Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΧΥΔΑΙΟ ΠΛΗΘΟΣ ΤΩΝ ΤΥΨΕΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΤΑΙΓΕ…

 (…που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε στην άκρη της γιορτής ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει…)


Και δε μιλώ γι’ αυτό που    η παιδική απελπισία επινοεί
όταν σαν από γλύκισμα κλεμμένο
τρίμματα ερήμου προσπαθείς
κάτω από τη γλώσσα σου να κρύψεις. 
 
Τις αμαξοστοιχίες με τα σβηστά βαγόνια 
πολύ μετά θα ανακάλυπτα.
 
Μιλώ για όσα προηγήθηκαν   στους κάτασπρους διαδρόμους
που βγάζουνε σ’ ανηφοριές   με οιδήματα λουλούδια
φαινόλης  και  ιωδίου ευωδιές 
και δάση   με φορητούς μεταλλικούς κορμούς
-τσαμπιά του αλουμινόχαρτου –
να στάζουν τα φαρμάκια τους    στο αφελές σου αίμα
να μάθει αυτό  που ήθελε οικειότητες 
και άλλα τραταρίσματα
μ’ αυτόν τον ψεύτη θεατρώνη
που πάνω που τα λόγια σου   φαρσί τ’ αποστηθίζεις
έρχεται και  - κακήν κακώς –
έξω σε βγάζει από το έργο!..
(ΧΗΜΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ στη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτης 2008)

 


ΣΧΟΛΙΟ:

Μπρος πίσω πηγαίνοντας στις σελίδες της συλλογής

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ    θέλεις σε κάθε στίχο και ποίημα

τον εαυτό σου  να χώσεις κάπου  μήπως και βιώσεις,

ως τρίτος βέβαια,  το απόσταγμα της εμπειρίας

της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου

που έρχεται από τη σύνθλιψη της σκέψης και της πραγματικότητας   

Να νιώσεις και κάτι το δικό σου από τον άλλο 

που καθώς βρίσκεται σε μια διέγερση αισθημάτων, 

κατέληξε σε μια έντεχνη έκφραση τους  που η στιλπνότητα του λόγου

ακόμα και στην υπαινικτική της ακρότητα  σε υποχρεώνει

να σταθείς πάνω στο πρόσωπο της ποιήτριας,

να δεις τις διακυμάνσεις της γραφής της, 

σαν να ‘ναι οι συσπάσεις της ψυχής της. 

Γίνεσαι ο καθρέφτης όπου μέσα του 

το είδωλο του δημιουργού και το είδωλο του αναγνώστη συμφύρονται...

 

Ανέκαθεν Η ΦΥΣΗ  μού ήταν απεχθής

Για την ακρίβεια

η διαρκής υπόμνηση μιας αναιδούς  αυτάρκειας

μιας άνευ λόγου υπομονής

μιας εσωστρέφειας

κάτι σαν   

γιατί ν’ αναρωτιόμαστε

-πανομοιότυπες σιωπές    καταβροχθίζουν το ξημέρωμα

κι άλλωστε άνετα συνυπάρχουνε

λερωμένα ρούχα,  χώματα

κι η στατική εναλλαγή  πολύχρωμων λεκέδων

ενώ  -  όπως γνωρίζουμε  -  η ζωή

υπήρξε επινόηση  ευφάνταστου αφηγητή

που πέθαινε τους ήρωες

μόλις ανακαλύπτανε

πως ούτε αυτό υπάρχει.

 

Στο μεταξύ η πράσινη πόρτα

δεν οδηγεί στο μάθημα της Ωδικής

αλλά σ’ ένα τραπέζι χειρουργείου

όπου βαθύτερα απ’ το απρόβλεπτο

η νοσταλγία τεμαχίζει  

[κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΞΥΛΙΝΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

Όλα θαρρείς    τ’ απορροφάει ο κραδασμός

 

-μια στιγμιαία εξαίσια οικουμένη

που ιερουργεί το θάνατο

μια πνιγερή αντιφεγγιά

που εισέρχεται στο χόρτο

με δακρυγόνα  κι  ουρλιαχτά –

 

ώσπου η συγκομιδή του ουρανού

αδιάκοπά πληθαίνει

και έντομα γεμίζουν τα κρεβάτια μας.

 

Ίσως γι’ αυτό να επείγει

να σκάψουμε τις σήραγγες.

Τα νυχτικά του πάνω κόσμου

φρεσκοσιδερωμένα

σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε

να συνηθίζουν τα σατέν

σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν

να μάθουνε  και  τα βαμβακερά

πώς είναι να πλαγιάζεις με αγνώστους

-γαμπριάτικα κοστούμια ντεμοντέ

και καθημερινά φορέματα για τσάι

την ύπτια αποσύνθεση 

ασάλευτα να περιμένουν.

 

Λίγη λεβάντα

πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη

αθώος μοβ υπαινιγμός

για να ευωδιάζει κήπος  στην κλεισούρα.

 

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ

(…ήτανε ολοφάνερο

ένας φόβος παράφορος  όριζε τις υποχωρήσεις μου…)

μια αποστροφή

για το αιχμηρό βλέμμα  τρυπάνι

που διαπερνά τα έπιπλα

για να επιστρέψει το σαράκι τους

κι άλλοτε θολωμένο εισχωρεί

σε ανατολίτικα χαλιά

σμήνη βηματισμών να ελευθερώσει.

 

Αργά  ή  γρήγορα θα εξατμιστούνε ,  έλεγα

τα σκοτωμένα χρώματα.

Δε θα μπερδεύονται στα πόδια μου

όλα τα ψίχουλα φιλιά

κι οι στάχτες του τσιγάρου

που στεφανώνουν διαψεύσεις.

 

Τέτοια αισιοδοξία!..

Μόνο που τα νερά απότομα  τραβήχτηκαν

και σε ασφαλές  τετράγωνο εντοιχίστηκα.

-Σταυρόλεξο  για λύτες δυνατους   μου είπανε

κι αν μάλιστα σταθείτε τυχερή

μπορεί  για κάμποσο καιρό

και ν’ αποφύγετε το μαύρο το κουτάκι

 

ΚΑΠΟΤΕ  ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ

Τους αγαπούσα

γιατί έλεγα πως δεν θα με πονέσουν.

Θα είχαν ήδη εξαντληθεί

κι οι λόγοι για εκδίκηση

τώρα που το σάπιο ευωδίαζε γύρω τους

κι από το άπληστο κορμί τους

βλάσταιναν οι πληγές

-ντροπές σημαδεμένες με κόκκινα γαρύφαλλά

κακοραμμένα επάνω τους –

απόδειξη πως κάποτε  κι αυτοί παραδοθήκαν

ας ήταν  και  με  ύπνωση.

 

Τώρα

στον καθρέφτη που βάφεται   η πεθαμένη μάνα μας

πυκνή σιωπή χιονίζει

αυτοί πετάνε τα βιβλία και τρέχουν

να φωνογραφηθούν

με της παλιάς τους γειτονιάς τη συμμορία.

 

Όμως για τη συγκόλληση του χρόνου

καμιά εκεχειρία

με την ασάλευτη επανάληψη

δε φαίνεται επαρκής

ούτε η ελάχιστη προσπάθεια

να παγιδεύσεις το σφυγμό.

 

Το απόγευμα του βλέμματος

μονάχα όταν ανάβει η νύχτα μέσα του

μπορείς να  το υποθέσεις.

 

Στο μεταξύ

ο σκορπιός κατηφορίζει τους κροτάφους τους

το σκήπτρο του κατακτητή

γίνεται μαύρο ρόδο

κι από τα γερασμένα χέρια τους

κάνοντας κρότο ηχηρό

γλίστρα στο χάρτινο κενό τους

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης  2008)

 

ΟΙ ΕΤΟΙΜΟΙ

(από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, 2008)

Ανελλιπώς αποβραδίς

ακούμε  το δελτίο καιρού

μήπως και δεν ξυπνήσουν στο κορμί

-τουλάχιστον ομπρέλες να φαντάζονται

στην τελευταία βόλτα τους με τους αγαπημέ νους.

Ή έστω    λίγη παραφορά ζωής

σαν χειμωνιάτικη λιακάδα

να ακινητεί επάνω τους

διδάσκοντας στη μέρα

του σκότους το αδιαπέραστο.

 

Και μόνη τους παρηγοριά το δένδρο

αυτό που παίρνουν οι νεκροί  και  ταξιδεύουν

και πια γίνεται σώμα τους

μέχρι να προσβληθεί κι αυτό

απ’ τη βαριά ασθένεια της νοσταλγίας

-πως θα ’ρθουν, λέει,  τ’ αληθινά πουλιά

με τον ασφράγιστο ύπνο

τ’ αγρίμια

με το άγιο φωτοστέφανο του τρόμου

που βεβαιώνει τη ζωή.

 

Κι αφού στο τέλος ενημερωθούν

για τις αρθριτικές μεταβολές

και τις συνέπειες γενικώς της υγρασίας

έπειτα μένουν ξάγρυπνοι

κι αδιάκοπα μονολογούν

-μια κι όσα λόγια ραθυμούν

σε κλειδωμένα στόματα

την αφασία του θανάτου διαιωνίζουν

 

ΜΑΙΡΥΛΙΝ…ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ

Αυτές οι σκάλες δεν έχουν κουπαστή

έτσι που το απρόσεκτο  να γίνει ανεπανόρθωτο

σαν δισταγμός  που 

- ανίσχυρος να αντισταθεί στα έγχορδα που ακούγονται στη σκάλα –

ανάβει εν τέλει πόθο μοχθηρό

 

γιατί δεν επισκέπτεται συχνά το πανδοχείο μας

ούτε κι αυτός ο υπαινιγμός μιας θύμησης

κάποιας αλληγορίας  ενός ιλίγγου νικημένου

από ένα φιαλίδιο φτηνό

που βιαστικές ανάσες εξαντλούνε.

 

Γι’ αυτό κι εγώ φοράω τα μποτάκια μου   και

-βαλ’  το στα πόδια κούκλα μου    φωνάζουν

την ξέρεις τη δουλειά σου εσύ

«happy birthday  Mr. President»

κι άσε για άλλους τις υποκλίσεις στο κενό.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΠΑΓΙΔΕΣ

Άκουσέ με:

…την ώρα που στα πεζοδρόμια  θα λαμπαδιάζουν οι σκιές

κι οι αρετές μες στα κουφάρια τους   θα απειλούν τα όνειρα

στην ενδοχώρα του θανάτου θα εισβάλω

ν’ αχρηστευτούν εξάπαντος  

οι ανθρωποπαγίδες

 

στην ανθισμένη ασχήμια τους

χάδια από το σκόρο φαγωμένα

και μισθωμένοι θρηνωδοί του εφήμερου

που μάλλον    δεν αγαπήθηκαν ποτέ

 

κι όταν το άρρωστο παιδί

κάψει όλα τα σπίρτα του

το μουσείο των αζήτητων αποσκευών

θα πυρπολήσω

έγγραφα επαπειλούμενων αναχωρήσεων

και πράξεις θανάτου ανυπόγραφης

κι έπειτα   ας παραχώσει κάποιος

αυτόν τον άγνωστο νεκρό

που ξενυχτά στο  στέρνο μου

θέλω να κοιμηθώ  και μ’ εμποδίζει.

[από τη συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου  ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008)

 

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΓΥΑΛΙΑ ΚΑΡΦΩΜΕΝΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ

(…τρυπάνε τη ραχιτική ζωή μου…)

Γωνίτσες αιχμηρές οι παγοκρύσταλλοι  κι  αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν   γίνονται ηλιοβασίλεμα   πηδούν φωτιές του Άι – Γιαννιού  και  παίζουν την τυφλόμυγα   με ένα ξύλινο πόδι.    Εκείνος βέβαια προτίμησε τη στάχτη.   Χόρεψε στα υπόγεια   ένα ταγκό με πάθος    κι έδωσε μία  και  έλειωσε  με το αναπηρικό καρότσι  τη μορφή του.  Μια μάσκα ράβει έκτοτε   με αποκόμματα από εφημερίδες   φωτογραφίες μεταπολεμικές    και τα τραγούδια του Άριελ.   Όσο για μένα   τις νύχτες λαμπυρίζω  και  καμπουριάζω το πρωί.   Φυτρώνουν  τότε επάνω μου τάφοι χορταριασμένοι   μικροί ναοί  που δε μυρίζουνε λιβάνι   μα ανάβουν τα καντήλια τους   για το  θεό του φόβου   που εφημερεύει  κι αγρυπνά  και τους δικούς μου επί πίνακι γυρεύει!.. [ΣΑΛΩΜΗ  από τη συλλογή της  Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 2008]

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΟ ΧΥΔΑΙΟ ΠΛΗΘΟΣ ΤΩΝ ΤΥΨΕΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΤΑΙΓΕ…

  (…που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε στην άκρη της γιορτής ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει…) Και δε μιλώ γι’ αυτό που     η παιδική απελπισία επι...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ