(…χωρίς να φοβηθεί το θυμωμένο Ποσειδώνα…)
Κοράκου
χρώμα τα τσουλούφια του, ο χιτώνας του πορφύρα
και
τον κρατάει στον ώμο του μια χρυσή πόρπη∙ μύρα
ανασαίνει
και ψιμύθια κάθε πτυχή του σώματός του.
Μπήκε
στην Κύπρο απ’ τη θαλασσινή πόρτα της Αμμοχώστου
και
τώρα χαίρεται μες στα στενά της Λευκωσίας τη λιακάδα.
Μια
τουρκοπούλα στην αυλή και σείστηκε η
περιπλοκάδα
που
κορφολόγαε με τα σιντεφένια δάχτυλά της.
Εκείνος
διάβηκε του ήλιου τον ποταμό σαν θείος περάτης,
σαν
όνειρο ψιθυριστά τραγουδώντας: «Ρόδα στο
μαντίλι»!..
Λες
γύρευαν του Δία τα πέδιλα τα βυσσινιά του χείλη.
Έτσι
προχώρησε και κάθησε πλάι σ’ ένα γοτθικό παραστάτη
όπου
του Μάρκου το λιοντάρι κάρφωνε μ’ αλαφιασμένο μάτι
έναν
κοιμάμενο βοσκό που μύριζε τραγί κι ιδρώτα.
Ακούμπησε,
έβγαλε από τον κόρφο του και κοίταξε μια τερακότα∙
ένα
γυμνό που γλιστρούσε αβέβαιο στη σαλμακίδα κοίτη
ανάμεσα
στον κοίλο Ερμή και την κυρτή Αφροδίτη!..
[ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΔΩΝΑ κι άλλες επιλογές από
τη συλλογή
του Γιώργου
Σεφέρη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ 1955
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: «Τα ποιήματα της συλλογής αυτής μου δόθηκαν το φθινόπωρο του ’53 όταν
ταξίδεψα πρώτη φορά στην Κύπρο. Ήταν η αποκάλυψη ενός κόσμου και ήταν ακόμη η
εμπειρία ενός ανθρώπινου δράματος που, όποιες και να ’ναι οι σκοπιμότητες της
καθημερινής συναλλαγής, μετρά και κρίνει την ανθρωπιά μας… Και συλλογίζομαι πως
αν έτυχε να βρω στην Κύπρο τόση χάρη, είναι ίσως γιατί το νησί αυτό μού έδωσε
ό,τι είχε να μου δώσει σ’ ένα πλαίσιο αρκετά περιορισμένο για να μην
εξατμίζεται, όπως στις πρωτεύουσες του μεγάλου κόσμου, η κάθε αίσθηση, και
αρκετά πλατύ για να χωρέσει το θαύμα.
Είναι περίεργο να το λέει κανείς σήμερα· η Κύπρος είναι ένας τόπος όπου
το θαύμα λειτουργεί ακόμη…»
(Βαρώσια, Σεπτέμβρης 1955).
Από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ αποδελτιώνονται εδώ τα ποιήματα:
ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΚΗΡΥΝΕΙΑΣ, Της
τηλεγράφησα λουλούδια…
ΤΡΕΙΣ ΜΟΥΛΕΣ, Στη Δαμασκό μια νύχτα
αγρύπνιας μου φάνηκε το πέρασμα…
ΠΕΝΘΕΥΣ Ο ύπνος τον γέμιζε όνειρα
καρπών και φύλλων
ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΜΙΛΑ, Περί των
κατά την χώραν Κύπρον σκαιών…
ΜΝΗΜΗ Β, Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα
μάρμαρο που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα…
ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΣ, Κάποτε ο ήλιος
του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλή
βροχή…
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΑΘΗΝΑΙΟΣ, Γέρασε ανάμεσα
στη φωτιά της Τροίας και στα λατομεία
της Σικελίας
ΈΓΚΩΜΗ, Ήταν πλατύς ο κάμπος και
στρωτός… και
ΟΙ ΓΑΤΕΣ Τ’ ΑΪ-ΝΙΚΟΛΑ, Φαίνεται ο Κάβο – Γάτα, μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι…
ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ
(από τη συλλογή του Γιώργου
Σεφέρη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ 1955)
-Της τηλεγράφησα λουλούδια
-Ουίσκι; Τζιν;
-Σήμερα οι αργυροί της γάμοι.
-Το νου σαν μην πηδήξει στο
φουστάνι σας ο σκύλος∙
θα το λασπώσει∙ τον παραμελούν∙ γίνεται οικείος.
-Τζιν παρακαλώ. Μένει τώρα στο Κεντ.
Πάντα θα τη θυμούμαι στην εκκλησιά. Σα βγήκαμε έβρεχε∙
μια μπάντα έπαιζε στ’ άλλο πεζοδρόμιο∙
θαρρώ Στρατός της Σωτηρίας
-Μέρες του Μάη, ο χρόνος της Μεγάλης
Απεργίας.
-Δεν είχαμε ούτε εφημερίδες.
-Δέστε το βουνό∙ όταν βυθίσει
τέλος πάντων ο ήλιος
θα είναι μονόχρωμο και ειρηνικό.
Αυτό είναι ο Άγιος Ιλαρίων. Το προτιμώ με το φεγγάρι.
-Γράφει πως έχει κι ένα φάντασμα
που τριγυρνά μ’ ένα σβηστό φανάρι
-Ο Άγιος Ιλαρίων;
ΣΥΝΕΧΕΙΑ από σελ. 251
ΤΡΕΙΣ ΜΟΥΛΕΣ
Γράμμα στον Μάστρο
Καί ἐκαβαλλίκεψεν ἡ ρήγαινα ἀπάνω τῆς
θαυμαστῆς μούλας τοῦ ἀνδρός της τοῦ ρέ Πιέρ, ὀνόματι
Μαργαρίτα, καί ἔκατσεν ἀπάνω τῆς
θαυμαστῆς μούλας γυναικεῖα, καί ἐπαράγγειλεν τοῦ σκουτιέρη της, ὀνόματι
Πουτζουρέλλο, νά κρατεῖ μετά του τά φτερνιστηρία της, καί ἅντα τοῦ νέψει, νά
γυρίσει τό πόδιν της νά κάτσει ανθρωπινά...
ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ
ΜΑΧΑΙΡΑ
Στη Δαμασκό μια νύχτα αγρύπνιας
μου φάνηκε το πέρασμα της Ούμ Χαράμ
της βαθυσέβαστης γενιάς του Προφήτη.
Άκουγα πέταλα σαν αργυρά δηνάρια
κι εκείνη λες και διάβαινε λόφους αλάτι
κατά τη Λάρνακα, στη μούλα της καβάλα.
Περίμενα μέσα σε δροσερά κλωνάρια
δαγκώνοντας τον καρπό της μυρτιάς∙
τα μάτια μου τ’ αγκύλωνε μια ασπράδα
ίσως τ’ αλάτι ίσως το φάσμα της. Και τότε
στους θάμνους ένας ψίθυρος:
«Εδώ ήταν
που γλίστρησε το ζό μου. Τούτη η πέτρα
μου τσάκισε το διάφωτον αυχένα
κι έδωσα την ψυχή μου νικηφόρα.
Απ’ τη βουλή του θεού ήμουν γεμάτη∙
μια μούλα δε σηκώνει τέτοιο βάρος∙
μην το ξεχνάς και μην την αδικήσεις».
Είπε κι εχάθη.
Ωστόσο ακόμη και τώρα
η μούλα της ολοένα βόσκει στο μυαλό μου,
καθώς και η άλλη όπου σταμάτησε η καρδιά της
όταν την ξεφόρτωσαν απ’ τα δυο κιβούρια,
τους δυό αδελφούς τους αδικοσφαγμένους
απ’ τον τζελάτη εκεί στον Κουτσοβέντη.
Μα η πιο τρανή, πώς να την πω; Στον τόπο
που όσοι έζησαν πιο χαμηλά από τα καστέλια
λησμονήθηκαν σαν το χώμα του άλλου χρόνου,
αυτή αρμενίζει ακόμη στα φτερά της φήμης∙
το ξακουσμένο ζωντανό της ρήγαινας Λινόρας.
Στην κοιλιά της τα χρυσά φτερνιστήρια,
στη σέλα της τ’ αξεδίψαστα λαγόνια,
στο γλάκι της τραντά τα στήθια εκείνα
γεμάτα σαν τα ρόδια φονικό.
Κι όταν Ναπολιτάνοι Γενοβέζοι και Λομπάρδοι
φέραν απάνω στο βασιλικό τραπέζι
σ’ ένα ασημένιο δίσκο, ματωμένο
του σκοτωμένου ρήγα το πουκάμισο
και ξέκαμαν τον ελεεινόν Ιωάννη∙
λογιάζω πως χιχίνισε τη νύχτα εκείνη,
έξω από την απάθεια της φυλής της,
καθώς ουρλιάζει το σκυλί,
διπλοεντέλινη, χρυσοκάπουλη, στο στάβλο,
η μούλα Μαργαρίτα.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Με το
ποίημα «Τρεις μούλες» ο Γιώργος Σεφέρης επιχειρεί μια συνειρμική σύνδεση
ανάμεσα σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους της πολυπαθούς Κύπρου, συνθέτοντας
ένα γράμμα που έχει ως αποδέκτη τον Μάστρο, ψευδώνυμο του Κύπριου αγωνιστή
Γρηγόρη Αυξεντίου.
ΠΕΝΘΕΥΣ
Ο ύπνος τον γέμιζε όνειρα
καρπών και φύλλων∙
ο ξύπνος δεν τον άφηνε να κόψει
ούτε ένα μαύρο.
Κι οι δυο μαζί μοιράσανε τα μέλη
του στις Βάκχες!..
[από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΤΣΡΩΜΑΤΟΣ Γ 1955]
ΝΕΟΦΥΤΟΣ
Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΜΙΛΑ -
(από τη συλλογή του Γιώργου
Σεφέρη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ 1955)
Υπέρογκες
αρχιτεκτονικές∙ Λαρίων Φαμαγκούστα
Μπουφαβέντο∙ σχεδόν σκηνικά.
Ήμασταν συνηθισμένοι να
το στοχαζόμαστε αλλιώς το
«Ιησούς Χριστός Νικά»
που είδαμε κάποτε στα
τείχη της βασιλεύουσας,
τα φαγωμένα από
γυφτοτσάντιρα και στεγνά χορτάρια,
με τους μεγάλους
πύργους κατάχαμα σαν ενός δυνατού
που έχασε, τα ριγμένα ζάρια.
Για μας ήταν άλλο
πράγμα ο πόλεμος για την πίστη του
Χριστού
και για την ψυχή του
ανθρώπου καθισμένη στα γόνατα
της Υπερμάχου Στρατηγού,
που είχε στα μάτια
ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης,
εκείνου του πελάγου τον
καημό σαν ήβρε το ζύγιασμα της καλοσύνης.
Ας παίζουν τώρα
μελοδράματα στα σκηνικά των σταυροφόρων
Λουζινιά
κι ας φλομώνουμε με τον
καπνό που μας κουβάλησαν απ’ το βοριά.
Ας τους να
τρώγουνται και να ανεμοδέρνουνται
ωσάν το κάτεργο που
δένει μούδες∙
Καλώς μα ήρθατε στην
Κύπρο αρχόντοι.
Τράγοι και
μαϊμούδες!..
ΜΝΗΜΗ , Β΄
Έφεσος
Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο
που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα·
απέραντος δεξιά κι άδειος ο κάμπος
ζερβά κατέβαιναν απ’ το βουνό τ’ απόσκια:
«Είναι παντού το Ποίημα. Η φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του
σαν το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο
και πάλι χάνεται. Είναι παντού το Ποίημα
σαν τα φτερά του αγέρα μες στον αγέρα
που άγγιξαν τα φτερά του γλάρου μια στιγμή.
Ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας, πως αλλάζει
το πρόσωπο κι ωστόσο μένει το ίδιο
γυναίκας που γυμνώθηκε. Το ξέρει
όποιος αγάπησε· στο φως των άλλων
ο κόσμος φθείρεται· μα εσύ θυμήσου
Άδης και Διόνυσος είναι το ίδιο».
Είπε, και πήρε το μεγάλο δρόμο
που πάει στο αλλοτινό λιμάνι, χωνεμένο τώρα
πέρα στα βούρλα. Το λυκόφως
θα ’λεγες για το θάνατο ενός ζώου,
τόσο γυμνό.
Θυμάμαι ακόμη∙
ταξίδευε σ’ άκρες ιωνικές, σ’ άδεια κοχύλια
θεάτρων
όπου μονάχα η σαύρα σέρνεται στη στεγνή πέτρα,
κι εγώ τον ρώτησα: «Κάποτε θα ξαναγεμίσουν;»
Και μ’ αποκρίθηκε: Μπορεί, την ώρα του
θανάτου».
Κι έτρεξε στην ορχήστρα ουρλιάζοντας:
«Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδελφό μου!»
Κι ήταν σκληρή η σιγή τριγύρω μας
κι αχάρακτη στο γυαλί του γαλάζιου
[από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΚΑΤΑΤΣΡΩΜΑΤΟΣ Γ 1955]
ΣΑΛΑΜΙΝΑ
ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΣ
Σαλαμῖνα τε
τᾶς νῦν
ματρόπολις τῶνδ’
αἰτία στεναγμῶν. ΠΕΡΣΑΙ ΑΙΣΧΥΛΟΥ
Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η
ψιλή βροχή
και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια.
Ασήμαντες οι κολόνες· μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος
δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της
πολύχρυσης αυτοκρατορίας.
Τα νέα κορμιά περάσαν απ’ εδώ, τα ερωτεμένα·
παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα
σφυρά
τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό
κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου.
Κύριος επί υδάτων πολλών,
πάνω σ’ αυτό το πέρασμα.
Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.
Δεν είδα πρόσωπα· σα γύρισα είχαν φύγει.
Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού,
έμεινε εκεί στις φλέβες τ’ ουρανού στο κύλισμα
της θάλασσας
μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:
«Η γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν
αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να γεμίσει με την τρέλα,
νῆσός
τις ἔστι…».
Φίλοι του άλλου πολέμου,
σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά
σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα—
Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας
κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη·
εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη
του θανάτου
ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,
νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα
τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής·
κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν
όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:
«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικό·
την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης·
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…». *
—Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα
χαλίκια·
δε φελά να μιλάμε·
τη γνώμη των δυνατών ποιός θα μπορέσει να τη
γυρίσει;
ποιός θα μπορέσει ν’ ακουστεί;
Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το
βραχνά των άλλων.
—Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα
φέρει
σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον
Ελλήσποντο
το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.
Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.
Νῆσός
τις ἔστι.
Σαλαμίνα, Κύπρος,
Νοέμβρης 1953
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Τροίας
και στα λατομεία της Σικελίας.
Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι
ζωγραφιές της θάλασσας.
Είδε τις φλέβες των ανθρώπων
σαν δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια∙
προσπάθησε να το τρυπήσει,
Ήταν στρυφνός
και τον σπάραξαν τα σκυλιά.
ΈΓΚΩΜΗ
Ήταν πλατύς ο κάμπος και
στρωτός∙ από μακριά φαινόνταν
το γύρισμα χεριών που σκάβαν.
Στον ουρανό τα σύννεφα πολλές καμπύλες, κάπου – κάπου
μια σάλπιγγα χρυσή και
ρόδινι∙ το δείλι.
Στο λιγοστό χορτάρι και
στ’ αγκάθια τριγυρίζαν
ψιλές αποβροχάρισσες ανάσες∙ θα ’χε βρέξει
πέρα στις άκρες τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.
Κι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που
δουλεύαν,
γυναίκες
κι άνδρες με τ’ αξίνια σε χαντάκια.
Ήταν μια πολιτεία παλιά∙ τειχιά
δρόμοι και σπίτια
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ’ το
μάτι
του αρχαιολόγου
του ναρκοδότη ή του χειρούργου.
Φαντάσματα
και υφάσματα, χλιδή
και χείλια, χωνεμένα
και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά
αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο
τάφος.
Κι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν
τους τεντωμένους ώμους και τα
μπράτσα που χτυπούσαν
μ’ ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα
σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της
μοίρας.
Άξαφνα περπατούσα και
δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά κι
ήταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τον αιθέρα τ’ ουρανού κι
ήτανε θαμπωμένος
κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν κι
είχαν μείνει
κι ανάμεσό τους
ένα πρόσωπο το φως ν’ ανηφορίζει.
Τα μαλλιά
μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα
φρύδια
είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια
καμαρωτά πάνω απ’ τα χείλια και το
σώμα
έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
με τ’ άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,
χορός ακίνητος.
Κι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω
κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν αγγίζαν
γυναίκες γνέθανε, τ’ αδράχτια δε γυρίζαν
αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν
πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα
κι ο ζευγάς έμενε μ’ ανάερη τη βουκέντρα.
Και ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν’ ανεβαίνει·
είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,
και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη
λαβώναν.
Τώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι
και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα
που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και
βρέφος.
Τα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια
και χάθηκαν· μια ανάληψη.
Ο κόσμος ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας
με τον καιρό και με το χώμα.
Αρώματα από σκίνο πήραν να ξεκινήσουν
στις παλιές πλαγιές της μνήμης
κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά·
κι όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του
κάμπου
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ’
αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν
[από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΤΣΡΩΜΑΤΟΣ Γ 1955]
ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΑΪ-ΝΙΚΟΛΑ…
(Τον
δ’ άνευ λύρας όμως υμνωδεί θρήνον
Ερινύος
αυτοδίδακτος
έσωθεν θυμός,
ου
το παν έχων ελπίδος φίλον θράσος - ΑΓΑΠΜΕΜΝΩΝ 990)
«Φαίνεται ο
Κάβο – Γάτα…», μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό στο πούσι
τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,
«…και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη∙ λένε τον τόπο Πέτρα του
Ρωμιού. Τρία καρτίνια
αριστερά»!.. Είχε τα μάτια της Σαλώμης η
γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο κι ο Ραμαζάν πώς κοίταξε κατάματα το
θάνατο, μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής στον παγωμένον ήλιο κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός. Μη σταθείς ταξιδιώτη. «Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο
τιμονιέρης. …ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκονταν, ξέμπαρκος τώρα κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα. Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε κι
ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας
αλλοτινές ελεημοσύνες. «Παράξενο»,
ξαναείπε ο καπετάνιος. «Τούτη η καμπάνα
– μέρα που είναι - μου θύμισε την άλλη
εκείνη, τη μοναστηρίσια. Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος. «Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας, - σαράντα χρόνια αναβροχιά - ρημάχτηκε όλο το νησί∙ πέθαινε ο κόσμος και
γεννιούνταν φίδια. Μιλιούνια
φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι, χοντρά σαν το
ποδάρι ανθρώπου και φαρμακερά.
Το μοναστήρι του Άι – Νικόλα το
είχαν τότε Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα
χωράφια κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή∙ τους έσωσαν οι γάτες που
αναθρέψαν. Την κάθε αυγή χτυπούσε μια
καμπάνα και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη. Όλη μέρα
χτυπιόνταν ως την ώρα που σήμαιναν το
βραδινό ταγίνι. Απόδειπνα πάλι η
καμπάνα και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας. Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή κι άλλη στραβή,
την άλλη χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι. Έτσι με τέσσερεις
καμπάνες την ημέρα πέρασαν μήνες, χρόνια,
καιροί κι άλλοι καιροί. Άγρια πεισματικές και
πάντα λαβωμένες ξολόθρεψαν τα
φίδια μα
στο τέλος χαθήκανε∙ δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι. Ωσάν καράβι καταποντισμένο τίποτα δεν αφήσαν στον αφρό μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα. Γραμμή!.. Τι να σου κάνουν οι
ταλαίπωρες παλεύοντας και
πίνοντας μέρα και νύχτα το αίμα
το φαρμακερό των ερπετών. Αιώνες
φαρμάκι∙
γενιές φαρμάκι». «Γραμμή»!.. αντιλάλησε αδιάφορος ο
τιμονιέρης… [κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Γιώργου
Σεφέρη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ΄ 1955
- Συγκεντρωτική έκδοση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1931 -1966, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ ένατη έκδοση]
Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου