(…ενάμιση αιώνα πριν…)
Ο κόμης
Βρόντσκι δεν έφτασε ποτέ.
Ένα σώμα
γυναίκας έπεσε στις ράγες.
Ελάφι, ψιθύρισε ο μηχανοδηγός.
Φορούσε
πολύχρωμες κάλτσες,
παράταιρες η μία
με την άλλη.
Κάπνιζε ένα
πούρο και γελούσε στραβά.
Με λένε
Λέων!.. Φώναξε,
καθώς το τρένο
φιδογύριζε ανάμεσα στις σημύδες.
Λίγο πριν το
σταθμό Λαρίσης ανέπτυξε ταχύτητα.
Ξαφνικά σκόνταψε
σε μία πελώρια φάλαινα – σκοτάδι.
Αυτό ονομάζεται
σύγκρουση συμφερόντων,
σχολίασε ένας
επιβάτης κριτικός
που καθόταν δίπλα σ’ ένα κύριο που ροχάλιζε.
Συμφωνείς, Μέλβιλ;
τον ρώτησε,
πριν όλα
εξαφανιστούν μες στον λεπτό καπνό.
Τότε αυτή άνοιξε
ξαφνικά τα μάτια,
στερέωσε τα
γυαλιά στη μύτη και άρχισε να γράφει.
Αγαπητέ κόμη,
από τότε που, δεν είμαι πια εδώ.
(ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ
ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ στη συλλογή της Χλόης
Κουτουμπέλη
ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ
ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)
ΕΠΙΛΟΓΟΣ:
Και τώρα; τον ρώτησε
Αυτός καθόταν σε μια καρέκλα
σκηνοθέτη
με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.
Φορούσε μαύρα γυαλιά.
Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή,
είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει
(σχόλιο) Οπαδός της μετάπλασης του πραγματικού στην
τέχνη
(και όχι της παθητικής του αναπαράστασης)
η Χλόη Κουτσουμπέλη, συνθέτει εικόνες ενός
άλογου κόσμου
μέσα τον οποίο δεσπόζει το αίσθημα του
αλλόκοτου.
Ένας κόσμος φαινομενικά παράλογος
που αναδύεται και κατακλύζει τη συμβατική
πραγματικότητα.
Στο σημείο τούτο τέμνεται με το έργο του
Σαχτούρη
που συγχωνεύει το παράδοξο στην ποίησή του (Λϊλιαν Τσούβα)
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
(κι άλλες
επιλογές από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη
ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ
ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)
Το
ήξερα πως ήταν από τυρί. Μαλακό τυρί με τρύπες.
Βέβαια
εγώ δεν ήμουν ποντίκι, αλλά όπως έλεγε η μητέρα,
φανατική
τυροφάγος, έτσι σιγά - σιγά θα ροκάνιζα όλο το
παρελθόν
μου. Το πείραμα ήταν το εξής.
Έπαιρναν
μία παιδική φωτογραφία
για
παράδειγμα μ΄ εμένα στην αγκαλιά του μπαμπά μου
και
την τοποθετούσαν με photoshop πάνω στο φεγγάρι,
στη
συνέχεια σου την έδειχναν κι εσύ
υπέθετες
πρώτον
ότι είχες έναν μπαμπά που δεν φοβόταν
τη σωματική επαφή,
δεύτερον
ότι είχες έναν μπαμπά και τρίτον
ότι
εσύ με τον μπαμπά σου αγκαλιά
είχατε
βρεθεί κάποτε στο φεγγάρι.
Εγώ
όπως πάντα ανταποκρίθηκα θετικά στο
πείραμα των ψυχολόγων,
ίσως
γιατί είμαι ένα μαλακό τυρί με τρύπες
από
τότε που μας εγκατέλειψε η μητέρα.
Η
μνήμη, όπως και το τυρί, αλλοιώνεται
εύκολα, λένε οι ψυχολόγοι.
Μπορείς
να παραποιήσεις τις αναμνήσεις,
να
ξαναγράψεις από την αρχή τον ουρανό.
Έτσι
θυμήθηκα με κάθε λεπτομέρεια.
Εμένα
και τον μπαμπά μου στο φεγγάρι. Αγκαλιά.
Ο
μπαμπάς μου μύριζε στρατιωτική στολή.
Βουλιάζαμε συνέχεια και το σεληνιακό έδαφος μας
απορροφούσε.
Τα
δυο σώματά μας αγκαλιά σχημάτιζαν ένα
ολοστρόγγυλο φεγγάρι.
Είπαμε
να παραποιήσεις τις αναμνήσεις,
είπε
ο ψυχολόγος, όχι όμως και τόσο πολύ.
Εσύ
προσποιείσαι αγάπη.
ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝ ΣΙΜΟΝΟΦ
Για τη Βαλεντίνα έγραψε το ποίημα.
Περίμενέ
με, έλεγε.
Πόσο δεν διευκρίνιζε.
Άλλοτε ζέστη,
άλλοτε κρύο στο στρατόπεδο.
Στην πατρίδα έχυναν κρασί στο χώμα,
ανάβανε γι’ αυτόν κεριά.
Κοντσαντίν Σιμόνοφ,
ήδη νεκρός.
Αψήφησέ τους,
της παράγγελνε.
Μην πιείς μαζί τους άσπρο πάτο.
Ήταν βέβαια παράλογο,
γιατί αυτή κοιμόταν μ’ άλλον κάθε βράδυ,
κάποιοι από τους εραστές της, φίλοι του.
Δεν το ’κανε επίτηδες, φοβόταν,
τις νύχτες τα μαλλιά
της μεγάλωναν,
φύκια πυκνά την έπνιγαν.
Έβαζε το σαμοβάρι στη φωτιά.
Η πυροστιά έκαιγε σάρκα.
Είναι η σκέψη σου,
της έγραφε,
που με κρατάει ακόμα στον αφρό.
Ήταν το χίλια εννιακόσια σαράντα ένα.
Από τότε γράφτηκαν πολλά ποιήματα στον κόσμο.
Κανένα όμως πιο σπαρακτικά δεν παρακάλεσε.
Ούτε κανείς τόσο πολύ χρειάστηκε.
Όμως το κορμί δεν είναι κολυμβήθρα.
Και κανένας πόλεμος δεν έχει ταχυδρόμους.
ΜΑΘΗΜΑ ΖΩΟΛΟΓΙΑΣ Ornithorhynchus anatinus
Ο ορνιθόρυγχος,
αυτό το εξελικτικό ατύχημα.
Μυθιστόρημα πλατυποδία
που κατεβαίνει σκάλες
που ανεβαίνουν
με τα στενά λουστρίνια μιας πλοκής
που δεν προχώρησε ποτέ.
Ένα Ποίημα που απερίσκεπτα γεννά αυγά
με σταχτιά χηνόπουλα
χωρίς την ελπίδα κύκνου που θα γίνει.
Αδέξιο
δοκίμιο που θηλάζει τα μικρά
του,
άλλο με ράμφος πάπιας, άλλο με σώμα κάστορα,
έχιδνας ή σκαντζόχοιρου.
που θα ενωθούν σε ένα
τελικά
με ευδιάκριτες όμως τις ραφές.
Θα σας τοποθετήσω αλλιώς:
Οι νηστικές μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα
δεν τον βοηθούνε καθόλου να πετάει.
Γι’ αυτό αν κάποιο βράδυ
εμπρός στη συνηθισμένη άβυσσο πολτού
από κομμένα
δένδρα
συναντήσετε ορνιθόρυγχο,
αγκαλιάστε τον όσο πιο στοργικά μπορείτε.
Όπως θα διαβεβαίωνε ο Δαρβίνος
εκατοντάδες
ορνιθόρυγχοι πρέπει να
παρεμβληθούν
πριν η ιδέα επιτέλους γίνει πράξη.
(από τη συλλογή της Χλόης
Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)
ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ
(στη συλλογή της
Χλόης Κουτσουμπέλη
ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ
ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)
Εκ των υστέρων σκέφτομαι
το τελευταίο βράδυ στην ταράτσα
που μια παρέα αγγέλων
πλαταγίζαμε δαιμονικά φτερά
και ξεπλέναμε τις πληγές με ουίσκι,
τα ντραμς των αστεριών ηχούσαν ασταμάτητα
και γυμνό σαλιγκάρι
άφηνε κλωστές στον ουρανό,
ενώ την ίδια ώρα σ’ άλλη πόλη
σε κρεβάτι νοσοκομείου,
μια ποιήτρια ετοίμαζε την τελευταία πτήση.
Και θυμήθηκα πως ξαφνικά
το ποτήρι έσπασε μισοφέγγαρο
χωρίς να χυθεί το αλκοόλ.
Και νιώσαμε όλοι τη γεύση του αίματος στα χείλη.
Και κάποιος είπε
έναν μόνο στίχο να προλάβουμε ν’ αρθρώσουμε
πριν μας καταπιεί το σκοτάδι.
Και σιδερώσαμε κολλαριστή όλοι μαζί τη νύχτα.
Έτσι, φίλοι μου,
γράφονται τα ποιήματα
τις σκοτεινές νύχτες του καλοκαιριού στη Πήλιο.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΘΟΡΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ
ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ
Ο
κύριος Χόθορν
μια
μέρα που έψαλλε στην εκκλησία,
άρχισε
ξαφνικά να αιωρείται
και
πέταξε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.
Μπαμπά,
μη φεύγεις!
φώναξε
η μικρή Γουέντυ,
αυτός
όμως μετεωριζόταν
ψάρι
με πτερύγια στο ποτάμι.
Μικρή
Γουέντυ, φάε την μπουκιά,
αλλιώς
θα’ σαι τόσο ελαφριά,
μια
μέρα θ’ αγοράσεις μπαλόνι
θα
σε παρασύρει μακριά
απ’
αυτούς π’ αγαπάς.
Μπαμπά,
γιατί δεν μου μιλάς;
Ο
κύριος Χόθορν λικνιζόταν επικίνδυνα
και
συγκρουόταν με πουλιά.
Υπάρχει
ζωή μετά θάνατο;
ρώτησε
η κυρία Στίβενς τον Τροχονόμο.
Υπάρχει
σίγουρα μεγάλη κίνηση
στην
εναέρια κυκλοφορία, απάντησε αυτός
κι
έβγαλε το κεφάλι με το κράνος του.
Στο
μεταξύ η μικρή Γουέντυ
έτρωγε,
έτρωγε ασταμάτητα.
Για
να μην μπορεί
να
την παρασύρει κάποιο μπαλόνι.
Μακριά
απ’ αυτούς που αγαπάει.
Η ποιητική συλλογή αποτελεί παράλληλα και έναν διάλογο με
την ίδια την ποίηση, καθώς η Χλόη Κουτσουμπέλη αρέσκεται στο να παρουσιάζει
μέσω των ποιημάτων της τους τρόπους με τους οποίους έρχεται η έμπνευση, να
εξετάζει την έννοια της ίδιας της γραφής και να κλείνει τελικά τη συλλογή με
τους στίχους «Τώρα, της είπε με βραχνή
φωνή, /είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει».
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΕΝΤΟΟΥΖ
Κοιτάμε
και οι τρεις μας τον φακό.
Ο
ανεμοστρόβιλος αργεί.
Τα
κόκκινα γοβάκια γυαλισμένα.
Η
μαμά με μία ρόμπα
και
σταγόνες ιδρώτα στο πανωχείλι της,
έφυγε
μ’ έναν πλασιέ,
μια
ζεστή μέρα του καλοκαιριού
που
αναστέναζαν βαριά τα στάχυα.
Δεν
αγόρασε ποτέ ηλεκτρική σκούπα
γι’
αυτό σφουγγαρίζουμε το πάτωμα.
Σε
λίγο το σκοτάδι θα πέσει,
τα
ρακούν θα μας περικυκλώσουν,
τα
σκυλιά θ’ αρχίσουν να αλυχτούν,
μαύρη
σκιά θα βάψει
τα
σφραγισμένα βλέφαρα της νύχτας.
Κάπου
κοντά στο βενζινάδικο
ένα
ξανθό αγόρι χωρίς μάτια σ’ ένα φτηνό
μοτέλ.
θα
γυαλίζει ένα πιστόλι.
Αύριο
το πρωί ο δρόμος θα τον φέρει απ’ το
σπίτι μας.
Θα
ζητήσει ένα ποτήρι γάλα.
Λευκό
στεφάνι γύρω από το στόμα.
Θα
μας κοιτάξει παράξενα.
Θα
μας φωτογραφίσει.
Από
τη φωτογραφία θα λείπουμε κι οι τρεις
-αφού
δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ.
(από τη συλλογή της Χλόης
Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)
Η ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΟΤΕΡΜΠΡΙΤΖ ΔΙΑΣΧΙΖΕΙ
ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ
Η κυρία Γουότερμπριτζ ήτο αριστοκρατικής καταγωγής.
Απόδειξη τα πορτρέτα των προγόνων στο σαλόνι,
που ίδρωναν κάτω από τις περούκες,
κανένα όμως δεν διανοήθηκε
να ξύσει δημόσια το κεφάλι.
Η κυρία Γουότερμπριτζ είχε πάντα καλούς τρόπους
και έδινε μεγάλο φιλοδώρημα στον ταχυδρόμο.
Όταν διάβασε το τηλεγράφημα,
έσπασε όλα τα βάζα στο σαλόνι.
Οι πρόγονοι άνοιξαν όλοι μαζί
σε όμικρον το στόμα τους,
ενώ η γαμψή τους μύτη γύπας
ετοιμάστηκε να επιτεθεί.
Σσσς, ούτε λέξη! τους φώναξε αυστηρά.
Σοκαρισμένοι απ’ την αυθάδεια άρχισαν
να πέφτουν ένας - ένας με το κάδρο του.
Καρφιά εκσφενδονίζονταν,
έχασκαν τρύπες
τυφλά μάτια στο ντουβάρι.
Όταν έμεινε μόνο ο υπαινιγμός στους τοίχους,
η κυρία Γουότερμπριτζ
διέσχισε την άβυσσό του δωματίου
και μόνη σέρβιρε τσάι για έναν στο μπαλκόνι
ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ
ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΥΨΙΛΟΝ
(…πόσες καρδιές
έχει μια Ντάμα Κούπα όταν κλαίει…)
Το σώμα της είχε πολλά μάτια
-ένα μισόκλειστο κάτω απ’ την μασχάλη
και δυο ορθάνοιχτα χωρίς βλεφαρίδες στις πατούσες –
κι ελάχιστα χείλη,
που σημαίνει ότι κατασκόπευε συνέχεια
και φιλούσε με το σταγονόμετρο.
Παρ΄όλα αυτά, θα ήταν φυσιολογικό,
αν δεν είχε μνήμη προβοσκίδα.
[Ως γνωστό κάθε σώμα έχει μνήμη.]
Το δικό της θυμόταν το ανέγγιχτο.
Τις ημερομηνίες θανάτου, ενώ ξεχνούσε τα γενέθλια.
Τους φίλους που έχασε,
και όχι τους εραστές που κέρδισε.
Αναμφίβολα είχε ύπουλο σώμα.
Κρυβόταν τις νύχτες
κάτω απ’ τα χρυσάνθεμα,
κυνηγούσε βατράχους με κορώνα στη λιμνούλα,
γρύλιζε μες τα νούφαρα.
Το κλείδωνε συνέχεια στην ντουλάπα
τόσο που ξεθώριασε απελπιστικά.
Στο τέλος το φορούσε μόνο Κυριακές.
Μια μέρα το είδε να γεμίζει στόματα.
Έτρωγαν με βουλιμία τον χρόνο.
Ασύμφορο, γιατί θα τον κατάπιναν ολόκληρο.
Όταν έγινε πενήντα εφτά το αντάλλαξε.
Μ’ ένα ζευγάρι κόκκινες γαλότσες.
Για να γράφει ζεστά ποιήματα.
(από τη συλλογή της Χλόης
Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)
ΞΕΡΩ ΤΙ ΚΑΝΑΤΕ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
(…μη το αρνείστε. Δεν ωφελεί να
υπεκφεύγετε…)
Νομίσατε ότι η ξαφνική εξαφάνιση των
στρουθοκαμήλων θα περνούσε
απαρατήρητη; Τα παρατημένα φτυάρια στην
παραλία; Τα αφύσικα εξογκώματα στην
άμμο; Ναι, σύμφωνοι. Δεν υπήρξε ποτέ αυτόπτης μάρτυς να βεβαιώσει ότι εσείς ακονίσατε τα μαχαίρια
στην κουζίνα. Το μητρώο σας πλύθηκε
πολλές φορές και κάποιος
το είδε να στεγνώνει στο μπαλκόνι.
Επιπλέον όταν ερωτευτήκατε πώς νιώθετε,
απαντήσατε είμαι καλά ευχαριστώ,
εμένα όμως δεν με κοροϊδέψατε.
Βλέπετε, εγώ ήμουν το πτώμα. Υποθετικά πάμτα φυσικά. Λογοτεχνία είπαμε ότι κάνουμε, ποτέ δεν ερωτευόμαστε στ’ αλήθεια. Που φυσικά σημαίνει πως, όχι, δεν υπήρξε κουφάρι από σάρκα. Αν υπήρξε έγκλημα δεν είμαι εγώ αυτός που θ’ αποφανθεί. Υπήρξε όμως συγκάλυψη. Σαν να μην έγινε. Σαν να μην.
Και τελικά τι έγινε πραγματικά;
Φτερά ήταν πεταλούδας. Κάτι
καθαρό. Τρυφερό όπως μάτι ελαφιού. Κάτι σπάραξε. Κάτι τρέχει ακόμα. Ίσως νερό.
Και τελικά τι συνέβη πέρσι το καλοκαίρι; Τι παραπάνω από ό,τι φέτος ή του
χρόνου; Αγαπητέ μου, πάρτε το
απόφαση. Όσο κι αν προσπαθήσετε, ποτέ δεν θα διαπράξετε τον φόνο της ανίας
σας!.. (από τη συλλογή της Χλόης
Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, ΠΟΛΙΣ 2018)
Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου