(…κλωθογυρίζοντας χωρίς προορισμό…)
…δίχως ν’ αφήσουν πίσω τους
σημάδια ούτε μια ανάσα θυμού
για την αδιάθλαστη ειρωνεία των
άστρων
και με το μέλλον…να παραμένει σύμβολο
κάποιας διαλεκτικής
όπου ο καθένας τη λιγοστή εικόνα της
ζωής του εκμαιεύει…
Δύσκολο πια να περιγράψεις τον καιρό
του ανοίκειου,
τον καιρό του φοβισμένου ματιού
και τον καιρό τ’ ουρανού να
λιγοστεύει διαρκώς
γύρω από το μάτι.
Δύσκολο πια να περιγράψεις τον καιρό
του ασύμπτωτου
και τον ασύμπτωτο καιρό του απαθούς…
Γιατί η γλώσσα μπορεί να παρασύρει τα
σημεία της
μονάχα μέχρι το ενδιάμεσο σκαλοπάτι
της πλάνης,
εκεί όπου πρέπει να σταθεί και να
υφάνει
στον στοιχειωμένο αργαλειό της
ιστορίας
την αιτιότητα και την εκδοχή,
εκεί όπου πρέπει να σταθείς και να
εξηγήσεις
πώς ό,τι ονομάτισες αποστρέφεται πια
τ’ όνομά του
πώς ό,τι περιέγραψες είναι δύσκολο
πια να περιγραφεί.
Εκεί όπου πρέπει μόνος σου να
φορτωθείς στις λέξεις
όλο το βάρος του φόβου που σωριάζεται
αδιάκοπα,
όλο το στρώμα της στάχτης που κρατά
στα ζεστά
τα βλαστάρια του φόβου…
Τίποτε απ’ όσα
σκέφτεσαι∙
με τόσο ήλιο και
ουρανό - ποιος ήλιος;
Πέτρα και αλάτι
μοναχά για να στεγνώσει η λύπη.
Εδώ είναι οι
φράχτες των ακτών και τα σχισμένα ιστία,
τα χνάρια όσων
ξέφυγαν δίχως να στρέψουν πίσω το κεφάλι∙
εδώ είναι η
άκρη, άσπαρτη,
πιο άσπαρτη ακόμα
κι απ’ το σύμπαν!..
(εικόνα εξωφύλλου: Σταύρος Παναγιωτάκης)
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος
ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς:
αυτός που ήξερε δεν μιλούσε,
αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε,
σε όποιαν γίνονταν ερωτήσεις, αυτός δεν απαντούσε.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης
κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοια του.
Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις
συμπεριφορές της,
ήταν το ερέθισμα για να τιτλοφορήσει ο Σταύρος
Ζαφειρίου
τις ενότητες στη συλλογή του: ΔΥΣΚΟΛΟ, Νεφέλη 2014:
1. ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΝ
2. ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΟΥΤΕ ΞΕΡΟΥΝ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΡΩΤΟΥΝ
3. ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΡΩΤΟΥΝ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΟΥΝΕ και
4. ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥΣ
Ακολουθούν αποσπάσματα από τις δύο πρώτες
ενότητες της συλλογής
(πρώτη
ενότητα) ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΝ
-I-
Εδώ είναι ο
λόγος δύσκολος, ρυθμός σπασμένος,
είπεν (;) ο
Εκκλησιαστής.
δρόμος τυφλός
του αγκαθιού στης Χίμαιρας το πέλμα
εδώ είναι ο
τρόπος, λύνοντας την εξίσωση των παρατατικών του
μ’ ένα
τετελεσμένο ήδη παρόν.
Και είπεν (;)
Κλέος ανδρών –
ή μήπως έπρεπε κιόλας να ξέρω
ότι ο λόγος
είναι ο δύσκολος τρόπος στον μύθο της ύπαρξης;
Έπρεπε ωστόσο
να ξέρω:
Καθώς ο λόγος
ανήκει στον τρόπο του
και η ύπαρξη
στην παρανόησή της,
καθώς το
αγκάθι σαπίζει στο πέλμα
και ο πόνος
δυναμώνει στον χτύπο της οπλής,
μπορούμε τάχα
να επαναλάβουμε την ύπαρξη έξω από το μύθο της,
σαν σκοπιμότητα
που την ανακεφαλαιώνει;
Μπορούμε τάχα
να δεχτούμε τα προτάγματα ενός αλλιώτικου μύθου,
που σέρνει στα
καλύμματα σαν στειρωμένο ζώο;
Ίσως έφτανε
κιόλας να εκτρέψουμε το ρεύμα του λόγου
σε μιαν
αλήθεια που ξεφεύγει απ’ τις ρουφήχτρες της
-σ’ εκείνη την
αλήθεια που αντιμάχεται
την εσκεμμένη
οχλαγωγία της σιωπής.
Ίσως έφτανε
κιόλας να πούμε
Εδώ είναι ο
τόπος και ο χρόνος που επιλέξαμε
ανάμεσα στο
παράφορο και στο μάταιο της αρχαίας πληγής∙
εδώ είναι
τέρας με τρεις μορφές, παρενδυμένο το μίσος,
αδιαίρετο και
αγκιστρωμένο στο αδυσώπητο της στιγμής,
τέρας ολοένα
ανακτώντας τη δύναμη που ανασυστήνει τη φύση του,
προσθέτοντας
τη λύσσα του στην αναγνώρισή της.
Μπορούμε τάχα
να εννοήσουμε τη δύναμη έξω από τη φύση της,
όχι σαν τρόμο
που σκηνοθετεί τις εμμονές του
μα σαν
αναπαράσταση του επαρκούς της λόγου,
αξιώνοντας το
παρελθόν μέχρι τα απομεινάρια των θεών του;
Έπρεπε κιόλας
να ξέρω∙
όπως γνωρίζει
ο ουραγός πως είναι αυτός που ακολουθεί τους άλλους,
όπως γνωρίζει
ο σαλός πως είναι άτρωτος από τη λογική τους.
Κι ενώ
φορτώνουν βιαστικά την επιμελητεία
και παραχώνουν
τα οστά σε ασβεστωμένους λάκκους∙
κι ενώ οι
αντιφάσεις ανατινάζουν στη φυγή τους τα προχώματα,
έπρεπε κιόλας
να ξέρω:
Εδώ είναι ο
τόπος της αρχαίας πληγής,
το στρατευμένο
φρόνημα της λήθης.
Εδώ είναι ο
χρόνος, σκληρός,
σκληρότερο
ακόμα κι απ’ το τέλος του.
-IΙ-
Κλέος ανδρών,
το ίδιο που
εκπληρώνεται απ’ την πεποίθησή του
ή απ’ τον
καταναγκασμό της πραγματικότητας που απωθήσαμε,
επαναφέροντας
στη ναρκωμένη εγρήγορση το ρίγος
και την επίκληρη
βεβαιότητα του ανοίκειου φόβου.
Δύσκολο πια να
περιγράψεις τον καιρό του ανοίκειου,
τον καιρό του
φοβισμένου ματιού
και τον καιρό
τ’ ουρανού που λιγοστεύει διαρκώς γύρω απ’ το μάτι.
Δύσκολο πια να
περιγράψεις τον καιρό του ασύμπτωτου
και τον ασύμπτωτο
καιρό του απαθούς.
Τώρα που ο ξένιος ξενίζει στην πλεκτάνη του
τον ξένο
εμπλέκοντας την κάθαρση του αίματος
στη φαντασίωση ενός θεόπνευστου ιστού∙
τώρα που η πράξη συναντάει την πράξη
πίσω απ’ τα κενοτάφια των οδών,
δύσκολο πια να περιγράψεις με τούτη τη γλώσσα
τον καιρό της κρυπτείας και
τον καιρό της νέας ενοχής.
Γατί η γλώσσα μπορεί να παρασύρει τα σημεία
της
μονάχα μέχρι το ενδιάμεσο σκαλοπάτι της
πλάνης,
εκεί όπου πρέπει να σταθεί και να υφάνει
στον στοιχειωμένο αργαλειό της ιστορίας
την αιτιότητα και την εκδοχή∙
εκεί όπου πρέπει να σταθείς και να εξηγήσεις
πώς ό,τι
ονομάτισες αποστρέφεται πια τ’ όνομά
του,
πώς
ό,τι περιέγραψες είναι δύσκολο πια να περιγραφεί.
Εκεί όπου πρέπει μόνος
σου να φορτωθείς στις λέξεις
όλο το βάρος του φόβου
που σωριάζεται αδιάκοπα,
όλο το στρώμα της
στάχτης που κρατά στα ζεστά
τα βλαστάρια του φόβου…
-IΙΙ-
[Συγκλονίζει
την Ιταλία ο τραγικός θάνατος ενενήντα
τεσσάρων ανθρώπων
που
πνίγηκαν στη Λαμπενούζα της Σικελίας…
Στα
θύματα συγκαταλέγονται πολλά παιδιά και γυναίκες…
(Οι
εφημερίδες)
Με τούτες τις
λέξεις, με τούτη τη γλώσσα,
απ’ όποιαν
αρμύρα κι αν έρχονται,
μετρώντας την
ανάγκη σε αποτσίγαρα,
σαν κιόλας
καπνισμένη επιθυμία∙
αυτή την
ανάγκη
-απόδημη
επιστροφή στο συρματόπλεγμά της∙
-Ποιοι είναι
εκείνοι που έφτασαν απ’ τις αμοίραστες θάλασσες
ή απ’ τα
φαράγγια με τις φεγγαρόπετρες;
-Ποιοι είναι
εκείνοι που βρήκαν τόπο για τον τόπο τους
στα υποχθόνια
μαντεία των νεκρών;
Καθώς τα
κλειδιά μεγαλώνουν τις πόρτες
και οι κυνηγοί
ορίζουν τις χωσιές,
καθώς το φως
ξεγελά στους καθρέφτες
το πτύχωμα της
αντανάκλασής του
κι ένα κουφό
κι αλάλητο ποτάμι
προδίδει τις
περαταριές του με νοήματα∙
-Ποιοι είναι
εκείνοι που αντάλλαξαν τον ίσκιο τους
μ’ ένα χαρτί
χρωματιστό, με μιαν αρκάνα,
όπου ο όρθιος
Τροχός κρύβει από τον Τρελό τους Κρεμασμένους;
[Αν και ποτέ
ένας τροχός δεν άντεξε
τη
χαρτομαντική τόσων ικριωμάτων[
Αυτοί που
κράτησαν ανάποδα τους δείκτες των ανέμων,
κλωθογυρίζοντας
χωρίς προορισμό∙
κάπου
αλλού, για κάπου αλλού
σχεδόν
νευρόσπαστα μιας μισθωμένης γεωγραφίας,
έρποντας στον
παράδεισο, όπως ανάμεσα σε οχυρωμένες πόλεις∙
κάπου
αλλού, για κάπου αλλού,
δίχως ν’
αφήσουν πίσω τους σημάδια
ούτε μια ανάσα
θυμού για την αδιάθλαστη ειρωνεία των άστρων,
και με το
μέλλον - το μέλλον κυρίως –
να παραμένει
σύμβολο κάποιας διαλεκτικής, όπου ο
καθένας
τη λιγοστή
εικόνα της ζωής του εκμαιεύει.
Το μέλλον
κυρίως
-αργά ή
γρήγορα εδώ σαν παραλογισμός
ή σαν φαιδρή
αισθητική φαιδρών ηρώων∙
αργά ή
γρήγορα παντού
-ηχώ αφύλακτη
με στόμα λιονταριού και ουρά ιοβόλου,
δεινόν
αποπνείουσα πυρός μένος αιθομένοιο∙
τέρας αφύλακτο
-ΙV-
Δεν είναι
αυτό. Δεν είναι διόλου αυτό.
Γιατί δεν
έχουμε να κάνουμε με γραφικότητες μιας μεταφυσικής
που ευλογεί τα
γένια της στο ημερολόγιο της.
Όταν σαρώνει ο άνεμος
τις προβολές της νύχτας,
δανείζοντας το μένος
του στα σκιάχτρα της φυλής,
και οπλίζονται οι
γηγενείς με την παράκρουσή του∙
όταν μπερδεύει η ανοχή τη
μάγευση με τη μυθοπλασία,
δεν είναι η
ολομέλεια και οι αντιπαραθέσεις
που ξύνουνε τη ράχη
τους στα έδρανα των θεσμών∙
δεν είναι αυτό. δΔν είναι διόλου αυτό που έπρεπε να ξέρω.
Ποια νύχτα και
ποια μάγευση;
Πυρπολημένα
ερείσματα κι εκτελεσμένες εντολές
ιδεοληπτικών∙
η δ’ αρ’ έην θείον
γένος ουδ’ ανθρώπων∙
αυτό ακριβώς είναι που
έπρεπε να ξέρω:
-Ποιο γένος και
ποιος άνθρωπος;
Ούτε καν θάνατος να οδηγεί τη γνώση, ούτε ξαν βόγγος∙
μόνο μα χέρσα
ηθική - τοπίο εξορίας –
μόνο το έγκλειστο
παρόν και οι αναιρέσεις
που κουβαλάει μεσα του
ο καθείς.
Τίποτε απ’ όσα
σκέφτηκες και από αυτά
που είναι:
μια άσκηση ύφους για να
μάθεις να ξεντύνεσαι
τ’ άμφια της αποκρυφιστικής
και ανόητης ρητορικής που σαλιαρίζει
με τη βραδύγλωσση
εθνική επιταγή.
Τίποτε απ’ όσα
σκέφτεσαι∙
με τόσο ήλιο και ουρανό - ποιος ήλιος;
Πέτρα και αλάτι μοναχά
για να στεγνώσει η λύπη.
Εδώ είναι οι φράχτες
των ακτών και τα σχισμένα ιστία,
τα χνάρια όσων ξέφυγαν
δίχως να στρέψουν πίσω το κεφάλι∙
εδώ είναι η άκρη, άσπαρτη,
πιο άσπαρτη ακόμα κι απ’
το σύμπαν!..
-VΙ-
Όσο γι’
αυτούς:
Πώς φτιάχνουν ανενόχλητοι τον φόβο απ’ την
αρχή!
Και πώς κλωσούν τις λύσεις τους στο φώλι της
αβύσσου!
Σε αυτή τη φάρσα των ηθών και της μετάληψης
όπου καλά κρατεί ο ύπνος των δικαίων,
φτάνει μια στάλα θηλασμού απ’ το βυζί του
μίσους
να μηρυκάσει η Χίμαιρα,
για να σειστούν τα κρόταλα και οι θύρσοι τω
μαινάδων,
σαν
εφιάλτης που ζητά να στεγαστεί
στον ρόγχο μιας ετοιμοθάνατης λαγνείας.
-Ποιος ρόγχος και ποιος θάνατος;
Με γερασμένο δέρμα ποιος αντέχει το κεντίδι του σκορπιού;
Εκείνοι που ξεπούλησαν την κόλαση,
αφήνοντας μισοτιμής τα αναλώσιμά της∙
εκείνοι που υπαγόρευσαν συμβόλαια, αποσιωπώντας
την παράγραφο των καταλογισμών,
έπρεπε κιόλας να γνωρίζουν την πληγή και την
αποφορά της μόλυνσής της.
Έπρεπε κιόλας να έχουν διδαχθεί:
Ξύνοντας τα παλίμψηστα δεν φανερώνεις τη ζωή
μα τη χειρόγραφη ζωή που έχει πνιγεί στο ίδιο
της το μελάνι.
(δεύτερη ενότητα) ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΟΥΤΕ ΞΕΡΟΥΝ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΡΩΤΟΥΝ
-I-
Πόσα αστέρια Michelin στο άβατο του ναού!..
Πόσα delicatessen υλικά
για τους gurmet των θυσιαστηριων!..
Και στο
προαύλιο οι μικροπωλητές
(χάντρες και
καθρεφτάκια και μάσκες των ιθαγενών
και χέρια
βουτηγμένα στους προγόνους)
Όμως τα έθνη∙
τι νυσταγμένη
αφήγηση τα έθνη!..
Αστεία
σημειωτική και θλίψη αποδόμησης θηλαστικών
που κρύβουν τις
θηλές τους.
Το
εξηνταοχτώ (του εικοστού αιώνα)
-ούτε θυμάσαι
πια πώς έτριζε η Ευρώπη,
αιμορραγώντας
πάνω στα οδοωφράγματα∙
το εξηνταοχτώ,
λοιπόν, οι δρόμοι ανήκαν σε όσους ξήλωναν τις πέτρες∙
καταστασιακοί
και λυσσασμένοι και γύρω δρόσιζαν οι αμμουδιές
στα
κρασπεδόρειθρα.
Όμως τα έθνη∙
τι νόημα έχει
να ξυπνούν νεκρά τα έθνη,
σάβανο
ξετυλίγοντας ξοπίσω τους
τα
επιμνημόσυνα των νέο-ανθρωπιστών;
Βέβαια, η κόλαση
είναι κόλαση των άλλων:
η πιο παλιά
εγκατάσταση αγνοημένης τέχνης,
αγκιστρωμένης
στα πλευρά του εξπρεσιονισμού.
-Ποια
τέχνη και ποια κόλαση;
Όποιος αρνήθηκε
ν’ απανθρωπιστεί
με φόντο τους χορηγικούς
λογότυπους του χάους,
φρονώντας πως
η τεχνική ακυρώνει την ιδέα,
ή όποιος όρισε
τη σκίαση ως ανάπτυγμα φωτός
στην ταξική
σπουδή της ακηδίας∙
-Ποιο
χάος και
ποιο ανάπτυγμα;
Μια εκ του
σύνεγγυς ζωή σπαταλημένη σε συνεδρίες
με νεόκοπους
ομοιοπαθητικούς
που ρίχνουν
καταπάνω σου τα ωροσκόπιά τους.
Μια εκ του σύνεγγυς
ζωή – χώρια η ανάγκη,
τα
μικροκέρδη και η ευσύνοπτη αναλογιστική.
Τα έθνη όμως∙
Τι ανυπόληπτο
επιχείρημα τα έθνη!..
Αίσθημα και
αναφιλητά σε αίθουσες β’ προβολής στις συνοικίες.
Γι’ αυτό σου
λέω:
Με τέτοια βάση
ασπόνδυλη, άντε να στηριχθεί το εποικοδόμημα!..
-IΙ-
Να ’μαστε πάλι
εσύ κι εγώ,
σε θέση
οικονομική στο πίσω μέρος της ατράκτου.
Mont Blanc, τριάντα τέσσερις χιλιάδες πόδια στ’ αψηλά
προορισμός:
Παρίσι
Τα νούφαρα (Monet) στις σάλες της Orangerie
κάποιες
χορεύτριες του Degas μάλλον στο Orsay.
Κατά τα άλλα:
όστρακα παντού και καλλιτέχνες του μετρό
-από τις
αποικίες.
Μια η βροχή,
μια ο ήλιος, μια το απόβροχο, μήνας Απρίλης.
Το
απομεσήμερο: εδώ ήταν η Bastille
Jardin du Luxembourg
βραδάκι κιόλας στηMontmartre:
η Sacre-Coeyr κλειστή για τους πιστούς
μα όχι το Moulin Rouge –για τους τουρίστες.
Λίγο πιο πάνω
τα υπαίθρια πορτρέτα μας –καρικατούρες με χρωματιστά κραγιόνια.
Μια επανάσταση
-που άρχισε
ασφαλώς πολύ πριν από το τέλος των τυράννων-
τρίβει τα
μουχλιασμένα βρύα της στις γάμπες.
Βαδίζουμε
ακούραστα σε βρομισμένους δρόμους,
διαρκώς
ανοίγοντας και κλείνοντας τον χάρτη με τις σημειωμένες διαδρομές των ιδεών μας.
Είμαστε εδώ,
σ’ ένα εδώ που κατακάθεται παντού σαν υγρασία,
επιρρεπείς στα
φλύαρα φλιτζάνια του καφέ,
σχολιάζοντας
τους γοτθικούς ρυθμούς που ξεχειλίζουν από ξεχειλισμένες συνειδήσεις.
Ο κύριος Sartre, επί παραδείγματι:
ξέχειλος από
υπαρξισμό και ex officio ελεητής αιδοίων.
Παρόλα αυτά:
πρώτα κάτι ελαφρύ στο Deux Magots
κι έπειτα
«Κεκλεισμένων των θυρών» - έστω κι εν απογνώσει.
Λίγη περίσκεψη
πριν απ’ την επιτέλεση,
μα προπαντός:
αναστροφή του κεκλεισμένου ύψους.
-Πόση σαπίλα
υπάρχει στο δωμάτιο!
Τι χάσμα
ανάμεσα στο Ον και στην κατάφασή του!
Ωστόσο
Μάρκελλε,
ένα καινούργιο
φάντασμα πλανιέται στο δίκλινο ταβάνι σαν καπνός,
δίχως να
ενεργοποιείται η πυρόσβεση.
-Το Σύνταγμα,
μη καπνιστές πολίτες:
ιησουίτικη
ραφή σε ξηλωμένο ρούχο.
Το Σύνταγμα,
που αγρυπνά σαν φύλακας του ζώου
γιατί το ζώο
πρέπει να το κρατάμε ζωντανό –αυτό τουλάχιστον.
Αλίμονο! Μέσα
σε ολόκληρη γενιά εκτελεστών
μόνον εκείνος
ο Saint-Just κατάλαβε τι πάει να πει στ’ αλήθεια Ορθός Λόγος.
-IΙΙ-
[ Τούτο που συνιστά τη Δημοκρατία, είναι η
καταστροφή όλων αυτών που τους αντιστέκονται. Έχετε να τιμωρήσετε όχι μόνο τους
προδότες, αλλά και τους αδιάφορους - Louis Antoine leon de Saint-Just]
Όχι πως αν
κοιτάξει γύρω του κανείς,
δεν θα
μπορέσει ίσως να διαπιστώσει ότι δεν είναι όλες οι λέξεις εξαρτήματα της ίδιας
μηχανής
αν κάποιες τις
αφήσεις στο κυνήγι μοναχές, είναι ικανές να βγάλουν το θηρίο από την τρύπα.
Σαν τότε,
εκείνο τον καιρό,
πριν καταφτάσουν
τα υπόλοιπα ιδεώδη
-τότε που
μόνον άγγελοι κύλαγαν τον τροχό-
ήταν οι λέξεις
που αναδιατύπωναν τα διακυβεύματα στα φτερουγίσματά τους.
(Μπαίνει από
τις κουίντες ο Saint-Just, κρατώντας το κομμένο του κεφάλι):
Όσοι αφήνουμε μισή την επανάσταση,
σκάβουν απλώς τον ίδιο τους τον τάφο.
Και άλλη μια φορά, σε άλλο καιρό, πάνω στους τοίχους:
Φοβού τους θέλοντες να ζήσουν ήσυχα
κι ειρηνικά. Είναι αδίστακτοι. Φοβού, λοιπον! Κι όχι μονάχα όσους γυρεύουν μιαν
απάνεμη γωνιά, για να ελλιμενίσουν τη σιωπή τους κι όχι μονάχα αυτούς που
εγκαταλείπονται στους συνειρμούς των αυτοσχεδιασμών ή στα πρελούδια των
αναστεναγμών τους.
Όποια
συνέργεια κι αν υποθάλψει ο διάβολος,
αυτά που σου
έμαθαν στα προπτυχιακά πρέπει να τα ξεχάσεις.
Έτσι κι
αλλιώς, είναι η παραγωγή που διαμορφώνει τη συνθήκη.
Κι αν κάτι
ανάμεσα στα ράθυμα στενά των ημερών ανοίγει δρόμο στον λυγμό της φαντασίας,
χάσκει από
κάτω η σκουριά της παλινόρθωσης και το βαθύ χασμουρητό της ουτοπίας.
Και ακόμη:
Αν
ξανασκεφτούμε την Μπρυμαίρ,
είτε σαν
αναστοχασμό είτε σαν φέτα φρυγανιά υπερβουτηρωμένη,
θα δούμε ότι
είναι η φάρσα μα η τραγωδία η αιτία που παραμένει μια καινούργια ιδέα η
ευτυχία.
Ιντερμέδιο
Μάνα με τους
λεβέντες γιους που βγήκαν στο κυνήγι,
εχ και να
ήξερες
πώς ντουφεκάν
τις πέρδικες και τα ξεπεταρούδια,
πώς στρώνουν
θέρος στα βουνά κι αλώνισμα στην άμμο
και στην
τρεμάμενη ζωή στήνουν λυκοπαγίδες.
Κι όχι να
κλαις δάκρυ χαράς μηδέ αστραπή της λύπης,
κι όχι ν’
ανάβεις τ’ ουρανού φωτιές για να πηδήσει.
Μόνο τον άγιο
να κρατάς ψηλά, στ’ αναστενάρια,
να ’χει τα
μάτια στις μπασιές και στο λειψό φεγγάρι
μη φτάσουν
ξένες μοναξιές κι αλλότριες λαχτάρες.
Μάνα με τους
λεβέντες γιους, ε και να γητεύες
μια φούντα
μαύρου θυμαριού σε μια σταγόνα ιβίσκου
και στη γιορτή
της όχεντρας μια κακορίζα μύρτου,
να ’ρθουν τ’
αγρίμια, ωχ να ’ρθουν και οι κολομπαράδες,
να ’ρθει και ο
σταυραετός με την ξανθιά περούκα,
να σύρει
πρώτος τον χορό της λυγερής σου δόξας.
ΤΙ ΑΣΥΝΑΡΤΗΤΗ
ΕΚΔΟΧΗ Η ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ
(…τι κατ΄ εξακολούθηση
διαστρέβλωση από επιστρατευμένους αμοραλιστές…)
Κι
ενώ στο ράμφος των πουλιών ματώνουν τ’ άχραντα,
δύσκολο πια να ενθουσιαστείς με την Ενάτη του ήλιο. Μάταια περιμένουμε τους ιδαλγούς που ορμούν
στους ανεμόμυλους με τα ιχνογραφημένα
τους κοντάρια, ή όσους επιβίωσαν της περισυλλογής,
σφίγγονταςγύρω στον μηρό το αγκαθωτό κιλίκιο της αφοσίωσής τους. Μάταια περιμέναμε τη Νέα Διεθνή
και τους δραπέτες των απότοκων δογμάτων. Δύσκολη πίστη, δύσκολη επωδός, δύσκολο πια ν’ αγωνιάς για τ’ ολομόναχο ή να
εξαντλείς συνειδητά το ασυνείδητό σου
- αυτό το αδέσποτο που δένει τις
πληγές του με τον επίδεσμο των αλληγοριών!..
Αυτό ασφαλώς!.. Και ο αντίλαλος
του – άγγελμα που έχασε το δρόμο του καταμεσής του δρόμου. -Ποιος
δρόμος και ποιο άγγελμα;
Πληρώνοντας το τίμημα των προαιρέσεων του, μα πιο πολύ πληρώνοντας το αδιάβατο της γης. -Ποιο το αδιάβατο και
ποια η προαίρεση του; Στοίχημα με
στημένο το γκανιάν, κι εσείς ιππεύοντας
τα ξύλινα αλογάκια σας στον βαλτωμένο ιππόδρομο του έθνους. Με τόσες βεβαιότητες και
υπολογισμούς στην υποθηκευμένη αυτή πραγματικότητα, έχοντας ήδη κατοχυρωμένο το σκοτάδι στ’
όνομά σας, δεν πρόκειται - πώς θα μπορούσε άλλωστε - να νιώσετε ποτέ ότι ανάμεσα εωθινού και
απόδειπνου του θάμβους μονάχα η
στάχτη δεν μπορεί να στήσει σκαλοπάτια∙ δεν πρόκειται να καταλάβετε
ποτέ πως κι αν υποδυθείτε όλους τους ρόλους πάντα θα υπάρχει στην ορχήστρα ένας τυφλός
να σέρνει πλάι σας το σάπιο του ποδάρι!.. (πέμπτο μέρος στη δεύτερη ενότητα της συλλογής του Σταύρου
Ζαφειρίου ΔΥΣΚΟΛΟ, εκδόσεις Νεφέλη 2014)
Δευτέρα,
19 Ιανουαρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου