεις μας,

στην αφάνεια,  στο πλάγιο φως!..

Όταν είδαμε τους πρώτους μιναρέδες,  τις πρώτες φωτιές,

μάλλον πηγαίναμε   προς Κυριακή…

 

ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΛΥΠΗ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

(κοντάκιο  -  στον Λουκιανό Κηλαηδόνη)

Δεν πρέπει να μην κοιτάζω πίσω

τα σώματα που ήμουν κάποτε.

Κάνω την αμαρτία να βλέπω 

κάθε φορά το νέο δέρμα  που  εμφανίζεται τα απογεύματα

και πάει σε μεγάλο βάθος χρόνου.

Ξυπνάω απροετοίμαστος για τη νύχτα.

Δεν προσεύχομαι,  δεν ασκούμαι

στα φρούτα, στα νερά,  στο χώμα.

Δεν ακουμπάω τα γένια του Θεού,

δεν φιλάω τα πόδια των προφητών

Τραβάω όμως την κλωστή της νυχτός,

να την ξηλώσω,  να την ξεθωριάσω,

να φέρω τη φωνή σου κοντά  μου,

να δω το σώμα μου να φέγγει  και  να φεύγει!..

Οι λέξεις γίνονται άμμος,

έρημος και βαδίζω στα τυφλά.

Με την αφή προσπαθώ να βρω

τη ζεστή πέτρα του μοναστηριού…

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]

 

ΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΗΛΙΚΙΕΣ  -  ΠΑΛΙΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ 

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992

Θα μπορούσε να ήμουνα ωραία,

αν δεν έχανες το συγκεκριμένο βλέμμα.

Ας πέρασαν τα χρόνια,  ας άσπρισαν  οι ρίζες των μαλλιών σου,

ας μάζεψε  το άσπρο δέρμα,

με κείνες τις πανάδες του ουρανού!..

Κυρίως όμως τα πόδια σου   με τους κιρσούς

και τους πρησμένους αστραγάλους!..

τα φιλούσα κάποτε  και  κοκκίνιζε το δωμάτιο

και τα λόγια σου ήτανε κόκκινο μπαμπάκι.

Οι τοίχοι βγάζανε στη θάλασσα,

στον ορίζοντα τα μεσημέρια.

Ούτε φανταζόμουνα ποτέ  - όπως είναι φυσικό –

τις αλλαγές των χρωμάτων,  τις αλλαγές των συναισθημάτων,

τις αλλαγές των σπιτιών…

Την ίδια μονότονη μουσική   τους σώματος,

όταν αλλάζεις χέρι  την τσάντα με τα ψώνια

και δεν σκέπτεσαι τίποτα,

και κοιτάζεις αδιάφορη    τα αυτοκίνητα να περνάνε…

 

ΠΡΟΣΕΧΤΕ ΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ,  ΘΑ ΣΑΣ ΣΚΟΤΩΣΕΙ

Εισέρχεται στο δέρμα και στο αίμα   όπως η ψείρα!..

Έχει τα ίδια συμπτώματα:

Φαγούρα, μολύνσεις,  εκτεταμένη καταστροφή   των ιστών,

που τις περισσότερες φορές φτάνει   μέχρι το  κόκαλο.

Ο ασθενής πέφτει σε μεγάλη λύπη.

Κοιτάζει τις πλάτες των ανθρώπων

και πιστεύει ότι το περαστικό πρόσωπο

είναι το δικό του,  το φευγάτο, το χαμένο.

Κάθεται σε καρέκλα  με τα χέρια  στα γόνατα,

σε προχωρημένη σήψη – ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται τίποτα –

και προσπαθεί να μπαζώσει το κενό

με αυτές τις σκέψεις – μέδουσες.

Προσέχτε,  δεν είναι παρελθόν,  υπάρχει ουσιαστική διαφορά.

Τον υπνωτίζει ύπουλη μουσική πνευστών

και συνομιλεί  και  μονολογεί με μαλλιά,  χείλη,  αυτιά και χέρια

ή ολόκληρα σώματα γυναικών  που βγαίνουν από τοίχους

ή αναδύονται απότομα   από το πάτωμα

και τα διάφορα έπιπλα του σπιτιού.

Αν συνεχίσει έτσι,  θα καταλήξει

πεταμένη εφημερίδα με παλιές ειδήσεις   στο δρόμο!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]


ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ – ΤΑΠΕΤΣΑΡΙΕΣ - ΟΥΡΑΝΟΙ

Οι αφές που αφήνουμε κάθε μέρα

δημιουργούν ένα τοπίο δικό μας!..

Εξάλλου μας παιδεύει η έμμονη ιδέα

να βλέπουμε τη μυρωδιά μας παντού.

Έτσι ένα παλιό κρεβάτι, ποτισμένο

από τα χρόνια  και  από εσένα

βαθιά μέσα στους ρόζους του,

έχει κάτι από τα μάτια  και  τα μαλλιά σου.

Και στο σιδερένιο κρεβάτι το ίδιο συμβαίνει.

Ασχέτως αν το σίδερο είναι κακός αγωγός

του έρωτα!..  Όταν ταξιδεύουμε, εκείνο

το φτηνό πλαστικό κρατάει

το σχήμα, τον ιδρώτα, τη διάρκεια

του κορμιού!.. Μπορεί το τρελό

αυτοκίνητο να θυμάται  και  να σκέπτεται

τους τρόπους  και  τους ρυθμούς σου.

Ο μαλακός ουρανός του κάθε σχήματος,

που στις λακκούβες τον φτάνεις , σκέπη

της ζωής,  των ονείρων, της σκόνης σου.

Τέλος, ο καναπές ξέρει καλύτερα

την πίεση του αίματος  και  την καρδιά σου,

από κάθε σύγχρονο μηχάνημα.

 

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΕΝΤΙΜΟΥ ΒΙΟΥ

Για να τελειώνουμε με τους ισολογισμούς.

Τι μας έμεινε;  Η μουσική του τοπίου,

εσύ και πίσσες  στο μυαλό  (για να ξεχνάω εύκολα)

και λίγοι θάμνοι που με ακολουθούν

υπάκουα.  Δεν ξέρω τι ρόλο παίζουν στην ιστορία

αυτοί οι θάμνοι, αλλά ένα είναι βέβαιο:

ότι συμμετέχουν στη διαδικασία του απογεύματος.

Μεγάλη υπόθεση για μένα αυτή η διαδικασία.

Το φως διαλύεται, σκουραίνει, γίνεται σκιά,

πέτρες, πουλιά σε φεγγίτη, γυαλιά σπασμένα γαλάζια,

το χέρι τραβώντας μετάξι  και  φιλί,

εμφανίζεται η φωνή σου από παλιές φωτογραφίες,

τα βουνά φεύγουν με ένα τραγούδι,

ένα θάμβος αιωρείται.

Έτσι κατεβαίνει η στάθμη της μέρας

και έρχεται η νύχτα που ενώνει ανόμοια υλικά,

τα υφαίνει σε ένα πέπλο μυστηρίου:

ξύλο – σίδερο – νερό – κάρβουνο – σώμα.

Ποτάμι που έσπασε τα αναχώματα

και πάει να ποτίσει τα ξερά, τα φρυγμένα,

τα μακρινά όνειρα, τα ξεχασμένα χώματα.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]


ΟΥΤΕ ΠΟΥΛΙ ΠΕΤΟΥΜΕΝΟ

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992 – μνήμη Τάκη Παπατσώνη)

Α!.. Όταν σε σκέφτομαι,

ανοίγουν χαράδρες έξω από το σπίτι μου.

Απομονώνομαι από τον έξω και τον μέσα  κόσμο.

Γίνομαι είδος πουλιού που ζυγίζεται στο κενό.

Εκείνες τις στιγμές θυμάμαι  τον πατέρα μου

να μου λέει:  «τα χέρια είναι για να τρώμε

και να κάνουμε δουλειές,  όχι να πετάμε»!..

Επέμενα όμως  και αργότερα  έβγαλα φτερά

και έφευγα μακριά,  χανόμουνα για μέρες.

Με ψάχνανε.   Μη κοιτάτε που τώρα έχω

περιοριστεί σε αυτά  τα λίγα τετραγωνικά.

Οχυρωμένος πίσω από τον ουρανό σου,

έριχνα διάφορα αντικείμενα στον κόσμο.

Αυτά δεν πετούσαν,  αλλά  έκαναν ένα

φοβερό γδούπο στο χώμα,   μετά

πετούσα το παρελθόν μου.

Λαστιχένιο  όπως ήταν γυρνούσε σε μένα

και στο μέλλον μου!..  Αξεδιάλυτα πήγαινα

και δεν πρόλαβα τον καιρό…

 

ΟΤΑΝ Ο ΠΑΙΚΤΗΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Πλάι του η μουσική

απλώνεται σαν κάψιμο,  σαν μαύρο.

Το φυτό που ακουμπάει   το προφίλ του

και στη σκάλα κατρακυλά αέρας

και πίσω όνειρα,  νερά  και φύλλα,  πολλά φύλλα…

Κατεβαίνει αργά τις σκάλες   μέσα στο άψογο σμίκιν.

Κρύβει το πολύτιμα χέρια του   στις τσέπες του σακακιού.

Από τα  μεγάλα τζάμια βλέπει

έξω τα απροσδιόριστα κτίρια

και τη χωρίς πλοκή πλατεία,

με τα σταματημένα σύννεφα

και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα.

Στη σάλα,  η τσόχα,  τα καρέ

συμπληρωμένα περιμένουν.

Κάτι γυναίκες χαμογελούν  βελούδινα   καπνίζοντας!..

Μένουν  τρία τέσσερα σκαλοπάτια,

όταν η ύπουλη αλλαγή  του καλοκαιριού

προς φθινόπωρο τον χτύπησε στο στομάχι   μαχαιριά…

Έπεσε απότομα   σαν ψέμα   στα μάρμαρα.

Τα τζιτζίκια  συνέχισαν  να βάφουν κίτρινο

τον αέρα…

 

Ο ΥΠΝΟΣ ΠΗΡΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Θερμή η πόλη έρχεται κοντά μας.

Νευρικά με λίγο φως τα κοντινά πλάνα

της ζωής μου.  Κοιτάζω το κλιμακοστάσιο

της ημέρας και ακούω φωνές, προσταγές

και τα βήματα των συμπολιτών μου,

να πηγαίνουν στις δουλειές,  στις οικογένειες,   στα χαμένα.

Ένα χρώμα σάπιου μήλου καλύπτει τους δρόμους.

Επιτέλους η πόλη σκούριασε,  έχασε το ρυθμό της

πηγαίνει  πίσω   σαν χαλασμένο ρολόι.

Όλα γίνονται πιο αργά,  ξεχασμένα,  

με μουσική έρπουσα   και  βαθιά πράσινη.

Φθόγγοι και πέτρες δημιουργούν  ένα στρώμα  μονωτικού.

Κοιμάμαι στο τόξο της μασχάλης σου

και έξω μαίνεται η θύελλα.

Κοιμάμαι ως παις εις την κάμινον

του φθινοπώρου με ένα ακορντεόν.

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]


Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ

(από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992 –  στον Γιάννη Ψυχοπαίδη)

Άφησα το ζεστό σου κρεβάτι

τα λευκά σεντόνια,  τα ήσυχα νερά

και πήγα σε κείνες τις πλατείες

του Ντε Κίρικο, στο υποσυνείδητο,

με τα κυλιόμενα φεγγάρια.

Φυσάει νοτιάς  και μου σαρώνει τα νεύρα,

τα αρθριτικά,  τις αναμνήσεις.

Βάδιζα σ’ ένα πεζόδρομο  και  πήγαινα

και δεν πήγαινα,  λες και πατούσα

τεντωμένο σύρμα στο κενό.

Άλλο και τούτο,  τα μισά τα ζω

και τα άλλα  μισά τα φαντάζομαι.

Επιστρέφω σπίτι μαζί με τα σύννεφα.

Βλέπω εσένα γυμνή   από τη μέση

και πάνω,  τυλιγμένη σ’ ένα δέρμα

μεταξωτό,  να πλένεις λαχανικά,

με χέρια πράσινα.

Ο αέρας γύρω  σου επίσης

πράσινος,  ένα γαλάζιο φέγγιζε

στο ταβάνι.  Μύγα κάθισε στο στήθος,

τη διώξαμε μαζί με τη μέρα.

Προτού κλείσουν όλα, άνθρωποι,  χρώματα

αισθήσεις,   έσκυψες  και  μου είπες:

«κοιμήσου, αύριο θα σου στολίσω

το χριστουγεννιάτικο δένδρο»,

και άρχισες ψιθυριστά ένα νανούρισμα,

λερωμένο,  μεταχειρισμένο  από τα παλιά!..

 

Η ΝΟΣΟΣ ΤΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ

Οι στατιστικές δείχνουν  ότι ημικρανίες καταλαμβάνουν

τους διευθυντές στις ΗΠΑ  και γενικώς στις προηγμένες

χώρες!..  Ανεξηγήτως, όταν προάγονται στην ανώτερη θέση,

το σχεδόν ήσυχο κεφάλι τους  αρχίζει να συγκρατεί

την άμμο των κομπιούτερ,  των τηλεφώνων, των τέλεξ,

και αρχίζει να βαραίνει.   Όταν κολυμπάνε,

πάνε κατευθείαν στο βυθό.   Όταν περπατάνε,

έχουν απόκλιση προς τα δεξιά  και κάτω!..

Δεν τολμούν να κοιτάξουν από μπαλκόνι,

τους περιμένει η άσφαλτος!..

Νιώθουν ασφαλείς μόνο πίσω από τους γυάλινους τοίχους

του κτιρίου.   Με κεφάλι σφιγμένο από καλώδια

και μουδιασμένο  από προγραμματισμούς   μπαίνουν

στο ασανσέρ του ουρανοξύστη  και  ανεβαίνουν.

Αριθμοί,  υπογραφές,   φωνές,  και  ψοφάνε

τα ψαράκια στη βιτρίνα του γραφείου τους.

Κοιτάζουν στις οθόνες τα χρώματα να αναβοσβήνουν

και βλέπουν ηλιοβασιλέματα!..  Βγάζουν τα παπούτσια

και ατενίζουν τα πόδια τους για ώρες.

Τώρα τους πνίγουν οι καπνοί των πούρων

και όλα είναι μόνο χθεσινά.

Ούτε θυμούνται εκείνο το απόγευμα,

που σαν πεπόνι ανοιγμένο έμοιαζε η αγκαλιά της.

Με κουμπί γίνεται ο απέναντι τοίχος κρεβάτι.

Μέσα σ’ αυτή την απομόνωση,  νομίζουν

ότι κατευθύνουν τη ροή των γεγονότων!..

 

Ισχύουν ακόμη οι παλιοί μου στίχοι:

«Ακόμα δεν πραγματοποιήθηκε

το παιδικό μου όνειρο.

Η ομαδική εκτέλεση των διευθυντών»

 

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΟΥ

Κάποια  Άννα μου έφερε τα μαντάτα σου.

Άλλαξες,  έγινες ξανθιά.  Έβαλες τελεία

και παύλα στις παλιές σου συνήθειες.

Δεν ανοίγεις την πόρτα με την παλάμη,

αλλά με το παράμεσο.

Ο κήπος μπροστά από το σπίτι

τσαλαπατημένος,  λες και ξύπνησε

από κοπιώδη ύπνο.

Οι γραμμές του προσώπου σπασμένες

από την πίεση των φιλιών.

Καφέδες παντού ν’ αχνίζουν   σαν ηφαίστεια, 

και είσαι έτοιμη να πέσεις μέσα.

Ό,τι έγραψα για σένα,  τα έχεις κρεμασμένα

στους τοίχους,  δέρματα άγριων ζώων

που προϋποθέτουν  κυνήγια μεγάλα

για χρόνια.  Μόνο το απογευματάκι

σε ξεγελάει ακόμα  και  κοιτάζεις

το φως,  τους  ίσκιους,   τα πατήματα,

τη φαντασία  και  το σφύριγμα του νεαρού

στην απέναντι πολυκατοικία.

Τις μικρές,  τις μεγάλες,   τις χαμένες ώρες

μετατρέπεις  σε βελόνες  και  ράβεις

αερόστατα,  νύχτες  και  ψέματα!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]

 

 

ΤΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΑ,  ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ

(… γενική κάτοψη του συναισθήματος…)

Δεν μπορεί,  τα σκοτάδια  και  η επαναλαμβανόμενη ιστορία του προσώπου σου, αυτή η ησυχία των λέξεων  μέσα από τις άγνωστες γωνίες των χεριών,   δεν μπορεί, θα μας σώσουν!..  Θέλω να πω ότι είμαστε σε μια σκακιέρα,  όπως στα εξώφυλλα των παλιών αστυνομικών μυθιστορημάτων.  Μέσα στις σελίδες, τις ώρες από τις δύο  έως τις πέντε μετά μεσημβρία,  ο πληθυσμός χωρίζεται σε υτρεις κατηγορίες  ή  ομάδες:  η μία κάθετα πλάι στο τζάκι και κοιτάζει τη στάχτη.  Η άλλη κοιμάται  προσπαθώντας να εντοπίσει τα όνειρα των άλλων.   Η Τρίτη αγναντεύει στη λίμνη τους κωπηλάτες  σφυρίζοντας ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού!..  Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό  για τις εκλείψεις της σελήνης  και  τη χαμένη νεότητά τους!..  Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας!..  Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται,  προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της.   Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει το επόμενο θύμα,  χαμογελώντας στις κάμερες της τηλεόρασης.    Ένα φως μοβ   του σφαγείου φωτίζει την περιοχή  και  σπασμένοι καθρέφτες  γύρω αυξάνουν τις εικόνες  και  την αγωνία των παρισταμένων!..  Τα κρεμασμένα πουκάμισα στους τοίχους  δεν είναι φαντάσματα του παρελθόντος,  αλλά  υπενθυμίσεις   του σώματος  μερικές ώρες πριν. Καθαρά  την πρώτη φορά αγκαλιάζουν την ύπαρξή μου με πάθος  και  μανία!..  Πάμε μαζί παντού.  Ακούνε  και  πλησιάζουν:  αντικείμενα, ανθρώπους,  και  καταστάσεις.   Τα καυσαέρια  και  η επαφή τα σκουραίνουν λίγο.  Τρόπον τινά συμμετέχουν στις διαδικασίες της ζωής.   Τα μεσημέρια φτάνουν μαζί μου,  κατάκοπα,  σπίτι  και γαντζώνονται ακέφαλα στην κρεμάστρα  μαζί με άλλα ρούχα.   Μοιάζουν με πουλιά σε δένδρο.   Φυσικά δεν κελαηδούν,  αλλά χασμουριούνται κουρασμένα  και  κοιμούνται.   Ξέρουν τις ώρες μου.  Τις εποχές.  Πάντα είναι έτοιμα.  Υποδέχονται με χαρά τα χέρια μου να μπαίνουν μέσα τους  και  όλο αγαλλίαση με τυλίγουν.   Ξεχωρίζουν τα βήματά σου.  Όταν με ξεκουμπώνεις και με φιλάς  στο λαιμό, παίρνουν κι αυτά μέρος,  υποχωρώντας όπως το χώμα,  για να μπει το φιλί στη θέση του,  να φυτρώσει!..  Μετά από όλα αυτά, την άλλη φορά, οδηγούνται για το πλυντήριο αδιαμαρτύρητα.  Για πολλούς μήνες επαναλαμβάνονται τα ίδια.   Κάποια μέρα όμως λιγοστεύει το φως, χάνουν τη στιλπνότητά τους, φθείρονται ανεπανόρθωτα στους γιακάδες,  στα μανίκια,  σπάνε τα κουμπιά  και  φτάνουν στο στάδιο της ανακυκλώσεως!..  Δηλαδή γίνονται πολλά  κομμάτια για τις ανάγκες του σπιτιού!..   [δυο ποιήματα σε ένα από τη συλλογή   του Γιάννη Κοντού  ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992 – Συγκεντρωτικός τόμος: Γιάννης Κοντός ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2026

ΑΧ ΤΙ ΑΦΛΟΓΙΣΤΙΑ ΝΑ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

  Απολάκτισε επιτέλους του λεκτικού τις λαίμαργες διαθλάσεις, μη συναρμόζεις πια φωνήεντα και σύμφωνα, έβγα στη βρύση της λαλιάς με ένα ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ