(… την ανδρεία του Χάους μου έμαθε η σιωπή σου…)
Ποια έπαρση της λεωφόρου; Του
βάθρου ποιο ύψος;
Πότε ανοίγουν επιτέλους οι ουρανοί
πότε ανοίγουν;
Στο βόρειο σέλας αιωρούνται πίθηκοι
Ποτέ δεν θα ονειρευτείς με τα κατάρτια που μισεύουν
ποτέ εμένα την κάθετη αίρεση των πάγων
Αν μονόφθογγο οχταήχι…
(…αν νυχιά στο μάγουλό σου η αστροφεγγιά…)
αν φλάουτο η καύτρα του Ιούνη
βγάλ’ τα πέρα
μ’ ετούτον τον κορυδαλλό του άσαρκου ουρανού
του ραγισμένου ύπνου
ή με το δεκανίκι σου αριστερά σαν
μπαίνουμε απ’ τη Ρούμελη…
Και να θυμάσαι
όθε στεριά όθε στροφή
(…που ξαναμμένος
παραμόνευε που παραλίγο να σε καταπιεί ο
βράχος…)
Κανένας τους λοιπόν
ούτε καν ο έρωτας
(ω τι ωραίος κάλλει
σαν κυνηγώντας αγριομέλισσες
δυο δάχτυλα ψηλά απ’ την κορφούλα του φασκόμηλου ριγούσε)
κανένας λέω στη θανή σου με κηδευτικές κορδέλες
ω αδέλφι χάλκινε άνεμε
κανένας
Τι θαρρείς;
κανενού δεν του κοτάει να σκιρτά
σαν πέφτουνε αετών κεφάλια
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΙ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΠΑΨΑΝΕ ΚΙ ΑΥΤΕΣ
που το καλοκαίρι έφυγε για αιώνες
Στ’ αριστερό μου ημιθωράκιο με το νοτιά
δέρνεται ο Σαβοναρόλα
Συλλαλητήριο ξοπίσω του οι αφίσες
Σαστισμένο ελάφι
τι ζητούσα στην ηλιοσαχάρα
όπου τόξευε ο Ακένατον
με δυσοίωνα φωτόνια
απ’ τα μάτια σου
[ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ κι άλλες επιλογές από την τρίτη ενότητα στη
συλλογή
του Έκτορα Κακναβάτου
IN PERPETUUM 1984
συγκεντρωτική έκδοση
ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987]
ΦΕΓΓΑΡΙ ΠΟΥ
ΒΑΣΤΑΣ ΜΑΧΑΙΡΙ
(…νύχτα που
κίνησες με παντερίγιες κατεπάνω μου…)
Κι απ’ όλα εσύ πιο άπληστη
πιο κι απ’ το ρίγος της
μανόλιας
αν είναι να μετράς τη λύπη
μου
τον πεζικάριο Μακεδόνα να
θυμάσαι
της σάρισας το μήκος τη βαριά ασπίδα
την πορεία του την
αμετάκλητη εντολή:
ανάμεσα των Μήδων
πέρα για πέρα το Δαρείο
Ω μιας αρχής
που ήταν ακόμη ζάχαρη και ροδαμός η
Πέλλα
στο νου την είχες τη
βασιλικήν οδό
προς μιαν Αλεξάνδρεια
εσχάτη
Δεν είναι που οι
συγκυρίες μα που το θες:
όχι το μίγνυμι
ούτε καταυγασμός σε νύχτιο
ρείθρο
ή ένθετος ο έρωτας στα
περιβραχιόνια
Του λύχνου εντός μη
σκούξεις
μη με βουβαμένα Γιάννενα
εντός
μη άφωνο πηγάδι εντός ή
νεροκότας
που τη χτυπήσανε ως
πετούσε μη εντός
ούτε πίσω από μιντέρι σκίουρος ή
καν Πολώνιος μη
Πλεγμένα φίδια στην άγια
πύλη
της αμπέλου μη
με τον καπνό της Ωγυγίας
μη πιαστείς
με το δαδί όταν ματώνει μη
με το σεντούκι μη
με τα ρόδια όταν πενθούνε
με τη βουή του πάγου
με το ένδον του νέφαλου
με την τρυγία της σιωπής
μου μη
(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, 3η ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984)
ΤΟ ’ΛΕΓΑ: ΘΑ ΟΜΟΙΩΘΕΙ, ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΟΜΟΙΟΘΕΙ
(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ 3η στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984)
θα δεις που θα σέρνεται
αυπνία
που ναυάγιο θα ολοφύρεται
από την Άκρα ίσαμε το Κάδιξ
Θα ομοιωθεί
Θα ’ναι καθώς μεταξωτό
εσώρουχο
που μάταια μάτωσε που μετάνιωσε
και πισωστρέφει σε μεταξοσκώλυκα
σε φυλλωσιά μουριάς με υψωμένες
κι έτοιμες
τις πόρτες της Ιοκάστης
Των γλαρονιών θα ομοιωθεί
όταν αραδαριά στις γάμπιες
ξενυχτούν τον σκοτωμένο άνεμο
κι η σιωπή τους βάφει σκούρα τα νερά
και πετονιές τα μάτια τους
στα σύννεφα
Ή των βότσαλων της
μεσαυλής σε Σπέτζιες θα ομοιωθεί
σαν ύστερις από τον ηλιοσίφουνα
σαν ύστερις που καταγής
εχύθηκε η μετάληψη
γλείφονται όπως οι
γάτες κι
είναι σκούνες
που τους μέλλεται
χαμός τα μάτια τους
Έτσι θα ομοιωθεί η ικεσία
μου
που χάνει αίμα απ’ τη
νυχιά σου
ω τι σύγκρυο το ΝΑΙ
το σκοτάδι του σαν
αναρριχιέται ο τίγρης
ω άκρη που σου μέλλεται
και σένα να σαπίσεις
Στον Κυρηνάλιο μη
γονυπετείς του δεηθήναι
αν φωνή μου αν
που κρώξιμο σ’ έκοψε
κοράκου
αν ανάμεσα σε γαλαξίες
πέφτουνε πάνω σου
οι σφήκες
Ωστόσο θα ομοιωθεί.
ΑΔΕΙΑΖΕ ΠΑΝΩ ΜΑΣ ΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ ΤΟΥ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ
(…δίχως ναύλο δεμένο κάργιο η νύχτα
κι ο πολωνέζος ποντικός
στη φάκα ο κλέφτης…)
τι τ’ άφηνες ανοιχτά τα
συρτάρια σου Αρίσταρχε
Το λιμάνι φουσκωμένη κύστη
έχασκε ηλίθιο στην πλώρη
το φανάρι
φίδι κυλιότανε στα βρόμικα
νερά το είδωλό του
δάγκανε τα καμένα λάδια
Τι εκτελεστικό απόσπασμα
στον ηλεκτροφόρο αγέρα τα όρθια βίντσια
Τι άψογη παράταξη οι
σιδερένιοι γερανοί
Τι ασάλευτοι οι βρεχάμενοι
αριθμοί στα ντόκια
Μεθυστικό χυνότανε ως χρυσάνθεμο
απ’ τα λαγόνια της γλυκό
το μπότζι
Στραβέντο με τη Μαχαγιάνα
έχανα την ίσαλο
Σοφράνο με τον ψόφιο γλάρο
(κατάστηθα τον πέτυχε η
σαϊτιά του Αντάρτη
τι του ’ρθε να χυθεί του
ύψους; )
Αυτά που εσύ…
όταν έξω στ’ ανοιχτά εγώ
με πυροφάνι
τα μυαλά μου ταξιδεύω στ’
άστρα του Καρκίνου
Δεν ακυρώνεται ούτε διαψεύδεται το γεγονός:
Το ’χουνε ν’ ασελγούνε με
υαλοπίνακες οι ηλιαχτίνες
πιο πολύ η χλομάδα τους
που κάποιοι μυστικοί την
είπανε Λαβίνια
της πολιτείας οι
εμποροϋπάλληλοι Ουτοπία
οι ανίδεοι Πάχνη
και μόνο οι αμετανόητοι
της αίσθησης
την λένε Δένδρο
μάλιστα Δένδρο
Όθεν ανήμερα
ή το πολύ την επαύριο των
πτηνοφάγων
όσο ποτέ θα είσαι στόχος
τους
ή με τον ύπνο τους
καταρρακτώδης
Μη δεν είναι φλεγμονή σου
όπως με ένθεους σε
ημιώροφο;
(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, 3η ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984)
ΣΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΠΙΝΕΙΣ ΣΠΙΡΤΟ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ
ΟΥΤΕ ΜΟΥΣΤΟ ΑΠΟ ΠΕΝΤΑΛΦΕΣ
(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ 3η ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984)
μην την ακούς την
ονειροκρισία τούτη
του Τζιαν Κριστόφορο, του
χαρτογράφου
Από ξαρχής αυτή η κονκέστα
ήταν Ισαβέλα
Να δεις οξιά να χύνεται
των άστρων που να λες:
τι σπαθιές το άρμπουρο με
το Σταυρό του Νότου
τι ντέφια η θάλασσα και
πούλιες
κι ο μπούσουλας ποια
γατίσια μάτια στα μυαλά του;
και πώς να σε ξεχάσω
έτσι ζεστός του ονείρου
έτσι νυχτωμένο ατσάλι
που πέταξα στο σκοτεινό
νερό
παλινώριο κι
εξάντα;
Από ξαρχής με την κονκέσα
ετούτη τα ρεμάλια της
τι εγκεφαλοκυνηγό Νικάνορα
τι Γοργία επόπτη
παγοδρόμων
τι Βησσαρίωνα σκηνοποιό να
υπακτεί
αθεραπεύτως μαλακό το πέος του Πάπα
Κράτα λοιπόν καλού κακού
ένα βαρέλι με μπαρούτι
στο κάτω – κάτω αν χρειαστεί
μια πιστολιά
να πάνε όλα μεσούρανα τ’
απάνου ή
αλλού
αλλού από κει που ήσουν
σαν έβαζα στα ζάρια την
ψυχή μου
Φτάνοντας στη στροφή έπεσα
πάνω της
της γραφής ετούτης: τι κεχαριτωμένη
σαν εσπερίζεται η Βραυρώνα
Έγινε τότες και
γδύθηκα το ταξίδι
Αλειμμένος λάδι γλιστρούσα
να υπάρχω
(ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, 3η ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984)
Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ
(…να γιατί ως
τώρα τίποτα δεν μαθεύτηκε για την ευαισθησία μου…)
Ω κάποτε θα καταλάβεις που τίποτα πιο σπάνιο δεν είναι από μια
πέτρα που λίγο πριν ήταν έρωτας δυο
μαχαιριών σαν σμίγαν του χαμού και
της αλόης Που κι απ’ τοψωμί
καθώς γονάτιζε κι επικαλιόταν το σκοτάδι
του ανάθρωσκε καπνός η προσευχή
τα ίσια πάνω Ο Ήλιος ήταν στον
Καρκίνο ΤΟΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ: Ακόμα
κι ακόμα το μηδέν
τρέχει ξοπίσω από την έννοια του
Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Οιηματίας των τόνων
Οι εφτά ψυχές του στη φωτιά
Τελικά αφέθηκε στην κομπορρημοσύνη των οστράκων ότι παροιμιώδης στη θανή του Ω κάποτε θα καταλάβεις που τίποτα πιο σπάνιο από μια πέτρα να σε
κοιτάζει να χύνει εντός σου τη
σιωπή της Ύστερις νεκρόν τον κόψανε στα
δυο αντιθέτως του Απείρου Ο ήλιος ήταν στον Καρκίνο Ο Ήλιος είναι στην Άβυσσο Η μύγα απελεύθερη σύρριζα στο ταβάνι ξοπίσω
της λέξη αμφίστομη του Ηράκλειτου
Καθόλου δύσκολη η κλειδωνιά γδύθηκε υπάκουη χύθηκαν τα κάλλη της σαν ρίχθηκε να τη βιάζει ο ήλιος σπίθε του χρώμιου οι σειρήνες Κι όταν στα ουρλιαχτά του ανέβηκε ο
οργασμός βρήκε καιρό να συνταχτεί με τις
Κυκλάδες το ερμάρι μέχρι που το νερό
χλόμιασε στο ποτήρι κι έμεινε ασάλευτο
εκεί ως αργά κι έγινε νυχτερίδα κι όταν έγινε έπεσεσε κώμα Κλώνος πια της φεγγαροϊτιάς μόλις που άγγιξε το τζάμι η ψυχή του ίσια που να πεις: ω Κυθέρεια
Μετά που ο αγέρας έριξε την πόρτα κι έφυγε δεν ξαναγεννήθηκε σ’ όλη τη χώρα
ταχυδρόμος Έψαχνα για σπίρτα να κάψω τα μυαλά μου [ΟΤΑΝ ΜΑΤΩΝΕΙ, τρίτη ενότητα στη συλλογή
του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984 αντιγραφή και επικόλληση από το Β Τόμο: ΕΚΤΩΡ
ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987 εκδόσεις ΑΓΡΑ].
Δευτέρα, 8
Ιουνίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου