Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΘΑΒΕΙ ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΩΜΑ

 (…που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.

Το λέει ενοχή…)


Ι.

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα

μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν

τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ.

Το αποκαλεί γραφή.

Στήνει παγίδες  σε ασβούς

που μένουν πάντα άδειες.

Το ονομάζει μνήμη.

Τα πρωινά τρώει αβγά χήνας

και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα

χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων

πεθαίνει από άνοια στο γηροκομείο.

Το χαρακτηρίζει υγιεινή διατροφή.

Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα,

που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.

Το λέει ενοχή.

ΙΙ.

Η ιερομαντεία σωστά το είχε προβλέψει.

Τα σπλάχνα των ζώων δεν λαθεύουν.

Ίσκιοι παραμένουμε ως το τέλος.

Ενωνόμαστε, χωρίζουμε, για πόσο;

Ποια πραγματικά είναι η θυσία;

Υπάρχει, άραγε, μετάνοια γι’ αυτούς που μετανιώνουν;

ΙΙΙ.

Ήρθε στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη,

αγάπησε όμως, άραγε, ποτέ της αρκετά;

ΙV.

Και η οικογένεια;

Συμβαίνει και στις καλύτερες.

Εδώ όμως ήταν στημένη η παρτίδα.

Αναντίρρητα, οι Λαβδακίδες έτυχαν βαλέ.

Από πότε όμως αυτό αποτελεί δικαιολογία;

V.

Μήπως όμως η Αντιγόνη απέκτησε καινούργια μάτια;

Μήπως υπάρχουν πυγολαμπίδες στη σκιά;

Μήπως οι άνθρωποι γερνούνε μόνο μέσα

και ό,τι χάνεται στην επιφάνεια

κερδίζεται στο χώμα που γεννοβολά;

VΙ.

Ήρθαμε άραγε ταγμένοι

Ή είμαστε μονάχα

νυχτόβια τυφλά όντα

που τρυπάνε μάταια το σκοτάδι,

απέλπιδες ανθρακωρύχοι,

ανόσιοι τυμβωρύχοι,

σκαπανείς;

VΙΙ.

Τελευταία η Αντιγόνη κυκλοφορεί στο πάρκο.

Μεσάνυχτα την ώρα που σπαν στα δύο οι σκιές.

Αν την δείτε,

λευκή χλαμύδα, ύλη αραιή από αέρα και φωτιά

και δυο μάτια αναμμένα,

αφήστε ένα χτενάκι στο παγκάκι.

VΙΙΙ.

Μου αρέσει τις νύχτες να χτενίζω τα μαλλιά μου.

Όμως δεν έχω πια μαλλιά, δεν έχω νύχτες.

ΙΧ.

Η μεγάλη Πολική νύχτα απλώνεται στον κόσμο.

Το χιόνι λευκή αρκούδα θα καταπιεί τη γη.

Όλα γύρω μας γερνούν.

Παγόβουνα ρυτίδες στην επιφάνεια του προσώπου.

Χ.

Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος.

Μισός.

Η αγάπη όμως.

Δεν γερνά ποτέ

(Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΕΡΝΑ  στη συλλογή της Χλόης Κουτουμπέλη 

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)




 

ΑΛΚΗΣΤΙΣ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Είπε αυτός μπορεί να το ρυθμίσει.

Να διασωθεί ο Άδμητος.

Μια μικρή μίζα στο βαρκάρη,

ένα ασημένιο νόμισμα στο στόμα.

Ο Κέρβερος θα αναισθητοποιηθεί με βαρβιτουρικά.

Η απόδραση θα γίνει τη νύχτα στο σκοτάδι.

Αρνήθηκα.

 

Οι νεκροί έρωτες δεν ανασταίνονται ποτέ.

 

Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΕΡΝΑ

 

Η Πηνελόπη έχει αϋπνίες.

Πάλι θα πάρει υπνωτικό

Ίνες από σάλιο στο μαξιλάρι.

Έξω από την πόρτα σε στοίβες

μανικετόκουμπα, γραβάτες,

γυαλιστερά σκαρπίνια

που άφηναν πίσω οι μνηστήρες,

όταν σκόρπισαν τα χρόνια.

Ποιον θα ξεβγάλει απόψε στην ακτή το όνειρο;

Ποιος θα ξεπροβάλει μες απ’ την ομίχλη

για να την αγκαλιάσει σε χωνευτό κρεβάτι;

Ποιος θα περάσει το βέλος απ’ τους δώδεκα πασσάλους;

Κανέναν δεν περιμένει πια η Πηνελόπη.

 

Στο μεταξύ, στο αεροδρόμιο,

ο ξένος με το παρατσούκλι Ούτις

έχει κιόλας περάσει τον έλεγχο αποσκευών

 

Η ΝΤΡΟΠΗ

 

Ο καθένας κουβαλάει την ντροπή του

κολλημένο βλέφαρο στην πλάτη,

η ξηλωμένη πατρική οικογένεια

κρεμάει στο μανίκι.

Για χρόνια δεν το ήξερα κι εγώ.

Είναι στραβοί οι τοίχοι του σπιτιού,

είπε πρόσφατα ο μηχανικός.

Και επιπλέον ανύπαρκτη η διεύθυνση.

Συγκεκριμένα, ενώ η οδοσήμανση είναι κανονική,

ο δρόμος ξαφνικά σπάει και αιωρείται,

ενώ παρεμβάλλεται ένα πάρκο με σκυλιά

που δαιμονισμένα  γαβγίζουν λυσσασμένα.

Επιπροσθέτως υπάρχει το θεματάκι με τη θάλασσα.

Ενώ η παραλία απέχει πεντακόσιες μακροπόδαρες γιάρδες μακριά,

τα κύματα συχνά πλημμυρίζουν το σαλόνι.

Μερικά έπιπλα συνήθως πνίγονται.

Μόνο ο βαρύς μπουφές με τα νεκρά ποτήρια του λικέρ

επιβιώνει.

Ύστερα από κάθε παλίρροια τα κρύσταλλα λάμπουν καθαρά,

τα πιατάκια του γλυκού χαμογελούνε ραγισμένα

κι η ασημένια σταχτοθήκη με την τελευταία σου γόπα

καπνίζει ακόμα.

Όταν η αφρισμένη θάλασσα ορμάει μέσα,

φέρνει συχνά τα δώρα της.

Ένα μαξιλάρι παιδικό με κεντημένο το όνομα Βασίλης.

Υπήρξε, άραγε, ποτέ, αδελφός;

Υπήρξε μητέρα, πατέρας, οικογένεια

ή πάντα λ Μαύρος Πόντος καταπόντιζε;

Ναι, πάντα την ντροπή μας κουβαλάμε.

Ένα κλεισμένο βλέφαρο σαν όστρακο στην πλάτη.

Όμως με τα χρόνια ανοίγει.

Οι βλεφαρίδες ξεκολλούν με δυσκολία.

Και ξαφνικά ανοίγει το τεράστιο μάτι.

Που κάποιοι αποκαλούνε έμνευση.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΟΜΦΑΛΙΟΣ ΛΩΡΟΣ

(στη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Όταν από σώμα βγαίνει άλλο σώμα,

μες απ’ την αρχέγονη λάσπη και το αίμα,

η πρώτη χελώνα απ’ το νερό,

το νέο πλάσμα που αποκαλείται γιος

περπατάει στην αρχή στα τέσσερα,

χορεύει με το κεφάλι του στο χώμα,

αναπνέει χωρίς βράγχια,

ολοκληρώνεται στην απουσία του,

πατάει γερά στα πήλινά του πόδια.

 

Τότε μόνο καταλαβαίνεις

πόσο απαραίτητα είναι τα χειρουργικά εργαλεία

στην αγάπη.

 

ΑΣΚΗΣΗ

 

Ζωγράφισε μια οικογένεια.

Έναν πατέρα αν είναι απαραίτητα

Με στρατιωτική στολή αν το κρίνετε σωστό.

Δίπλα του να καταρρέει μία μητέρα,  ίσως με κότσο

Ένα έως δύο αδέλφια.

Ίσως και τρία αν είστε σε γενναιόδωρη διάθεση.

Και ναι, ας κρατούν μπαλόνια.

Ή ένα αρκουδάκι  ή  οτιδήποτε εξίσου μαλλιαρό.

Σκηνοθετήστε ένα γεύμα   σε κυριακάτικο τραπέζι.

Χωρίς δάκρυα στην κρεμμυδόσουπα

και γαλοπούλες να αιωρούνται στο ταβάνι.

Με πρόσωπα χαμογελαστά που κινούν χαρούμενα

τα πόδια και τα χέρια,

Και τώρα ένα σπίτι.

Όχι, δεν επιτρέπεται παπούτσι.

Ούτε δοκιμαστικός σωλήνας.

Ένα συμβατικό κατάλυμα με σκεπή θα βοηθούσε.

Αρκεί.

Τώρα επαναλάβετε πολλές φορές:

Είχα κι εγώ μια οικογένεια όπως όλοι.

 

ΟΔΗΓΟΣ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ

 

Είχα κι εγώ μια μητέρα

Όλοι δικαιούνται από μία.

Δεν ήξερε να μαγειρεύει.

Στο τραπεζομάντηλο κεντούσε φαγητά.

Ο αδελφός όλο πεινούσε.

Εγώ πάχαινα συνέχεια.

Όταν τελικά μας εγκατέλειψε,

αγοράσαμε χύτρα ταχύτητας.

Η βαλβίδα σφύριζε.

Το σπίτι κυλούσε ανεξέλεγκτο στις ράγες.

Ένας σταθμάρχης με πινέλο έβαψε μαύρο

πρώτα τον πατέρα κι ύστερα τον αδελφό.

Αυτό δημιούργησε μουτζούρες στο χαρτί.

Στη φωτογραφία υπήρχαν τα κορμιά

με μία τρύπα μηδενικό στη θέση των προσώπων.

Μου απέμεινε η μητέρα.

Απέκτησε μάλιστα οδηγό μαγειρικής.

Μαγειρεύει πια θεσπέσια δείπνα για έναν στον κουζίνα.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

 

Ήρθε χθες βράδυ στο όνειρό μου η γιαγιά.

Με κλαδωτή ποδιά και γάντια πλαστικά.

Ήξερε για τις νυχτερινές μου έρευνες .

Κάθε πρωί επέστρεφα με λιωμένα τα παπούτσια.

Όμως πουθενά δεν έβρισκα

γυναίκα πιο κουτή από μένα.

Συναντούσα γυναίκες που προσπαθούσαν

ν’ ανεβάσουν το φεγγάρι   απ’ το πηγάδι με σχοινιά,

άλλες που για να φορέσουν το φουστάνι

πηδούσαν μέσα στην ντουλάπα,

και κάποιες που έκλαιγαν προκαταβολικά

για τη βαλσαμωμένη  τίγρη – χρόνο

που θα τις καταβρόχθιζε.

Καμιά όμως δεν ήταν τόσο κουτή

που να ζυμώνει χωρίς σταφίδες σταφιδόψωμα,

να διαβάζει τηλεγραφήματα   στα ψίχουλα ψωμιού

και να πιστεύει πως κάποτε μ’ αγάπησες.

Είναι κληρονομικό μας λέει η γιαγιά.

Καμιά στην οικογένεια δεν είχε υψηλό δείκτη ευφυίας.

Είχε κλεφτεί με κάποιον που δεν γνώριζε,

εγκαταλείποντας άνδρα  και παιδιά.

«Κάνω όμως τέλεια κουλουράκι»,  είπε

κι έβγαλε απ’ το φούρνο

ξεροψημένα μωρά από αλεύρι

που δάγκωσε με λαιμαργία.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

(…είναι απλώς μια συλλογή ποιημάτων που τελειώνει…)

Και τώρα;  τον ρώτησε.   Αυτός καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη  με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.   Φορούσε μαύρα γυαλιά… Είχαμε δώσει ραντεβού.  [Η σχέση εξαιρετικά βραχύβια.  Στα δεκαοχτώ ρώτησες πώς με λένε.  Σου απάντησε ειλικρινά  «δεν ξέρω»,  αφού ποιος στ’ αλήθεια γνωρίζει ποτέ τ’ όνομά του]   Βρεθήκαμε Καμάρα.  Εκείνη την ημέρα ο Λευκός Πύργος έμοιαζε καμηλοπάρδαλη,  καπνοί έζωναν την πόλη,  κάπου μακριά μύριζε πυρκαγιά,  στα εβραϊκά νεκροταφεία έκλεβαν τις πλάκες,  φορούσες ένα κίτρινο αστέρι  κι  εγώ μια στολή παλιού ιππότη.  Η χιλιετηρίδα είχε ήδη λήξει.   Η Αριστοτέλους άχνιζε περιστέρια.   Τα κάστρα συνοφρυώνονταν δασιά.   Μια ταβέρνα στην Άνω Πόλη παρέμεινε ακόμη ανοιχτή για μας.   Είναι το τέλος του κόσμου,  είπες.   Στο γυρισμό με φίλησες στο στόμα.   Στο ραντεβού που δώσαμε Καμάρα,  εσύ ποτέ δεν ήρθες  κι  εγώ ποτέ δεν έφτασα ολόκληρη…  (ΕΠΙΛΟΓΟΣ,  ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ, δυο ποιήματα από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, ΠΟΛΙΣ 2018)

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΘΑΒΕΙ ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΩΜΑ

  (…που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν. Το λέει ενοχή…) Ι. Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν τα ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ