Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ

 Η αδυσώπητη πάλη του ποιητή με το ποίημα

δίνει την ευκαιρία στον Σταύρο Σταυρόπουλο
να προβεί με μια ανασκόπηση της μέχρι τώρα πορείας του,
με ένα ποίημα - ποταμό που χωρίζεται σε 22 ενότητες.
Γραμμένο σε ρυθμό πυρετώδη – θαρρείς σαν σε ασκήσεις αναπνοής
και με εμφανές το στοιχείο της διακειμενικότητας,
ο ποιητής αναπολεί,  στοχάζεται,   συμπεραίνει,    αποφαίνεται
για την ίδια την λειτουργία της λογοτεχνίας,
πότε αγκαλιάζοντας την
και πότε αμφισβητώντας τα δομικά υλικά της.
Το πρόσωπο της λογοτεχνίας φιλοτεχνείται
σαν ένα γυναικείο πορτρέτο στο οποίο ο ποιητής
απευθύνεται διαρκώς σαν να ζητά εξηγήσεις.
Το συναίσθημα αρδεύεται πολλές φορές ανεμπόδιστα,
άλλες πάλι φορές συγκρατείται
για να αφήσει χώρο στο υπερβατικό και το ανοίκειο.
Στο τέλος, το τέλος είναι αναπόφευκτο.




 

ΕΤΣΙ ΞΕΚΙΝΗΣΕ 

I.

Μπορεί και να έπρεπε

Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών

Που υπερασπιζόταν την σαφήνεια

Ή κάποιων αμφίπλευρων εμμονών

Που έγιναν απολυτίκια

 

Δύσκολα αποχωρίζεται κανείς

Τις εμφύλιες εμμονές του

Την εκτυφλωτική ανακύκλωση της ήττας του

Τα συνεχή ελάφια στο δάσος

Με τις ραδιενεργές πατούσες τους

 

Τα κλαδιά στο κεφάλι τους

Είναι γεμάτα λέξεις

 

Πώς να τις ξεχωρίσεις μια - μια;

Πώς να απαιτήσεις χειρόγραφα

Στην τελική ανταλλαγή αιχμαλώτων;

Τι χάνεις και τι κερδίζεις

Δίπλα σ’ αυτό το αχόρταγο ποτάμι

Με τα πανύψηλα δέντρα

Που παραμένουν αόρατα

Σαν μωρά;

 

Τα βλέπω ακόμα

Ροκανίζουν το αδιευκρίνιστο φως

 

Έτσι ξεκίνησε

Μπορεί και να έπρεπε

Στόλιζα κάθε νύχτα το ίδιο φάντασμα

Κι αυτό

Κατρακύλαγε σε δωμάτια με καρφιά

Που έγερναν

Σαν συρμάτινα σώματα

Το ένα μέσα στο άλλο

 

Έβλεπα

Δωμάτια σώματα

Με καρφιά

 

Τα ρούχα τους που σώθηκαν

Όσα επιβίωσαν της φωτιάς

Και τις φωτογραφίες τους

Άοκνα δεκανίκια

Να φυτρώνουν σελίδες στα κόκαλά μου

Χωρίς ούτε ένα δέντρο

Ούτε ένα λευκό άλογο

Σαν παιχνιδάκι ενός παιδιού

Που ποτέ δε μεγάλωσε

[κι άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου 

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ,  Σμίλη 2022: 

Εγώ που θα ήθελα   Που όλο περίμενα   Και ξεχνάω

Από τότε που διαμοιράστηκες    Που σε έκοψαν κομμάτια

Ήταν Νοέμβριος του 1891    Μόλις είχε πεθάνει ο Ρεμπώ

Εκείνο το βράδυ τον παράστεκα στο νοσοκομείο

Είχε ένα πόδι και τρία μάτια    Εσύ κανένα

Κανένα πόδι κανένα μάτι

Και ο Μπέρρυμαν είχε πηδήξει από τη γέφυρα

Στον ηλεκτρικό σταθμό του Μοσχάτου Ή του Λονδίνου [Από την έκδοση]

 

 

ΞΕΧΝΑΩ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΣΥΜΠΛΞΗΡΩΣΩ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΟΥ 

(…αποφεύγω αυτό το τρομαχτικό επεισόδιο στο χαρτί…)

            III.

Οι ιστορίες άλλωστε δεν τελειώνουν ποτέ

Ακόμα και με τον θάνατό τους

Συνεχίζουν να γράφονται

 

Έτσι ξεκίνησε συνέβη διαδόθηκε

Μπορεί και να έπρεπε

Έχω ακόμα την αλμυρή γεύση των λέξεων

Στην γλώσσα μου

Την αταλάντευτη παρουσία τους μέσα στο χρόνο

Το ολέθριο χαρτί των γραμμών τους

 

Περίμενα  ξέρεις ν’ αλλάξει όλο αυτό

Κάποτε

 

Περίμενα

Όλος αυτός ο καιρός να εξελιχθεί

Περιγράφοντας την υστεροφημία του κόσμου

Να πάψουν να βγαίνουν νεκρά ψάρια από μέσα σου

Να συμβεί μια επιδιορθωμένη σειρά υδάτων

Και να περάσουμε απέναντι

Να κάνουμε παρέλαση

Μαζί

Σαν αληθινά άρματα

Όπως κάνουν οι αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι

Πάνω στον πάγο

Με το κίτρινο κάτω απ’ το λαιμό τους

Που πάντα θα σε θυμίζει

 

Περίμενα

Να ανάψουν όλα εκείνα τα είδωλα

Που είχες αφήσει

Σε γωνιακές γκαρσονιέρες

Με το σελοφάν της ποίησης ανοιγμένο στο πάτωμα

Ασκώντας τα ποιητικά σου καθήκοντα

Σάββατα νύχτες

 

Στα γόνατα

 

Μην τύχει και δουν οι κωφάλαλοι την ντροπή σου

Που έψαχνε δράκους για να κρυφτεί

Μην τύχει και γνωρίσει κανείς

Την άγνωστή σου αξιοπρέπεια

Γιατί σου άρεσε πάντα να μοιράζεις

Τα κομμάτια σου στο δρόμο

Γιατί πάντοτε προτιμούσες αυτό

Από το άλλο που ήσουν

Μικρή ηρωίδα μιας μεγάλης θύελλας

 

Περίμενα

Την αποταμίευση των χεριών σου

Τυλιγμένος σε μια μεταχειρισμένη κουβέρτα

Την εποχή της βροχής

Ή της πέτρας

Ή της σιωπής

 

Της λάσπης μπορεί να ήταν

 

Εγώ κάνω λάθος πάντα στις πράξεις και στα φθινόπωρα

Εγώ κάνω λάθος στις στολές των φαντασμάτων

Και στις ονομασίες των μηνών

Και στις βροχές

Εγώ δεν καταλαβαίνω

Από συσκευασίες ηρώων

 

Περίμενα

Να μάθεις πρώτη να με αναζητάς με τα μάτια σου

Όπως μάταια σε αναζητούσα εγώ στις σελίδες μου

Κι ας μην υπήρχαν άλλα νέα

Κι ας είχαν πέσει όλα τα δαχτυλίδια

Στη λίμνη με τους πενήντα δύο ψεύτικους ήλιους

 

Το βρήκα

Τώρα που δεν θα έπρεπε

Ένα τσεκούρι αδέσποτου πολέμου

Θαμμένο στο κομοδίνο μου

Δίπλα στα λατομεία του δέρματος

Που εξείχε

 

ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΓΕΝΝΗΣΑΝ ΟΝΕΙΡΑ  

(…και γέμισαν όλο το σώμα μου απ’ τη μελάνη…)

ΙV.

 Κι όλο λάδωνα τα κομμάτια που έπεφταν

Που χωρίζονταν από μένα

Να μην ακούγεται ο ανατριχιαστικός θόρυβος του χαρτιού

 

Που ήταν ερήμην μου

 

Κι όλο έχανα την μετάφραση του ονόματός σου

Μέσα σε δυσβάσταχτες αντωνυμίες

Από την υπερβολική σου συγκομιδή

Από την ολική έκλειψη μιας έστω αλήθειας

Χωρίς μεταφορές

Κι όλο πρόσεχα τους διακόπτες

Μην κατά λάθος πατήσω κάποιο κουμπί και μου σβήσεις

Μην ακουμπήσω χωρίς να το θέλω

Τα οικογενειακά γραμμάρια του θανάτου σου

 

Όμως εσύ έσβηνες μόνη σου

 

Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν θεό

Ένα σπίτι

Έναν τόπο

Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο

Όπως συνήθως γίνεται στην λογοτεχνία

 

Συμπλήρωσες αιώνα και τον ξεπέρασες

Με τον αέρα ενός πολύγλωσσου

Οι αναγνώστες των κεριών

Και οι παράτονοι κριτικοί της ορχήστρας

Που δεν διεύθυνες

Με τα μνημόσυνα από χάντρες

Και τα χαλασμένα χαρτοφυλάκια

 

Του έβγαλες τα καλώδια και τα έκανες κεραίες

Σειρές

Για να συνεχίσεις να βλέπεις χειρότερα

Από άλλη οθόνη

Την δυστυχία του να μην έχεις όνομα

 

VII.

 Εκεί σε διάλεξαν

Σε κείνη τη φυλακή

Ξεφύλλισαν τις σελίδες σου πρόχειρα

Με δάκτυλα σε σχήμα αλόγου

Και σε άφησαν να υπάρχεις

Όπως οι οιωνοί

Σαν η χειρότερη ιστορία του κόσμου

 

Έβγαινε η γεωγραφία σου απ’ τις σκάλες

Και μοίραζε ισόπαλες λέξεις παντού

Σε πατώματα αναγκαστικών δοκιμίων

Και σε άλλα ανήξερα τραύματα

 

Μετά σε πήραν και σε τύπωσαν πάλι

Σε ανάτυπα άθικτων ποιημάτων

Ήδη γνωστών

Στο χρώμα της σάρκας ενός καρκίνου

Για να τρομάζουν οι ήρωες

Και σε έστησαν στην πλατεία

Ανάμεσα στις προφητείες της Βίβλου

Και τις λέξεις του Δάντη

Χωρίς να μπορώ καν να σε ξεκρεμάσω

Να σου μάθω τα μυστικά της συγγνώμης

Να σου δείξω

Σαν ημερήσια άσκηση αθανασίας

Την ευγνωμοσύνη των βημάτων μου στο φως

Να σε πάρω απ’ τις μύγες

Και να σε φέρω μπροστά στα ερωτευμένα μάτια μου

Να σε δω σαν νέα ιστορία

Που τόσο πολύ νοστάλγησα στην πλατεία

 

Αιωρούνται ακόμα μέσα σου

Τα ασυμπλήρωτα μάτια μου

Αν μπορούσα θα τα έβγαζα απ’ τις κόγχες τους

Να μην βλέπουν

Θα τα έχυνα απ’ το πρόσωπό μου

Σε ποιήματα

Ακέραια

Που διαρκούν χρόνια

Να ταιριάζουν με το νησί εκείνο του Αιγαίου

 

Μερικές φορές πεθαίνω

 

Λιώνω στην αφοσιωμένη γενναιοδωρία μου

Με τα οικόσημά μου

Όλα ζωντανά

Ακάθιστος

Μοναχός

Και ανεπίτρεπτα βέβαιος

Σαν Θεός

 

Άλλες φορές πάλι ζω

Μες’ στην μανία της επιμονής μου

Με τους ξύλινους αξιωματικούς μου

Υπέροχα όρθιους

Παρά τον Αναγνωστάκη

 

Χωρίς εσένα

(ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου 

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ,  Σμίλη 2022)

 

ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ ΜΟΥ ΕΙΠΑΝ  ΟΤΙ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ  (αποσπάσματα από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ, Σμίλη 2022) 

          VIII.

 Να συνεχίσω να είμαι το έργο

Χωρίς εμένα αλλά με θεατές

Γιατί κάθε άνθρωπος είναι το έργο

Χωρίς τον άνθρωπο

Και κάθε άνθρωπος προσφεύγει μόνο στο έργο

Που είναι αυτός με θεατές

Χωρίς να είναι άνθρωπος

 

Τότε συνέβη

Το ανήκουστο

Αυτό που δεν υποφέρεται

Που προεξέχει του ανθρώπινου

 

Σαν τα εξογκώματα στη ράχη ενός κροκόδειλου

Σαν τα ξέφτια μιας σημαίας

Που ανήκε σε άλλη χώρα

Και την οικειοποιήθηκαν

Σαν τα γραμματολογικά λάθη

Που έκρυβαν με επιμέλεια φιλολόγου μέσα τους

Για να μην είναι ορατά τα επίθετα

Και να μένουν οι λέξεις Ομηρικές

Δύσκολες καταπακτές θανάτου

Απαλλαγμένες από ερμηνεία

Εκ γενετής νεκρές

 

Έτσι συνέβη

Και συνέβη ξανά

Και ξανά

Και με απέκλεισαν

Μέχρι να σκεφτώ ότι είναι σημαντικότερο

Να παραμένεις άνθρωπος

Απ’ το να παραμένεις ζωντανός

Μέχρι να πεθάνω

Χωρίς υποσημειώσεις

Να πεθάνει το χρυσάφι της ζωής μέσα μου

Και να μείνω ακίνητος

Σαν βάλτος

Να ταιριάζουν τα νερά και τα χνώτα μας

Να εφάπτεται το βρώμικο με το καθαρό

Και να μη νοιώθω

 

Ούτε πόνο

Ούτε θλίψη

 

Μόνο μια αρρώστια εκμεταλλεύσιμη

 

Να μην νοιώθω

Έτσι ξεβαμμένος

Σαν μια αόρατη κλωστή

Στον θρόνο του χρόνου

Πόσο χρώμα χάθηκε

Πάνω σε σώματα

Σε χαρτιά

Σε σεντόνια

 

Να μην νοιώθω

Πόσο αναντικατάστατο αύριο

Κατοικήθηκε από μένα

Για να δώσει αύριο σε άλλους

Ήρωες εξολοθρευτές

Με επαναληπτικά όπλα

 

Όμορφους σαν το βλέμμα σου

 

IX.

 Έτσι θα ζήσουμε τώρα

Με οπλές αλόγων ευοίωνων

Σε δασύτριχα όρη

Με τις καλπάζουσες συναυλίες των Θεών

Στο δέρμα του κρεβατιού μας

Με τα βέβαια ράσα ενός δελφινιού

 

Από το ταβάνι θα πέφτουν ταινίες

Και στα μυστικά μας χαλιά

Ακριβώς κάτω από την καταπακτή τους

Θα μαζεύεται η θάλασσα

Διακοσμητική και σωτήρια

Με σάλια και ρώγες

Έξαλλων ήλιων από μέλι

 

Και θα ανοίξεις κι άλλο

Κι άλλο

 

Θα γίνεις ένα υπόγειο φαρμακείο φωτός

Και θα περάσουμε μαζί

Με τα απασχολημένα χέρια μας

Τις συνοικίες των μελλοθάνατων

Και θα φτάσουμε

Στην αόρατη ήπειρο

Εκεί που τα σύννεφα είναι μονίμως διπλά

Και τα σεντόνια αναστατωμένα

 

Με μοναδικά έπιπλα τα παιδικά μας σώματα

Ενώ τα δωμάτια των καιρών μας

Συνεχώς θα πολλαπλασιάζονται

Μεταδίδοντας προς όλες τις κατευθύνσεις

Με την δυσκολία του φωτός

Όλο αυτό το κατόρθωμα γης

Που ανέτειλε ξαφνικά μέσα μας

Σαν ιδρωμένος χρυσός

 

Μην κινείσαι άλλο

Μη

Θέλω μόνο να σε κοιτάζω

Θέλω οι λεπτομέρειες των μελών σου

Να βάψουν τα μάτια μου

 

Μείνε ακίνητη

Σε στάση προσευχής

Για όλα τα επόμενα χρόνια

Της άγνωστης πατριδογνωσίας μας

 

X.

 Και μετά

Ήρθε πάλι ο Μπέκετ

Τότε που μας σκότωνε όλους ο ήλιος

Κι εμείς απορούσαμε για το φως

 

Ακατανόμαστος φίλος

 

Και μου είπε δυο λόγια για το τέλος του παιχνιδιού

Και ήρθε και ο Χρίστος Λάσκαρης

Και ο Χρήστος Βακαλόπουλος με γιλέκο

Και ο ευγενής κύριος Τεντ Χιούζ

Και ένας τύπος που έκανε τον κόμη

Και το παρατσούκλι του ήταν Λοτρεαμόν

Και η Αντιγόνη του Σοφοκλή

 

Όλοι πάνω σε πλοία

 

Και μου είπαν για το έργο

Ότι πρέπει να είμαι το έργο

Ότι δεν υπάρχει τίποτε εκτός απ’ το έργο

Και τίποτε δεν σημαίνει τίποτε

Εκτός απ’ το έργο

Και μετά ήρθε

Ένας σοφός γέροντας

Που στη τράπουλα του ταρώ ήταν θάνατος

Και στην τράπουλα της ζωής αφέντης

Ένας παλαιστίνιος προφήτης

Που κουβαλούσε σταυρό

Ο Λέοναρντ Κόεν με ξυρισμένο κεφάλι

Και τα ράσα του κόσμου φορεμένα ανάποδα

Ο Φραντς Κάφκα μαζί με τον πατέρα του

Η Σύλβια Πλαθ μαζί με τον πατέρα της

Η Βιρτζίνια Γουλφ μαζί με τον πατέρα της

 

Κι εγώ

Που ποτέ δεν είχα πατέρα

Ούτε ράσα φορεμένα ανάποδα

Ούτε ξυρισμένο κεφάλι

 

Αλλά κουβαλούσα μόνο

Έναν μεγάλο Σταυρό

Δικός σου ήταν αυτός όχι δικός μου

 

Και κουβαλούσα το βάρος όλης της γης

Μέσα σε ένα πανόδετο πακέτο βρεγμένα τσιγάρα

Που μου υπενθύμιζαν μόνο εσένα

Και προσπαθούσα να ανοίξω τα μάτια μου

Που παρέμεναν κλειστά

Από τότε που έφυγες

Και παρέμεναν ορφανά

Από την λευκή ισοπαλία στο βλέμμα σου

Και παρέμεναν μετανάστες άποροι

Κουλουριασμένοι σε τρυπημένες κουβέρτες

Στα μαγαζιά της φωταγωγημένης Σταδίου

Και κάτω απ’ την γέφυρα του Σηκουάνα

Εκείνου του ποταμού που ποτέ δεν είδαμε μαζί

Να κυλάει δίπλα στην Νοτρ Νταμ

 

Την εποχή που η Μπαέζ

Αφύσικα εξεγερμένη

Έπαιζε στο εκκλησιαστικό της όργανο

Το «Διαμάντια και σκουριά»

(ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου 

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ,  Σμίλη 2022)

 

 ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΩ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ  ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΕΘΗΚΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ

(αποσπάσματα από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου

ΘΑ ΣΕ ΔΨ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ, Σμίλη 2022)

          XII.

 Αν δηλαδή υπήρξαμε ποτέ εμείς

Αν θα θυμάται κάποιος το όνομά μας

Θα σου πω ευθαρσώς

Και με γνώση των συνεπειών του νόμου

 

Και ίσως και κάποιο δάκρυ θυμού

Αδιευκρίνιστο

Αλλά παρόλα αυτά επιεικές και κωφάλαλο

 

Ότι κανείς δεν θυμάται ονόματα που δεν υπήρξαν

Παρά μονάχα ονόματα που προσπάθησαν να ουρλιάξουν

Και τελικά

Το μόνο που υπήρξε ήταν εσύ κι εγώ

Το εγώ παρακαλώ να διαβαστεί εσύ

Για τους ιστορικούς του μέλλοντος

 

Εσύ όπως ένα σβησμένο αστέρι

Στην βυθισμένη Σαντορίνη

Εσύ όπως το τραγούδι του Τζάγκερ

Που ήταν το τραγούδι του μουσικού κουτιού

Όπου σε έκλεισα

Για να σε φαντάζομαι σωσμένη

Πέρα από πόλεις και γεωγραφίες

Όπως θέλω εγώ

Όπως σε σχεδίασα αθώα στα όνειρά μου

Με τα πινέλα του Ντεσάμπ

Και τρώγοντας χρώματα όπως ο Βαν Γκονγκ

 

Επειδή σ’ αγαπώ

Δεν σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ

Δεν σ’ αγαπώ

 

Ένα στεφάνι από ψεύτικες μαργαρίτες

Για να πεθαίνω στο πλάι τους

Και να καπνίζουν

Ασταμάτητα τα δαχτυλίδια

Και τα χαμένα αγκάθια

Και τα ερείπια της Πομπηίας

Στην συναυλία των Φλόιντ

Που είχαμε πάει μαζί

Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων

Γερασμένοι ήδη

Από την ζωή που ερχόταν καταπάνω μας

Ενώ ξέραμε καλά ότι δεν θα ζήσουμε

 

Μαζεύοντας πεταλούδες

Μαζεύοντας τις φλέβες μας

Σαν κεράσια

Και τότε ίσως

Να μ’ αγαπούσες κι εσύ καλύτερα

 

XIII.

 Σταματώ όμως εδώ

Σταματώ

Πρέπει να σταματήσω

Εκτός κι αν δεν σταματήσω

Και κάνω

Όπως συνηθίζω τον τελευταίο αιώνα

Ότι σταμάτησα

 

Σε είχα κοντά μου

Πεντακόσια χρόνια πριν τον Τρωικό Πόλεμο

Και σε έχασα

Μέσα στις επιγραφές και τις ομοιοκαταληξίες της Ακαδημίας

Σε κρατούσα όμως

Παρόλα αυτά

Στην μνήμη των κυττάρων μου

 

Από τότε

 

Από τον ιερογλυφικό δίσκο της Φαιστού

Δέκα επτά αιώνες πριν τον Χριστό

Είχα όλα σου τα σύμβολα στη μια πλευρά

Και όλα σου τα ερείπια στην άλλη

Κατευθυνόμενος πάντα προς το κέντρο του φόβου σου

Μεταφράζοντας πάντα τους συλλαβικούς στίχους

Ως σταγόνες φωτός

Σ’ ένα πολυπληθές ακροατήριο

Χωρίς να υπάρχει κανείς

Στην θαλάσσια οδό Ασκληπιού

Που σε περιμένω

Από την εποχή του χαλκού

Χαμογελώντας γύρω απ’ το άγαλμα του Παλαμά

 

Κάποτε αποδέχτηκα

Τον χρόνο αναμονής μου

Που ήταν τρεις χιλιάδες επτακόσια ογδόντα δύο πρωινά

Και μια ζωή

Και αποφάσισα να σε αποχαιρετήσω

Με την λάμψη και τον ηλεκτρισμό που αξίζει

Στους ήρωες των βιβλίων

 

Της μητρικής μας γλώσσας

 

XV.

 Από το φθινοπωρινό μου παράθυρο

Γεμάτο εκτυφλωτικά δέντρα

Παρακολουθώ τη βροχή να πέφτει

Σε μικρές στρογγυλές λίμνες

Σαν σύμπτωμα

 

Έχει κάτι από σένα

 

Για την ακρίβεια

Είναι σχεδόν εσύ

Τη στιγμή που εμείς

Ανταλλάσσουμε κόκαλα

Τοποθετούμε χιαστί τους πνεύμονες

 

Εσύ τον αριστερό δικό μου

Εγώ τον δεξιό δικό σου

 

Διαστέλλονται τα ρουθούνια μας

Τα μάτια μας είναι δυσεύρετα διαφανή

Έχουν άλλο χρώμα

Το ένα πιο σκούρο απ’ το άλλο

Το άλλο πιο απαλό

Όμως τελικά και τα δύο καφέ

 

Έχω στο πρόσωπό μου το ένα σου μάτι

Και προσπαθώ να συνηθίσω την ομοιοκαταληξία του

Με βλέπεις απ’ το δικό μου

Ενώ σε κρατάω στα δόντια μου

Που δεν μου ανήκουν

Όλα είναι φυσιολογικά

 

Η περίεργη αυτή μεταμόρφωση

Σαν ακούσια μεταμόσχευση οργάνων

Μεταξύ δίκαιων συγγενών

Έχει κυρίως να κάνει

Με τη μουσική των χεριών

Που παίζει ασταμάτητα

Σαν πορσελάνη

Καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας

Και μας ραντίζει

 

Όπως αυτή η σημαντική βροχή

Σήμερα

Από την αχλή του φθινοπωρινού μου παράθυρου

Με τα εκτυφλωτικά δέντρα

11:55 προ μεσημβρίας

Ή μετά μεσημβρίας – δεν έχει καμία διαφορά

 

Τη βροχή αυτή που μας βλέπει

Και τη βλέπουμε

Με τις πατούσες μας ενωμένες

Σαν ρίζες δικέφαλων αγγέλων

Δίχως ούτε μια σταγόνα που να μην είναι κοινή

Δίχως ούτε ένα άγγιγμα

Που να μην ανήκει

Δίχως ούτε μια πιθαμή γης

Που να μην την έχουμε εμείς ονομάσει

 

Αυτή η βροχή σκέφτομαι

Είναι ο συνδυασμός

Ενός αρσενικού και ενός θηλυκού ονόματος

Που απλώς αγκαλιάστηκαν

Ή το πλήρες ονοματεπώνυμο που δημιουργήθηκε

Για να επουλώσει τη ζωή

Με τις λέξεις του

 

Ό, τι κι αν είναι

Ξέρω πως είναι δύσκολο να γράφεις για τη χαρά

Αλλά πρέπει

Εγώ τουλάχιστον

Να την ανακαλώ πότε πότε

Για να προετοιμάζομαι όπως μπορώ

Για την αυτοκρατορία του ανθρώπινου πλούτου

Που ακολουθεί

 

XVI.

 Αυτοί είναι οι ανάποδοι ύμνοι μου

Προς τον αθάνατο κόσμο

Που απλώς πάγωσε χωρίς εσένα

Όπως πάγωσε ο Γουώλτ Ντίσνευ

Από καταπιεσμένη φιλοδοξία

Όπως πάγωσε η Ανταρκτική

Η πέτρα του Οκτάβιο Παζ

Η κίτρινη γάτα του Μπουκόβσκι

Η απόσταση ανάμεσα σε δύο Ικάρους

Που αργότερα έγινε η απόσταση

Ανάμεσα στο τίποτα και το τίποτα

 

Όπως πάγωσαν προς στιγμήν

Για μερικά εκατομμύρια χρόνια

Τα αιώνια δευτερόλεπτα που οδηγούσαν σε σένα

 

Όπως παγώνει η μάσκα του κλόουν

Όπως ο κόσμος χειροκροτεί εγκληματικά

Και μετά βγαίνουν τα άσπρα μαντήλια

Τα άδικα μάτια

Οι σημαίες και τα πανιά

 

Οι μέρες που βαθμολογούσαν τις μέρες μας

Ήταν ζωή χωρίς περιθώρια

Χωρίς εύρος ή διάμετρο στήθους

Η ζωή των νεκρών που μου επιφύλασσες

 

Και οι νεκροί ζουν ξέρεις

Σε νικηφόρα παρένθεση

Μπορεί αυτοί να ζουν και καλύτερα

Μεταρσιωμένοι

Από την απουσία της αγωνίας τους

Με τα πτερύγια των χεριών τους ενωμένα

Με μονίμως σαλιωμένα στόματα

Και με σηκωμένα φτερά

 

Αεροδρομίου εννοώ

Πάντα μου άρεσαν τα αεροδρόμια

Οι προσθαλασσώσεις ελικοπτέρων

Οι ανοιχτοί διάδρομοι που οδηγούσαν αλλού

Σαν σαλιγκάρι στην πλάτη σου

Ανάμεσα στις ραγισματιές της ηλικίας

Του χρόνου που πέρασε και του χρόνου που θα ρθει

 

Αν έρχεσαι θα πεθαίνουμε λιγότερο

 

Μέσα στις απροστάτευτες αποσκευές της μουσικής

Στις αιωρήσεις των ήχων

Τις παλινωδίες του αδιαπραγμάτευτα μαζί

Και στις γαλάζιες εκτεταμένες αρτηρίες του ουρανού

Κατά μήκος των ψυχών μας

Με το ύψος εκείνο

Που πάντα είχαν οι θύελλες

Οι ζητιάνοι της αγάπης

Που ήθελαν όλες τις ιστορίες λευκές

 

Αγεφύρωτες σαν κενό γράμμα

(ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου 

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ,  Σμίλη 2022)

 

ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΒΡΩ ΟΛΟ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΣΤΟΥΣ ΒΟΛΒΟΥΣ ΤΩΝ ΜΑΤΩΝ ΣΟΥ 

VII απόσπασμα από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ, Σμίλη 2022)

Θα το φυτέψω εκεί   Μέσα στην αλλοπρόσαλλη επιδειξιομανία του βλέμματος   Σε κάθε αθέατη εσοχή των Εξαρχείων   Θα διαβάζω ποίηση σε μετάφραση   Θα σου χαρίσω ένα μεταχειρισμένο λουλούδι   Και την ζωή των φυτών που δεν έζησες   Θα σε ξαναδιαβάσω   Με τις τελίτσες μιας επικίνδυνης αθωότητας   Θα σε Νάξω   Με τα ασύμφορα δευτερόλεπτα των στιγμών   Θα σε χωρέσω όλη σε μένα   Περισσεύοντας στο σώμα σου   Θρύψαλα   Από άγνωστο τσιμέντο αγάπης   Δεν θέλω άλλο τόπο   Άλλο πάρκο Μαρίας   Άλλο όνομα με το ίδιο όνομα   Εδώ που είμαι   Εδώ που θα είμαι   Αν μπορέσω να είμαι   Ακόμα να είμαι   Θα είμαι   Ακίνητος σε μένα   Για να σε κάνω να υπάρξεις χωρίς ρίγος   Από αυτό που θα προξενήσουν οι λέξεις μου   Είμαι ιδιαίτερα επιρρεπής στις λέξεις   Θέλω να μπορώ να ξέρω ότι μένω   Σ’ αυτήν την ταραγμένη επιφάνεια γης   Μοιράζοντας πράσινα και μπλε τριαντάφυλλα   Βαμμένα από σένα   Από την ευτυχία της όρασης σου   Γεννήθηκε ξανά   Ο γενναίος καιρός   Με τις αδίστακτες πεδιάδες   Και τις αδίστακτες θάλασσες   Διασύροντας τους δεσμούς μου με το νοητό   Και το γραμμένο   Κύκλοι άνοιγαν και έκλειναν διαρκώς   Αν μπορούσα θα εμφιάλωνα τα μι των ματιών σου   Θα τα κόλλαγα πάνω μου σαν ασημένια καρφίτσα   Σε κάθε βόλτα στην πόλη   Κάθε φορά που το παράλογο φως   Αποκτά ονοματεπώνυμο   Και δακτυλικά αποτυπώματα   Σαν δημόσιο κτίριο   Που εγκαταλείφθηκε στις κορδέλες του   Σαν ερείπιο ιστορικής σημασίας   Σε ακατάλληλη σχέση με την πραγματικότητα   Με το όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και την εικόνα να μπερδεύεται   Να σβήνει σε καθρέφτες γυμνό   Να καταστρέφεται από ένα ξύλινο μάρμαρο   Με αδιάκριτη διαφθορά στήθους   Σε θαλάμους που χάνεται η κουλτούρα του σώματος   Ενώ δημοσιεύεσαι   Όπως βιβλίο που εκδίδεται   Και μετά πεθαίνει   Πεθαίνω σαν βιβλίο   ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ   Συμβαίνει κάποιες φορές, σπάνια, ένας κόσμος να γεννηθεί ανάμεσα σε δυο ανθρώπους.    Αυτός ο κόσμος είναι τότε η πατρίδα τους, η μόνη πατρίδα που είμαστε πρόθυμοι να αναγνωρίσουμε.    Ένας μικρόκοσμος στον οποίο μπορείς πάντα να σωθείς απ τον κόσμο που καταρρέει.   (Μάρτιν Χάιντεγκερ, Χάνα Άρεντ, Αλληλογραφία)

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ

  Η αδυσώπητη πάλη του ποιητή με το ποίημα δίνει την ευκαιρία στον Σταύρο Σταυρόπουλο να προβεί με μια ανασκόπηση της μέχρι τώρα πορείας το...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ