Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

ΟΣΟΙ ΓΚΡΕΜΙΣΑΝΕ (ή προσπαθήσαν) ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΣΑΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

 (…σακατεμένα οράματα  σκουπίδια οράματα…)

Η σύνθεση του Ποιήματος  μού φανερώνεται τώρα

σιγά – σιγά  τα πρόσωπα στο βάθος ωριμάζουν.

Ωστόσο   οι μέρες νεύρα και  κακό  χειρόγραφα μισά

δεφτέρια παραπεταμένα  οι λέξεις που καμιά φορά δε θέλουμε

με το στανιό δε γίνεται να ζωντανέψουν.

 

Υπάρχει ένα ακατέργαστο υλικό.

Σκέψη  περίσκεψη λοιπόν   μια τέχνη που να σκέφτεσαι

πάνω στην τέχνη σου. 

Ό,τι πειράξεις όφελος.

Κι ό,τι κρατάς καταγραφή ξερή  τα λυρικά να λείπουνε.

 

Εκεί που η μνήμη δε βοηθάει σε τίποτα κοίτα να σταματήσεις.

Αύριο θα δούμε περισσότερα. 

 

Βρήκα  και  ξαναδιάβασα παλιές επιστολές του Αλέξανδρου

τώρα απαραίτητες να φωτιστούν εκείνες οι κινήσεις.

Οι ξαφνικές μετακινήσεις από τούτο το συνοικισμό

 

σ’ άλλο συνοικισμό πρόθυμα πρόσωπα που μας προστάτευαν

μας έκρυβαν κι άλλα που φέρνανε εντολές μηνύματα πρόσωπα

ανώνυμα δε γύρεψαν δεν ξέρω αν θα γυρέψουνε ποτέ

μια αληθινή ταυτότητα  (=το δίκιο τους)

 

Ανόρεχτος παλεύω με τις ώρες βασανίζομαι. 

Δεν πάει πιο κάτω.

 

Στο τραπεζάκι απέναντι  (φωτογραφία σε κάθισμα)

κοιτάζει η μάνα μου  στριφογυρίζω  με κοιτάζει. 

 

Ενώ στην κάμαρα τούτη ακούγεται μονίμως η παλιά βροχή

η ατέλειωτη βροχή των περασμένων 

του κλειστού ατέλειωτου  χαμηλοφώτιστου χειμώνα.

 

Και μια μέρα λίγος ήλιος  μια μέρα μονάχα  ο φωτισμένος ήλιος

μακρυνάρι πάνω στο πάτωμα. 

 

Μέρα που χτυπηθήκαμε από τούτη τη μεριά

κι από την άλλη υπόνομος.

Να τεντωθεί το σύρμα και  να περαστεί από κάτω

λογαριάζοντας κατέβασμα και στρίψιμο

προσέχτε το σωλήνα. 

 

Προσχώσεις  επιχωματώσεις   ήττες  και  παραφορές.

Όσοι αλλαξοπιστήσανε από φόβο  όσοι φοβήθηκαν 

ένα τομάρι το είχανε  το πούλησαν. 

 

Όσοι γκρεμίσανε  (ή προσπάθησαν)  - σκοτείνιασαν την Ιστορία.

 

Στον άλλο δρόμο  η κατηφόρα  και  το φως  παράξενα αυτοκίνητα

νοσοκομεία που σκότωναν μέρα και νύχτα.

 

Γωνία τσακίζει ο χρόνος.  

 

Κι εκείνο το καρφί στον τοίχο

 

το μαύρο μάτι του μια σφήνα ακίνητη  μέσα στο μάτι μου.

 

Στρατόπεδα ξερά  νησιά  και  φυλακές.

Παλίρροια  κι άμπωτη στο σκοτεινό μυαλό μισοσβησμένες εικόνες

 

σακατεμένα οράματα   σκουπίδια οράματα.

 [ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ V   δεύτερη  ενότητα  στη συλλογή  του

Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ  1975

και άλλες επιλογές με αντιγραφή και επικόλληση

από τη  συγκεντρωτική έκδοση

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ 1965 – 1980  εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1997]




 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ,  VI

(από τη δεύτερη ενότητα στη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ 1975)

Καρφώνοντας χαρτιά στον τοίχο δαιμονίστηκα  άλλη μια φορά με τούτη την άγνωστη πόρτα.  Στο διάβολο την άνοιξα  ήταν ψεύτικη  πίσω απ’ αυτήν  ο τοίχος συνεχίζεται  και  κάτι εφημερίδες του ’44  πετάχτηκε ένας πόντικας  με τρόμαξε τον τρόμαξα .

Ώρα να κατέβω στην αγορά. Μελάνι και λοιπά χρειαζούμενα. Εκτός αυτών ν’ αγοράσω έναν καθρέφτη για το ξύρισμα.  Κι ένα μικρό ποταμάκι να πλένω κάθε νύχτα τον εαυτό μου προ του ύπνου.  Έτσι να πηγαίνω  καθαρός στα όνειρα.

Στο μεταξύ

να γράψω μια παράγραφο για τη συμπεριφορά του Κίμωνα προς την Αικατερίνη Χρήστου  χρησιμοποιώντας για πλάγιο φωτισμό τον Χριστόφορο Χρήστου και τα λόγια του ένα απόγευμα καταστροφής προς την ήδη νεκρή Ιωάννα της οποίας η περιπέτεια καταγράφεται αρχικά στο πρώτο ποίημα του «Μεταίχμιου»  κι  ο τάφος υπάρχει στο  IV  των «Ασμάτων»  δίπλα στο Φίλιππο  -  μη μου μπερδέψετε πρόσωπα – ονόματα.

Να γράψω μια παράγραφο – παραλογή για τον Χριστόφορο.  Να την εντάξω στην αρχή του ποιήματος εικόνα δεύτερη.

Και τέλος πάντων πρέπει να τελειώνω κάποτε μ’ αυτούς τους νεκρούς  έτσι που συνεχώς αυξαίνουν  κατάντησα σωστό νεκροταφείο.

Ν’ αγοράσω λοιπόν έναν καθρέφτη.

Με τον καθρέφτη μου να καθρεφτίσω το άπειρο

Με το ποτάμι μου να φτιάξω ένα αληθινό ποτάμι.

Να πελεκήσω πέτρες.

Τότε από την πόρτα ξαφνικά με φόρα η Κατερίνα.  Χαίρε το πολυπόθητο όργανο τ’ αγαπημένα μάτια.  Οργίζεται.  Κοίτα μου λέει δεν ξέρω τι σκαρώνεις με τους άλλους.  Όμως εγώ γυρεύω  να ’χω το δικό μου όνομα και το δικό μου το κορμί.  Κατάλαβες;

Υπόσχομαι καθώς κοιτάζω  το  (όνειρο)  κορμί της  φεύγει χάνεται μέσα στο χρονικό.

Να ομολογήσω πως   (έτσι μεσημεριάτικα).

Άσε καλύτερα.

Να πελεκήσω πέτρες!..

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ,  VII

Αργότερα πολύ αργότερα

 

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 114

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ,  VIII

Στο μάκρος του παρόντος κειμένου ένας ανάποδος πάει κι έρχεται δαιμονισμένος πυρετός.  Μια πάνω  και  μια κάτω  είπα  στο τέλος θα σπάσει το θερμόμετρο.

 

Βγάζεις μια λέξη  και  το ποίημα τρίζει κάποτε σωριάζεται στο πάτωμα.

 

Η γραφή περπατώντας τώρα δύσκολα,  στραβά,  πότε χωνεύει το θεματικό υλικό  πότε ταράζεται από σκέψεις απειθάρχητες  παραστρατήματα – παρεκτροπές της μνήμης.  Πολλές επαναλήψεις φτηνοπράγματα  και  λύσεις πρόχειρες.  Οργίζομαι  κι αρχίζω  πάλι απ’ την αρχή.  Ο χρόνος  κομματιάζεται  τότε μου βγαίνουν άλλα επίπεδα  κινήσεις άξαφνες  και  παρορμήσεις  απαιτητικές οδυνηροί παροξυσμοί του συναισθήματος. 

 

Το ασυνεχές στην επιφάνεια  μέσα από τα χάσματα να φαίνονται  (μόλις να φαίνονται)  παράπλευρες – παράλογες συνδέσεις στην αφήγηση.  Το ασυνεχές στο βάθος -  κλιμάκωση στοιχείων  και  στίχων  πολλαπλά σπαράγματα από πρόσωπα  και  σύγχρονες / παλιές εικόνες.

 

Έτσι μέρα και νύχτα γράφοντας  και  σβήνοντας έπεφτα ανύποπτος  κάθε φορά μπροστά στο τίποτα  κι  απόμενα  γυμνός στη μέση ενός τοπίου  που γκρεμιζόταν.  Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο.

 

Αίγλη παλιών ποιητών η σκοτεινή σας εξουσία.

 

Μέσα στο ποίημα που παλεύω σήμερα κρύβεται ένα άλλο ποίημα  κινείται πίσω από τον ίσκιο του  κι  αγέννητες  -  τώρα γεννιούνται οι λέξεις.

 

Ίσως μου χρειάζεται μια ζυγαριά για να μετράω κάθε φορά το βάρος τους.  Ή πώς αλλάζει γύρω η αίσθηση  κι  η συμπεριφορά τους με τη  σιγά – σιγά στροφή της μέρας.  Έτσι βυθίζεσαι μ’ αυτή την αίσθηση στο μάυρο.

 

Τότε άκουσα στην κάμαρα τα βήματα  κι  έστριψα  κι  έμεινα με το στόμα μου ανοιχτό.

 

Με πήρανε χαράματα είπε η Ντούτσα  ήμουν μισή στον ύπνο.  Εφύγαμε κι η πόλη πίσω μας καιγόταν.  Ύστερα με σαπούνισαν με το σφουγγάρι όπως τα πιάτα.  Με πήρε ο Αντώνης από τη Λάρισα.  Αυτός άκου να ιδείς αντίς κεφάλι είχε μια φοβερή τανάλια στο λαιμό.  Με κείνην έτρωγε και μίλαγε.

 

Μια μέρα  βρέθηκα στην πόλη περπατώντας  και ρωτώντας  και  σε βρίσκω εδώ.

 

Μη με παρεξηγήσεις ήθελα.

Κάτι είχε πει πως έγραφες για τότε  και  για μας  κάτι για μένα.  Πες μου το ’γραψες;  τι το ’κανες;

Δεν πέθανα μη με κοιτάζεις έτσι.

Γυρεύω ένα σανίδι ν’ αρπαχτώ.

Θέλω να ζήσω το κατάλαβες;

 

Πρωί του Οκτώβρη κι  ένα θλίψη – φως.

 

Το ποίημα που σαν ενέργεια καθαρή μ’ εξακοντίζει κάθε τόσο πέρα από την κίνηση της Ιστορίας.  Που τελικά κατάντησε ένας σκουπιδότοπος  σύννεφο οι μυγες.

 

Και κάτι ακόμα.  Τα πρόσωπα που αλλάζουν θέση / εξάρτηση  που υπονομεύουν έτσι τα στηρίγματα των άλλων  π.χ.  σχέση  και  σύνδεση  Νικήτα – Φίλιππου  προς  Κατερίνα – Κίμωνα   προς  Όρσα – Ορέστη – Αλέξανδρο κ.λ.π.  Ειδήσεις σφαλερές  βιασύνες στην εκτίμηση     καταστροφή του κώδικα κινήσεις του κοντακιανού – ποια μέρα  και  ποια νύχτα;

 

Ποιος έμπασε τον Πορεστάνο εδώ και τον;

 

Το μούτρο του ένας βράχος ξαφνικά.  Μήτε μιλήσαμε  πέντε συναπαντήματα  Σεπτέμβρη – Οκτώβρη.

 

Ύστερα εφτάσανε τα φορτηγά  και  χάνεται η στερνή του εικόνα.

 

Τώρα κοιτάζω πίσω από το τζάμι.  Στο βάθος η πολιτεία οργανωμένη με σύγχρονες οικοδομές. Κανένα δένδρο  και  το φως αλύπητο.  Προσχέδιο για την κόλαση.

 

Αυτές τις μέρες δικαστήρια.  Το παράλογο παντού  και  φοβερές οι εφημερίδες -  μιάμισυ δραχμή το μίσος.

 

Ο μέσα πόνος παροξύνεται.

 

Ύστερα σκοτεινιάζει σκοτεινότερος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ,  ΙΧ

Πέρασαν μήνες χρόνια μοναχός  προχώρεσα με το μυαλό μου ακόμα σκοτεινό  και  κάτι ακαθόριστοι λογαριασμοί με τούτους  και  με  κείνους κι άλλα.

 

ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 122

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ,  Χ

(… ημέρα εκατοστή πεντηκοστή και πρώτη…από τότε που αρχίνισα

παλεύοντας τρίτη και τέταρτη γραφή ετούτο το έργο…)

Οι δυσκολίες πολλές.   Πάω να σφίξω  εδώ  ή εκεί  κούφια τα ποιήματα συντρίβονται  νοιώθω σαν προδομένος.  Υπάρχει ένα φαρμάκι μέσα μου  που δεν εξαγοράζεται με τίποτα.   Πρέπει να το ξεκαθαρίσω οριστικά.   Τα πρόσωπα  που ζωντανεύουν  και  κρατάνε την αφήγηση  χρόνια με κατοικούν μονίμως.  Δεν είναι επινοήσεις πρόχειρες  κατασκευές.  Δεν είναι ανεύθυνες φανταστικές φιγούρες.   Στο κάτω της γραφής  ο  Κατιρτζόγλου θα συμμορφωνόταν στην περίπτωση που εσείς.  Δεν θα στεκόταν  ύστερα χαμένος έτσι να  κοιτάζει το αίμα.   Ο πρώτος διάδρομος αριστερά του μεγάλου χειμωνιάτικου σπιτιού βαφτίζεται από καιρό στη σιωπή.  Μονάχα η πόρτα στο βάθος μπορεί ν’ ανοίξει ένα συγκεκριμένο απόγευμα.  Και τότε ο ήλιος  θα φωτίσει παράξενα τη μορφή των δύο εισερχομένων  που είναι ο  Φίλιππος  και η Κατερίνα.   Υπάρχει διαθέσιμος ακόμα ένας διάδρομος.  Τον τοποθέτησα πριν από χρόνια σε μια κλινική  για να περάσει όπως στα ονειρα το πρόσωπο της  Μάγδας – κοίταξε  «Μάγδα»   στο «Νεκρόδειπνο».  Ίσως αργότερα την  χρησιμοποιήσω κι εδώ υποκαθιστώντας φυσικά τη Μάγδα με  ένα άλλο πρόσωπο την Όρσα  που είναι μια εξίσου γοητευτική παρουσία μέσα σ’ αυτό υο ταραγμένο ΧΡΟΝΙΚΟ…     [ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ από τη δεύτερη ενότητα στη  συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΤΟ ΧΡΟΝΟΚΟ 1975 εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση: ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ  1965 – 1980, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1997 ]

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΟΣΟΙ ΓΚΡΕΜΙΣΑΝΕ (ή προσπαθήσαν) ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΣΑΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

  (…σακατεμένα οράματα  σκουπίδια οράματα…) Η σύνθεση του Ποιήματος  μού φανερώνεται τώρα σιγά – σιγά  τα πρόσωπα στο βάθος ωριμάζουν. ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ