(…τι φλυαρία για τη νύχτα…)
Τα θέσμια του αγαθού και της κακίας
μεράδια της υπακοής μας
στην άπαιχτη λογική που γενικά βασιλεύει
κατάφωρα περιπλέκει το στομάχι μας.
Τι ρητορεία για το φως
τι φλυαρία για τη νύχτα…
Πληγιάσματα οπού μυρμηγκιάζει η χημεία
τραγουδώντας με πύον.
/Εμπεριέχοντας την άφιλη γλωσσολογία/
Καταλύομαι ώριμος από καθοσίωση λύπης
κι ακόμη πράττω την όμορφη δυστυχία μου.
Στα βιολογικά προάστια του τρόμου
παράδειγμα η απερπάτητη ματιά
χιλιάδες χαρακώματα - χειρονομίες
τη ζωή μου προασπίζω ενάντια στη νίκη
-δεν είναι παράξενο;
Τα νεροπούλια ξαφνικά φτεροκόπησαν
απ’ το νερένιο μυαλό μου.
Θα ήθελα να κατουρήσω επαρκώς την ευτυχία σας!.. (AB OVO)
(συνημμένη εικόνα) Ο ΓΥΜΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ ΑΝΑΜΙΧΤΟΣ ΜΕ ΑΝΟΙΞΗ
Κάθε λουλούδι με τρομάζει καταστρέφοντας
το φως της λευτεριάς μου στα χώματα.
Ορώμενος από ηρεμία ο υάκινθος τι
δέχεται;
την απαλότητα του κενού την κοινότητα
ή
το υλικό του προσωπείο στις ατμίδες;
ΛΕΖΑΝΤΑ: Η
μεγάλη μας τριανταφυλλιά στον αγριόκηπο
(…διηγείται τίποτα για τ’ άνθια όλων των εποχών; )
Εγώ κρατώ την περιέργεια
να μάθω ο,τιδήποτε.
Τι γυρεύεις μωρ’ ομορφούλα μου εσύ
μαργαρίτα σε τούτο το παλιοχώραφο;
Καλογερεύεις ή
παντρεύεσαι στη μουσική σου;
Δεν ξέρω τιτιβίσματα κι αφήνω τη γενειάδα μου
στα γόνατα να κατηφορίζει.
Δαίμονες την απόδοση
ονομάζουν ανατολή σου
δένοντας τους συνδυασμούς με πλατίνη
κατασκευάζοντας έριδες την ανάπαυση του Σίβα.
Τύχη κι αυτή να κελαηδήσουμε…
[από τη συλλογή του Νίκου Καροούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ
ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980
Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από αυτή τη ΣΥΛΛΟΓΗ,
εδώ από το συγκεντρωτικό
Β τόμο:
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία]
ΚΡΩΞΙΜΟ Σ’ ΕΝΑ
ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ
(από τη συλλογή του Νίκου
Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Η ατελής υπόσταση του
φάντη στη βρομιάρικη τράπουλα
/ζήτημα ζωολογικής
διαφοράς μονάχα
τα δικά μου απ’ τα δικά
σας βιώματα/
γκρινιάρα ειμαρμένη
καθιστή στο μπαλκονάκι βράδυ
/κατάστιχα γυαλιστερά του χάροντα/
βατραχοσύναξη και τούτη
στου Ομήρου τα τροχίσματα
κουλτούρα θυμοληπτική στα
ψευτοσαλόνια σας
χαλκοδεκάρες πεταμένες
έτσι σε κωφάλαλα συρτάρια
/παραχώρηση το διάβασμα
στους πονεμένους /
γονυκλισίες από
κοριτσόπουλα στα θέσφατα των εφημερίδων
/ευλογία Κυρίου τα
μυδράλια
η λεπταίσθητη Λούξεμπουργκ
αυτή η άγρια γυναίκα με
την άγια βαρβαρότητα…/
Να ρίξεις ολάκερη τώρα τη
ζωή σου
στην πλάστιγγα τ’ ουρανού
την ανάστροφη στα μάτια.
Διωγμένος εγώ από κάθε
προϋπόθεση να αναβλύζει το γέλιο μου
θα ’θελα λίγο δυναμίτη θα
’θελα μιαν έκρηξη
που θα σκορπίσει το
χειρότερο θάνατο στα βολέματά σας.
Τυραννήθηκα την τελευταία
εβδομάδα
για να βρω τη σώψυχη
ειρηνοφόρα λύση.
Τα νεροπαίχνιδα στη
ρεματιά-
τι ναν τα κάνω τ’ άλλα.
ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΑΥΞΗΜΕΝΕΣ
Τρυφερή μες στο πιάτο
αρνίσια πλάτη.
Κανένας δεν ερμήνεψε το
ψαχνό την άμαχη γεύση του
τι λύγισμα η αγάπη
χαντακώνοντας τους απερίγραπτους…
Μεγάλη διαδρομή μου
απελπισία πρώιμα βγαλμένη από τον Οίστρο
μεγάλη δοκιμή μου στην
ύπαρξη με θανάτους και χιλιόχρονο πόνο
τα τύμπανα ποτέ δεν
έπαιξαν οποιοδήποτε ρόλο στην ταραχή μου
δεν είχα και τόσο πολύ
βέβαια υλικό για φτέρωμα
ήμουνα μονάχα κάποιο
κλωναράκι στην έξω αγριότητα
γιομάτος από συναίσθηση
λουλουδιών δίχως μελωδία
η μέρα ήτανε Παρασκευή με
ωροσκόπιο κατά τις πέντε το απόγευμα
συνεχόμενα τηλεγραφήματα
κι αναμένοντας κοντεύω να λιώσω
η πλάτη του αρνιού δε λέει
τίποτα άλλο από λαμπρά μου μεσάνυχτα
ο Κρόνος ο Άρης τα δεσμά
των Ιχθύων ένα σαλιάρισμα γιομάτο ρανίδες
είμαι πιασμένος στην άδολη
δοτική και χαραμίζομαι μόνος
με λένε παράφρονα και λένε
για δέσιμο εμένα το αηδονάκι
δεν πειράζει οι άνθρωποι
τηλεφωνούν όταν έχουν ανάγκη
μα εγώ συλλογιέμαι το πρωί
συνήθως την άγνωστη κηδεία μου
περισσεύοντας κι
αγκαλιάζοντας της καρδιάς τα αγέρωχα σφάλματα.
Ο ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ
Μπροστινοί και πισινοί να κατουρήσει η νύφη.
Δεκάδες απαθλιωμένοι καρδινάλιοι συναγωνίζονται
τις εύκολα
ακρωτηριαζόμενες τις υπναλέες παπαρούνες
τα θυσανώδη μου βήματα
δαγκώναν έναν ανήφορο ασυγκίνητο
με ορφικά ελληνικά
λησμονημένα στην πικρότητα συσπώντας
ανεπίστροφα σανσκριτικά,
κουμπότρυπες
τα δάκρυα στη φαντασία του
Υψίστου
συστατικά μητέρας
ατελετούργητα
/ τους ήχους αποθύμησα να
γλεντήσω ξαναγράφοντας /
ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 73
ΝΥΧΤΑ ΩΜΗ ΓΙΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ
Αιφνίδιες αντλίες
πυροσβεστικές με τρίλιες στη λεωφόρο
σφαδάζει πάλι η γραμματική
στο προσκήνιο
καθώς μέσα στον ύπνο μου
απάγγελνα χθες διακοπτόμενες
εκατοντάδες ενεστώτες για
το ανατρίχιασμα
σε εφτάωρη κοίμηση
ρουθουνίζοντας -Ασύλληπτο-
ή -Άπιαστο στριφνές συστάδες από ονειρόεντα
της ερημιάς η φλεβίτιδα:
τα στενά μονοπάτια.
Προσπεράστηκα απ’ το ζώο
που περιέχω
βρυχήθηκα στο βρόντο τα
’κανα όλα γυαλιά-καρφιά
τα βιώματα όπου έχτισα για
να φτάνω
ως επάνω στην Υψιπέτεια
για να διαβάζω δυνατά το
θάνατο στα αναλόγια της αγάπης
να τον ταυτίζω
βραδιάζοντας με το ρόδινο ξεφλούδισμα
σε όμορφα και αστραφτερά
μπαρμπούνια σχάρας
να τον προσμένω σχεδόν
ατάραχος ωσάν χελώνα όπου τρέχει
βιαστική ν’ αποφυλακίσει
κάποτε
κείθε πέρα τα κόκαλά μου.
Λεπτοδείχτες από γάργαρο
μέταλλο συγκεντρώνουν τώρα
τα πυρά τους επάνω μου
βάλε την ηχώ μου σε
κορνίζα δεν ξέρεις αύριο αν θα υπάρχω
στη νεκρόκασα η φωνή
επεξεργάζεται τη βουβαμάρα
κι όταν χηρεύουμε από
τρέλα η λογική σου τ’ ορκίζομαι
καταρρέει μ’ έναν τρόπο
που ναν τη λυπάσαι.
Μπήγοντας ύστερα τα χέρια
μου στη γριά Βεβαιότητα
ολομόναχος
ένα ολάξαφνο σχίσιμο του
μαύρου:
φτερουγώντας έφυγαν τα
νυχτοπούλια.
Ο ανοιχτόκαρδος θεός ο
ορεξάτος διάβολος.
Η ΑΝΘΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ
ΦΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΚΑΙ ΦΩΝΗΕΝΤΑ
Ο Αναξίμανδρος αναπαύεται στην ακάθεκτη
χιλιάδα του απείρου τη απροσμέτρητη
κρατώντας το χρυσόξυλο του νου τ’ αδράχτι
[δεν έχω τίποτα για σωστή συνέχεια]
ο άχραντος ήχος μιας άρπας όπου βουλιάζοντας
[ο ήλιος δεν μπορεί ν’ αποτελέσει τη συνέχεια]
στα κρημνώδη κι αλώβητα μύρα του έαρος
[το ’χω παρακάνει μ’ αυτό το έαρ]
ανάμεσα στους ηλιόλουστους λειμώνες η Άρτεμη
που είναι έξω απ’ τον πόνο ξεπλένοντας το άφωνο
[σημειώνω πως είναι απορριπτέος ο ήλιος]
ο απενθής κι απορριπτέος Αναξίμανδρος
άφραστον αίμα στου ήλιου το μπαλταδιασμένο σβέρκο
κι αλησμόνητος ο βροτός αγέρας την πλάνη μας
(τυραγνώντας)
έρπει σαν όμηρος του όντος
χαρίζοντας τη βοερή γενέτειρα της βεβαιότητας: τη φύση
τα βυσσινιά λουλούδια της Μεγάλης Πέμπτης
και της άτρωτης νύχτας τη νεκροπρέπεια
[λίγος δυόσμος ίσως]
και η κακιά χωλότητα του Ηφαίστου
σημαίνοντας το μισό της αλήθειας:
την αιμάσσουσα Τεχνική
[τεχνική και μηχανόλαδο]
ΘΛΑΣΗ ΘΕΩΡΗΜΑΤΟΣ
Τι ερημιά φανταχτερή μ’
όλα τα αστέρια
σε έξαψη γαλάζιας
αγριότητας…
Ο κόσμος θ’ ανακαταλάβει
το ξημέρωμα
στους τροπικούς μεγάλους
ερημότοπους
όταν ο ήλιος έρχεται διάτορος
κι απάνω στα ουράνια
ξεχειλώνει
για να μαυρίσει
σκοτεινιάζοντας ακόρεστα
στου λιονταριού τον
τρυφερότερον έρωτα.
Τι ερημιά φανταχτερή με
στίλβοντα μαχαίρια
στο γέρικο σούρουπο που
κοροϊδεύει την ύλη
κι η κάθετη βουτιά του
παλεκάνου απ’ τα ύψη
το παντέρημο ψάρι στη
βήυθιση
ξεκουμπώνοντας με το
ράμφος
απ’ τα πανάρχαια νερά της
ακλείδωτης μοίρας:
αστραφτερός Ηράκλειτος.
Ο Ποιητής δεν μπορεί να
γλιτώσει απ’ τα πράγματα
σαν τον κακότυχο Αβεσσαλώμ
απ’ κλαδιά τους
είν’ η μαβιά του χαίτη αξόδευτη πιασμένη
Ο ΤΡΥΓΗΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΘΙΑΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ
Εδώ σε τούτο το βραχύβιο
άρωμα είναι η κατοικία μου
στα φωτερά κι ανάστατα
εικονίσματα
τον άσπιλο κόκορα: μια
περίχυτη της ζωής ανθοδέσμη
το γοερό γαϊδούρι μου με
τα τεράστια ιώδη μάτια
την αμνάδα όπου πάει να
φτερακίσει
την όρνιθα όπου θέλει να
θηλάσει.
Στηθάτος ήλιος κλέβοντας
του πετεινού το χρώμα
κρεμάμενο ειλητάρι στα
γαμήλια
χέρια της βροχής που
κοιμάται
φαράγγι-ήλιος κι η άφωνη
ξερολιθιά
παράλυτη στην αύρα!
ΡΑΓΙΣΜΑΤΑ
Το Ποίημα είναι ένα
κουρδισμένο παλιοπαίχνιδο
φτιαγμένο για να
φτερουγίσει.
Δεν καταδέχομαι καθόλου τα
ψευδώνυμα∙
χρόνος και άχρονο για
μένα παρατσούκλια.
Όταν ασποστηθίζουμε τα
πράγματα λέμε ύλη∙
όταν ερωτευόμαστε τα
πράγματα λέμε μυστήριο.
Να βγω σαν ασημόγλαρος να βγω στη ζοφεράδα
μ’ ολάκερη την αύρα
τυλιγμένος ο χαρμόσυνος
ένα σταχτύ μαχαίρωμα να
κάνω το τραγούδι
κι όλη τη λάμψη του
ουρανού σαν ένα ιδιόμελο.
Τα βράχια είναι σαν αδέλφια.
Χάρος του χάροντα η ψύξη
του πλανήτη!..
ΛΟΥΣΟ Η ΕΓΚΑΡΣΙΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ
Ροχαλητό δεν ακούγεται
στην αιωνιότητα
η αμάχη μου καταστρέφει
λαμπτήρες γνωσιολογίας
αναισθησιογόνα είναι αυτά
τα ελεεινά ποιήματα
τριπλασιάζοντας το όνειδος
της γλώσσας επί τέσσερα
βρακιά κωμικών και
αρλεκίνων έως το γήπεδο
θα σκουριάσω βρε άτιμοι
από φλόγα σε αχρηστία
με κάνατε λαχνό που δεν
κληρώθηκε στην πολιτική σας ασχημοσύνη
θαν τα λέω έτσι τώρα ό,τι
μου ’ρχεται θα σας ταράζω ω φιλομειδέστατοι
υπήρξαμε έλληνες κι αυτό είναι το μεγάλο μας δυστύχημα
ο μαγνήτης το ήλεκτρο τα
βελούδινα παχυλά ιδεογόνα
ειδύλλια καπνιστά
συμπολίτες αριθμοί πατριώτες άγγελοι
ριχ’ τους οξύτονα πολλά στη
μούρη εσύ που αγάπησες τόσο κυρίως τα προπαροξύτονα
μην τους αφήνεις τώρα σε
χλωρό κλαρί λέγονται έναστροι
στην πραγματικότητα είναι
προβατίνες
Τύχη και τούτη να βλέπεις
το θάνατο στα ρολόγια
παλιά ρολόγια εκκρεμή σαν
τη μάνα μου…
Σάρωθρο μόλις μετενσαρκώθηκα
και σαρώνω κρετίνους.
Μ’ ΑΕΡΑΚΙ Σ’ ΑΠΟΜΑΧΟ
ΣΟΥΡΟΥΠΟ ΑΓΑΠΗΣ- ΤΙ ΑΛΛΟ ΝΑ ΕΚΘΕΙΑΣΟΥΜΕ
(…φαυλότητα η ανακάλυψη της
κυκλοφορίας του αίματος…)
… κι ο γνόφος της Κύπριδας αρτηριακή πολύωρη συνοφρύωση καθώς πικραίνει τις φιλοδοξίες η στερεομετρία των νεύρων έκτιση νοερού περίπατου τελικά ξεμακραίνει
τα νεογέννητα παπούτσια μου: ποινικοί
κατάδικοι στα ζωώδη θρησκευτικά πατήματα σε μπουμπούκια αινιγμάτων έχοντας αλαργέψει
κατά το δείλι πάνε θνητές φασκομηλιές
τον ανήφορο κι όμως η κατακόκκινη
σχοινένια κλίμακα σπαρμένη χειλεόφωνα δε
χτενίστηκε άξαφνα όπως άλλοτε από πάνω μέχρι κάτω κι η αλυσόδετη στη θύμηση θαλασσίλα θα ’ναι
εσαεί αιχμάλωτη μαύρα θερμά κριάρια σε κωματώδη κατάσταση με μήκωνες υπνοφόρους στα μέτωπά τους δωρεάν
ευτυχήματα νευτώνιες μετονομασίες χλοερής κι ανώφελης
πεταλούδας ω διάττοντες: τα γλυκόλογα της ανάλαφρης Βαρύτητας πέτσες από φιλάσθενους αριθμούς ανήθικο
γαλάζιο μόλις τώρα πνίγηκα όρθιος σ’
ένα ωμέγα - στρουθοκάμηλο σταγόνες
έρωτα στην ισκιερή παλάμη της τρίτης μου γυναίκας φεύγει κανείς απ’ τη σύσσωμη Πεντάδα προς το
Ένα; Φαρέτρα ο ήλιος / δίχως επίθετο /
κι οι αχτίνες του τη Δευτέρα στο ειρηνοδικείο μυξοκλαίγοντας. Δεν πρόκειται να βάλω σε αθώους γαϊδαράκους τρυφερομάτηδες
τα σκληρά σας εκείνα ψυχολογικά
σαμάρια. Μ’ αεράκι σ’ απόμαχο σούρουπο
αγάπης – τι άλλο να εκθειάσουμε…
[ΕΡΜΗΤΙΚΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ
ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 - ΣΥΓΚΕΤΡΩΤΙΚΗ
ΕΚΔΟΣΗ: ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β΄ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ]
Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου