Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΤΟ ΑΚΡΟΝ ΑΩΤΟΝ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ: Η ΑΓΑΠΗ

 (…του άκρου άωτου της ευαισθησίας; Πάλε η Αγάπη…)


Βέβαια και η ατέρμονη προσδοκία, στη ζωή, της έρημης χαράς.
Βάλε και τα μάτια, σωροί ματιώνε, άπειρα ζεύγη ματιών,
με τη γοητεία τους το καθένα,
το χρώμα τους,  το βλέμμα τους,   τη γλώσσα τους
και το γλωσσάριο τους,
το γέλιο τους,   τα δάκρυα και τη θλίψη τους,
τον έρωτά τους ή και την αδιαφορία τους ακόμη.
Μάτια ορθάνοιχτα, σφαλιχτά,
μάτια που κρατούνε κρυφά, φανερά, μυστικά,
μέσα στα ίδια μας τα μάτια, πάντα, πάντα.
Μάτια γυναικών,  πουλιών,   παιδιών,
μάτια όπου δεν είδαμε, κι όπου μας είπανε πολλά γι’ αυτά.
Μάτια γλαρά, νυσταγμένα, μάτια γιομάτα πόθους:
άσπρα σπινθηροβόλα, υπέρλαμπρα, ατέλειωτα
πάνω στον στοργικό ατέλειωτο νυχτερινό μας ουρανό.
 
Κι όμως: φιλιά στα μάτια δεν είναι χωρισμός!..
 
Η ζωή,   η γνώση,
η γνώση της ζωής (των ματιών πάντα)
να ’ναι τροφή ονείρου απαλού,
ή μήπως παραλήρημα;
 
Λέω,    για τις κληρομαντείες,
 υπόλογοι θα ’ναι οι υποφήται του Ναού
της ζωής  (της δόξας)  των ματιών.
[Η ΑΔΕΛΑΪΣ ΤΩΝ ΥΠΟΦΗΤΩΝ (η μεγάλη ιέρεια του φετιχισμού)  
κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου
ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978
με ένα πίνακα από τον ίδιον τον ποιητήν για τη συνέχεια]



 


Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ-ΣΙΔΕΡΗ-ΣΤΕΪΚΟΒΙΤΣ

ο Σιδερής –Ισίδωρος –Στέικοβιτς

ήταν «καβάσης» στο γονικό το σπίτι του πατέρα του

και παρέμεινε έτσι πιστός

κοντά του

σ’ όλη του τη ζωή

(μόνο που κάποτε –μα ελαφρότατα – κακοκαρδίζανε γι’ ασήμαντα μικρο-ζητήματα ηλικίας:

ποιος από τους δυο τους ήταν μεγαλύτερος)

 

ο Σιδερής «χαρβάτης» - κροάτης – την καταγωγή

βέρο Ρωμιό ελόγιαζε – και ήτανε – τον εαυτό του

σωρούς εφημερίδες δικές μας έφερνε

στο σπίτι κάποιος να τις διαβάσει

καθώς ο ίδιος

γρυ δεν σκάμπαζε από γράμματα

 

με τα δικά τους χιόνια τα χρόνια

τον αναγκάζανε τον Σιδερή

στο μουστάκι – μόνο – να περνάει κάθε τόσο μπογιατζάρα

-οι αγαθοί Πολίτες το λεν «πάει» στο Μπογιατζίκιοϊ» (= το Βαφεοχώριον)

 

κούτσαινε κιόλας από το δεξί του πόδι

καθώς επίστεψε στις επαγγελίες για δικαιοσύνη και λευτεριά

των Νέο-τούρκων

και νέος έλαβε μέρος

στα σχετικά ματοκυλίσματα

 

για να εξασφαλίσει τα προς τα ζην

έκανε όλες τις δουλειές

ντουβαρτζής ασπριτζής συγκολλητής

πολυτεχνάς εν ενί λόγω

πολλές φορές και θυρωρός σε πολυκατοικία

 

όμως τις Κυριακές με την καλή το φορεσιά εφάνταζε

έλαμπε

πατούσε δω βρισκόταν κει

περεχυμένος πατσουλιά

(λάτρης ως ήταν του ωραίου φύλλου)

με τ’ άλικο φεσάκι του

που το ’βγαζε

σαν έμπαινε στην εκκλησιά

 

έλεγε πως η βουργάρα η μάνα του ήτανε μάγισσα

κάτι που μου είναι φυσικά αδύνατο

εγώ να βεβαιώσω

ένα όμως μπορώ να πω

μετά μεγίστης πεποιθήσεως:

ο Σιδερής ο Στέικοβιτς ο ίδιος

ήτανε

μάγος από τους μεγάλους

 

τι παραμύθια ατέλειωτα τι ιστορίες

του Ναστραδίν Χότζα

και δεν ήξερε

άλλοτε πάλι με το στόμα έκαμε τις φανφάρες

τα εμβατήρια του τακτικού στρατού

με τους «παθητικούς» σκοπούς τους

άλλοτε περιέγραφε γεγονότα καταπληκτικά

της… τρεχούμενης ζωής

με άρτια τεχνική commedia dellarte

 

αλλά προ πάντων ήτανε ζωγράφος από τους πιο δυνατούς

 

τι θαυμάσιες μορφές και σχέδια με το Φάμπερ Νο 2

βγαίναν απ’ τα χέρια του

-σάλιωνε με τη γλώσσα και τη μύτη του μολυβιού

για τους «πλέον μαύρους» τόνους του –

με λαμπερές λαδομπογιές  ζωγράφιζε στο σατέν άπειρης καλλονής

ευμορφάδας

λουλούδια

και γοργόνες

(αυτές δα ήτανε το μεράκι του)

και ρήμαζα – κρυφά – τα επισκεπτήρια των γονέων μου:

το χαρτί πάντα μας ερχόταν λιγοστό

 

παιδάκι οσάκις τύχαινε να με πηγαίνουνε στη Βασιλεύουσα

με τι λαχτάρα έτρεχα

να βρω τον Σιδερή

και να χαρώ

τα μαγικά του

τα υπέροχα χαρίσματα

 

γιατί ο σεμνός και πολλά θαυμαστός

αυτός Σιδερής

υπήρξε πράγματι ο μεγάλος Δάσκαλός μου

μαζί με τον Παρθένη και τον Κόντογλου

κι έπρεπε

ναν το πω

 

Ο ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ

σα βόγγαε η άγια αυτοκρατορία

από τα δεινά

όταν το έθνος λύγαε από

τις επιθέσεις των Βαρβάρων

κι η επικράτεια ολόκληρη γονάτιζε με τ’ αλλεπάλληλα

των εχθρών χτυπήματα

πάντα σ’ αυτόν προσφεύγαν

για ν’ απαλλάξει τη χώρα από τα βάσανα

απ’ αυτόν πάλι επροσδοκούσαν

την απολύτρωση

τη σωτηρία

 

κι έπειτα

έπειτα: πού τον ξέραν

πού τον είδανε;

 

έτσι

στους τελευταίους ακριβώς χρόνους της φθίνουσας περιόδου  «του ’30»

αναμεσίς

στους φιλόδοξους με τ’ ακαθόριστα σχέδια

τους άγρια λυσσαγμένους – παρ’ όλο το ισχνότατο των εφοδίων τους –

για μιαν όσο μπορούσαν πλατύτερη επικράτηση

τους άγρυπνους – σαλιάρηδες – διακονιαρέους και κλέφτες  της δόξας

ξεκίνησε νεώτατος ο Βελισσάριος

παρέα με τον Ανδρέα τον Εμπειρίκο

να δημιουργήσει

και να ζήσει.

 

ΠΑΡΑΦΑΣΙΣ  ή  Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ

τι είναι στη ζωή που να μην είν’ αίνιγμα γρίφος;

μα κι η ζωή η ίδια δεν είναι γρίφος αίνιγμα;

 

τι δυστυχία οι τεχνοκράτες

μέσα στην τύφλα απ’ ολούθε που τους περιζώνει

να παραμένουνε

στις κούφες πεποιθήσεις (;) τους

ισχυρογνώμονες

πεισματωμένοι

γινατζήδες

 

του ποιητή

πια μόνη – θεόθεν – σωτηρία λύσις

παρηγόρηση

μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές

ο εστί

μεθερμηνευόμενο

η κοιλάδα των ροδώνων

 

ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ 

(…με τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής…)

ΕΠΙΛΟΓΕΣ  λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων… (αλλά) Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύβεται η Ερινύα βαθιά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν την νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό!..

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2026

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΩΣ ΕΙΜΑΙ ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ (26)

 (… ο Γιάννης είμαι  και  δεν θέλω ούτε λιοντάρια  ούτε ανθρώπους…)


1

Πλένεσαι 

και τα νερά που τρέχουν

ποτίζουν τις μηλιές   του κάτω κόσμου

 

16

Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο.  

Δεν μπορώ να μετακινηθώ.  Ένα λιοντάρι

με περιεργάζεται με τα κίτρινα μάτια του.

Δεν είμαι ο Δανιήλ  στο λάκκο των λεόντων,

ο Γιάννης είμαι και δεν θέλω  ούτε λιοντάρια

ούτε ανθρώπους.  Το δωμάτιο θέλω να καθαρίσω

και να καθίσω να ξεκουραστώ!..

 

27

Κάθε βράδυ η γυναίκα του διπλανού    διαμερίσματος –

καταλαβαίνω ότι είναι γυναίκα

από το θόρυβο των μαλλιών –

καρφώνει κάτι    στον τοίχο!.. 

Μπορεί τα μυστικά της,   μπορεί  τα κουζινικά της.

Όχι,  καρφώνει το χέρι της

ψηλά κι έτσι κρεμασμένη  κοιμάται σαν νυχτερίδα.

 

67

Όταν πα’ να σε φιλήσω   όλο κρύβεσαι 

-λες και θα σε φωτογραφίσω -  

Κατεβάζεις το κεφάλι  και  ο αυχένας σου

τρέχει ποτάμι,  χύνεται στο απόγευμα.

Κάθομαι άνεργος,  σε κοιτάζω να πρασινίζεις.

Αργότερα κλείνομαι στην τουαλέτα

και προσπαθώ να βάλω τα πράγματα στη θέση τους.

Λέω λοιπόν:  τη λάμπα   φεγγάρι,

τον καθρέφτη ουρανό  και  εγώ  που χτενίζομαι

εκεί μέσα άνθρωπος  -   έξω η νύχτα!..

 

98

Πάλι στης κουζίνας τα θαύματα    είμαστε!..

Με τα μαχαίρια να κόβουν

την ομορφιά σου στη μέση. 

Από το δάσος  του ψυγείου μαζεύουμε φρούτα.

Ροκανίζω τη φρυγανιά –   το χρόνο μου

σ’ αυτή  την καθημερινή κρύπτη!..

 

107

Καθόμαστε στο πάτωμα   (στο μαύρο χόρτο) 

πλάτη με πλάτη.

Φεύγεις.

Στη θέση σου    μια μεγάλη σπηλιά,

βγάζει ζεστό αεράκι   του μέλλοντος!..

 

129

Αυχενικό σύνδρομο:  τα κάρβουνα των φιλιών 

και ο ασβέστης της νύχτας  δημιουργούν αυτό

το πέτρωμα στα όνειρα.  Ύστερα τυφλώνεσαι.

Δηλαδή θέλεις να βλέπεις μόνο ένα πρόσωπο.

Στο τέλος μένεις μόνος  με τους κυματισμούς

του πονοκεφάλου και τους σοφάδες των λέξεων!..

 

[επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού  ΤΑ ΟΣΤΑ 1982

Εδώ αντιγραφή και επικόλληση από  την ανθολόγηση ποιημάτων

Γιάννη Κοντού που με τίτλο  ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ,

κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1999

 

ΑΝΘΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ ποιήματα και από τις συλλογές:

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ 1985:

Γυναίκα με φακίδες, με μαλλιά  με σιδερένια χτένα, 

Το Ανάχωμα,  Φυτολογία,   Μιλάει ο Δράκος στον Άγιο Γεώργιο  και

Κάτοψη διαμερίσματος

 

ΔΩΡΕΑΝ ΣΚΟΤΑΔΙ 1989:

Ακτινογραφία  και   Δένδρο στην άκρη

 

ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992:  

Γενική κάτοψη του συναισθήματος   

Στο ακρωτήριο του κρεβατιού

Η ζωγραφική στη ζωή μου   και  ΕΠΙΜΥΘΙΟ:

Λένε ότι πρέπει να συμφιλιωθούμε με την πραγματικότητα!..

Ποια πραγματικότητα;  Αυτόν τον αέρα που τρέχει γύρω μας,

αυτά τα φιλιά που δεν πιάνονται

 

 


ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΦΑΚΙΔΕΣ,  ΜΕ ΜΑΛΛΙΑ,  ΜΕ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΧΤΕΝΑ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ 1985

Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999 )

Αυτή, μπροστά σε χαλασμένο αυτοκίνητο, προσπαθεί να ξεχάσει τους δρόμους  και  τα σήματα της Τροχαίας. Πάνω της πέφτει όλο το βράδυ ψιλή λήθη και τη φτάνει ως το κόκαλο.  Κοιτάζει με το φακό τα σχισμένα λάστιχα.  Σκέπτεται τα λερωμένα της σεντόνια, το βουλωμένο νεροχύτη, την καμένη λάμπα του χολ, τα σκουπίδια. Προσπαθεί να δει παραπέρα την άλλη μέρα.  Ύστερα είναι και ηθοποιός  και  όλο ξεχνάει τους ρόλους της.  Παιδεύει τα φορέματα, τις κρέμες. Γενικά της ξεφεύγουν οι ήρωες. Ανοίγει πόρτα, μετά άλλη  και  άλλη  και  πάντα βρίσκεται μπροστά σ’ έναν τοίχο.  Κάτι άνθρωποι της γνέφουν, με καπέλα, με ρολόγια, αλλά αυτές οι πόρτες  μια ανοίγουν μια κλείνουν  και  όλο σκοτεινιάζει. Γνωρίζει χιλιάδες φωνές, μόνο τη δικιά της δεν άκουσε ποτέ. Μια φορά φώναξε δυνατά  (ούρλιαξε)  όταν εκείνος που την αγάπησε της έλεγε ότι: «αυτές οι φακίδες είναι πέπλο γύρω στο σώμα σου».  Και τραβούσε το δέρμα (το πέπλο)  να το βγάλει και πονούσε πολύ. Τώρα χαμένη, πρέπει να βρει την άκρη της νύχτας και να μπει στον κόσμο  ή έστω σε κάνα δυο ανθρώπους  ή  στον εαυτό της.  Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι την ξέχασαν τα προσωπικά της αντικείμενα.  Η τσάντα, η καρέκλα, η ζακέτα.  Εκείνο όμως που την τρομάζει, είναι η σιδερένια της χτένα. Κάνει να χτενιστεί και γίνεται μαχαίρι κοφτερό.  Όλο κοιτάζει δίπλα,  την άλλη σελίδα. Θέλει το σκύλο να πάρει αγκαλιά, να ζεσταθεί, να κοιμηθεί…

 

ΤΟ ΑΝΑΧΩΜΑ

Σβέλτο κορμί ανεβαίνει – σχεδόν  πετάει -  με τα μαλλιά της μαύρα νερά  και  στην κοιλιά χάδια χθεσινά.  Το χώμα μόλις προλαβαίνει  να πάρει το εκμαγείο του αστραγάλου – γιατί όπως είπαμε πετάει -  Η σκόνη γίνεται πάνω της θάλασσα.  Κάνει κινήσεις πρωινής κολυμβήτριας.  Οι σχισμές της αχνίζουν από την προσπάθεια.  Τα μάτια ίσια στην κορυφή.  Ο ήλιος κάθετος έχει εξατμίσει όλες τις σκιές.  Δυο τρεις απλωτές ακόμη  και  φτάνει.  Ρίχνει τους γάντζους της φωνής και είναι πάνω στην επίπεδη επιφάνεια και χορεύει το χορό του χαλκού – λες και βγήκε το φεγγάρι - 

 

(Σε κρατάω σφιχτά στο χιόνι του ύπνου)

 

ΦΥΤΟΛΟΓΙΑ

Το σώμα σου δε φύεται παντού.  Μόνο όταν ξαπλώνεις στο αφράτο χώμα του κρεβατιού – αφού βγάλεις τα κόκκινα γοβάκια – οι γοφοί σου βουλιάζουν στην αμνησία της καμπύλης  (ακόμη ακούγονται τα βήματα στο χολ).  Δέκα χρόνια πριν,  δέκα χρόνια μετά, νιώθω αρχαιολόγος ανοίγοντας τα πόδια σου.  Σιγά – σιγά το χνούδι φουντώνει, γίνεται πυκνό δάσος.  Οι κορμοί των δένδρων είναι διαφανείς – βλεπόμαστε.  Όπως αλλάζεις στάση,  η τάφρος του προηγουμένου σχήματος πετάει χλωρά κλαριά  και  πράσινα μάτια.  Πιο μέσα λιγοστεύει το φως.  Πηγαίνω στα τυφλά.  Ακούω ήχους φύλλων, υγρασίας και ρίζες να έρπουν στα μάτια μου.  Το έδαφος λασπώδες.  Σέρνομαι  και γλιστράω σε ιαματικά λουτρά.  Κρατάω την αναπνοή και πάω πιο βαθιά.  Υπόγεια ρεύματα με τραβάνε στο χαμό.  Εδώ η βλάστηση είναι μπλε.  Έχω πάψει να πιστεύω ότι πάω σε κυνήγι.  Παγίδες – λέξεις  μου μαγκώνουν τα πόδια.  Πιάνω ένα άσπρο μαλακό πανί  (είναι η ψυχή ,  η ψίχα του φόβου).  Θα καθίσω εκεί μηρυκάζοντας τα χρόνια και τα μαλλιά σου.  Ακόμη ακούγονται τα βήματα στο χολ.  Αναδύομαι από τα σεντόνια.   Γύρω ξερά κλαδιά  (όχι κλαριά)  και  γραμμές στο στεγνό χώμα δείχνουν τις κινήσεις της μουσικής που απλώνεται και  θα τα σκεπάσει όλα!.. 

 

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ

Όλες οι αγιογραφίες δείχνουν ότι θα με σκοτώσεις. Είναι απόγευμα, τα λέπια μου λάμπουν. Τρώω μόνο χορτάρι του φεγγαριού. Αίμα δεν είδα ποτέ.  Ζεσταίνω τα αυγά της πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες.  Αυτά είναι όλα που κάνω  - τα άλλα είναι ψέματα -  Όσο για την κοπέλα  και τα νερά που έχω φυλακισμένα , δες και μόνο σου: εδώ είναι κήπος με κοντές μηλιές  και  φράουλες που δε δοκίμασα. Τώρα μόνοι κι αντικριστά.  Είναι Παρασκευή, οι πορσελάνες των προσώπων μας  νυχτώνουν απότομα.  Βλέπω τη σκέψη σου αγκάθι στον ουρανό.  Βλέπω ακόμα τη μαύρη μπέρτα σου να ανοίγει και να με σκεπάζει, όπως σηκώνεις το χέρι με το κοντάρι.  Αν ήτανε διαφορετικά τα πράγματα,  μπορεί να ήμουνα σκύλος στην αυλή σου.  Στις ζωγραφιές έχω φτερά με πράσινες μεμβράνες. Δεν πέταξα ποτέ.  Σέρνομαι με πρησμένη κοιλιά στο χώμα μετατοπίζοντας τη θάλασσα προς το βουνό.  Εκείνη τη στιγμή έσπασε το τζάμι της φωνής σου μπήγοντας το κοντάρι στα πλεμόνια μου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά. Πηχτό αίμα τινάχθηκε, έβαψε τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων  που στέκονταν πίσω από σένα σε δυο σειρές και γέλαγαν.  Έβγαλα το τελευταίο σφύριγμα – σύρμα νίκελ του τρόμου – Ωρίμασαν τα μήλα του κήπου και έπεσαν στα πόδια σου.  Σήκωσες τα μάτια στον ουρανό κι έγινες άγιος. Τα νύχια μου γαντζωμένα στο χώμα αναδίδουν μουσική και μύρο.  Έκλεισα τα μάτια και είδα.

 

ΚΑΤΟΨΗ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ

Στα βάθη των θεμελίων λαλεί ακόμη ο σφαγμένος πετεινός.  Ίχνη φωτιάς, όστρακα  και άμορφα τεμάχια σιδήρου, δείχνουν ότι έζησαν άνθρωποι εδώ.   Κάθε μέρα βρίσκεις καινούργια ντουλάπια, κρύπτες και καταπακτές  (με οστά, υπολείμματα τροφών, φορέματα  ή ολόσωμες γυναίκες να χαμογελούν).  Τα χαλιά καλύπτουν επιμελώς τα βράχια και τη λίμνη που κολυμπάς.  Εκείνα που δεν κρύβονται με τίποτα είναι τα χόρτα.   Μεγαλώνουν απότομα, κάνοντας ένα θόρυβο περίεργο (κάτι μεταξύ σφυρίγματος  και  κλάματος).  Λόχμες σκοτεινές πετάγονται σε κάθε βήμα μου.  Τα χάλκινα και τα κρουστά της νύχτας φέρνουν βροχή  και  η βροχή κατολισθήσεις  και  ερωτώ:  Πού κατοικώ σε βουνό  ή  σε σπίτι;  Σε σπίτι σύγχρονο  (απαντά ο αντίλαλος),  με κουζίνα παραθαλάσσια.  Η αύρα του ψυγείου από τη μια μεριά,  από την άλλη στην ηλεκτρική φωτιά να βράζεις μαλλιά αγγέλου  και  στη μέση εμείς να φιλιόμαστε μέχρις εξαντλήσεως.  Ένας τοίχος με χωρίζει από το λουτρό.  Εκεί λούζεται με τις ώρες, μέχρι που γίνεται διάφανο το κεφάλι σου  και βλέπω καθαρά τις σκέψεις σου.  Τέλος ο φωταγωγός.  Ούτε φως – ούτε πουλιά.  Μόνο οι από πάνω ρίχνουν άδεια μπουκάλια  και αποτσίγαρα στο κενό.

(Υπάρχει και μια ξύλινη σκάλα που πρέπει να οδηγεί στο υπνοδωμάτιο. Αυτή δεν την ανέβηκα ποτέ.  Κάθομαι στο πρώτο σκαλί και ακούω τα άλλα να τρίζουν)

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ 1985

Ανθολόγηση:  ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ 1999]

 

ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ  

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού

ΔΩΡΕΑΝ ΣΚΟΤΑΔΙ  1989

Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999 )

Η πλάτη της γυναίκας    στην άκρη του κρεβατιού

είναι γυάλινη.   Μέσα: η χλόη,  οι λίμνες

στο βάθος οι χαμηλοί της λόφοι!..

Οι σκέψεις,  όπως κατεβαίνουν   από τον οισοφάγο,

φωτίζουν για λίγο   το στομάχι  σα βεγγαλικά!..

Τα φιλιά έχουν επεκταθεί  σε όλο το κορμί

ανίατη ασθένεια.

Το δέρμα κρύβει τις επιθυμίες της.

Κοιτάζει τον τοίχο  να επαναλαμβάνει

τη ζωή της σε σινεμασκόπ.

Με τα χέρια κολυμπάει νωχελικά στο άσπρο.

Την πλησιάζω.

Ανοίγουν τα παράθυρα  και  βγαίνει καπνός.

ό,τι  μαζεύτηκε μια ολόκληρη εβδομάδα!..

 

ΔΕΝΔΡΟ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ

Μαγκωμένο μεταξύ πέτρας και κενού,

έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του   με τον κόσμο!..

Τώρα μηλιά είναι;   Ελιά είναι;  Άνθρωπος είναι;  Δεν ξέρω!..

Τρέφεται με ξερό αέρα και λίγη πλάγια βροχή

όταν έχει αυτή την κλίση…

Βλέπει τις ίδιες εικόνες μια ζωή ,

τις ανακατεύει  και τραβάει στην τύχη.

Τα γεγονότα,  ο πολιτισμός,  ξεράνανε  τον φλοιό του,

αλλά μέσα τρέχουν οι χυμοί ποτάμι!..

(Τις νύχτες βγάζει καρπούς από ασβέστη,  που το πρωί σβήνουν)

Πίστευε ότι θα πετούσε…

Στη χειρότερη περίπτωση,  αν έπεφτε στον γκρεμό,

κάτι θα έμενε,   θα ξαναφύτρωνε!..

 [από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΔΩΡΕΑΝ ΣΚΟΤΑΔΙ 1989

Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ 1999]

 

ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ

(… αυτή η ησυχία των λέξεων μέσα από τις άγνωστες γωνίες των χεριών

δεν μπορεί ,  θα μας σώσουν…)

…δεν μπορεί,  τα σκοτάδια  και  η επαναλαμβανόμενη  ιστορία

του προσώπου σου,  δεν μπορεί θα μας σώσουν!..

Θέλω να πω ότι είμαστε σε μια σκακιέρα, 

όπως στα εξώφυλλα των παλιών αστυνομικών μυθιστορημάτων. 

Μέσα στις σελίδες, τις ώρες από τις δύο  έως τις πέντε μετά μεσημβρία, 

ο πληθυσμός χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες  ή  ομάδες:  

η μία κάθετα πλάι στο τζάκι και κοιτάζει τη στάχτη. 

Η άλλη κοιμάται  προσπαθώντας να εντοπίσει τα όνειρα των άλλων.  

Η Τρίτη αγναντεύει στη λίμνη τους κωπηλάτες 

σφυρίζοντας ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού!.. 

Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό 

για τις εκλείψεις της σελήνης  και  τη χαμένη νεότητά τους!.. 

Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας!.. 

Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται, 

προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της.  

Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει το επόμενο θύμα, 

χαμογελώντας στις κάμερες της τηλεόρασης.   

Ένα φως μοβ   του σφαγείου φωτίζει την περιοχή 

και  σπασμένοι καθρέφτες  γύρω αυξάνουν τις εικόνες 

και  την αγωνία των παρισταμένων!.. 

 

ΣΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΡΕΒΑΤΙΟΥ  

Τι θάλασσες περάσανε  ή  χτυπήσανε   αυτό το κρεβάτι!..

Βόρειες,  νότιες,   θερμές, παγωμένες…

Με  θύελλα,  με άπνοια,  με φιλιά  ή κωπηλατώντας

μαζί σου στην ακρογιαλιά,

στην άκρη του ξύλου  του αθώου επίπλου.

Κάτω βράχια  και  σπασμένα κορμιά

ζωντανά που θέλουν  να ανέβουν

πάλι πάνω στο οροπέδιο,  στο αλώνι,

στα μονόχρωμα,  στα μονόχνοτα  σεντόνια,  στη φωλιά!..

Οι εποχές δεν αλλάζουν τη βλάστηση   του τοπίου!..

Τ α ίδια φυτά φύονται πάντα   χαμηλά,

κυρίως καλαμιές  και  βρύα,

σαν ξεχασμένες σκέψεις.   Βλέπω το βυθό!..

Βλέπω ταινίες   (όνειρα τα λένε άλλοι).

Οι τέσσερις γωνίες του δωματίου   τινάζουν αέρα,

ο οποίος ανακατεύει τα σύννεφα   και  το φως του ταβανιού,

και έρχεται θύελλα,  θαλασσοταραχή.

Αστραπές  αυλακώνουν τις κουβέρτες.

Το μαξιλάρι το παίρνει για λίγο το κύμα!..

Προσπαθώ να σώσω το ραδιόφωνο

(γιατί μου χρησιμεύει σαν ασύρματος)

Το κομοδίνο  και  οι καρέκλες  βουλιάζουν,

επιπλέουν τα προσωπικά μου αντικείμενα.

Σπάει και το μοναδικό κυπαρίσσι.

Ούτε φανταζόμουνα,  όταν διάβαζα γεωγραφία,

ότι θα κατοικούσα στο ακρωτήριο

της Καλής Ελπίδας  -  χωρίς ελπίδα,

ότι θα πήγαινα τόσο μακριά!..

Με αυτά  κι  άλλες αναπολήσεις μαλακώνει

ο καιρός, περνάει η θύελλα.

Τότε πιάνω το γόνατό σου,  το μισό φεγγάρι,

τη μέση σου,  χορδή τόξου,

και βαδίζω επί των υδάτων!..

 

Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ  (στον Γιάννη Ψυχοπαίδη)

Άφησα το ζεστό σου κρεβάτι

τα λευκά σεντόνια,  τα ήσυχα νερά

και πήγα σε κείνες τις πλατείες

του Ντε Κίρικο, στο υποσυνείδητο,

με τα κυλιόμενα φεγγάρια.

Φυσάει νοτιάς  και μου σαρώνει τα νεύρα,

τα αρθριτικά,  τις αναμνήσεις.

Βάδιζα σ’ ένα πεζόδρομο  και  πήγαινα

και δεν πήγαινα,  λες και πατούσα

τεντωμένο σύρμα στο κενό.

Άλλο και τούτο,  τα μισά τα ζω

και τα άλλα  μισά τα φαντάζομαι.

Επιστρέφω σπίτι μαζί με τα σύννεφα.

Βλέπω εσένα γυμνή   από τη μέση

και πάνω,  τυλιγμένη σ’ ένα δέρμα

μεταξωτό,  να πλένεις λαχανικά,

με χέρια πράσινα.

Ο αέρας γύρω  σου επίσης

πράσινος,  ένα γαλάζιο φέγγιζε

στο ταβάνι.  Μύγα κάθισε στο στήθος,

τη διώξαμε μαζί με τη μέρα.

Προτού κλείσουν όλα, άνθρωποι,  χρώματα

αισθήσεις,   έσκυψες  και  μου είπες:

«κοιμήσου, αύριο θα σου στολίσω

το χριστουγεννιάτικο δένδρο»,

και άρχισες ψιθυριστά ένα νανούρισμα,

λερωμένο,  μεταχειρισμένο  από τα παλιά!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992

Ανθολόγηση: ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ 1999]

 

ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΜΦΙΛΙΩΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

(…ποια πραγματικότητα;  Αυτόν τον αέρα  που τρέχει γύρω μας,

αυτά τα φιλιά που δεν πιάνονται…)

Πρέπει να σοβαρευτούν οι σοβαροί,  να γελάσουν οι αγέλαστοι,  για να πετάξουν τα πουλιά!..   Ποια πραγματικότητα,  απροετοίμαστοι για το χώμα.   Το φως  ή  το σκοτάδι  ή  η ώχρα των ονείρων.   Κυρίως όμως το παιδάκι με τα ναυτικά  να βγαίνει από τη φωτογραφία  και  να κλαίει στο πάτωμα για το μπλε.   Ποια πραγματικότητα,  υπάλληλοι του καιρού, που λερώνετε τα νερά  και  δεν ανάψατε ποτέ κερί,   αλλά αναπαύεστε στον ηλεκτρισμό  και  στις μεγαλοβατώρες.   Ποτέ δεν θα αγγίξετε το λευκό ύφασμα  του απροσδιόριστου     (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού  ΣΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992 – Ανθολόγηση ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ 1999)

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2026

ΤΟ ΑΚΡΟΝ ΑΩΤΟΝ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ: Η ΑΓΑΠΗ

  (…του άκρου άωτου της ευαισθησίας; Πάλε η Αγάπη…) Βέβαια και η ατέρμονη προσδοκία, στη ζωή, της έρημης χαράς. Βάλε και τα μάτια, σωροί μ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ