(…την κλωστή σου λίγο – λίγο τραγουδώ και ξετυλίγω …)
2. Διαβάζω μέσα
στο νερό το άλφα το βήτα και το ρω
Τα δυο γυμνά
σου πόδια τους κήπους με τα ρόδια
3. Σ’ έκανα
πουκάμισό μου σε φορώ και περπατάω
Με το σώμα το
μισό μου στο δικό σου που κρατάω
4. Σου ’χτισα
μια Σαντορίνη με καμάρες και πορτιά
Να γυρνάς σαν
το λυθρίνη μες στη δροσερή φωτιά
5. Θα κλείσω
μια θα κλείσω δυο την απαλάνη των χαδιώ
Θα κλείσω δυο θα
κλείσω τρεις την Τύχη κι άμε να τη βρεις
6. Έλα να
γίνουμε δυο ζώα σε μακρινούς να πάμε
τόπους
Όπου τα
πλάσματα τ’ αθώα να μας φαντάζονται γι’
ανθρώπους
7. Άκουσα μες
στον ύπνο σου που κολυμπούσε ο κύκνος σου
Τα δυο μας τα
ονόματα ν’ αλλάξουν χίλια χρώματα
8. Τα χέρια μου
τ’ αδίσταχτα πιάναν την άνοιξη πριν
φτάσει
Τα μάτια σου τ’
ανύσταχτα της ρίχνανε άνθη να χορτάσει
9. Βγήκε απ’ το
κόκκινο το μαύρο και τώρα πού να πάει δεν ξέρει
Κόκκινα που
’ναι όλα τα μέρη Το ’να που απόμεινε
ίσως θα βρω
10. Μου ’φυγ’
ένα συννεφάκι πάει τη λύπη στα βουνά
Ψάχνει να
χτίσει ένα σπιτάκι στο πάντα και στο
πουθενά
11. Σ’ ένα
λιμανάκι μωβ ξύπνησα τα χαράματα
Όχι να μη γίνω
Ιωβ μήτε να μάθω γράμματα
12. Στήνει
καρτέρι ο κεραυνός χώρια να μας πετύχει
Μα ΄ναι μεγάλος
ο ουρανός και τοσοδούλα η Τύχη
13. Φύγε από
κει μωρέ πουλί και γέρνει η βάρκα μας πολύ
Μόνο σου πέταξε
να δεις ίσα που παίρνει δυο καρδιές
14. Σταμάτα μου
την αστραπή ν’ ανάψω ένα τσιγάρο
Και πες του
σύννεφου να πει πως θα ’ρθω να σε πάρω
15. Την αγάπη
μια τη λες την ντύνεσαι τη γδύνεσαι
Όσο που
γίνονται πολλές και πάλι σ’ όλες δίνεσαι
16. Περνώντας
απ’ τις λυγαριές κάποιος μου το
μουρμούρισε
Το ΄παν οι
σκύλοι στις αυλές κι η γάτα το
χουρχούρισε
17.Κάνε με
Μωαμεθανό να προσκυνώ στη Μέκκα
Και να σε πάρω
μια και δυο κι εφτά φορές γυναίκα
18. Ο που ξέρει
ελληνικά πέντε κι έξι έντεκα
Κι ο που ξέρει
μόρτικα δύο αλλ’ αλλιώτικα
19. Η χαρά μου
για να παίξει διάλεξε κοπέλες έξι
Καθεμιά κι από
μια λέξη να τη λέει ώσπου να φέξει
20. Ένα κύμα
μέσα σ’ όλα έγια λέσα έγια μόλα
Πήρε τα κρυφά μας
λόγια να τα κάνει κομπολόγια
21. Αυτό που
λέμε «σ’ αγαπώ» στα δένδρα θα το ρίξω
Με τον αέρα να
στο πω και να σου το φυσήξω
22. Λένε πως
κατιτίς κοιμάται μέσα στης θάλασσας τον
πάτο
Κάποια που πια
δεν το θυμάμαι μ’ έχασε σαν σταυρό εκεί
κάτω
23. Σαν κάποιος
ν’ αναστέναξε ή να ΄κοψ’ έναν μενεξέ
Ραγίστηκεν ο
ουρανός και φάνηκε ο κατάμονος
24. Τι να ’γινε
το μαξιλάρι που ’χε απ’ τα λόγια μας γεμίσει
Στον ουρανό θα
το ’χει πάρει άγγελος για ν’ αποκοιμίσει
κάτι που πια δε
θα γυρίσει
25. Μόνο που
κοιτάχτηκες μέσα στο πηγάδι
Στην ηχώ σου
πιάστηκες σαν σε παραγάδι
26. Να σου δένω
τα μαλλιά με χρυσόν αστάχυ
Και να λένε τα
πουλιά: ο που τα ’βρε ας τα ’χει
27. Μες στου
κήπου το σκοτάδι φέγγεις μόνο με το
χάδι
Όμως όταν μπεις
στο σπίτι σβήνεις τον Αποσπερίτη
28. Να ’χα μια
γομολάστιχα να πιάνει στα Γραμμένα
Να σβήνω τα
τετράστιχα και να κρατήσω εσένα.
[ΤΑ
ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ από την ομότιτλη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη
κι
ακολουθούν αντιπροσωπευτικές επιλογές τραγουδιών
απ’
όλες τις ενότητες της συλλογής που
εκδόθηκε 1972]
ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΟΡΙΑ
(από τις ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ,
πρώτη ενότητα στα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ του Οδυσσέα Ελύτη)
Του μικρού Βοριά παράγγειλα να ’ναι καλό παιδάκι
Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και
στο παραθυράκι
Γιατί στο σπίτι που αγρυπνώ η αγάπη μου πεθαίνει
Και μες τα δάκρυα την κοιτώ που μόλις ανασαίνει
Με πιάνει το παράπονο γιατί στον κόσμο αυτόνα
Τα καλοκαίρια τα ’χασα κι έφτασα στο χειμώνα
Σαν το καράβι που άνοιξε τ’ άρμενα κι αλαργεύει
Θωρώ να χάνονται οι στεριές κι ο
κόσμος λιγοστεύει
Γεια σας περβόλια γεια σας ρεματιές
γεια σας φιλιά
και γεια σας αγκαλιές
Γεια σας οι κάβοι κι οι
ξανθοί γιαλοί
γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί
ΔΕΛΦΙΝΟΚΟΡΙΤΣΟ
(από το ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ δεύτερη ενότητα στα ΡΩ ΤΟΥ
ΕΡΩΤΑ του Οδυσσέα Ελύτη)
Εκεί στης Ύδρας τ’ ανοιχτά και των Σπετσώ
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο
-Μωρέ του λέω πού ’ν’ το μεσοφόρι σου
έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ’ αγόρι σου;
-Αγόρι εγώ δεν έχω μου αποκρίνεται
βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται
Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται
ξανανεβαίνει
κι απ’ τη βάρκα πιάνεται
Θε μου συχώρεσέ μου σκύβω για να δω
κι ένα φιλί μου δίνει το παλιόπαιδο
Σα λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε
κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε
-Χάιντε μωρό μου ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε!..
Η ΡΟΥΛΕΤΑ
(από τις ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΙΕΣ πέμπτη ενότητα στα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
του Οδυσσέα Ελύτη)
Βγήκαν τα νιάτα ψεύτικα
στα γηρατειά ερωτεύτηκα
Μεγάλη πόρτα βρήκα
μετάνιωσα – δεν μπήκα
είπα τι κι έτσι τι κι αλλιώς
άλλαξε ρούχα ο Μανολιός
Στο κόκκινο ποντάρισα
πέντε φορές λαχτάρησα
Τ’ ακούμπησα στο μαύρο
Ποιος τα ’χασε να τα ’βρω
Είπα να παίξω και στα δυο
γύρισε κι ήρθε το ζερό
Μες στη ζωή μας βρε παιδιά
έρχεται πρώτ’
η αναποδιά
Ένα πιάνεις δέκα χάνεις
δέκα ζεις μια θα πεθάνεις!..
ΤΟ ΜΑΓΙΣΣΑΚΙ
(από Τ΄ΑΓΑΝΕΡΩΤΑ έκτη ενότητα στα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ του
Οδυσσέα Ελύτη)
Από τους χρόνους τους παλιούς το ’χω
βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες να
βρω το Μαγισσάκι
Τ’ άπιαστο σας αερικό στην
εμορφιά του Μάης
που αν κάνεις να το μυριστείς αλίμονό
σου - εκάης
Έβγα – έβγα Μαγισσάκι Τι
ζουμπούλια Και τι κρίνα
χτύπα – χτύπα το ραβδάκι Τι κι ετούτα τι κι εκείνα
Ντο και ρε και μι και φα Ντο
και ρε και φα και μι
μες στα ροζ τα σύννεφα φούχτα μου και δύναμη
Ποιος θα μου δώκει δύναμη κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέντε θάλασσες να βρω το Μαγισσάκι
Που’ ναι σπηλιά του ο ουρανός άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι στην
άκρια του κυμάτου
Χτύπα – χτύπα το ραβδάκι Τα παπιά και τα βαπόρια
χύνε το νερό στ’ αυλάκι παν μαζί και πάνε χώρια
Φα και ρε και μι και ντο Έξι τέσσερα κι οχτώ
μες στο μπλε το ξάγναντο γούρι μου και φυλαχτό
Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές ν’ ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά για με το Μαγισσάκι
Που να κοιμάμαι ξυπνητός να τρέχω ξαπλωμένος
και να με λεν χωρίς καρδιά μα να ’μ’ ερωτευμένος
ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΘΕΙΑ ΘΕΛΗΣΗ ΚΙ
ΕΝΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΑΜΑ…
(…εμείς οι δυο να σμίξουμε και να
γενεί το θάμα…)
Οι
άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι
επίσης. Πίσω από κάθε ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα λόγια και να
ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. Δεν είναι
λίγο αυτό. Είναι η χαρά να δίνεις χαρά
στους άλλους, είναι αυτό που μας βαστάει
στη ζωή, Γι’ αυτό κοντά στα ποιήματά
μου, δοκίμασα να γράψω και
μερικά τραγούδια, χωρίς να τα
υποτιμώ καθόλου. Έτσι ή
αλλιώς, μιλά κανείς για τα ίδια
πράγματα που αγαπά, και από κει και πέρα
το λόγο έχουν αυτοί που θα τ’ ακούσουν.
Λένε πως το είδος έχει ορισμένους κανόνες. Δεν τους ξέρω και, πάντως, δεν ενδιαφέρθηκα ή δε
μπορούσα ίσως να τους ακολουθήσω.
Δουλεύει ο καθένας όπως νιώθει.
Και η θάλασσα είναι απέραντη, τα
πουλιά μυριάδες, οι ψυχές όσες και οι
συνδυασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι
και τα λόγια, όταν ο έρωτας και
το όνειρο συμβουλεύουν. (Οδυσσέας
Ελύτης)
Δευτέρα, 12
Ιανουαρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου