(… είδα το άλλο μάτι σου – το μέσα, το χωμάτινο -
να μου τραγουδά Όμηρο και Τομ Σώγιερ…)
Νερά στα πλακάκια
και το καλοκαίρι καραδοκεί πίσω από τις πόρτες.
Στάζει το σώμα σου σκόνες,
ηλιαχτίδες καυτές
και αρχαίες.
Σκιές, φωνές - μέσα από κήπους – πολλά πετούμενα.
Η γη στρογγυλεύει περισσότερο,
ο ουρανός καθαρός, τα σύννεφα δεμένα
στα βουνά,
ατενίζουν με λύπη τις πόλεις.
Στους αγρούς, το χώμα σφίγγει.
Τα φύλλα αδυνατίζουν.
Το φεγγάρι κάνει χαμηλές πτήσεις.
Μια ξέρα απλώνεται προς στιγμήν.
Κάποιος θέλει να τραγουδήσει.
Τότε ο άνθρωπος σηκώνει τα χέρια και κόβει.
Το χέρι θυμάται τους προγόνους του.
Το φρούτο, το χάδι, το χνούδι, το φιλί,
ο ήλιος –
η ζωντανή φύση της ζωγραφικής.
[ΤΑ ΦΡΟΥΤΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ από τη
συλλογή
του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997
Συγκεντρωτική έκδοση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2013]
Ο ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ
(κι άλλες
επιλογές από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού
Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ
ΤΙΠΟΤΑ 1997)
Ζω ήσυχη ζωή.
Προσέχω την τροφή.
Πίνω τα χάπια μου, κοιμάμαι νωρίς.
Άχρωμος κινούμαι, μεταξύ δουλειάς και σπιτιού.
Τέτοια κι άλλα κοινά, και
τρέχουν οι μέρες.
Όμως, στον υπολογισμό του μήνα,
γίνομαι αυστηρός, τσιγκούνης:
με τις λέξεις, τους φωτισμούς.
Κυνηγάω σκιές,
στήνω πρόσωπα,
τα προεκτείνω στο έπακρο της αντοχής τους,
αλλά και της αντοχής μου.
Σε όλα βάζω μουσική. Την πιο ανόμοια.
Φέρνω θύελλες με ήσυχο ουρανό.
Κανείς δεν μου χρωστάει τίποτα.
Αλλά εγώ, υπακούοντας σ’ έναν άγνωστο αρχιλογιστή,
δίνω κάθε ώρα τους λογαριασμούς καθαρά
γραμμένους
και πάντα ελλειπτικούς.
Φαίνεται κάπου χρωστάω
και με σταθερό χέρι καταγράφω
τις διακυμάνσεις της ψυχής μου!..
ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Τα ακούω ρυθμικά να με κυκλώνουν.
Απομακρύνονται, πλησιάζουν, καρφώνοντας τον αέρα γύρω μου.
Λουστρίνια,
σεβρώ ή από δέρμα φιδιού.
Έρχονται, επανέρχονται, βαδίζουν προπολεμικά,
φέρνουν φόβο
και ο γκρίζο στον ορίζοντα.
Πλάγια βροχή, με φωνές παλιές, νέες και
πάλι παλιές.
Ο επίμονος κρότος, θυμίζει αμερικάνικες
ταινίες,
σφυρίγματα τρένων και πυροβολισμούς.
Σβήνουν σαν νότες τα πατήματα
και έρχονται πάλι πέτρες που κατρακυλάνε.
Αλλάζω σπίτι
- αλλάζω ιδέες,
πάντα με τριγυρίζουν.
Κοιτάζω από το παράθυρο: σκοτάδι, αστραπές
και μια φιγούρα, ένα τσιγάρο,
σκιά ή σκιές
που κοιτάζουν προς το μέρος μου.
Μετά σβήνουν όλα και
αρχίζουν πάλι
στον ίδιο ρυθμό τα κτυπήματα,
σαν να καρφώνουν κάτι, σαν ρολόι.
Οι εποχές αλλάζουν όπως γυρίζεις σελίδα στην εφημερίδα.
Όμως πάντα σε επιφυλακή,
με το αυτί σε τοίχους, πάτωμα
ή αέρα,
για να πειστώ ότι το μακάβριο και
ηδονικό τακ – τακ
θα συνεχιστεί.
Μερικές φορές σκέπτομαι μήπως είναι τα δικά μου
παπούτσια, τα μαύρα, τα φθαρμένα,
η σκιά μου
- που πολλές φορές μεθάει από έρωτα –
όχι,
όχι, αυτός είναι επίμονος θόρυβος δολοφόνου
με σκοτεινή καταγωγή και
άσπρα μάτια.
Προκαλώντας λοιπόν να εμφανιστεί το μυστήριο
έμαθα πολλά,
είδα πολλά.
Ανοίγω την ομπρέλα μου
και ανέμελα βαδίζω στον κατακλυσμό,
ενώ ξέρω ότι με παρακολουθούν.
Μασάω λαίμαργα τον καιρό και
όλο σε περιμένω!..
Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡΣ
Το χαδάκι στο λαιμό σου
δεν το πιάνει το πεδίο ενέργειας του κομπιούτερ.
Δεν μπαίνει στο πρόγραμμά του.
Αρνείται αυτές τις λεπτομέρειες
Ούτε τις κάλτσες σου πιάνει,
γιατί τις έχεις στο χέρι και
ακουμπάει στον ώμο μου.
Τα φιλιά σου τα μεταγράφει ως
θερμότητα.
Δεν βλέπει
τον αποχαιρετισμό,
το φως που κάνει ρίγες στη φούστα σου.
Ούτε το μολύβι
που γράφει τις παραγγελίες για τον μπακάλη.
Κάνει ένα μονότονο θόρυβο, σαν ανεμιστήρας
και βγάζει ταινίες με στοιχεία
για πολύ σοβαρά πράγματα.
Την τετραγωνική ρίζα της λύπης
δεν θα την βρει ποτέ!..
Ούτε το ενδιαφέρει.
Θα ανακαλύψει πολλά και
διάφορα,
αλλά τα μικρά,
τα μισοσβησμένα,
θα τα έχει στο κενό στις καταγραφές
με τα αθροίσματά του.
Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΚΑΜΠΑΡΝΤΙΝΑ
Μέσα στο καλοκαίρι θυμήθηκα
την παλιά μου καμπαρντίνα.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 299
ΧΑΛΚΙΝΗ ΕΠΟΧΗ
Οι ανασκαφές σου έδειξαν τα πρωινά σου δυσοίωνα.
Το χώμα κράτησε τις πατημασιές
ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 300
[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού
ΟΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997]
[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΟΑΘΛΗΤΗΣ
ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997]
U2 (τρίπτυχο)
(από τη συλλογή
του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ
ΕΝΑ
Οι φωνές τα πρόσωπα, τα ζόρικα χέρια.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 301
ΚΕΝΗ ΩΡΑ
Κρύβομαι πίσω από το λοφάκι του χρόνου
και μένω στάσιμος στις εξελίξεις και
στον πολιτσιμό.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 304
ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ
Ο ουρανός στο τραπέζι μας.
Ένα μήλο φωτίζει τα πρόσωπά μας.
Το σκουλήκι γλιστρά στα σύννεφα.
Κόβουμε και τρώμε αμέριμνοι.
Το μαχαίρι στα χέρια
κάνει κομμάτια τις ώρες, τις μέρες,
το γέλιο, τις αφές!..
Καπνός
και καπνός κρύβει το πρόσωπό σου.
Σπάει
και η κλωστή της σελήνης
-λεμόνια κυλούν στο χώμα.
[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο
ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997]
ΑΠΟΥΣΙΕΣ
(από τη συλλογή
του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997)
Απογευματάκι Ιανουαρίου
δε στρίβω γωνίες, αλλά παραπατάω σε ευθείες
ΣΥΝΕΧΙΑ από σελ. 305
ΤΟ ΦΙΔΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ
Έρπει παντού,
τινάζεται, κρύβεται πίσω από
βιβλία.
Πίνει το γάλα που του βάζω στην κουζίνα
ΣΥΝΕΧΙΑ από σελ. 306
Η ΜΑΚΙΓΙΕΖ (στη Λούλα Αναγνωστάκη)
Επιστρέφει τριζάτη – όπως η θάλασσα
[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΣΤΟ
ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ 1992]
ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ ή ΟΠΩΣ
ΣΤΙΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
(…τις
νύχτες γίνομαι κυνοκέφαλος από τον έρωτά σου… )
Έτσι άτσαλα τρέχω πάνω σε κοφτερά ποιήματα.
Μου δημιουργείς παρελθόν, κινητή άμμο.
Ροζ ουρανό
και ροζ σκοτάδια του Άδη.
Άδει η πόλη το:
«Θανάτω
θάνατον πατήσας»!..
Το πέλμα σου με τραβά προς τον ουρανό.
Πετάμε.
Τώρα φορώ τα λευκά και
σου μιλώ κατακόκκινα.
Τώρα θυμάμαι μέσα στα νερά πνιγμένος…
ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΠΟΥΜΠΟΥΛΑ ΧΑΙΡΟΝΤΑΙ
ΤΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ
Το καλοκαίρι τα κτίρια τσαλακώνονται
από σκιές, από μαχαιριές από τη ζέστη
ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 309
ΠΡΟΣ ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ
Ψεύτικα που ήτανε τα χιόνια σας, παιδιά.
Λιώσανε με το πρώτο βλέμμα.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 310
ΥΓΡΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
Καλοκαίρι
όπως σε έργο του Τέννεσση
Ουίλλιαμς.
Καθόμαστε στη βεράντα με τα φανελάκια –
οι γυναίκες ημίγυμνες πίνουν λεμονάδες.
Σκουπίζουμε τον ιδρώτα με χαρτοπετσέτες.
Η χαύνωση μας έχει πάρει μαζί της
και ανακατεύει στην υπόθεσή μας και το φεγγάρι.
Όλα είναι σάπια
και ασημένια.
Γάτες εκλιπαρούν για φαγητό.
Εμείς μαθαίνουμε τους ρόλους μας.
Ο σκηνοθέτης φωνάζει:
«Μην πίνετε πολλά υγρά,
σε λίγο βγαίνουμε»
Κάποιος ρίχνει σκουπίδια στο ενδιάμεσο του
χρόνου..
Τρέχοντας να βγούμε στη σκηνή,
αποτυπώνουμε στον καθρέφτη –
που μπροστά μας κρέμεται –
ένα αβέβαιο σχήμα, μια γραμμή, μια σκουριά
ένα φόβο για
τα επερχόμενα.
[από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Ο
ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997]
ΤΙ ΚΑΝΩ ΤΟ ΣΩΜΑ
ΜΟΥ ΟΛΗ ΜΕΡΑ
(… το καίω, το
πετάω στον ουρανό.
Μετά το βάζω σ’
ένα γραφείο και παγώνει…)
Κατολισθήσεις λέξεων, άδεια πηγάδια
και έρημος χώρα το
περιμένουν. Φεύγω ταξίδι με άδειο
τσουβάλι, πάω για πέτρες - πάω
για ιδέες. Βρίσκω όαση – βρίσκω
ποιήματα. Πλένομαι, εξαγνίζομαι,
θυσιάζω. Τι έχουν δει τα μάτια μου δε
λέγεται. Όμως ο ορίζοντας είναι πάντα
ένα γαλάζιο μήλο. Οι ώρες περνούν όπως
ένα οδοντωτό τρενάκι. Στη σιωπή του
μεσημεριού προετοιμάζει το μέλι του απογεύματος. Δοκιμάζω φτερά, κανένα δεν μου κάνει. Γύρω στις επτά, η νύχτα ρίχνει το λουλακί
μαντίλι της στη λίμνη∙ τότε μένω
μόνος, χωρίς μηχανικά μέσα. Τότε το
σώμα πίνει νερό και εικόνες για να περάσει το υπόλοιπο. Η νύχτα ανάβει τα λουλούδια και τα φρούτα. Αυτό παίζει με αναστεναγμούς και φυσά να τα σβήσει. Μετά βρίσκει ένα άλλο σώμα ή το
θυμάται και μπαίνει μέσα και γίνονται
μουσικό κουτί. Μετά, ε, μετά τελειώνουν
τα παραμύθια. Κλείνεις τα παράθυρα, βάζεις μέσα τη βροχή και ψήνεσαι στην αλήθεια. Το εικοσιτετράωρο δεν πέρασε ακόμη, σου επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις, πολλές σχισμές και
απεριόριστες δυνατότητες αποκαλύψεως ουρανού και
φωτιάς!.. [από τη συλλογή του Γιάννη
Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ 1997 –
Συγκεντρωτικός τόμος: Γιάννης Κοντός ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1970 – 2010, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
2013]
Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου