Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΡΩΤΟΥΝ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΟΥΝΕ…

 (…επί της άμμου κάθισα  και  έκλαυσα…)


Και η θάλασσα δυο μέτρα μακριά – υπάρχει η θάλασσα
και υπάρχει η λύπη της σαν πρόθεση να υπάρξει.
 
Τόση Ελένη για μια θέση στο σκαρί της προσωδίας!..
Τόσος αέρας θυμωμένος στους ασκούς του γυρισμού!..
Και τόσες νύμφες του βυθού να ξεσηκώνουν
το στοιχειωμένο πόθο των πνιγμένων!..
Αργά διδάσκεται κανείς το άτεχνο της αληθείας,
και κάπως έτσι, άτεχνα  και  αργά, του αποσπά η ανάκριση
την καθομολογία.
 
Ώστε, δεν σ’ αφήνουν σε ησυχία οι αναλύσεις,
φτεροκοπώντας λογική στο ολοκαύτωμά τους
για ένα πουκάμισο αδειανό που οι σειρήνες το ανεμίζουν
σαν τραγούδι λαϊκό απ’ το ακροστόλι.
-Στην επαγρύπνηση,  μη καπνιστές πολίτες!.. 
Έφιπποι οι δροσουλίτες πολιορκούν το Φραγκοκάστελλο,
διάφανη η έρημος ξεσπά με τα φαντάσματά της.
Στην επαγρύπνηση εσείς!..  Στα θεωρεία!..
Για ό,τι προφτάσατε να υπερασπιστείτε
ψυχορραγώντας στις επάλξεις του αισθήματος!..
 
Μα όσο να πεις, ένα πουκάμισο αδειανό δεν είναι λίγο.
Σκέψου μονάχα τους εταίρους που σαλπάρισαν
χωρίς να ’χουν στην πλώρη τους μάτι επιστροφής
σκέψου την επιτήδεια ζητιανιά των ημιστιχίων,
όλη αυτή την ταραχή της ηδυπάθειας
για τους λευκούς μαστούς της Ωγυγίας.
 
Ω, αγαθούλη Λέοντα Νικολάγιεβιτς!..
Επί της όχθης κάθισες  και  έκλαυσες
δίχως να σου περνάει από το νου
πως πίσω απ’ την ουσία της
μορφής χαλκεύεται η μορφή της απουσίας.
 
Φυλάξου, πρίγκηπα!..
Ακόμη κι αν η θάλασσα είναι δυο μέτρα όλο κι όλο μακριά,
ο αποψινός σου ρεμβασμός δεν καθρεφτίζεται
ούτε στο κοίλο του νερού  στο αντικαθρέφτισμα της θλίψης.
[Αν και καμίας θλίψης το καθρέφτισμα
δεν φανερώνει δυο φορές την ίδια θλίψη]
Όσο και να καλλιεργείς το περιβόλι σου,
δεν φτάνει μόνο η ομορφιά της λεμονιάς
για να σωθεί ο κόσμος .
 
Ο κόσμος, πρίγκηπα, είναι η κομμένη αναπνοή
του πανικού του,  
όχι ο γαμήλιος ανθός γύρω από τον καρπό.
(ΔΥΣΚΟΛΟ πρώτο μέρος στην τρίτη ενότητα της συλλογής του Σταύρου Ζαφειρίου, εκδόσεις Νεφέλη 2014  - εικόνα εξωφύλλου: Σταύρος Παναγιωτάκης, Αποκαθήλωση ακρυλικό σε χαρτί) 




 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος

ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς:

αυτός που ήξερε δεν μιλούσε,    

αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε,

σε όποιαν γίνονταν ερωτήσεις,    αυτός δεν απαντούσε.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης

κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοια του.

 

Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της,

ήταν το ερέθισμα για να τιτλοφορήσει ο Σταύρος Ζαφειρίου

τις ενότητες στη συλλογή του:  ΔΥΣΚΟΛΟ, Νεφέλη 2014:

1.   ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΝ

2.   ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΟΥΤΕ ΞΕΡΟΥΝ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΡΩΤΟΥΝ

3.   ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΡΩΤΟΥΝ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΟΥΝΕ και

4.   ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥΣ 

 

 Ακολουθούν αποσπάσματα από την τρίτη και τέταρτη ενότητα της συλλογής

 

 

ΕΠΡΕΠΕ ΩΣΤΟΣΟ ΝΑ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΟΙ ΔΟΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ Η ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ 

(…τρίτη ενότητα δεύτερο μέρος στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου ΔΥΣΚΟΛΟ 2014)

                   -IΙ-

πως  ό,τι χάνει  η πέτρα στα πεδία των μαχών

το παίρνει πίσω επίτοκο σε αίμα.

 

Δύσκολο πια να κατοικείς  απάνω, στα έρημα,

έχοντας τάχα να εκτίσεις την ποινή των στοχασμών σου.

Και μην ψελλίζεις πάλι εκείνα τα περί ύψους.

Είπαμε:

Μια ναρκωμένη πλειοψηφία που βουτά στο αναισθητικό της,

ποντάροντας τις μάρκες της στο χρώμα της σιωπής∙

 

είπαμε:

Τίποτε δεν παραχωρείς στις πιθανότητες,

στα όσα παινεύει η ανοχή στις προτροπές της.

Όταν ο κρότος της ζωής φοβάται την ηχώ του,

δύσκολο πια να μην καθίσει η μπίλια στο zero.

 

Κι ενώ μπορεί οι άμαχοι να μπουν στα καταφύγια

κι οι μισθοφόροι ν’ αρκεστούν στα λάφυρά τους∙

κι ενώ μπορεί τα λύτρα να επαρκούν

για την εξαγορά των αιχμαλώτων,

 

δύσκολο πια να ιστορηθεί σε μιαν αποκαθήλωση χωρίς προοπτική,

πως τα σημάδια των καρφιών πασχίζουν να διασώσουν το ανθρώπινο

που σήκωνε στα σκέλη του ο σταυρός.

 

Τι ονειρεύεσαι λοιπόν  κι  ανοιγοκλείνεις το παραπέτασμα

του άτακτου ρυθμού, όντας δοσμένος

στα ατελέσφορα τεχνάσματα των μέτρων;

Έπρεπε κιόλας να ξέρεις:

Όσο πιο τραγική η περιγραφή,  τόσο και περιπλέκεται το σχήμα.

Όσο πιο μάταιο ν’ ανακαλείς τη ματαιότητα,

τόσο επιγράφει η μοναξιά το αξίωμα του φόβου.

 

Και τι θαρρείς;

Ακόμη κι ο λυρισμός έχει το τίμημά του.

 

          -IΙΙ-

Λέει ο μύθος:

Στου πουλαριού τη ράχη απλώνεται ο θάνατος.

Ο ιππέας του εξόριστος  στα μέρη των ζωοφόρων.

Εκείνη   (η Χίμαιρα),

σύμπλεγμα τερατόμορφο  που λύσσαγε να καίει τ’ όνομά της

-μέχρι που το έλιωσε στο στόμα της σε μια γουλιά μολύβι∙

μέχρι που το κατάπιε.

Τέτοιο μελόδραμα!..

 

Ο μύθος όμως∙

πώς περισσεύει απ’ το μολύβι  κι  απ’ το δράμα του!..

Πλοκή  και  αντίστιξη, σαν παρτιτούρα που τινάζει στον αέρα

τα ερπετά που βιάστηκαν να γίνουν πτεροφόρα.

 

Στο μεταξύ, όπου χτυπάει η ράβδος της φυλής, κρουνός τα λύματα∙

ψάχνει πηγές για ν’ αναβαπτιστεί  και  βρίσκει αποχετεύσεις.

Όμως μ’ αυτά τα αδόκιμα,

καθώς τα μέσα παρατείνουν τον σκοπό  και  το μικρότερο κακό

σκάβει δαιδάλους στα υπόγεια κοιμητήρια,

 

εσείς,  τι σκέφτεστε άραγε εσείς;

-Μονάχα παρατονισμούς  και  επιχρίσματα σε ανασκαμμένη γη

και πόλεις που ταχτοποιούν τους συρματότοπούς τους.

 

Η πίστη αλλάζει,  μα δεν αλλάζουν τα όρια της πίστης.

Ανάμεσα στη μύηση και στη βεβήλωσή της

υφαίνει αθώρητη η αράχνη τα κελεύσματά:

Εκάς, εκάς οι βέβηλοι – ή ό,τι απόμεινε απ’ αυτούς

που πελεκούν στη σκόνη τις άδειες κόγχες των ματιών.

 

Πού είναι τα μάτια;   Τόσο φως και να γεννά σκοτάδι!..

Πού είναι η χαίτη να πιαστείς απ’ τα στολίσματά της;

Πώς να τα βγάλουν πέρα οι Καρυάτιδες

με τη ρητορική του Πρυτανείου;

 

                   V-

Εντέλει ποιος;

Ούτε η αμετροέπεια της οίησης ούτε η αιδώς της ταπεινοφροσύνης.

Με κυκλικό στο Ζάλογγο  και αντικριστό στην πίστα

ό,τι κι αν σκύψεις  σε όνειρο θα εξατμιστεί στον στύφτη.

 

Εντέλει, ποιος;

Πάνω στη σαρκοφάγο των εσμών, ανάγλυφη

η εραλδική της δεσποτείας.

Και οι πειρατές καραδοκώντας στα παράκτια

τους νοσταλγούς που μπαινοβγαίνουν σαν σκιές στον Κάτω Κόσμο.

 

Νέκυια!.. Νέκυια!.. Κάψε τ’ απομεινάρια  και συνέχισε

μέχρι να φτάσουν ως το ωμέγα  οι ραψωδίες.

 

Μόλις χωνέψει το χτικιό μες το καμίνι του  και μοιραστούν οι δαίμονες

τη μολυσμένη τέφρα,

προφταίνοντας τους λογιστές και το ιερατείο,

μόλις γλιστρήσουν απ’ τις στέγες μεθυσμένοι οι Ελπήνορες∙

αλίμονο!.. Γενεές γενεών και πάνω απ’ όλα η αρρυθμία των σφυγμών

-αυτή η ταραχή που εξαναγκάζει την κραυγή  στο υπογλώσσιό της∙

η ταραχή αυτή, σαν μια απελπισμένη επιβίωση

ή σαν μανία του αγριμιού που όταν πιαστεί στο δόκανο

κάνει κομμάτια το ίδιο του το πόδι.

 

Αλίμονο!..

Με τόσα ειδύλλια αντικατοπτρισμών, με  τόση αιμομιξία αμμολόφων,

πώς να μετρήσεις ξέφωτο  στη μέση της ερήμου!..

 

Ώστε λοιπόν, όταν νυχτώνει ενοχή,

κάτω απ’ τις ξαστεριές γεννοβολά τα νόθα η αθωότητα

κι όταν χαράζει ο Ζάλογγος,

προφτάνετε ένα τελευταίο τσιφτετέλι στα σκυλάδικα.

 

Αυτό μας έλειπε:

δυο χωριστές παραγγελιές για μία όλο κι όλο αθανασία,

κρατώντας παραμάσχαλα την ίδια ενδημική.

 

Αυτό μας έλειπε!..

 

                   -V-

Υπάρχει ο καιρός γι’ αυτό που βλέπουμε 

και  ο καιρός  για εκείνο που μας βλέπει.

είπεν ( ; ) ο Εκκλησιαστής

 

-Όχι δεν το είπε.

Έτσι κι αλλιώς το θέμα μας δεν είναι περί θέασης∙

οι σοφιστείες του διαδραστικού  και  οι αισθητισμοί είναι το θέμα μας∙

η παρανάγνωση του ασύμπτωτου  και  η λόγχη

που στομώνει στα πλευρά της ηθικής.

 

Όσοι βολεύτηκαν να υπάρχουνε με λέξεις,

συντάσσοντας τις λέξεις με την ύπαρξη∙

όσοι οπλίστηκαν οιωνούς για ν’ απευθύνουν

τις κατηγορικές τους προσταγές στις αυταπάτες τους

-πόση ακράτεια νέο-ιδεαλισμού, με τις αναγκαιότητες ν’ ασφυκτιούν

μες στα πυκνά κλαδιά των αναλογιών τους!..

 

-Τι είναι η πατρίδα μας;  Μην είν’ οι κάμποι;

Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά;

 

-Όχι, δεν είναι.  Έτσι κι αλλιώς το θέμα μας

δεν αφορά στα εύφορα  ούτε  στα χερσοτόπια∙

το τίμημα  και  ο τιμητής είναι το θέμα μας

και οι καμπούρικές μας ψευδαισθήσεις∙

οι αντιφάσεις του ιστορικισμού είναι το θέμα μας

και η πρεμιέρα τ’ ουρανού στα νέα οράματα μας.

 

Συνεπώς:  διόλου οι παρακαταθήκες  μα  η απώλεια

και η εκτατική μεταβλητή της εντροπίας∙

συνεπώς  -  κι ενώ αυξάνεται διαρκώς

η άτακτη απόκλιση του αμφιβληστροειδούς –

τι άλλο θέλετε να ξέρετε για τούτη την πατρίδα;

Τι άλλο για ό,τι βλέπετε, για τον καιρό εκείνου που σας βλέπει;

 

                   -VΙ-

Να δεις που αύριο δεν θα ’χεις ούτε λύπη.

Να δεις που οι αυτοματισμοί θα σε προλάβουν

και θ’ αρκεστείς  κι εσύ στ’ από καθέδρας της θερμοδυναμικής.

Φαίνεται, εξάλλου,  στη λιθοδομή του αντερείσματος

και στο αναφιλητό των νοημάτων.

 

Βέβαια  και οι συνάνθρωποι  - 

επ’ άπειρον αναβολή των κατασχετηρίων, 

προλήψεις και εξορκισμοί των ημερών.

Και επειδή,  όταν χαζεύεις έξω από το παράθυρο,

όλο και κάποιον κερκοφόρο θα πετύχεις

 

θυμήσου, ε:

τηρούμε τους κανονισμούς και την ιεραρχία,

έστω κι αν κωλοτρίβονται στη σολομωνική.

 

Είναι κι εκείνες οι κρυφές νεροφαγιές

που ακολουθούν συλλαβιστά το ίδιο ρεύμα

με τ’ αγειτόνευτα ποτάμια των παράκλητων

-πυρά του χώματος και χνότο της Εκάτης

και ποντισμένη άγκυρα στο δέλτα των ζωών∙

κλέβεις νερό – όσο μπορείς – απ’ το τσιγκούνικο νερό της προσδοκίας,

κλέβεις και λάδι λυχναριού, να φέξεις  τις στοές.

 

Τέτοιας λογής πολιτική, με αφορμή τις ατραπούς των μεθορίων

-σύρριζα ο παράδεισος  και  η απειλή της γέεννας δίχως υπεκφυγές.

Τέτοιας λογής παρόν∙  και μέρα νύχτα το φρουρούν

σαν κλέφτικο ταμπούρι.

 

Πρόσεχε, ε!..

Κλειστή στροφή στον Γολγοθά  και  η αδελφότητα χρεώνει μοιρολόι

με  την ώρα

-στον κήπο της Γεσθημανή τόσος ιδρώτας αυτού

ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην.

Και ήρξατο ούτος  εκθαμβείσθαι  και  αδημονείν.

 

Τέτοιας λογής πρωθύστερα που συμπεριλαμβάνουν

και αγωνίες  και  αρνήσεις  και  αργύρια∙

τέτοιας λογής τετέλεσται, με τους ανέμους να φυσούν την εθιμοτυπία.

 

Πρόσεχε, ε!..

Ούτε το πνεύμα  πρόθυμο   ούτε ασθενής η σάρκα.

Ούτε η ψυχή σου λυπημένη ως την  τέχνη σου.

Ούτε αυτή!.. 

 

(τέταρτη ενότητα)  ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥΣ

          -I-

Όπου νοείται η αρχή ως τελειότητα,

στο ίδιο σημείο ακριβώς τελειώνει η γνώση.

Κι αν, βέβαια, συνυπολογιστεί το κληροδότημα,

τότε είναι μάλλον περιττή η φυσική συνθήκη.

 

Δύσκολο πια ν’ αναστραφούν οι επισφάλειες

και η ερμηνευτική της εξουσίας∙

δύσκολο πια να συνοψίσεις στον ορίζοντα τ’ απόβλητα μιας λογικής

που αποπατεί θεσμούς.

 

Μέσα στη μεταξίωση των ισοτιμιών 

και στη μελαγχολία των διεστώτων

(όχι επειδή είναι επιταγή αυτής της γλώσσας

μα επειδή αυτή η γλώσσα επιτάσσεται),

οι κηπουροί λοιπόν,  όταν νυχτώνει, ξελύνουνε τα σκιάχτρα

και τα παρτέρια τους,

ν’ ανοίξουν χώρο για τον λιθοβολισμό,

για την αυτοδικία που ονειρεύονται  μιας ανέξοδης  μετα-ευγονικής,

βαφτίζοντας συλλογικό ασυνείδητο τη βούληση

που κρύβει την ασχήμια της στην ψιμυθίωσή της.

 

Για μια στιγμή,  για μια πνοή,

για λίγα μόνο λόγια σαν εικόνες,

όσο να γίνει ο φόβος περατός,

όσο να σπάσει η επιφάνεια σε αβύσσους.

 

Ούτε στιγμή ούτε πνοή.

Δύσκολο πια ακόμη να ρωτάς αν είναι ρόλοι

μες στο δράμα οι αμνήμονες.

Δύσκολο πια ν’ απαλλαγείς από το κομποσκοίνι της φυλής

που ξεκουκίζει τις γητειές του πεπρωμένου.

 

-Ποιες οι γητειές  και  ποιο το πεπρωμένο;

Σε ποια εποχή που τρέφεται από τη δόμησή της

δεν έχει χώρο να κρυφτείς, μονάχα χρόνο να μετράς το

«ΦΤΟΥ  και  ΒΓΑΙΝΩ»!..

 

                   -ΙΙ-

Έπρεπε όμως να ξέρω:

Αν ξεσκαλώσεις απ’ το πλέγμα της γραφής

και δεις την παρωδία απ’ τις κερκίδες,

πόση κακή υποκριτική μπορείς ν’ αντέξεις;

Εσύ θα επιστρέφεις τον θρήνο για τους άταφος νεκρούς

κι εκείνος πάλι σαν σκυλί θα σου γαβγίζει.

 

Με τόσο κλέος των ανδρών∙  και η σημαία:

τσόχα στρωμένη σε παιχνίδι κυβιστών.

Τίποτα πιο ηρωικό απ’ τη σκηνοθεσία της απορίας

σ’ ένα σκηνικό που ανακυκλώνει τροφούς και παραβάτες των ορίων.

 

Τίποτε πιο μηχανικό απ’ την υπνοβασία

που ισορροπεί στο φιλιατρό μας μοίρας

που φορά κατάσαρκα τον τρίχινο κορσέ της αυτουργίας.

 

Τι κωμική υπεκφυγή!..

Μόλις φουσκώσουν τα πανιά  και  στρίψουν το τιμόνι

οι αφανείς οιακιστές των μετωνυμιών

και ως αντιζύγι των οστών βαρύνει η σκύλευσή τους∙

μόλις μυρίσει ο καπνός του αποτεφρωτηρίου

σαν άρρητος προορισμός του καταιονισμού,

 

δανείζει βάρος η άρνηση σ’ εφαρμοσμένους τρόμους

και κατεβαίνει από παντού με τάξη η σιωπή

-τούτη η σιωπή που δίνει στέγη στα θεσπίσματα,

καθώς η μνήμη αλώνεται απ’ τη διαλεκτική της

 

-Ποια μνήμη  και  ποια άλωση!..

Εκεί όπου οι φυλλωσιές απομυζούν τις ρίζες,

χρειάζεται  άραγε καιρός   μέχρι ν’ αντιληφθείς

πως τ’ απομνημονεύματα  είναι οι αναπηρίες

μιας αποστρατευμένης εμμονής;

Χρειάζεται άραγε καιρός μέχρι να διαπιστώσεις ότι το μέλλον

που έχει ειπωθεί,   πριν ειπωθεί έχει συμβεί στο λόγο;


                                      -ΙΙΙ-

Σ’ αυτόν το λόγο,

μες στην αφαίρεσή του περιέχοντας την εξασθένιση του αντίλαλου

που πάλλεται σε αδειανό δοχείο∙

σε αυτόν τον μύθο – δεσμώτη που σκεπάζεται από την πλημμυρίδα,

ακολουθώντας στον βυθό το κάτεργό του.

-Εύκολος τρόπος!..

 

Όπως  ξοδεύεται η ευχή στην επιφοίτησή της

και η ενσυναίσθηση κατρακυλά στο βάραρθρο των αντινομιών∙

όπως αρπάζεται το φως απ’ την ψαλιδισμένη ουρά των συνειδήσεων,

για να περάσει στα ζεστά τη σύγκρουση των τυχοδιωκτισμών,

 

έτσι θα δοκιμάζονται οι φθόγγοι στις ρωγμές τους

και θα ζυμώνει η αντηλιά το τρύγημα του νου∙

έτσι η στίξη θα οδηγεί  σε απόσταξη τη γλώσσα,

υγροποιώντας τους ατμούς τόσων θαυμαστικών!..

-Μάταιος τρόπος!..

 

Με βάρδιες του παραδομού  και  με νυχτέρια αγγέλων,

πώς παίρνει η έναρξη σειρά στα ενδεχόμενά της!,,

Πώς οι παλιοί αστερισμοί γράφουν καινούργιες τύχες

κι ο τρελαμένος εύξεινος βιτσίζει τους γιαλούς!..

 

Μεγάλοι δείχτες ρολογιών που ιστορούν στα τέμπλα

το κάρπισμα των αμπελιών  και  το άκαυτο των βάτων,

που ανοίγουν ψάθες στις αυλές  και  φτερωτές στους μύλους

και αντικριστά του φεγγαριού σταβλίζουν τα υπερούσια.

 

Μεγάλοι δείχτες των χεριών που στρέφουνε το μάτι στις ασταθείς

πατημασιές αυτών που έρχονται – αυτών που είναι να ’ρθουν:

το πρώτο βήμα πιο μπροστά απ’ τον κυνηγό τους,

το δεύτερο να λασπωθεί η ενδυτή του δρόμου,

κι ακόμη ένα να βρεθούν πρόσωπο στον καθρ΄φτη

και ν’ αρνηθούν το είδωλο που βλέπουν

να χωρίζεται από τον εαυτό τους.

 

Απάτριδες που έχουν τσακιστεί από πατρίδες

κοπάδια σταλισμένα κάτω απ’ τα όνειρα.

 

Σε λάθος τόπο.

Σε αμαξιτούς αδιάβατους απ’ τις κατολισθήσεις.

Σε απρόσιτες νεροτριβές όπου δε φτάνει

ούτε η ανάγκη, να ξεπλύνει τα σκουτιά της απ’ τα θέσφατα.


                   V-

Δύσκολο πια να βρεις την άλλη γλώσσα,

τη γλώσσα που εξηγεί αυτή τη γλώσσα σου,

ακολουθώντας το απερίσκεπτο φτερούγισμα ενός Ικάρου,

το πείσμα του ήλιου λίγο πριν τον ουρανό.

 

Δύσκολο να χτυπήσεις το δικράνι στην πέτρα,

για ν’ αναβλύσουνε τα δάκρυα των αδέσποτων.

 

Είναι οι επίγονοι – μαθητευόμενες σκοπιές στα παρατηρητήρια∙

είναι η απόσταση ανάμεσα στην πλώρη  και  τα ύφαλα,

σαν μια κινούμενη γραμμή που όλο μικραίνει

ώστε να μην χωρά τον ενοφθαλμισμό,

ώστε να μη χωρά την προσδοκία της μέρας

που θ’ αλλάξει χέρια το κενό,

γδύνοντας το συμβολισμό απ’ τα εγκόλπια του.

 

Είναι το χώμα που αδειάζει το φαρμάκι του,

 

όπως το δόντι της οχιάς αδειάζει μες τη φλέβα το δικό του∙

μόχθος κακός, και στα θυσιαστήρια βλαστήμιες και αναθέματα,

διαβάζοντας τα έμπυρα στα εντόσθια του ζώου

-πράξεις που ξεθαρρεύουν στη φωτιά 

και  ομολογούν το στοχευμένο αίμα.

 

Δύσκολο πια να φυλαχτείς στα χαμηλά του κόσμου,

σε μια γωνιά απρόσβλητη απ’ την αναγωγή της λογικής

στο τρίκλισμα της συγχυσμένης πίστης.

Δύσκολο πια να καταφύγεις στα προάστια.

 

Θα σε προδώσει η γκριμάτσα ενός λαού

που τρέφει την αλήθεια του με αλίπαστα ιστορίας,

σκούζοντας θεοσέβεια  και  ιδρυματισμό.

Θα σε προδώσουν τα στοιχειά των αρτεσιανών

και η σκιά της πένθιμης ελιάς των Ερεχθείων.

 

Δύσκολο πια να λιτανεύσεις στη στεριά – σε ποια στεριά –

φορτώνοντας στους ώμους σου τον επιτάφιο της!..


                                      -V-

Δεν έχει νόημα η λύσσα για ζωή αν δεν επινοήσεις τα σκυλιά της.

Ούτε έχουν νόημα οι ρήτρες του φωτός

δίχως τη συμφωνία των χρωμάτων.

Σε τούτη εδώ την αταξία των αντικατοπτρισμών,

όπου δαγκώνει η εντύπωση το αγριεμένο μάτι,

τίποτε πιο χειροπιαστό από το προφανές

της βίαιης προσαρμογής σ’ έναν μηχανισμό που ανοίγει δρόμο

μέσα απ’ τη συρραφή των φαινομένων.

 

Και  τίποτε πιο απόλυτο από τον εθισμό στην κατ’ ιδίαν προβολή

μιας έντρομης ιδέας

γεμάτης στερεότυπα και απαρχαιωμένες τεχνικές της δεσποτείας∙

 

στην ίδια οθόνη – κίνηση της κάμερας σε κλειδωμένες ράγες –

στην ίδια απόκλιση απ’ τη λήψη  και  το μήνυμα:

κλέος ανδρών  και κλέος της μανίας

και ξεραμένη κόρα του αντίδωρου που αναμασά η Χίμαιρα,

τάχα αλυσοδεμένη στο παχνί της.

 

Με βήματα που αντηχούν στο εύθραυστο κατώφλι

και μ’ εκατόμβες  έλυτρων να τρίζουν κενωμένα από τη σάρκα,

πώς γρατζουνάει η απειλή το επίπαγο της πόρτας∙

κι όταν ανοίξεις:  κρύο μονάχα, κι ένας τροχός

για να γυρνά η μυλόπετρα του φόβου.

 

Νύχτες του ατιμώρητου

και νύχτες του καμπαναριών που δένουν το γλωσσίδι τους

μπροστά στην επανάληψη αρχέγονων σφαλμάτων.

 

Πόσοι και ποιοι  χωρίζουν τα νερά,

για να δουλέψουν στα στεγνά οι τεχνικοί των έργων;

Πόσοι και ποιοι μετατοπίζουν το αγκαθόπλεγμα,

για να χωρέσουν όλοι οι προγραμμένοι;

 

Γι’ αυτό επιμένω:

Δεν έχει νόημα η τετράποδη ζωή,

αν δεν σκαλίσεις τ’ αποφάγια των νεκρών της∙

ούτε έχουν νόημα οι νεκροί – τόσοι νεκροί –

αν δεν σε σύρει ο οίστρος σου πίσω απ’ τη μυρουδιά τους!..

[Σταύρος Ζαφειρίου ΔΥΣΚΟΛΟ, εκδόσεις Νεφέλη 2014]

 

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΣ  ΚΙ  ΑΡΝΙΟΣΟΥΝ ΠΩΣ ΤΑ ΞΕΡΕΙΣ;

(…πόση σιωπή μαρτύρησες με αυτές εδώ τις λέξεις  που έχουν φτιαχτεί από σιωπή!..)

Καταμεσής της αγοράς μεσίστιες σημαίες  και  προσκλητήρια πεσόντων στα πλακόστρωτα   τείχη εμφύλια  και  σχέδια διαφυγής μέσα απ’ τα στεγανά των καναλιών  και  ανάμεσα από μπλεγμένα δίχτυα.     Τόση υπόκωφη ζωή απ’ την πνοή του κτήνους  στον τροχασμό μιας διαδρομής που έχει μπροστά της το υπόλοιπο της διαδρομής του κόσμου.   Τόσος παροξυσμός της προσευχής   που ξεστρατίζει την ευχή από την κατεύθυνσή της  άγονη γη, πηλός πάνω στα βλέφαρα των αποκοιμισμένων  και  η πυρκαγιά – εκείνη η πυρκαγιά που κάνει στάχτη τα πορθμεία των καθαρτηρίων.   Εδώ είναι ο τόπος κι ο χρόνος που δεν διάλεξες,   ο τόπος ο παρών  και  ο χρόνος που συμβαίνει εντός του τόπου.   Εδώ είναι η αντιπαροχή του επιτελεσμένου,  ο ακάλυπτος  της χάρης που ανταλλάσσει τις στιγμές  με τα τρισδιάστατα εφέ ενός καινούριου αιώνα.   Εδώ είναι η υποχώρηση της ύπαρξης σ’ ένα έδαφος σαθρό που υπακούει στη φαντασίωση του κληρονομημένου   της ύπαρξης που διεκδικεί την κατοχή ενός βυθού,  μολύνοντας τον υδροφόρο ορίζοντά του.   Δύσκολο πια να εξιλεωθείς,  με τεχνητές αναπνοές να ξαναζωντανέψεις τους πνιγμένους.  Δύσκολο πια ν’ αθωωθείς, έχοντας για συνήγορο τις ματαιότητές  σου.   Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους θεούς είναι τα ορειβατικά τους μονοπάτια,  τα καταφύγια των χιονοδρομικών  και  οι σφαλισμένες πόρτες,   για να σαπίζουν πίσω τους τα ανυψωτικά της θεοφάνειας.   Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους εξάμετρους είναι οι βοσκοί του παλατιού  που μεγαλώνουν μπάσταρδα  και  τερατογενέσεις.   Πόση σιωπή μαρτύρησες με αυτές εδώ τις λέξεις που έχουν φτιαχτεί από σιωπή!..  Πόση σιωπή, για να μπορέσει η φωνή να περισώσει κάτι απ’ τη φωνή της!..  -Φρουρέ, πόσο η νύχτα θα κρατήσει;   Πότε θα τελειώσει;   - Έρχεται το ξημέρωμα, αλλά είναι νύχτα ακόμα. Αν θέλετε να ξαναρωτήσετε, ελάτε πάλι…  (έκτο μέρος  στη τέταρτη ενότητα της συλλογής του Σταύρου Ζαφειρίου  ΔΥΣΚΟΛΟ, εκδόσεις Νεφέλη 2014)

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΡΩΤΟΥΝ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΟΥΝΕ…

  (…επί της άμμου κάθισα  και  έκλαυσα…) Και η θάλασσα δυο μέτρα μακριά – υπάρχει η θάλασσα ∙ και υπάρχει η λύπη της σαν πρόθεση να υπάρξε...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ