(…ακάλεστος, ύπουλος, απαράδεκτος,
αμέτοχος στη λύπη μας…)
Την
ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα
με
τους σκεπασμένους καθρέφτες
ήρθε
Εκείνος, ακάλεστος, ξένος - τί ζητούσε;
Εμείς
δε θέλαμε να δούμε, ν' ακούσουμε,
να
τον αναγνωρίσουμε.
Το
σκονισμένο του ρούχο ελεητικό –
δε
ζητούσαμε εμείς ευσπλαχνία -,
τα
λιωμένα παπούτσια του απαιτούσαν συμπάθεια
-
δεν είχαμε εμείς να δώσουμε τίποτα -,
ξένος,
ακάλεστος, αμέτοχος στη λύπη μας,
ήρθε
να λυπηθεί εμάς.
Πίσω
απ' τα σκονισμένα γένια του τρεμόφεγγαν
τ'
αστέρια του χαμόγελου με αυτή την αυταρέσκεια της επιείκειας,
με
τη συγκατάνευση της αρχαίας δοκιμασίας του,
σα
να ’λεγε:
«Κι
αυτό θα περάσει»,
όπως
οι κεντημένες μπάντες στου τοίχους των παλιών σπιτιών
σμίγοντας
μια νοικοκυρίστικη σοφία
με
πολλά παράταιρα μεταξωτά λουλούδια –
τριαντάφυλλα,
γαρύφαλλα, πανσέδες (όχι μενεξέδες),
κι
οι κορδέλες ολόγυρα οι κεντημένες κίτρινες
Τι
ήθελε;
Κι
αν έχουμε δε θέλουμε να δώσουμε τίποτα.
Ας
μας αφήσουν επιτέλους
στο
σεπτό, σεβάσμιο πένθος μας, στο θάνατό
μας,
στην
περηφάνια μας να μη δειλιάζουμε μπροστά
στις
σκιές των πραγμάτων∙ να μας αφήσουν
να εξαντλήσουμε τη στάση της γονυκλισίας μας,
ακούγοντας παρήγορο το ξυλοφάγο
στις
γωνίες της σιωπής!..
Να
φύγει, είπαμε, ξένος,
ακάλεστος, ύπουλος –
υποκρινόταν
το φτωχό για να πιστέψουμε στον πλούτο μας,
να
μη μας ταπεινώσει,
να
μας δωροδοκήσει με την ορφάνια του,
με
την αχάμνια του
(έδειχνε
κιόλας τα γυμνά πλευρά του, το φαρδύ του
στέρνο)
για
να αποσπάσει από μας ένα χαμόγελο πάλι,
μια
νέα μαρτυρία ζωής…
[ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958 απόσπασμα
από ποίημα
του Γιάννη Ρίτσου στη συλλογή
του ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
που πραγματεύεται τον ερχομό του θανάτου,
ο οποίος απεικονίζεται ως μια ήρεμη,
φυσική διαδικασία.
Ο Ποιητής αφαιρεί το φόβο από τον
ΞΕΝΟ (θάνατο),
παρουσιάζοντάς τον ως οικείο,
οδηγώντας στην αποδοχή, την
αυτογνωσία
και την αιώνια νεότητα.
Κι άλλα αποσπάσματα αντιγραφή και επικόλληση
από την επιλογή της Χρύσας Προκοπάκη:
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, εκδόσεις
Κέδρος 2000]
ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΦΩΤΙΖΟΝΤΑΝ Ο ΑΝΤΙΚΡΙΝΟΣ
ΤΟΙΧΟΣ ΚΑΤΑΣΠΡΟΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΟ ΗΛΙΟ…
(αποσπάσματα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958)
τραβούσε το βλέμμα, τραβούσε την ακοή∙
δεν ακούγαμε το ίδιο μας το κλάμα.
Εκείνα που χάσαμε και
χάνουμε, έλεγε,
εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε,
είναι δικά μας,
μπορούμε να τα δώσουμε - έτσι
έλεγε –
ακάλεστος,
ξένος, απαράδεκτος
κι ήταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε
νησιώτικα παράθυρα
γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα,
θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα
κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας –
θυμίζανε,
ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια, την αρμπαρόριζα,
την ώρα
που βραδιάζει και γυρίζουν τα ζώα
από τη βοσκή
κι ο χρόνος είναι μαλακός κι απέραντος,
διακεκομμένος μόνο απ’ τα κουδούνια των
προβάτων
-διάφορα μέταλλα, διάφοροι ήχοι, διάφορη απόσταση,
πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε
κατεύθυνση
μπροστά
ή πίσω, απ’ το’ να ή τ’ άλλο πλάι, πάνω ή κάτω.
Η στιγμή δεν ήταν πια ένα κλείσιμο
μα το κέντρο μιας έκτασης μ’ άπειρη περιφέρεια
πέρα απ’ τα βουνά και τον ορίζοντα
πίσω από το χτες και το
αύριο, πέρα από το χρόνο, σ’ όλο το χρόνο
τον πεθαμένο και τον αγέννητο,
πάνω απ’ τον καπνό των βραδινών καπνοδόχων
που μοσχοβολούσε ταπεινότητα, καρτερία,
μετριοπάθεια,
πέρα, πάνω
απ’ τους λύχνους που άναβαν πριν απ’ τ’ άστρα,
πάνω απ’ τ’ άστρα που άναβαν πριν απ’ την
προσοχή μας
και τη γνώση μας –
Ευτυχισμένα τ’ άστρα,
πράα, ευοίωνα,
δίχως καθόλου προαίσθημα θανάτου,
δίχως καθόλου θάνατο!..
Και τα παιδιά που υπήρξαμε, έλεγε,
τα υπάρχουμε, απαλλαγμένα κιόλας
απ’ τη στενότητα των πρώτων μας χρόνων,
απ’ την οξύτητα της στενότητας,
απ’ την ανυπομονησία της αύξησης,
απ’ των μεγάλων την παρεξήγηση.
Τα παιδιά
κλαίγαν καταμόναχα
ανάμεσα στα θάμνα και κανένας δεν τα ’παιρνε στα σοβαρά
γιατί τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα
απ’ τα μούρα
ή τα βατόμουρα
κι ήταν η λύπη τους κόκκινη και
αστεία!..
Τα υπάρχουμε,
τα διατηρούμε τώρα σ’ ένα φως πλατύ,
μαζί με τον απέραντο κάμπο,
μαζί μα τα στάχυα και τις
παπαρούνες, μαζί με τ’ αμπέλια,
μαζί με το ληνό
και τα πόδια των αμπελουργών
βαμμένα ως τα γόνατα με το μούστο,
τότε που οι άνδρες με σκισμένα βρακιά και
σκισμένα πουκάμισα
βρίζονταν δίχως λόγο και
δίχως θυμό
-μεγάλες γυμνόστηθες βλαστήμιες, δασύτριχες βλαστήμιες,
που τον ανόητο αντρισμό τους και την ευθυμία τους
απόφευγαν τα κορίτσια κρυμμένα
πίσω απ’ τα πελώρια τσαμπιά των σταφυλιών,
πίσω απ’ τα φαρδιά κληματόφυλλα
και τ’ αυτιά των γυναικών ήταν κρουστά
και ρόδινα
σαν πρωινοί
ορίζοντες.
Αρκεί να σπάσουμε την πολιορκία της στιγμής, έλεγε -
Πώς;
Πες μας!.. Δεν απάντησε.
Αρκεί να θυμηθούμε - τότε που κόβαμε καλάμια απ’ τους όχτους
και φτιάχναμε κοντάρια πετώντας πάνω απ’ τα ψηλά αρχοντόσπιτα,
δοκιμάζοντας τη δύναμη των χεριών μας,
του ξύλου,
του σίδερου, της πέτρας,
τους ανέμου,
πολλαπλασιάζοντας ανύποπτα τη δύναμη των χεριών
μας,
μαθαίνοντας να κυβερνάμε όχι μόνο το στέρεο
μα και το ανάλαφρο!..
[αποσπάσματα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο
ΞΕΝΟΣ 1958)
(…και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα
μας
χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε…)
συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθιές στοές και τις έρημες ρίζες, τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες τον ήλιο. Τότε ακριβώς είναι που γίνεται μια μεγάλη
ησυχία, μια μεγάλη διαφάνεια, διακρίνονται
πέρα τα γαλανά νησιά και τα νησίδια που ποτέ ως τότε δεν φάνηκαν κι ακούγεται ευδιάκριτα η χορωδία των μικρών
κοριτσιών απ’ την αντίπερα όχθη των μικρών κοριτσιών που φύγανε νωρίς, αφήνοντας
μισοτελειωμένη την πρώτη τους συνομιλία με μια μαργαρίτα. Σας έλεγα, λοιπόν, πως δεν υπάρχει θάνατος -
τέλειωσε ο Ξένος ήμερα, απλά, τόσο που εμείς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό∙ δε φοβηθήκαμε τους σκεπασμένους
καθρέφτες. Ένας τρίγωνος ήλιος στον
απέναντι τοίχο είχε επιμηκυνθεί φωτιζόταν ολόκληρο το βορινό δωμάτιο από μια μόνιμη αντανάκλαση. Μας πήρε το άρωμα από βουνά καρπών που ξεφορτώναν στα μανάβικα. Ακούσαμε τους χτύπους στο γειτονικό
σιδεράδικο και τα τραμ που έστριβαν δίπλα στα κρεοπωλεία. Είχαμε την ισόρροπη αίσθηση μιας αφάνταστης,
ειρηνικής συγκομιδής από μεγάλες, τετράδιπλες, ζαχαρωμένες ντομάτες,
τοποθετημένες με προσοχή και
τάξη σε ορθογώνια καφάσια που
μεταφέρονταν απ’ τις αγροτικές περιοχές
ίσα στις αγορές των πόλεων και στα πολύβουα λιμάνια. Πελώρια αυτοκίνητα τρέχαν στους ηλιόλουστους
δρόμους σα μυστικά, ολοπόρφυρα βουνά. Σηκωθήκαμε,
ξεσκεπάσαμε τους καθρέφτες,
κοιταχθήκαμε κι ήμασταν νέοι πριν από χιλιάδες χρόνια, γιατί ο χρόνος κι ο
ήλιος έχουν την ίδια ηλικία – την ηλικία μας∙
κι αυτό το φως δεν ήταν καθόλου αντικατοπτρισμός μα
το δικό μας φως φιλτραρισμένο μέσα σ’ όλους τους θανάτους!.. Κι αυτός ο
Ξένος, ήταν ο πιο δικός μας… Οι γυναίκες του ζέσταιναν νερό να πλυθεί, οι άνδρες βγαίναν να ψωνίσουν για το τραπέζι.
Το πιο μικρό κορίτσι του σπιτιού έφερε παστρικές πετσέτες, ένα μικρό ρόδινο μοσχοσάπουνο ένα κύπελο ζεστό νερό… και τ’ ακούμπησε πλάι στον ολόγυμνο καθρέφτη Ο ατμός απ’ το ζεστό νερό χνώτιζε λίγο – λίγο τον καθρέφτη σάμπως να τον έντυνε και πάλι και το πρόσωπο του Ξένου που άρχισε να ξυρίζεται μεσ’ απ’ τις σαπουνάδες θαμποφαίνονταν μες στο όρθιο κρύσταλλο αγαθό,
νεανικό και μειλίχιο σαν πρωινό
φεγγάρι!..(αποσπάσματα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958
στη συλλογή ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ)
Δευτέρα, 9
Μαρτίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου