Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

ΘΕΣΗ: ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΕΙΛΗΜΜΕΝΗ, ΘΕΕ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΞΕΝΟ

 (…αυτό το αφύλαχτο μαντρί θα τον ξεκάνει…)


Έμποροι οφειλέτες άνθρωποι υπερήμεροι

ναυτικοί της ξηράς   συνταξιούχοι της θάλασσας

 καλλονές σε απαρχή κατεδάφισης

παντοδύναμοι  σε φάση διαδοχής    πιστοί

πιστοί που πολύ πικραθήκατε 

άνθρωποι εν γένει στα πρόθυρα  

 

σημαίνει, σήμανε η παύση των πληρωμών

αφήστε τον σύνδικο της πτωχεύσεως

να κάνει τη δουλειά του

ακούστε πάνω στα μαλλιά σας

αυτό μου το χάδι: 

 

Περιουσία μας είναι   ό,τι έχουμε χάσει!..

[ΠΡΙΓΚΙΨ  και  ΠΤΩΧΟΣ   από  τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη  ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 


(συνημμένη εικόνα)  ΘΑ ΣΑΣ ΒΡΑΒΕΥΣΟΥΝ ΚΟΥΚΟΙ, ΠΕΤΕΙΝΟΙ  

(…θα επαινεθείτε από τις προθεσμίες…)

Θα σας φεισθούν παραγραφές.

Είναι η ώρα

περιφρόνηση

και δεν οπλοφορεί   (Art by

 

 

ΛΕΖΑΝΤΑ: Γιατί μας έδιωξαν απ’ την πατρίδα

(… διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι αφές.…)

Έρπουν διστακτικές ως τα κουμπιά

Συνοφρυωμένα εκείνα εντέλλονται

νυν υπέρ πάντων οι κουμπότρυπες

το σώμα μόνο επ’ ουδενί μην αρνηθεί

ιερή κλεισούρα.  Θυρωροί τετραπέρατοι

κάτι περισσότερο θα ξέρουν τα κουμπιά

 

Όμως και ποιος δεν έσκυψε

στην ευωδιά μασχάλης ξάγρυπνης

στο φούντωμά της το νυχτερινό. 

Μάταια όλα. Με των δαχτύλων το ξεθάρρεμα

αμέσως στέφανοι  και  άνθη 

κι ευειδείς πλαγγόνες από κερί

κι ομοιώματα εδεσμάτων χόρτασαν την όραση

ενώ κερί της μέλισσας απ’ τα κορμιά μας

κύλησε,  κυλούσε προς το χώμα.

 

Ποιος κηροπλάστης, ω, ποιος ζοφερός 

στην ύλη αυτή ψιθύρισε

να ζούμε εδώ

μισοί κεριά  και  μισοί φλόγα;

[ΩΣ ΤΗΚΕΤΑΙ ΚΗΡΟΣ  από  τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη  

ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001,

πρώτη συλλογή  στη συγκεντρωτική έκδοση:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Β’  2001 - 2013]

 

 

ΣΙΝΕΦΙΛ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Το διπλανό θερινό σινεμά

είναι χτισμένο με την πλάτη προς εμάς

κι έτσι χωρίς να βλέπουμε, δωρεάν

ακούμε τους διαλόγους απ’ το μπαλκονάκι

 

Στα διαλείμματα

που ο κόσμος τρώει τυρόπιτες

διάλειμμα κι εμείς

με ό,τι βρεθεί.

 

Πέφτει ο χειμώνας

κλείνει το σινεμά

γέροι θεατές χτυπούν

με τις ταινίες στα μάτια

τα κουδούνια  μας.

 

 

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΜΕ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ

Εδώ τις Κυριακές ίδια ταινία

«Ο Τζέιμς Μποντ εργάζεται στα ξένα».

 

Στο πρώτο μέρος ο ήρωας

κοιτάζει πεταλούδες κι αεροπλάνα θυμάται

φοράει πολύχρωμα φουστάνια

δεν του πολυπάνε

μ’ αυτά πετάει ψηλά  και  μας πυροβολεί

γυναίκες κλαίνε από χαρά

εκείνος τους φωνάζει τ’ όνομά του

«Είμαι ο Μπόντ»

όταν ανάψει διάλειμμα

μοιράζει σοκολάτες στους διαβητικούς

μετά σβήνει το φως

στο μέρος Βον  και πάλι μας πυροβολεί

εμείς είμαστε αθάνατοι

THE END.

 

Δευτέρα ξημερώματα

βάζει την άσπρη μπλούζα

σκίζει τα πρόχειρα πανιά

τη μαύρη οθόνη

μέχρι την άλλη Κυριακή

σκουπίζει το αίμα.

 

ΜΕΧΡΙ ΔΑΚΡΥΩΝ

Έτσι – έτσι να γυρίζει μες στις συντροφιές

τα κλάματα σε γέλια  και  πειράγματα να τα γυρίζει

έτσι να διασκεδάζει όσους δεν γέλασαν ποτέ

και  ω  του κλάματος  εκείνοι να γελάνε

σίγουρος για ένα χρέος που εκπληρώνεται

χωρίς να υπάρξει δάνειο ούτε γι’ αστείο

από ποιον ζήτησε αστείο αυτός

και ποιος μπήκε στον κόπο

να γελάσει με τον κόπο του

που πάει τα κλάματά του μες στις νύχτες

και ποιον ηλιόλουστο να πρωτοβρέξει

 

αλλά θα βρέξει κάποτε για τα καλά

και δε θα ξεχωρίζει ούτε αυτός

το κλάμα του από τη βροχή του κόσμου

μούσκεμα θα γυρίσει σπίτι αλλά στεγνός

ούτ’ ένα δάκρυ δε θα του ’χει μείνει πια

για να πιστέψει

πως πεθαίνει από τα γέλια,

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΣΤΑ ΞΕΝΑ;

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Πού τήνε  βρήκε  αυτός την αγαλλίαση

 

πως τάχα δεν τον κυνηγάνε τα σκυλιά

πως το ποδάρι του δεν είναι πια στο δόκανο

πως έχει πια, ελεύθερος ερήμου

μπουχτίσει το νερό

πώς έγινε  - δήθεν για ν’ ανθρωπέψει πάλι –

και τα νοστάλγησε όλα αυτά

σκυλιά  και  δόκανα  και δίψες –

υπαρκτά∙

 

μεγάλη ελπίδα να νοσταλγείς

ένα μαρτύριο ενώ δεν έχει λήξει!..

 

ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥ

Απ’ τις στοές των ορυχείων

εκεί που το αίμα ολημερίς σφυρηλατεί

παράνομη πατρίδα

άκουσε κάποτε

όπως παλιά να ξεκαρδίζονται στηθόδεσμοί

να φουρφουρίζουνε προικιά τρεχάματα φροντίδες

κι άκουσε μες την κολυμπήθρα

βρεγμένο τ’ όνομά του συνονόματο

να το σηκώνουνε ψηλά να το βυθίζουν

ψηλότερα κι από το παρελθόν.

 

Καλή γιορτή

όμως απότομα διελύθη

όταν οι καλεσμένοι αντίκρισαν

του αμφίρροπου νεκρού το φρέσκο βάδισμα.

Ίσιο πεσμένα φύλλα,  σαν και πριν,

Σκυφτό, κατωφερές, ανθρώπινο.

 

ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΣΤΑ ΞΕΝΑ

Όσοι σε ακολούθησαν   στο ταξίδι

είναι πιο ξένοι

απ’ όσο στην πατρίδα.

 

Βλέπεις στα μάτια τους τη νοσταλγία σου

βλέπεις στα μάτια τους τη νοσταλγία τους

στο τέλος βλέπεις

ότι στα μάτια των ανθρώπων

πρωτοκουράζεται η αγάπη.

 

Δικούς δεν έχει εδώ

δικοί είναι οι ξένοι

μόνο επιστήθιους έχει

 

είναι οι άγνωστοι!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

 

ΩΔΗ ΣΤΗ ΧΑΡΑ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Τους φίλους σας να  σκέφτεστε

χωρίς αιτία και μνήμη, έτσι

αμίλητους σκυφτούς να περπατούν

έντονα να τους σκέφτεστε να κλαίτε

μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν  και δεν ξέρετε

πώς τον κοιτούν τον κόσμο αυτή την ώρα.

 

Αυτή η ώρα που δεν κάνετε άλλο

παρά μονάχα σκέφτεστε τους φίλους

είναι όπως απερίσπαστοι

ακούτε μουσική:

αλλά όταν σκέφτεστε τους φίλους απερίσπαστοι

χωρίς να κάνετε άλλο

ακούγεται σιγά

μουσική.

 

ΠΕΡΒΑΖΙ

Τι πληκτικό που είναι σήμερα ένα ποίημα.

Πλήττει όταν το διαβάζουν γιατί ξέρει

πως όλοι πλήττουν πια διαβάζοντας ποιήματα.

 

Έτσι από την ανία πέφτει στην άνοια

κοιτάζει από το παράθυρο τον κόσμο

κανένας δεν κοιτάει προς το παράθυρο.

 

Μα δεν το νοιάζει,   ξέρει

πως έτσι γράφτηκε

πως έτσι γράφονται τα ποιήματα

 

από ανία για την άνοια

που τα περιμένει

ΚΡΑΥΓΗ ΣΕ ΦΑΚΕΛΟ

Έφτασες ως εδώ μέσα σε φάκελο    μετά από χρόνια.

Ένα βιβλίο μικρό  λιγνό  κι όμως κομψότατο

έτοιμο λες να ορμήσει στα άκρα:

για πέταμα  ή  για  διάβασμα.

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΛΕΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΧΑΙΡΩΝΕΙΑΣ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Βρε τι μαθαίνω εδώ μακριά

πώς καταλήξανε τα είδωλα

οι ένδοξοι αθληταί που αποθεώναναμε:

 

προπονηταί σε περιφερειακές ομάδες

και πωληταί αθλητικών, μπουνιέρηδες

για τα νυχτερινά

 

συχνά θυμούνται κλέη

δεν τους ακούει κανείς∙

 

αθλούνται πια   κανονικά.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Άκυρα γράμματα   σκληρά ταχυδρομεία

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 46

 

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΑΙΜΑ

Την είχα φέρει τότε από την πατρίδα

νομίζω πως την λέγαν νοσταλγία

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 47

 

ΠΕΣ ΜΟΝΑΧΑ ΓΙ’ ΑΝΑΨΥΧΗ

Πες μονάχα γι’ αναψυχή

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 49

 

ΤΙ ΝΟΣΟΣ

Τι νόσος

τα μάτια σου να βλέπουν περιβόλια

και να μη φτεροκοπάν

ΣΥΝΕΧΙΑ από σελ.50

 

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ

Ανοίγουμε τις μπομπονιέρες

και βγαίνουν κουφέτα γκρίζα

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 51

 

Η ΔΑΝΕΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

Όσο γερνάω τόσο ομορφαίνω

 

ΒΟΤΑΝΙΚ

Έλειψες – έλειψες ψυχή

 

ΕΝΑΣ ΠΕΛΑΤΗΣ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ

Πες μου πώς βρέθηκα σ’ αυτό το μαγαζί

σ’ αυτή τη σελίδα 54

 

ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΝΥΧΤΑ

Ήπιες απόψε λόγια και φωνές

μοιάζουν με ουίσκι . Το σώμα

της παλιάς αηδόνας σου τραγούδησε

το πόσο πόνεσε και τώρα

άλλο δεν γίνεται να τραγουδήσει.

Έτσι είναι.  Στην κάτω νύχτα

όλα  σωπαίνουνε.

Τα πίνει ο θόρυβος   που πίνει.

Λίγη φωνή

βγαίνει μονάχα το ξημέρωμα

κι είναι η δική της

καθώς γλιστράει στο πάλκο της λεωφόρου

κι εκεί πρωτοσφυρίζει το τραγούδι της

μαρμαρωμένη κίτρινη της πάχνης

θεά αποτρόπαιη μουσικής της μέρας.

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΙ

Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι.

 

Δεν μας παρηγορεί η υγεία:

μια πλήξη πια,  υγιείς εμείς

μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

 

Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα:

έχουμε τόσα

που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

 

Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:

μας παραδίδονται αφειδώς

γιατί το σφρίγος πάντοτε

ποθούσε τη σοφία.

 

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.

Μεγαλώσαμε κι είμαστε πολύ πικραμένοι.

 

Αυτό μονάχα μας παρηγορεί!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

 

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΑΛΑΚΑ

(…που τονίζεται στη λήγουσα…)

Και για ν’ αλλάξω τόνο εδώ στα ξένα

λέω να μιλήσω τώρα και για σένα

συνθέτοντας, καθόλου όμως για πλάκα

αυτό το ρέκβιεμ, δίχως μουσική, για έναν μαλάκα. 

 

Δε σε ξεχνάω, ξέρεις εσύ, εσένα λέω

κι ας πέρασαν τα χρόνια  κι  ας μην κλαίω

πια για όσα μου έκανες.  Εδώ στα ξένα

με το αίμα εξόριστο, εγώ θυμάμαι εσένα.

 

Και τρέμω μην πεθάνω πριν πεθάνεις

και δεν σε κυνηγάει ως να πεθάνεις

πλάκα στο στήθος σου  κι  επιγραφή στην πλάκα

γραμμένο αυτό το ρέκβιεμ – ενώ ζούσες!..

 

LUPUS IN ANOREXIA

Τα δυο ανήμερα λυκόσκυλα   αμέριμνα μαυρίζουνε στην ηλιοθεραπεία   έτσι μαυρίζει σταδιακά  κι  η δική του ψυχή    Στης πολιτείας τις πιο χουχουλιαστές κρυψώνες  πλαταγίζει αλκοόλ και  πλιατσικολογεί   τα πιο λευκά τα θηλυκά ο τσοπάνης   έτσι ακριβώς αλλ’ αντιθέτως  λιώνει αυτός   από πηχτή  anorexia nervosa.  Ολημερίς τα τροφαντά τα πρόβατα  και  τα ζωηρά κατσίκια   για  την ξερή αμιλλώνται  και  βροντούν   με πάθος τραπουλόχαρτα  στη γης   έτσι στη μαύρη γης κι αυτός   σα σκάρτα φύλλα   βρέχει το τρίχωμά του   φθινοπωρινό.   Πράος, κανέναν δεν αναγνωρίζει πια   αυτό το αφύλαχτο μαντρί  θα τον ξεκάνει!,,  [ από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001, εδώ από τη συγκεντρωτική έκδοση ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Β  2001 - 2013, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ] 

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΘΕΣΗ: ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΕΙΛΗΜΜΕΝΗ, ΘΕΕ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΞΕΝΟ

  (…αυτό το αφύλαχτο μαντρί θα τον ξεκάνει…) Έμποροι οφειλέτες άνθρωποι υπερήμεροι ναυτικοί της ξηράς    συνταξιούχοι της θάλασσας   κ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ