Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΚΛΕΙΤΟΣ, ΕΝΑ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟ ΠΑΙΔΙ

 (…περίπου είκοσι τριώ ετών…)


με αρίστην αγωγή, με σπάνια ελληνομάθεια –

είν’ άρρωστος βαρειά.  Τον ηύρε ο πυρετός

που φέτος θέρισε την Αλεξάνδρεια.

 

Τον ηύρε ο πυρετός εξαντλημένο κιόλας ηθικώς

απ’ τον καϋμό που ο εταίρος του, ένας νέος ηθοποιός,

έπαυσε να τον αγαπά  και  να τον θέλει. 

 

Είν’ άρρωστος βαρειά,  και τρέμουν οι γονείς του.

 

Και μια γρηά υπηρέτρια που τον μεγάλωσε,

τρέμει κι αυτή για τη ζωή του Κλείτου.

Μες στην δεινήν ανησυχία της

στον νου της έρχεται ένα είδωλο

που λάτρευε μικρή, πριν μπει αυτού,  υπηρέτρια,

σε σπίτι Χριστιανών επιφανών  και  χριστιανέψει.

Παίρνει κρυφά κάτι πλακούντια  και κρασί  και  μέλι.

Τα πάει στο είδωλο μπροστά.  Όσα θυμάται μέλη

της ικεσίας ψάλλει∙  άκρες, μέσες.  Η κουτή

δεν νοιώθει που τον μαύρον δαίμονα λίγο τον μέλει

αν γιάνει  ή  αν δεν γιάνει  ένας Χριστιανός.

 

Ανθολογούνται παρακάτω κι άλλα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη

που είναι γραμμένα το 1926  από την πρώτη πλήρη  έκδοση

των Ποιημάτων του Καβάφη,  ΗΡΙΔΑΝΟΣ 1935 

ΤΙΤΛΟΙ και πρώτοι στίχοι:

ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΑΠΗΛΕΙΑ  και  τα χαμαιτυπεία της Βηρυτού κυλιέμαι

ΣΟΦΙΣΤΗΣ  Δόκιμε σοφιστή που απέρχεσαι εκ Συρίας 

ΕΝ ΔΗΜΩ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ  Η Ειδήσεις για την έκβασι της ναυμαχίας, στο Άκτιον, ήσαν βεβαίως απροσδόκητες… 

Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ  και  οι ΑΝΤΙΟΧΕΙΣ  Ήτανε δυνατόν ποτέ ν’ απαρνηθούν την έμορφή τους διαβίωσι…

ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΕΞ ΙΕΡΕΩΝ ΚΑΙ ΛΑΪΚΩΝ  διέρχεται οδούς, πλατέες  και  πύλες της περιωνύμου πόλεως Αντιοχείας… και

ΙΕΡΕΥΣ ΤΟΥ ΣΕΡΑΠΙΟΥ  Τον γέροντα καλόν πατέρα μου, τον αγαπώντα με το ίδιο πάντα…

 

 


ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΑΠΗΛΕΙΑ

(κι άλλα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη γραμμένα το 1926)

Μέσα στα καπηλειά   και τα χαμαιτυπεία

της Βηρυτού κυλιέμαι.   Δεν ήθελα να μένω

στην Αλεξάνδρεια εγώ.   Μ’ άφισεν ο Ταμίδης∙

κι επήγε με του Επάρχου   τον υιό για ν’ αποκτήσει

μια έπαυλι στον Νείλο,   ένα μέγαρον στην πόλιν.

Δεν έκανε να μένω   στην Αλεξάνδρεια εγώ –

Μέσα στα καπηλειά  και  τα χαμαιτυπεία

της Βηρυτού  κυλιέμαι.   Μες σ’ ευτελή  κραιπάλη

διάγω ποταπώς.  Το μόνο που με σώζει

σαν εμορφιά διαρκής,   σαν άρωμα που επάνω

στην σάρκα μου έχει μείνει,   είναι που είχα δυο χρόνια

δικό μου τον Ταμίδη,   τον πιο εξαίσιο νέο,

δικό μου όχι για σπίτι  ή  για έπαυλι στον Νείλο

 

ΣΟΦΙΣΤΗΣ ΑΠΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΕΚ ΣΥΡΙΑΣ

Δόκιμε σοφιστή  που απέρχεσαι εκ Συρίας

και περί Αντιοχείας   σκοπεύεις να συγγράψεις,

εν τω έργω σου τον Μέβη   αξιζει ν’ αναφέρεις.

Τον φημισμένο Μέβη   που αναντιρρήτως είναι

ο νέος ο πιο ευειδής   κι ο πιο αγαπηθείς

σ’ όλην την Αντιόχεια.   Κανέν’ από τους άλλους

του ιδίου βίου νέους,   κανέναν δεν πληρώνουν

τόσο ακριβά ως αυτόν.   Για νάχουνε τον Μέβη

μονάχα δυο τρεις μέρες   πολύ συχνά τον δίνουν

ως εκατό στατήρας. -  Είπα,  στην Αντιόχεια∙

μα και στην Αλεξάνδρεια   μα και στην Ρώμη ακόμη,

δεν βρίσκετ’ ένας νέος   εράσμιος σαν τον Μέβη

 

ΕΝ ΔΗΛΩ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

Η ειδήσεις για την έκβασι της ναυμαχίας, στο Άκτιον,

ήσαν βεβαίως απροσδόκητες.

Αλλά δεν είναι ανάγκη να συντάξουμε νέον έγγραφον.

Τ’ όνομα μόνον ν’ αλλαχθεί. Αντίς, εκεί

στες τελευταίες γραμμές, «Λυτρώσας τους Ρωμαίους

απ’ τον ολέθριον Οκτάβιον,

τον δίκην παρωδίας Καίσαρα,»

τώρα θα βάλουμε «Λυτρώσας τους Ρωμαίους

απ’ τον ολέθριον Αντώνιον».

Όλο το κείμενον ταιριάζει ωραία.

 

«Στον νικητήν, τον ενδοξότατον,

τον εν παντί πολεμικώ έργω ανυπέρβλητον,

τον θαυμαστόν επί μεγαλουργία πολιτική,

υπέρ του οποίου ενθέρμως εύχονταν ο δήμος,

την επικράτησι του Αντωνίου»

εδώ, όπως είπαμεν, η αλλαγή: «του Καίσαρος

ως δώρον του Διός κάλλιστον θεωρών —

στον κραταιό προστάτη των Ελλήνων,

τον έθη ελληνικά ευμενώς γεραίροντα,

τον προσφιλή εν πάση χώρα ελληνική,

τον λίαν ενδεδειγμένον για έπαινο περιφανή,

και για εξιστόρησι των πράξεών του εκτενή

εν λόγω ελληνικώ κι εμμέτρω και πεζώ·

εν λόγω ελληνικώ που είν’ ο φορεύς της φήμης,»

και τα λοιπά, και τα λοιπά. Λαμπρά ταιριάζουν όλα.

 

Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ  και  οι ΑΝΤΙΟΧΕΙΣ

Ήτανε δυνατόν ποτέ ν’ απαρνηθούν

την έμορφή τους διαβίωσι∙  την ποικιλία

των καθημερινών τους διασκεδάσεων∙  το λαμπρό τους

θέατρον όπου μια ένωσις εγένονταν της Τέχνης

με τες ερωτικές της σάρκας τάσεις!..

 

Ανήθικοι μέχρι τινός – και πιθανόν μέχρι πολλού –

ήσαν.  Αλλ’ είχαν την ικανοποίησι που ο βιος τους

ήταν ο περιλάλητος βίος της Αντιοχείας,

ο ενήδονος, ο απόλυτα καλαίσθητος.

 

Να τ’ αρνηθούν αυτά, για να προσέξουν κιόλας τι;

 

Τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του,

τες ανιαρές περιαυτολογίες∙

την παιδαριώδη του θεατροφοβία∙

την άχαρι σεμνοτυφία του∙  τα γελοία του γένεια.

 

Α βέβαια προτιμούσανε το Χι,

α βέβαια προτιμούσανε το Κάππα∙  εκατό φορές.

 

ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΕΞ ΙΕΡΕΩΝ ΚΑΙ ΛΑΪΚΩΝ

Εξ ιερέων και λαϊκών μια συνοδεία,

αντιπροσωπευμένα πάντα τα επαγγέλματα,

διέρχεται οδούς, πλατέες, και πύλες

της περιωνύμου πόλεως Αντιοχείας.

Στης επιβλητικής, μεγάλης συνοδείας την αρχή

ωραίος, λευκοντυμένος έφηβος βαστά

με ανυψωμένα χέρια τον Σταυρόν,

την δύναμιν και την ελπίδα μας, τον άγιον Σταυρόν.

Οι Εθνικοί, οι πριν τοσούτον υπερφίαλοι,

συνεσταλμένοι τώρα και δειλοί με βίαν

απομακρύνονται από την συνοδείαν.

Μακράν ημών, μακράν ημών να μένουν πάντα

(όσο την πλάνη τους δεν απαρνούνται). Προχωρεί

ο άγιος Σταυρός. Εις κάθε συνοικίαν

όπου εν θεοσεβεία ζουν οι Χριστιανοί

φέρει παρηγορίαν και χαρά:

βγαίνουν, οι ευλαβείς, στες πόρτες των σπιτιών τους

και πλήρεις αγαλλιάσεως τον προσκυνούν —

την δύναμιν, την σωτηρίαν της οικουμένης, τον Σταυρόν.—

 

Είναι μια ετήσια εορτή χριστιανική.

Μα σήμερα τελείται, ιδού, πιο επιφανώς.

Λυτρώθηκε το κράτος επιτέλους.

Ο μιαρότατος, ο αποτρόπαιος

Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια.

 

Υπέρ του ευσεβεστάτου Ιοβιανού ευχηθώμεν

 

ΙΕΡΕΥΣ ΤΟΥ ΣΕΡΑΠΙΟΥ

(… τον γέροντα καλόν πατέρα μου, τον αγαπώντα με το ίδιο πάντα…)

…τον γέροντα καλόν πατέρα μου θρηνώ   που πέθανε προχθές,  ολίγο πριν χαράξει.   Ιησού Χριστέ, τα παραγγέλματα   της ιεροτάτης εκκλησίας σου να τηρώ   εις κάθε πράξιν μου,  εις κάθε λόγον,   εις κάθε σκέψι είν’ η προσπάθεια μου  η καθημερινή.  Κι όσους  σε αρνούνται   τους αποστρέφομαι.   Αλλά τώρα θρηνώ   οδύρομαι,  Χριστέ, για τον πατέρα μου   μ’ όλο που ήτανε  - φρικτόν ειπείν – στο επικατάρατον Σεράπιον ιερεύς    [Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ]

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2026

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

ΚΑΙ Η ΛΥΠΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΕΙ ΤΗ ΛΥΠΗ

 (…για να νοήσει τη λύπη

2η ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ  20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026)

Φτάνει ν’ ανθίσει μόνο

Λίγο σιτάρι για τις γιορτές

λίγο κρασί για τη θλίψη

λίγο νερό για τη σκόνη  (Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

 

Ξέρω πως κανείς δεν μπορεί να πιαστεί απ’ το αγίνωτο,

πως κανείς δεν μπορεί να θυμάται αυτό που δεν έχει συμβεί.

Και το πόσο της γης του ανήκει,

ξέρω πως μόνο η γη μπορεί να το πει.

 

Τώρα, σ’ ένα δωμάτιο, με τα όρια γύρω μου να τα κλείνουν οι λέξεις,

μηρυκάζοντας έως βασάνου το χορτάρι της ύπαρξης,

είναι η ηχώ μιας σιωπής μεγαλωμένης 

που τραβάει από μέσα μου τον μόχθο του ζώου,

η ηχώ μιας φωνής:

-Ας τελειώσουνε όλα.

 

Μια κι αυτά που έχεις χτίσει, μια κι αυτά που δεν άντεξαν,

απ’ την ύλη των ίδιων ονείρων ήταν φτιαγμένα.

 

Επειδή έτσι γίνεται και για μία στιγμή πώς γυρίζεις στα πίσω

τις λογιώ - λογιώ αλήθειες,

για να μείνεις μονάχα με το ελάχιστο,

μ’ ένα κουκούτσι καϊσιού που το σπας, για να γευτείς την ψίχα

ή μια νότα απ’ το  allegro  του Μότσαρτ  στη  Μικρή Νυχτερινή Μουσική του.

 

Ξέρω πως πρέπει να υπάρχει η πληγή, για να τρέξει το αίμα,

τα μονοπάτια ενός Γράμμου, για να φτάσεις στη Δρακόλιμνη του αίματος,

ότι αρκεί ένας μίσχος φωτός,  για να δεις τον χρυσό στις Μυκήνες,

της εχθράς γλώσσης  εχθρά γλώσσα τελείσθω των Χοηφόρων,

για να νιώσεις το κακό στο κακό.

 

Επειδή έτσι γίνεται και για μία στιγμή πώς γυρίζεις την πλάτη σου

σε όσα είναι ο δρόμος

και ανοίγουν περάσματα  και  κανένας τόπος δεν είναι κλειστός

και μένουν ακίνητες οι δυο Συμπληγάδες

και κόσμος πολύς κατεβαίνει τις Κυριακές τ’ απογεύματα,

ν’ ανασάνει στο λιμάνι της Αίας.

 

Ξέρω πως τα σπασμένα ξύλα στις ακτές

δεν είναι απ’ τα καράβια που ναυάγησαν, αφήνοντας ατέλειωτα ταξίδια,

μα από τα σκιάχτρα που στήθηκαν,

να σκιάζεται το σώμα απ’ την αγάπη

[έκτη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

με εικόνες μεικτής τεχνικής και βινιέτες του Σταύρου Παναγιωτάκη

εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 


ΠΡΕΠΕΙ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙΣ 

(έβδομη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα)  

Άλλοτε σαν η καμπάνα που χτυπάει στο αλειτούργητο ξωκκλήσι

επί πτερύγων ανέμων

κι άλλοτε σαν το κελάρυσμα του Βενέτικου

κάτω απ’ το πέτρινο γεφύρι του  Αζίζ Αγά∙

 

άλλοτε σαν η σαρμανίτσα του ποιητού,  που λικνίζει του θανάτου την άρνηση,

κι άλλοτε σαν ο ταμπής του «Ουράνιου Κήπου»,

ο  αυτόπτης του θανάτου των ποιητών.

 

Επειδή έτσι γίνεται και χωράνε στα μάτια σου τα ηλιοτρόπια της Δράμας

οι ελαιώνες της Μεσσαράς  και  τα κρινάκια της θάλασσας.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι ανατείνεται ο νους πέρα απ’ αυτό που του φτάνει,

πέρα από αυτό που του κρύβεται  και  τρομάζει αν το βρει.

 

Πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζεις

πως κάθε τώρα είναι η πραγματικότητα του πάντοτε,

και κανείς ουρανός δεν ξανοίγει,  αν κανείς δεν μιλά για ουρανό,

πως καμία ευχή δεν θα γίνει το Πάσχα του κόσμου,

αν το Πάσχα του κόσμου δεν είναι η ανάσταση.

 

Επειδή έτσι γίνεται και το φύλλο που πέφτει στο χώμα 

δεν επιστρέφει στη βλάστη του

και το αίμα του αμνού παραμένει ανεικόνιστο  στο ανεικόνιστο δράμα.

-Ποιο σφάγιο είναι τάχα η γη,  που  οι εκδορείς μ’ εκδορείς το μοιράζονται

η ερημιά των λαών,  που ό,τι τους δίνεται είναι αυτό που τους εξουσιάζει;

 

Το πένθος!..  Το πένθος!..

 

Και τα παιδιά κρατιούνται απ’ το χέρι στη μαθητεία του φόβου

και σφίγγουν στη φούχτα την ανεκτέλεστη ήβη τους.

Και τα παιδιά νικούν το ακατάλυτο,  που πάει να πει:

Θα έρθει η μέρα!..

 

ΠΩΣ ΞΕΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

(…και πώς βολεύεις μέσα στην ίδια γλώσσα τη σιωπή…) 

Όμως, πώς αυτό που μέσα σου μοιάζει να χαμηλώνει,

πώς θα βαστάξει τόσο γκρίζο απ’ τα καμένα ανίσκιωτα χωριά,

πώς θα σηκώσει  τόση ανθρωπότητα πάνω από τα χαλάσματα του ανθρώπου;

 

Α κόσμε, πώς τώρα αυτό που βγαίνει από μέσα σου είναι μια έρημος

και απλώνεται

σαν παλιά θάλασσα που τα νερά της έχουν τραβηχτεί,

σαν εποχή όπου όσοι στήνουν σκάλες  να φτάσουν σε ουρανούς

σταυρώνονται στο πρώτο σκαλοπάτι;

 

Κι ενώ ποτίζεται με ξύδι  και  χολή η εγκατάλειψη

και ακούγεται μεγάλη η φωνή

και τα υφαντά ιμάτια μοιράζονται στους διακονιάρηδες της αυτοκρατορίας,

κανένα ιερατείο δεν δικάζει τους ληστές,

κανενός ναού δεν σκίζεται  στα δύο το καταπέτασμα.

 

Επειδή έτσι γίνεται και μένει ακόμη ανοιχτός  ο Κήπος της Γεθσημανής,

να περιφέρεται η γραφή με  λύπη έως θανάτου.

 

Επειδή έτσι γίνεται και η κόλαση μετριέται μονάχα με κόλαση

και το σκοτάδι μονάχα μ’ εκείνο που δεν θέλεις να δεις.

 

Και τώρα που αρχίζει να θαμπώνει τα μάτια σου

η απόγνωση των τρομερών καιρών σου,

τώρα που θα κρατήσεις το αγκάθι του σκορπιού

μακριά απ’ την ξυπόλυτη σου φτέρνα;

Πώς θα διασχίσεις, δίχως να ’χεις  για οδηγούς σου τους νεκρούς,

τις πένθιμες πεδιάδες των Φιλίππων;

 

Α, κόσμε, πώς ξεπληρώνει το αίμα σου όλες τις οφειλές της ιστορίας

και πώς κάθε σου πράξη τρέφει την καύτρα,  μέχρι που το τσιγάρο να σωθεί;

 

Πώς τυραννάς τη γλώσσα σου μες στις κακοτοπιές της ουτοπίας

και πώς βολεύεις μέσα στην ίδια γλώσσα τη σιωπή;

 

Επειδή έτσι γίνεται  και  ό,τι δε λέγεται ανταλλάσσεται μονάχα

με ό,τι δεν έχει λεχθεί

και η πραγματικότητα αφεντεύεται απ’ την πραγματικότητα που υπάρχει.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι εσύ Τειρεσίας γέρος τυφλός με κρεμασμένα στήθια,

καθισμένος κάτω απ’ τα τείχη  -  ποιας Θήβας;

μέσα σε μια χούφτα σκόνη δείχνεις – άραγε ποια πραγματικότητα του φόβου;

[όγδοη  παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα]

 

ΧΑΘΗΚΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΥ

(ένατη παραλλαγή  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα)

Άλλοτε   μου ήταν τόσο εύκολο να βρίσκω το δρόμο,

να φεύγω και να επιστρέφω ξανά,

τόσο εύκολο να κρύβομαι μέσα στο κέλυφος των αποχωρισμών.

Άλλοτε δεν φανταζόμουν έτσι αυτό που μένει πίσω απ’ το λυγμό του.

 

Χάθηκα μέσα σ’ αυτό που αποσώθηκε.

Και η πίστη μου κόκκαλο γυμνό,

γλειμμένο απ’ τη βροχή  κι απ’ τον ήλιο.

Κι η τέχνη μου ανίσχυρη γι’ αυτό που ποθεί,  γι’ αυτό που αποδιώχνει.

 

Μέρες  και  νύχτες που μπόρεσα να βαστάξω,

από το ίδιο παράθυρο ξανοίγοντας  τους ίδιους ανθρώπους,

εκείνους που ολοένα περίσσευαν  κι  ολοένα α λιγόστευαν

μες στη μορφή τους,  εκείνους,

γυρεύοντας να διακρίνω στα μάτια τους τη μεγάλη λύπη, 

την οδύνη ν’ ανεβάζει απ’ τα βάθη της τον αρχαίο χορό:

-Ω Μούσα

καινών ύμνων   άεισον  εν δακρύοις ωδάν επικήδειον,

 

Επειδή έτσι γίνεται  και  η λύπη πρέπει να κοιτάξει τη λύπη,

για να νοήσει τη λύπη.

 

Επειδή έτσι γίνεται και η οδύνη πρέπει να υμνήσει την οδύνη,

για να δει της οδύνης τα δάκρυα.

 

Μέρες  και  νύχτες που μπόρεσα να βαστάξω,

σαν να μου δόθηκε ίσα – ίσα τόσο σώμα,  τόση ψυχή,

εκεί όπου ενώνονται  και  παύουν να μοιάζουν μ’ εκείνο που είναι∙

σαν να μου δόθηκε τόσος χώρος, τόσος καιρός,

εκεί όπου υπάρχουν και ορίζεται η συνέχεια αυτού που δεν έχει τελειώσει,

εκεί, στη συνέχεια αυτού που είναι πάντα η αρχή

κι όπου ο καθένας καλείται να διαχειριστεί το μακελειό του,

σπρώχνοντας το καρότσι της ουτοπίας του εκει,

στο σφαγείο του έσχατου.

 

Δεν μπορώ να βρω άλλον τρόπο, για ν’ αντέξω το έσχατο,

από αυτό το γαλάζιο φεγγάρι με την άκτιστη άλω,

από αυτό το γαλάζιο πουλί που δεν ξέρει τραγούδια  και  τραγούδια λαλεί.

 

Δεν μπορώ να πιστέψω άλλη αλήθεια για το έσχατο

από αυτό το κορίτσι που σκάβει στα ερείπια,

για να θάψει τη σκοτωμένη του κούκλα,

από αυτό το αγόρι που κρατά τα ερείπια ζεστά  με την καμένη του ανάσα.

Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη αλήθεια απ’ το τέλος του γέλιου τους.

 

Πάνω στο τέλος του γέλιου τους βαδίζω.

 

Ποιος μάχεται για τη σημαία της λύπης του;

Ποιος τραγουδά τα εμβατήρια της οδύνης;

Ποιος κουβαλά το τέρας του  θριαμβικά στους ώμους;

 

-Όποιος δοξάζει το τέρας του,  δοξάζει τη λύπη του,   είπες.

 

Τώρα βρίσκομαι εδώ, καταπώς λογαριάζω τούτο τον κόσμο,

καταπώς ταιριάζω το τέρας μου μέσα στο νόημά του,

έχοντας μάθει ότι τούτος ο κόσμος είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει,

είναι αυτό που μπορεί να συμβεί.

 

Έχοντας μάθει ότι τούτος ο κόσμος είναι το ελάφι  και  ο κυνηγός,

είναι η πέτρα που κυλάει και δεν χορταριάζει,

το ριζωμένο χόρτο στην πέτρα που κυλάς.

 

Έχοντας μάθει ότι τούτος ο κόσμος είναι η αρχή και το τέλος του παιχνιδιού

-Τέλος, τελείωσε, θα τελειώσει, μπορεί και να τελειώσει.

-Αφού έτσι πάει το παιχνίδι… ας παίξουμε έτσι… κι ας μιλάμε πια

γι’ αυτό… δεν το συζητάμε πια.  Παλιοκούρελο!.. Εσένα  - σε κρατάω.

 

Επειδή έτσι γίνεται και η μποτίλια που ρίχνεις στο πέλαγος

είναι το μήνυμα που στέλνεις , για να φτάσει σ’ εσένα.

Και το μήνυμα είναι η αλήθεια  που γεννιέται μέσα στο όνειρο,

η αλήθεια  που πεθαίνει μέσα στο όνειρο∙

είναι η αλήθεια που σκοτώνει το όνειρό σου.

 

-Όποιος αντέχει την αλήθεια, αντέχει το όνειρο,   είπες.

 

Και στέκομαι εδώ,

έχοντας κιόλας αγγίξει το ξέφτι του πεπρωμένου

στο φαγωμένο ρούχο της Άτροπου,

έχοντας κιόλας δει τις τάπιες του Μεσολογγιού και το φεγγάρι

να ανατέλλει πάνω απ’ το καταράχι του βουνού που το λένε Φεγγάρι,

έχοντας κιόλας ακούσει πως τρίζει ανυπόμονα το μέσα μέρος της ζωής,

πώς τρίζει μέσα μου το τέταρτο καρφί, εκείνο  που δεν άφησε σημάδι.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι ενώ τίποτα δεν κρατάει για πάντα,  κάθε άνθρωπος

διαλέγει τη δική του σαγή, για να ιππεύσει τη ματαιότητα,

το δικό σου σημείο στον χρόνο, για ν’ αναμετρηθεί με το παρόν του,

δίχως να υποπτεύεται ότι ο δόλιος τόπος είναι η μνήμη,

ότι η μνήμη είναι η χωσιά  που στήνει ο χρόνος, για να εκδικηθεί.

 

-Όποιος ξεφεύγει απ’ τη μνήμη, ξεφεύγει απ’ το χρόνο.

Έτσι είπες.

 

ΣΤΗΝΟΝΤΑΣ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΕΣ ΣΤΙΧΟΜΥΘΙΕΣ 

(…πότε εις εαυτόν,  πότε φανταστικούς διαλόγους με άλλους ποιητές συνοδοιπόρους…)

«… ὁ Ζαφειρίου καὶ σὲ αὐτή του τὴ συλλογὴ μὲ τὸ σκοτεινὸ βάθος καὶ τὸν κουβεντιαστὸ τόνο, ξεσκεπάζει θεμελιώδη ἐρωτήματα, μετακινώντας διαρκῶς τὰ πιόνια καὶ τὰ ἀγαπημένα πρόσωπα σὲ μιὰν ἀόρατη σκακιέρα.

Ἂν θὰ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ὁρίσουμε τὰ ὅρια αὐτῆς τῆς σκακιέρας θὰ διακρίναμε τρεῖς βασικὲς ὁδοποιοὺς ἀρτηρίες:

τὸ πραγματικὸ στὴ θραυσματική του μορφὴ τῆς ἀνάμνησης ἢ ὁ παιδικὸς ἑαυτὸς ἀπέναντι στὸν καινούριο ἐνήλικα,

τὸ μὴ πραγματικὸ στὸ παρὸν ἢ ἡ σχέση μὲ τὸν χρόνο καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα τοῦ χρόνου,

καὶ τέλος, ἀνάμεσα σὲ αὐτὰ τὰ ταξίδια οἱ πυξίδες τῆς ἀναγνωστικῆς ἐμπειρίας»

«Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ ποιητὴς ἐπιστρέφει στὴν παιδική του γειτονιὰ καὶ στὰ δρομάκια πίσω ἀπ’ τὴν Καμάρα. Κλεισμένοι στὰ ἡρωικά τους τοπονύμια οἱ δρόμοι μὲ τὰ περήφανα ἐρείπιά τους, ἀπομεινάρια μιᾶς ἀνθεκτικῆς ἀστυγραφίας, ἐνεργοποιοῦν ἀντανακλαστικὰ στὴν ποίηση τοῦ Ζαφειρίου τὴ σχέση μὲ τὸ χῶρο: μιὰ σχέση ζωτικὴ ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ βίωμα, μὲ τὶς ἀρχετυπικὲς μορφὲς τῆς μάνας ἢ τοῦ πατέρα. Ὁ ποιητής, μιὰ παράξενη κατηγορία flâner, ἐπιστρέφει πεισματικὰ στὰ οἰκεῖα μονοπάτια, στήνοντας διαρκῶς σκηνὲς ἀποχαιρετισμῶν. Τὰ καινούρια φαντάσματα συνομιλοῦν μὲ τὰ παλιά, οἱ παλιοὶ λογαριασμοὶ κλείνουν «ἐπειδὴ ἔτσι γίνεται» καὶ οἱ φίλοι μᾶς συντροφεύουν γιὰ πάντα, ὅπως μᾶς συντροφεύουν καὶ μᾶς στοιχειώνουν ἀπότομα καὶ ἀκαριαῖα εἰκόνες ἀποχαιρετισμοῦ (εἶναι σπαρακτικὴ ἡ εἰκόνα τῆς μάνας «μπερδεμένη νὰ κάθεται στὸ κρεβάτι τοῦ ἀξονικοῦ μὲ τὴν κανούρια νυχτικιὰ καὶ τὸ νοῦ νὰ χάνεται λίγο-λίγο στὶς λευκὲς φυλλωσιές του…»

(αποσπάσματα από κείμενο στὸ BookPress που υπογράφει η  Μάρθα Βασσιλιάδη / Martha Vassiliadi, Καθηγήτρια νεοελληνικῆς φιλολογίας στὸ ΑΠΘ]

 

ΣΤΙΧΟΙ ΣΚΛΗΡΟΙ, ΟΤΑΝ ΑΝΑΤΕΜΝΟΥΝ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ  

(…που «σβήνει ένα – ένα τα παλιά της φαντάσματα, 

για να γραφτεί απ’ τα καινούργια της φαντάσματα ξανά…»

σαν μηχανή αέναης παραγωγής διαψεύσεων και ματαιότητας)

Καὶ στίχοι τρυφεροί, βαθιὰ συγκινημένοι καὶ συγκινητικοί, ὅταν ἡ μνήμη ἀναδιφεῖ τὴ δική του μικροϊστορία, ἀνασταίνοντας τὴ μάνα, τὸν πατέρα «μὲ τὴ γκρίζα τραγιάσκα στὰ ἐξόριστα χέρια του»  καὶ τὴν παιδική του ἡλικία.»

«Τὸ ἦθος τῆς συλλογῆς ὁρίζεται ἀπὸ τὸ δίστιχο

«καὶ στὸν βλαστὸ ὅπου βγαίνει τὸ ρόδο, / βγαίνει καὶ τὸ ἀγκάθι του».

Τὸ δίστιχο αὐτό, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν εὑρηματικὸ τίτλο ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΓΑΙ, ποὺ λειτουργεῖ σὰν μοτίβο τοῦ κειμένου, σὰν ἐπωδὸς καὶ ἐπωδὴ συγχρόνως, εἶναι τὸ σῆμα τῆς ὥριμης ἀποδοχῆς τοῦ κόσμου καὶ τῆς φρόνιμης συμφιλίωσης μαζί του.

Εἶναι λοιπὸν καὶ σῆμα τῆς ἀπαντοχῆς ποὺ ἐμφανίζεται διαυγέστερο, ἀναμφισβήτητα καταφατικό, στὴν ἀντεστραμμένη μορφὴ ποὺ προσλαμβάνει στὴν τελευταία σελίδα, σὰν καταστάλαγμα πιά:

«Ἐπειδὴ ἔτσι γίνεται καὶ καθὼς ὁλοένα κοντεύεις στὸν τόπο

ποὺ μὲ τόπο ἀλλιώτικο δὲν μπορεῖς ν’ ἀνταλλάξεις,

καὶ καθὼς τὸ ἀγκάθι τοῦ ρόδου σοῦ τρυπάει τὸ δάχτυλο

ὅσο ἁπαλὰ καὶ ἂν τὸ ἀγγίζεις,

ἀφήνεις στὸν πόνο τὰ χέρια σου, ἴσαμε γιὰ νὰ κρατηθεῖς ἀπ’ τὴν ἐλπίδα

πὼς στὸ ἴδιο βλαστάρι τοῦ ρόδου, μαζὶ μὲ τὸ ἀγκάθι φυτρώνει καὶ τὸ ἄνθος του».

(μικρό απόσπασμα από κείμενο του Παντελὴς Μπουκάλας στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ)

 

ΑΠ’ ΤΗΝ ΥΛΗ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ…

(αφορισμοί  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ από τη 2η ενότητα  της συλλογής Σταύρου Ζαφειρίου με 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα) 

Επειδή έτσι γίνεται… και ανοίγουν περάσματα  και  κανένας τόπος δεν είναι κλειστός  και  μένουν ακίνητες οι δυο Συμπληγάδες…  (σελ. 28)   Πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζεις    πως κάθε τώρα είναι η πραγματικότητα του πάντοτε…  (σελ. 29)  Και τα παιδιά κρατιούνται απ’ το χέρι στη μαθητεία του φόβου  και  σφίγγουν στη χούφτα την ανεκτέλεστη ήβη τους…  (σελ. 29)   Σαν εποχή όπου όσοι στήνουν σκάλες να φτάσουν σε ουρανούς   σταυρώνονται στο πρώτο σκαλοπάτι…  (σελ. 30)   Επειδή έτσι γίνεται και μένει ακόμη ανοιχτός ο Κήπος της Γεθσημανής, να περιφέρεται η γραφή με λύπη έως θανάτου   (σελ.30)  Πώς τυραννάς τη γλώσσα σου μες στις κακοτοπιές της ουτοπίας  και  πώς  βολεύεις μέσα στην ίδια γλώσσα τη σιωπή…  (σελ. 31)  Επειδή έτσι γίνεται κι εσύ Τειρεσίας γέρος   τυφλός  με κρεμασμένα στήθια, καθισμένος κάτω απ’ τα τείχη – ποιας Θήβας…  (σελ. 31)  Έχοντας μάθει ότι τούτος ο κόσμος είναι η πέτρα που κυλάει  και  δεν χορταριάζει,   το ριζωμένο χόρτο στην πέτρα που κυλάς…  (σελ. 33)   Επειδή έτσι γίνεται και η μποτίλια που ρίχνεις στο πέλαγος   είναι το μήνυμα που στέλνεις,  για να φτάσει σ’ εσένα… (σελ. 33)   Και στέκομαι εδώ,  έχοντας αγγίξει το ξέφτι του πεπρωμένου στο φαγωμένο ρούχο της Άτροπου,   έχοντας κιόλας ακούσει πώς τρίζει ανυπόμονα το μέσα μέρος της ζωής… εκείνο που δεν άφησε σημάδι…  (σελ. 34)   Επειδή έτσι γίνεται  κι  ενώ τίποτε δεν κρατάει για πάντα,  κάθε άνθρωπος διαλέγει τη δική του σαγή,  για να ιππεύσει τη ματαιότητα…  (σελ. 34)

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2026

ΚΛΕΙΤΟΣ, ΕΝΑ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟ ΠΑΙΔΙ

  (…περίπου είκοσι τριώ ετών…) με αρίστην αγωγή, με σπάνια ελληνομάθεια – είν’ άρρωστος βαρειά.   Τον ηύρε ο πυρετός που φέτος θέρισε ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ