Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ…

 (…μάθημα σιωπηλού αναφιλητού που δεν είναι πια

στη διδακτέα ύλη…)

Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά    μαζεύουν από τις γωνιές
πολύχρωμους αθώους νυσταγμένους
με το σημάδι του μη προορισμού  
ρόδινη χαρακιά στα μάγουλά τους 
κάπου αλλού   αγέλαστες δασκάλες
σχεδιάζουν να τους μάθουν
πως σ’ ένα μέλλον κοντινό τη δυστυχία
θα την πυροβολήσουν με τις λέξεις
- κι όχι, παιδιά μου
όπως κάποιοι τρελοί και ηττημένοι ισχυρίζονται
μ’ εκείνες τις τρεις ολόμαυρες τελίτσες.
Αυτές, μικροί μου άγγελοι,  δεν είναι πια
στη διδακτέα ύλη!..  
 
Τακτική ακροάτρια στο αμφιθέατρο της φρίκης
όμως το μάθημα του σιωπηλού αναφιλητού
πάντοτε για την άλλη εξεταστική.
 
Γιατί τα λόγια απομακρύνονται
όταν διαστέλλονται οι μορφές
κι ό,τι φωνάζω   δεν αντηχεί πια την εγκατάλειψη
αλλά μια σιωπηλή παραδοχή
που ο σαλεμένος νους αποκαλεί
χρόνο μες στα εγκόσμια
παγίδα για να πιάνεται η αγάπη
πάντα σε λάθος αστραπή να κατεβαίνει
αφού φημολογείται  ότι τη νύχτα
εξ άπαντος θ’ ανέβει ο ελεγκτής 
και τρέμει – βίαια μην την πετάξει έξω. 
 
Και τότε    δε μένει πια κανείς εδώ;  
Κανείς που από το παρελθόν του   να έχει πια παραιτηθεί;
 
Ξέρω πολλούς με ρουφηγμένα πρόσωπα
που δε γυρεύουν να σωθούν
μόνο να νικηθούν από την ομορφιά
να διαψευστούν
και ό,τι παρασταίνεται εν μέσω εορτασμών
να δούνε να σωριάζεται   απ’ τη βεγγαλική κραυγή 
 
φοβάμαι
(ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ  και  ΦΟΒΑΜΑΙ, δυο ποιήματα
από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου
ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτης 2008)

 


ΔΩΜΑΤΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

Κι ενώ ήμουν σχεδόν βέβαιη πως κάποιος

κρατώντας χάρτη ναυτικό

με  κυνηγούσε

ωστόσο πάντοτε φοβόμουν    πως 

κανένας πουθενά δεν με περίμενε

 

Με βάραιναν κιόλας   οι στολές τόσων ανθρώπων

να τις φορώ κατάσαρκα

που ακόμη και το παρελθόν

– με τη γνωστή του επιμονή  να ορίζει και τις νύχτες μας –

κάποτε με λυπήθηκε

και μ’ άφησε να μπαινοβγαίνω ελεύθερα

στο απρόβλεπτο.

 

Όμως μια Κυριακή

που οι άλλοι καταγίνονταν   με τον εκχιονισμό των συρταριών

η ζωή  

με αθετημένες όλες  της τις υποσχέσεις

αποφάσιζε να μου διδάξει την ισότητα

μετατρέποντας ένα κήπο με δάκρυα

σε μισοφώτιστο δωμάτιο νοσοκομείου.

 

ΣΕΣΗΜΑΣΜΕΝΟΣ

Θυμόταν

και δεν το καταλάβαινε

όπως συμβαίνει όταν ξεχνάς

κι οι άλλοι σπεύδουν

να σου κόψουν την κλωστίτσα

που κρέμεται απ’ τον ποδόγυρο

ενώ μήτε επισκέψεις περιμένεις

μήτε εξομολογήθηκες ποτέ τη συμφορά σου

σ’ όλους αυτούς   που εκτίθενται

στους λιθοβολισμούς.

 

Βαραίνει η μάταιη προσμονή

πιότερο κι απ’ το κρίμα.

 

Όμως   Εσύ

αυτάρεσκα αναβλητικός

επέμενες ν’ αποκαλείς  Ζωή

τους χώρους ανανήψεως

που δε συμβαίνουν θαύματα.

 

Μια σκευωρία  ήσουν τελικά

σεσημασμένη διάψευση   παμπάλαιο μεγάφωνο

αναχωρήσεις  και  αφίξεις που αναγγέλλει.

 

Μα αυτό που σου επιτρέπω πιο πολύ

είναι ότι την αμαρτία σου γιγνώσκεις

κι εν τούτοις απ’ το φόβο σου

ολοένα πιο σφιχτά

πάνω στο ψέμα σου με δένεις.

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΒΕΛΟΝΕΣ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας -  Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΝ ΕΝΑ, 2008)

Όχι ποτέ δεν ήμασταν   τελείως προετοιμασμένοι.

Γι΄ αυτό  και  στο μεταλλικό    κουτί   για τα μπισκότα

καιρό τώρα φυλάγαμε

όχι κλωστές  και  δαχτυλήθρες

αλλά βελόνες  κάθε είδους και μεγέθους.

 

Βελόνες του ραψίματος

σχιζότανε ο μύθος σου  κι  οι αποτρόπαιες ρωγμές

έξω απ’ το σώμα σου σε έχυναν –

 

βελόνες γραμμοφώνου

-παράφωνα ηχούσαν τελευταία οι προσευχές

και συστηματικά απουσίαζε

απ’ την ορχήστρα ο μαέστρος –

 

βελόνες για ενέσεις

-έτσι, για την τιμή των όπλων

να  μη φανεί πως μια  παρ-αίνεση

που η ελπίδα θα’ θελε

εμείς την αρνηθήκαμε –

 

ακόμα και πευκοβελόνες

-εύφλεκτες  και  ολισθηρές

σε απειλούσανε με πυρκαγιά

ώσπου στρώμα, σεντόνια, μέτωπο

και τρυπημένα χέρια   λαμπάδιαζαν

και τότε  -  ο σωθείς

γράφεται με ήτα  Ευτυχούλα –

 

Όμως εγώ

 

μόνο μια  ήττα ήξερα, μπαμπά

κι αυτήν

όσο  κι αν το παλέψαμε

στάθηκε αδύνατο να μην την υποστούμε

 

29 ΔΕΚΕΜΩΡΙΟΥ

ΚΟΡΗ:

Σε απάνεμο ύπνο αθάνατο

μια θύελλα φιλεύσπλαχνη

την κόλασή σου εκμηδενίζει.

Μια άφεση,  μια απάντηση

ο ογκόλιθος της συντριβής

κι η κλίμακα των μορφασμών

σε παγωμένη αδράνεια βυθισμένη.

 

ΠΑΤΕΡΑΣ:

Α, με καλούν στα σκοτεινά

την ανθυγιεινή ζωή να εγκαινιάσω.

Τους το είχα βέβαια δηλώσει από νωρίς

πώς ασφαλώς και προτιμώ φθινόπωρο

για την ακρίβεια τις αρχές του φθινοπώρου

φωτίζονται αλλιώς θαρρείς

τα μεταχειρισμένα πράγματα.

 

Στρόμπολι,  Ταορμίνα…

 

ΓΥΝΑΙΚΑ:

Μήπως κάποια καλύτερη τιμή

γι’ αυτό το ξύλινο τιμόνι καραβιού;

Το ψάχνει χρόνια ο άνδρας μου…

 

ΠΑΤΕΡΑΣ:

Ένα πανέρι με λουλούδια   ίσως να το απέρριπτα

όμως   τόσα πορτρέτα ολόγυρα

πώς θα τα συνηθίσω;

Ανώφελα ναυάγια που επιπλέουν

εκτεθειμένες μοναξιές

στο διεστραμμένο βλέμμα τ’ ουρανού

κι αυτά τα σαλιγκάρια

που ανηφορίζουνε στα πόδια μου…

 

Τελειώνουμε.

Υγρή, ακάθεκτη σιωπή

μ’ εγκαθιστά στους βάλτους της.

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

Έμοιαζε με εορταστική βραδιά

ούτε βελούδα βέβαια  ούτε   και  μουσελίνες

μονάχα η αγωνία να διαβαστούν ανάποδα

φιλιά και δευτερόλεπτα

κάτω απ’  το κάτασπρο ταβάνι

μ’ εκείνο το  «ως δια μαγείας»

πάντοτε να καθυστερεί.

 

Ποιον ένοιαζε αν τουρτούριζα  έξω απ’ τα παραμύθια

ατάραχα στην είσοδο   μέναν τα κουδουνάκια

 

-Οι άνθρωποι δεν αλλάζουνε, μου φώναζες

μονάχα αποκαλύπτονται

όπως εκεί που δεν το περιμένεις

κι ο ύπνος σου  εφάπτεται   με χίλιες εκκρεμότητες

καλείσαι ξάφνου ν’ αναμετρηθείς

με προθεσμίες που τελειώνουν.

 

Σαφέστατος υπαινιγμός

πως μόνο στα τρένα δόθηκε

να διασχίσουν την αιωνιότητα

αφήνοντας πίσω τους καπνούς

για να διαφεύγουν οι σκιές την τιμωρία.

 

Έπειτα

κατρακυλούν πυρετικές

κρύβοντας κάτω απ’ τον σηκωμένο τους γιακά

την αντοχή που τους αναλογεί.

 

Τα υπόλοιπα ας μείνουν εκκρεμή

ως τότε που θα κλείσουμε ταμείο.

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

 

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΥΠΟΓΕΙΟΥ ΜΑΣ

(…εξοικειωμένο μόνο με νυχτοφύλακες 

και αθεράπευτα ωχρές μητέρες…)

Τη συντριμμένη αντίσταση του λύκου   μ’ ένα φτερό χαράζει τ’ απογεύματα   στη σκόνη της παλιάς μας ραπτομηχανής  και  σε αγρυπνία προσκαλεί   ενοίκους κι επισκέπτες  -  πως τάχα στον σκοτεινό θάλαμο του ύπνου   ο Θάνατος   τις πρώτες μας φωτογραφίες εμφανίζει.   Από την άλλη δεν το ’χει σε τίποτα   να βάλει ξαφνικά τα κλάματα   μπροστά σ’ ένα χτενάκι φαγωμένο αναβάλλοντας επ’ αόριστον  την προραμματισμένη του αναμέτρηση με το μηδέν   που πάει να πει  με τ’ άκοπα νυχάκια του   σεντόνια λήθης να ξεσκίσει.   Τα βράδια όταν σβήνω το φως   φοράει τα παπούτσια μου  βάζει το παιδικό μου κόκκινο παλτό   στους ώμους σου επάνω μ’ ανεβάζει   μπλέκει τα δάχτυλά μου στα δικά σου   και…  λάααδι πουλώ  ξίαδι πουλώ  εγώ  την Ία μου δεν την πουλώ   όλη τη νύχτα ασταμάτητα γύρω απ’ το κρεβάτι [ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ  από τη συλλογή της  Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 2008]

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ…

  (…μάθημα σιωπηλού αναφιλητού που δεν είναι πια στη διδακτέα ύλη…) Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά     μαζεύουν από τις γωνιές πολύχρωμο...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ