(… τα μάτια σου αιωρούνται εντός μου…)
Συνηθισμένο τοπίο.
Λίγη θάλασσα, μια μικρή κίτρινη πόλη να την ακουμπά
κι ένα γονατισμένο βουνό
να κρατά με δυσκολία τον ουρανό μην
πέσει πάνω μας!..
Ήλιοι μας ακινητοποιούν
πάνω στα συρματοπλέγματα.
Τα σπίτια βυθίζονται αργά – αργά
μέσα στη θάλασσα…
Βρέχει…
Δένδρα, στρατιώτες, λάσπες, εμβατήρια
στήνουν ένα μνημείο για τη Σελήνη που ξεχάστηκε
μπρος σε δυο κλειστά μάτια.
-Μια αρβύλα συνθλίβει τη σύνθεση –
Πόσο αλλοιώθηκαν τα χαρακτηριστικά μας.
Οι ίσκιοι μας καρφωμένοι
μ’ ένα μοβ λουλούδι
στον τοίχο του Φλεβάρη.
Πόσο αλλάξαμε!..
Βρέχει…
Ανυπόταχτος θα σε περιμένω σ’ αυτή την πόλη.
Θα σου βγάλω το φόρεμα, και πίσω από
τους ώμους σου θα βλέπω έναν κήπο από καμπάνες
να ευωδιάζουν ανάσταση!..
Οι δρόμοι γεμάτοι πέτρες και οδοφράγματα
από νεανικά όνειρα.
Μας λιθοβολούν. Μας λιθοβολούν χωρίς
ντροπή.
Μάτι – μάτι έφτασε το μαντάτο ως εδώ.
«Στην Εγνατία στήσανε τους φίλους
στον τοίχο με τα χέρια ψηλά»!..
Τα φώτα χαμηλά. Για να μη
φαίνεται η καρδιά.
Να μην ακούγεται το τραγούδι.
Τελευταία επιθυμία του Κώστα:
«Σαν πεθάνω, άσε το μπαλκόνι ανοιχτό»
Και το άταφο κορμί του Λόρκα
πνίγηκε μες στους πανσέδες και στο
βασιλικό.
Στο δωμάτιο μου σήκωσα τα χέρια
και, ακουμπισμένος στην πόρτα, περίμενα!..
[ΠΕΔΙΟ ΑΣΚΗΣΕΩΝ, ΒΡΕΧΕΙ και ΑΝΥΠΟΤΑΧΤΟΣ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ,
τρία ποιήματα από την ανθολόγηση Γιάννη
Κοντού
με 20 χαρακτικά του Γιάννη Ψυχοπαίδη
που με τίτλο ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ
κυκλοφόρησε
από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ το Νοέμβρη
του 1999 ]
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟ
ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ
(κι άλλες επιλογές από την ανθολόγηση ποιημάτων Γιάννη Κοντού
ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999 )
Τα ρεμπέτικα πέφτουν στ’ αυτιά μου
κι από τα μάτια
η νοσταλγία τρέχει για τη Σμύρνη.
Πώς περνάς, φτωχέ Ρογκότη, μ’ ένα ζευγάρι
παλιά παπούτσια στο χέρι.
Ξυπόλυτος∙
περπατώντας ώρα δώδεκα και είκοσι
στου Γιουσουρούμ.
Οι καμπάνες χτυπάνε, χτυπάνε – στο παλιό
γραμμόφωνο –
και η Ακρόπολη μας πιέζει τους ώμους.
ΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟΝ ΑΝΗΚΕΙ ΕΙΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝ
-Εμείς δεν ανήκουμε πουθενά,
της είπα
Κι αυτή ζήτησε να έχει ένα ακροκέραμο!..
Στην οδό Πολυγνώτου γονατίσαμε,
με τον ήλιο να μας καίει το σβέρκο.
Ο ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΣΟΥ ΩΜΟΣ
Πίσω από τον αριστερό σου ώμο
είναι ένα φαράγγι γεμάτο πέτρες
και χαμόγελα από μετάξι
σκαλωμένα σ’ αγριοπούρναρα.
-Στον ώμο π’ ακουμπάει
το κομμένο μου κεφάλι –
Μικραίνεις.
Μικραίνεις τόσο
που γίνεσαι ένα λεκές στο πάτωμα.
Αρχίζουν οι μοναχικοί περίπατοι
στο δωμάτιο.
Πιάνω το κεφάλι μου και το
πετάω
σ’
ένα οποιονδήποτε δημόσιο χώρο,
σαν χειροβομβίδα.
Μετά, τίποτα!..
ΙΙΙ
Της χάιδεψα το χώρισμα του στήθους
-φούντωσε
βασιλικός και μύρισε ο αέρας –
Σιδερένιες τανάλιες οι πρωτεύουσες
μου χαμογελούν χωρίς δόντια.
Μη βάφεις τα νύχια σου.
Φοβάμαι!..
ΤΟ ΧΡΟΝΟΜΕΤΡΟ
Όπως γυρίζει η νύχτα μέσα μου
φέρνει πνιγμένους στην επιφάνεια.
-Το στήθος κλείνει για να κρατήσει
ό,τι προλάβει –
Έρχεται η μέρα
Αλλά τι μέρα – τυλιγμένη σαν μπαμπάκι
γύρω στα δένδρα, σε μια γη
κρεμασμένη από κλωστή που είναι
έτοιμη
να σπάσει
ΤΟ ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟ ήτα
Σπάσαν τα ελατήρια μου
και σέρνομαι
πάνω στον τεντωμένο
χρόνο.
Ή
αν προτιμάτε:
Φωτεινή επιγραφή είμαι, που της
κόψανε το ρεύμα ενώ σε διαφήμιζε
σαν το καλύτερο προϊον κατά της
κακοσμίας των ονείρων!..
Σπάσαν τα ελατήρια μου
όχι στην ανάκριση, αλλά από καθημερινά
ρήματα
ξεκοιλιασμενα που εξατμίζονται
μια σπιθαμή από τα δόντια…
Η ΣΚΑΛΑ
Όπως κατεβαίνεις σκάλα βαθιά
που τρίζει
και το σκοτάδι
είναι υγρό και
κολλάει πάνω σου.
Άξαφνα
παραπατάς.
Γκρεμίζεσαι.
Γύρω πορτοκάλια, ρολόγια κι
άλλα
είδη καθημερινής χρήσεως.
Ανάβουν φώτα
και φωνές
από διάφορες μνήμες.
Μακριά ακούγεται σειρήνα.
Βέβαια δεν έρχεται κανείς!..
[από την
ανθολόγηση ποιημάτων Γιάννη Κοντού
ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ
ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999]
Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
Η άλλη μέρα είναι ένας άλλος θάνατος
κομμένος
και ραμμένος στα μέτρα σου.
Ένας θάνατος ηλεκτρικός
χωρίς πριν και μετά.
Όπως εκεί που τελειώνει
ο
ώμος και δυο δάχτυλα κενό
σε χωρίζει από το κενό.
Με το φασματοσκόπιο βάζω
κάποια τάξη στην ομορφιά σου
που διαθλάται
και ρίχνει
τοίχους και ταβάνια.
Παγώνω με το λευκό παντού,
το φως να με σημαδεύει
και τη σιωπή να τρίβεται στον ουρανίσκο μου
βογκώντας…
ΝΑ ΤΡΙΨΩ ΤΑ
ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΓΥΑΛΟΧΑΡΤΟ
(… να πάρουν φωτιά, για να ησυχάσω με την
περιβόητη επικοινωνία μας και να μείνω
μόνος…)
Μόνος, παιδί μου, στον κόσμο,
χωρίς περιττά χρώματα. Μόνος με την
αναπνοή μου. Και να περνάν οι μέρες γκαμήλες
μαύρες και ν’ ακούω μόνο τις φλέβες
μου γαλάζια νήματα στο λαιμό!.. Οι ιδεολογίες στο ψυγείο μαζί με τα τυριά και τη
ρώσικη σαλάτα, μαζί με τα ποιήματα και
την ενεργειακή πολιτική και τις βλακείες για τη μόλυνση της
ατμόσφαιρας!.. Ε, όχι άλλο. Τέρμα τα αστεία. Τέρμα οι φωτοτυπίες των συναισθημάτων. Τέρμα
και το θέμα πατρίδα. Για τελευταία φορά. Θα μείνω μόνος, πηγαίνοντας τα δελφίνια μου στη βοσκή κάτω από την Ακρόπολη και όπως θα μηρυκάζουν το καμένο χόρτο, θα
κοιμηθώ ή θα πεθάνω χωρίς όνειρα!,, [ΦΩΤΟΤΥΠΙΑ από την ανθολόγηση ποιημάτων Γιάννη Κοντού ΠΡΟΚΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, Κέδρος 1999]
Κυριακή, 26 Απριλίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου