Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΜΕΡΑΣ ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ

 (…όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό 

τι άραγε θα έχει απομείνει από μας σ’ αυτή τη γη…)

 

Τα πρωινά   νησιά Αιγαίου, 

νιφάδες καλαμποκιού σε γάλα.

Τα μεσημέρια   Αφρική  

μπάρμπεκιου με μπιφτέκια από καμήλα.

Φορώ το φόρεμα με τις πιτσιλιές,

επάνω του τα ίχνη των χεριών    που υπήρξες.

Τα απογεύματα   αραιοκατοικημένη Αυστραλία,

ώρες που διαμένουν σε μεγάλη απόσταση

η μία από την άλλη,

εκτάσεις που δεν διανύονται

όσο και να καλπάζει μια μνήμη που ασθμαίνει.

Τα βράδια όμως   Θεσσαλονίκη πάλι,

ομίχλη – ατμός απ’ τα παράθυρα,

ένας Βαρδάρης ανακατεύει τα μαλλιά μου,

κόκκοι καφέ ξεχύνονται από πελώρια τσουβάλια

στο Καπάνι, 

κι εκεί  κάπου στην Ασία   ένα κοριτσάκι

αφήνει το ρύζι να γλιστρήσει

ανάμεσα στα δάχτυλά του   

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Με λένε Τζέιν. Τζέιν Μποντ.

Από τότε που τυφλώθηκε ο εργοδότης

παίρνω επίδομα ανεργίας

για παραστρατημένες γκουβερνάντες.

Στους άγριους βάλτους του Θόρνφιλντ

αποκαΐδια,

παραμορφωμένες πεταλούδες    στα δέντρα.

Κρατώ ομπρέλα.

Γεννήθηκα το 1846.

Γράφω ακόμα.

(Υπογραφή:  Χλόη Κουτσουμπέλη 

Συλλογή: ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018

Το Ποίημα που έδωσε τον τίτλο  στη συλλογή): 

 

Αγαπημένε,

όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό

το μελάνι θα ’χει πια στεγνώσει,

η ζάχαρη θα ’χει μουχλιάσει,

ένα σύκο θα σαπίζει   στο κρεβάτι.

Σε μια γαβάθα θα βρεις υπολείμματα τροφής.


Στην πραγματικότητα δεν ξέρω

αν θα το έχω γράψει εγώ   ή κάποια άλλη

με όνομα παράξενο όπως

Αδελαίδα,   Εριφύλη  ή  Περσεφόνη.

Αγαπημένε,

ήσουν απελπιστικά αθώος,

ανυπεράσπιστα ένοχος,

τις νύχτες ζωγράφιζες ελάφια,

έκλαιγες μετά καθώς τα σκότωνες,

γέμιζαν σκάγια τα σεντόνια.

Μια μέρα ενώ σου ετοίμαζα καφέ

είδα μες στο φλιτζάνι ένα δέντρο.

Τότε κατάλαβα πως έπρεπε να χαθώ στο δάσος.

Αγαπημένε,

όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,

τι άραγε θα έχει απομείνει από μας σ’ αυτήν τη γη;

Σκόνη στα δάχτυλα κάποιου θεού που θα φυσήξει.

Ξένε, όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,

θα γίνεις λαθραναγνώστης.

Κανίβαλος θα τραφείς από τη σάρκα μιας αγάπης.

Θα σου θυμίσει μια δική σου.

Καμία σχέση.

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι αυτούς

που αφήνουν σημειώματα.

Εννιά στις δέκα φορές επινοούν.  

 


(σχόλιο)    ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ είναι ένας ατελείωτος μαγευτικός κόσμος, γεμάτος σουρεαλιστικές εικόνες, λογοτεχνικούς ήρωες και συγγραφείς, που στέκονται σαν βιτρίνα μπροστά από το συναίσθημα της απώλειας και της εγκατάλειψης για το οποίο προσπαθεί να μιλήσει η ποιήτρια.   Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι ιδιαίτερα τολμηρή στη γραφή της, καθώς βουτάει στον κόσμο του υπερβατικού και του φανταστικού και δίνει φωνή σε δεκάδες λογοτεχνικά και μη πρόσωπα με έναν ευφάνταστο τρόπο. Από τους στίχους της παρελαύνουν συγγραφείς, βιβλικά και μυθολογικά πρόσωπα, ήρωες μυθιστορημάτων, που καταθέτουν την ιστορία τους, όπως αυτή διασταυρώνεται με την αλήθεια της ποιήτριας   (Χρυσάνθη Ιακώβου)

 

ΟΙ ΦΗΜΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΙΠΤΑΜΕΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ 

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Κάποιος είπε σε κάποιον

που είπε σε κάποιον άλλο

ότι οι κάργες τρελαίνονται το βράδυ

-γι’ αυτό πρέπει

να τους δένεις τα μάτια

με τυφλό μαντίλι  -,

ένα όχι τρέχει πιο αργά

από ένα σαλιγκάρι,

για ν’ αγαπήσεις πεταλούδα

πρέπει πρώτα ν’ αποδεχθείς την κάμπια.

Κάποιος είπε σε κάποιον

και αυτός συναίνεσε με ζέση

πως τα κοάλα είναι υπερτιμημένα

και το καλύτερο κατοικίδιο είναι

η αυτολύπηση,

με την προϋπόθεση

να τη γυρνάς ανάποδα

όταν βήχει.

Κάποιος είπε σε κάποιον

κι αυτός στο φίλο του

πως μια μέρα,

μια στιγμή,

κάποτε μ’ αγάπησες.

 

Μα ξέρεις τώρα

πόσο μοιάζει η φήμη με τη σκόνη

ή τους υδρογονάνθρακες.

Κάποιος είπε κάποτε σε κάποιον

ότι ο καλύτερος τρόπος

να ψιθυρίσεις

κάτι αυστηρά προσωπικό

είναι να φωνάξεις σε χωνί

στο μέσον της πλατείας

και, κάπως έτσι,

κάποιος, κάπου, κάποτε,

έγραψε τον πρώτο στίχο.

 

ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

 

Σπάνια έχει αντικείμενο και σχεδόν ποτέ της υποκείμενο.

Αφού η ίδια ύπαρξή μας εμπεριέχει την παγίδα.

Κάποιος ρίχνει εμάς τους ίδιους

ζάρια στο τραπέζι.

Η ζωή μάς προετοιμάζει για πουτίγκα

και μας σερβίρει χελωνόσουπα.

Είστε αγριόχηνες, μας λεν,

εσείς ορίζετε τη μοίρα,

για καλό και για κακό όμως

μην πετάτε τις νύχτες γύρω απ’ το φεγγάρι.

Πολλοί μετεωρίτες έχουν πυρακτωθεί από ανυπακοή.

Μια μέρα πάνω σε μαξιλάρι από βελούδο

κάποιος μας απονέμει ένα κλαδί.

Νομίζουμε μεγάλη πύλη,

αλλά το μόνο που ανοίγει

είναι δοχείο από σανδαλόξυλο

στα μέτρα του κορμιού μας.

Γι’ αυτό σου λέω, Μαρία,

σήμερα που έχει ήλιο

άπλωσε τα δάκρυα σου

μπουγάδα να στεγνώσουν.

Κανείς θνητός

δεν πέθανε ποτέ

από θνησιγενές φιλί.

 

ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΑΞΗ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ

 

Κόρακας κοράκου μάτι βγάζει,

μαύρα φτερά πάνω στον πάγκο.

Το ψέμα πάλι,

που ως γνωστόν έχει κοντά ποδάρια,

αλευρώνεται πρόβατο φίλος

για να κρύψει τον λύκο από κάτω

η θλίψη  όμως, αχ!... η θλίψη

έχει βάλει το κεφάλι της στο φούρνο

προσφέρει τα χέρια της κουλούρια

μαζί με τον καφέ παρηγοριάς.

Η ελπίδα γυαλίζει τα ποτηράκια του κονιάκ

σαν κάποιος να επρόκειτο,

όσο για το γνωστό το Γιάννη,

λίγες μέρες πριν τα γενέθλια,

μόνος του κερνά  και  μόνος πίνει.

Τα αυγά της γειτόνισσας

αισθητά πάντα πιο μεγάλα

τσιτσιρίζουνε με μπέικον.

Στη Μόσχα, αδελφές μου, στη Μόσχα,

ενθαρρύνει το ένα το άλλο

μέσα στο τηγάνι.

Έτσι φουσκώνει το πρωί της Κυριακής,

αρχή Νοέμβρη, μες στο σπίτι της,

σε σβώλους μες την κατσαρόλα.

Πάλι έκαψες τη μέρα σου,

λέει η γιαγιά που μπαίνει στην κουζίνα

με ένα πανέρι μήλα

που φιλοξενούν οικόσιτο σκουλήκι,

αφού όπως όλοι ξέρουμε,

το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΓΥΝΑΙΚΑ ΛΑΖΑΡΟΣ

(στη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Ανάστησέ με, του φωνάζει.

Τυφλό μάτι το φεγγάρι,

μαύρο τηγάνι η νύχτα καίγεται.

Έλα και ανάστησέ με, του φωνάζει.

Αυτός κάτω από το χώμα ακούει ήρεμα,

με τα χέρια στο στήθος σταυρωμένα.

Τόσο εξοικειωμένοι πια

οι νεκροί με το παράλογο,

καθόλου δεν απόρησε

που αν και ζωντανή

απεγνωσμένα του ζητά

συμβόλαιο αναστήσλωσης

για ένα κορμί

που έχασε το σώμα του.

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΛΑΖΑΡΟΙ

 

Τότε μίλησε η Πρώτη Λάζαρος

«Το νυφικό μου ήταν από αλεύρι και με ανέστησε πάνω σ’ έναν πάγκο στην  κουζίνα.

Ήταν, μου είπε, ο ταχυδρόμος.  Χτύπησε όμως μόνο μια φορά.

Ύστερα δεν τηλεφώνησε ξανά.

Έμαθα πως κάποιος αργότερα τον φίλησε στο στόμα,  αλλά εγώ είχα προδοθεί»

«Εμένα πάλι»,  πήρε το λόγο η Δεύτερη, «όλο με φώναζε, Δεύρο έξω, Δεύρο έξω,

μα όταν βγήκα απ’ τα εσώρουχα,  αυτός απέστρεψε το βλέμμα.

Δεν είμαι, είπε, και Θεός να παραβλέπω το ελάττωμα.

Σε ήθελα πιο αδύνατη»

«Εγώ τι να πω»,  είπε τότε η Τρίτη,  που την ονόμαζαν Βραχύβια.

«Μου έλεγε πως είμαι η Μοίρα του,  Κλωθώ με αποκαλούσε, 

Γυναίκα Λάζαρος του έλεγα είναι το όνομά μου, 

δεν μπορώ, μου είπε τότε,  δεν το βλέπεις, δεν μπορώ να σ’ αναστήσω,

όταν ένα κομμάτι μου λαχταράει τόσο να πεθάνει»

 

ΜΥΡΙΑΜ Η ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ -  ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΛΟΤ

 

Όταν ο άγγελος μήνυσε στον Λοτ να φύγουν,

αυτή φόρεσε το ’να πάνω στ’ άλλο τα φορέματα,

δεν ήξερα τι να πρωτοσώσει,

άφησε ανοιχτή την πόρτα,

ο μεσημεριανός χυλός άχνιζε στο τραπέζι.

Έναν μπρούτζινο καθρέφτη άρπαξε μόνο,

χάρτη στις ίδιες τις ρυτίδες της.

Όμως οι μηροί, το υπογάστριο, οι αστράγαλοι

όλα γη προγονική.

Από άμμο πλασμένο το κορμί.

Πώς ν’ αρνηθεί καταγωγή;

Πέταξε τα φορέματα.

Ολόγυμνη στη μέση της ερήμου.

Τ’ όνομά της ανάβλυσε νερό,

στήλη από δάκρυα,

μόνη, πιο μόνη κι από ξένο,

νοστάλγησε.

Αργότερα οι μελετητές θα διαλέξουν πτώση γενική.

Ή μήπως κτητική.

Γυναίκα του Λοτ

Νεκρή θάλασσα οι αναμνήσεις

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΡΑΣΤΕΣ 

ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΧΛΟΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ:

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, Πόλις 2018 

(Ιούλιος Βερν,   Αστρονόμος και αστρομέτρης με νόμιζε αστερισμό…

Κάρολ Λιούις,  Μου φορούσε λευκά καλτσάκια με φωτογράφιζε γυμνή

Φραντς Κάφκα,   Μου υποσχέθηκε γάμο δι’ αντιπροσώπου…)

 

1.    ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ

Αστρονόμος  και  αστρομέτρης   με νόμιζε αστερισμό.

Κάναμε μαζί τον γύρο του κόσμου

σ’ ογδόντα νύχτες μ’ αερόστατο.

Λευκός γάμος.

«Φιλέα,  Φιλέα Φογκ,   ποιο είναι τελικά  το στοίχημα;»

φώναζε τις νύχτες στο κρεβάτι.

Όταν για να συντονίσουμε ρολόγια,

«τι ώρα είναι;»   κάποτε με  ρώτησε,

«ώρα να γίνω καπνός»,  του απάντησα

και καταδύθηκα είκοσι χιλιάδες λεύγες

στον πυρήνα μου!..

«Είσαι σκέτη λογοτεχνία»,   μου πέταξε τότε θυμωμένα!,,

 

2.    ΚΑΡΟΛ ΛΙΟΥΙΣ

Μου φορούσε λευκά καλτσάκια,

με φωτογράφιζε γυμνή,

έπεφτα στη μαύρη τρύπα του φακού.

Σιεσωλαγεμ αν ωλεθ νεδ   Δεν θέλω να μεγαλώσεις,

έλεγε συνέχεια.

Φοβάσαι τον χρόνο; τον ρωτούσα.

Είναι λαγός,  μου απαντούσε.

Δεν τον προλαβαίνω.

Τα βράδια  παίζαμε κροκέ με φασιανούς

και τρώγαμε μικρά γουρουνόπουλα  μωρά.

Μαζί του αυξομειωνόμουνα συνέχεια

γι’ αυτό έραβα και ξαναέραβα κουμπιά

κι άλλαζα φερμουάρ.

Μια μέρα κατάλαβα ότι για να ενηλικιωθώ

έπρεπε να σπάσω τον καθρέφτη του.

Φάε με,  πιες με,  φώναξε απεγνωσμένα

από τη μια όχθη του γυαλιού,

αλλά εγώ στην άλλη ήδη

έτρωγα μανιταρόσουπα

και κάπνιζα πίπα με  μια κάμπια.

 

3.    ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Φορούσε ολόσωμες σκιές  μέχρι το γόνατο.

Μου υποσχέθηκε γάμο δι’ αντιπροσώπου.

Μου έγραφε κιτρινισμένα γράμματα.

Αγαπημένη Μιλένα,  με  προσφωνούσε.

Ειλικρινά δικός σου, ο μικρός σου  Φραντς.

Κάθε πρωί ξέπλενα τα μάτια μου,

έσταζαν πηχτό  μελάνι μες στη σκάφη.

Ήταν συνέχεια υπόδικος,

διάδικος  και  δικαστής ταυτόχρονα

σε μια δίκη με  κατηγορούμενο

πάντα τον εαυτό του!..

Δικαστική πλάνη,  μουρμούριζε συνέχεια.

Γιατί πάντα ανεξάρτητα από την έκβαση,

οι ένορκοι τον καταδίκαζαν

σε κατ’ οίκον περιορισμό,

σ’ ένα πύργο χωρίς ασανσέρ.

Κάποτε σε μια επιστολή εσώκλεισε σκαθάρι.

Αγάπησέ το.  Είναι η ζωή μου,   μου έγραψε.

 

ΣΧΟΛΙΟ: η Χλόη Κουτσουμπέλη μοιάζει να προσπαθεί να χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο, με την επίγνωση πως είναι εύθραυστος και διαλυμένος εξαρχής, και βρίσκεται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση με τους ήρωες της, καθώς άλλοτε φαίνεται σαν να προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από αυτούς και άλλοτε σαν να μιλάει μέσω αυτών. Το σίγουρο είναι ότι καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας δε φοβάται ούτε στιγμή.  (Ιακώβου Χρυσάνθη)

Όταν κάποτε ρώτησαν το Μίλτο Σαχτούρη «τι είναι ένα ποίημα», εκείνος απάντησε πως «το ποίημα είναι ένα όνειρο κακό που όμως ντύθηκε τα καλά του».

Σε συνέντευξή της η Χλόη Κουτσουμπέλη είπε πως η ποίηση, «είναι μία απόδραση από τα περιοριστικά καθημερινά δεσμά της ανθρώπινης ύπαρξης». «Η ποίηση είναι μία επαναστατική διαδικασία. Σπάει τον φλοιό, την τάξη, την ευνομία των πραγμάτων και επανασυστήνει τον κόσμο και εμάς τους ίδιους»

Ο στίχος της Χλόης Κουτσουμπέλη διακρίνεται από ιδεατή λεκτική λιτότητα και αυστηρότητα. Στην κλειστή ποιητική της μονάδα παρατηρούμε αφαιρετικές και ευσύνοπτες διατυπώσεις. Η συνειρμική παράθεση των εκρηκτικών της εικόνων καταλήγει σε έναν ποιητικό ιστό πυκνοϋφασμένο πάνω στον οποίο συγγραφείς και λογοτεχνικοί ήρωες επικοινωνούν άλλοτε υπόγεια και άλλοτε φανερά, πάντοτε όμως γόνιμα, προς όφελος του ποιήματος.  Στη διαχρονική αυτή και υπεριστορική φαντασμαγορία συγγραφέων και λογοτεχνικών ηρώων πρωτοστατεί η ξένη λογοτεχνία, αλλά και η αρχαιοελληνική  μυθολογία και τέχνη.  (Λίλιαν Τσούβα)

 

Η ΑΛΙΚΗ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙ

(…πόσες καρδιές έχει μια Ντάμα Κούπα όταν κλαίει…)

 

Με λένε Αλίκη και είμαι καλά.   Κάθε πρωί ξυπνώ με χαρά,   παίρνω μια ασπιρίνη   για το αφόρητο ράγισμα   που χωρίζει σε ημισφαίρια το κρανίο.   [Το άλλο όνομά μου είναι Χάμπτι Ντάμπτι   και όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά   παλεύουν να με συναρμολογήσουν ξανά,  μετά από κείνο το φοβερό πέσιμο απ’ το φράχτη]   Έχω ερωτευτεί τον Καπελά.   Κάθε μέρα μου χαρίζει ένα καπέλο,   το σημερινό είναι μαύρο και ψηλό,   χασμουριέται συνέχεια   από μια τρύπα στον πάτο.   Τι είναι αυτό που γυαλίζει τα πόμολα, ρωτάει,   που στραγγίζει τα φακελάκια του τσαγιού,   που σφίγγει τη γραβάτα του συζύγου κόμπο.   Τι κάνει τικ τακ μέσα στο στόμα του κροκόδειλου   πόσες καρδιές έχει μια Ντάμα Κούπα όταν κλαίει.   Τι είναι αυτό που σε κρατάει ζωντανή;    Η Κάμπια τινάζει τα στρώματα στο απέναντι μπαλκόνι.    Τα λουλούδια μπλα  μπλα.   Η Άνοιξη σφαιρική   Η γη επίπεδη    Βαρέθηκα τις εποχές, λέει η Αλίκη,  στη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, ΠΟΛΙΣ 2018

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο ΠΙΣΤΟΤΕΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΕΙΛΩΤΑΣ

  (…φρενιασμένος για τα ενδόμυχα κι ωστόσο δεν επωμίζομαι ούτε λέξη…) …η ψυχή σας άλλωστε δεν δείχνει φτερούγισμα γύμνια θεοτική θα ρητο...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ