Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΠΙΣΩ ΤΟΥ ΤΟΝ ΕΣΠΡΩΧΝΕ ΕΞΩ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΣ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

 (…έμβρυο του βυθού   πολλά αλλόκοτος δεν έστεργε να γεννηθεί…)


Δίδυμό του αερικό   Να τον ξεράσει; 

Κι η διαφάνεια ήταν η μόνη αστέρινη

που τον έταξε των αρχαγγέλων  δηλαδή του ύψους

Οι άλλοι βλέπανε τη ρίζα μέσα του 

Σκύβανε κρυφομιλούσαν: 

Να ’ναι τάχα του στοιχειού;   και ξεμακραίναν 

Λέγανε πως είναι κάτι ανάμεσα στα μάτια του

μα μόλις που πάει να φανεί

κάτι που πάει να σαλέψει

που όμως κι ύστερα απ’ όλους τους καιρούς

θα είναι ακόμα απάτητο  

θα ’ναι απλησίαστο

για πάντα

 

Σαν τι ανάμεσα στα μάτια του;    Τι κάτι; 

Τι να ’τανε του νέφαλου  

που να κλωσσάει εντός του τον αντικυκλώνα; 

Φεύγανε μακριά του    να τον περιμένουνε αλλού: 

πίσω από το ψωμί

πιο πίσω κι από το όνειρο  κι  ακόμα πέρα 

κορφούλα δυόσμου  που να ευωδά  στ’ αυτί του θανάτου

Και τι αμίλητος

Με το αψύ φαρμάκι μέσα του πέρασε πλάι τους

και θα περνά    έτσι που γράφτηκε

όμως ανέγγιχτος  

για πάντα 

 



ΤΙ ΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΑΧΑ ΔΡΟΜΟΣ; 

(…τι πάει να πει σ’ ακούω;  πόσο μετρά που είσαι εντός μου   που μιλάς;…)

Κι όχι πως είναι να πάρει απάντηση   παρά στο έτσι:

μόνο για αιώρηση πάνω απ’ την άβυσσο

Έτσι για τη ροή ανάμεσα στην κόρη    του ματιού

και για τη λέξη αγρίμι  την ανεύρετη

που τις ξέρει αν τονε χωρέσει  κι  αν τονε δεχθεί…  

 

Πού είναι εκείνος ο βυθός   εκείνο το άπεφθο

ότι εγώ είμαι εσύ; 

εσύ    για πάντα

 

ΛΕΖΑΝΤΑ: Κι ακόμα τους αδένες τους που εκκρίνανε τις σημασίες   

(…εκείνες τις ανείπωτες που ξεσήκωναν τα αιδοία των Βακχών…)

Και πώς του παραδίνονταν

λες και τα μαύλιζε τα πράγματα

Ρίχνανε στα πόδια του τις νικημένες του σημαίες 

τα όπλα τους   τα διάσημα της αρχοντιάς τους…

 

τόσο που

πια δεν έπαιρνε άλλο  κι  έκανε πανιά για την αλάλητη

για τη γυμνή βερυκοκιά   να την κοιτάζει έφηβος

Αντίνοος των βοστρύχων

Στράφι – στράφι οι νίκες

Μα το ποτάμι τον ακολουθούσε 

τον περίμενε όλο ρουφήχτρες

Κι αυτός ανύποπτος   τι ανισόπεδος

τι με το πλάσμα της βαρύτητας σημαδεμένος

τι εραστής κατάνακρος   μες στην αστροφεγγιά

στην αγγελοκρουσία

Τι με τον άμωμο αγέρα αχόρταγος

τι μόνος   μόνος   καταμόναχος

για πάντα

[στίχοι από ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ,  πρώτη ενότητα στη συλλογή

του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984  

συγκεντρωτική έκδοση

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987]

 

ΚΑΙ ΔΕΝ ΓΙΝΟΤΑΝ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙ   ΤΟΝ ΒΛΕΠΑΝΕ

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984)

Δεν ήταν δα πρώτη φορά που τα νερά 

τραβιόντουσαν μπροστά του    που κάναν πίσω

που οι δρόμοι στένευαν   τον κλείνανε

που η παγωνιά βουβή  όπως το μπαμπάκι

σαν πιαστεί σε ξόβεργες    αυτόνα μελετούσε

Μη και το άλογο σαν ξεψυχά αυτόνα δεν κοιτά ίσα στα μάτια;

Μη και το δένδρο;  όταν κείτεται κατάχαμα από πριόνι;

Κι εσύ   όταν γδύνεσαι το σίδερό σου

εσύ το τραύμα του

ω διάνοια που την ψυχή του δίνει να σε κάνει λάμψη;

Μα ο ποταμός κοράκι πίσω του αδίστακτο

πίσω του πάντα πεινασμένο

Σκύλες  σαν τον βλέπανε αλυχτούσαν οι καμπάνες

και λυσάγανε  και  δεν νοιάζονταν

που τα κουτάβια τους  ακέφαλα τ’ ανέβαζε

η αιωνιότητα απ’ τα σπλάχνα της

κίτρινα του θειαφιού

κι αυτός αθώος ρωτούσε  κι είναι πάλι

και πάλι να ρωτά

για πάντα

 

Έτσι

Μη δεν είναι μόνη της και η κίνηση;

όχι το όχημα

με δε σέρνεται στη μοναξιά της;

Το ποτάμι   Μόνο εκείνο δεν αναρωτιότανε

Ήξερε ελόγου του

ήξερε που τάχθηκε να τον κωφεύει

Κι ετούτος σαν το φίδι μάθαινε

ν΄αστρονομεί το βυζί της Πούλιας

Τέτοιος έρωτας  η δίψα του για  όλα

για το καθετί    τέτοια χωσιά για άγγιγμα

για χάδι

Η φωνή του νότιος άνεμος

ξεσηκωμός του υδρογόνου

όχι ανάβλεμμα θεού   ούτε  κι ο χτύπος του

μα σαν τη φλέβα που όταν νυχτωθεί

πλαγιάζει με τους ίσκιους

έτσι ορφάνεψε

κι είναι πια για όλα να σκιρτά

για πάντα

 

ΚΑΙ ΟΙ ΦΡΟΝΙΜΟΙ:  ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥΤΟΣ Ο ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΑΣ

(ο δρόμος που χαράχτηκε περνάει απ’ τις αστραπές…)

Που όχι μονάχα δε φυλάχθηκε  ο άμυαλός

μα που τραβούσε καταπάνω του ο μαυλισμένος

δρομολόγιο της κόλασης

Και πώς να είναι η θάλασσα ασπρόρουχο;

μα τι λέει ο τρελός;

Πώς τ’ άπαρτο οδόφραγμα  ξέστηθος ήλιος;

Και που μαθές το βρήκε να ’ναι το κάθε αλώνι μας

του Χάρου  και  του Διγενή;

τι λέει ετούτος;

Κι αν ήτανε  ως το πε σμίλη

δεν θα ’γλυφε την πέτρα να βγάλει άνεμο;

Μην κάποτε δεν ρώτησε  μια θαλασσοσπηλιά

αν είναι κόρη μέλισσας;

Κι εκείνη παραλοϊσμένη:  αχ να ’σουνα  ο καλός μου

Κι όμως της γύρισε τις πλάτες κι έφυγε

Τι να ζητούσε;

Τώρα πάλι κοπάδια ελάφια η λύπη του:

η αστρομάτα που τον μάτιασε μια  παναγιά λαφίνα

του ’ταξε να τονε κάνει του θολού νερού

για πάντα

 

ΑΚΟΥΓΕΣ ΤΟ ΠΑΛΕΜΑ ΠΟΥ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΝΑΝΕ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

(…ίσα που ’βγαινε καπνός απ’ τις σιωπές του…)

Πώς τον κανάκευαν οι στέγες

πώς η βροχή του ’δινε το γάλα της

πώς τον χουχούλιζε

πώς με το χνούδι της του στόλιζε  αχαμνά    μασχάλες

Και πώς η νύχτα  όλο παρακάλια

να της εσήκωνε λέει τη φούστα της

να του ’δινε λέει  την παρθενιά της

να τον ταξίδευε σε    κέλευθα υγρά

που δεν τα ’σχισε καρίνα

ρότες αχάραγες του πόθου

του αγύριστου χαμού  κι αυτός

κατάνακρη ακτή   του σχήματος

τι ανέγγιχτος

τι ρίγος πρωινού νερού   ν’ αναρουφάει τη λαλιά

τις φόρμιγγες της όρασης

για πάντα

 

Άκουγες το πάλεμα που εντός του κάνανε οι λέξεις

ίσαμε που ’βγαινε καπνός απ’ τις σιωπές  του

Να ’τανε κολασμένος;

ή που λιγόστευε  ή  που πλήθαινε

ή που αρνιότανε τους ίσκιους

το ερπετό τους δίκιο  που τάχα ήτανε να κρίνουν

έτσι του ’λεγε η καλή του   να κρίνουν τι;

γιατί;   για ποιο;

που σαστισμένο κι άχραντο απόθεσε στα χέρια της

κι εκείνη   του ζητούσε

η άμοιρη να τ’ αρνηθεί

κι ο ίδιος να χαθεί   ν’ αφανιστεί

για πάντα

 

ΟΛΟΣ Ο ΧΩΡΟΣ ΑΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΟΥ

όλος ο χρόνος πάνω μου   αναβάτης φρενιασμένος

κι εσύ να φεύγεις   εσύ να χάνεσαι

ανύποπτε   αόμματε   ακριβέ μου

Αν είναι να λάμπεις  πώς να σ’ έχω

η θαμπωμένη;

Πώς φέγγεις χωρίς κάτι να χαθεί;

Τίνος το ’λεγε;   Του σκοταδιού;   ή του χωμάτου;

Πού παράχωνε τα μάτια της   τσάγαλα του πρωινού

Πού καταβόλιζε;

Κι εκείνος τι;

σε τι που δεν του είχε ειπωθεί να γίνει ηλιοτρόπι;

Και τι να νιώσει  κι ας φτεροκοπούσε ως

του ’λεγε  χρόνια τώρα γύρω του

μιας κι ήταν όλος έξω του αγέρα

μιας κι ήταν πέρα;

Ένας – ένας βουτούσανε στο αίμα της

οι αετοί

πήγαιναν άφαντοι   χαμένοι

[από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984]

 

ΑΝΑΣΤΙΞΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ  ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΦΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

(από ομότιτλη συλλογή Έκτορα Κακναβάτου  1981  )

Από τότε που η ερώτησή μου

μπήχτηκε λοξά στα νεφρά της πολιτείας

από τότε που έγινε κομμάτια η θάλασσα

καθώς στάμνα χωματένια

από τότε  που άρχισαν να παρακμάζουν οι χειρονομίες σου.

να διαλύεται η φωνή σου όμως ομίχλη σε παράθυρο,

ν’ αποδημούν τα χρώματα και μόνο το νερό

όπως κουρτίνα ν’ αγαπάει τα μάτια μας…

ε… από τότες ακολούθησα  κείνη την ξαφνική σπαθιά

κάτω απ’ το μέτωπό σου, ν’ αστράφτει θανάσιμα

όπως συνωμοσία μισθοφόρων.

Η Δαμασκός,  εσκέφτηκα,  η Δαμασκός.

Μα πώς έγινε αμέσως κούκουτσο έτοιμο να γεννήσει;

 

Στο στήθος μου ένα δάσος σαλεύοντας φούσκωνε,

ικέτευε μια ζεστή μασχάλη

μακριά απ’ τα μάτια των βέβηλων

να λουστεί, να μετασχηματιστεί στο άψε – σβήσε,

ν’ αλλάξει σε πετρέλαιο,

σε αφιέρωμα στην Παναγιά της Τήνου

σε ξεχασμένο εμπόρευμα στο τελωνείο,

σε  αχ  μαχαιρωμένου

μα μη μπορώντας να ξεφύγει το μοιραίο

να γίνεται άλλη μια φορά  η ερώτησή μου

λοξά μπηγμένη εκεί:  στα νεφρά της πολιτείας.

Μ’ αυτό τον κύκλο ένα οκτάχρονο αγόρι έπαιζε το τσέρκι

τ’ απάνου τρέχοντας στο δρόμο του ορυχείου:

δε θα πεθάνουμε λοιπόν.

Έτσι ξαναρχίζω απ’ την τελευταία λέξη σου.

Μαζεύω τα μαδημένα μαλλιά σου σ’ όλα τα πλάτη της γης.

Απ’ την τελευταία βροχή

μου λείπουν μόνο τέσσερα κομμάτια!..

 

Όλα θα τ’ ανασυνθέσω με υπομονή.

Βρήκα στην τύχη μερικές σελίδες

εδώ  κι  εκεί απ’ το στήθος σου.

Μικρά κορίτσια  ζωγράφισαν επάνω τους

παράξενα χρυσόψαρα.

Ένα κουρέλι απ’ το μάγουλό σου, απόκομμα θύελλας,

κρεμότανε στα σύρματα στιγμή τη στιγμή να πέσει.

Το πήρα τρελός από χαρά κι αυτό,

έκανα την πρώτη δοκιμή να  τ’ ανασυνθέσω,

μα πάλι νάτην η ερώτησή μου, έλασμα στραβό,

λοξά μπηγμένη εκεί:  στα νεφρά της πολιτείας.

Τι να ’ναι πάλι τούτο θεέ μου;

 

Πόσος καιρός επέρασε να βρω ένα μικρό κομμάτι

απ’ την απολιθωμένη σκέψη σου σε κοιμητήριο ελεφάντων;

Ύστερα σφιγμένα τα τρία δάχτυλά σου πάλι

όπως μέσα στη στάχτη μιας βρισιάς,

στη γλώσσα των Λατίνων, κάποτε το σταυρό μας.

Χαραγμένη πίσω του η χρονιά του σύγκρυου,

τ’ απόγιομα των Πράσινων  των  Βένετων

του Ιππόδρομου η χλαλοή,  η αντάρα.

Κι εχτός μια σχίζα πια από νευριασμένο τηλεφώνημα,

που έκοβε στα δυο το βαθύ μπουνέντη

και φαίνονταν που άχνιζαν στον πάτο της πληγής

τα εντόσθια του Νοέμβρη

τίποτ’ άλλο δεν εβρήκα.

Τίποτ΄άλλο

αφού καταναλώθηκες μην ξεραθούμε τα οστά μας,

μη σπάσουν  και χυθεί πηχτός υδράργυρος.

Κάθισα πάλι να τ’ ανασυνθέσω.

Πάσχιζα να σχηματίσω το πρόσωπο σου

μα πάντα το ίδιο,  πάλι το ίδιο:  η ερώτησή μου

μπηγμένη εκεί:  στα νεφρά της πολιτείας!..

 

Τι γίνεται τώρα;

Αν μια φορά ακόμα;   Αν δοκίμαζα μαζεύοντας

κομμάτι το κομμάτι τη σπασμένη στάμνα

να φτιάξω πάλι τη θάλασσα;

Αν άρπαζα απ’ τα δόντια του σκύλου

το ιερόν οστούν της μάνας μου;

Αν έδενα πάλι τα βαγόνια

αν σφύριζαν τα τρένα πάλι

λερώνοντας τα χαμομήλια δίπλα στις ράγες;

Κι αν ύστερα γινόμουνα μια ζωγραφιά πολύχρωμη

στο μαξιλάρι του αγοριού καθώς κοιμάται τώρα

και τα βλέφαρά του ανθίζουν;

Χριστέ μου… επιτέλους άρχιζε η γάγγραινα.

(απόσπασμα από την ποιητική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου

ΑΝΑΣΤΙΞΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ  ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΦΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ 1984)

 

ΜΑ ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΒΑΛΩ ΚΑΤΩ ΕΤΣΙ ΕΥΚΟΛΑ…

(…η πολιτεία πεθαίνει απ’ την ερώτησή μου…

Εσύ ήσουν η ερώτησή μου…)

Μένει ακόμα η αναποδιά μου με τα φυσεκλίκια σταυρωτά.   Θα κάψω και το τελευταίο φυσέκι,   αφού ανεβαίνει στα οστά μου ο υδράργυρος   όπως σε θερμόμετρο.   Κάμποσες μέρες  θα τρέφομαι απ’ την τελευταία σου λέξη.   Ύστερα θα φάω και τη μεσίστια σκέψη μου.   Ύστερα ό,τι θέλει ας γίνει.   Τα τρία δάχτυλά σου φύγανε τρομαγμένα:   άλλο κατά το βοριά,  άλλο τη Μεσόγειο,  το τρίτο παραδόθηκε στη Μικρασία.   Μα η βρισιά, των Βένετων πιστή,  έμεινε στο πλευρό μου.   Να λοιπόν:  το στήθος σου ένα χρυσόψαρο  σε βιβλίο με χοντρά ψηφιά για μικρά κορίτσια.   Η θύελλα να κυρτώνεται, να γίνεται το μάγουλό σου, ν’ ανοίγω με  βρόντο το παράθυρο,  η φωνή σου μισόγυμνη να πετιέται στο δρόμο τρέχοντας   για το βάραθρο του Ζάλογγου   στάσου  για το θεό:   στάσου να σε σημαδέψω,  να σε πετύχω στο μεσόφρυδο.   Απ΄ τα κομμάτια σου  μου λείπει μόνο η τελευταία βροχή,  δεν προφταίνω.   Απ’ το πετρέλαιο,  απ’ το παράλυτο εμπόρευμα,   απ’ το τηνιακό ακρωτήρι,  απ’ το αχ του μαχαιρωμένου   αναδύεται πάλι το πευκόδασος.   Φρικιά  κι  αναπνέω.   Ένας λόχος με τα τουφέκια υπό μάλης,   η θάλασσα κομμάτια  όπως η στάμνα πίσω του λείψανου   η πολιτεία πεθαίνει απ’ την ερώτησή μου!..  Εσύ ήσουν η ερώτησή μου!..  [ΑΝΑΣΤΙΞΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΦΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ αντιγραφή και επικόλληση από το Β Τόμο: ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987 εκδόσεις ΑΓΡΑ]. 

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2026

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΕΓΩ, Ο ΑΝΕΣΤΙΟΣ, Ο ΑΠΕΛΠΙΣ, Ο ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΣ

  (… ένα φιλί  ή  ένας στίχος με ακολουθούσαν για χρόνια στη ζωή μου…) Στα δεκαπέντε, ένα βράδυ έφυγα από τον κινηματογράφο ακολουθώντας...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ