(…υπέρμαχος των άστρων εκτείνομαι στην άπατη μοναξιά μου…)
Αν ήτανε τα
σύγνεφα θα ήμουνα κι εγώ,
αν ήτανε τα
φύλλα και το θρόισμα
και εγώ θα
υπήρχα
σπινθήρες αν
βγάζαμε στα χέρια μας
φωτιά θα
βλασταίναμε.
Μα η ζωή δεν
έχει τη δική μας περηφάνεια
υποκείμενο δεν
φυτρώνει
στο ξαφνικό που
διαρκεί ως το θάνατο
κι ολοένα με
σπαθιές ηρεμίας
αναβρεφουργείται.
Τίποτα παλιό εδώ
και τίποτα καινούργιο.
Νιάτα να πεις
θολώνεις από παρανόηση
τα γερατειά ν’
αδράξεις μετερίζι δεν γίνονται!..
[ΠΟΙΗΜΑ ΔΙΧΩΣ
ΚΑΡΠΩΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου
Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ
ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980]
(συνημμένη εικόνα) ΚΟΥΝΙΑΔΟΣ ΕΙΜΑΙ
ΤΟΥ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟΥ ΒΡΑΧΜΑ
το οιδιπόδειο του γιασεμιού με τη σελήνη
κι η ανάσταση που θνήσκει πανέμορφη
τρομαχτικά διλήμματα γενέθλια των φύλλων
ενόργανες εμπειρίες από αλληλούια… (Art by
ΛΕΖΑΝΤΑ: Κροταφική Κατάσταση
Σκυλίσια κιονόκρανα στρόφιγγα
πριγκίπισσα του άρτιου αριθμού με ινδιάνικη σκυτάλη
στα νήπια κοκόρια χρυσαφίζουν
ένα πράσινο λάθος κι άλλο λάθος
με κάλτσες από μικρά φτεράκια
να ξαναλάμψει το Μάλιστα
ωσάν το αβγό στα δυο λιθάρια
ζωντανός είμ’ εγώ μες στο φαράγγι μου
τσακισμένος ολότελα απ’ το να υπάρχω –
θα ξεπαγιάζω στο λάκκο;
Ευφρόσυνα κι αγιασμένα μηδενικά
φτερουγίζουν ένα κίτρινο
φλυαρώντας ασίγαστα με ιώδη τραππιστή
τα γλυκόλαλα φρούτα του
το οιδιπόδειο του γιασεμιού με τη σελήνη
τρομαχτικά διλήμματα γενέθλια των φύλλων
ενόργανες εμπειρίες από αλληλούια
στον ήλιο του καλοκαιριού παγωμένη
η Ιλιάδα μέσα σ’ ένα
ποτήρι που ξεφλουδίζει το γυαλί του
κι η λησταρχίνα η τρομώδης εκείνη σεξουαλικότητα
ένα τεράστιο ακροατήριο από σταγόνες
η ανόρυξη του Μεσαίωνα σε απήχηση – όχι
πέφτει η αυλαία του φλάουτου στα άνθη
οι χιλιόχρονες εβδομάδες
χύνοντας μακριά μαλλιά στο χοάνη-ψαύση
παρθένο φίδι του
κεραυνού
η αστραπιαία ελαστικότητα
Κουνιάδος είμαι του κατάμαυρου Βράχμα.
[από τη συλλογή του Νίκου Καροούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ
ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980
Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από αυτή τη ΣΥΛΛΟΓΗ,
εδώ από το συγκεντρωτικό
Β τόμο:
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία]
ΟΠΤΑΣΙΑΣΤΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ
ΠΤΕΡΩΣΗ
(από τη συλλογή του Νίκου
Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Προπύργιο δεν είμαι
κανενός διανοήματος
ανεξήγητα κι όλα τους μαζί
τα εξηγούμενα
συγκομιδή και προϋπάντηση
στον αέρα μυριοπόθητη
το ταύρειο των
αναστενάρηδων αντίδωρο ωιμένα
μου φάνηκε στην Αγία Ελένη
όπου βρέθηκα θαυμάζοντας
πεπτικό μυστήριο από
μεταφυσικές πρωτεΐνες
τόπος δεν είν’ ο θάνατος
μυθεύματα δεν τα συσσωρεύει
/καρδιά μου δεν αντέχω πια
στη νοημοσύνη… /
δεν είμαι πάντως εγώ που
συνταράζω τις ανώφελες πλειάδες
πολυδοξία μόρσιμη ποτέ μου
δεν την αποδέχτηκα ο άλαλος
φιλόκαινος όχι, πανάρχαιος
οπωσδήποτε.
Φιλόσοφος δεν κατάντησα
γυρεύοντας βαθιά την αμυδρότητα
λιγάκι στάθηκα να
ξαποστάσω στην επιστήμη
το μόνο σωστό
σταυροκόπημα.
Είθε να μην είναι χοϊκός ο
κ. διοικητής της χωροφυλακής
contabile στην
αίσθηση για να υποφέρουμε το χρόνο
να μαζέψουμε το σκοινάκι
μας ως τον τάφο.
Είδε να μην είναι δυνατός
ο χαμός μας απ’ την όποια κατάληξη.
ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΝΕΟΓΝΩΝ ΗΧΗΤΙΚΗΣ
Αναμέτρηση διψαλέων
συλλαβών και προχειρότητας.
Η μέρα σώνεται στη γήινη
κατάθλιψη και η νύχτα
τυχαρπάζει τ’ ανθολογήματα
στους κήπους.
Μεταδίδω ένα νωθρότατο
μήνυμα στις δικές μου βραχύτητες:
-Εκείνος που χαζεύει στην
εγκάρσια
υγρασία των υπνοφόρων
ερώτων εκείνος
οπού πολύ πιστεύει στη ζωή
– αυτός ακριβώς
ποτέ του δε ζει
πραγματικά.
Τέτοια η αμφίεση η ειπωμένη
λάλημα
17 ΙΟΥΛΙΟΥ 1979
Μακρινός ο ήχος απ’ τα
πένθη
στο ακόρεστο ξέφωτο που
οδεύουμε
τόσο λεπτή σαν κλωστούλα
φυσαρμόνικα
στα σαρκώδη χείλη της
βραδιάς η απουσία
ξετινάζοντας
όνειρα πρησκόμενα κι αγιάτρευτα.
Είμαι πικρός κι
επώδυνος από αρχαϊκότητα
ωσάν το στρουθί που
ραμφίζει
τα μικρά του ευρήματα
Είμαι σήμερα κλειδωμένος
στην ευτυχία.
Τη μουσική μου δεν τη θέλω
πια
σας τη χαρίζω.
LAHOUT
Αναδεύουμε κατάλοιπα της
μυθιστορίας
ποίμνιο από φυσαλίδες τα
νοήματά μας
κι ο ποιμένας
κανένας.
Ενορία μου δεν σ’ έχω πια
στην καρδιά μου.
Συνέχεια αιμορραγεί το
Άπειρο κριθαρένιο
κι η ποίηση όλο κι όλο
η σφιχτή εξάρτηση της
υγείας μου.
Χαράχθηκαν ένα - ένα τώρα
στου πόνου μου το κρατίδιο
τα βαρβαρικά μου δάκρυα.
Η ώρα είναι ένατη κι
αχνοτρέμει η αδειοσύνη
μεροκαματιάρηδες οι άνεμοι αλφαδιάζουν ορίζοντες
εδάφια με κρέας απ’ το
ευαγγέλιο η οσμή τους
καθαγιάζει πάντοτε
τις αναφαίρετες γιορτάδες
κι η αγωνία μου παγκοσμίου
φήμης παγιδεύοντας
τα ξυπνητά μου ονειρώδη
νωθρότητα με δίχως
ναργιλέδες.
Το μπόλι της αγάπης δεν το
δέχθηκε ο κόσμος
υστέρημα η Άνοιξη
ανύπαρχτο πουγγί
μπλόφα χοντρή η Άνοιξη το
θαλασσί
εγγύηση χωρίς εγγυητή.
Καλά βρε αδελφέ μην κάνεις
έτσι, δε μας βλέπεις;
Επισκευάζουμε τώρα την
κοσμοθεωρία.
Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΠΩΣ
ΑΡΠΑΧΤΙΚΑ
Θα προκαλέσουμε
συγκινήσεις ή θα συνθέσουμε λογισμούς; Αδιάφορο. βρισκόμαστε πάντα στην
αντίφαση: την ακρόπολη της λογικής. Πρέπει να χαιρόμαστε στο ανοιξιάτικο ύψος
της Μεγάλης Τετάρτης τη γλυκιά μελανότητα. Να λοιπόν ένα συμμέτοχο σκουλήκι.
Προέλευση και απόληξη-: δυο πελώριες ηλιθιότητες. Τι να προσθέσουμε την ώρα
τούτη στο συγκεκριμένο σκουλήκι; Να προσθέσουμε άραγε το θάνατό του; Τι ναν τον
κάνει; Ναν το ξέρεις άλλωστε-: χειρότερος απ’ όλους τους δρόμους το
αυτοσυναίσθημα. Στου στήθους θα ’λεγα την απανωσιά, στου νου τη βάρβαρη
σοροκάδα. Μικρή πατουλιά – μεγάλος λαγός η φεύγουσα αλήθεια. Ταμείο της
φωνασκίας ο άνεμος, τους ποιητάδες νοσηλεύει. Χάνομαι στα πορτοκαλιά
ματογυάλια. Κάτσε στ’ αυγά σου κι ας’ τονε στην τρέλα του τον κάθε μουχλιασμένο
επαναστάτη – να επωάζει του μέλλοντος τη διαφάνεια σαν πάπια με γαμήλιο
πτέρωμα. Για πάρε λιγάκι το μονοπάτι. Σαν ν’ ακούω κάτι βήματα. Να ’ναι
κάποιος; Όχι, δεν είναι ξυλοκόπος, είναι ο Διάπυρος, αυτός που λευκαίνει το
αίμα του στα νερένια προσκυνητάρια: τα ρυάκια θυμούμενος αδιάκοπα τις απόκοτες
ομορφάδες απάνω σ’ ένα μεταξωτό δευτερόλεπτο Βιαστική εξουσία του Πλήθους και ίσως η πράσινη του
Φεδερίκο νύχτα, όπου την έχει ασβεστώσει το θνησιμαίο φεγγάρι. Για να τηράξουμε
λοιπόν εμείς οι ενεοί την άλγεβρα της τρυφερότητας με άλλα μάτια. Να
διακηρύξουμε τα ορατά δικαιώματα της νυχτοσύνης αντίκρυ στην οντολογική της
ημέρας επισημότητα. Για να ιδούμε, πούθε κλάνει η κότα; Να φανερώσουμε άχραντοι
πώς νιώθουμε την υπόσταση να στεγάζεται κάτω απ’ τα ομοιοκατάληκτα βλέφαρα… Μα
εσένα ποιοιείναι τώρα το ποσοστό σου στο
μυστήριο; Μήπως εκείνο το κίτρινο φελονάκι της φιλέρημης γαζίας; Το αρνί που
φεύγει το μπουλούκι-: ή του λύκου ή του μαχαιριού. Δεν έχει άλλη
διαζευκτικότητα. Κι αποπάνω σεληνόφωτο καταυγάζει τυχαίως αλογίσια μεγάλα κόκαλα.
Δίπλα τους ακατάδεκτος θάμνος. Αυτά τα κόκκαλα ωσάν απόρρητα δώρα στην
Περσεφόνη. Κι αποθυμήθηκα να ’ναι ακανόνιστο στην έκταση το χώμα. Η ορφική
κατάρτιση του σκούληκα δίχως τη σκέψη κι ο θαυμαστής της ολότητας, ο αγέρας,
την ώρα τούτη βοριάς μαχαιροβγάλτης. Ένα καλοσαπουνισμένο εγώ, είναι εκείνο που
θα ’λεγα-: το πιο βρόμικο πράμα.
ΛΥΧΝΑΡΑΚΙ ΣΤΟ ΑΠΕΡΙΝΟΗΤΟ
Να μην τα ’βλεπα αυτά τα
αιματωμένα κι ασάλευτα κυνήγια
η γκόμενα του έαρος
Αρτέμιδα δεν κάνει σαββατιάτικη πολιτική
καταλάμπει φιλήδονα τα
ψεύτικα φλουριά της αντηλιάς μου
τα ανταλλάζει με γλυκιά
φθαρτότητα μεσημεράκι
καθώς ο χρόνος είναι
μάρτυρας πως έσεται η μαύρη νύχτα
όπου φιμώθηκε από Εφτά
Μελλούμενα της λάμψεως ο τρίποδας
του βύσσινου Φωτός ο
ανθηρότατος γιόκας
το στόμα του δεν ξανοίγει
πια στις αγέλαστες Φαιδρυάδες.
Μαλαματένια όσφρηση του
λάγνου φεγγαριού στους γιασεμόκηπους
καλώς ορίσατε όλοι σας
απόψε στην κατακόκκινη αμηχανία.
Εγώ ετοιμάζω σιγά-σιγά τα
τελευταία μου αστραπόβροντα.
Σαν βγεις στον πηγαιμό για
το ρυάκι
να μην εύχεσαι τίποτα
μονάχα το νεράκι να
ξαναδοξάζεις.
ΤΑΥΤΟΦΩΝΙΑ
Χρείες του κόσμου χρείες
της ζωής τα κελαηδήματα.
Κυνηγόσκυλο είναι ο ήλιος
‘η μακελειό από υδρογόνο;
Τρίτος στίχος δεν υπάρχει.
ΚΑΛΑ ΒΡΕ ΑΔΕΛΦΕ ΜΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΕΤΣΙ,
ΔΕΝ ΜΑΣ ΒΛΕΠΕΙΣ ΕΠΙΣΚΕΥΑΖΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΤΗΝ
ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ (καλώς ορίσατε όλοι σας απόψε στην κατακόκκινη αμηχανία):
Δαγκωματιές τα κύματα μαινόμενα της
απριλιάτικης θάλασσας απάνω στα αγριάνθρωπα βράχια. Δίχως ενήλικα μιλήματα
μαθαίνουμε καλύτερα την αλήθεια λογχίζοντας τον τρόμο της ζωής μ’ ένα άγραφο
βλέμμα, πεισματάρα μαυρίλα στη θλίψη μου πιασμένη στο δόκανο του ενδόμυχου, δεν
έβγαλε ποτέ του δόντια ο καιρός μα είναι αμετάπειστος ξυλοκοπώντας ο μεγάλος
μαστροπός την ατίθαση αιωνιότητα / λέξη
να σου πετύχει / Ζαλώθηκα τους χωρισμούς κι αναπνέω λυπηρά συμπεράσματά μην
τυραννιέσαι σκίσ’ το γρήγορα το εξώφυλλο της ειμαρμένης, μαράθηκα λέει μόνη της
η νύχτα δείχνοντας με το δάχτυλο τ’ αστέρι της πρησμένο, τον ωτακουστή, και
μόνη της η μαύρη ξεχειλίζει από χρησμούς υδραργύρου, δεν είναι όπως λένε
φόνισσα είναι μονάχα η φιλαρέσκεια του απείρου, θηράματα βοερής απουσίας τα
πράγματα τσέπες από τίποτα, γκέμια γερά του Φαέθωνα οι αόρατες κλωστές των
σωματιδίων ένα τέτοιο πλήγιασμα στην υπεξαίρεση του πειράματος, η αιμόφυρτη
σφαδάζει επιδερμίδα / βάραθρα που ανοίγουν έρημα οι νηφάλιες κι αδίκαστες
μαχαιριές…/ το μαθηματικό μας μονόπραχτο. Κι όμως εγώ χαιρόμουνα την αναστάτωση
κλονίζοντας την κοπριά της αγωνίας που θέλει κάποτε να ευνουχίσει την άνθηση
για να μην επανέλθει / κανένας τίποτα δεν καταβροχθίζει, ματαιοπονία / Ο κύκλος
είναι λυτρωτής εξολοθρεύει την κακούργα αιτιότητα ο κύκλος τριχιά στο λαιμούδι
του φιλόσοφου δυόσμος στα ρουθούνια του φωτισμένου διανύοντας υποδιαιρέσεις
πικραινόμουνα δεκάδες απογεύματα, δεκάδες γοερά τηλεφωνήματα οι αναρίθμητες
γόπες απ’ τα τσιγάρα στους επαιρόμενους καταρράχτες τα στομφώδη νερά της
γεωγραφίας καθημαγμένη κι ανώνυμη μέλισσα στα χώματα… Ο φριχτός εφιάλτης
θεραπεύει τις οκάδες. Εωσφόρος και Έσπερος τα ενώτια του Ερέβους – χαλάρωση,
χαλάρωση… (Η ΒΙΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ
ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ
ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 – Συγκεντρωτικός Β΄ΤΟΜΟΣ: ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 -
1991)
Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου