(… πάσα φενάκη απέστη…)
-1-
Επάνω στην καμένη γη, πήζει ο πολτός
και
κρυσταλλούται ο αντίλαλος μιας μάχης.
Το δόρυ μπηγμένο κατάσαρκα στο χώμα,
σημειώνει το τέλος μιας πλήρους
εποχής
και την αρχή μιας ιστορίας που μόλις τώρα
ανθίζει.
Τα κάνιστρα των κοριτσιών είναι
γιομάτα θρύλους.
Πολλοί εξ αυτών θα μνημονεύονται
εσαεί,
όπως θωπεύονται οι μαστοί των
γυναικών ή κορασίδων.
Πιάνω λοιπόν τα στήθη των
νεανίδων και πλήρης νίκης,
γιομάτος ηδονή, φωνάζω μέσα στον
αιώνα:
«Πάσα φενάκη απέσυη. Ουαί, ουαί, στους ηττημένους»!..
-2-
Στην κορυφή του λόφου ο Ίμερος κτυπά τις κολυμβήθρες
Δαμάζει και δαμάζεται στους
ακραιφνείς,
στους άνευ τελμάτων μώλωπες των
καθημερινών
και των ιωβηλαίων.
Η θάλασσα, λαχανιασμένη, πάλλεται
μπροστά μου.
Οι γερανοί ανέρχονται, οι γερανοί
κατέρχονται
και ο Ίμερος, κρατά στα χέρια του τα
πλήκτρα
και κρούει τις κολυμπήθρες!..
Η πόλις ξεχύνεται στην αμμουδιά, για
να τον δει,
που όρθιος δεσπόζει επί τους λόφου.
Ουδέν ψεγάδι. Καμιά μομφή.
Χίλια σουραύλια αντιλαλούν το θρόισμα του ανέμου!..
-3-
Μέσα
στην τάξι τους, ενώπιον της διδασκαλίσσης,
οκτώ μαθήτριαι σιγούν.
Τις λεν: Μερόπη,
Ναυσικά, Δέσπω, Μαρίνα,
Κόριννα, Φλώρα,
Λητώ και Μελπομένη.
Τέσσερις ώρες ανεξήγητης σιωπής, που,
αργά και πού,
την τάραζε το κτύπημα της πόρτας.
Η διδασκάλισσα κινεί τα χείλη της ακόμη,
αλλά καμία λέξις δεν ηχεί.
Οι κορασίδες εξακολουθούν την σιωπή τους.
Η σημασία της σιγής δεν γίνεται νοητή.
Εν τούτοις, είναι διαυγής και
κρυσταλλίνη,
όσον η αιθρία, την άνοιξι, στα
ερείπια της Κορίνθου,
όταν οι χιονισμένες κορυφές των ορέων
της Ρούμελης,
μοιάζουν με όλβου οπτασίαν,
μεσ’ την οποίαν αντηχεί φωνή
παιδίσκης
που καλεί την αδελφή της,
ή το κουδούνι ενός αμνού
που βόσκει αργά στα χαμομήλια.
-4-
Ο ήλιος λάμπει στο στερέωμα.
Ωστόσο μια γυναίκα συμπαθής
συγκατατίθεται
ν’ ανάψη την θρυαλλίδα ενός φάρου.
Ο φαροφύλακας την πλησιάζει
και τις θωπεύει τους μαστούς.
Στον μακρυνόν ορίζοντα πλέχει η νηνεμία.
Ένα καράβι ακινητεί σε απόστασιν ενός μιλίου.
Οι ναύται δεν μιλούν.
Αργά και πού χειροκροτούν
και ο ναύκληρος σημειώνει με τον
δείκτη της δεξιάς του,
τ’ όνομα του παιδιού στα κάτασπρα
πανιά
του πρωραίου ιστού.
Όλοι το λεν Αρίμ – Εννίς, αλλά κανείς
δεν ξέρει
την καταγωγή του.
-5-
«Νόρθλαντ», «Σουμάτρα»,
«Κέρκυρα»
ή μήπως «Διακεκαυμένη Ζώνη».
Όπως κι αν λένε το καράβι, είναι
οπωσδήποτε
μια σκούνα, πούχει στην πρύμνη της,
αντί για δοιάκι λαγουδέρα.
Το σκάφος αυτό είναι λευκό
κι εμπρός του πάντα η θάλασσα
φρικιά κι
ασπαίρει!..
-6-
Είπα τη λέξι θάλασσα και αμέσως λιώνουν μέσα μου
οι θρόμβοι, όπως οι θρόμβοι αυτών που τραγουδάν
και λένε: «Άσπρο πουλί, τρεχαντήρι…».
Άσπρο το κύμα, κάτασπρο τ’ ορθόπλωρο
καράβι,
που πλέχει επάνω από τα βάραθρα του
χρόνου,
καθώς ο νους ανθρώπων εν εκστάσει
διατελούντων.
Άσπρο πουλί, τρεχαντήρι
-άσπρα φτερά μεσ’ τη νύχτα, άσπρες φοράδες,
στον ήλιο, πώλοι γαλάζιοι τριετείς,
που σκιρτούν μεσ’ στο νου μου,
με κοχλάζον το κόκκινο αίμα.
-7-
Αιθρία, αιθρία με άνοδον χαρταετών εις τον αέρα,
χαρακτηρίζει αυτή τη μέρα.
Η πόλις καταυγάζεται από τον ήλιο
και οι πέτρες γύρω από τα σπίτια,
που ακόμη κτίζονται σε ορισμένες συνοικίες
μοιάζουν με ζάρια, που δεν εγνώρισαν
ποτέ
παρά την ιδική τους μόνο τύχη.
Η αλήθεια είναι πως η τύχη αυτής της πόλεως
υπήρξε πάντοτε αγαθή, πάντοτε άσπιλη,
πάντοτε ζηλεμένη.
Οι τοίχοι των σπιτιών είναι λευκοί.
Ο ουρανός είναι γαλάζιος.
Τα φύλλα των δένδρων πράσινα,
και μάλιστα τόσο πολύ,
που δεν διακρίνονται οι σκιές,
παρά μονάχα ως χρώμα.
Μέσα στο άλσος, τα παιδιά αφήνουν τα
τσέρκια των
να πέσουν, και με ασυγκράτητη χαρά
με συντριβάνια από «Ω» και «Α» βλέπουν
τους αετούς να πάλλονται και να
σκιρτούν εις τον αέρα.
Ναι, σήμερα πιότερο παρά ποτέ,
η τύχη της πόλεως είναι λευκή και είναι τα πάντα,
η σαρξ και η
γη και οι πέτρες και τα φύλλα
-πώς να το πω,
πώς να το πω, Γλυκύτατόν μου έαρ –
μια και αδιαίρετη ηδονή,
που αγαλλιά και σφύζει μες στον ήλιο!..
[ΜΟΡΦΕΣ ΑΙΘΡΙΑΣ – αφιερωμένες στον
Οδυσσέα Ελύτη - από τα ΓΡΑΠΤΑ ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ του Ανδρέα Εμπειρίκου, Εκδόσεις
ΠΛΕΙΑΣ Αθήνα 1960)
ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΜΥΘΟΥ
(…είναι παιδί που μεγαλώνει…)
-8-
Π.χ. Ένας άνδρας βλέπει
μια νεάνιδα μ’ ένα πουλί στο χέρι.
Αυτή η νεάνις κρατά στο
άλλο της χέρι ένα καθρέφτη
και βλέπει τον άνδρα
που την παρατηρεί με το πουλί στο χέρι.
Τα μαλλιά της νεάνιδος
είναι ξανθά, όμως γίνονται κόκκινα,
καθώς κοιτάζει στον
καθρέφτη, και οι τρίχες λάμπουν τόσο
μεσ’ τον ήλιο, που δεν
ακούονται ευκρινώς οι θόρυβοι του δρόμου,
μα μόνο τα λόγια που
προφέρει η νεάνις,
σαν να στεκότανε όρθια
σε γέφυρα μυοδρόμονος ατμήρους,
ανερχομένου, ήρεμα, τον
Όρεγκον ή τον Ορινόκο.
Οι γηγενείς σιωπούν εμπρός
στην ομορφιά της,
αλλά για λίγην μόνο
ώρα.
Μια κίνησις που έκανε η
νεάνις,
σπρώχνει το πάθος των ιθαγενών πέραν παντός ορίου
υπομονής ή ελέγχου και οι
άνθρωποι αυτοί,
(κάτοικοι των
δασών ή
ερυθρόδερμοι νομάδες…)
αρχίζουν να κραυγάζουν:
«Ιού!.. Ιού!.. Μεχά!.. Λαχά!..» και άλλα παρόμοια λόγια,
θερμά και κορυβαντιώντα,
χορεύοντας χορούς πολεμικούς,
που ’ναι στο βάθος
ερωτικοί χοροί ανεκλαλήτου γοητείας.
Την επομένη, ο άνδρας
ενυμφεύθη την νεάνιδα.
Ο γυιος τους, τώρα,
μεγαλώνει και πλάθει μύθους
με πουλιά, που μοιάζουν
με φυτά της Βραζιλίας
-9-
Πουλιά δίχως πτερά,
πουλιά γυμνά, πουλιά αιμοβόρα,
πουλιά πετούν επάνω από
τη λόχμη,
καθώς γιγάντιες
νυχτερίδες.
Πουλιά βουβά, πουλιά
σαρκώδη.
Όλα τα φύλλα ακινητούν
μεσ’ το λιοπύρι.
Σταγόνες αίματος βαριές
πέφτουν αργά στο χώμα.
Μία καμηλοπάρδαλις που
ελίκνιζε την κεφαλή της
επάνω από τα δένδρα, τώρα την σέρνει καταγής.
Μέσα στα δένδρα τρία
ζαρκάδια ξεψυχάνε.
Καμιά φωνή, καμιά
βοήθεια.
Ούτε καν άνθρωπος, ούτε καν λέων.
Πουλιά σαρκώδη.
-10-
Όλοι την λέγαν
Οκλαχόμα.
Από παιδίσκη ηρέσκετο στους
γρήγορους ρυθμούς
και στα πλατιά
τραγούδια, που μοιάζαν με πεδιάδες απλωτές
που τις διατρέχουν
βίσωνες και αγέλες
άλογα του Τέξας…
Ίσως γι’ αυτό να έγινε
τόσο νωρίς χορεύτρια στο μπαρ
«Η Πράσινη Ιρλανδία».
Ίσως γι’ αυτό να λέει τόσο
καλά στην πανσπερμία των θαμώνων
το «Πάμε αδέλφια προς δυσμάς» και
το
«Αχ νάμουνα πάντα κοντά
σου Αδελαϊδα»!..
Ίσως γι’ αυτό να μην
ακολουθή, όπως οι πιο πολλές της φιληνάδες,
αυτούς που τις προσφέρουν
τα πιο πολλά λεφτά,
μα τους ασίκηδες που
ξέρουν να καβαλλάν
τ’ αλόγατα και τα ωραία
κορίτσια!..
Ίσως γι’ αυτό δεν
διάλεξε ποτέ ψευδώνυμο για τη δουλειά της,
μα δίνει πάντοτε, και
στη ζωή και στη σκηνή, ένα μονάχα όνομα,
τ΄ αληθινό της,
Οκλαχόμα!..
-11-
Το φως ολοένα
δυναμώνει και εντός ολίγου ολοκληρούται
η μεσημβρία.
Τα μαγαζιά, τα
εκπαιδευτήρια σχολάζουν και ο κόσμος
αποσύρεται στα σπιτια.
Πολλοί κλείνουν τα εξώφυλλα
ή κατεβάζουνε τα στόρια.
Στο τελευταίο πάτωμα ενός
σπιτιού, ένας υπάλληλος του δημοσίου,
με όλο το πάθος του
κριού που κρούει σε μια πύλη,
κινείται με αύξουσαν
ορμήν μέσα στα σκέλη νεάνιδος
που σπαρταρά και
ασπαίρει!..
Η πόλις τέρπεται στην
θαλπωρή που συνεχώς αυξάνει
και ενώ στενάζει η κόρη
ηδυπαθώς,
στιλπνό, παφλάζον και ζεστό το καλοκαίρι καταφτάνει
ΙΔΟΥ ΕΝΑΣ ΡΗΤΩΡ Μ’ ΕΝΡΙΝΗ ΦΩΝΗ
-13-
Μιλάει συνεχώς και
κάποτε πτερνίζεται – σαν φυσητήρ
που πάσχει.
Μπροστά του ανοίγονται
φορέματα με στήθη
μη συγκρατούμενα σε
στηθοδέσμους,
μα με μαστούς
ελεύθερους που πάλλονται σε κάθε κίνησιν ανέτως.
Μεσ’ από τ’ ανοίγματα
των φορεμάτων, οι σκέψεις των ανδρών
εισέρχονται και
διεισδύουν απ’ την αρχήν της ομιλίας,
μέσα στην πλήρη ρεμβασμών αφηρημάδα των γυναικών και νεανίδων.
Η αίθουσα είναι
γιομάτη.
Ο ρήτωρ ναρκισεύεται μεσ’
στη φωνή του.
Όμως κανένας δεν προσέχει.
Πτερά στρουθοκαμήλων σε
καπέλα και βέλα
διάστικτα ή απλά, σαλεύουνε και κυματίζουν,
κάθε φορά που στρίβει
ένα κεφάλι,
κάθε φορά που ανοίγει μια
βεντάλια
[ΜΟΡΦΕΣ
ΑΙΘΡΙΑΣ – αφιερωμένες στον Οδυσσέα Ελύτη - από τα ΓΡΑΠΤΑ ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
του Ανδρέα Εμπειρίκου, Εκδόσεις ΠΛΕΙΑΣ Αθήνα 1960]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου