Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΘΕΙΑ ΘΕΛΗΣΗ ΚΙ ΕΝΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΑΜΑ…

 (…εμείς οι δυο να σμίξουμε  και  να γενεί το θάμα…)


Οι άγγελοι τραγουδάνε.    Και οι ερωτευμένοι επίσης. 

Πίσω από κάθε ανάταση,  από κάθε μεράκι, 

μια κιθάρα περιμένει έτοιμη  να πάρει τα λόγια 

και  να ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. 

Δεν είναι λίγο αυτό. 

Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους, 

είναι αυτό που μας βαστάει στη ζωή, 

Γι’ αυτό κοντά στα ποιήματά μου, 

δοκίμασα να γράψω  και  μερικά τραγούδια, 

χωρίς να τα υποτιμώ καθόλου.  

Έτσι  ή  αλλιώς,  μιλά κανείς

για τα ίδια πράγματα που αγαπά, 

και από κει και πέρα το λόγο έχουν

αυτοί που θα τ’ ακούσουν. 

Λένε πως το είδος έχει ορισμένους κανόνες. 

Δεν τους ξέρω και, πάντως,  δεν ενδιαφέρθηκα 

ή  δε μπορούσα ίσως να τους ακολουθήσω. 

Δουλεύει ο καθένας όπως νιώθει. 

Και η θάλασσα είναι απέραντη,  τα πουλιά μυριάδες, 

οι ψυχές όσες και οι συνδυασμοί

που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι  και  τα λόγια,

όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβουλεύουν.  (Οδυσσέας Ελύτης)

 



ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ:  ΤΑ ΡΩ  ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ 

(τραγούδια σε έξι ενότητες -

εδώ αποδελτιώνονται 7 τραγούδια από την τρίτη ενότητα κι άλλα τόσα από την τέταρτη)  

 

Η ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ

(κι άλλα έξι τραγούδια από την ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΗΤΗΡΙΩΝ,

τρίτη ενότητα στα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ του Οδυσσέα Ελύτη)

Το δρόμο πλάι στη θάλασσα περπάτησα

που ΄κανε κάθε μέρα η ποδηλάτισσα

 

Βρήκα τα φρούτα που ’χε  το πανέρι της

το δαχτυλίδι που ’πεσε απ’ το χέρι της

 

Βρήκα το κουδουνάκι  και  το σάλι της

τις ρόδες το τιμόνι το πεντάλι της

 

Βρήκα τη ζώνη της βρήκα σε μιαν άκρη

μια πέτρα διάφανη που ’μοιαζε με δάκρυ

 

Τα μάζεψα ένα-ένα και τα κράτησα

κι έλεγα που ’ναι η ποδηλάτισσα

 

Την είδα να περνά πάνω απ’ τα κύματα

την άλλη μέρα πάνω από τα μνήματα

 

Την Τρίτη νύχτωσ’ έχασα τ’ αχνάρια της

στους ουρανούς ανάψαν τα φανάρια της

 

Η ΤΕΛΕΤΗ

Σύννεφο – σύννεφο πού πας

είδα και πέρασε παπάς

Δίχως το καλημαύχι του

κι είχε σταυρό στη ράχη του

 

Τι ξέρω αυτές τις μυρωδιές

τα γιούλια και τις πασχαλιές

Τις ρόδες που ακουστήκανε

και οι ξώπορτες κλειστήκανε

 

Συννέφιασε – συννέφιασε

κι έτσι ο Θεός μας έφιασε

Στους έρωτες και στους καιρούς

ν’ αφήνουμε μικρούς σταυρούς

ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ

Έπεσα για να κολυμπήσω

κι άφησα την καρδιά μου πίσω

 

Άφησα την καρδιά μου χάμω

σαν το κοχύλι μες την άμμο

 

Πέρασαν όλες οι κοπέλες

με τα μαγιό και τις ομπρέλες

 

Ύστερα πέρασαν οι φίλοι

κανείς δεν βρήκε το κοχύλι

 

Χρόνους και χρόνους κολυμπάω

που να ’ν’ η αγάπη για να πάω

 

Έφαγε η θάλασσα το βράχο

κι έμεινε το νησί μονάχο

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΟ

Από τον πάνω δρόμο πάω και κοιτώ

που ΄ναι το μαύρο σπίτι το ακατοίκητο

 

Κι αν είναι η νύχτα σκοτεινή

μες τον αέρα πιάνω

Μια κοριτσίστικη φωνή

κι ένα σκοπό στο πιάνο

 

Μαρία και Βασιλική

χλωμή σαν Παναγίτσα

Με την νταντέλα τη λευκή

και τη χρυσή καρφίτσα

 

Φύσα Νοτιά μου κι άδικα λυπήθηκα

σ’ άλλους καιρούς μπορεί ν’ αγαπήθηκα

 

ΣΤΗΝ ΞΥΛΙΝΗ ΠΑΡΑΓΚΑ

Φθινόπωρο και πάλι μου γυρίζει ο νους

στην ξύλινη παράγκα με τους αίλανθους

 

Στον Φίλιπ  και  στην Άννα και  στην Αίρην

που’ ρχονταν κάθε χρόνο απ’ το  Αμπερντήν

 

Κορίτσι  κοριτσάκι που για χάρη του

είχε τσακίσει ο ήλιος το κοντάρι του

 

Το σήκωσε το πήγε πάνω απ’ τα βουνά

κρατούσε ένα ματσάκι από κυκλάμινα

 

Έγινε κάτι λάθος μες τα ριζικά

στους ουρανούς δεν ήξεραν εγγλέζικα

 

Χτύπησε μια μικρή καμπάνα  ντιν  ντιν  ντιν

στην ξύλινη παράγκα  και στο Αμπερντήν

 

ΣΟΥ ΤΟ ’ΠΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Σου το ΄πα  για τα σύννεφα

σου το ’πα για τα μάτια τα κλαμένα

για τα σημάδια που άφησαν τα χέρια μας

πάνω στα τραπεζάκια τα βρεμένα

Στα φανερά και στα κρυφά

σου το ’πα για τα σύννεφα

Για σένα  και  για μένα

 

Σου το ’πα  με τα κύματα

σου το ’πα με τη σκοτεινή ρουφήχτρα

με το σκυλί  και με το κλεφτοφάναρο

με τον καφέ και με τη χαρτορίχτρα

Ψιθυριστά  και  φωναχτά

σου το’ πα με τα κύματα

Σου το ΄πα μες τη νύχτα

 

Σου το ’πα τα μεσάνυχτα

σου το ’πα τη στιγμή που δε μιλούσες

που με το νου μου λίγο σ’ άγγιξα

κι άναβε το φουστάνι που φορούσες

Από κοντά κι από μακριά

σου το ’πα τα μεσάνυχτα

Με τ’ άστρα που κοιτούσες.

 

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ

Πέτρες επήρα και κλαδιά

τα φύτεψα στην αμμουδιά

Και μια ψυχή μελέτησα

το λόγο δεν αθέτησα

 

Με τον καιρό  με τον καιρό

έγινε αλήθεια τ’ όνειρο

Οι πέτρες μεγαλώσανε

και τα κλαδιά φυτρώσανε

 

Τα κυπαρίσσια τα κελιά

σου τα ’κανα παραγγελιά

Τις πόρτες τις αμπάρες σου

και τις οχτώ καμάρες σου

 

Στο μέρος το πιο δροσερό

έστησα το καμπαναριό

Και κύματα και κύματα

γύρω σου τ’ άσπρα  μνήματα

 

Έλα Κυρά  και  Παναγιά

με τ’ αναμμένα σου κεριά

Δώσε το φως το δυνατό

στον Ήλιο και στο θάνατο.

 

ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΚΛΕΙΔΙ

 (κι άλλα έξι τραγούδια από το ΧΑΜΑΙΛΕΟΝΤΑ, τέταρτη ενότητα  στα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ του Οδυσσέα Ελύτη)

-Εσείς του κόσμου οι σοφοί

για δώστε απόκριση σωστή:

Ποιος έχει το χρυσό κλειδί

οπού ανοίγουν οι ουρανοί;

 

-Ένα κορί-  ένα κορί-

ένα κορίτσι το ’χει

Κι όποιος κι αν το παρακαλεί

όχι του λέει όχι

 

-Βρε κορίτσι βρε κορίτσι μια ζωή την έχουμε

άνοιξέ μας άνοιξέ μας άλλο δεν αντέχουμε

 

-Μάγισσες ρίχτε τα χαρτιά

και μελετήστε τα καλά:

Ποιος έχει το χρυσό κλειδί

όπου ανοίγουν οι ουρανοί;

 

-Ένα κορί-  ένα κορί-

ένα κορίτσι το ’χει

Κι όποιος κι αν το παρακαλεί

όχι του λέει όχι

 

-Βρε κορίτσι  βρε κορίτσι  θα μας φάει η άβυσσο

άνοιξε μας άνοιξέ μας λίγο τον Παράδεισο.

 

Ο ΓΛΑΡΟΣ

Στο κύμα πάει να κοιμηθεί

δεν έχει τι να φοβηθεί

Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει

γλάρος είναι  και  πηγαίνει

 

Από πόλεμο δεν ξέρει

ούτε τι θα πει μαχαίρι

Ο Θεός του’ δωκε φύκια

και χρωματιστά χαλίκια

 

Αχ αλί κι αλίμονό μας

μες τον κόσμο το δικό μας

Δε μυρίζουνε τα φύκια

δε γυαλίζουν τα χαλίκια

 

Χίλιοι δυο παραφυλάνε

σε κοιτάν και δε μιλάνε

Είσαι σήμερα μονάρχης

κι ώσαμ’ αύριο δεν υπάρχεις

 

ΤΥΧΗ

Λάμπει τ’ ασήμι του σπάρου

μες στο μάρμαρο της Πάρου

Στου μεσημεριού το φως

το τραγούδι της Σαπφώς

 

Λάμπει – λάμπει κι η χαρά μου

μες στην άσπρη κάμαρά μου

 

Κωπηλάτες του θανάτου

να ’χει Ελλάδες κι εκεί κάτου;

Να με πάτε   να με πάτε

σαν νησάκι που κοιμάται

 

Και βουές γεμίζει μόνον

στους αιώνες των αιώνων

 

Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ο Αύγουστος ελούζονταν  μες στην αστροφεγγιά

κι από τα γένια του έσταζαν άστρα  και γιασεμιά

 

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ ΙΣΠΑΧΑΝ

Μισοφέγγαρο ασημί

βγαίνει μες το γιασεμί

Τα κορίτσια το κοιτάν

απ’ τους κήπους του Ισπαχάν

 

ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

Άντρας δεν είναι ούτε γυναίκα

ούτε μας έρχεται απ’ τη Μέκκα

 

ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΜΟΥ ΤΟ ΕΞΑΣΚΩ…

(…στο Κάιρο και στη Δαμασκό…)

Χρόνους εννιά  και  πλέον   σαν ένας χαμαιλέων   Πρωί – πρωί χαράματα   κόβω απ’ τον ήλιο γράμματα   Στη γλώσσα που διαβάζουνε  οι αγράμματοι  κι  αγιάζουνε   Κατά τις έντεκα παρά  το στήνω μες την Αγορά   Πουλάω  φως ουράνιο  στίχους απ’ το Κοράνιο   Πουλάω το όχι  και το ναι   κι όσα ποτέ δεν είδανε   Στη Λεϊλά  στη Λεϊλέ  πουάω το ροζ και το βιολέ   Στο τζαμί την ώρα που ’ναι   οι πιστοί και προσκυνούνε   Κάνω κι έρχονται από πέρα  τα ουρί μες τον αέρα   Μια στιγμή στο δειλινό   ρίχνω χρώμα γαλανό   Ύστερα πάνω απ’ τα κάστρα  πάω να καρφώσω τ’ άστρα   Δεν είμαι Μωαμεθανός   στο Κάιρο και στη Δαμασκό   Χρόνους εννιά  και πλέον σαν ένας χαμαιλέων [Ο ΧΑΜΑΙΛΕΩΝ από την ομότιτλη τέταρτη ενότητα στα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ του Οδυσσέα Ελύτη 1972]

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΘΕΙΑ ΘΕΛΗΣΗ ΚΙ ΕΝΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΑΜΑ…

  (…εμείς οι δυο να σμίξουμε  και  να γενεί το θάμα…) Οι άγγελοι τραγουδάνε.      Και οι ερωτευμένοι επίσης.   Πίσω από κάθε ανάταση,   ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ