(… ό,τι αγνοώ είναι πηγή όπου λούζεται ένα μικρό αγόρι που με ψάχνει…)
Με τα πολύχρωμα βεγγαλικά τσαπράζια
του∙
με τα φωσφορικά ακανόνιστα φτερά του∙
που την ηλιόλουστή μας όραση
διασκεδάζει.
(Σαν αρλεκίνος σε οθόνη ατμόσφαιρας
που του λασκάρανε αιφνίδια οι
σπάγκοι)
Σαν χάχανο με τα τρελά λοφία του
σε φανταστική ανεμοζάλη.
Πέφτει και πέφτει σαν παρδαλό πολύφωτο∙
σαν κόκκινο φύλλο – φτερό τεφτέρι,
που τρεμοσβήνει άτσαλα ως κάθεται στη
χλόη.
Χαλώντας την τάξη, μας μαγεύει∙
του ονείρου διαβατάρικο, του ανέμου καντηλέρι:
ο ξεχασμένος τσαλαπετεινός.
Πίνει με απροσδόκητες βουτιές
της ερημιά τους τις εκτάσεις, ξεροσφύρι.
Σαν μεθυσμένο ξωτικό στο πένθος της
αυγούλας.
(Μην είναι ο πρίγκιψ – σαρκασμός;
Μην είναι ο Χατζατζάρης; )
Και τώρα ακόμη,
παιδάκι καθισμένο σε αμμουδιές
Μυρτώες,
κοιτάζω των κυμάτων το αναρίθμητο
γέλιο∙
ανάλλαχτο∙
δεν μ’ αφήνει να μεγαλώσω…
Θαλασσινή, μη μεγαλώσεις. Είναι πένθος.
[απόσπασμα
από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη
ΤΟ
ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008
Κι
άλλες επιλογές απ’ αυτή τη συλλογή
μ’
αντιγραφή και επικόλληση από την ανθολογία
ΕΚΛΟΓΗ
από το ΕΡΓΟ του Ποιητή, εκδόσεις Καλέντης 2014]
ΤΟ ΣΟΦΑΚΙ
(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008)
Ήταν ακόμη προνήπιο.
Πώς βιάζονταν να μεγαλώσουν.
Βλέποντας τ’ άλλα παιδιά δημοτικό γυμνάσιο, ατίθασους εφήβους, Όλο βιάζονταν
και μόνο η Σοφία αργοπορημένη πάντα.
Έγραφε μέρες ολόκληρες την έκθεση των ιδεών και
γέλαγαν. Όλοι μεγάλωναν γύρω
της και
βιάζονταν να μεγαλώσουν. Κι
εκείνη ανέκαθεν μια τόση δα σταλίτσα, πρωταθλήτρια βραδυπορίας, λίγο έξω από
τις εποχές. Έσερνε τη χλόη των αγρών στο σπίτι της για τάπητα. Κι
αλληλέγγυο και απορροφητικό το σώμα της. Παρέμενε μικρή, τη φώναζαν Σοφάκι και
άλλα υποκοριστικά. Όλο μεγάλωνε,
τέτοιο καμάρι, επικερδείς και καρποφόρες
ασχολίες σαν κοινωνικά παράσημα.
βουτηγμένοι σε κλειστά στείρα
κλαμπ αποκλεισμών. Φευγάτοι μακριά,
κοιτάζοντας με έκφυλο οίκτο το ελλιποβαρές Σοφάκι. Όλοι τους βιαστικοί για το άγριο θυμωμένο μέτωπο που τους τραβά με τους μαγνήτες του. Γέμιζαν
λίγο – λίγο τρίχες, μάγουλα κι εφηβεία, πώς καμάρωναν. Να φύγουν απ’ αυτή την κωμική νηπιοσύνη. Ποζάτοι κι επηρμένοι στα διασωληνωμένα σπίτια
τους. Και το Σοφάκι ξεχασμένο πίσω,
αμέριμνο κι αθώο σαν άκοπο απ’ τα δένδρα
και τον ουρανό. Πέντε, καν έξι ενιαυτών η παρουσία και μετά ο χρόνος άφαντος. Αν και μακρύφυλλη ωραία κοπέλα, στο θρανίο αιώνια πρώτη δημοτικού, με
συνειρμούς αχτένιστους. Με τις μακριές
μενεξεδένιες της πλεξίδες. Το μπλε
πνευστό φορεματάκι αυτολεξεί σχεδιασμένο στο ιθαγενές υφαντουργείο της
θάλασσας. Και κάποτε οι άλλοι
γύριζαν από τις πόλεις τους τυφλοί μες
στην τυφλή μάζα που πλατάγιζε στους
θρομβωμένους δρόμους. Πείραζαν το Σοφάκι και
γελούσαν: τόση βλακεία και
αφέλεια. Αλλά χωρίς χολή σαν περιστέρι μες τις φυλλωσιές. Το βλέμμα, όλο
ευγένεια, συνομιλούσε με το καθετί που κοίταζε∙
με ορυκτούς ιριδισμούς. Ό,τι ανόθευτο
κι ωραίο σ’ αυτό το αμέριμνο παιδί έχει τις ρίζες∙ μα οι φριχτοί καρποί τους σ’ άλλους κόσμους. Μια κάποια
τρυφερή συμπόνοια τους χτυπούσε∙
κάτι άστραφτε σε μακρινά νερά. Γιατί όσο μεγαλώνοντας, σκυθρώπιαζαν. Μια θλίψη και κρυφή νοσταλγία επιστροφής. Όλο
κάτι μέρες παραπάνω έμεναν με πληρωμένες γνωματεύσεις. Σχεδίαζαν το άλλο καλοκαίρι κάτι σαν
εθελούσια έξοδο. Αναπολούν τις πρώτες τους
πατημασιές, την πρώτη φωταψία στη σπηλιά, βάφοντας τριανταφυλλένια τα τοιχώματα.
Όλοι τους τώρα εδώ να επιστρέψουν σ’ αυτή την τρυφερή χαμένη αυτοκρατορία.
Το Σοφάκι τους έγινε έμμονη ιδέα. Σαν παμπάλαιο σκηνικό που αίφνης βρήκαν
ξεχασμένο σε βουνά ή σε όνειρα.
Τι πελώριο στα μάτια τους αυτό το πίκολο. Σαν πυκνωμένη άχνη αισθημάτων. Ένα καθαρό συννεφάκι ανέπαφο από την οξείδωση
και τη σκουριά των ημερών. Και οι χρόνοι
μέσα της ευλύγιστοι όπως στα όνειρα. Και
τι κρυφό μυστήριο να χωράει σ’ εκείνη την ελάχιστη παιδούλα όλη η αυγή και οι
ξυπνημένοι λόφοι γέρνοντας από πάντοτε στα πόδια της. Το σώμα της τέτοια διαύγεια,
ίδια ο βυθός του πόντου σαν κοιτάς με το γυαλί – δηλητήριο, ψεύδος, υποχθόνια
μηχανή της σκέψης, τίποτα. Όλοι προς εκείνο το σπιτάκι – δίκταμος, δυόσμος,
μαντζουράνα, η φούξια βασιλεύουσα
και το Σοφάκι ανάμεσα. Σαν λες
από κάποιο ακατανόητο θαύμα και κίναγε όλο αυτό το τσούρμο για να λάβει δόξα το
ασήμαντο. Αλλά μεγαλόσωμοι και
τερατώδεις δεν χωρούσαν∙ και όλο έσκυβαν
από τον ασπρισμένο φράχτη, νεύοντας να στρέψει και σ’ αυτούς το πρόσωπο για να
φωτίσει όλα όσα είχαν κατά μήκος του χρόνου αποχωριστεί∙ μια στάλα ανυπόκριτου χαμόγελου, να μην τους έβρει
σε μικρότητα ο θάνατος.
Από μια βλάβη
του χρόνου στο ψυχοσυναισθηματικό της χαρτοφυλάκιο. Ένα είδος επιστημονικού μπλακ άουτ, καθώς στο
ερευνητικό πεδίο το Σοφάκι άνοιγε μιαν άλλη, ως τώρα αδιανόητη και αταυτοποίητη
λειτουργία οργανισμού: μια πλήρη
αναστολή ενηλικίωσης. Παρά την οξύνοια
και το ενορατικό της βάθος. Σαν ένα
μεγαλοφυές και συνάμα αφελές κοράσιο.
Βαθυστόχαστο μ’ εκείνη την αγγελική ελαφρομυαλιά. Δηλαδή μια εντελώς άλλου είδους ύπαρξη, που δεν παγίδεψε ποτέ τις φυσικές προτεραιότητες, ζώντας μονάχα τη
θεία ευχαριστία των στιγμών∙ το σιωπηλό της
φύσης ψίθυρο στις εφήμερες και αιώνιες φυλλωσιές.
ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΥΣ
(…στη στεγνή γνώση που αποξενώνει…)
Τους παλιούς τρόπους της φιλίας. Χάνοντας το όνειρο του σώματος, έχασα την
ομορφιά. Και την άνοιξη.
Στην απληστία το χρυσάφι «του να
μην έχουμε τίποτα». Εκεί που άλλο δρόμο
γυρίζουν πάλι όλα με το μέρος μας. Ό,τι
ήταν όνειρο πριν γίνει σκόνη… Ω Μάνα,
δεν μπορώ πια να σ’ ακούσω∙ γιατί η φωνή
σου μες στα τερματικά δύο κόσμων φτάνει
ως εδώ παραλλαγμένη. Πεθαίνοντας μέσα
μου πάλι και πάλι.
Παίρνοντας κάθε φορά κι ένα κομμάτι απ’ αυτό που ονόμαζα «ζωή», «μυστική μου περιουσία». Κάθε φορά που εμπόδιζα το χέρι σου στην ασπρισμένη κάμαρα να με ξυπνήσει. Κάθε φορά που φεύγω κι αφήνω έναν Άλλον στο
πόδι μου για να πενθήσει. Μ’ ένα κάλπικο
θρήνο, ταξιδεύοντας αστόχαστα σε τροπικούς
και σε πόλους. Ψάχνοντας τάχα, μην ψάχνοντας απολύτως
τίποτα. Από τότε που είδα πως ήταν
στέφανος θανάτου του παιχνιδιού μας το τσέρκι.
Τα παιδιά, τα παιδιά!.. Δεν ακούνε πια των αγρών την ορχήστρα. Δεν ακούνε τη φωνή της φλογέρας στα φτωχά
καλάμια που μάσα μας κάποτε σκύβουνε και κλαίνε. Φύγανε τα παιδιά…
Ξεράθηκαν τα λόγια.
Οι πέτρες φράξανε την κοίτη της φωνής .
Δεν σκάβω πια. Δεν έχω χώμα. Το
σώμα μου κούφιο μαυσωλείο ζωντανών να φυτέψω ένα σπόρο. Το αλέτρι σάπιο. Το κόσκινο και το θρινάκι. Τα γελάδια του ήλιου, σφαγμένα από νήπιους,
ανόητους συντρόφους, κείτονται καταγής μέσα στο αίμα. Κι η τρελή να πετά πέτρες στα στείρα σύννεφα για να βρέξει στους
άνυδρους τόπους μας.
Φύγανε τα παιδιά!..
ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΩΣ ΘΑ ’ΤΑΝ Η ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
(…μπορεί πιο άδεια…)
Βαδίζουν στο προαύλιο του ορφανοτροφείου. Κάθονται σε πάγκους για το πρωινό. Τρώνε ψωμί.
Αλλά δεν είδανε ποτέ να κυματίζουνε τα στάχυα. Σαν την αφή που δεν
ανακαλεί κανένα χάδι. Σαν τη μορφή της μέριμνας που στέκει στο χολάκι κούφιο
έπιπλο. Μέσα στον αφομοιωμένο τρόμο τους
θυμούνται τον πάταγο μιας πόρτα καθώς κλείνει.
Την κραυγή – κύμα που αφρίζει στα σίδερα του κρεβατιού. Κομμένα χέρια του εφιάλτη τα γυρόφερναν στις αλυκές. Ύστερα η σιωπή -πρώιμο πένθος που δεν ξέρει
να πενθήσει. (Κοτσύφι που το ντύσανε από
νωρίς στα μαύρα). Κάθονται πίνουνε το
γάλα∙ από νωρίς εξόριστα του στήθους. Μιλούν∙
μάθανε να φτύνουν τις ακαθαρσίες μέσα από τις λέξεις. Μια ησυχία∙
σαν αθόρυβα φτερά νεκρού θιάσου.
Οι πόρτες ένα είδος μακρινής φωνής των επισκεπτηρίων∙ τα πέτρινα παράθυρα της ακοής. Είναι μια πείνα πιο κάτω απ’ το ψωμί.
Βαδίζουν στην αυλή κάτω απ’ τα δένδρα του χειμώνα. Και πιο πέρα, πίσω, κατά μήκος του
φράχτη. Σε θλιβερή αόρατη πομπή
πηγαίνουν τα φαντάσματα εκείνων που τα εγκατέλειψαν. Προχωρούν και σκούζουν στον καμένα αέρα. Δεν βρίσκει να πλεχθεί ο ζόφος τους ένα
κλαδάκι. Και μια νύχτα. Μια άγρια νύχτα τα παιδιά εκείνα παραμόνεψαν τους
εφιάλτες τους. Με βλέφαρα κλειστά τους παραφύλαξαν. Κι όταν παρουσιάστηκαν, φύγετε, φύγετε, δεν σας γνωρίζουμε, καταραμένα ζόμπι.
. Φευγάτοι, πάτε με τους πεθαμένους.
Φύγετε, φύγετε∙ νεκροί με τους νεκρούς. Δεν ήξεραν εκείνα πως τους έχουν μέσα τους θαμμένους. Όπου κι αν παν, με σκοτεινούς μαγνήτες τους τραβάνε. Κάθε στιγμή ξυπνούν στο αίμα τους και τους τρομάζουν. Όταν τα αερικά αργοπορούν, ανησυχούν, τα
προσκαλούνε. Δεν ξέρουνε πώς θα ’ταν η
ζωή χωρίς φαντάσματα. Μπορεί πιο άδεια.
Και τα φαντάσματα, έξω απ’ αυτά τα ορφανά, άλλη δεν
έχουνε πατρίδα.
(αποσπάσματα
από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικακη ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008)
Ένα
παιδί πάντοτε μέσα σου θα κλαίει
Και
να ’σαι πάντα μίλια μακριά.
Να
μην μπορείς να το παρηγορήσεις
ΦΩΝΑΞΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΟΡΑΤΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ
ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ
(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008)
Εδώ. Τώρα. Γονάτισε μες στα χαλάσματα. Με καπνισμένες πέτρες χτίσε το τελευταίο
μνημείο της συγχώρεσης και της συμπόνιας. Για τα θύματα
και για τους θύτες.
Α, πρόσωπο αλλόκοτο∙ μ’ εκείνη την κρυφή απέχθεια στο πρόσωπό σου για τη χαμένη αθωότητα: τη μόνη μας περιουσία. Αλλόκοτο πλάσμα αυτοκαταστροφής, έχοντας διαφθείρει την ουσία που σου εμπιστεύτηκαν. Συναντημένοι κάποτε σ’ ένα εγκαταλελειμμένο πεδίο στη μεθόριο, όπου ο αέρας στροβιλίζει έναν κουρελιασμένο στρατιωτικό χάρτη για νικητές και νικημένους.
Τότε με τα νερένια μέλη μου ανοίγω χώρο προς το άγνωστο
εκείνο μέρος του προσώπου που μας υπερβαίνει και μας ονειρεύεται.
Μέσα από κείνη
τη ρωγμή φανερώνω την οχτάχρονη.
Για μια στιγμή σηκώνω την οχτάχρονη στην ορατότητα.
Έμενε άφωνη.
Σαν αστραπή πέρασαν μπρος όλα τα στάδια.
Μόνο η στριγκιά φωνή ενός έρημου γλάρου με τα φτερά
του μπερδεμένα καραβόπανα στη θύελλα.
Μια γηραιά κυρία ενώ πλησιάζει προς εμένα απομακρύνεται.
Κι αρχίζει τους ακατανόητους θρήνους στους αιώνες.
14
Της φρίκης γόνιμα φτερά, είστε παιδιά μου.
Φως απ’ το σώμα
μου άστραψε η κάθε μας φυγή
αυτό που με θανάτωνε μετρά το ανάστημά μου
και μ’ ένα βέλος μου ’δειχνε τη θέση μου στη γη.
Τα παιδιά έχουν βγάλει κιόλας το μάνταλο. Τ’ ακούω
με τις άγουρες φωνές τους την παλιά σκάλα ν’ ανεβαίνουν. Και με έκπληξη ψιθυριστή να λένε: Σε μια μικρή λησμονημένη κάμαρα πώς να χωρέσει
τόσο πλήθος.
Με το μικρό κορμί τους αφηγούνται τα έργα μας∙ μέσα στον άνεμο που φωσφορίζει.
Προς τα εκεί κοίταξα.
Το αναρίθμητο γέλιο των κυμάτων του πόντου ήταν τώρα ένα με των παιδιών
το γέλιο.
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝ ΑΚΟΥΝΕ ΠΙΑ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ ΤΗΝ
ΟΡΧΗΣΤΡΑ
(… δεν ακούνε τη φωνή της φλογέρας στα φτωχά καλάμια
που μέσα τους κάποτε σκύβουνε και κλαίνε…)
Φύγανε τα παιδιά.
Κι όμως. Όποιος μ’ ακούει τ’ ακούει.
Έρχονται από εκεί που πηγαίνω.
Πάνε τρυπώντας τον ορίζοντα, πώς
να τα φτάσω. Κάθε φεγγίτης είναι των
φτερών τους άνοιγμα. Οι λέξεις που
φυτρώνουν στο στήθος μου είναι δικές τους. Με την πνοή τους κυματίζει το αυριανό μας σπαρμένο. Όποιος μ’ ακούει, τ’ ακούει. Στο βήμα μου μπερδεύονται τα βήματά τους. Στο κάθε μονοπάτι μητρική συνομιλία η σάρκα τους με τη μυρτιά. Σ’ όποια αλάνα κι αν περάσεις θα περπατήσεις πάνω τους. Έρχονται κρυμμένα στο μελτέμι. Φύκια αλμυρά μυρίζουν τα φτερά τους. Μιλάω με το στόμα τους που έφυγε χωρίς να φύγει. (Είναι δικό σου μόνο το χαμένο. Ό,τι χάθηκε χτίζει μια φωλιά μόνον σ’ εκείνον που εμπιστεύτηκε το μέσα ρήγμα) Και μια νύχτα σιωπηλή κάτω από τ’ άστρα σκαλίζοντας αμέριμνα την άμμο άγγιξα το βιολετί μου αγένειο σώμα με δάχτυλα μικρών παιδιών που με γυρεύαν στο πέλαγο μπροστά∙ στον πυκνωμένο
χρόνο. Κοίταξα γύρω. Είχα ξεκλειδώσει την έρημο!.. (ΕΠΙΛΟΓΕΣ
από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΛΗΘΟΣ 2008 – συγκεντρωτική
έκδοση: ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ ΕΚΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, Καλέντης 2014)
Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου